Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Καράμπελια - Ευάγριος ο Ποντικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Καράμπελια - Ευάγριος ο Ποντικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Οι μεταφράσεις του έργου του Ευαγρίου και η θεολογία τους

Συνέχεια από: Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Ωστόσο, αυτές οι ετερόδοξες συλλήψεις αποδεικνύονται αποκλειστικά και μόνο με την επιλογή της μετάφρασης S₂ ως αυθεντικής, όπως υποστηρίζει ο A. Guillaumont. Ήδη από την αρχή της μελέτης του μας γνωστοποιεί ότι στηρίζεται στην εγκυρότητα της S₂. Μας εισάγει στο θέμα ως εξής: «Μπορούμε, λοιπόν, να θέσουμεως αξίωμα, ότι μόνον η συριακή μετάφραση, του χφ. Add. 17 167 μάς κοινοποιεί με έναν τρόπο ακριβή και ακέραιο το κείμενο των Γνωστικών Κεφαλαίων»[1]. Και στην υποσημείωση που ακολουθεί μας ξεκαθαρίζει «εξαιρουμένων, φυσικά, των λαθών και των πάντοτε πιθανών χασμάτων ενός κειμένου που παρουσιάζει ένας μόνον μάρτυρας». Με την έρευνά του διαπιστώνει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές μεταφράσεις, διαφορετικές τόσο ως προς τη μετάδοση και διάδοσή τους όσο και ως προς το περιεχόμενο. Υποστηρίζει πως και οι δύο μεταφραστές είχαν μπροστά τους το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά το απέδωσαν με διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης και ερμηνείας[2]. Ωστόσο μόνο ένα χειρόγραφο, το Add. 17 167 του Βρετανικού Μουσείου περιέχει την μετάφραση S₂, την οποία ο Guillaumont αποκαλεί «ακέραιη μετάφραση». Όλα τα άλλα χειρόγραφα δίνουν το κείμενο της S₁, γι’ αυτό και την ονομάζει «κοινή μετάφραση». Πράγματι, η S₁ είναι η πιο διαδεδομένη μετάφραση, η βάση της αρμενικής μετάφρασης του Ε΄ αιώνα, το κείμενο πάνω στο οποίο γίνεται ο σχολιασμός του Babai τον Ζ΄ αιώνα, καθώς και εκείνος του Διονυσίου BarSalibi του ΙΒ΄ αιώνα. Οι Σύριοι παραπέμπουν στην S₁, ενώ για την S₂ επικρατεί απόλυτη σιωπή.

Έτσι ο A. Guillaumont υποστηρίζει μία άποψη εντελώς διαφορετική τόσο με του Μεγάλου Babai, όσο και με του Ιωσήφ Hazzaya. Ο Babai, που αναλαμβάνει να υπομνηματίσει τα Γνωστικά Κεφάλαια του Ευαγρίου, ήδη από τον ΣΤ΄ αιώνα μας πληροφορεί ότι «Εξετάσαμε εν συνεχεία αν αυτά τα “Κεφάλαια γνώσεως” είναι όντως έργο αυτού, και τις αλλαγές που συνέβη να υποστούν στη μετάφρασή τους από τα ελληνικά στα συριακά, κι αντικρούσαμε όσους με μοχθηρία έπλασαν μια έκδοσή τους σύμφωνη με τη διεστραμμένη τους άποψη, επί τη βάσει των άλλων αληθινών εκδόσεων που βρίσκονταν στην κατοχή των υιών τής Εκκλησίας και των αληθινών ορθοδόξων και επί τη βάσει των άλλων τους μελετών: σύμφωνα μ’ αυτές τις τελευταίες αντικρούσαμε εκείνες τις διεφθαρμένες εκδόσεις»[3]. Η μαρτυρία του Babai πρέπει να συνδυαστεί με την πολύ υστερότερη μαρτυρία τού Ιωσήφ Hazzaya του Η΄ αιώνα, του οποίου η κριτική είναι απολύτως ίδια με εκείνη τού Babai. Ο Ιωσήφ διαπιστώνει ότι «Πράγματι, οι αντιγραφείς διαπράττουν πολλές αλλοιώσεις στα θεία βιβλία, κυρίως αυτοί που μεταφράζουν τα βιβλία, μεταφέροντάς τα από τη μία γλώσσα στην άλλη: αυτοί, αν δεν φοβούνται τον Θεό, κατανοούν κατά βούληση και τροποποιούν το κείμενο του βιβλίου συντάσσοντάς το σύμφωνα με τις απόψεις τους»[4]. Και στη συνέχεια δίνει μία πολύτιμη μαρτυρία, που αφορά τη μετάφραση του κειμένου της S₂: «Εγώ, όμως βρήκα την έκδοση των Εκατοντάδων του Mar Ευαγρίου, που τροποποιήθηκαν από αυτόν τον άνθρωπο σύμφωνα με τις διεφθαρμένες απόψεις του· όχι μόνον δεν υπήρχε πια η αληθινή σκέψη του, αλλά ακόμη αυτές ήταν γεμάτες από πολλές βλασφημίες, γιατί αυτός άλλαξε πολλές λέξεις στο κείμενο του Mar Ευαγρίου. Επινόησε ακόμη και κεφάλαια γνώσεως και τα έβαλε κάτω από το όνομα του Mar Ευαγρίου»[5]. Οι «βλασφημίες» δεν είναι άλλες από τις ωριγένειες προτάσεις που διατηρούσε αυτή η μετάφραση. Ωστόσο, ο A. Guillaumont έχει μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων, καθώς υποστηρίζει ότι «η κρίση που γίνεται για την σχετική αξία αυτών των δύο μεταφράσεων είναι εντελώς αντίστροφη της δικής μας: θεωρεί ως διεφθαρμένη την μετάφραση [S₂] που αντιθέτως για μας είναι η μόνη πιστή στο πρωτότυπο κείμενο»[6].

Ένα ακόμη θέμα με το οποίο ασχολείται ο A. Guillaumont είναι η χρονολόγηση των μεταφράσεων. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις θεωρεί ότι προηγείται η S₁, η οποία τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του Ε΄ αιώνα ή στα πρώτα χρόνια του ΣΤ΄ αιώνα, ενώ η S₂ στο πρώτο τρίτο του ΣΤ΄ αιώνα[7]. Συνεπώς είναι μεταφράσεις που απέχουν χρονικά από τη συγγραφή του πρωτότυπου κειμένου τουλάχιστον εκατόν πενήντα χρόνια, και πραγματοποιούνται σε μία εποχή κατά την οποία οι ωριγένειες έριδες για δεύτερη φορά βρίσκονταν στο απόγειό τους. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι στη Συρία τόσο οι Μονοφυσίτες όσο και οι Νεστοριανοί, στην πολεμική τους αλληλοκατηγορούνται για ωριγενισμό χρησιμοποιώντας ως αυθεντία τον Ευάγριο.

Βλέπουμε λοιπόν πως σύμφωνα με τον A. Guillaumont η ακέραιη μετάφραση των Γνωστικών Κεφαλαίων είναι η S₂, η οποία εκφράζει τη χριστολογία των Ισοχρίστων μοναχών της Παλαιστίνης του ΣΤ΄ αιώνα, που καταδικάστηκε από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο αποτελώντας μάλιστα και την πηγή των αναθεματισμών. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξετάσουμε αν οι σημερινοί ερευνητές χρησιμοποιούν στις μελέτες τους την S₁ ή την S₂. Έτσι διαπιστώνουμε ότι, ακολουθώντας το συριακό παράδειγμα, σε ευρεία χρήση αξιοποιούν την S₁. Η κριτική έκδοση του ευαγριανού κειμένου που φιλοπόνησαν το 2000-2001 ο Ηλίας Μουτσούλας, η Γεωργία Κουνάβη και ο Δημήτρης Καλλιντέρης στη σειρά ΒΕΠΕΣ, όχι απλώς χρησιμοποιεί την S₁ αλλά σε αρκετά σημεία ακολουθεί την έκδοση του Frankenberg[8]. Για την ολοκλήρωση της ερευνητικής αυτής προσπάθειας των Ελλήνων επιστημόνων συνδυάστηκε ένα πλήθος εκδόσεων όπως των Cramer, Devreessee, Elter, Frankenberg, Géhin, Gressmann Guillaumont, Hausherr, Iunius, Lagarde, Mai, Pitra, Rondeau, VandeVen και Migne. Ακόμη, λαμβάνεται υπόψη και ο Muyldermans, ο οποίος στα Evagriana δημοσιεύει αποσπάσματα του ευαγριανού corpus και παρέχει πληροφορίες για τους κώδικες που περιέχουν τη χειρόγραφη παράδοση[9]. Συνεπώς η παρατήρηση ότι η χρήση της S₁ είναι καθιερωμένη, ενώ της S₂ είναι μόνο περιστασιακή, επιβεβαιώνεται από την επιστημονική μεθοδολογία και τακτική, που ακολουθείται από τη σύγχρονη έρευνα.

Η χρήση της S₁ στην ανασύσταση του ευαγριανού έργου είναι προφανής. Παρ’ όλα αυτά, όπως παρατηρεί ο A. Casiday, αν και οι συριακές μεταφράσεις έσωσαν το ευαγριανό έργο, χρειάζεται προσοχή στη χρήση των μεταφράσεων αυτών για δύο λόγους. Απ’ τη μια γιατί οι αυθεντικές λέξεις του συγγραφέα έχουν χαθεί και απ’ την άλλη γιατί ο Ευάγριος ήταν ένας αληθινός επιστήμονας του μυστικισμού, όπως τον αναφέρουν στις εργασίες τους οι μεγάλοι Σύριοι θεολόγοι και λόγιοι του 14ου αιώνα. Και ακριβώς επειδή θεωρούνταν ένας ειδικός στο μυστικισμό, ασύγκριτος για τη χριστιανική Ανατολή, μερικές φορές τα γραπτά των κατώτερων συγγραφέων για να αυξήσουν τη φήμη τους στη συριακή παράδοση αποδίδονταν στον Ευάγριο[10].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


Παραπομπές:
[1]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σσ. 30-31.
[2]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 227.
[3]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 261.
[4]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 217.
[5]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 217.
[6]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 218.
[7]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 231.
[8]Ἠ. Μουτσούλα, Γ. Κουνάβη και Δ. Καλλιντέρη, «Ευάγριος Ποντικός», ΒΕΠΕΣ [Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων], τόμος 78, 79 και 80, Αθήνα 2000 και 2001.
[9]Βλ. J.Muyldermans: Evagriana (Extrait de la revue le Museon, t XLIV) augmente de «Nouveax fragments grecs inedits», A 500 091 (1931), σσ 37-68, 369-383 καιτουιδίου, A travers la tradition manuscrite d’Evagre le Pontique, Bibliotheque du Museon 3, 500199 (1932).
[10]Βλ. A. Casiday, Evagrius Pontikus, New York, 2006, σ. 23. Πρβ. Ἰ. Μωϋσέσκου, ό.π., σ. 145 και εξής.

Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΖΗΛΩΤΗ ΦΘΟΝΕΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Η μεταφυσική του σώματος και η διάκριση κτιστού και Ακτίστου κατά τον Ευάγριο Ποντικό

 Συνέχεια από: Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Πέρα όμως από την Τριαδολογία του Ευαγρίου, ορθόδοξη αποδεικνύεται και η μεταφυσική του που αφορά στο σώμα. Για όσους λοιπόν κατηγορούν τον Ευάγριο για πλατωνισμό, στηριζόμενοι στο έργο του Antoine Guillaumont, θα πρέπει να προσέξουν την άποψή του για τη θέση που έχει το σώμα στην ευαγριανή ανθρωπολογία. Στη θεολογία του σώματος ο Ευάγριος είναι γνήσιος εκφραστής της ορθόδοξης θεολογίας. Μάλιστα στο σημείο αυτό παρουσιάζεται μεταξύ του Ευαγρίου και της μαρτυρίας των αντιωριγένειων πηγών, μια ουσιώδης ασυμφωνία.  Για τον Ευάγριο περισσότερο από φυλακή, τόπος τιμωρίας ή μνήμα, το σώμα είναι εργαλείο απελευθέρωσης και σωτηρίας, όπως το θέλησε η προνοητική και πανάγαθη δύναμη του Θεού[1]. Αναμφίβολα, της δημιουργίας των σωμάτων προηγήθηκε μια κρίση, ή ακριβέστερα, σύμφωνα με την έκφραση του Ευαγρίου, μια «πρώτη κρίση» όμως αυτή η κρίση είχε ως σκοπό λιγότερο να απαγγείλει μια καταδικαστική απόφαση και περισσότερο να αποφασίσει ποιο σώμα και ποιος κόσμος ταίριαζαν στο κάθε λογικό ον που εξέπεσε.

Σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά λόγια του Antoine Guillaumont «Η πρόνοια του Θεού δηλώνεται όχι μόνο με τη δημιουργία των σωμάτων, αλλά επακριβέστερα στη φροντίδα που είχε ο Θεός, ως καλός «ἰατρός» (πρβλ. V, 20) να δώσει σε κάθε λογικό ον το σώμα που του ταίριαζε, σύμφωνα με τον βαθμό της πτώσης του… Η θεϊκή πρόνοια φροντίζει λοιπόν, ώστε καθένας σε κάθε στιγμή να έχει το σώμα που του ταιριάζει. Και αυτό, λιγότερο για να τιμωρήσει απ’ όσο  να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες σωτηρίας… Όλα τους, όμως, είναι προσωρινά. Δεν βρισκόμαστε, επομένως, μέσα σε  ένα γνωστικό σύστημα, όπου, από ένα αρχικό ατύχημα, ξεδιπλώνεται μια σειρά καταστροφών, μεταξύ των οποίων λαμβάνει θέση ο σχηματισμός του σώματος, ως αναγκαία και αναπόφευκτη συνέπεια: στο σύστημα του Ευαγρίου, μεσολαβεί πάντοτε η ελεύθερη και καλοπροαίρετη πρωτοβουλία ενός Θεού-δημιουργού. Γι’ αυτό μένει κατά βάση χριστιανός, παρά τις μεγάλες ετερόδοξες θέσεις»[2].

Επομένως, το σώμα που δημιούργησε ένας Θεός πρόνοιας δεν θα μπορούσε να είναι κακό· στην πραγματικότητα είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωση της πρακτικής, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η απάθεια, προϋπόθεση της πνευματικής γνώσης. Με τη σύλληψή του για το σώμα ο Ευάγριος είναι αποφασιστικά αντιμανιχαϊστής. Γι’ αυτό και ο Antoine Guillaumont υποστηρίζει ότι «η έκθεση των αντιωριγενιστών, του Θεοφίλου και του Επιφανίου, είναι παραπλανητική και ανακριβής. Ο Ιερώνυμος και ο Θεόφιλος δεν ακολούθησαν παρά μόνο τον Επιφάνιο, κι αυτός, στην έκθεσή του των ωριγένειων πλανών, υπέκυψε στον πειρασμό να εξομοιώσει τον ωριγενισμό με μια εθνική φιλοσοφία, δηλαδή με έναν καθαρό γνωστικισμό. Βεβαίως, ήταν εύκολο να περάσουν από τη θεωρία περί προΰπαρξης και πτώσης τής ψυχής σ’ εκείνη του σώματος ως φυλακής και τάφου, ή από την ιδέα τής δημιουργίας του ορατού κόσμου, επακόλουθο της πτώσης των αόρατων πλασμάτων που δημιουργήθηκαν πρότερα, στην πλατωνική σύλληψη του ορατού κόσμου ως τόπου τιμωρίας, ή ακόμη και στη μανιχαϊστική σύλληψη της ύλης, ως στοιχείου ουσιωδώς κακού: όμως φαίνεται βέβαιο πως, κάνοντας αυτό το βήμα, αλλοίωναν τη φύση τού ωριγενισμού. Για τον ίδιο τον Ωριγένη, η δημιουργία της ύλης φαίνεται να αντιστοιχεί σε κάποια προνοητική πρόθεση, έτσι που η ύλη είναι καλή χάριν του σκοπού για τον οποίο δημιουργήθηκε· δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκεφτούμε πως οι Ωριγενιστές του Δ΄ αιώνα είχαν για το σώμα και την ύλη διαφορετική αντίληψη. Σ’ αυτό το σημείο, λοιπόν, ο Ευάγριος δείχνει να είναι καλύτερος μάρτυρας για τον ωριγενισμό της εποχής του, από όσο οι αντιωριγενιστές που τον είδαν μέσω του παραμορφωτικού πρίσματος του νεοπλατωνισμού, δηλαδή της δυϊστικής γνωσιοθεωρίας»[3].

Σε ακόμη ένα καίριο σημείο που ο Ευάγριος αποδεικνύεται πιστός μαθητής των Καππαδοκών είναι η υιοθέτηση της διάκρισης μεταξύ κτιστού ακτίστου και των συνεπειών της. Σε αντίθεση με τον Στέφανο BarSoudaïli, ο Ευάγριος σε καμία περίπτωση δεν δέχεται την σύντηξη των νόων με τη Μονάδα. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του A. Guillaumont: «Εντούτοις υπάρχει, όπως πιστεύουμε, μία ουσιώδης διαφορά μεταξύ του Ευαγρίου και του Στεφάνου BarSoudaïli· γι’ αυτόν, η σύντηξη των νόων με τη Μονάδα μπορεί να πραγματοποιηθεί μ’ έναν τρόπο τόσο πλήρη επειδή υπάρχει, ήδη εξαρχής, συμφυσικότητα μεταξύ εκείνης κι αυτών, σύμφωνα με το σύνθημα που είχε αναγράψει στον τοίχο τού κελιού του: “Κάθε φύση είναι ίδιας φύσης με τη θεία ουσία”. Ο Ευάγριος, δίχως καμία αμφιβολία, δεν θα δεχόταν αυτήν τη διατύπωση· ήδη από την αρχή των Γνωστικών Κεφαλαίων, θέτει πράγματι ολοκάθαρα τη διαφορά φύσης που υπάρχει κατά τη γνώμη του ανάμεσα αφενός στο Αγαθό, που “δεν έχει αντίθετο, γιατί είναι στην ουσία του να είναι Αγαθό και στην ουσία τίποτε δεν αντιτίθεται”, και, αφετέρου, στα πλάσματα που τα ορίζει ως δεκτικά αντίθεσης. Ως πιστός μαθητής των Καππαδοκών, επιμένει πεισματικά στη θεϊκή ανωτερότητα: γι’ αυτόν, η λογική φύση ορίζεται ως γνωστική φύση και ο Θεός είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της γνώσης, αλλά, για τον νου που ξαναβρήκε τη γύμνια του, ένα αντικείμενο ανεξάντλητο, έτσι που όσο περισσότερο αυξάνει η γνώση, τόσο αυξάνει και η άγνοια σχετικά μ’ αυτόν· επίσης, όσο ισχυρή και να είναι η ένωση, δεν θα υπάρξει ποτέ πλήρης εξίσωση μεταξύ του νου που έγινε “θεός” και του ίδιου του Θεού· στην ένωση με τη Μονάδα, η κτίση παραμένει κτίση, δηλαδή πάντοτε δεκτική αντίθεσης και φθοράς»[4]. 

Τέλος, στον επίλογο της μελέτης του αναγνωρίζει τον Ευάγριο ως τον δάσκαλο της ασκητικής και μυστικής θεολογίας. Όσο για την προσπάθεια των μεταγενέστερων που ανέλαβαν να διασώσουν το έργο του, υποστηρίζει πως φανερώνει τη συνειδητή τους επιλογή να προστατεύσουν μια πολύτιμη για όλους κληρονομιά, από την οποία αφαίρεσαν τις ετερόδοξες συλλήψεις που περιλάμβανε η σκέψη του δημιουργού της[5].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Παραπομπές:

[1] Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 110, υποσημείωση 135.

[2] Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 112, υποσημείωση 137.

[3]Βλ. A. Guillaumont,ό.π.,σ. 113.

[4]Βλ. A. Guillaumont, ό.π.,σσ. 324-325.

[5]Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 334.

Πηγή

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Η διδασκαλία του Ευαγρίου στο μικροσκόπιο της Θεολογικής Γραμματολογίας

Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023
 
Χάρη στον W. Bousset, το 1923, αποδείχθηκαν για πρώτη φορά οι δεσμοί της μεταφυσικής του Ευαγρίου με τη σκέψη του Ωριγένη[1]. Η Evelyn White παρατηρεί εύστοχα ότι ο Ευάγριος θα είχε πεθάνει την παραμονή της μεταστροφής τού Θεοφίλου. Έτσι γράφει δικαιολογημένα: «ο Ευάγριος, ευτυχής λόγω του κατάλληλου χρόνου του θανάτου του, πέθανε ακριβώς πριν κορυφωθεί η ωριγένεια κρίση, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν το διανοητικό κέντρο της Ωριγένειας παράταξης»[2]. Παραδέχεται λοιπόν, στηριζόμενη στον Παλλάδιο, ότι στο περιβάλλον των ωριγενιστών μοναχών αναγιγνώσκονταν και μελετούνταν τα έργα του Ωριγένη, προσθέτοντας: «όμως δεν υπάρχει έρεισμα, πέρα από εχθρικές διαβεβαιώσεις, να δείξει ότι κάποια ανορθόδοξη διδασκαλία αυτού του δασκάλου υποστηρίχθηκε ή διδάχθηκε από οποιοδήποτε μέλος της ομάδας»[3]. Και πιο κάτω συνεχίζει στο ίδιο πνεύμα: «Θα ήταν δύσκολο να ειπωθεί ποια διδασκαλία του Ωριγένη υποστηρίχθηκε από την ομάδα της Νιτρίας, εκτός από εκείνης της πνευματικής φύσης του Θεού εναντίον της ανθρωπομορφικής όψης- μια διδασκαλία όχι αποκλειστικά του Ωριγένους»[4].

Στη συνέχεια, το 1934 ο I. Hausherr, κατέληγε έτσι τη μελέτη του για το δοκίμιο Περὶ Προσευχῆς του Ψευδο-Νείλου: «Το δίκαιο είναι με τους Σύριους: ο συγγραφέας του “Περὶ Προσευχῆς”, είναι ο Ευάγριος ο Ποντικός. Ξαφνικά, αυτός ξαναπαίρνει στην ιστορία του μυστικισμού μια θέση πρώτης τάξης, πιο πάνω ακόμη απ’ ό,τι ο Διονύσιος για την Ανατολή. Στην Ανατολή, ο Διονύσιος ήρθε πολύ αργά, αφού ήδη οι πνευματικοί κατείχαν μια διδασκαλία οριστικά οργανωμένη από τον Ευάγριο και μεταδομένη διαμέσου του Ιωάννου της Κλίμακος, του Ησυχίου, του Μαξίμου, του Νικήτα Στηθάτου έως τους βυζαντινούς ησυχαστές· από τον Φιλόξενο της Mabboug, τον Ισαάκ της Νινευή, τον Ιωάννη Bar–Kaldoun, ως τον Bar–Hebraeus, για τη Συρία… Τώρα που αναγνωρίσαμε τον Ευάγριο στον ψευδοσιναΐτη Νείλο, θα πρέπει να μιλάμε για την «ευαγριανή πνευματικότητα»όταν θα σκιαγραφούμε τη μεγάλη ανατολική μυστικιστική σχολή, που διήρκεσε από τον τέταρτο ως τον δέκατο πέμπτο κι ακόμη ως τον εικοστό αιώνα …»[5]. Ο Ιουστίνος Μωϋσέσκου το 1937, ο μοναδικός την εποχή εκείνη Έλληνας μελετητής του ευαγριανού έργου, στη διδακτορική του διατριβή θεωρεί τον Ευάγριο ως «ἰδιαζούσης σπουδαιότητος φυσιογνωμίαν τῆς Ἐκκλησίας» και «πατέρα τῆς βυζαντινῆς μυστικῆς»[6]. Η αναγνώριση της επιρροής που άσκησε ο Ευάγριος ο Ποντικός στον ανατολικό και δυτικό μυστικισμό υπογραμμίζεται ακόμη και από τον Urs Von Balthasar[7]. Ωστόσο, ο Urs Von Balthasar, στη διεισδυτική του μελέτη Metaphysik und Mystik des Evagrius Ponticus, σε ένα σχεδίασμα της ευαγριανής μεταφυσικής,εξηγώντας το δια του ωριγενισμού, δεν δίσταζε να γράψει για τον Ευάγριο ότι «είναι πιο ωριγενιστής κι απ’ τον Ωριγένη»[8].

Ωστόσο,αναμφισβήτητο ορόσημο για την αξιολόγηση, εκτίμηση και εξέλιξη της επιστημονικής κοινότητας απέναντι στο πρόσωπο και το έργο του Ευαγρίου του Ποντικού αποτελεί η μελέτη του Antoine Guillaumont, Les “Képhalaia Gnostica” d’Évagrele Pontiqueet l’histoire de l’origénismechezle Grecsetchezle Syriens [Τα «Γνωστικά Κεφάλαια» του Ευάγριου Ποντικού και η ιστορία του ωριγενισμού στους Έλληνες και Σύριους][9]. Ο Guillaumont υποστηρίζει ότι «το έργο του Ευαγρίου και ειδικά τα Γνωστικά Κεφάλαια …που συγγράφηκαν μέσα στο άμεσο περιβάλλον των Ωριγενιστών μοναχών και ακριβώς στα χρόνια που προηγήθηκαν της εκστρατείας τού Θεοφίλου εναντίον εκείνων των μοναχών, είναι, στη μορφή που μας τα παραδίδει η ακέραια συριακή μετάφραση [εδώ εννοεί την S₂], ένα πειστήριο μεγάλης αξίας για τη γνώση του ωριγενισμού που καταδικάστηκε το 400»[10]. Γι’ αυτό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν μπορούμε, επομένως, να εκτιμήσουμε τι ήταν ο ωριγενισμός τού τελευταίου τετάρτου του Δ΄ αιώνα χωρίς να λάβουμε υπόψη, και σε πρώτη θέση, το έργο τού Ευαγρίου»[11]. Για τον Guillaumont «το έργο τού Ευαγρίου μαρτυρεί ότι ο ωριγενισμός των μοναχών τής Νιτρίας, μακράν του να είναι μόνο μια χίμαιρα γεννημένη από τη μνησικακία τού πατριάρχη Θεοφίλου, υπήρχε πράγματι και δεν περιοριζόταν μόνο σε κάποιου τύπου πλατωνικό θαυμασμό για τον Ωριγένη· υποχρεώνει να δεχτούμε ότι αυτοί οι μοναχοί δεν διάβαζαν μόνο τα βιβλία του, αλλά, κατά το υπόδειγμα της σχολής του, επιδίδονταν σε διαλογισμούς που αναμφίβολα ξεπερνούσαν τα όρια της ορθοδοξίας και ίσως και τους τολμηρότερους στόχους τού αλεξανδρινού δασκάλου»[12].

Antoine Guillaumont: Ποιος είναι ο Ευάγριος ο Ποντικός;

Ποιος είναι λοιπόν σύμφωνα με τη γνώμη του AntoineGuillaumontο Ευάγριος ο Ποντικός; Η ολοκληρωμένη άποψη που έχει για το πρόσωπο και το έργο του Ευαγρίου του Ποντικού έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία. Και αυτό, γιατί αν και το έργο του είναι γνωστό στην επιστημονική κοινότητα, είθισται κάποιοι από τους ερευνητές να εστιάζουν στο συμπέρασμα της επιστημονικής μελέτης του για να στηρίξουν απόψεις, με τις οποίες ο ίδιος ο Guillaumont σε καμία περίπτωση δεν θα συμφωνούσε. Παρουσιάζουν λοιπόν τον Ευάγριο ως τον πλατωνιστή Ευάγριο, τον ειδωλολάτρη, αυτόν που παρασύρθηκε από τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του, που στη μυστική του θεολογία προβάλλει αποκλειστικά και μόνο το στοιχείο του νου και γι’ αυτό προωθεί μια νοησιαρχική πνευματικότητα, και άλλα παρεμφερή. Αυτό συμβαίνει γιατί, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα του έργου του, προβαίνουν σε δικές τους ερμηνευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες δεν αδικούν μόνο τον Ευάγριο αλλά και τον AntoineGuillaumont. Βεβαίως, ήδη από την Εισαγωγή του ξεκαθαρίζει ότι «προτιθέμεθα, στο παρόν βιβλίο, να μελετήσουμε μόνο τις σχέσεις που παρουσιάζει η διδασκαλία των Γνωστικών Κεφαλαίων με εκείνη που κατηγορήθηκε ως ωριγένεια κατά την πρώτη έριδα των τελών του Δ΄ αιώνα, καθώς και με εκείνη που καταδικάστηκε ως τέτοια το 553 από τους Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Ελπίζουμε να δείξουμε πόσο στενές είναι αυτές οι σχέσεις: ο Ευάγριος είναι ένας απαράμιλλος και εξαιρετικά πολύτιμος μάρτυρας του ωριγενισμού· ακόμη περισσότερο, το έργο του πήρε αποφασιστικό μέρος στην εξέλιξη αυτής της αίρεσης, από τα τέλη του Δ΄ αιώνα ως τα μέσα του ΣΤ΄ αιώνα, σε σημείο που ο ωριγενισμός που καταδικάστηκε το 553 να εμφανίζεται, κατ’ ουσίαν, ως η διδασκαλία των Γνωστικών Κεφαλαίων»[13]. Ωστόσο, παρόλες αυτές τις αυστηρές διατυπώσεις και διαπιστώσεις ο Guillaumont δεν φτάνει ποτέ στην απόρριψη της προσφοράς του Ευαγρίου τόσο στην ορθόδοξη ανατολική όσο και στη δυτική θεολογία.

Το επίμαχο λοιπόν ερώτημα παραμένει: ποιος είναι ο Ευάγριος ο Ποντικός σύμφωνα με τον AntoineGuillaumont; Σύμφωνα λοιπόν με τη γραφίδα του ο Ευάγριος ο Ποντικός, έχοντας σπουδάσει στην σχολή των Καππαδοκών, του Βασιλείου Καισαρείας και του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, αφού εκάρη στη συνέχεια μοναχός στην έρημο της Νιτρίας, στην Αίγυπτο, άφησε ένα έργο που καταλαμβάνει θέση ανάμεσα στα πιο στιβαρά και πρωτότυπα του Δ΄ αιώνα. Γι’ αυτό και υποστηρίζει πως η επίδραση του Ευαγρίου σε Ανατολή και Δύση είναι αναμφισβήτητη[14]. Αναγνωρίζει ότι στη σχολή του αγίου Βασιλείου και κυρίως σ’ εκείνη του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ο Ευάγριος μυήθηκε στο έργο του Ωριγένους, καθώς στα Άννισα, γύρω στο 358, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος έχοντας διαβάσει με προσήλωση και θέρμη τα βιβλία του Ωριγένους, συνέθεσαν τη διάσημη Φιλοκαλία τους. Στόχος τους ήταν να δείξουν πως οι Αρειανοί είχαν κατανοήσει λανθασμένα τον αλεξανδρινό δάσκαλο που επικαλούνταν. Μέσα από τους δασκάλους του αυτούς διδάχθηκε, και κυρίως τον Γρηγόριο, μαζί με την εχθρότητά τους προς τον Αρειανισμό, τον θαυμασμό τους για το έργο του Ωριγένους. Έτσι η διάκριση μεταξύ φύσεως και σοφίας του Δημιουργού, που οδηγεί τον Ευάγριο στη διαπίστωση «οποία η τρέλα αυτών που υποστηρίζουν πως γνωρίζουν τη φύση του Θεού!», δεν υπάρχει αμφιβολία πως κατευθύνεται εναντίον του ευνομιανού ορθολογισμού[15]. Όπως παρατηρεί ο AntoineGuillaumont «Η πρώτη κατηγορία που διατύπωσε ο Επιφάνιος εναντίον τού Ωριγένους ήταν ότι υπέταξε τον Υιό στον Πατέρα και, εκ τούτου, υπήρξε ο πατέρας τού αρειανισμού. Άσχετα με το αν αυτή η κατηγορία σ’ ό,τι αφορά στον Ωριγένη είναι βάσιμη ή όχι, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι, στον Ευάγριο, δεν υπάρχει κανένα ίχνος κάποιας υποταγής τού Υιού, ή Λόγου, στον Πατέρα: η Τριαδολογία τού Ευαγρίου φαίνεται εντελώς ικανοποιητική για την ορθοδοξία. Ακόμη περισσότερο, υπάρχει στα έργα του μια τοποθέτηση πολύ ξεκάθαρη εναντίον τής μορφής που ενεδύθη στα χρόνια του ο αρειανισμός, εκείνης των Ανομοίων, και εντελώς ειδικά εναντίον τού Ευνομίου»[16]. Ο Ευάγριος φαίνεται, λοιπόν, να αντιτίθεται στον αρειανισμό εξίσου με τους ορθόδοξους θεολόγους και αναμφίβολα το ίδιο συνέβαινε με τους Ωριγενιστές του καιρού του. Εξάλλου είναι γνωστό ότι οι «Μακροὶ Ἀδελφοὶ» υπήρξαν θύματα, όπως και άλλοι μοναχοί της Νιτρίας, των διωγμών τού Βάλεντος το 374[17].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Ο ΝΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΗΣΗ.

Παραπομπές:
[1]Βλ. W. Bousset, Apophthegmata, Studien zur Geschichte des ältesten Mönchtums, Tübingue, 1923, σσ. 281-341: Euagriosstudien.
[2]Βλ. E. White, Monasteries of the Wâdi’ n Natrûm, Part II, The history of the monasteries of Nitria and of Scetis, New York, 1932, σ. 86: «Evagrius, felix opportunite mortis, died just before the Origenist crisis came to a head, but there is no doubt that he was the intellectual center of the Origenist party».
[3]Βλ. E. White, ό.π.,σ.128: «but thereis no evidence beyond hostil assertions to show that any unorthodoxdoctrine of that teacher was held or taught by any member of thegroup».
[4]Βλ. E. White, ό.π.,σ. 134, σημείωση 2: «It would be hard to say what doctrine of Origen was held by the Nitrian group except that they maintained the spiritual nature of God as against the Anthropomorphic view – a doctrine certainly not peculiar to Origen».
[5]Βλ. I. Hausherr, «Le Traitè de l’Oraison d’Evagre le Pontique (Psedo-Nil)», Extrait de la RAM, XV, 1934, σ.117· βλ. επίσηςτουΙΔΙΟΥ, «Les grands courants de la spiritualité orientale», OCP 1, 1935, σσ. 123-124.
[6] Βλ. Ἰ. Μωϋσέσκου, Εὐάγριος ὁ Ποντικός, Βίος- Συγγράμματα- Διδασκαλία, Ἀθῆναι 1937, σ. 153.
[7]Βλ. Urs Von Balthasar «Metaphysik und Mystik des Evagrius Ponticus», ZAM, 1939, σ. 31: «Neben dieser äusseren Ehrenrettung läuf parallel die wachsende Erkenntnis, dass Evagrius nicht nur der fast unbeschrankte Herrscher der gesamten syrischen und byzantinischen Mystik ist, sondern auch die abendländische Mystik und Aszetik in ganz ausschlaggebender Weise beeinflusst hat».
[8]Βλ. Urs Von Balthasar, ό.π., σ. 32.
[9]Βλ. A. Guillaumont, Les “Képhalaia Gnostica” d’Évagre le Pontique et l’histoire de l’origénisme chez le Grecs et chez le Syriens, Paris 1962.
[10]Βλ. A. Guillaumont, ό.π.,σ. 120.
[11]Βλ. A. Guillaumont, ό.π.,σ. 121.
[12]Βλ. A. Guillaumont, ό.π.,σ. 120.
[13]Βλ. A. Guillaumont, ό.π.,σ. 43.
[14] Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 15, υποσημείωση 1.
[15] Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 50, υποσημείωση 11.
[16]Βλ. A. Guillaumont, ό.π,σ. 118.
[17] Βλ. A. Guillaumont, ό.π., σ. 118, υποσημείωση 168.


Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΞΕΣΗΚΩΣΕ ΤΗΝ ΜΗΝΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΔΙΟΤΙ Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΔΕΝ ΥΠΟΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ. Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ ΗΤΑΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Ευάγριος ο Ποντικός, ένα πρόσωπο αμφιλεγόμενο στην επιστημονική κοινότητα του χθες και του σήμερα (1)

Ο Ευάγριος ο Ποντικός είναι ένα από τα πρόσωπα που καταδικάστηκε ως αιρετικό από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο του 553, δύο αιώνες μετά την κοίμησή του. Έκτοτε το όνομά του αποσιωπήθηκε, ενώ η πρακτική του διδασκαλία υιοθετήθηκε ως ορθόδοξη και διαδόθηκε σε Ανατολή και Δύση[1]. Προσωπικότητα πολυδιάστατη και ενδιαφέρουσα, εισηγητής του φιλολογικού είδους των Κεφαλαίων σε Εκατοντάδες[2], διαμορφωτής του λεξιλογίου της ασκητικής θεολογίας[3], προάγγελος της νοεράς προσευχής[4], αλλά ταυτόχρονα εμπλεκόμενος στην αίρεση του ωριγενισμού[5], προσέλκυσε το ενδιαφέρον των θεολόγων ερευνητών όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του παρόντος.

Έτσι, άλλοτε χαρακτηρίστηκε ως «πιο ωριγενιστής από τον Ωριγένη»[6], ενώ κάποιοι μίλησαν για «ευαγριανή πνευματικότητα»[7]. Ήδη από τα τέλη του ΙΖ΄ αιώνα παρουσιάζονται υπέρμαχοι της θεολογικής διδασκαλίας του Ευαγρίου, όπως ο Lemainde Tillemont, ο οποίος δεν μπορεί να κατανοήσει ως ιστορικός τη συνοδική του καταδίκη. Έτσι γράφει τα εξής: «Εναπόκειται στον Θεό, που οι κρίσεις του είναι αδιάβλητες, να γνωρίζει την αλήθεια των κατηγοριών που προσήψαν στον Ευάγριο. Όσο για εμάς, ό,τι μπορούμε να πούμε, είναι ότι το έγκλημα του Ωριγενισμού είναι κοινό σε πολλά πρόσωπα που μπορούμε δικαιολογημένα να πιστεύουμε πως υπήρξαν πολύ καλοί χριστιανοί. Αυτό που μας μένει από τα γραπτά του Ευαγρίου, δεν καταδικάζει κανέναν από όσους γνωρίζουμε»[8]. Αυτήν την κρίση του διάσημου ιστορικού, την επανέλαβε τον επόμενο αιώνα, ο G. Fontanini: «Για την ορθότητα τόσων κατηγοριών, που προσάπτονται στον Ευάγριο, ο Θεός είναι κριτής. Υπέρ αυτού όμως είναι ότι το σφάλμα του Ωριγενισμού αποδόθηκε ακόμη και σε άνδρες που θαυμάζονταν για την αγιότητά τους…»[9].

Το 1893 ο Zöckler έκανε μια σημαντική ανακάλυψη: παρατήρησε ότι το κείμενο δύο παραπομπών του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού στον Ευάγριο βρισκόταν κατά λέξη σε έναν από τους αντιωριγενικούς αναθεματισμούς του 553[10]. Όμως αυτό ήταν ένα μεμονωμένο κείμενο, παρμένο από ένα άγνωστο έργο. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Zöckler ομολογούσε πως δεν έβρισκε τίποτε από αυτά που γνώριζε απευθείας από το έργο του Ευαγρίου, το οποίο να δικαιολογεί την αυστηρή ετυμηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του από την αρχαία εκκλησιαστική παράδοση[11].  Γι’ αυτό και ο L. Duchense στον ΙΙΙ° τόμο τής Histoire ancienne de l’Église, που εκδόθηκε το 1910, έγραφε: «Στη σχολή του Βασιλείου και του Γρηγορίου δεν μπορεί να έμαθε να περιφρονεί τον Ωριγένη. Όπως όλοι οι μορφωμένοι  μοναχοί, τον διάβαζε πολύ. Εντούτοις, σε ό,τι έγραψε ο ίδιος, δεν βρίσκεται ούτε ίχνος από ωριγένειες πλάνες»[12]. Την ίδια υποστηρικτική γραμμή προς τον Ευάγριο ακολουθεί και ο F. Cavallera όταν προσπαθεί να εκτιμήσει και να αξιολογήσει τις μαρτυρίες που έχει στη διάθεσή του σχετικά με τις ωριγένειες έριδες. Έτσι θεωρεί ότι: «Είναι αδύνατον να βρούμε στην εκκλησιαστική λογοτεχνία της εποχής εκείνης, πλην της πολεμικής του Επιφανίου και, εν συνεχεία, των  Θεοφίλου και αγίου Ιερωνύμου, κάποιο αξιόλογο ίχνος των ωριγένειων λαθών που να έτυχαν συστηματικής έκθεσης και υπεράσπισης, είτε στην Ανατολή, είτε ακόμη λιγότερο στην Δύση… Είναι αλήθεια ότι, σε ό,τι αφορά στον Ρουφίνο ή τον Ιωάννη, οι εχθροί τους, στην αδυναμία τους να παραθέσουν φράσεις καθαρά επιλήψιμες, αναγκάστηκαν να στρεψοδικήσουν πάνω σε λέξεις, να υποθέσουν αποσιωπήσεις και να λένε μαύρο αυτό που συνήθως σημαίνει άσπρο, δηλαδή να τους κατηγορήσουν… να παραποιήσουν ψευδώς τις σκέψεις τους. Είναι προφανές ότι τα επιχειρήματα της πολεμικής τους δεν είναι αρκετά για έναν αμερόληπτο ιστορικό. Το να πάρουμε κατά γράμμα τις διαβεβαιώσεις τους, ακόμη και εκείνες που προέρχονται από την πένα τού αγίου Ιερωνύμου, είναι παραποίηση των δεδομένων της υπόθεσης εργασίας κι έκθεση σε βαριά πλάνη. Η εξέταση των τάσεων δεν μπορεί να αντικαταστήσει την επιβεβαίωση των γεγονότων και την αντικειμενική βαρύτητα των εγγράφων. Όπως θα δούμε, μόλις πέρασε η ταραχή, δεν γίνεται πια λόγος για τον ωριγενισμό και για τον τρομερό κίνδυνο που αποτελούσε, ως την ημέρα, που, ενάμιση αιώνα αργότερα, στα χρόνια του Ιουστινιανού, το ξύπνημα της διαμάχης θα φανεί κατάλληλο για να ξεφορτωθούν τους ανυπάκουους αντιπάλους στις χριστολογικές έριδες»[13].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Παραπομπές:

[1]  Βλ. Ἰ. Μωϋσέσκου, Εὐάγριος ο Ποντικός Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, Ἀθῆναι 1937, σσ. 151-152.  Ειδικότερα για την επιρροή του Ευαγρίου στον Μάξιμο τον Ομολογητή, M. Viller, «Aux sources de la spiritualité de Saint Maxime, Les œuvres d’ Évagre le Pontique», RAM. XI, 1930, σσ. 156-184, 239-268 και 331-336, και J. Pegon, «Centuries sur la Chatité», SC 9, Paris, 1945, εισαγωγή και σημειώσεις· στον Διάδοχο Φωτικής, E. des Places (εκδ.), SC 5, Paris, 1955, εισαγωγή, ειδικά σ. 11· στον Παλλάδιο, R. Draguet, Η «Λαυσιακή Ιστορία”, une œuvre écrite dans l’esprit d’ Évagre», RHE 41, 1946, σσ. 321-364 και 42, 1947, σσ. 5-49· στον Κασσιανό, S. Marsili, Giovani Cassiano ed Evagrio Pontico, Dottrina sulla carità e contemplazione, Rome, 1936. Μάλιστα ο Marsili απέδειξε πρώτα μια σειρά φιλολογικών δανείων του Κασσιανού από τον Ευάγριο, στηριγμένων σε πολλές αντιπαραβολές των κειμένων (σ. 87 και εξής), έπειτα έναν συγκεκριμένο αριθμό δογματικών εξαρτήσεων ιδιαίτερα ξεκάθαρων (σ. 103 κ.εξ.), που αφορούν στις διαιρέσεις της πνευματικής ζωής, τους βαθμούς της θεωρίας και την πράξη της προσευχής. Το θέμα μελέτησε επίσης ο Chadwick, John Cassian, a study in primitive monasticism, Cambridge, 1950, σσ. 139-148.

[2] Βλ. I. Hausherr, «Centuries», DS 2, 1938, στήλες 416-418, που αναγνωρίζει τον Ευάγριο ως «τον πρώτο συγγραφέα Εκατοντάδων». Πρβλ. Διάδοχος, ἙκατὸΓνωστικὰ ΚεφάλαιαSC 5, εκδ. Edouard des Places, Paris 1955· Μάξιμος, Κεφάλαια περὶ ἈγάπηςPG 90, 960A-1080D, Κεφάλαια περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ ΘεοῦPG 90,  1084Α1173Α, Κεφάλαια, διάφορα Θεολογικὰ τε καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίαςPG 90, 1177-1392· Θαλάσσιος, Περὶ ἀγάπης καὶ ἐγκρατείας, καὶ τῆς κατὰ νοῦν πολιτείας, πρὸς Παῦλον πρεσβύτερονPG 91, 1428A-1469C· Ησύχιος, Πρὸς Θεόδουλον λόγος ψυχοφελὴς περὶ νήψεως καὶ ἀρετῆς κεφαλαιώδης, τὰ λεγόμενα ἀντιῤῥητικὰ καὶ εὐκτικὰ ἑκατοντάδες δύο,  PG 93, 1480D-1144D·Συμεών του Νέου Θεολόγου, Γνωστικά, Πρακτικά και Θεολογικά ΚεφάλαιαSC 51, εκδ. Darrouges, Paris, 1957.

[3] Βλ. K.Korrigan, Evagrius and Gregory, Mind, Soul and Body in the 4th Century, Burlington 2009, σ. 50.

[4] Βλ. G.Tsakiridis, Evagrius Ponticus and Cognitive Science, A Look at Moral Evil and Thougths, Eugene 2010, σ. 107.

[5] Βλ. A. Guillaumont, Les “Képhalaia Gnostica” d’Évagre le Pontique et l’histoire de l’origénisme chez le Grecs et chez le Syriens, Paris 1962, σ. 43.

[6] Βλ. Urs Von Balthasar, «Metaphysik und Mystik des Evagrius Ponticus», ZAM, 1939, σ. 32: «Er ist origenistischer als Origenes, und von diesem Origenismus her, darin behält Bousset Recht, ist allein die evagrianische Mystik zu vestehen».

[7] Βλ. I. Hausherr, «Le Traitè de l’Oraison de Évagre le Pontique (Psedo-Nil)», Extrait de la RAM, XV, 1934, σ.117.

[8] Βλ. L. de Tillemont, Mémoires pour servir à l’histoire écclesiastique des six premiers siècles, t. X, Paris, 1705, σ. 381.

[9] Βλ. G. Fontanini, Historia Literaria Aquilejensis, V, 9, Rome, 1742, σ. 317: «De justitiatot accusationum, quae in Euagrium cumulantur, Deus judex est. Proeo interim stat, quod crimen Origenismi viris etiam sanctitate venerandis fuerit impactum: quos inter Chrysostomo primas deberi, anullo ignoratur. Scripta Evagrii, quae, supersunt, passim laudari certissimum est, etiam quae Rufinum interpretem habuerunt». Πρβλ. PL 21, 203Α.

[10] Βλ.O.Zöckler,EvagriusPontikusSeine Stellung in der altchristlichen Literatur – und Dogmengeschichte,Minich, 1893, σσ. 86-87.

[11] Ο Zöckler έκλεινε την μελέτη του για τον ωριγενισμό τού Ευαγρίου (σσ. 82-91) εκφράζοντας την ευχή να δημοσιευθούν τα σωζόμενα στα αρμενικά και μέχρι τότε ανέκδοτα έργα του: «Wenn das von ihm schriftlich Hinterlasseneoder von seinen Schülern nach Vorträgen von ihmschriftlich Aufgezeichnete einst in vollerem Umfange zu unserer Kenntnis gelangt sein wird, werden wir sein Verhältnis sowohl zum Origenismus wie zu den etwa sonst noch ihn beeinflussenden Lehreinseitigkeiten mit grösserer Sicherheit, als dies augenblicklich möglich ist, zubestimmen im stande sein», ό.π., σ. 91.

[12] Βλ. L. Duchense, Histoire ancienne de l’Église, 3 vol., Paris, 1907-1910, σ. 41.

[13] Βλ. Cavallera, Saint Jérôme, sa vie et son œuvre, 2 vol., Louvain, 1922, σ. 204.