Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Urs von Balthasar - ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ - Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Urs von Balthasar - ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ - Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 2

Συνέχεια από: Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού- Επισκόπηση περιεχομένων

Hans Urs von Balthasar

F. H. Kerle Verlag. Heidelberg, 1947

Επισκόπηση περιεχομένων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Αποκάλυψη της ψυχής ως εσχατολογία. Ως διδασκαλία περί εσχάτων στάσεων. Η υποκειμενική αφετηρία. Θετική και υπαρξιακή εσχατολογία. Το υπαρξιακό ως μέτρο του μυθικού. Διονυσιακή και χριστιανική έσχατη στάση. Η μυθολογική μέθοδος. Μεταξύ φιλοσοφίας, λογοτεχνικής επιστήμης, θεολογίας. Οι βασικές κατηγορίες της εσχατολογίας. Μύθος και έννοια.

Προϊστορία


Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

I. Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ. Το εσχατολογικό σύστημα της Σχολαστικής. Ο υπερφυσικός χαρακτήρας του και η ενότητά του. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση. Χιλιασμός και Γνώση.

II. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ. Ατομικισμός και πνευματισμός. Η επιστημονική εικόνα του κόσμου. Τελεολογία ως προσέγγιση, αξιολογία ως ουτοπία. Συγγένεια της προτεσταντικής και της επιστημονικής εικόνας του κόσμου. Στωικά στοιχεία. Αισιοδοξία.

III. ΜΠΑΡΟΚ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ. Το Μπαρόκ ως απόφαση δύο αισθημάτων του κόσμου. Εκκοσμίκευση της χριστιανικής εσχατολογίας. Ο βασικός νόμος του Διαφωτισμού. Η εικόνα του κόσμου της βεβαιότητας. Κλονισμός του Διαφωτισμού: το ερώτημα της αθανασίας, το ερώτημα της προόδου, το ερώτημα του μορφικού στοιχείου κάθε εσχατολογίας.

IV. ΧΙΛΙΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Coccejus και Bengel. Βαθμιαία εκκοσμίκευση του Πιετισμού. Τα μόνιμα προτερήματά του. Crusius.

1. Είσοδος

LESSING

Αναστοχασμός πάνω στην ουσία της ιστορίας. Το «πραγματικό» και το «περιεχόμενο». Δυνατές εσχατολογικές λύσεις του Lessing. Συνθηκολόγηση ως νίκη; Το υπαρξιακό. Το δοκίμιο για τον Leibniz και το εσωτερικό. Ουρανός και κόλαση.

HERDER

I. ΑΠΟ ΤΟΝ KLOPSTOCK ΣΤΟΝ HAMANN. Η μουσική ύπαρξη του Klopstock. Η μαγεία του Stilling και του Lavater. Sturm und Drang: ύπαρξη ως ιστορία. Hamann: έννοια της αλήθειας, μύθος, αναλογία, διαλογική οντολογία, δημιουργία ως εκκένωση του Θεού. Διονυσιακός χριστιανισμός.

II. Ο HERDER ΚΑΙ Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η σύνθεση του Herder ανάμεσα στον Διαφωτισμό και στο Sturm und Drang. Ανθρωπινότητα. Συνολική τελείωση και ατομική τελείωση. Υπερβατολογική ανθρωπινότητα. Ιστορική και κοσμική διάσταση γίγνεσθαι. Αποσωματοποίηση. Η ψυχή ως «εσωτερικός χώρος του κόσμου». Φωτισμός του εσωτερικού χώρου. Ιστορία ως ανάμνηση. Δημιουργική ανάμνηση. Επιστήμη του μέλλοντος. «Πίστη». Το μεταβατικό.

III. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη ως παραβολή και έκφραση της παγκόσμιας Αποκάλυψης. Το Όρος των Ελαιών ως καρδιά του κόσμου. Κόλαση και αυτοκατανάλωση του κακού. Αδυναμία και προτέρημα του νατουραλισμού του Herder.

KANT ΚΑΙ SCHILLER

I. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ KANT ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ. Το υπερβατολογικό Έσχατο του πνεύματος. Η ουσιώδης οριοθέτησή του. Σύνθεση ως προϋπόθεση της ενότητας. Το θέτον-όριο και η κλήση ως η «εορταστική μεγαλοπρέπεια».

Το τελειούμενο και το τετελεσμένο πεπερασμένο. Έσχατη Ημέρα και Κρίση ως μύθος του ηθικού. Αντινομίες της έννοιας της αιωνιότητας. «Ως εάν» και «μυστική». Η Αποκάλυψη της ψυχής ως «μυστήριο του λόγου».

Εκκεντρικότητα της σκέψης. Εξ ου και η καλυμμένη φύση όλων των ηθικών έσχατων αξιολογήσεων. Παράδοξο: το κέντρο ως όριο. Ελευθερία ως απόλυτο σημείο φυγής. Τραγικός δυϊσμός ως σύγκρουση ανάμεσα στο «ανώτατο αγαθό» και στο «ύψιστο αγαθό». Το Άγιο και ο «σπινθήρας της ψυχής». Αθανασία και Θεός ως αιτήματα. Χάρη. «Εμμένεια» των αιτημάτων. Όριο της φιλοσοφίας προς τη θεολογία. Το πρέπει-να-πράττειν και το επιτρέπεται-να-πράττειν. Υπέρβαση ως υπακοή. Το υπαρξιακό. Η ανάγκη.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ. Το μεταϊστορικό και η συγκεκριμένη θρησκεία. Το ριζικό κακό και η πραγματικότητά του.

Ενίσχυση του θεολογικού. Η «προσπάθεια του να γίνει κανείς έτοιμος». Το ασύλληπτο της χάρης.

Νέκρωση του παλαιού ανθρώπου. Άπειρη ποινή και εξιλέωση. Η ύψιστη σύνθεση «ισχύει» ενώπιον του Θεού, αλλά ποτέ δεν «είναι». Το μυστήριο παραμένει τραγικός δυϊσμός. Διαλεκτική αντί φαινομενολογίας. Κατάπτωση στο «ιδεολογικό εποικοδόμημα». Ανοιχτότητα ως ανθρωπολογική κατηγορία. Ταυτότητα ιδέας και ύπαρξης. Νόμος πάνω από το πρόσωπο. Έσχατη αιώρηση: κατάσταση επιλογής. Μεταξύ Διαφωτισμού και Ιδεαλισμού.

Εσχατολογία της ιστορίας. Νόημα της «προόδου». Ο πόλεμος ως «σοφή διάταξη». Ο δρόμος του Kant προς το εμπειρικό. Μεταξύ Herder και Hegel.

III. Ο SCHILLER ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ. Ο Schiller εισάγει το υπαρξιακό στη νέα κοσμοθεώρηση. Η ανάδυσή του από την πολικότητα Herder-Kant. Η διπλή παράδοση Leibniz: φύση και πνεύμα.

Αντικειμενική λύση: ομορφιά ως εμφανιζόμενη ελευθερία. Νέο μέσον ως το «διονυσιακό». Χριστιανική παράδοση και διονυσιακός ενθουσιασμός. Πέτρος και Κολόμβος.

Το υπαρξιακό: η νέα διάθεση ως διαλεκτική ανάμεσα σε δύο αισθήματα ζωής. Ψευδαίσθηση και απομυθοποίηση. Οι κατηγορίες του ώριμου Schiller. Διασταυρώσεις της περιοδολόγησης της ιστορίας του. Ο άνθρωπος-Κένταυρος. Λύση του Herder: οι πέντε βαθμίδες της ομορφιάς. Λύση του Kant: τραγική ύπαρξη και παιχνίδι. Η σύνθεση των δύο είναι το ανοιχτό ερώτημα προς το μέλλον.

2. Θεώρηση του κόσμου

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ


Ο καιρός: σύγκλιση της ύψιστης θεώρησης του κόσμου και της βαθύτερης ζωής του κόσμου. «Σύστημα» ως ολότητα ζωής. «Ωραίος σπινθήρας των θεών». «Κέντρο». Αυτό ως δυναμική διπλή μετάβαση. Ο ανθρώπινος λόγος ως διάλογος. Διάλογος και διαλεκτική. Egressus και regressus. «Πόνος της διαλεκτικής». Δημιουργική άρνηση και μυστική νύχτα.

Ο μύθος του Προμηθέα ως παραβολή. Το δράμα του Goethe για τον Προμηθέα. Το τετραπλό θείο μέσα σε αυτό. Αγάπη και θάνατος. Η υποταγή του Προμηθέα. Ο Προμηθέας του Herder. Schiller, ο ύστερος Goethe, F. Schlegel, Schelling, A. W. Schlegel, Fichte.

FICHTE

I. Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Πράξη ως πρώτη έννοια, Είναι ως παράγωγη έννοια. Ελευθερία ως κάτι περισσότερο από το Είναι. Ταυτότητα και σύνθεση. Αυτή ως αυτοεκλογή του πνεύματος. Πρωταρχική πράξη της φιλοσοφίας. Ανεστοχάστη βεβαιότητα ελευθερίας ως «πίστη». Δημιουργία πάνω από το σύστημα.

II. ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ. Γνώση πριν από την πράξη ή γνώση μετά την πράξη; Ύψιστη, ασυνείδητη ταυτότητα των δύο. Είναι αυτή «μορφή της ταυτότητας» ή «ύψιστη ζωή»; Αφετηρία της Θεωρίας της Επιστήμης. Κανένα από τα δύο, αλλά «εποπτεία» —πραγματική μορφή.

Ο Θεός τόσο απείρως πάνω από αυτή την πραγματική μορφή —επειδή η ταυτότητα είναι πάνω από τη σύνθεση— όσο και κάτω από αυτήν —επειδή η ζωή, όχι η σκέψη, αγγίζει Αυτόν. Αυτό το διπλό ως θεμελιώδες παράδοξο του Fichte. Η πρώτη όψη υπερισχύει στην πρώτη περίοδο. «Αθεϊσμός». Προηγητικότητα της ιδέας έναντι του Είναι ως προηγητικότητα του ζήλου ή του θεμελίου; Ελευθερία της φανέρωσης ή ελευθερία της έντασης;

Αμοιβαία πρόβλεψη του Απολύτου και του Σχετικού ως χαρακτηριστικό του πεπερασμένου πνεύματος. Η σχέση του Θεού προς αυτό: χριστιανισμός και ιδεαλισμός. Εξίσωση της ταυτότητας του Θεού και της ταυτότητας μέσα στο μη ταυτόσημο —το πεπερασμένο.

III. ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΠΝΕΥΜΑ.

1. Θεωρητική δομή. Η σύνθεση είναι εξαρτημένη και εξαρτά το εξαρτών. Και τα δύο είναι μόνο διπλή όψη του ίδιου: πραγματική και ιδεατή γένεση του πνεύματος. Πρόταξη της τελευταίας. Ωστόσο αντίφαση, επειδή η μορφική ταυτότητα της εγωτικότητας και η μορφική σύνθεση της σκέψης δεν είναι ταυτόσημες.

Ο κύκλος του συστήματος δεν μπορεί να κλείσει. Η αντίφασή του. Λύση μέσω της απόλυτης αυτοθέσης της ελευθερίας. Ο κόμπος που λύνεται ως κόμπος. «Μυστική δυνητικότητα». Πλωτίνος και Fichte. Ο Προμηθέας ο ήρωας.

2. Υπαρξιακή διαλεκτική. Δικόρυφος κόσμος ανάμεσα στη σκέψη και στην εποπτεία. Σύνθεση της σκέψης ως αιώρηση. Μη πραγματικότητα. «Ο ιδεαλισμός δεν μπορεί ποτέ να είναι τρόπος σκέψης». Βαρύτητα της ύπαρξης στον αντίθετο πόλο. Κατανοημένη ύπαρξη ως «αναλήθεια». «Ζειν εν υπακοή». Το παράδοξο της θεωρητικής φιλοσοφίας καθορίζει την έσχατη υπαρξιακότητα.

Έσχατη διπλή στάση: διαβλέπειν και οικειούσθαι. Σύνθεση των δύο: ονειρική ολότητα της γνώσης ως εποπτευμένο δέον. Η βούληση ως όριο —μέσον— ανάμεσα στον αισθητό και στον υπεραισθητό κόσμο. Ενότητα θεωρούσας έκστασης —visio beatifica— και πιστής πράξης. Αιωνιότητα ως άπειρη σύγκλιση χρόνου και αιωνιότητας.

Υπέρβαση της εσχατολογίας του Kant. Επιστήμη του μέλλοντος. Κοινωνική εσχατολογία.

IV. ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

1. Θεωρητική δομή. Η τριπλή ελευθερία. Η αιώρηση —μη πραγματικότητα— γίνεται η ίδια η υπαρξιακότητα του πεπερασμένου. Αιώρηση του κόσμου προς τον Θεό ως αιώρηση του Θεού πάνω από το θεμέλιό Του. Γνώση του 1801. Ο Λόγος ως σχήμα του Θεού. Αυτοεκμηδένιση της γνώσης ως θέαση του Είναι. Dasein —γνώση— ως είναι-έξω-από-το-Είναι. Η πραγματική διάκριση ως σημείο πηγής της φιλοσοφίας. Επιστροφή ως αγάπη.

Παραμένον παράδοξο: φιλοσοφία του προσώπου ως αποπροσωποποίηση. Κανένας «πανθεϊσμός». Πέντε βαθμίδες της παγκόσμιας διαδικασίας. Πέντε θεμελιώδεις στάσεις ως ανάβαση προς τον Θεό. «Εξάντληση» της ελευθερίας.

2. Υπαρξιακή έσχατη δομή. Υπέρβαση της δικορυφότητας πράξης-θέασης μέσα στη σύνθεση της αγάπης. Θάνατος της αισθητότητας —μακαριότητα. Επιστροφή ως «ελαφρύ πρόσθετο δώρο». Μετατροπή της θέασης σε πράξη, με «καταναλωμένη ελευθερία». Ομορφιά ως καθαρότητα. Η παραβολή του Siegfried. Υπέρβαση του «ήρωα» από το «παιδί». Υπερηφάνεια και συνείδηση αποστολής.

SCHELLING

I. Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΣ ΝΟΜΟΣ. Νέα υπαρξιακότητα: απελευθέρωση του προμηθεϊκού από το χριστιανικό. Κορυφή της ιδεαλιστικής θέασης. Προφητεία και εσχατολογία. Ανάμεσα σε Böhme-Luther και Nietzsche-Barth.

II. ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Ιδεαλισμός και Σχολαστική. Leibniz. Ιερός σπινοζισμός. Πλωτίνος και Ιωάννης. Η εφαπτομενική ταυτότητα του Fichte γίνεται ακίνητη ταυτότητα. Το θρησκευτικό γίνεται αισθητική αιώρηση. Αδιαφορία. Πλήρως επιτευγμένη «μυστική δυνητικότητα». Φιλοσοφία της φύσης ως πάντοτε προηγούμενη θέση του Θεού. Δυνάμεις. Φιλοσοφία της τέχνης ως σύνθεση. Κλειστός κύκλος. «Prometheus under Jove.»

1. Σύστημα της μυστικής δυνητικότητας. Ταυτότητα υποκειμένου-αντικειμένου. Ως ταυτότητα ταυτοτήτων. Ενότητα πριν από τη σύνθεση. Η ουσία αυτής της ενότητας: να είναι. Στο πεπερασμένο μόνο ιδεατή ταυτότητα και πραγματικο-ιδεατή σύνθεση. Ο Θεός προϋποθέτει τον κόσμο —και τον εαυτό Του. Αποκάλυψη ως ενεργοποίηση.

Άρση ως το ζωντανότερο σημείο του προβλήματος. Prima essentia et prima existendi veritas. Η τέχνη ως θέαση του κόσμου που έχει αρθεί μέσα στον Θεό. Μη αναγώγιμος διπλός χαρακτήρας της άρσης.

2. Υπαρξιακότητα. Διπλό παράδοξο της διάλυσης: εκμηδένιση ως μεταμόρφωση, θεμελίωση του προηγούμενου από το μεταγενέστερο. Ανάμεσα στον Πλωτίνο και στον Feuerbach. Βαθύτερα: Πλωτίνος και Feuerbach εναντίον Αυγουστίνου, Αυγουστίνος και Feuerbach εναντίον Πλωτίνου. Η ενδιάμεση θέση του Schelling ως δαιμονικότητα. Το είναι-έξω-από-τον-Θεό ως μηδενικό είναι. Το είναι έξω από τον Θεό ως είναι-έξω-από-τον-εαυτό και έτσι ως είναι-εν-Θεώ. Έκσταση και ένσταση. Προσωπισμός. Ο μύθος της Sophia.

Ο Θεός ως «μόλις ακόμη γινόμενος». Θεωρητική διαφάνεια, υπαρξιακή αμφισημία. «Υπαρξιακή αμφιβολία». Αυτοάρση της έννοιας της πραγματικότητας.

3. Εσχατολογία. Προμηθεϊκή κατάσταση, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή. Το αισθητικό ως έκσταση και ως δημιουργία.

Πρώτη εσχατολογία: αιωνιότητα μέσα στον χρόνο. Εντατική απειρία. Αποπροσωποποίηση. Παραίτηση. «Εμφάνιση του εκμηδενίζεσθαι» ως τέχνη. Χάρη πάνω από αξιοπρέπεια. Μελαγχολία.

Δεύτερη εσχατολογία: διαλεκτική της ελευθερίας. Πτώση αντί για εκπόρευση. Ελευθερία ως το αληθινό «μηδέν». Αιωρούμενη αδιαφορία ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Πείσμα στο ερωτικό παιχνίδι. «Η νύχτα είναι το πρώτο».

III. ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Οι Έρευνες του 1809. Σίβυλλα. Ύψιστη σύνθεση της ελευθερίας. Λόγος ως λόγος της νοσταλγίας. Γίγνεσθαι του Λόγου ως πραγματική γένεση. Ο άνθρωπος ως μέσον μέσα σε αυτήν. Άβυσσος του κακού στον Θεό, πάντοτε ήδη προ-μεταμορφωμένη. «Πρόκληση του θεμελίου». Ίλιγγος, τραγούδι του βάθους, άγχος... Το πυρ. Αποκάλυψη του κακού ως καλού.

Οι διαλέξεις της Στουτγάρδης —1810. Το θεμέλιο ως «παραφροσύνη». Η κόλαση ως βάση. Αποκατάσταση; Ο άνθρωπος ως καρδιακό μυστήριο του Θεού. Διπλό πυρ οργής και αγάπης. Σημείο του Διονύσου. Η αμαρτία ως αποκάλυψη του προκοσμικού Θεού. Ολισθηρό επίπεδο προς τον υλισμό. Οι δυνάμεις ως «δυνάμεις». Μελαγχολία ως «εσωτερική βαρύτητα της διάθεσης». Θλίψη, επειδή δεν είναι Θεός.

Το πυρ ως οριστική παραβολή. Ο Προμηθέας πυρφόρος.

3. Ζωή του κόσμου

NOVALIS

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. Υπέρβαση του συστήματος προς βιωμένη παρουσίαση. Η ολοκλήρωσή του: ηθική και αισθητική πράξη. Το βιογραφικό μέσα στο σύστημα. Οι δυνάμεις της ύπαρξης μέσα στο σύστημα. Το αποσπασματικό της ζωής.

Ο Novalis ως παιδικότητα. Βέλτιστο ανάμεσα στην ιδέα και στη ζωή ως «προ-ύπαρξη». Αυτογοήτευση. Σύνθεση ως «θαύμα». Δελεασμός προς τα μέσα. «Υπερβολικά τρυφερό για να νοηθεί».

Παιδί Προμηθέας. Μετατροπή όλου του Είναι σε Έχειν. Μαγεία. Κοσμική ανάμνηση. Ονειρεύεσθαι εκ των προτέρων —Προμηθέας. Ο ποιητής γεμίζει το άδειο σχήμα της επιστήμης του μέλλοντος. Κυριαρχεί πάνω στην παραγωγική φαντασία. Μαθηματικός ενθουσιαστής.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥ. Το ιδεαλιστικό κοσμικό ποίημα. Αποκάλυψη. Παρουσία των εσχάτων πραγμάτων. «Πυρολάτρες». Θαύμα ως Εσύ. Αγάπη. Μυστική δυνητικότητα ως η ιδεαλιστική δομή της αγάπης. Ανάμεσα στην Τριάδα και στην κοσμική αγάπη. Ανάμεσα στον μονόλογο και στον διάλογο. Sophie και Sophia. Sophie και Χριστός. «Συνθετικό πρόσωπο». Ο Genius. Maja.

III. ΜΕΤΑΞΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΖΩΗΣ. Αμφισημία όλων των εννοιών ως προ-υπαρξιακό. Η στροφή: ο θάνατος της Sophie. Υπαρξιοποίηση στο εσωτερικό του κόσμου του παιδιού. Η κρίσιμη περίπτωση της ύπαρξης ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, διάθεση της απόστασης. Καύση της καρδιάς στο «παραμύθι». Η μεταξίωση των Ύμνων στη Νύχτα. Προανάκρουσματα στον Tristan. Το βασίλειο των νεκρών. Αγώνας του μάγου εναντίον «του τρομερού άγχους». Κάθαρση σε «ήρεμη απελπισία». Το «συνθετικό παιδί». Προμηθέας Ποιητής.

HÖLDERLIN

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΝΕΑΝΙΑ. Θέση-απάντηση μέσα στον κόσμο του Novalis. Η ύπαρξη του νεανία. Σεβασμός και σιωπή. Νέο optimum ανάμεσα στην ιδέα και στη ζωή. Ουσιώδης αντιπαράθεση ανάμεσα στο χριστιανικό και στο διονυσιακό. Αποκαλυπτική ποίηση της πρώιμης περιόδου. Η εμπειρία της ανίατης ρήξης. Ο νεανίας Προμηθέας: κριτική αποδέσμευση του διονυσιακού από το χριστιανικό. Το Όλο ως «το όλο και μισό». Καύση της καρδιάς. Στροβιλισμός προς το βάθος. Εμφάνιση του «θαμμένου χρυσού». Φύση ως εμφανιζόμενη ελευθερία. Γανυμήδης και Προμηθέας. Το μέσον των δύο ως κόσμος του Genius. Ο «θείος αιθέρας». Νατουραλιστική Τριάδα. Charis. Αποκαλυπτικός ρυθμός της διάθεσης: μέθη και απελπισία. Προσωρινότητα αυτού του δυϊσμού και ερώτημα για τη «στιγμή».

II. Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ (HYPERION). 1. Ανατολή του πνευματικού ήλιου: con-solatio. 2. Απελευθέρωση από τη φύση: αυτοεμπειρία του πνεύματος ως θετική de-solatio. 3. Ενότητα των δύο πρώτων μέσα σε μυστική δυνητικότητα: η «φλεγόμενη βάτος». 4. Αγάπη της Diotima ως συγκεκριμένη μορφή. Ο καιρός ως προβάλλον Εσύ από τον κόσμο του Genius. Η ίδια η Diotima ως «κορίτσι» και «λατινικός Genius». Αποτυχία της πράξης. Έννοια του «προσβεβλημένου». Αναστοχασμός της πράξης. Αγάπη προς τους ανθρώπους ως παγκόσμιος νόμος. Πλήρης προσδιορισμός της στιγμής: αλληλοάρση ενθουσιασμού και παραίτησης. Νόμος οικοδόμησης του Hyperion: αυξανόμενη εξέγερση ως αυξανόμενη εξισορρόπηση.

Αθανασία ως διευρυμένη στιγμή. Ο Όρκος. Έσχατη σχέση ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα. Η αντίφαση στον νόμο της αγάπης.

III. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ (EMPEDOKLES). Αποφασιστική αντιπαράθεση με το χριστιανικό. Ο Εμπεδοκλής ως Μεσσίας. Προδοσία και Όρος των Ελαιών. Αποχαιρετιστήριοι λόγοι. «Δεν είμαι αυτός που είμαι». Διονυσιακή Μεγάλη Παρασκευή.

Η «ενοχή» του Εμπεδοκλή. Οι όψεις της, φαινομενικά ασυμβίβαστες. Ωστόσο μόνο διαίρεση της προμηθεϊκής τραγικότητας. Διαλεκτική ως ενοχή. Θλίψη ως θλίψη μεταμορφωμένη. Χριστιανικός και διονυσιακός θάνατος αγάπης. Εσχατολογία του Εμπεδοκλή. Η «Έρις» των κοσμικών δυνάμεων. Το πυρ της Αίτνας.

Οι έσχατοι ύμνοι ως κορύφωση της γερμανικής αποκαλυπτικής ποίησης. Τραγικότητα του προφήτη και τραγικότητα του Προμηθέα. Το άλογο. Δισημία της παραφροσύνης του Hölderlin. Patmos. Germanien. Χριστός.

SCHILLER

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ. Ωρίμανση προς την ύπαρξη του άνδρα. Η σύνθεση της Κλασικής περιόδου ως σύνθεση της σύνθεσης και της θέσης: ολοκλήρωση της ύπαρξης. Παραίτηση ως κάθαρση. Faust και ο Χριστιανός. Υποχώρηση ως «θυσία». Θυσία της κυριαρχίας πάνω στη φύση: Schiller. Θυσία της κυριαρχίας πάνω στο Εγώ: Goethe.

Ο νόμος του γέροντα: επιστροφή του θυσιασμένου ως «σοφία του γήρατος». Ύψιστη ζωντάνια της ιδέας. Παναισθητή σοφία: Jean Paul. Εκρέουσα ιδέα: Hegel.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΝΕΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ. Τα έξι δυνατά Έσχατα. Αναγωγή σε τρία: ομορφιά πάνω από την άβυσσο, μέσα στην ανοιχτή άβυσσο, μέσα στην άβυσσο που κλείνει. Δυνατότητα του τραγικού.

Ο «εντατικός» ήρωας: οι Ληστές ως Προμηθείδες. Το επέκεινα πάνω στη σκηνή. Το τέλος του Karl ως παραίτηση. Υποχώρηση προς τη «φαινομενολογία» του επέκεινα. Τέχνη ως ανθρωπολογική λειτουργία. «Τραγούδι των ιππέων».

Ο ώριμος Schiller: τρεις δυνατές ερμηνείες του πεπρωμένου. Ως εμμενής κατηγορία της ανασφάλειας. Ως το υπερβατικά ξένο. Ως μυστήριο της Πρόνοιας. Η ιδεαλιστική, αρχαϊκή, χριστιανική δυνατότητα.

III. Η ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Τα φιλοσοφικά κείμενα: μέθοδος της εμμενούς ανάλυσης. Πεπρωμένο και δεκτικότητα. Παραβολή: «οι Μαλτέζοι». Ο σπινθήρας της ψυχής ως σημείο ασφάλειας. Αυτή η υποχώρηση ως θάνατος. Κατηγορίες της ανασφάλειας. Μη οικειοποίηση του θανάτου. Νέο νόημα της σύνθεσης της ομορφιάς: τραγωδία πάνω από χάρη και αξιοπρέπεια. Συγχρόνως προπαίδεια και μεταμόρφωση της ύπαρξης. «Ενοφθαλμισμός του πεπρωμένου».

Επιστολές για την αισθητική αγωγή. Η ανισορροπία τους. Ιστορική και παραγωγική μέθοδος. Ο άνθρωπος ως το «αδύνατο»: γινόμενη θεότητα. Η ένταση Είναι-Έχειν ως έσχατο. Περιεχόμενη ολοκλήρωση μέσα σε μορφική ατέλεια ως το αισθητικό. Μυστική δυνητικότητα ως αποκαλυμμένος νόμος του ανθρώπου.

Το μέσον —ομορφιά— ως ουσιωδώς ολισθαίνον. Πρώτα κατανοείται ως ιστορικό ενδιάμεσο στάδιο. Βαθύτερα οντολογικά: αδιαφορία ανάμεσα στο μηδέν και στο άπειρο. Schelling και Heidegger. Ομορφιά της ηρεμίας και του κινδύνου. Απόπειρα γεφύρωσης. Υποκατάστατο μιας υπερβατικής ολοκλήρωσης. Το «χαριτωμένο απατηλό έργο της ελευθερίας».

Κλείσιμο προς το συνολικό νόημα: ομορφιά ως απομάκρυνση της ύπαρξης από τον εαυτό της, για να βρει τον εαυτό της. Εξ ου και προσωρινότητα. Τραγωδία ως πρόδρομος της ύπαρξης. Θεατής και σκηνή ως συγκεκριμένη μορφή της μυστικής δυνητικότητας. Προσωρινότητα ολόκληρης της υπαρξιακής οντολογίας.

IV. Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Περιεχόμενο του παιχνιδιού: ύπαρξη ακόμη μία φορά. Επιστροφή του ερωτήματος. Ο παίκτης δεν έχει χρόνο να φιλοσοφήσει. Πεπρωμένο ως αντίπαλος παίκτης.

Ο Wallenstein ως κατάσταση επιλογής ανάμεσα στις τρεις ερμηνείες του πεπρωμένου. Ο Προμηθέας ως η ανθρώπινη κατάσταση: ύβρις της διαλεκτικής. Η νοητική πραγμάτωση της ύψιστης σύνθεσης από τον Wallenstein ως υπαρξιακή αδιαφορία. Η άσκηση στην πράξη είναι μαγεία. Ήδη ενοχή. Θάνατος ως αναισθησία απέναντι στο πεπρωμένο. Παραφροσύνη. Προσωρινότητα της αρχαϊκής δυνατότητας.

V. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Η Maria Stuart ως πρώτη θετική λύση. Το να «αισθάνεται» κανείς το πεπρωμένο ως το γυναικείο. Θάνατος, «αδικία» και «εξιλέωση». Σύνθεση ως χάρη.

Η Παρθένος της Ορλεάνης. Η παρθενικότητα ως πεπρωμένο που κάθε φορά υπερβαίνεται. Φαινομενική προΰπαρξη, βαθύτερα κρέμασμα στη χάρη. Ασφαλισμένη ως ανασφαλισμένη. Η πτώση της Ιωάννας κατά τη σκοπιά του Schelling. Felix culpa κατά τη χριστιανική σκοπιά. Εσωτερική καύση ως εγκατάλειψη από τον Θεό.

Οι Μαλτέζοι. Μεθόριο αρχαϊκού και χριστιανικού: Μάλτα. Ιππότης του τάγματος ως χριστιανικός Προμηθέας. Το χριστιανικό-ηρωικό. Παραίτηση και όρκος. Ενοφθαλμισμός του πεπρωμένου ως γίγνεσθαι πνεύματος του γράμματος. Η «τυφλή» υπακοή. Η νύφη της Μεσσήνης. Το κοινωνικο-ανθρώπινο. Το καταστασιακό της πανανθρώπινης ενοχής. Ανάμεσα στους πρόποδες της Αίτνας και στη θάλασσα. Η γυμνή καμπύλη της ύπαρξης.

Επανάληψη με οδηγό την αλυσίδα παραβολών των ποιημάτων.

GOETHE

I. Ο ΧΩΡΟΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Παραίτηση ως ροή μέσα στη φύση. Εν-είναι. Διάσταση ανάμεσα στην ιδέα και στην ύπαρξη. Ερώτημα για τον υπαρξιακό δείκτη. Απάντηση ορατή μόνο μέσα από τη συμπόρευση με τον θεμελιώδη ρυθμό. Ζωή σε αυξανόμενους δακτυλίους.

Συγχρόνως από εντελέχεια και περιβάλλον. «Ένταση». Νέος εσωτερικός χώρος του κόσμου: μεταϊστορικό γίγνεσθαι ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα ως «πραγματικό γίγνεσθαι», χώρος γίγνεσθαι ανάμεσα στην ιδέα και στην ύπαρξη ως «ιδεατό γίγνεσθαι». Διασταύρωση των δύο διαστάσεων. Καμία παραγωγή, αλλά «εμπειρία» των δύο διαστάσεων του γίγνεσθαι. Μορφολογία.

Θραυστότητα του χώρου: ιδεατή και υπαρξιακή αλήθεια. Η παντογνωσία του Faust πρέπει να γίνει ζωή. Κρίσιμη περίπτωση της παραίτησης. Ανολοκλήρωτος δρόμος. Παρθένο δάσος της αιωνιότητας. Ενσωμάτωση των τριών θεμελιωδών ανθρώπινων στάσεων. Ως «μόρφωση» και «μορφώνεσθαι». Μητέρα Φύση.

Πλήρης διαλεκτική των εννοιών ως «κατανάλωση» των κατηγοριών. Αυτό είναι μόνο η αντανάκλαση του γίγνεσθαι στον χώρο της σκέψης. Το οντολογικό «άνω». Το συγκριτικό. Το εκστατικό. Διπλή διάνοιξη. Το ουσιωδώς εσωτερικό. «Μελέτη κατά τον Spinoza». Ανοιχτότητα του κλασικού. Ψευδής και γνήσια παραίτηση. Σφαιρική καμπύλωση του χώρου ζωής.

II. Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Το περιοριστικό —συγκεκριμένο— ως το διανοίγον. Ταπείνωση της γνώσης. Ηθικοί όροι της γνώσης. Το δύνασθαι-πορεύεσθαι. Το αίσθημα ως διατήρηση επαφής. Αντίθεση προς τη μαγεία του Faust. «Άγιο φανερό μυστήριο». Theoria και empeiria. Goethe και Kant. Πρωτολογία, όχι εσχατολογία.

Το υποκειμενικο-αντικειμενικό Όλο είναι το αντικείμενο της γνώσης. Το αντικειμενικό άνω ως «πρωταρχικό φαινόμενο». Η γνώση του ως παραίτηση.

Πρωταρχικό ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί. Καθ’ οδόν της σκέψης και του Είναι. «Το μεταβατικό».

Αλληλοπεριχώρηση υποκειμένου και αντικειμένου: μεταφυσική. Αριστοτέλης και Πλάτων. Γίγνεσθαι ως αδιάλυτη ενότητα ενέργειας-δύναμης. Ούτε προμορφισμός ούτε επιγένεση. Αντίθεση προς τον Bergson, τον Husserl, τον Kant: καμία καθαρή ικανότητα ιδεατοποίησης. Δεκτικότητα ως αυθορμησία. Φθαρμένη χρήση των κατηγοριών ενέργειας-δύναμης. Προσφυγή σε αισθητικές και ηθικές κατηγορίες. Η λέξη «καθαρό» στον Kant και στον Goethe.

Ύλη και μορφή. Η «βιασύνη» του Αριστοτέλη. Ο Πλάτων βαθύτερος. Μέθεξη και υπαρξιακότητα. Πολικότητα και ανύψωση. Απέχθεια προς το μαθηματικό. Πολλαπλότητα και ενότητα στο άτομο. Ενότητα ως ενεργητική άνοδος. Αμφίβολη ταυτότητα του τύπου. Πρωτέας.

Ένταση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Ανύψωση ως κάθετη πολικότητα, πολικότητα ως οριζόντια ανύψωση. Οριστική υπέρβαση της μυστικής δυνητικότητας. «Θεός-Φύση» και «Θεός και Φύση». Η οριζόντια πολικότητα ως μη αναιρέσιμη αναγκαιότητα. Αναλογία. Το «υπερζών» του Euphorion. Ρυθμός αναπνοής.

Οι δύο βασικές έννοιες. Η αντικειμενική: σύμβολο. Ως σημαντική μορφή, θαύμα, μυστήριο. Πίστη και θέαση ένα. Η υποκειμενική: σεβασμός. Ως προϊόν της ολοκλήρωσης. Η έννοια της αγάπης στον Scheler. Το aperçu. Παιδαγωγική της σιωπής. Βαθύτατη σχετικότητα της αλήθειας.

III. ΤΟ ΗΜΙΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Το «μέσον» ως παραίτηση ανάμεσα στη θεωρησιακή σκέψη και στην ακριβή έρευνα. Αντικείμενα της μέσης θρησκείας. Μέσον των τριών μορφών θρησκείας στα Χρόνια περιπλάνησης. Μέσον του γίγνεσθαι. Διπλή διαφάνεια: προς άμορφη αρχέγονη βάση —«Μητέρες»— και προς απρόσιτο τέλος —«Θεός». Η ημιπραγματικότητα του μέσου, αισθητική μη πραγματικότητα. «Αιωρούμενα μορφώματα». Φυσική επιστήμη και τέχνη. Σύμβολα της ημιπραγματικότητας. Αντίστοιχα η πλευρά της ενέργειας: αμφιβολία του «καθαρού». Η αισθητική στάση απέναντι στην ύπαρξη. Η κριτική του Kierkegaard στον Goethe.

«Μόρφωση» ως εγγύτερος προσδιορισμός του μέσου. Αισθητικά ως διαμόρφωση-κατά-τι. Ενεργητικά-θρησκευτικά ως αυτοδιαμόρφωση. Η έννοια του λεπτού. Τακτ και σεβασμός.

Αντικειμενική εσχατολογία: το αξιολογικό έως την παρούσα visio. Όχι πίσω από το πρωταρχικό φαινόμενο. Χρωματιστή ανταύγεια. Χιούμορ ως κάλυψη. Ο πρόλογος του Epimenides. Το Divan. Ατομική εσχατολογία. «Αξίωση». «Ανώτερο και ύψιστο».

IV. Ο ΠΛΗΡΗΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΤΗΤΑΣ. Δυνατός μόνο μέσω ανάλυσης του ποιητικού έργου. Δυναμική θεώρηση της φόρμουλας του «δημόσιου μυστικού». Άνοδος ως κατανάλωση του αντικειμένου. Υπεροχή της ανάτασης και της πράξης έναντι της παράστασης και της θέασης. Κεκλιμένο επίπεδο και πτώση προς τα πίσω. Άγχος ως βάθος του θαυμασμού. Καταρράκτης του Ρήνου και Αίτνα. «Το αιώνια κενό». «Στο μηδέν σου ελπίζω να βρω το Όλο». Ολίσθηση του αισθητικού μέσου. Θεμελιώδης ρυθμός της Κλασικής περιόδου. Χορός και λατρευτική ευλάβεια. Χριστιανισμός. Πλωτίνος. Το «παραμύθι» ως Αποκάλυψη. Η πράξη της Helena. Το διονυσιακό ως βάση. «Φαίνεσθαι» και «εμφανίζεσθαι». Ο Πέτρος πάνω στα νερά.

V. ΑΠΟ ΤΟΝ WERTHER ΣΤΟΝ TASSO.

Werther: Οι θεμελιώδεις τάσεις αδιείσδυτες. Πρόωρη εμφάνιση της ολότητας. Φύση-ζωή. Αντί οδού, κατάσταση. Διαλεκτική —ως φθαρμένη χρήση— ανάμεσα στον Albert και τον Werther. Παρανόηση της υποκειμενικότητας. Φυγή στη φύση και στην παιδικότητα ως δήθεν ολότητα. Αποκάλυψη της «αμόρφωτης» ψυχής. Μυστήριο του Όρους των Ελαιών.

Iphigenie: Η επιτυχημένη μόρφωση. Θεμελιώδης φόρμουλα της Κλασικής περιόδου. Ο εσωτερικός χώρος του κόσμου ως χώρος του γένους. Τάνταλος και Προμηθέας. Η άνοδος ως εξιλέωση. Ορέστης: Νέκυια της υποκειμενικότητας. Χάρη μέσω της βαθύτερης δοκιμασίας της Ιφιγένειας. «Η αναπνοή πνιγμένων Τιτάνων». Μετριασμός και παροχή μέτρου. Σύνθεση της σύνθεσης και της θέσης.

Tasso: Η «μόρφωση» και το «καλλιεργημένο». Goethe και Hegel. Το αφηρημένο μέσον του Tasso: εξίσωση υποκειμένου-αντικειμένου. Η «σημαντική», παραγωγική υποκειμενικότητα. Εντατικοποιημένος Werther. Εξαναγκασμός του «εσχάτου πράγματος». Βεβιασμένη τραγικότητα. Πικρία του Tasso. Έσχατη Κρίση και προτελευταίος κριτής. Υπόλοιπο πρόβλημα.

VI. FAUST. Ως περιπλάνηση του γίγνεσθαι-είναι στον σφαιρικά καμπυλωμένο χώρο της ύπαρξης. Αφετηρία στην υποκειμενικότητα του Werther. Οι ύμνοι της νεότητας. Ο Μεφιστοφελής και ο Κύριος. Ανορθολογικότητα του συμφώνου. Ανάμεσα στη μαγεία και στη διάχυση. Το Πνεύμα της Γης ως κατώτερη δύναμη του μακρόκοσμου, ως «αλήθεια» της παρούσας υποκειμενικότητας του Faust. Προσωρινότητα και κατάρρευση. Το μαγικό στην απόπειρα θανάτου: κατάσταση Homunkulus. Το επίπεδο του πασχαλινού ύμνου. Η τριπλή νοσταλγία. Η ιδωμένη ολότητα καταληπτή πρώτα ως αντίφαση. Μετάθεση της νοσταλγίας. Πράξη ως φως της οδού.

Faust και Μεφιστοφελής. Προσκήνια της αντίθεσης. Παρασκήνιο: καθαρή και ακάθαρτη υπέρβαση. Δισημία της φλόγας. Πρόδηλο νόημα του στοιχήματος. Παρανόηση του Faust.

Το διπλά παραβολικό του διακυβεύματος. Το στοίχημα υπερβαίνει τόσο τον Faust όσο και τον Μεφιστοφελή. Το «φαουστικό» συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του Μεφιστοφελή. Αυτός πρέπει κυριολεκτικά να εμποδίσει τη «στιγμή». Διαλεκτική και αμφισημία. Διαλεκτική εξάντληση. Σύστημα και αφορισμός. Ρητό ως σημείο.

Gretchen. Η ημιπραγματικότητα του δεύτερου μέρους, ωστόσο πιο πραγματική από το πρώτο. Κρυμμένη φύση της αληθινής του υπαρξιακότητας. Η υπόθεση του χαρτονομίσματος και η οδός προς τα μέσα. Homunkulus και κλασική Βαλπούργια Νύχτα ως σύμβολα της υπαρξιοποίησης. Αναγκαία απουσία της σκηνής της Περσεφόνης. Manto και η Μέδουσα. Helena και Μεφιστοφελής. Euphorion και το όριο της αισθητικής δύναμης. Το σύννεφο: ύψιστη θετικότητα του Ωραίου. Ανώτερη πράξη και βαθύτερη μετριοφροσύνη. Πλήρης υπέρβαση της σύνθεσης. Διαχωρισμός του αντικειμενικού και του υποκειμενικού Εσχάτου. Νόμος της αστοχίας ως ύψιστη υπαρξιακότητα. Λύση του στοιχήματος. Αποκάλυψη του «Θεός-Φύση».

Έσχατη μη λύτρωση της παραίτησης. Ανυπόφορο του νόμου της παραίτησης. Δάκρυα. «Ελεγεία του Marienbad». Καύση της καρδιάς. «Ο Θεός και η Μπαγιαντέρα». «Μακάρια νοσταλγία». Διπλό Έσχατο της Pandora. Mater Gloriosa.

JEAN PAUL

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΓΗΡΑΤΟΣ. Νόμος της σοφίας του γήρατος. Χιούμορ. Αποκάλυψη της ψυχής ως θεμελιώδες θέμα. Στάση προς τον Fichte. Η αλήθεια είναι το Όλο. Herder, όχι Goethe. Το αφοριστικό και το έμμεσο. Θραύση του γκαιτικού νόμου της μόρφωσης. Αλληγορία αντί συμβόλου. Ωστόσο δεξιοτεχνική συμβολική τέχνη. Τα πάντα είναι έκφραση. Νέο νόημα της «μόρφωσης». Όχι φυγή από τον κόσμο, αλλά πλατωνισμός.

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ. Οδός προς τα μέσα. Vineta. Θραυστότητα. Η εσχατολογική διάσταση δεν είναι ουσιακή προσέγγιση προς τον Θεό, αλλά μόρφωση της αγάπης. Το Εσύ. Αλληλοκαθρέφτισμα μέσα από καλύμματα. Άρωμα, όχι εικόνα. Τάφος της καρδιάς. Το optimum της αποκάλυψης δεν είναι η μέθη. Η στιγμή ως το πνεύον. Σύνθεση της ευτυχίας της ζωής ως αντίφαση. Μουσική. Ερμηνεία της νοσταλγίας. Αδυνατότητα παράστασης της δυνατής ολοκλήρωσης. Ο νόμος της νοσταλγίας ως εξαναγκασμός προς αυτοάρση.

III. ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ. Οι αποδείξεις της αθανασίας. Η τέχνη οδηγεί μπροστά στην κατάσταση της αθανασίας. Ποιητής και φιλόσοφος. Η «απόδειξη» πρέπει να είναι υπαρξιακή ανάλυση μιας κατάστασης. Παρουσίαση της «πίστης στον αφανισμό». «Λόγος του νεκρού Χριστού». Υπάρχει γνήσια αγάπη χωρίς αιωνιότητα; Ύψιστη διαμόρφωση του ερωτήματος στον «Leibgeber». Σατιρικός αποκαλυπτής και αγαπών καλυπτής. Η παραφροσύνη του ως υπαρξιακός φιχτιανισμός. Κρίση πάνω στον μύθο της Sophia. «Να αγαπάς την αγάπη». Διαλεκτική του χιούμορ. Μη άρνηση της παραφροσύνης. Υπέρβαση του Hölderlin. Ο χρόνος ως holocaustum της αιώνιας καρδιάς. «Ένστικτο» της αιωνιότητας.

Το πώς της επέκεινα ολοκλήρωσης. Προσέγγιση ή άλμα; Υποκατάστατο της χριστιανικής ανάστασης; Η ποίηση επιχειρεί μια υπαρξιακή παροντοποίηση της μετάβασης. Αγάπη-δίψα και αγάπη-πόση.

IV. Ο TITAN ΩΣ ΑΝΤΙ-TITAN. Η «συγκεκριμένη αφαίρεση» ως αρχόμενη Αποκάλυψη. Υπερβατολογικός πόνος ως σημείο στροφής της ύπαρξης. Αντίθεση προς τη μυστική δυνητικότητα. Αντιστροφή της «φλεγόμενης βάτου». Όσο βαθύτερη αποξένωση, τόσο βαθύτερη γήινη αγάπη. Πυρ της πίστης. Αοπλότητα. Παθητική Αποκάλυψη. «Αρρώστια προς ζωή».

Το κακό. Πετρωμένη καρδιά. Θεατρίζουσα καρδιά. Το υποκατάστατο της αγάπης: Roquairol. Θάνατος και ανάσταση του Siebenkäs. Το μπουρλέσκο ανάμεσα στον Διαφωτισμό και στον προμηθεϊσμό. Το χριστιανικό μέσα σε αυτό. Θάνατος της Liane. Ο έσχατος νόμος της αγάπης: να προκαλεί πόνο. Titan ως Anti-Titan. Αιώρηση πάνω από την Αίτνα. Ιδεαλισμός ή χριστιανισμός; Τα αερόστατα.

HEGEL

I. ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ. «Θέλε τη μεταβολή». Το δοκιμαστικό πυρ. Έσχατο νόημα του αποκαλυπτικού στον γερμανικό ιδεαλισμό. Αναστοχασμός της «ζωής του κόσμου» ως σοφία του γήρατος. «Η ματαιότητα λαμβάνεται πλέον στα σοβαρά». Ειρωνεία της υπομονής. Σύστημα ως καύσιμο της φλόγας.

II. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ.

1. Μορφική στάση σκέψης. Προϋποθέσεις. Αντιστοιχία των ιδεατο-πραγματικών —σελλινγκιανών— και των υπαρξιακών δυνάμεων. Οντολογική απόδειξη του Θεού. Φαινομενολογία και Faust. Το θάρρος της εγκατάλειψης. Κανένα μέτρο. Φόβος μήπως σφάλλει κανείς ως σφάλμα. Αλήθεια ως συμβολή αντιφάσεων. Μέσον ανάμεσα στη φιλοσοφία της ουσίας και στη φιλοσοφία της ύπαρξης. Συγκεκριμενότητα ως con-crevisse. Tasso. Φαντασία και μόρφωση. Ο χώρος ζωής του Goethe ως χώρος σκέψης του Hegel. Μυστήρια της ουσίας. Fichte και Hegel.

2. Περιεχομενική Αποκάλυψη. Περιεχομενική ανύψωση και εντατικοποίηση ρυθμού. Φθορά των κατηγοριών. Ανα-γνώριση ως λίθος δοκιμής του ιδεαλισμού. Πραγματική ταπείνωση. Κύριος και δούλος. Φυσιογνωμική ως αποτυχημένη Αποκάλυψη. Αυξανόμενες μορφές αυτοεκκένωσης. Αγάπη ως μυστική δυνητικότητα. Το προηγούμενο του μέσου. Κράτος. Θρησκεία. «Υπερβαίνοντας προς εμένα». Πνεύμα. Hamann. Αποκάλυψη του αποκαλύπτειν. Αγάπη ως το αποκαλυπτικό. Τριάδα. Πανθεϊσμός ως μορφή υποκειμενισμού. «Εγώ είμαι ο αγώνας».

III. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ.

1. Η πλευρά του θανάτου. Η θλίψη του τελείου και η θλίψη του να μην είναι κανείς Θεός δεν είναι ο καθαυτό θάνατος. Πρωτέας του αρνητικού. Ο θεμελιώδης προσδιορισμός του προϋποθέτει τον Schiller και τον Goethe. Διαλεκτική. Θάνατος και πόνος. Θάνατος και ταφή. Σκέψη ως ανώτερος θάνατος. «Η τεράστια δύναμη του αρνητικού». Η εκάστοτε ιδιαίτερη αρνητικότητα του «Πατέρα», του «Υιού» και του «Πνεύματος».

Ο Λόγος και ο κόσμος. Ενοχή. Αλήθεια και ψεύδος στην αμαρτία. Χριστός. Σταυρός και Κράτος. Ελευθερία μέσα στο ήθος της αναχώρησης. Ο Hegel μέσα στη γερμανική παράδοση του «δαιμονικού Θεού».

2. Η πλευρά της μεταμόρφωσης. Το μορφικά-εσχατολογικό: κοσμοϊστορική κρίση εμμενής στην ιστορία. Αλλά αυτό το αξιολογικό είναι ένταση. Η κάθετη τελεολογία, η αδυνατότητα παράστασής της. Η αθανασία, η «παράστασή» της. Η «αλήθειά» της είναι η πλευρά της μεταμόρφωσης της άρσης. Στον Χριστό όλοι οι άνθρωποι έχουν θεωθεί. Υπαρξιακός προσδιορισμός αυτής της άρσης. Η Φαινομενολογία ως αποκάλυψη, όχι εξάλειψη. Μεταμόρφωση του ατομικού ως ατομικού. «Το μυστικό είναι το θεωρησιακό». Το τέλος της Φαινομενολογίας. Μεταφυσική της θυσίας.

IV. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ο ΘΥΣΙΑΣΤΗΣ. Γνώση ως εξουσία πάνω στην αγάπη. Η «λογικότητα» της θυσίας. Προσωρινότητα της εξωτερικής αποκάλυψης και της «πίστης». Η θυσία ως «απόλυτη πανουργία». Ιριδίζουσα υπαρξιακότητα. Το αντικειμενικό Έσχατο και το παρατηρητήριο. Το «υπερβαίνειν» και η «υπέρβαση». Το Άγιο ως το κενό. Η Τριάδα του Hegel είναι imago Trinitatis. Εκκλησία και Κράτος. Η θυσία του Προμηθέα.

4. Λυκόφως των Θεών

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ

I. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΒΟΛΗ. Η στρογγύλωση του προμηθεϊκού κύκλου και η διάρρηξή του. Εκβολή στη νύχτα. Κόσμος λυκόφωτος των θεών. Κατάσταση επιλογής ανάμεσα σε χριστιανικό ή μη χριστιανικό ανορθολογισμό.

Baader. Στάση προς τον Hegel. Η αλήθεια είναι Κάποιος. Το προσωπικό ως ο γνήσιος πυρήνας της «άπειρης προόδου» και του γκαιτικού «εσωτερισμού». Ο Θεός πάνω από ενεργητικό και παθητικό. Η προσωπική κατοίκηση.

Τριπλή «νύχτα» ως Έσχατο: ως μη σύλληψη της ίδιας της καταγωγής και ως πειρασμός. Ως «σωματοποίηση» κάθε κτίσματος και η θεμελίωσή του από το διφορούμενο θεμέλιο —Θεός και Μηδέν. Ως πραγματική πτώση. Δαιμονολογία, ουσία του κακού. Αναλογική οντολογία. «Συγκεκριμένη αιωνιότητα». Ιδέα παγκόσμιας κρίσης.

Εκβολή της μυστικής του F. Schlegel και του Novalis. Η επιβίωση του Baader στη ρωσική αποκαλυπτική.

II. Η ΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΒΟΛΗ. Σκοτεινή ανάστροφη πλευρά του ιδεαλισμού. Από τη διαλεκτική της διάθεσης. Απόπειρες να συγκρατηθεί η εισβολή της νύχτας: Kant, Fichte, Schelling, Hölderlin, Jean Paul. Goethe.

Ο Abdallah του Tieck. Wackenroder. Hoffmann. Το Donatoa του Sonnenberg. Kleist και το Dasein προς θάνατον. Η μεταφυσική του θανάτου στον Schopenhauer. Κατάρρευση της μυστικής δυνητικότητας σε χωρίς ένταση ενότητα των άκρων. Η απόλυτη παραδοξότητα αυτής της μεταφυσικής. Το δράμα του πεπρωμένου.

HEBBEL

I. Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. Πτώση στην «καθημερινότητα». Ρεαλισμός. Κατασκευή του αισθήματος του κόσμου του από την αποσύνθεση της διαλεκτικής: αντί της «προσπάθειας της έννοιας», χωρίς ένταση ενότητα των άκρων: ανάκτηση της δομής του Διαφωτισμού. Υπαρξιακή ενότητα «σπαραγμού» και αυτοϊκανοποίησης. Η αδιαμεσολάβητη αλληλοπεριχώρηση της κοινωνικής και της ατομικής εσχατολογίας, χωρίς ένταση, άρα χωρίς σχέση.

II. Η ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ. Η ιδέα της εξέλιξης στον Schleiermacher. Η «εσχατολογική τρύπα». Πτώση προς τον Feuerbach. Δαρβινισμός. Υλιστική εσχατολογία. Νατουραλιστική εμπειρία του επέκεινα. Πνευματισμός. Η μέθοδος της αναλογίας του G. Th. Fechner. Η σοσιαλιστική εσχατολογία. Θυσία του ατόμου. Πίστη. Ο ανώνυμος Μεσσίας. Το ουτοπικό. Herzen και Bakunin.

III. Η ΚΑΘΑΡΑ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ. Παράδοξη σχέση προς το τελεολογικό. Το «βεβιασμένο ταλέντο» ζει από την «απροσιτότητα του ιδεώδους». Ρομαντική ειρωνεία, εσχατολογική φάρσα. Το Bimini του Heine. Το Orplid του Mörike. Κοσμικός πόνος και φθινοπωρινή επιχρύσωση του κόσμου. Μύθος του ζωντανού θαμμένου: Keller, Heine, C. F. Meyer. Η στιγμή του Platen.

IV. Ο ΠΑΝ-ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ HEBBEL. Η δραματική κατάσταση του Hebbel ως έκφραση της διαλυμένης διαλεκτικής. Ενοχή ως κατάσταση του Είναι. Αμηχανία μπροστά στο έσχατο ερώτημα. Διέλευση όλων των λύσεων. Παράδειγμα: πρόβλημα της αθανασίας. Εγγύτητα προς το υλιστικό. Όραμα του Άδη.

Κλειόμενη υπαρξιακότητα της περατότητας μπροστά σε αβέβαιο υπόβαθρο. Μεταφυσική των ποιημάτων: από τον τρόμο του Θεού προς το μυστήριο και το άρωμα του Θεού στον κόσμο. Στροφή προς το δράμα.

Judith. Προμηθεϊκός παντραγισμός: δοξολογία της αναγκαίας ενοχής. Αναλυτικό δράμα και δαιμονικότητα. Η δαιμονική εικόνα του Θεού στο βάθος. Το εσχατολογικό ως έκφραση της απόλυτης σοβαρότητας.

Genoveva: μόνο φαινομενική διαύγαση. Ο Golo, όχι η Genoveva, ως φορέας του προβλήματος. Μπαρόκ αποδέσμευση. Εξευγενισμός του δαιμονικού στα κλασικά δράματα ως απόλυτη σοβαρότητα.

Herodes und Mariamne, Gyges und sein Ring, Die Nibelungen: παραλλαγή του προβλήματος της εξασφάλισης μέσω μαγείας. Φαινομενικά ριζική περατότητα της κατάστασης, αλλά διασταυρούμενη από το «μυθικό» και το «κοσμοϊστορικό». Με αυτό αυτοάρση της υπαρξιακότητας. Το χριστιανικό στους Nibelungen.

Η οξεία δυσαρμονία του Moloch. Η «Κωμωδία του μέλλοντος»: μοτίβα μιας «εμπειρικής» εσχατολογίας. Η δισημία του μεταφυσικού ερωτήματος επενεργεί εκ νέου στο ηθικό των δραμάτων. Δαιμονικότητα της διεστραμμένης παγκόσμιας κρίσης.

WAGNER

Ο μύθος του Ahasver ως παραβολή του χρόνου: κατάρα της χωρίς ένταση ενότητας τελεολογικο-κοινωνικής και αξιολογικο-ατομικής εσχατολογίας: αθανασία ως αδυναμία θανάτου. Ο Ahasver ως Προμηθέας. Μύθος του απρόσωπου. Το άγονο της ποίησης περί Ahasver.

Η μυθική του Wagner, παραχώρηση στο πνεύμα της εποχής. Η μουσική ως ίζημα. Υποκατάστατο ύπαρξης. Ο Ahasver κρυμμένος σε κάθε μουσικό δράμα. Ο ιπτάμενος Ολλανδός: τα έσχατα πράγματα ως λυρικά αμοραλιστικές έννοιες και αξίες. Η προβληματική του Δαχτυλιδιού: Wotan —Θεός— και το «άβυσσο θεμέλιο»: πνεύμα και ζωή. Δυϊσμός εντατικοποιημένος πέρα από τον Schelling. Το ίδιο το Είναι είναι ενοχή και δράμα. Η εσχατολογική συμφιλίωση, ο ελεύθερος ήρωας ως μέσο προς αυτήν. Υπερδύναμη του «θεμελίου» ως πεπρωμένο, παθητικότητα του Wotan. Ο ήρωας —Siegfried— ως νέο κέντρο του κόσμου. Αδιέξοδη διαλεκτική του Wotan, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να στέκεται υπέρ και κατά του Siegfried. Το μιδαίο πεπρωμένο του ιδεαλιστικού Θεού. Ο ήρωας ως ανόητος. Ο Wotan ως δεσμευμένος Προμηθέας και ως Ahasver. Η ανάληψη του άγχους.

Το τριπλό εσχατολογικό νόημα του τέλους της Götterdämmerung: 1. Καθαρός θετικισμός. 2. Καθαρός βουδισμός. 3. Πανκαταναλωτική φλόγα, το διονυσιακό. Αυτή η ιριδίζουσα υπαρξιακότητα στο Έσχατο ως διάλυση. Συμβολικό τέλος του ιδεαλισμού.

5. Η μονομαχία

KIERKEGAARD ΚΑΙ NIETZSCHE

I. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ. «Ο Θεός είναι νεκρός». Άνθρωπος-μαριονέτα. Φωτιά μέσα στη νύχτα. Kierkegaard και Nietzsche: το πεπρωμένο. Η ιδέα. Ο κοινός εχθρός. Αγωνιστική ύπαρξη. Το υποκειμενικό είναι η αλήθεια. Η απόφαση. Οι προφητείες.

Το βάθος της έχθρας. Το σημείο του Σωκράτη. «Αμεσότητα» και «υπάρχειν». «Υπέρβαση» και «διαλεκτική». Ιδεαλιστικές παραδόσεις. Διαλεκτική της εμμένειας. «Άγχος» και «ευτυχία».

Εντατικοποίηση της απόστασης. Kierkegaard: το υποκειμενικό είναι η αναλήθεια. Το ιστορικό της εμμενούς και της χριστιανικής θρησκείας. Nietzsche: υπερ-ιστορία ως τελική ιστορία. Η «ζωή» και ο «μεμονωμένος». «Υπεράνθρωπος» και «υπερ-φύση». Το «παράλογο» και το «ουτοπικό». Το μυθικό. Kierkegaard: πάθος του πάσχειν ως προσδιορισμός και των δύο σταδίων. Nietzsche: διαλεκτική αγάπης και δύναμης ως προσδιορισμός του μοναδικού σταδίου. Ένταση. Πέρα από το καλό και το κακό. Αγάπη που εκρέει ή αγάπη που σπαταλιέται; Θυσία του Θεού; «Ο Θεός είναι νεκρός» ή «ο Θεός πέθανε στον Σταυρό»;

II. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ. Σώμα με σώμα των υπάρξεων. Εσωτερική σκηνή. Κοινή εκκίνηση: οδός προς τα μέσα. «Πειραστής Θεός». Αλήθεια-μυστήριο. Κάθοδος στους κύκλους της κόλασης. Αγώνας για τη μάσκα. Τεχνική της αποκάλυψης. Αποκάλυψη ως μάσκα. Το νευρωτικό. Απελπισία και πίστη. Και πάλι Σωκράτης. Αλήθεια του πέπλου. Ανταλλαγή όπλων.

Nietzsche: η απομυθοποίηση ως ψευδαίσθηση είναι αλήθεια, μονισμός της ζωής. Kierkegaard: ο διάλογος είναι η αλήθεια της διαλεκτικής αληθούς-ψευδούς. Το όριο.

Nietzsche: δύναμη ως σύνθεση αγάπης-δύναμης. Kierkegaard: αοπλότητα ως σύνθεση πίστης και πείσματος. Νέες αποκαλύψεις. Ο άλαλος Θεός. Το παιδικό. Το διαλέγεσθαι αποδεικνύει την πρωτοκαθεδρία του διαλόγου. Να «αρνείται» κανείς τον εαυτό του στον Θεό: υπόβαθρα της διατύπωσης. Το υπάρχειν δεν είναι αυτοερμηνεία της ύπαρξης. Ύπαρξη ως σημείο και ηχώ. «Χειρονομιακή ύπαρξη». Αδυναμία ερμηνείας κάθε Αποκάλυψης. Ο πειρασμός του να είναι κανείς πρότυπο. Το αφηρημένο της ύπαρξης. «Νεκρός από αθανασία». Ζωοτομία της ύπαρξης. «Μόνο τρελός, μόνο ποιητής». Η απελπισία ως σημείο. Κόλαση. Χορός των σπαθιών. Φλόγα
.

ΑΚΟΥΡΑΣΤΟΣ Ο ΜΠΑΛΤΑΣΑΡ. 

ΑΦΟΥ ΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΚΟΤΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ....

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 1

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 1

Hans Urs von Balthasar

F. H. Kerle Verlag. Heidelberg, 1947

Προκαταρκτική σημείωση στη δεύτερη έκδοση

Το ότι στο εκτενές πρωτόλειό μου παραχωρείται σήμερα η δυνατότητα να εκδοθεί εκ νέου στη Γερμανία, μου φαίνεται ως μια ιδιαίτερη εύνοια της μοίρας, προς την οποία, εφόσον ενσαρκώνεται σε ανθρώπινους βοηθούς και υποστηρικτές, εκφράζω εδώ, στην ορατά πρώτη θέση, τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη. Αν η κατάσταση της εποχής υπαγόρευσε μια αλλαγή του τίτλου και έτσι, ενώ ο πρώτος τόμος αποδίδεται αμετάβλητος, προέκυψε μια ορισμένη ασυμφωνία ανάμεσα στο μοτίβο-οδηγό της αποκαλυπτικής και σε εκείνο του μύθου του Προμηθέα, που έγινε τώρα το κύριο, ζητώ γι’ αυτό επιείκεια. Το να φέρω και τα δύο σε πλήρη αντιστοιχία θα απαιτούσε μια τέτοια μεταβολή του συνόλου, ώστε δεν μου φαινόταν ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή. Αν μπορούσα να βελτιώσω κάτι στον πρώτο τόμο, θα είχα, εκτός από μικροπράγματα, προσθέσει κυρίως δύο μελέτες, για τον Stifter και για τον Marx.

Ο δεύτερος τόμος, που φέρει τον τίτλο «Διόνυσος», θα ενώσει τα κύρια μέρη του παλαιότερου δεύτερου και τρίτου τόμου, με την αφαίρεση όσων στο μεταξύ έχουν γίνει ασήμαντα.


Ο υπότιτλος του συνολικού έργου ήταν: Μελέτες για μια διδασκαλία περί έσχατων στάσεων. Παραμένει σε ισχύ και αν ακόμη δεν εκφράζεται ρητά, και αφήνει να φανεί ότι η πρόθεση αυτών των μελετών, ακόμη κι όταν δεν εγκαταλείπουν τον όρο μιας αντικειμενικής, σχεδόν αμέτοχης παρουσίασης, στοχεύει ωστόσο ευθέως στην απαίτηση και στη δυνατότητα μιας άνευ όρων απόφασης.

Βασιλεία, 1947
Hans Urs von Balthasar


Εισαγωγή

Apo-kalypsis σημαίνει αποκάλυψη, σημαίνει δηλαδή περίπου ό,τι και φανέρωση: revelatio. Φανερό όμως κείται το έξω, καλυμμένο το μέσα. Ψυχή είναι αυτό το μέσα.

«Ορμά εμπρός από τον πιο σκοτεινό θάλαμο η ψυχή και αναταράσσεται και
 μέ λυγμούς τραντάζει τα κάγκελα της γλυκιάς φυλακής...»

Η γλώσσα της είναι τώρα μόνο ένα νεύμα και μια σημειοδότηση. Και όμως είναι το νόημα και ο πυρήνας του όλου. Ό,τι είναι ζωντανό στη φιλοσοφία, στην ποίηση και στη θεολογία παίρνει τον δρόμο προς τα μέσα, τον οποίο ο Novalis ονόμασε μυστικό. Το επίπεδο της καθημερινότητας μένει πίσω όλο και πιο διστακτικά, η αυξανόμενη φωτεινότητα του πραγματικού θαμπώνει τις έννοιες, ξεσπούν ακτίνες που τα όργανα της αντικειμενικότητας δεν μπορούν πλέον να συλλάβουν: μέσα σε αυτή τη μυστικότητα ο κόσμος γίνεται ανοίκειος, μέσα σε αυτή την αποκάλυψη αποκαλυπτικός. Δεν υπάρχει ζωντανή πνευματικοεπιστημονική δραστηριότητα που να μην πέφτει κάτω από το πιο πλάγιο ή το πιο απότομο φως αυτής της εσωτερικής εμφάνισης. Διότι εν μέρει η ψυχή είναι πάντοτε ήδη αποκαλυμμένη στον εαυτό της: στο αλληλοκοίταγμα ανθρώπου και περιβάλλοντος αναλάμπει φως από μέσα, ένας σπινθήρας από την πιο κεντρική εστία. Αλλά το ημίφως που απλώνεται για μια στιγμή αρκεί ακριβώς για να δείξει τη σκοτεινή είσοδο προς το καθαυτό φως.

«Αλλά το κατέβαλες; Δεν ήσουν πάντοτε ακόμη διασκορπισμένος από την προσδοκία, σαν όλα να σου ανήγγελλαν μια αγαπημένη;»¹

«Αποκάλυψη της ψυχής» είναι γι’ αυτό μόνο μια πιο συγκεκριμένη λέξη για την εσχατολογία. Αυτή είναι η διδασκαλία περί του «Εσχάτου», περί του τελευταίου, του ακρότατου. Κάθε γνωστικό πεδίο έχει κατ’ αρχάς ένα τέτοιο έσχατο, και το να μην το υπερβαίνει το επιτηρεί η μεθοδολογία των επιστημών. Αλλά αυτά είναι πάντως σχετικά έσχατα, που παραπέμπουν σε ένα τελευταίο και απόλυτο, όπως κάθε εσχατολογία παραπέμπει σε έναν Λόγο περί του αιώνιου Εσχάτου. Μπορεί κατ’ αρχάς να φαίνεται ότι η φιλοσοφία, της οποίας το αντικείμενο είναι το «είναι καθόσον είναι» και επομένως το όριο του είναι και το όριο γενικώς, ταυτίζεται με αυτόν τον Λόγο. Αλλά αν κατανοούμε την εσχατολογία ως «Αποκάλυψη της ψυχής», δηλαδή ως την οδήγηση διά μέσου προς την πιο συγκεκριμένη απ’ όλες τις πραγματικότητες, και αν από την άλλη πλευρά επιβάλλεται στη φιλοσοφία, από το ίδιο της το αντικείμενο —ακόμη και εκεί όπου είναι υπαρξιακή οντολογία—, μια αδιάρρηκτη τήρηση απόστασης, τότε τα δύο πεδία δεν μπορούν να συμπίπτουν.

Αντίθετα, μια τέτοια εσχατολογία θα χρησιμοποιήσει τη φιλοσοφία ως μέσο, χωρίς γι’ αυτό να εγκαταλείψει τους δύο άλλους χώρους που στοχεύουν κατεξοχήν στην αποκάλυψη του συγκεκριμένου: τη θεολογία ως λόγο περί του εντελώς μοναδικού Θεού, ο οποίος μιλά μόνο σε αυτόν τον άνθρωπο, όχι σε «ουσίες» ή σε «ύπαρξη», και την τέχνη, καθόσον και το δικό της μοναδικό θέμα είναι αυτό: να δείξει το πιο καθολικό μέσα στη μη επαναλήψιμη στιγμή. Καθώς λοιπόν φιλοσοφία, θεολογία και τέχνη περιτρέχουν το Έσχατο και, σαν σε μια αποκαλυπτική σπείρα, προχωρούν από έξω προς τα μέσα, από την καθημερινότητα στο θαύμα, από το πράγμα στο πνεύμα, είναι πνευματικές επιστήμες, δηλαδή εργαλεία της αυτοαποκάλυψης της ψυχής. Εδώ λέμε «ψυχή» —και όχι «πνεύμα»— όχι με την έννοια μιας απλώς «ψυχολογικής» ή και «φιλοσοφικής» πραγματικότητας, αλλά για να συναντήσουμε εκείνο το συγκεκριμένο-τελευταίο που εκφράζεται, λόγου χάριν, στη φράση «να σωθούν ψυχές» —αντί «άνθρωποι» ή «πνεύματα».

Η εσχατολογία μπορεί τότε να οριστεί ως η διδασκαλία περί της σχέσης της ψυχής προς το αιώνιο πεπρωμένο της, η επίτευξη του οποίου —εκπλήρωση, ανομοίωση— είναι η αποκάλυψή της. Το «apo» υπογραμμίζει ότι πρόκειται για μια κίνηση, μια διεργασία· το «-λογία» όμως ότι αυτή η διεργασία κινείται πραγματικά προς ένα έσχατο νόημα. Αλλά ακριβώς ως συγκεκριμένη διεργασία, αυτή η εσχατολογία δεν πρέπει καθόλου να κινείται στον αφηρημένο χώρο των ιδεών, αλλά στον ιστορικό χώρο της ύπαρξης: τελικά υπάρχει μόνο η κατάσταση αυτού του μεμονωμένου, χρονικού ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο του πεπρωμένου του.

Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να συνδεθούμε με τέτοιες διεργασίες που έχουν συντελεστεί ιστορικά, όπου όμως το «ιστορικό» ως τέτοιο είναι εξίσου λίγο αυτοσκοπός όσο ήταν και το «φιλολογικό» κ.ο.κ. Ερμηνεύοντας συγκεκριμένους ανθρώπους προς τον έσχατο ορίζοντά τους, δεν μας ενδιαφέρουν ωστόσο «αυτοί οι άνθρωποι» ως τέτοιοι, αλλά ο ορίζοντας του ανθρώπου γενικώς· και αυτό το «γενικώς» μάς οδηγεί πάλι έξω από τον χώρο της ιστορίας και πίσω στον χώρο των ιδεών.

Αν λοιπόν χαρακτηρίζουμε συγχρόνως αυτή την εσχατολογία ως μια «διδασκαλία περί εσχάτων στάσεων», τότε βρίσκεται κοντά η κατηγορία ότι περιορίζουμε αυθαίρετα την παραδοσιακή έννοια της εσχατολογίας στο καθαρά υποκειμενικό. Σε αυτό πρέπει κατ’ αρχάς να απαντηθεί ότι στη διαδικασία της Αποκάλυψης, περί της οποίας πρόκειται, οι συναντήσεις της ψυχής, μέσα στις οποίες και μόνο αυτή αποκαλύπτεται —περιβάλλον, πράγματα, άνθρωποι, ιστορία, Θεός— δεν σημαίνουν καθόλου «μέσα» τής αυτοπραγμάτωσής της, αλλά πεπρωμένα, μέσα στα οποία αυτή είναι πάντοτε ήδη τοποθετημένη και τα οποία μπορούν να γίνουν δικά της.

Όχι μόνο η φιλοσοφία του Goethe, του Schelling, του Hegel, του Husserl και του Heidegger έχει αυτόν τον αρχέγονο φυσικό νόμο της αποκάλυψης ως το καθαυτό θεμέλιό της· όχι μόνο η αντιστοίχιση εμφανιζόμενης εσωτερικότητας στον καθρέφτη του εξωτερικού είναι το πιο τυπικό στοιχείο κάθε τέχνης· αλλά ακριβώς και η θεολογία υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη της ψυχής είναι δυνατή μόνο μέσα σε μια προηγούμενη, περιβάλλουσα, «εσωτερική» και «εξωτερική» Αποκάλυψη του Θεού.

Έτσι, παρά την υποκειμενική μας αφετηρία, ανακτούμε και πάλι τη θεολογική έννοια της εσχατολογίας: η αποκάλυψη της ψυχής και η Αποκάλυψη του Θεού, μέσα στην αυστηρή τους αντιστοίχιση, είναι μία μόνο ιστορία, ως το άλμα του σπινθήρα από κέντρο του είναι σε κέντρο του είναι και, μέσα σε αυτό, διαφώτιση των κέντρων. Μάλιστα, αυτή η διάκριση ανάμεσα σε μέσο και πεπρωμένο είναι τόσο αποφασιστική, ώστε γίνεται ακριβώς και ως προς το περιεχόμενο το καρδιακό πρόβλημα κάθε πραγματικής εσχατολογίας.

Μπορούμε επομένως να απαντήσουμε περαιτέρω στην προαναφερθείσα κατηγορία ότι πράγματι κάθε «αντικειμενική» εσχατολογία είναι μόνο ένα μερικό στιγμιότυπο μέσα στην ευρύτερη αποκάλυψη της ψυχής. Κάθε αποκαλυπτικό στοιχείο στη φύση και στην παγκόσμια ιστορία, κάθε σάλπισμα σαλπίγγων, κάθε έκχυση φιαλών οργής και άνοιγμα της αβύσσου, μάλιστα όλες οι παγκόσμιες πυρκαγιές, όλες οι καταρρεύσεις και οι νέοι παράδεισοι είναι μόνο η ανοιγμένη σκηνή, η ενορχήστρωση και οι παραβολές της πραγματικής Αποκάλυψης, εκείνης του ανθρώπου. Και υπό αυτή την έννοια η αφετηρία από το υποκειμενικό, όσο κι αν πρέπει να επεκταθεί στο αντικειμενικό, είναι πάντως η αποφασιστική· η εκκίνηση μιας εσχατολογίας από τη «στάση» της ψυχής απέναντι στο έσχατο πεπρωμένο της, απέναντι στη δυνατή ολοκλήρωσή της, είναι ορθότερη και βαθύτερη από την εκκίνηση από «αντικειμενικές» τελικές δυνατότητες.

Έτσι, από τους δύο δυνατούς τρόπους να ασκείται εσχατολογία, έχουμε ήδη επιλέξει τον έναν: αντί της «θετικής», «αφηγηματικής», τη «μυθική», «υπαρξιακή». Η πρώτη ασκείται ως επιστήμη ανάμεσα στις επιστήμες, ζει μέσα στο μέσο της ιστορίας, ερευνά και συλλέγει τις πηγές στις οποίες οι λαοί στοχάστηκαν περί θανάτου και μεταμόρφωσης, κρίσης, εξιλέωσης και ουρανού, τα προφητικά και άλλα έγγραφα που περιέχουν υποδείξεις για μια μελλοντική εξέλιξη τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής εσχατολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο θα συναντήσει γρήγορα την κυρίαρχη σε όλα μορφή του μύθου, θα συλλέξει τις εικόνες, θα τις ταξινομήσει και θα αναζητήσει να αποκρυπτογραφήσει το νόημά τους.

Ένα απέραντο πεδίο τέτοιων μύθων: από τις Vedas και τον κινεζικό κανόνα στη Γένεση και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, από τον Zarathustra στον ορφισμό και στη Γνώση, ρέει περαιτέρω μέσα από τον Μεσαίωνα και τις πνευματικές του αποκαλύψεις προς τον εσχατολογικό αιώνα του Luther, του Münzer και του Böhme, μέσα στα χιλιοκλάδωτα κανάλια νεότερων αιρέσεων, αντβεντιστικών, θεοσοφικών και αποκρυφιστικών συναθροίσεων κάθε χρώματος, μέσα στις εθνολογικές συλλογές μύθων, μέσα στο πλήθος των σχολίων της Αποκάλυψης, μέσα στις εκκοσμικευμένες μορφές φιλοσοφικο-εξελικτικο-τεχνικής προσδοκίας της Βασιλείας του Θεού. Το να ταξινομηθεί ό,τι η ανθρωπότητα σκέφτηκε για το Έσχατό της, αυτό θα ήταν θετική, αναφορική εσχατολογία.

Μπορεί όμως και η μεμονωμένη ψυχή, κλείνοντας τα μάτια μπροστά σε αυτή την τεράστια πίεση εικόνων, να συγκεντρωθεί μέσα στον εαυτό της πάνω στο συγκεκριμένο Έσχατό της. Πάνω στους δυνατούς δρόμους της αυτοαποκάλυψής της και, από εκεί, πάνω στους δρόμους της αποκάλυψης κάθε ψυχής. Από τα «έσχατα πράγματα», για τα οποία τώρα γνωρίζει και τα οποία τώρα την αφορούν ως παραπέμποντα στο εσώτατό της, θα ανοίξει τον δρόμο της προς το έσχατο πεπρωμένο της. Αλλά επειδή η Αποκάλυψή της ακριβώς δεν έχει ακόμη συντελεστεί, επειδή λοιπόν στέκεται ακόμη μπροστά στον εαυτό της σαν μπροστά σε μια κλειστή θύρα, μπορεί να συλλάβει και τον Λόγο του Εσχάτου της μόνο καλυμμένα. Είτε τον διατυπώνει η ίδια —στη φιλοσοφία ή στην τέχνη— είτε της λέγεται από τον Θεό ως logos Theou —στη θεολογία—, η ίδια θα μπορέσει να τον κατανοήσει μόνο μέσω εικόνων.

Αυτή η δεύτερη, υπαρξιακή εσχατολογία θα είναι λοιπόν εξίσου μυθική όσο και η ιστορική. Κάθε άμεσα ορθολογική διατύπωση περί του «Εσχάτου» είναι αδύνατη για ένα ουσιωδώς κρυμμένο συγκεκριμένο. Αγγίζει μόνο μια γενική και αφηρημένη αλήθεια, μια πραγματικότητα πραγμάτων, η οποία στην καλύτερη περίπτωση μπορεί και η ίδια να είναι πάλι «μύθος» για εκείνο που πρόκειται συγκεκριμένα να συμβεί. Αλλά εμφανίζεται ωστόσο μια θεμελιώδης διαφορά: οι μύθοι της ιστορικής εσχατολογίας, μέσα στην απεραντοσύνη τους, έχουν εκβραστεί, σαν νεκρά όστρακα, στην ακτή της ιστορίας. Και ποιος δεν γνωρίζει τον παράξενο κορεσμό, μάλιστα την κρυφή αηδία που κανείς απρόθυμα ομολογεί ακόμη και στον εαυτό του, ύστερα από μακρύτερη ενασχόληση με αυτές ακριβώς τις γοητευτικές μυθικές εσχατολογίες: με τον Ωριγένη, τον Eriugena ή τον Joachim von Floris, τον Böhme ή τον Rudolf Steiner, ακόμη και τον Πλωτίνο, τον Schelling ή τους νεότερους Ρώσους Γνωστικούς, για να μη μιλήσουμε καθόλου για τους αρχαίους;

Η δυσφορία μας είναι η συνείδηση της υπαρξιακότητας, η οποία δίνει ακριβώς το μέτρο για τη ζωντάνια της εσχατολογικής μυθικής: όσο είναι αναγκαία ως ένδυμα και έκφραση ζωντανού Dasein, τόσο επιτρέπεται η μυθική. Τα υπόλοιπα είναι «βλέμματα περιέργειας σε καλυμμένους ουρανούς». Η υπαρξιακή εσχατολογία θα λάβει ως προειδοποίηση την απάντηση του Χριστού: «Δεν είναι δική σας υπόθεση να γνωρίζετε..., την ημέρα και την ώρα τις γνωρίζει μόνο ο Πατέρας». Θα διασαφηνίσει λοιπόν τα πάντα μόνο στον βαθμό που αυτό διασαφηνίζει την κατάσταση μέσα στην οποία η ψυχή πορεύεται προς την Αποκάλυψή της.

Δεν θα βρουν πρωτίστως την προσοχή της οι δυνατές αντικειμενικές καταστάσεις ενός άλλου κόσμου —η φύση του βασανιστικού πυρός, η χρονική διάρκεια και τα είδη του καθαρμού, οι ψυχολογικοί όροι μιας άμεσης θέασης του Θεού· ή: το πότε και το πώς του τέλους του κόσμου, του ιστορικού έσχατου χρόνου, της Παρουσίας—, αλλά μέσα σε όλα αυτά και διά μέσου όλων αυτών η εκφραστική αξία για εκείνο που πραγματικά εννοείται μέσα τους: η συγκεκριμένη τοποθέτησή της μέσα στο Έσχατό της. Το νήμα που οδηγεί από την εικόνα στο εικονιζόμενο δεν πρέπει ποτέ να κοπεί εντελώς.

Γι’ αυτό ισχύει ότι η φιλοσοφία, η θεολογία και η τέχνη, όταν μιλούν για το Έσχατο, δεν μιλούν μια άμεση γλώσσα, αλλά δείχνουν και «εννοούν». Μόνο για ένα τέτοιο εννοείν πρόκειται εδώ για εμάς, όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις τρεις μορφές πνευματικής πράξης. Θα θέλαμε επομένως να μη παρουσιάσουμε ούτε το δικό μας εγχείρημα ως φιλοσοφικό, θεολογικό ή φιλολογικό με την κυριολεκτική έννοια.

Ως ιδιαίτερα κατάλληλη για τον σκοπό μας, και επειδή από τη μεταξύ τους σχέση προκύπτουν τα έσχατα ερωτήματα του παρόντος μας, εκτείνουμε τώρα μπροστά μας τη νεότερη γερμανική πνευματική ιστορία από τον Διαφωτισμό έως σήμερα —στην οποία προς το τέλος θα εντάξουμε μερικές μελέτες για ξένους στοχαστές ή ποιητές—· αυτή καταλαμβάνει τους δύο πρώτους τόμους. Η αυτοκατανόηση του ανθρώπου σε αυτήν καθορίζεται εμφανώς από το φιλοσοφικό και το αισθητικό, δηλαδή από τα πεδία που οικοδομούν αυτή την αυτοκατανόηση τονισμένα από τον άνθρωπο και προς τον άνθρωπο. Ωστόσο το αποφασιστικό ερώτημα αυτής της «ανθρώπινης» εσχατολογίας θα κινηθεί προς τον τρίτο, θρησκευτικό πόλο και από αυτόν —και μάλιστα αναγκαστικά μέσα στην αντιπαράθεση με τη συγκεκριμένη του εμφάνιση ως χριστιανισμού— θα λάβει και την αποφασιστική απάντηση και την αυτοκατανόηση: ως έσχατη συμφωνία ή έσχατη αντίθεση.

Αν θέλαμε έναν αντιθετικό τύπο για αυτές τις δύο εσχατολογίες, προσφέρεται ως ο συντομότερος και συγχρόνως ο πιο φορτισμένος με σημασία εκείνος του Nietzsche: «Διόνυσος και ο Εσταυρωμένος». «Διονυσιακή» είναι η έσχατη στάση όχι μόνο του Nietzsche, αλλά ολόκληρης της αλυσίδας από τον Hamann μέσω του Schelling και των Ρομαντικών έως τον George και τον Karl Barth. Είναι το οργανικό βάσιμο της γερμανικής ψυχής που γίνεται ακουστό σε αυτή τη λέξη. Εφόσον όμως παντού, στα όρια προς το θρησκευτικό, αντιπαρατίθεται με το χριστιανικό —αγώνας, ενσωμάτωση ή αναγνώριση—, η ουσιώδης αντιπαράθεση του «Διονύσου» και του «Εσταυρωμένου» δεν θα αρχίσει μόνον στον τρίτο, αλλά απολύτως ήδη στον πρώτο τόμο.

Το πρώτο μας καθήκον θα είναι λοιπόν να αναζητήσουμε την έσχατη στάση του γερμανικού πνεύματος με οδηγό την εσχατολογική μυθική, την οποία αυτό το πνεύμα δημιούργησε ως καθρέφτη και έκφραση της αυτοκατανόησής του. Γύρω από τον εσχατολογικό μύθο μιας χρονικής περιόδου πρέπει να αποκαλυφθεί ο καθαυτό ουσιαστικός λόγος αυτής της περιόδου· μέσα στην εικόνα, πιο καθαρά απ’ ό,τι σε κάθε αφηρημένη θεωρία, πρέπει να καθρεφτιστεί η ψυχή της εποχής. Αυτό δικαιολογεί άμεσα το ότι θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα η μετατροπή σε εικόνα μέσα στο ποιητικό-εσχατολογικό σύμβολο. Αλλά μέσα από τα λογοτεχνικά-πνευματικοεπιστημονικά ερωτήματα —συλλογή των μορφώσεων ενός μύθου, πνευματική κατανόηση της μορφής και της διαμόρφωσης του περιεχομένου— διεισδύουμε αμέσως στο βαθύτερο ερώτημα: Τι παρακινεί μια εποχή να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτόν τον μύθο —για παράδειγμα τον Προμηθέα, τον Faust, τον Don Juan, και ειδικότερα εσχατολογικά: τον Ahasver, το Λυκόφως των Θεών, τον Αντίχριστο, τον επανερχόμενο Χριστό, την παγκόσμια πυρκαγιά κ.ο.κ.— ως αυτοέκφρασή της;

Εδώ πρέπει τότε να προκύψει ένας αναπόφευκτος και γόνιμος μεθοδολογικός κύκλος: η εσωτερική κατανόηση μιας έσχατης χρονικής κατάστασης δεν θα ρίξει φως μόνο στο γεγονός ότι αυτός ο μύθος μπόρεσε να γίνει το ένδυμά της, αλλά και στο ότι στο συγκεκριμένο αυτό σημείο της βιογραφίας του έπρεπε να λάβει αυτή την —βαθύτερη— ερμηνεία. Ότι εδώ έφθασε στην αλήθειά του. Αντίστροφα όμως, αυτή η εσωτερική νικηφόρα διαφώτιση της αλήθειάς του θα υποδείξει ότι εδώ συντελέστηκε απόφαση, αποκάλυψη, Αποκάλυψη. Αυτό υπερβαίνει το πεδίο της λογοτεχνικοϊστορικής μονογραφίας και φθάνει μέσα στο φιλοσοφικό-θρησκευτικό. Στην Ιστορία του γερμανικού Shakespeare του Gundolf και στον Καίσαρα του δίνονται παραδείγματα μιας τέτοιας ιστοριογραφίας. Για εμάς όμως ο μύθος και οι μεταβολές του δεν είναι, όπως για τον Gundolf, αντικείμενο, αλλά σύμπτωμα, υπόδειξη προς μια εσωτερική κατάσταση της ψυχής. (Αυτός ο κύκλος θα έχει για την παρουσίαση το μειονέκτημα ότι η Αποκάλυψη της ψυχής δεν θα μπορεί πάντοτε να καταδειχθεί άμεσα στον μύθο· ότι επομένως μπορεί να είναι αναγκαίες εκτενέστερες αναπτύξεις, οι οποίες φαινομενικά δεν έχουν τίποτε «εσχατολογικό» καθαυτές, αλλά είναι αναγκαίες για να καταστεί πρώτα ορατό το μοναδικό αυτής της Αποκάλυψης αυτής της ψυχής μέσα σε αυτόν τον εσχατολογικό μύθο.)

Ακριβώς έτσι όμως θα γίνει για εμάς μυθικό και το πεδίο της φιλοσοφίας και των «συστημάτων» της. Η φιλοσοφία είναι προοδευτική περικύκλωση της πληρότητας του είναι μέσω ουσιωδών εικόνων, και έτσι, ως αφορισμός, συλλογισμός ή σύστημα, είναι πάντοτε μόνο υποκατάστατο του κοινού. Κάθε σκέψη έχει τόσο πολύ αξία παραβολής, ώστε τη διατηρεί και εκεί όπου, πέρα από μορφοποιημένες κατασκευές σκέψης, προεκτείνει πια μόνο ανοιχτά ερωτήματα και απορίες μέσα στο σκοτάδι. Το πώς και το γιατί ενός τέτοιου ερωτάν έχει τη δική του, ανεπανάληπτη μορφή, που σφραγίζεται από τον υπαρξιακά ερωτώντα, έναν ρυθμό σκέψης που παραμένει αποσπάσιμος από κάθε «τι» του νοημένου και μπορεί από μόνος του να παρουσιάζει μια ιδιαίτερη εικόνα, έναν μύθο. Όπως λοιπόν η λογοτεχνική επιστήμη υπερβαίνει για εμάς προς τη φιλοσοφία, έτσι και αυτή με τη σειρά της προς την τέχνη· και οι δύο όμως —όπως και η θεολογία— προς την ιστορικά συγκεκριμένη ύπαρξη.

Ακριβώς αυτό το σημείο υπέρβασης και των τριών πρέπει να είναι ο γεωμετρικός τόπος αυτών των μελετών. Μπορούν λοιπόν ρητά να αποχωριστούν και από την καθαυτό «θεολογία», εφόσον δεν θέλουν να είναι θεωρητική περαιτέρω ανάπτυξη του Λόγου του Θεού σε ανθρώπινη συστηματική, αλλά απλή περιγραφή της στάσης της ψυχής μέσα σε αυτόν τον Λόγο (Εφόσον και η «θεολογία» είναι λόγος, ο τελευταίος μας τόμος θα είναι πρωταρχικά θεολογικός, χωρίς γι’ αυτό να μπορεί να εγκαταλείψει τις σχέσεις προς τη φιλοσοφία και την τέχνη που απαιτεί η μέθοδος).

Αποχωρίζονται από την καθαυτό «φιλοσοφία» μέσω της μυθικής τους «εποχής» των φιλοσοφικών μορφωμάτων και μέσω της αναφοράς τους σε μια ανθρώπινη κατάσταση· (Αυτό χρειάζεται ακόμη μια διευκρίνιση. Πριν απ’ όλα δεν θα πρέπει να αναζητήσει κανείς εδώ μια «συστηματική» φιλοσοφία με την έννοια μιας δικής της «οντολογικής» ή «μεταφυσικής» θεμελίωσης, αλλά ούτε και μια «συστηματική» εσχατολογία, όπως μπορεί να ονομαστεί συστηματική εκείνη του Heidegger. Το ιδιάζον των παρόντων μελετών είναι μάλλον ότι οικοδομούν, από ιστορικές δομές κοσμοθεωρίας σαν από μεμονωμένες πέτρες, ένα οικοδόμημα που έχει ένα εξωιστορικό νόημα.

Έτσι στέκονται ανάμεσα στην ιστορία και στο σύστημα, σε ένα μέσον που διαφέρει από τον Hegel μόνο επειδή σε αυτές αυτό το μέσον ανάμεσα στο «αντικειμενικό» και στο «υποκειμενικό» εμφανίζεται ως εξαιρετικά ασταθές, ακριβώς κτιστό, ως μέσον του μυθικού, όχι του απόλυτου πνεύματος. Έτσι, παρά την έκταση αυτών των μελετών, δεν προκύπτει εδώ ούτε μια «κλειστή» υπαρξιακή εσχατολογία —μόνο το τελευταίο μέρος θα μπορέσει κατά κάποιον τρόπο να ολοκληρώσει κάτι θεωρητικό—, πολύ λιγότερο με την έννοια του Heidegger, αλλά μόνο μια ευρεία επαγωγή προς μια τέτοια εσχατολογία, πάνω στη βάση εκείνου που, πριν από τον Heidegger, ο Scheler είχε χαρακτηρίσει ως «εμμενές αρχή» μιας εσχατολογίας —«Θάνατος και επιβίωση», τόμος καταλοίπων Ι, 402—: να κριθεί το ερώτημα περί του Εσχάτου του ανθρώπου αποκλειστικά από το περιεχόμενο «που δίνεται μέσα στην πληρότητα της γήινης εμπειρίας της ζωής μας».

Υπομονετική ακρόαση των «πνευματικών εμπειριών» —ό.π., σ. 33—, μέσα στις οποίες το εσχατολογικό έρχεται σε δεδομενικότητα, άρα κατά βάθος η πλέον αναπαλλοτρίωτη φαινομενολογική μέθοδος, δοκιμασμένη στους ίδιους τους οδηγούς της γερμανικής πνευματικής ζωής, θα πρέπει πρώτα να φέρει στο φως αυτό το λεπτό και πολύτιμο υλικό, από το οποίο η φιλοσοφική σιδηρουργική τέχνη σφυρηλατεί πάντοτε υπερβολικά βιαστικά αυτήν ή εκείνη τη μορφή απόδειξης — μια ακρόαση η οποία, όπως ειπώθηκε, είναι παθητικά-αντικειμενική ακριβώς τότε, όταν συγχρόνως είναι δημιουργικά-θεωρούσα.

Όποιος, τέλος, θα ήθελε να επικρίνει την αοριστία στη χρήση ορισμένων φιλοσοφικών εκφράσεων, κυρίως τη χρήση της «λέξης της μόδας» existential, ας παραπεμφθεί στη δικαιολόγηση αυτής της διαδικασίας, προπάντων στο κεφάλαιο για τον Goethe.) από τη «φιλολογία» μέσω της επιλογής του υλικού και της ομαδοποίησής του σύμφωνα με υπερ-φιλοσοφικά κριτήρια. Ωστόσο, ιδίως σε αυτόν τον τόμο, θα αναδειχθεί μια σημαντική συγγένεια της ψυχικής Αποκάλυψης με το εικονικό ένδυμα της τέχνης.

Όχι μόνο εδώ έχει γίνει πάντοτε ιδιαίτερα διεισδυτικά γεγονός η επιστροφή της ψυχής από το καλυπτικά καθημερινό προς την εορταστικότητα της δυνατής ολοκλήρωσης, η ποθητή, καλυμμένη Αποκάλυψη έχει προληφθεί στον ενθουσιασμό του Ωραίου, αλλά στο διονυσιακό αυτή η πρόσβαση γίνεται η προτιμητέα. Πόσο πολύ η προβληματική του αισθητικού ανθρώπου είναι η ουσιώδης προβληματική της χρονικής περιόδου που εννοούμε, το έδειξε πρόσφατα ο Karl Justus Obenauer. Αυτό δεν εμποδίζει το γεγονός αυτής της διονυσιακής συγγένειας προς την τέχνη να είναι για εμάς τους ίδιους μια παραβολή της ύπαρξης, και έτσι κάτι περισσότερο από αισθητικής αξίας. Άλλωστε είναι και αντιστρόφως σαφές ότι ακριβώς το αισθητικό ως τέτοιο και η ιδεατότητά του πρέπει να έχουν ιδιαίτερα διεισδυτική εικονική αξία για την υπαρξιακή κατάσταση. Ο Kierkegaard το τόνισε αυτό επαρκώς.

Πλάι στα πεδία που αναφέρθηκαν, μπορούν και άλλα πεδία των πνευματικών και φυσικών επιστημών, εφόσον έχουν οποιαδήποτε όρια προς το εσχατολογικό, να γίνουν μύθος της ύπαρξης. Η φυσική, ως διδασκαλία περί τέλους του κόσμου και εντροπίας, η τεχνική, η ψυχολογία του τέλους και της καταστροφής, η παθολογία κ.ά., μπορούν σε ένα σημείο της «πραγματολογικά-αντικειμενικής» τους εξέλιξης να γίνουν ξαφνικά σαν φωτεινές και διαφανείς προς μια βαθύτερη, «υποκειμενική» κατάσταση της εποχής, πράγμα που μπορεί τότε να χαρακτηριστεί ως η «εσχατολογικοποίηση» του πεδίου.