Συνέχεια από: Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026
Τὸ «δαιμόνιον» ὡς ἀντιπροσωπευτικὴ μορφὴ τῆς ἀμφισθενοῦς σωκρατικῆς εἰρωνείας
Ὅπως ἐπεσημάναμε παραπάνω, τὸ δαιμόνιον ἔστελνε στὸν Σωκράτη μηνύματα ὑπὸ τὴν ἀρνητικὴ ὄψη, δηλαδὴ τοῦ ὑπεδείκνυε τί δὲν ἔπρεπε νὰ κάνει.
Ὁ Ξενοφῶν, βέβαια, ὅπως ἤδη διαπιστώσαμε, ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετο:
«Εἰς ἐσένα δέ», εἶπεν, «ὦ Σωκράτη, φαίνονται οἱ θεοὶ ὅτι φέρονται φιλικώτερα παρὰ εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐὰν πράγματι σοῦ φανερώνουν καὶ ὅσα πρέπει νὰ κάμνης καὶ ὅσα δὲν πρέπει» 46.
Ὅτι τὸ δαιμόνιο τοῦ ἐφανέρωνεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ ὅσα ἔπρεπε καὶ ὅσα δὲν ἔπρεπε νὰ κάμνῃ 47.
Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ξενοφῶν δὲν κατανοεῖ τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα τοῦ μηνύματος ποὺ παρέχει τὸ θεῖο σημείο στὸν Σωκράτη, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν κατανοεῖ τὴ σωκρατικὴ εἰρωνεία ὡς πρὸς τὴν «ἀμφιθυμική» καὶ τὴ δομικὴ διάσταση τοῦ «διφορούμενου» ποὺ αὐτὴ περιέχει 48, διάσταση τῆς ὁποίας τὸ δαιμόνιον ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες.
Ὁ Βλαστός παρατήρησε ὅτι τὸ δαιμόνιον στέλνει τὰ σημεῖα του εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα, κατὰ τρόπο ὥστε νὰ διεγείρει τη λογικὴ τῆς ὀρθῆς ἐπιλογῆς: «Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα πλατωνικὸ χωρίο, στὸ ὁποῖο ὁ Σωκράτης νὰ λέει ἢ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι ὁ θεὸς τὸν κάνει ὄχι μόνον νὰ ἀκούει “τὴ φωνή” ἀλλὰ ἐπίσης νὰ διακρίνει τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ μηνύματός του» 49.
Βάσει ὅλων τῶν πλατωνικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖα γίνεται ἀναφορὰ στὸ σωκρατικό δαιμόνιον, ὁ Βλαστός καταλήγει σὲ ἕνα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο συμμεριζόμαστε ἀπολύτως: Τὰ μηνύματα τοῦ δαιμονίου συμπίπτουν ἀκριβῶς μὲ τὴν πίστη ποὺ ὁ Σωκράτης διακηρύσσει στὸν Κρίτωνα:
Ὡς ἐγὼ οὐ νῦν πρῶτον ἀλλὰ καὶ ἀεὶ τοιοῦτος οἷος τῶν ἐμῶν μηδενὶ ἄλλῳ πείθεσθαι ἢ τῷ λόγῳ ὃς ἄν μοι λογιζομένῳ βέλτιστος φαίνηται 50. [Μετάφραση: «Γιατί εγώ, όχι μόνο τώρα για πρώτη φορά, αλλά πάντοτε, είμαι τέτοιος, ώστε να μην υπακούω σε κανέναν άλλον από εκείνους που είναι δικοί μου παρά μόνο στον λόγο, ο οποίος, καθώς συλλογίζομαι, μου φαίνεται ότι είναι ο καλύτερος»].
Ἰδοὺ τὰ συμπεράσματα τοῦ Βλαστοῦ:
Ἂς σκεφτούμε, λ.χ., μιὰν ἐντολὴ σὰν ἐκείνη ποὺ παίρνει ὁ Ἀβραάμ στὴν Γένεσιν 22: «Λάβε τὸν υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν, ὃν ἠγάπησας, τὸν Ἰσαάκ, καὶ πορεύθητι εἰς τὴν γῆν Μοριᾶ καὶ ἀνένεγκον αὐτὸν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν». Ἐνῶ ὁ Ἀβραάμ μποροῦσε νὰ πάρει, καὶ πράγματι πῆρε, τὸ ἐπιφανειακὸ περιεχόμενο τοῦ σημείου ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν θεὸ ὡς τὸ πραγματικό του νόημα, ὁ Σωκράτης δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὸ ἴδιο. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Σωκράτης πίστευαν ὅτι ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ θέλει μόνο τὸ καλὸ ὅσων τὸν ὑπηρετοῦν. Καὶ τοῦτο θὰ παρείχε τόσο στὸν Ἀβραάμ ὅσο καὶ στὸν Σωκράτη λόγους γιὰ νὰ ἀμφιβάλλουν πὼς ὁ θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ἐντολὴ γιὰ κάτι τόσο τρομαχτικὰ ἄδικο, ὅσο ὁ φόνος ἑνὸς ἀθώου παιδιοῦ. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ Ἀβραὰμ ἡ πίστη ὑπερνικάει τὴ λογικὴ καὶ γι' αὐτὸ τοῦτος ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὸν Kierkegaard ὡς ἕνας «ἱππότης τῆς πίστης». Τοῦτο δὲν συμβαίνει στὴν περίπτωση τοῦ Σωκράτη, ὁ ὁποῖος ζεῖ ἀποφασισμένος νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὸν ἐπιχειρηματολογικό λογισμό, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχο στὸν Ἀβραάμ ἢ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη μορφὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ θεὸς ποὺ ὑπηρετεῖ ὁ Σωκράτης ἔχει μόνον τὰ γνωρίσματα ποὺ θὰ ἐνέκρινε ὁ ἐλεγκτικὸς λογισμὸς τοῦ Σωκράτη51.
Γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ἑνὸς τελικοῦ συμπεράσματος ἀναφορικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ παραθέσουμε ἕνα χωρίο τοῦ Kierkegaard: «Τώρα καταλαβαίνω! Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ὁ δαίμων τοῦ Σωκράτους περιορίζετο στὴν ἀνατροπή: διότι ἡ σχέση τοῦ Σωκράτους μὲ τὸν Θεὸ ἦταν μία σχέση διαλεκτική. Ἡ ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι μία σχέση θετική. Ἡ ἄμεση σχέση, ὅμως, κατὰ κάποιο τρόπο ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ τίποτε, καὶ μονάχα σὲ μιὰ δεύτερη στιγμὴ ἔρχεται ὁ Θεός. Ὅταν δὲν διαθέτω καμμία ἀμεσότητα, πρέπει μοναχός μου νὰ κάνω τὸ πρῶτο βήμα. Ὁ Θεὸς δὲν μοῦ λέει ἀμέσως τί πρέπει νὰ κάνω, ἐγὼ πράττω ὅ,τι κρίνω καλλίτερο κατόπιν ώριμης διανοήσεως, καὶ ὕστερα ἀφήνομαι με ταπεινότητα στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐπίλυση, ὑποτελὴς στὴ θέλησή του» 52.
Τὸ δαιμόνιον, συνεπῶς, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας καὶ τοῦ διφορούμενου: Ὑποδεικνύει στὸν Σωκράτη τὸν δρόμο ὑπὸ ἐλεγκτική μορφή, δηλαδὴ ἀποτρέπει κάθε φορὰ μία ἀπόφασή του, ἐὰν αὐτὴ πρόκειται νὰ εἶναι λανθασμένη. Συνοπτικῶς, τὸ δαιμόνιον ὑποκινεῖ μὲ μαιευτικὸ τρόπο τὴν εὔρεση τῆς ὀρθῆς ἐπιλογῆς. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ὕψιστη στιγμὴ τοῦ σωκρατικοῦ βίου, ἐκείνη τῆς καταδίκης εἰς θάνατον, τὸ θεῖο σημεῖο ἐκδηλώνεται ὑπὸ τὴ διάσταση τῆς εἰρωνείας καὶ τοῦ διφορούμενου, ἐγκρίνοντας ἐν προκειμένῳ τὴ σιωπὴ τοῦ Σωκράτους:
Καὶ οὔτε τὰ δικά μου τώρα συνέβησαν ἀπὸ μόνα τους, ἀλλὰ μοῦ εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ μένα πιὰ τὸ νὰ πεθάνω καὶ τὸ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ πράγματα αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ θεοῦ δὲν μὲ ἀπέτρεψε καθόλου, καὶ ἐγὼ σ᾽ ἐκείνους ποὺ μὲ καταδίκασαν καὶ στοὺς κατηγόρους μου δὲν κρατάω καμιὰ κακία 53.
Στὴν ὕψιστη στιγμὴ τῆς ζωῆς του «τὸ θεῖον σημεῖον» μετέδωσε τὸ μήνυμά του μὲ τὴ σιωπή ἢ, μᾶλλον, «μίλησε» μὲ τὸν ἀμφίσημο καὶ διφορούμενο τρόπο τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας, δηλαδή «σωπαίνοντας». Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν παρεξέκλινε σημαίνει ὅτι ἀποδέχεται τὶς πράξεις του 54.
Κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς παρέχει τὸ δαιμόνιον ἐκφράζει σὲ ὕψιστο βαθμό τὴ σωκρατική εἰρωνεία ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὴ θρησκευτική διάστασή της καὶ ἐπαληθεύει τὴν ἀποφθεγματικὴ ρήση τοῦ Kierkegaard ὅτι «ἡ ὕπαρξη τοῦ Σωκράτους εἶναι εἰρωνεία» 55.
Σημειώσεις
Ὁ Ξενοφῶν, βέβαια, ὅπως ἤδη διαπιστώσαμε, ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετο:
«Εἰς ἐσένα δέ», εἶπεν, «ὦ Σωκράτη, φαίνονται οἱ θεοὶ ὅτι φέρονται φιλικώτερα παρὰ εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐὰν πράγματι σοῦ φανερώνουν καὶ ὅσα πρέπει νὰ κάμνης καὶ ὅσα δὲν πρέπει» 46.
Ὅτι τὸ δαιμόνιο τοῦ ἐφανέρωνεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ ὅσα ἔπρεπε καὶ ὅσα δὲν ἔπρεπε νὰ κάμνῃ 47.
Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ξενοφῶν δὲν κατανοεῖ τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα τοῦ μηνύματος ποὺ παρέχει τὸ θεῖο σημείο στὸν Σωκράτη, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν κατανοεῖ τὴ σωκρατικὴ εἰρωνεία ὡς πρὸς τὴν «ἀμφιθυμική» καὶ τὴ δομικὴ διάσταση τοῦ «διφορούμενου» ποὺ αὐτὴ περιέχει 48, διάσταση τῆς ὁποίας τὸ δαιμόνιον ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες.
Ὁ Βλαστός παρατήρησε ὅτι τὸ δαιμόνιον στέλνει τὰ σημεῖα του εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα, κατὰ τρόπο ὥστε νὰ διεγείρει τη λογικὴ τῆς ὀρθῆς ἐπιλογῆς: «Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα πλατωνικὸ χωρίο, στὸ ὁποῖο ὁ Σωκράτης νὰ λέει ἢ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι ὁ θεὸς τὸν κάνει ὄχι μόνον νὰ ἀκούει “τὴ φωνή” ἀλλὰ ἐπίσης νὰ διακρίνει τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ μηνύματός του» 49.
Βάσει ὅλων τῶν πλατωνικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖα γίνεται ἀναφορὰ στὸ σωκρατικό δαιμόνιον, ὁ Βλαστός καταλήγει σὲ ἕνα συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο συμμεριζόμαστε ἀπολύτως: Τὰ μηνύματα τοῦ δαιμονίου συμπίπτουν ἀκριβῶς μὲ τὴν πίστη ποὺ ὁ Σωκράτης διακηρύσσει στὸν Κρίτωνα:
Ὡς ἐγὼ οὐ νῦν πρῶτον ἀλλὰ καὶ ἀεὶ τοιοῦτος οἷος τῶν ἐμῶν μηδενὶ ἄλλῳ πείθεσθαι ἢ τῷ λόγῳ ὃς ἄν μοι λογιζομένῳ βέλτιστος φαίνηται 50. [Μετάφραση: «Γιατί εγώ, όχι μόνο τώρα για πρώτη φορά, αλλά πάντοτε, είμαι τέτοιος, ώστε να μην υπακούω σε κανέναν άλλον από εκείνους που είναι δικοί μου παρά μόνο στον λόγο, ο οποίος, καθώς συλλογίζομαι, μου φαίνεται ότι είναι ο καλύτερος»].
Ἰδοὺ τὰ συμπεράσματα τοῦ Βλαστοῦ:
Ἂς σκεφτούμε, λ.χ., μιὰν ἐντολὴ σὰν ἐκείνη ποὺ παίρνει ὁ Ἀβραάμ στὴν Γένεσιν 22: «Λάβε τὸν υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν, ὃν ἠγάπησας, τὸν Ἰσαάκ, καὶ πορεύθητι εἰς τὴν γῆν Μοριᾶ καὶ ἀνένεγκον αὐτὸν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν». Ἐνῶ ὁ Ἀβραάμ μποροῦσε νὰ πάρει, καὶ πράγματι πῆρε, τὸ ἐπιφανειακὸ περιεχόμενο τοῦ σημείου ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν θεὸ ὡς τὸ πραγματικό του νόημα, ὁ Σωκράτης δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὸ ἴδιο. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Σωκράτης πίστευαν ὅτι ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ θέλει μόνο τὸ καλὸ ὅσων τὸν ὑπηρετοῦν. Καὶ τοῦτο θὰ παρείχε τόσο στὸν Ἀβραάμ ὅσο καὶ στὸν Σωκράτη λόγους γιὰ νὰ ἀμφιβάλλουν πὼς ὁ θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ἐντολὴ γιὰ κάτι τόσο τρομαχτικὰ ἄδικο, ὅσο ὁ φόνος ἑνὸς ἀθώου παιδιοῦ. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ Ἀβραὰμ ἡ πίστη ὑπερνικάει τὴ λογικὴ καὶ γι' αὐτὸ τοῦτος ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὸν Kierkegaard ὡς ἕνας «ἱππότης τῆς πίστης». Τοῦτο δὲν συμβαίνει στὴν περίπτωση τοῦ Σωκράτη, ὁ ὁποῖος ζεῖ ἀποφασισμένος νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὸν ἐπιχειρηματολογικό λογισμό, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχο στὸν Ἀβραάμ ἢ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη μορφὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ θεὸς ποὺ ὑπηρετεῖ ὁ Σωκράτης ἔχει μόνον τὰ γνωρίσματα ποὺ θὰ ἐνέκρινε ὁ ἐλεγκτικὸς λογισμὸς τοῦ Σωκράτη51.
Γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ἑνὸς τελικοῦ συμπεράσματος ἀναφορικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ παραθέσουμε ἕνα χωρίο τοῦ Kierkegaard: «Τώρα καταλαβαίνω! Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ὁ δαίμων τοῦ Σωκράτους περιορίζετο στὴν ἀνατροπή: διότι ἡ σχέση τοῦ Σωκράτους μὲ τὸν Θεὸ ἦταν μία σχέση διαλεκτική. Ἡ ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι μία σχέση θετική. Ἡ ἄμεση σχέση, ὅμως, κατὰ κάποιο τρόπο ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ τίποτε, καὶ μονάχα σὲ μιὰ δεύτερη στιγμὴ ἔρχεται ὁ Θεός. Ὅταν δὲν διαθέτω καμμία ἀμεσότητα, πρέπει μοναχός μου νὰ κάνω τὸ πρῶτο βήμα. Ὁ Θεὸς δὲν μοῦ λέει ἀμέσως τί πρέπει νὰ κάνω, ἐγὼ πράττω ὅ,τι κρίνω καλλίτερο κατόπιν ώριμης διανοήσεως, καὶ ὕστερα ἀφήνομαι με ταπεινότητα στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐπίλυση, ὑποτελὴς στὴ θέλησή του» 52.
Τὸ δαιμόνιον, συνεπῶς, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας καὶ τοῦ διφορούμενου: Ὑποδεικνύει στὸν Σωκράτη τὸν δρόμο ὑπὸ ἐλεγκτική μορφή, δηλαδὴ ἀποτρέπει κάθε φορὰ μία ἀπόφασή του, ἐὰν αὐτὴ πρόκειται νὰ εἶναι λανθασμένη. Συνοπτικῶς, τὸ δαιμόνιον ὑποκινεῖ μὲ μαιευτικὸ τρόπο τὴν εὔρεση τῆς ὀρθῆς ἐπιλογῆς. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ὕψιστη στιγμὴ τοῦ σωκρατικοῦ βίου, ἐκείνη τῆς καταδίκης εἰς θάνατον, τὸ θεῖο σημεῖο ἐκδηλώνεται ὑπὸ τὴ διάσταση τῆς εἰρωνείας καὶ τοῦ διφορούμενου, ἐγκρίνοντας ἐν προκειμένῳ τὴ σιωπὴ τοῦ Σωκράτους:
Καὶ οὔτε τὰ δικά μου τώρα συνέβησαν ἀπὸ μόνα τους, ἀλλὰ μοῦ εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ μένα πιὰ τὸ νὰ πεθάνω καὶ τὸ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ πράγματα αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ θεοῦ δὲν μὲ ἀπέτρεψε καθόλου, καὶ ἐγὼ σ᾽ ἐκείνους ποὺ μὲ καταδίκασαν καὶ στοὺς κατηγόρους μου δὲν κρατάω καμιὰ κακία 53.
Στὴν ὕψιστη στιγμὴ τῆς ζωῆς του «τὸ θεῖον σημεῖον» μετέδωσε τὸ μήνυμά του μὲ τὴ σιωπή ἢ, μᾶλλον, «μίλησε» μὲ τὸν ἀμφίσημο καὶ διφορούμενο τρόπο τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας, δηλαδή «σωπαίνοντας». Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν παρεξέκλινε σημαίνει ὅτι ἀποδέχεται τὶς πράξεις του 54.
Κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς παρέχει τὸ δαιμόνιον ἐκφράζει σὲ ὕψιστο βαθμό τὴ σωκρατική εἰρωνεία ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὴ θρησκευτική διάστασή της καὶ ἐπαληθεύει τὴν ἀποφθεγματικὴ ρήση τοῦ Kierkegaard ὅτι «ἡ ὕπαρξη τοῦ Σωκράτους εἶναι εἰρωνεία» 55.
Σημειώσεις
46. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Απομνημονεύματα, ΙV 3, 12.
47. Αὐτόθι, ΙV 8, 1.
48. Πβ. ἰδιαιτέρως κεφ. 6.
49. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 407.
50. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Κρίτων, 46 b.
51. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτὴς καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 411.
52. S. KIERKEGAARD, Journals, V, σ. 31.
53. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 41 d.
54. «Σωπαίνω» στὴν ἀμφισημία τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας σημαίνει συγχρόνως καὶ «ὁμιλῶ».
55. S. KIERKEGAARD, Ἡ ἰδέα τῆς εἰρωνείας μὲ συνεχή ἀναφορὰ στὸν Σωκράτη.
47. Αὐτόθι, ΙV 8, 1.
48. Πβ. ἰδιαιτέρως κεφ. 6.
49. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 407.
50. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Κρίτων, 46 b.
51. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτὴς καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 411.
52. S. KIERKEGAARD, Journals, V, σ. 31.
53. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 41 d.
54. «Σωπαίνω» στὴν ἀμφισημία τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας σημαίνει συγχρόνως καὶ «ὁμιλῶ».
55. S. KIERKEGAARD, Ἡ ἰδέα τῆς εἰρωνείας μὲ συνεχή ἀναφορὰ στὸν Σωκράτη.
Η συνείδηση (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)
ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.
Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος(1). Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλή διαγωγή.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση (2) μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατὲς μόνο στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθὰ τὸν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴ λειτουργία της.
Οἱ θεληματικὲς ἁμαρτίες σκοτίζουν, ἐξασθενίζουν, καταπνίγουν, ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση.
Κάθε ἁμαρτία ποὺ δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴ μετάνοια, ἀφήνει τὴ βλαπτικὴ σφραγίδα της στὴ συνείδηση.
Ἡ ἑκούσια καὶ συνεχὴς ἁμαρτωλὴ ζωὴ σχεδὸν νεκρώνει τὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτὴ νὰ νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θὰ συνοδεύει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐνοχοποιήσει, ἂν τὴν καταπατοῦσε.
Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο (3), εἶναι ἡ συνείδηση. Καὶ πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σὲ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας.
Βαδίζοντας πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νὰ ἔχεις εἰρηνικὲς σχέσεις μ’ αὐτὸν τὸν ἀντίδικο, γιὰ νὰ μὴ γίνει κατήγορός σου τότε ποὺ θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στὴν αἰωνιότητα.
Λέει ἡ Γραφή: «Θὰ ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας»(4). Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση. Ἡ ἄμεμπτη αὐτὴ συνείδηση τὴν ψυχὴ ποὺ ἀκούει τὶς συμβουλές της θὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της μέχρι τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα μετὰ τὸν θάνατο.
Ὅπως ἡ κόψη τοῦ μαχαιριοῦ ἀκονίζεται μὲ τὴν πέτρα, ἔτσι καὶ ἡ συνείδηση ἀκονίζεται ἀπὸ τὴ νοητὴ πέτρα (5), τὸν Χριστό, μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου Του, ποὺ τὴ φωτίζει, καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.
Φωτισμένη καὶ ἀκονισμένη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἡ συνείδηση, λεπτομερειακὰ καὶ ὁλοκάθαρα φανερώνει στὸν ἄνθρωπο τὶς ἁμαρτίες του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μικρές.
Μὴν ἀσκεῖς βία στὸν ἀντίδικό σου –μὴν παραβιάζεις τὴ συνείδησή σου! Διαφορετικά, θὰ στερηθεῖς τὴν πνευματική σου ἐλευθερία. Ἡ ἁμαρτία θὰ σὲ αἰχμαλωτίσει καὶ θὰ σὲ δέσει. Θλίβεται ὁ προφήτης μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιβουλεύονται τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, παραβιάζοντας τὴ συνείδησή τους: «Ὁ Ἐφραΐμ καταπίεσε τὸν ἀντίδικό του, καταπάτησε τὸ δίκιο του, γιατί ἄρχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὴ ματαιότητα»(6).
Ἡ «κόψη» τῆς συνειδήσεως εἶναι πολὺ λεπτή, πολὺ εὐαίσθητη, γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τὴ φυλάει προσεκτικά. Καὶ τὴ φυλάει, ὅταν ἐκτελεῖ ὅλες τὶς ὑποδείξεις τῆς συνειδήσεως καὶ ὅταν, σὲ περίπτωση ἀθετήσεως κάποιας ἀπ’ αὐτὲς λόγω ἀδυναμίας ἤ πλάνης, μετανοεῖ μὲ δάκρυα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου