Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ - Cornelio Fabro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ - Cornelio Fabro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ (1)

 ΤΟΥ CORNELIO FABRO.

Η αλήθεια τής πίστεως σαν ενεργεία σύνθεση του "προσώπου".
   Image result for γιανναρας και ζηζιουλας     Image result for γιανναρας και ζηζιουλας
  Η κεντρική σπουδαιότητα την οποία απέκτησε η σχέση πίστεως και νοήσεως (λογικής), όταν παρατηρούμε την πρόοδο της μοντέρνας σκέψης, έγινε ακόμη πιό σημαντική στην ανάλυση της "ανθρώπινης καταστάσεως" στην οποία επιδίδονται στην σύγχρονη σκέψη η φαινομενολογία, ο μαρξισμός και η φιλοσοφία τής υπάρξεως. Η διαρκής διακύμανση τής φιλοσοφίας να καταργήσει την διαλεκτική τής πίστεως και τής λογικής για να αφομοιώσει την μία στην άλλη, στην προϋπόθεση ότι η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί "να ζήσει" δύο αντιθετικές καταστάσεις μόνον σύμφωνα σε μία προσωρινή κατάσταση, πρέπει να θεωρηθεί ξεπερασμένη χάρη σε μία εμβάθυνση της πραγματικής δομής της συνειδήσεως στην σχέση της με το πραγματικό. Αυτή η σχέση πρέπει να είναι πλέον ξεκάθαρη. Ας θυμηθούμε λοιπόν τους βασικούς σταθμούς αυτής της βεβαιότητος!
          Η πίστη, κάθε πίστη, είναι καθαυτή μία "στάση της συνειδήσεως" καθώς μπορεί να θεμελιώσει την γνώση ή να θεμελιωθεί στην γνώση! Η αρχή απο την οποία ξεκινήσαμε είναι ότι η πίστη έχει για αντικείμενο τήν "πεποίθηση τού πραγματικού" και η γνώση έχει σαν αντικείμενο το περιεχόμενο, δηλαδή την δομή τού πραγματικού στην παρουσίαση του στις αντίστοιχες ικανότητες μάθησης! Έτσι ενώ το αντικείμενο της πίστης ακουμπά την υπαρξιακή σφαιρα, το αντικείμενο της καθαρής γνώσεως-αίσθηση ή νόηση- ανήκει στην τυπική σφαίρα, την φορμάλε! Επομένως, ενώ η αποδοχή τής γνώσεως προέρχεται απευθείας απο την πρόδηλη μονοσημαντότητα τού αντικειμένου χάρη στην δική της συγκεκριμενοποίηση που έχει η ικανότητα εκ μέρους του ιδίου του αντικειμένου-τά χρώματα και οι μορφές για την όραση...., οι φύσεις των πραγμάτων για την νόηση-η αποδοχή της πίστης ξεπηδά απο την υποχρέωση και το καθήκον του προσώπου που εργάζεται σαν ένα όλον.
          Εάν ο ζήλος είναι αυθόρμητος, είναι αυθόρμητη πιστη στην ύπαρξη τού εξωτερικού κόσμου και των ανθρωπίνων σχέσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται η άμεση ζωή. Στην βάση αυτής της πίστης καθένας δέχεται για πραγματική την γεωγραφική κατάσταση, την εθνική, την πολιτισμική και την κοινωνική όπου ζεί και του επιτρέπει να εκφράσει την δραστηριότητά του!
          Εάν η ενασχόληση είναι έμμεση, έχουμε την έμμεση πίστη, η οποία μπορεί να είναι τόσο επιστημονική, όσο και θρησκευτική και Θεολογική. Όπως η αυθόρμητη πίστη μάς ωθεί να υπερβούμε τα όρια του χώρου και του χρόνου τα οποία βιώνονται άμεσα, έτσι και η επιστημονική πίστη βοηθά να υπερβαίνονται τα όρια του χώρου και του χρόνου στην δική τους δομή τής οντολογικής αμεσότητος: Το "ιστορικό συμπέρασμα" ενεργεί μία πραγματική προβολή στον περασμένο χρόνο ο οποίος παρά το ότι δέν υπάρχει πια, είναι κατασκευασμένος σαν μία βέβαιη παρουσία ακόμη! Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε επίσης και για μία πίστη στο πλαίσιο τής επιστήμης καθότι αυτή υποθέτει πρώτα απ'όλα την πραγματικότητα τού εξωτερικού κόσμου και στην συνέχεια καθότι στην εργασία της κινείται μέσω υποθέσεων, οι οποίες είναι ακριβώς οι "αναλήψεις" τής καταστάσεως. Η φυσική πίστη προοδεύει λόγω τής ωθήσεως τής συνειδήσεως στην ενεργητική πληρότητα και δέν εξαρτάται απο την έμμεση (στοχαστική) θέληση. Απορρέει απο την θέληση τής ζωής η οποία ενυπάρχει στον καθένα μας. Θα μπορούσαμε να πούμε οτι προκύπτει απο το βάθος τού πνευματικού μας είναι τής φύσης μας, απο την φυσική της όρεξη που είναι θεμελιώδης. Η επιστημονική πίστη αντιθέτως πηγάζει, πάνω στο θεμέλιο της φυσικής πίστης, απο την θέληση-να προσληφθή, σύμφωνα με μία αποδεκτή επιστημονική μέθοδο, η πραγματικότης μίας συγκεκριμένης καθολικής καταστάσεως (για παράδειγμα στην ιστορία, τις αιτίες της Γαλλικής επανάστασης, της κομμουνιστικης...). Η Θεολογική πίστη η οποία δέχεται την Αποκάλυψη-κινούμενη στην προϋπόθεση και των δύο βεβαιοτήτων ή φυσικών πεποιθήσεων μπορεί να υπερβεί οποιαδήποτε μορφή φυσικής κληρονομικότητος διότι κινείται απο μία ανώτερη αρχή η οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ο πραγματοποιήσας την Αποκάλυψη!
          Η πιό υψηλή μορφή τής έμμεσης πίστης είναι η Θεολογική υπερφυσική πίστη! Τόσο επειδή "υποκειμενικά" θέτει την πιό υψηλή ένταση τής συνειδήσεως με την απόλυτη υποχρέωση τής ολότητος του προσώπου, όσο και γιατί ενεργεί την πραγματική υπέρβαση της οντικής σφαίρας τού χώρου και τού χρόνου στην βεβαιότητα τής αιωνίου ζωής και σε όσα ανήκουν σ'αυτή σύμφωνα με την Θεία αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο!
          Στην μοντέρνα σκέψη υπήρξε ιδιαιτέρως ο Hume ο οποίος πρώτος παρουσίασε την πίστη σαν πεποίθηση του πραγματικούΠαρ'όλα αυτά όμως, καθώς ταύτισε τήν "αντίληψη" τού πραγματικού με την πραγματικότητα και την επιβεβαίωση τής πραγματικότητος, χρειάστηκε να αποκλείσει όλη την σφαίρα τής σκέψης ευρισκόμενος στο τέλος στην αδυναμία να ξεκαθαρίσει την σημασία και την γένεση της ίδιας της πίστης. Ο Hume ενάντια στις προθέσεις του, είναι ένα απο τα σπουδαιότερα θύματα του ορθολογισμού. Η πίστη φαίνεται μία έκφραση η οποία έρχεται στην συνείδηση απ'έξω και θέτει σαν βάση τής αντιλήψεως τής υπάρξεως τις έννοιες τής αιτίας, σύμφωνα με την ορθολογιστική αντίληψη! Ενώ η κατάσταση ειναι ακριβώς η αντίθετη, δηλαδή μέσα στην καθολική "πεποίθηση" τού πραγματικού εμείς μπορούμε να καθορίσουμε τα πράγματα σαν ουσίες και συμβεβηκότα, σαν αιτίες και αποτελέσματα και όχι αντίστροφα. Μία τέτοια πεποίθηση η οποία μεταφέρει στο πραγματικό είναι, πάντοτε ενέργεια ή κατάσταση πίστεως, αλλά όχι αφηρημένα ή λόγω απλής εντυπώσεως αλλά καθότι στην πίστη είναι παρούσα μία αυτονόητη γνώση την οποία απλώνει και στερεώνει. Για τον Hume η πίστη παραμένει απλό "αίσθημα", απαλλαγμένο ουσιωδώς απο την γνώση και καταδικασμένο επομένως να είναι μία χρήσιμη και πάνω κάτω μία ευτυχής ψευδαίσθηση!
          Είναι γνωστό ότι ο Hume ξύπνησε τον Κάντ απο τον δογματικό του ύπνο, οδηγώντας τον στην κριτική συνειδητοποίηση τής διακρίσεως ανάμεσα στην "τυπική συνάφεια των εννοιών" και την "πραγματική σύσταση των πραγμάτων". Ο Κάντ φτάνει-λόγω της επιστημονικής του αισιοδοξίας-στους αντίποδες του Hume : βεβαιότητα τής επιστήμης στην σφαίρα των φαινομένων (η καθαρή νόηση) για να θεμελιώσει τα αντικείμενα τής "δυνατής εμπειρίας", βεβαιότης της πίστεως στην πραγματική καθαυτή σφαίρα  και ιδιαιτέρως γύρω απο τον Θεό, την ελευθερία και την αθανασία (την σφαίρα της πρακτικής νοήσεως), έτσι ώστε σ'αυτόν η πίστη λαμβάνει την θέση τής μεταφυσικής τού ορθολογισμού, η οποία προόδευε στις βεβαιότητες τής υπάρξεως διά καθαρών εννοιών. Ο Κάντ θέλησε να επανιδρύσει τοιουτοτρόπως την εσωτερική ισορροπία της ανθρώπινης συνειδήσεως. Παρ'όλα αυτά όμως το ριζικό σχίσμα ανάμεσα στην καθαρή νόηση και την πρακτική νόηση φανέρωνε ότι και ο Κάντ ήταν οικείος με την ορθολογιστική αρχή τής απολυτότητος και της προτεραιότητος των ξεχωριστών σφαιρών της συνειδήσεως πάνω στην ενεργητική ολότητα της συνειδήσεως σαν δομής και χρέους του προσώπου  στην κατάστασή του.
          Πάντως όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον Hume και στον Κάντ την αξία τής συνδέσεως τού προβλήματος τής πίστεως σ'εκείνη την βεβαιότητα τής πραγματικότητος τού Είναι για ένα υπαρκτό, όπως είναι ο άνθρωπος.

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Οπως θά δούμε ευκρινέστερα καί στήν συνέχεια ο Υπαρξισμός γεννήθηκε από τήν απώλεια τής αληθινής πίστης καί όχι σάν συνέπεια τής αληθινής πίστης όπως ισχυρίζονται οι νεοορθόδοξοι Γιανναράς καί Ζηζιούλας. Μεταγράφοντας τήν αλήθεια τής πίστεως τών Πατέρων μας, από τήν πρώτη αλήθεια, στήν δεύτερη σύνθετη, ανθρωπολογική, αλήθεια, όπως μάς τό φωτίζει καί ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης.
"Ένα λοιπόν και μόνο είναι εκ φύσεως απλό, η πρώτη αλήθεια. Ύστερα από αυτήν είναι, για τους σύνθετους εμάς, η σύνθετη αλήθεια. Και αυτό είναι ο έσχατος και άριστος στόχος του νου μας, προς τον οποίο σπεύδει κάθε πολιτεία και άσκηση εκείνων που επιδιώκουν τον πνευματικό σκοπό, πώς να δει γυμνός ο νους, όσο είναι δυνατό, και να απολαύσει τη λαμπηδόνα που προέρχεται από την πρώτη και μόνη αλήθεια και από τη σύνθετη με τρόπο θαυμαστό." 
Φτάνοντας στήν ύβρι τού δευτέρου Θεού, τού Χριστού, καί στήν παράνοια πού εξέφρασε ο Ξυδιάς: Διότι ακόμα και σε μια κατάσταση πνευματικής «αρπαγής» του ανθρώπου από τον Θεό – αλλοίωσης της ανθρώπινης ερωτικής ορμής και μετατροπής της σε θεία – ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος παραμένει ολόκληρος, μαζί με την ψυχολογία του. Επομένως ο «θείος» έρωτας για τον οποίο μιλούν οι ασκητές δεν είναι τίποτα άλλο από ανθρώπινος έρωτας στην κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό· στην κατάσταση της ενχριστώσεως, όπου η ανθρώπινη φύση εναρμονίζεται κατά Χάριν πλήρως και ολοκληρωτικά με τη θεία.(!;;;)
Στίς υποστάσεις σάν σχέσεις,στήν αντικατάσταση τού ΝΟΥ μέ τό υποκείμενο καί στό Πρόσωπο, τήν αποκατάσταση τού κατ' εικόνα, σάν τό τέλος τής σωτηρίας. Συνεργαζόμενοι μέ τήν ΙΙ Βατικάνειο σύνοδο, η οποία μέ τήν αρωγή τής Ρωσικής θεολογίας τής διασποράς, έβαλε σάν στόχο της τήν αντικατάσταση τού Αριστοτέλη, σύμφωνα μέ τήν ερμηνεία τού Ακινάτη, μέ τόν Χάιντεγκερ.


Αμέθυστος. 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ.(3)


Η αλήθεια της πίστεως σαν ενεργεία σύνθεση του "προσώπου".
του Cornelio Fabro.
           Image result for γιανναρας και ζηζιουλας     Image result for γιανναρας και ζηζιουλας
Το χαρακτηριστικό τής πεποιθήσεως τού πραγματικού είναι η  προφανής του συνθετότης η  οποία είναι δπλή: Πρώτα απ'όλα εκείνη η οποία προκύπτει απο την ίδια την πεποίθηση τής υπάρξεως η οποία οδηγεί σε κάποιο βέβαιο "όλον", το οποίο είναι ακριβώς το αντικείμενο το οποίο δηλώνεται υπαρκτό (ή μή υπαρκτό). Έπειτα (μάλιστα πρίν!) η συνθετότης η οποία συνεπάγεται απο το αντικείμενο το ίδιο η οποία μπορεί να εισέλθει στην σφαίρα τής προθέσεως τής υπαρκτότητος μόνον όταν έχει μία "σημασία", δηλαδή μόνον σαν ένα "δομημένο όλον". Για να είναι ένα δομημένο όλον η πραγματικότης πρέπει να παρουσιάσει ολοκληρωμένα ήδη, σε κάποιο βαθμό της, την δομή τών αντικειμενοποιημένων της επιπέδων όπου είναι δυνατόν, πρέπει ακριβώς να μιλήσουμε για νόημα, το οποίο είναι ο πλούτος και ο τόκος τής πραγματικότητος. Γι'αυτό στην σφαίρα τής φυσικής αμέσου γνώσεως η "πραγματοποιούσα λειτουργία", αν μπορούμε να την πούμε έτσι, είναι η αντιληπτική δραστηριότης τής οποίας η μοντέρνα φαινομενολογία ανέδειξε την πρωτοτυπία εναντίον των συλλήψεων, τόσο των εμπειριστών όπως και τού ιδεαλισμού. Είναι η αντίληψη και όχι η αίσθηση, το ιδιαίτερο πλαίσιο τής παρουσίας των πραγμάτων σαν υπάρχουσες πραγματικότητες πρώτα απ'όλα διότι οι πρωταρχικές δομές τών πραγμάτων είναι άμεσες και δέν εξάγονται (συμπεραίνονται). Αλλά και επειδή η αντίληψη είναι απευθείας "βεβαίωση της παρουσίας" του πραγματικού. Γι'αυτές τις πρωταρχικές δομές, οι αντιλήψεις δέν είναι καθόλου δευτερεύουσας αξίας, αλλά δέν είναι ούτε και οι καθοριστικές. Τα αντικείμενα τών αντιλήψεων είναι δεδομένα αμέσως, μέσα στις δομές τών ίδιων τών αντικειμένων, είναι δηλαδή ενδογενώς δομικές τουλάχιστον σε μία αρχική μορφή και αυτή η δομή ανήκει στην συνθετική λειτουργία τής συνειδήσεως. Αυτή η συνθετική λειτουργία έχει τουλάχιστον δύο στιγμές οι οποίες υπογραμμίστηκαν καθαρά απο τον Ακινάτη και ξαναβρέθηκαν με ανεξάρτητο τρόπο απο την μοντέρνα φαινομενολογία: πρώτα απ'όλα η πρωταρχική δομή τών μορφών ή της χωρο-χρονικής φιγούρας, καθαυτή, έπειτα η καθολική σημασία τών πραγμάτων στην καθαυτή τους πραγματικότητα. Στην Θωμιστική φαινομενολογία οι πρωταρχικές δομές ή φόρμες ανήκουν στις λειτουργίες τής κοινής αίσθησης και της φαντασίας με την κλασσική της σημασία, ενώ οι δευτερεύουσες σημασίες ή οι προθετικότητες (το νόημα) αναδύονται διά της γνώσεως και της διανοίας, μ'αυτή την τάξη, καθώς η πρώτη είναι η προετοιμασία της δεύτερης. Τώρα λοιπόν ξεκαθαρίζει ότι η πεποίθηση τής πραγματικότητος απουσιάζει στην πρώτη στιγμή, η οποία κυριαρχείται απο την φαντασία, ενώ αυτή αποτελεί την τελειωτική πλευρά τής δεύτερης στιγμής η οποία πραγματικοποιείται απο την γνώση και καθοδηγείται απο την διάνοια. Και το συγκεκριμένο νόημα ενός πράγματος είναι η προϋπόθεση (και το περιεχόμενο) για κάθε βεβαιότητα τής πραγματικότητος κσι συνεπιφέρει την ανταλλακτική ιστορία, την οποία προσλαμβάνει το αντικείμενο σε σχέση με το υποκείμενο και εκείνη τού υποκειμένου σε σχέση με το αντικείμενο.
                Με άλλα λόγια το συγκεκριμένο νόημα, για το οποίο γίνεται λόγος δέν μπορεί να αναδυθεί παρά στο επίπεδο τής ζωής που βιώθηκε. Είναι ακριβώς μέσα στην προθετικότητα τής βιωμένης ζωής (την σφαίρα τής "γνωστικής" ζωής του Ακινάτη) απο την οποία αναδύεται η στιγμή τής φυσικής πίστης ή της αμέσου πίστης! Αυτή πράγματι, επιτρέπει διάφορες και πολλαπλές στάσεις, συμπεριφορές, οι οποίες αναφέρονται σε περιεχόμενα τής φαντασίας και πάνω απ'όλα τής μνήμης, μέσα στα οποία ζωντανεύουν τα αντικείμενα τής αμέσου εμπειρίας.
                Είναι η αλληλεγγύη εν ενεργεία αυτών τών συμπεριφορών και αυτών τών περιεχομένων που δίνεται απο την πιό βαθειά καθολική στάση τού προσώπου την οποία ονομάσαμε ακριβώς πίστη, της οποίας θα άξιζε να αναλάβουμε μία κατάλληλη φαινομενολογική ανάλυση!
                Είναι πρώτα απ'όλα "φυσική πίστη, δηλαδή αυθόρμητη" στις άμεσες αντιλήψεις: "Εγώ βλέπω το σπίτι, το δένδρο, τον ουρανό", όπως ακριβώς βλέπω τον φίλο τάδε ο οποίος έρχεται να με συναντήσει και τον αναγνωρίζω στο τηλέφωνο στον πρώτο ήχο τής φωνής. Η φυσική πίστη φανερώνεται στην "πραγματοποίηση" και επομένως στην σύγκλιση και την ενοποίηση των διαφόρων τμημάτων της προθετικότητος για τα οποία μιλήσαμε: δέν είναι όμως το απλό αποτέλεσμα ή το αιτιατό, αλλά πρηγείται η σύνθεση η οποία αναδύεται απο τα βάθη του υποκειμένου για εκείνη την σύγκλιση και ενοποίηση!
                Οπότε εάν αυτή η δική μας βασική υπόδειξη δέν αστοχεί εντελώς , θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η στιγμή τής πίστης-στην δομή της συνειδήσεως του ανθρώπου σαν ενέργεια τής συνειδήσεως-αντιστοιχεί ακριβώς στην υπερβατική κατεύθυνση την οποία έχει η λεγόμενη  συνείδηση τού ανθρωπίνου προσώπου στο ίδιο το Είναι, στο είναι σαν είναι, μέσα στο οποίο αυτή πρέπει να λύσει, να πληρώσει, την πρόοδο του δικού της υπαρκιακού τέλους, οι αντιληπτικές ικανότητες προσλαμβάνουν κάθε μία στην δική της σφαίρα, τα δικά της ουσιαστικά περιεχόμενα απο τα οποία η διαλογιζόμενη διάνοια, επεξεργάζεται την κατανόηση της ουσίας. Οι συγκινησιακές   προδιαθέσεις τών ικανοτήτων προσλαμβάνουν τις αντανακλάσεις τής βιωμένης ζωής (χαρά, πόνος, ικανοποίηση-απέχθεια, έλξη-απώθηση, συμπάθεια-αντιπάθεια...) τών οποίων τα περιεχόμενα μπορούν να ξαναξυπνήσουν στην συνείδηση. Η "πίστη" είναι η συνθετική αποφασιστική ενέργεια σύμφωνα με έναν ακριβέστατο καθορισμό τής πραγματικότητος και τής αξίας στην σφαίρα τής βιωμένης ζωής. Καθότι στον άνθρωπο το πάν κορυφούται στο υποκείμενο το οποίο εργάζεται στην πρώτη και στην τελευταία ολότητα πού είναι το "πρόσωπο". Η "πίστη" η οποία προσλαμβάνει την ολότητα τής πραγματικότητος, στην παρουσίασή της στο υποκείμενο, είναι η καθαυτή ενέργεια τού προσώπου στην προθεσιακή του στιγμή μέσα στην οποία δίδεται το ίδιο το Είναι το οποίο καθορίζεται σαν πραγματικό, στην διπλή προθετικότητα να ανήκει στον δικό του κόσμο των αντικειμένων και στον κόσμο του υποκειμένου, όπου ξεκαθαρίζει στο επίπεδο της φαινομενολογίας, εκείνο που είναι το Είναι σαν Είναι, δηλαδή η "παρουσία του παρόντος", στην ορολογία του Χάιντεγκερ. Είναι μία παρουσία η οποία υπονοεί και αποκαλύπτει ένα "χρέος", μία "ευθύνη", εκ μέρους τού Ατόμου: στην περίπτωση τής Φυσικής πίστης, είναι η εγκατάλειψη στον ρυθμό τής βιωμένης ζωής στην οποία ο καθένας δίνει την εμπιστοσύνη του ευρισκόμενος μάλιστα σε ετοιμότητα ώστε να συλλαμβάνει τίς αβεβαιότητες, τις γειώσεις, η οποία ετοιμότητα πολύ συχνά παράγει, διότι το πεδίο της επέκτασής της είναι ο κόσμος του τυχαίου! Παρ'όλα αυτά σύμφωνα με την ποιότητα τής ίδιας τής διαθέσεως, ακόμη και η φυσική πίστη μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο σταθερή, μέχρι να συνορέψει ακόμη και στην καθαρή ψευδαίσθηση ή να στερεώσει στην πεποίθηση μίας παρουσίας η οποία δέν μπορεί να παραποιηθεί χωρίς να αρνηθούμε τούς εαυτούς μας!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ. (2)


του CORNELIO FABRO.

Η αλήθεια της πίστεως σαν ενεργεία  σύνθεση του "προσώπου.
 Image result for γιανναρας και ζηζιουλας         Image result for γιανναρας και ζηζιουλας
Το λάθος του Χιούμ υπήρξε η αφαίρεση απο την γνώση, απο το γνωρίζειν, μεταφέροντάς την τελείως στην πίστη η οποία έχει το θεμέλιό της στον εαυτό της, στην ευγενική δύναμη τής εσωτερικής βεβαιότητος! Το λάθος του Κάντ υπήρξε η αντιπαράθεση τής πίστεως στην γνώση και η διατήρηση τής πίστης στην μόνη σφαίρα τής νοήσεως η οποία πληρούται απο τις υπερβατικές ιδέες έτσι ώστε να συστήσει την διπλή αντίθεση τού αισθητού-νοητού και του νοητού-νοήσεως, η υπέρβαση τής οποίας ανατέθηκε στην αντίστοιχη πραγματοποίηση (ενέργεια) τής υπερβατικής αρχής, η οποία στον μεταφυσικό ιδεαλισμό θα αφομοιώσει την πίστη σαν μία στιγμή τής πραγματοποιήσεως τής ίδιας τής νοήσεως. Η κατάσταση τής ισορροπίας όμως, φαίνεται να κατανοεί πίστη και γνώση σαν δύο συμπληρωματικές στιγμές, παρούσες σε κάθε μορφή γνώσεως τού πραγματικού καθότι στην πίστη αποδίδεται η βεβαιότης τού πραγματικού εν ενεργεία και στην γνώση ανήκει η αντίληψη και η επιβεβαίωση τού περιεχομένου, των μορφών και των αναβαθμών τού είναι, τα οποία καταλήγουν στην υπαρξιακή σφαίρα αντικείμενο της πίστης. Βεβαίως μέσα στην διάκριση αυτών των αντικειμένων συντελείται η διάκριση  των διαφόρων μορφών τής πίστεως και της φύσεως, εκείνης της υπαρξιακής προσπάθειας εκ μέρους του προσώπου που αντιστοιχούν στην ίδια. Έτσι φωτίζονται και οι λεγόμενες "αιτίες" της πίστεως.
          Η άμεση πίστη έχει σαν αιτία την όρεξη (ή την ώθηση) τής φύσεως (την φυσική) που κάθε ιδιότης έχει πρός το αντικείμενό της και ολόκληρο το πρόσωπο πρός το Είναι σαν όλον. Είναι η ίδια η τροχιά τού υποκειμένου πρός το πραγματικό. Η φυσική πίστη, στην ηθική ζωή και στην ιστορική γνώση, έχει σαν θέμα την βεβαιότητα, η οποία είναι πάνω κάτω πιστευτή, των ομολογιών, των σημείων και των αποδείξεων οι οποίες παρουσιάζονται ή προτείνονται για να την εγγυηθούν. Η Θεολογική πίστη έχει απο το ένα μέρος αντικειμενικά θέματα στα αξιόπιστα επιχειρήματα που μπορεί να αντλήσει απο τα δεδομένα τής γνώσεως και τής φυσικής και τής ιστορικής γνώσεως, και απο το άλλο απορρέει απο την θεία κλήση η οποία ασκείται απευθείας στην θέληση  με τον τρόπο της και στην νόηση για να την παρακινήσει στην υπερφυσική πίστη!
          Φαίνεται αναγκαίο λοιπόν να δούμε στις βασικές του γραμμές τον δυναμισμό που ανήκει βασικώς στην πράξη τής πίστης, στο φαινομενολογικό επίπεδο για να κατορθώσουμε να ξεκαθαρίσουμε την ανάδυσή της στο οντολογικό επίπεδο που συνιστά για τον πιστό η "νέα ύπαρξη" και με Θεολογικούς όρους το "Βασίλειο του Θεού".          
          Το πρόβλημα που τίθεται λοιπόν μπορεί να έχει την ακολουθη διατύπωση: Η πειστικότης τού πραγματικού πάνω στην οποία στηρίζεται η επιβεβαίωση ή η άρνηση του πραγματικού, θεμελιώνεται στην γνώση αλλά υπερβαίνει την απλή γνώση στην άμεση μορφή τής αντιλήψεως και της κατανοήσεως και γι'αυτό είναι αντικείμενο πίστης. Η πίστη κατανοημένη τοιουτοτρόπως γίνεται το όργανο πεποιθήσεως τού πραγματικού, σε όλες της τίς μορφές, καθότι είναι η συνθετική στάση του προσώπου στην ολότητά του και έχει σαν δικό της πεδίο την ενδεχόμενη πραγματικότητα όπως δίνεται στο ιστορικό γίγνεσθαι τόσο του ατόμου όσο και της συλλογικότητος και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Οι ιδιαίτερες σφαίρες γνώσεως του αισθητού και του νοητού συνιστούν το θεμέλιο της πίστης και κάθε πίστης, όχι μόνον καθότι προσφέρουν το "περιεχόμενο" τής πεποιθήσεως για την οποία γίνεται λόγος, αλλά και καθώς παρουσιάζουν καθαυτές το θεμέλιο το οποίο ανήκει ακριβώς στην πίστη, το δικό της θεμέλιο το οποίο είναι η κατάφαση, η επιβεβαίωση της υπάρξεως. Δέν υπάρχει επιβεβαίωση τής φυσικής πραγματικότητος, χωρίς την παρουσία των αισθήσεων, δέν υπάρχει επιβεβαίωση τής δικής μας υπάρξεως χωρίς εσωτερική και εξωτερική εμπειρία, δέν υπάρχει απόδειξη τής υπάρξεως του Θεού, χωρίς την εμπειρία του Εγώ και του εξωτερικού κόσμου. Αυτό πρέπει να είναι σίγουρο: μία κατανόηση του πραγματικού η οποία θα άρχιζε και θα προχωρούσε και θα τελείωνε με μόνη την πίστη είναι σαν μία επιταγή υπογεγραμμένη εν λευκώ και χωρίς καμμία εγγύηση! Αλλά η επιβεβαίωση ή η πεποίθηση τής υπάρξεως με την σειρά της, σαν συνθετική ολοκληρωτική λειτουργία, αποτελεί μία πράξη της πίστης. Φυσικής πίστης στο πλαίσιο της εμπειρίας και της ανθρώπινης ιστορίας και υπερφυσικής πίστης στο πλαίσιο της Θείας αποκαλύψεως και της ιερής ιστορίας. Διότι η βεβαιότης τής υπάρξεως παρουσιάζεται σαν η πιό δυνατή ενέργεια και ταυτοχρόνως η πιό πρόσκαιρη και αβέβαιη. Είναι η πιό δυνατή ενέργεια καθώς μεταφέρει στην πραγματική πραγματικότητα (την όντως), στις δικές της ιστορικές χωρο-χρονικές συντεταγμένες, σύμφωνα με την τελευταία εξατομίκευση του γεγονότος. Είναι η πιό αβέβαιη ενέργεια καθώς είναι θύμα της ριζικής συμπτωματικότητος, φυσικής ή υπερφυσικής, αυτών των ιστορικών καθορισμών. Ένα διάσημο εξάλλου πρόβλημα της φιλοσοφίας. Ο Πλάτων παραχωρει τις βεβαιώσεις του πραγματικού, σαν περιεχόμενο της δόξας, και ο Αριστοτέλης της υπόληψης!
          Ο Ακινάτης θεμελιώνει την φυσική πίστη στην σκέψη στην οποία οφείλεται ιδιαιτέρως η θεμελίωση εκείνης τής μεταστροφής απο τα φαντάσματα που είναι η πιό βαθειά και λεπτή στιγμή του ρεαλισμού του! Πίστη και γνώση παρότι είναι αντίθετες στην ιδιαίτερη αντίστοιχη λειτουργία τους, επιβεβαίωση τού πραγματικού, σε οποιοδήποτε βαθμό ή μορφή!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ (1)

ΤΟΥ CORNELIO FABRO.

Η αλήθεια τής πίστεως σαν ενεργεία σύνθεση του "προσώπου".
   Image result for γιανναρας και ζηζιουλας     Image result for γιανναρας και ζηζιουλας
  Η κεντρική σπουδαιότητα την οποία απέκτησε η σχέση πίστεως και νοήσεως (λογικής), όταν παρατηρούμε την πρόοδο της μοντέρνας σκέψης, έγινε ακόμη πιό σημαντική στην ανάλυση της "ανθρώπινης καταστάσεως" στην οποία επιδίδονται στην σύγχρονη σκέψη η φαινομενολογία, ο μαρξισμός και η φιλοσοφία τής υπάρξεως. Η διαρκής διακύμανση τής φιλοσοφίας να καταργήσει την διαλεκτική τής πίστεως και τής λογικής για να αφομοιώσει την μία στην άλλη, στην προϋπόθεση ότι η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί "να ζήσει" δύο αντιθετικές καταστάσεις μόνον σύμφωνα σε μία προσωρινή κατάσταση, πρέπει να θεωρηθεί ξεπερασμένη χάρη σε μία εμβάθυνση της πραγματικής δομής της συνειδήσεως στην σχέση της με το πραγματικό. Αυτή η σχέση πρέπει να είναι πλέον ξεκάθαρη. Ας θυμηθούμε λοιπόν τους βασικούς σταθμούς αυτής της βεβαιότητος!
          Η πίστη, κάθε πίστη, είναι καθαυτή μία "στάση της συνειδήσεως" καθώς μπορεί να θεμελιώσει την γνώση ή να θεμελιωθεί στην γνώση! Η αρχή απο την οποία ξεκινήσαμε είναι ότι η πίστη έχει για αντικείμενο τήν "πεποίθηση τού πραγματικού" και η γνώση έχει σαν αντικείμενο το περιεχόμενο, δηλαδή την δομή τού πραγματικού στην παρουσίαση του στις αντίστοιχες ικανότητες μάθησης! Έτσι ενώ το αντικείμενο της πίστης ακουμπά την υπαρξιακή σφαιρα, το αντικείμενο της καθαρής γνώσεως-αίσθηση ή νόηση- ανήκει στην τυπική σφαίρα, την φορμάλε! Επομένως, ενώ η αποδοχή τής γνώσεως προέρχεται απευθείας απο την πρόδηλη μονοσημαντότητα τού αντικειμένου χάρη στην δική της συγκεκριμενοποίηση που έχει η ικανότητα εκ μέρους του ιδίου του αντικειμένου-τά χρώματα και οι μορφές για την όραση...., οι φύσεις των πραγμάτων για την νόηση-η αποδοχή της πίστης ξεπηδά απο την υποχρέωση και το καθήκον του προσώπου που εργάζεται σαν ένα όλον.
          Εάν ο ζήλος είναι αυθόρμητος, είναι αυθόρμητη πιστη στην ύπαρξη τού εξωτερικού κόσμου και των ανθρωπίνων σχέσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται η άμεση ζωή. Στην βάση αυτής της πίστης καθένας δέχεται για πραγματική την γεωγραφική κατάσταση, την εθνική, την πολιτισμική και την κοινωνική όπου ζεί και του επιτρέπει να εκφράσει την δραστηριότητά του!
          Εάν η ενασχόληση είναι έμμεση, έχουμε την έμμεση πίστη, η οποία μπορεί να είναι τόσο επιστημονική, όσο και θρησκευτική και Θεολογική. Όπως η αυθόρμητη πίστη μάς ωθεί να υπερβούμε τα όρια του χώρου και του χρόνου τα οποία βιώνονται άμεσα, έτσι και η επιστημονική πίστη βοηθά να υπερβαίνονται τα όρια του χώρου και του χρόνου στην δική τους δομή τής οντολογικής αμεσότητος: Το "ιστορικό συμπέρασμα" ενεργεί μία πραγματική προβολή στον περασμένο χρόνο ο οποίος παρά το ότι δέν υπάρχει πια, είναι κατασκευασμένος σαν μία βέβαιη παρουσία ακόμη! Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε επίσης και για μία πίστη στο πλαίσιο τής επιστήμης καθότι αυτή υποθέτει πρώτα απ'όλα την πραγματικότητα τού εξωτερικού κόσμου και στην συνέχεια καθότι στην εργασία της κινείται μέσω υποθέσεων, οι οποίες είναι ακριβώς οι "αναλήψεις" τής καταστάσεως. Η φυσική πίστη προοδεύει λόγω τής ωθήσεως τής συνειδήσεως στην ενεργητική πληρότητα και δέν εξαρτάται απο την έμμεση (στοχαστική) θέληση. Απορρέει απο την θέληση τής ζωής η οποία ενυπάρχει στον καθένα μας. Θα μπορούσαμε να πούμε οτι προκύπτει απο το βάθος τού πνευματικού μας είναι τής φύσης μας, απο την φυσική της όρεξη που είναι θεμελιώδης. Η επιστημονική πίστη αντιθέτως πηγάζει, πάνω στο θεμέλιο της φυσικής πίστης, απο την θέληση-να προσληφθή, σύμφωνα με μία αποδεκτή επιστημονική μέθοδο, η πραγματικότης μίας συγκεκριμένης καθολικής καταστάσεως (για παράδειγμα στην ιστορία, τις αιτίες της Γαλλικής επανάστασης, της κομμουνιστικης...). Η Θεολογική πίστη η οποία δέχεται την Αποκάλυψη-κινούμενη στην προϋπόθεση και των δύο βεβαιοτήτων ή φυσικών πεποιθήσεων μπορεί να υπερβεί οποιαδήποτε μορφή φυσικής κληρονομικότητος διότι κινείται απο μία ανώτερη αρχή η οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ο πραγματοποιήσας την Αποκάλυψη!
          Η πιό υψηλή μορφή τής έμμεσης πίστης είναι η Θεολογική υπερφυσική πίστη! Τόσο επειδή "υποκειμενικά" θέτει την πιό υψηλή ένταση τής συνειδήσεως με την απόλυτη υποχρέωση τής ολότητος του προσώπου, όσο και γιατί ενεργεί την πραγματική υπέρβαση της οντικής σφαίρας τού χώρου και τού χρόνου στην βεβαιότητα τής αιωνίου ζωής και σε όσα ανήκουν σ'αυτή σύμφωνα με την Θεία αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο!
          Στην μοντέρνα σκέψη υπήρξε ιδιαιτέρως ο Hume ο οποίος πρώτος παρουσίασε την πίστη σαν πεποίθηση του πραγματικού. Παρ'όλα αυτά όμως, καθώς ταύτισε τήν "αντίληψη" τού πραγματικού με την πραγματικότητα και την επιβεβαίωση τής πραγματικότητος, χρειάστηκε να αποκλείσει όλη την σφαίρα τής σκέψης ευρισκόμενος στο τέλος στην αδυναμία να ξεκαθαρίσει την σημασία και την γένεση της ίδιας της πίστης. Ο Hume ενάντια στις προθέσεις του, είναι ένα απο τα σπουδαιότερα θύματα του ορθολογισμού. Η πίστη φαίνεται μία έκφραση η οποία έρχεται στην συνείδηση απ'έξω και θέτει σαν βάση τής αντιλήψεως τής υπάρξεως τις έννοιες τής αιτίας, σύμφωνα με την ορθολογιστική αντίληψη! Ενώ η κατάσταση ειναι ακριβώς η αντίθετη, δηλαδή μέσα στην καθολική "πεποίθηση" τού πραγματικού εμείς μπορούμε να καθορίσουμε τα πράγματα σαν ουσίες και συμβεβηκότα, σαν αιτίες και αποτελέσματα και όχι αντίστροφα. Μία τέτοια πεποίθηση η οποία μεταφέρει στο πραγματικό είναι, πάντοτε ενέργεια ή κατάσταση πίστεως, αλλά όχι αφηρημένα ή λόγω απλής εντυπώσεως αλλά καθότι στην πίστη είναι παρούσα μία αυτονόητη γνώση την οποία απλώνει και στερεώνει. Για τον Hume η πίστη παραμένει απλό "αίσθημα", απαλλαγμένο ουσιωδώς απο την γνώση και καταδικασμένο επομένως να είναι μία χρήσιμη και πάνω κάτω μία ευτυχής ψευδαίσθηση!
          Είναι γνωστό ότι ο Hume ξύπνησε τον Κάντ απο τον δογματικό του ύπνο, οδηγώντας τον στην κριτική συνειδητοποίηση τής διακρίσεως ανάμεσα στην "τυπική συνάφεια των εννοιών" και την "πραγματική σύσταση των πραγμάτων". Ο Κάντ φτάνει-λόγω της επιστημονικής του αισιοδοξίας-στους αντίποδες του Hume : βεβαιότητα τής επιστήμης στην σφαίρα των φαινομένων (η καθαρή νόηση) για να θεμελιώσει τα αντικείμενα τής "δυνατής εμπειρίας", βεβαιότης της πίστεως στην πραγματική καθαυτή σφαίρα  και ιδιαιτέρως γύρω απο τον Θεό, την ελευθερία και την αθανασία (την σφαίρα της πρακτικής νοήσεως), έτσι ώστε σ'αυτόν η πίστη λαμβάνει την θέση τής μεταφυσικής τού ορθολογισμού, η οποία προόδευε στις βεβαιότητες τής υπάρξεως διά καθαρών εννοιών. Ο Κάντ θέλησε να επανιδρύσει τοιουτοτρόπως την εσωτερική ισορροπία της ανθρώπινης συνειδήσεως. Παρ'όλα αυτά όμως το ριζικό σχίσμα ανάμεσα στην καθαρή νόηση και την πρακτική νόηση φανέρωνε ότι και ο Κάντ ήταν οικείος με την ορθολογιστική αρχή τής απολυτότητος και της προτεραιότητος των ξεχωριστών σφαιρών της συνειδήσεως πάνω στην ενεργητική ολότητα της συνειδήσεως σαν δομής και χρέους του προσώπου  στην κατάστασή του.
          Πάντως όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον Hume και στον Κάντ την αξία τής συνδέσεως τού προβλήματος τής πίστεως σ'εκείνη την βεβαιότητα τής πραγματικότητος τού Είναι για ένα υπαρκτό, όπως είναι ο άνθρωπος.

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Οπως θά δούμε ευκρινέστερα καί στήν συνέχεια ο Υπαρξισμός γεννήθηκε από τήν απώλεια τής αληθινής πίστης καί όχι σάν συνέπεια τής αληθινής πίστης όπως ισχυρίζονται οι νεοορθόδοξοι Γιανναράς καί Ζηζιούλας. Μεταγράφοντας τήν αλήθεια τής πίστεως τών Πατέρων μας, από τήν πρώτη αλήθεια, στήν δεύτερη σύνθετη, ανθρωπολογική, αλήθεια, όπως μάς τό φωτίζει καί ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης.
"Ένα λοιπόν και μόνο είναι εκ φύσεως απλό, η πρώτη αλήθεια. Ύστερα από αυτήν είναι, για τους σύνθετους εμάς, η σύνθετη αλήθεια. Και αυτό είναι ο έσχατος και άριστος στόχος του νου μας, προς τον οποίο σπεύδει κάθε πολιτεία και άσκηση εκείνων που επιδιώκουν τον πνευματικό σκοπό, πώς να δει γυμνός ο νους, όσο είναι δυνατό, και να απολαύσει τη λαμπηδόνα που προέρχεται από την πρώτη και μόνη αλήθεια και από τη σύνθετη με τρόπο θαυμαστό." 
Φτάνοντας στήν ύβρι τού δευτέρου Θεού, τού Χριστού, καί στήν παράνοια πού εξέφρασε ο Ξυδιάς: Διότι ακόμα και σε μια κατάσταση πνευματικής «αρπαγής» του ανθρώπου από τον Θεό – αλλοίωσης της ανθρώπινης ερωτικής ορμής και μετατροπής της σε θεία – ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος παραμένει ολόκληρος, μαζί με την ψυχολογία του. Επομένως ο «θείος» έρωτας για τον οποίο μιλούν οι ασκητές δεν είναι τίποτα άλλο από ανθρώπινος έρωτας στην κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό· στην κατάσταση της ενχριστώσεως, όπου η ανθρώπινη φύση εναρμονίζεται κατά Χάριν πλήρως και ολοκληρωτικά με τη θεία.(!;;;)
Στίς υποστάσεις σάν σχέσεις,στήν αντικατάσταση τού ΝΟΥ μέ τό υποκείμενο καί στό Πρόσωπο, τήν αποκατάσταση τού κατ' εικόνα, σάν τό τέλος τής σωτηρίας. Συνεργαζόμενοι μέ τήν ΙΙ Βατικάνειο σύνοδο, η οποία μέ τήν αρωγή τής Ρωσικής θεολογίας τής διασποράς, έβαλε σάν στόχο της τήν αντικατάσταση τού Αριστοτέλη, σύμφωνα μέ τήν ερμηνεία τού Ακινάτη, μέ τόν Χάιντεγκερ.

Αμέθυστος.