Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (43)

Συνέχεια από: Kυριακή 28 Οκτωβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση



B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις


Μὴν ἐμπιστεύεσαι τή γνώμη σου


Οἱ ἀρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις ἀλλοιώνουν τὸν ἄνθρωπο


Σημείωμα φοιτητοῦ: Πῶς συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀρρωστημένες καταστάσεις νὰ τὰ βλέπει τὰ πράγματα μέσα ἀπό τίς ἀρρωστημένες καταστάσεις του, καί ὅταν ἀκόμη ἀναγνωρίζει την παθολογική φύση τους; Π.χ., αὐτὸς ποὺ ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος προσπαθεῖ νὰ δεῖ τὴν κατάστασή του μέσα ἀπό αὐτὸ τὸ αἴσθημα, μὲ ἀποτέλεσμα να μή βλέπει σωτηρία. Ἔτσι καί αὐτός πού ἔχει ἐγωισμό, πίκρα, παράπονο βασανίζεται καὶ δὲν ἐλευθερώνεται ἀπό τήν κατάστασή του, καθώς τή βλέπει μέσα ἀπό τὸ ἐγώ του, πού ζεῖ ἐγωιστικά. Ὀφείλεται αὐτός ὁ αὐτοβασανισμός τοῦ ἀνθρώπου στο ὅτι δὲν ἔχει τὴν πίστη ποὺ θὰ τὸν ἕνωνε μὲ τὸν Χριστό;

Ἐγώ θά ἔλεγα ἀμέσως-ἀμέσως ὅτι το θέμα εἶναι ἁπλό, εἶναι σαφές, καὶ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατί φαίνεται τόσο δύσκολο, γιατί τα μπερδεύει κανείς τα πράγματα και σαν να μήν ξέρει τι συμβαίνει. Κατ' ἀρχὴν ἔχω αὐτή τήν ἀπορία. Στη συνέχεια ὅμως βλέπω πάνω στην πράξη ὅτι, ὡς πρὸς αὐτά τα θέματα, ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νὰ εἶναι πολύ κουτός. Με συγχωρεῖτε που το λέω ἔτσι. Πάρα πολύ κουτός. Τόσο πολύ, που σαν να το κάνει επίτηδες, Όπως δηλαδή ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος νομίζει ότι έχει μέσα στο στομάχι του ένα φίδι, και όσο κι αν τον διαβεβαιώνουν ὅτι δὲν συμβαίνει ἔτσι, αὐτὸς ἐπιμένει. Και ἤ πρέπει νὰ τὸ πάρουμε αὐτό ὅτι μᾶς κoροϊδεύει ἤ φυσικά φθάνουμε στο σημείο να πούμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄρρωστος, για να νομίζει έτσι, ἄρρωστος διανοητικά, ψυχολογικά.

Νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ τὸ παράδειγμα μὲ τὴ γάτα πού βρῆκε στην κόψη ἑνὸς πριονιού λίγο αἷμα καὶ ἄρχισε νὰ τὸ γλείφει, καὶ τῆς ἄρεσε. Γλείφοντας ὅμως μάτωσε ή δική της γλώσσα καί, συνεχίζοντας νὰ γλείφει καὶ νὰ εὐχαριστιέται, ἔγλειψε το δικό της αἷμα. Δέν εἶναι ἁπλῶς λοιπόν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτωλή κατά σταση κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι στο σκοτάδι, να εἶναι ἀναίσθητος, τον κάνει νὰ ἀγαπᾶ τὴν ἁμαρτία, νὰ εἶναι κουτός, να γλείφει, νὰ ἀπολαμβάνει τὴν ἁμαρτία καί νά νομίζει ποιός ξέρει τι ἀπολαμβάνει, ἐνῶ τρώει τα σωθικά του.

Ἔτσι καὶ μὲ τίς ἀρρωστημένες καταστάσεις. Δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι εἶναι ἄρρωστος κανείς ψυχολογικά, ἀλλά αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ἀρρωστημένα πράγματα τὸν ἀλλοιώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνουν νὰ βλέπει ἀλλιῶς, νὰ καταλαβαίνει ἀλλιῶς, νὰ σκέπτεται ἀλλιῶς καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ την πραγματικότητα. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε να αναφερθῶ πάλι στο παράδειγμα ποὺ ἔχουμε πεῖ πολλές φορές. Τὴν ὥρα πού κοιμᾶται κάποιος, τοῦ βάζουν στα μάτια μαύρους, κατάμαυρους φακούς ἐπαφῆς, και μάλιστα τέτοιους πού διαστρεβλώνουν τὰ ἀντικείμενα. Ὅταν σηκωθεῖ αὐτός, θὰ τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα καὶ ἄνω κάτω. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι κάτι ἔχουν τὰ μάτια του, ἀλλά γι' αὐτὸν σὰν νὰ χάλασε ὁ κόσμος, ἐνῶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἄνω κάτω μὲ τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν φακῶν στα μάτια του.

Αὐτό πού πρέπει να κάνει ὁ ψυχολογικά ἄρρωστος


Ρωτᾶ ὁ συμφοιτητής σας: Πῶς συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀρρωστημένες καταστάσεις να τα βλέπει τα πράγματα μέσα ἀπό τίς ἀρρωστημένες του καταστάσεις, καί ὅταν ἀκόμη ἀναγνωρίζει την παθολογική φύση τους;

Καί ἐγώ ἀπαντῶ: Τι θὰ τὸν ὠφελήσει αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού κάποια στιγμή θα καταλάβει ὅτι ἔχει φακούς στα μάτια του; Πάλι θα συνεχίσει τα πάντα νὰ τὰ βλέπει μαῦρα καὶ νὰ βλέπει ἄνω κάτω τὰ ἀντικείμενα. Π.χ., να βλέπει τὸ ἕνα ἀντικείμενο σαν να εἶναι δύο ἤ τρία, τήν ἴσια κολώνα να τη βλέπει στραβή κτλ. Δεν παύει δηλαδή να βλέπει ὅπως ἔβλεπε, ἔστω κι ἄν ξέρει ὅτι ἔχει στα μάτια του φακούς. Βέβαια, ἄλλο εἶναι νὰ μὴν ξέρει ὅτι ἔχει στα μάτια του φακούς και να πιστεύει ὅτι μαύρισε ὁ κόσμος καί ὅτι εἶναι ἄνω κάτω ὁ κόσμος. Αὐτό εἶναι τρομερό. Ὅταν ὅμως καταλάβει ὅτι ὅλα αὐτά τά βλέπει ἔτσι, ἐπειδή ἔχει φακούς στά μάτια του, εἶναι πολύ διαφορετικά. Ἔρχεται μια κάποια ἠρεμία μέσα του, παύει νὰ ἀνησυχεῖ, ἐνῶ πρῶτα ἀνησύχησε ἀπό τή μαυρίλα. Και νὰ ἡ ὠφέλεια τοῦ νὰ ξέρει ὅτι φορά φακούς. Ωστόσο, καί αὐτό δέν φθάνει. Αὐτός ἐξακολουθεί πάλι νὰ τὰ βλέπει ὅλα μαῦρα καί ἄνω κάτω.

Καθώς ὅμως γνωρίζει καλά-καλά ὅτι ἔχει φακούς στα μάτια, οἱ ὁποῖοι εἶναι μαῦροι καὶ διαστρε βλώνουν τα πράγματα, ἀποδέχεται τὸ ἑξῆς: «Τελείωσε. Ἐγώ οὔτε τὴν ἐλάχιστη γνώμη δὲν μπορῶ νὰ ἔχω γιὰ τὸ τί εἶναι μαῦρο, τί λευκό, τί εἶναι πράσινο, κόκκινο ἤ κίτρινο. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ ποιό εἶναι ἴσιο, ποιό εἶναι στραβό, ποιό εἶναι ἕνα, ποιό εἶναι περισσότερα ἀπό ἕνα. Ἄλλοι θὰ ποῦν, κι ἐγὼ θὰ δεχθῶ αὐτό πού θὰ ποῦν». Ἐκεῖνο δηλαδή που μένει να κάνει εἶναι νὰ μὴν ἐμπιστεύεται τή γνώμη του. Αυτό πρέπει να κάνει καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θα καταλάβει καλά-καλά ὅτι ἔχει ἀρρωστημένες καταστάσεις μέσα στον ψυχοσωματικό του οργανισμό. Όσο καλύτερα καί ὅσο περισσότερο γνωρίζει κανείς τὰ τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὅτι μέσα ἀπό κεῖ βλέπει καὶ μέσα ἀπὸ κεῖ κρίνει, τόσο πιο κοντά εἶναι στη θεραπεία.

Βέβαια, μὲ τὸ νὰ ἔχει γνώση τῆς καταστάσεώς του, δέν σημαίνει, ὅπως εἶπαμε, ὅτι ἀπό κεῖ καὶ πέρα θα βλέπει σωστά τα πράγματα. Ἐφόσον οἱ φακοί ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν στα μάτια του, αὐτός θα συνεχίσει νὰ τὰ βλέπει ἔτσι ὅπως τοῦ τὰ δείχνουν οἱ φακοί, καὶ θὰ εἶναι μεγάλο λάθος νὰ πεῖ: «Ε, ἀφοῦ τὸ ξέρω, ἐντάξει· θὰ τὸ λαμβάνω ὑπ' ὄψιν μου». Τι θα λαμβάνεις ὑπ' ὄψιν. Ἐσὺ βλέπεις μέσα ἀπό τούς φακούς. Θα βλέπεις μαυρίλα καὶ δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς καὶ νὰ ἐπιμένεις μάλιστα ὅτι αὐτό εἶναι πράσινο, αὐτό εἶναι κόκκινο. Ποῦ τὸ ξέρεις ἐσὺ; Για σένα εἶναι ὅλα μαῦρα. Δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς: «Αὐτὸ εἶναι ἴσιο, αὐτό εἶναι στραβό». Ποῦ τὸ ξέρεις; Γιά σένα εἶναι ὅλα ἄνω κάτω.

Δέν γίνεται χωρίς ὑπακοή, ἄν φορᾶς «φακούς ἐπαφῆς»


Ὅπως λέγαμε, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος, ἐὰν τὰ πάρει σωστά τα πράγματα, μπορεῖ νὰ φθάσει σε βαθύτατη ταπείνωση. Ἄλλος μπορεῖ νὰ χρειάζεται χρόνια να κάνει ἄσκηση, γιά να φθάσει σε τέτοια ταπείνωση, ἐνῶ αὐτὸς τὴν ἔχει ἕτοιμη. Ἀρκεῖ νὰ ἀντιμετωπίσει σωστά την κατάστασή του, καί ὅλο τὸ αἴσθημα κατωτερότητος θα γίνει ταπείνωση. Ἐκεῖνος ἐπίσης ποὺ ἔχει μελαγχολία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἄσχημη κατάσταση, ἂν τὸ πάρει σωστά, ὅλη αὐτή ἡ μελαγχολία γίνεται μετάνοια, γίνεται φόβος Θεοῦ, συντριβή, πόνος, πένθος. Ἐνῶ ἕνας ἄλλος, γιά να φθάσει σ' αὐτή την κατάσταση, θέλει χρόνια, αὐτός, τρόπον τινά, τὴν ἔχει ἕτοιμη. Αὐτό το πολύ κακό, το νὰ ἔχει κανείς αἴσθημα κατωτερότητος, βγαίνει σε μεγάλο καλό: γίνεται ταπείνωση. Καί τὸ ἐπίσης πολύ κακό, ἡ μελαγχολία, βγαίνει σε μεγάλο καλό: γίνεται πένθος, μετάνοια.

Αὐτός λοιπόν ὁ ὁποῖος ἔχει τέτοιες καταστάσεις, φοράει δηλαδή αὐτούς τούς φακούς ἐπαφῆς, θέλει δέν θέλει, πρέπει να κάνει ὑπακοή. Ἐνῶ ἕνας ἄλλος θὰ δυσκολευτεῖ πάρα πολύ να κάνει ὑπακοή, να κάνει ἀληθινή ὑπακοή, να κάνει μια τέλεια ὑπακοή, διότι ὁ καθένας χρειάζεται να κάνει ὑπακοή, γιὰ νὰ σωθεῖ αὐτὸς τὴν ἔχει ἕτοιμη, μὲ τὴν ἔννοια δηλαδή ὅτι τόν ἀναγκάζουν τα πράγματα να κάνει ὑπακοή.

Γιὰ νὰ ἀναφερθούμε στο παράδειγμα, αὐτός πού φοράει φακούς ἐπαφῆς, πρέπει συνέχεια να ρωτάει τη μητέρα του: «Μητέρα, τί χρώμα εἶναι αὐτό;» Θὰ τοῦ πεῖ ἡ μητέρα του: «Άσπρο». Αὐτός δὲν τὸ βλέπει ἔτσι, ἀλλά ἀφοῦ εἶπε ἡ μητέρα ἄσπρο, εἶναι ἄσπρο. Τί φοβερή ὑπακοή κάνει! Ἐνῶ αὐτός το βλέπει μαῦρο, ἡ μητέρα τον βεβαιώνει ὅτι εἶναι ἄσπρο, καὶ τὸ δέχεται. «Ἀφοῦ, μητέρα, ἐσύ πού βλέπεις λές ὅτι εἶναι ἄσπρο, ἄσπρο το δέχομαι κι ἐγώ. Λὲς ὅτι εἶναι πράσινο το ἄλλο, κόκκινο τὸ ἄλλο. Λές ὅτι εἰναι ἕνα τὸ ἀντικείμενο αὐτό πού ἐγώ το βλέπω σαν δύο ἤ τρία. Λές ὅτι εἶναι ἴσιο αὐτό πού ἐγὼ τὸ βλέπω στραβό. Δέχομαι ὅ,τι λές».

Δηλαδή, αὐτός τελικά δέχεται ἀκριβῶς αὐτά πού δέν τα βλέπει καὶ ἐπίσης δέχεται πράγματα ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό αὐτά που βλέπει. Τι φοβερή ὑπακοή εἶναι αὐτή! Κι ἔτσι, τὸ ὅλο ἐλάττωμά του, τὸ ὅλο κουσούρι του βγαίνει σε καλό, ἅμα τὸ ἀντιμετωπίσει σωστά. Μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ λυτρωθεῖ κανείς. Διότι ἅμα τα πάρει ἔτσι καὶ κάνει ὑπακοή, σιγά-σιγά θὰ φύγουν, θὰ γιατρευτοῦν οἱ ἀρρωστημένες καταστάσεις. Θα φύγουν στον βαθμό πού ὁ Θεός θα κανονίσει να φύγουν.

Γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς ψυχῆς

Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι σὲ ἀρκετές περιπτώσεις, ὅσο κι ἄν γιατρευτεί μια ἀρρωστημένη κατάσταση, μένει ἕνα κάτι. Κατ' ἀρχήν, ἀπὸ τὴν ψυχολογική πλευρά εἶναι ἔτσι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πνευματική πλευρά. Ὅμως μένει για το καλό τοῦ ἀνθρώπου, για το καλό τῆς ψυχῆς.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πέρασε μια ζωή με τίς ἀρρωστημένες καταστάσεις του, με τις κατωτερότητές του, εἶναι βασανισμένος, εἶναι πονεμένος, εἶναι καταπιεσμένος. Ἐάν λυτρωθεῖ ἀπόλυτα, θα βρεθεί, χωρίς νὰ τὸ καταλάβει, στο ἄλλο ἄκρο καὶ θὰ πάρει τέτοιον ἀέρα, πού θά χαθεί. Γι' αὐτό, ὁ Θεός ἀφήνει νὰ ὑπάρχει μέσα στόν ἄνθρωπο κάτι, ὥστε μόλις τοῦ ἔρχεται ἡ τόλμη να κάνει ἐπικίνδυνα πετάγματα, ἀμέσως νὰ τὸν φρενάρει αὐτό τό κάτι, καί να μένει στην ταπείνωση καί νά μήν κινδυνεύει να χάσει την ὅλη θεραπεία καί τήν ὅλη πνευματική κατάσταση ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός.

16-5-1993

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (42)

Συνέχεια από: Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Χάσμα μεταξύ τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς νοοτροπίας καί τῆς δικῆς μας


Δέν παίρνουμε τα πράγματα ὅπως οἱ ἅγιοι

Σημείωμα φοιτήτριας. Γιατί ἐπιμένετε νὰ ἀναφέρεσθε στὴν ἀγία Ἰσιδώρα; Μόνο γιατί σᾶς συγκινεῖ το φρόνημά της; Για να τονίσετε ἴσως τήν ἀντίθεση τοῦ δικοῦ μας φρονήματος πρός το γνήσιο αὐτὸ χριστιανικό φρόνημα; Μήπως ή προβολή της ἐκ μέρους σας προσδοκά κάποια ἀνταπόκριση ἐκ μέρους τῶν ψυχῶν τοῦ ἀκροατηρίου σας, Ὁ σημερινός ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ἔτσι να τα πάρει τα πράγματα με τη δική του σκέψη καί ἀνθρώπινη λογική. Μπορεῖ ὡστόσο να προσεύχεται στον Θεό να τοῦ δώσει τέτοιο φρό νημα καί νὰ τὸν ἐμποτίσει με τέτοιο πνεῦμα;

Εἶχαμε ἀναφερθεί πρόσφατα στήν ἁγία Ἰσιδώρα καί εἴπαμε πόσο τήν κακομεταχειρίζονταν οἱ μαγείρισσες στο μαγειρεῖο τοῦ μοναστηριού. Καί λέγαμε ὅτι, ἐνῶ οἱ ἄλλες μοναχές νόμιζαν ὅτι ἡ Ἰσιδώρα εἰναι σαλή, τρελή δηλαδή, αὐτή ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁγία καθόλου δέν δυσκολευόταν –μάλιστα αὐτό ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε, αὐτό ἦταν ἡ ἀσφάλειά της, αὐτό ἦταν ἡ χαρά της, αὐτό ἦταν ἡ καύχησή της– νὰ τὴν ἔχουν παραπεταμένη, νὰ μὴν τὴ λογαριάζουν, νὰ τὴ βασανίζουν κιόλας καὶ νὰ τὴν τυραννοῦν. Πόσο διαφορετικά σκεπτόμαστε ἐμεῖς! Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ὑμῖν ἐχαρίσθη -μᾶς δόθηκε ὡς χάρισμα- τὸ ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν Εἶναι δηλαδή μιὰ εὐλογία Θεοῦ, εἶναι ἕνα χάρισμα Θεοῦ νὰ παθαίνουμε γιὰ τὸν Χριστό: νὰ ἀδικούμαστε, νὰ μᾶς περιφρονοῦν, νὰ μᾶς κακομεταχειρίζονται, νὰ μᾶς κακολογοῦν, νὰ μᾶς συκοφαντούν.

Αὐτό ἔζησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μποροῦσε ὅλα νὰ τὰ ἀποφύγει καί ὅμως δὲν ἀπέφυγε τίποτε. Ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους να τον διώκουν ἀπό δῶ, νὰ τὸν διώκουν ἀπὸ κεῖ, να θέλουν να τον συλλάβουν καὶ ἔπειτα, ὅταν τὸν εἶχαν πια στα χέρια τους, να τον κάνουν ὅ,τι ἤθελαν. Αὐτά δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ καταλάβουμε. Αὐτό δείχνει πόσο ἔχουμε ἄλλη νοοτροπία, πόσο καθόλου δέν ἔχουμε μέσα μας τὸ πνεῦμα τὸ χριστιανικό.

Οἱ σημερινοί χριστιανοί εἴμαστε μέν χριστιανοί, συνδέουμε ὅμως ὅλη τή χριστιανικότητά μας με το νὰ περνοῦμε καλά, να πηγαίνουν ὅλα καλά, να μην ἔχουμε δυσκολίες, νὰ μὴ μᾶς ἀδικοῦν οἱ ἄνθρωποι, νὰ μᾶς τιμοῦν, νὰ μᾶς εὐλαβοῦνται, νὰ μᾶς ὑπολογίζουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία μας, ἐνῶ δὲν το βλέπουμε αὐτό οὔτε στὸν ἴδιο τὸν Χριστό οὔτε σ' ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τον μιμήθηκαν. Οὔτε στούς μάρτυρες οὔτε στοὺς ὁσίους οὔτε στούς παλαιούς ἤ στούς νεώτερους ἁγίους δέν βλέπουμε μια τέτοια νοοτροπία.

Ὁπότε, τὸ θέμα εἶναι πάρα πολύ σοβαρό. Όχι μόνο δὲν τὰ παίρνουμε τα πράγματα ὅπως τὰ ἔπαιρναν οἱ ἅγιοι, ἀλλὰ ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι το σωστό εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Όχι μόνο δέν χαιρόμαστε νὰ εἴμαστε περιφρονημένοι καὶ ἀδικημένοι, ἀλλά ὄντες χριστιανοί πασχίζουμε πάσῃ θυσίᾳ νὰ μᾶς ἔχουν σε ὑπόληψη, νὰ μᾶς ἔχουν σε εὐλάβεια, να μᾶς ὑπολογίζουν, νὰ ἔχουμε θέσεις, νὰ εἴμαστε δακτυλοδεικτούμενοι, νὰ ἔχουμε χρήματα, νὰ ἔχουμε ἀνέσεις, να περνάμε καλά. Πῶς θὰ γεφυρώσουμε αὐτὸ τὸ χάσμα που ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς νοοτροπίας καί ζωῆς καὶ τῆς δικῆς μας καθημερινῆς νοοτροπίας,

Ἔπειτα διερωτᾶσαι γιατί δὲν ἔχεις μέσα σου τη χαρά ποὺ ὑπόσχεται ὁ Χριστός, τὴν εἰρήνη πού ὑπόσχεται ὁ Χριστός, ὅλη ἐκείνη τὴν οὐράνια κατάσταση που ὑπόσχεται ὁ Χριστός. Πῶς θὰ τὴν ἔχεις, ὅταν ἀλλοῦ τή γυρεύεις ἐσύ; Κάθε φορά, νομίζω, πού εἶτε με την προσευχή εἴτε μὲ ἄλλον τρόπο ἀναφερόμαστε στον Χριστό καί τὸν παρακαλούμε, θὰ λέει: «Ἐσεῖς τα φτιάχνετε ὅπως τὰ θέλετε ἐσεῖς· δὲν μένει για μένα τίποτε». Γιατί ή δική μας ἡ φροντίδα εἶναι ἀκριβῶς νὰ τὰ φτιάξουμε ὅπως ἐμεῖς θέλουμε.

Εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖς χριστιανό ὁ ὁποῖος νὰ ἀφήνεται στα χέρια τοῦ Θεοῦ καί νὰ ἐμπιστεύεται στο πῶς θὰ τὰ κάνει ὁ Θεός. Θέλει ὁ καθένας να κουμαντάρει τὰ τῆς ζωῆς του κατά τη δική του γνώμη, κατά τη δική του κρίση και κατά τη δική του καλοπέραση. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος που εὐχαρίστως δεχόμαστε νὰ εἴμαστε χριστιανοί, να μαθαίνουμε με ρικά πράγματα, να πιστεύουμε σ' αὐτά, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν αὐτά να νιώθουμε κάπως καλά, ἀλλά δεν δεχόμαστε να μιμηθούμε τους ἁγίους, τους μάρ τυρες. τούς ὁσίους. Δέν το δεχόμαστε, δέν το θέλου με. Όχι ὅτι τάχα δεν μπορούμε . Δέν το θέλουμε.

Πώς θα βρεθεῖ ἔτσι ἄκρη: Μπορεί να βρεθεῖ, ὅταν ἐσύ και μέσα στο μυαλό σου καί μέσα στην καρδιά σου βάζεις ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμιά σχέση μὲ τὸ ἀληθινό χριστιανικό φρόνημα;

Ἂν εἴχαμε μέσα μας τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ...

Ὅταν μέσα σ' αὐτή τήν αἴθουσα εἶτε ὑπάρχουν πάρα πολλοί ἄνθρωποι εἴτε, σὰν νὰ εἶναι ἀποθήκη, εἶναι στοιβαγμένα ἕνα σωρό ἀντικείμενα, που θα χωρέσουμε νὰ μποῦμε ἐμεῖς. Ἤδη εἶναι γεμάτη ἡ αἰθουσα. Δέν μποροῦμε νὰ μποῦμε μέσα. Όταν λοιπόν γεμίζουμε την ψυχή μας, το μυαλό μας μὲ αὐτά πού δέν εἶναι τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν τὰ θέλει ὁ Θεός, που ἐμεῖς ὅμως τὰ βρίσκουμε ὅτι εἶναι καλά καὶ ὡραῖα, ποῦ θὰ βάλει ἔπειτα ὁ Θεός τη δική του χάρη, Καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι ἔχουμε κάποια πράγματα μέσα μας καὶ δὲν χωράει ἡ χάρη, ἀλλὰ ἡ ὅλη στάση μας εἶναι τέτοια, πού δείχνει ὅτι δέν τή θέλουμε τη χάρη «Νὰ μᾶς λείπει», εἶναι σαν να λέει κανείς.

Νὰ ἐπανέλθουμε στήν ἀγία Ἰσιδώρα, καὶ νὰ πῶ πιο συγκεκριμένα γι' αὐτές τις μαγείρισσες. Ἂς μήν ἐπεκταθοῦμε πιο πέρα, διότι κάποιες ἄλλες μοναχές πιθανόν οὔτε θὰ ἤξεραν ὅτι ὑπάρχει στο μαγειρείο καὶ κάποια ποὺ τὴν εἶχαν παραπεταμένη, καὶ δὲν φαινόταν καθόλου. Οἱ μαγείρισσες ὅμως ήταν ὅλη μέρα μαζὶ μὲ τὴν ἀγία Ἰσιδώρα, καὶ πολλές φορές πότε ἡ μιὰ καὶ πότε ἡ ἄλλη τὴ μάλωναν, πότε ἡ μια καὶ πότε ἡ ἄλλη τῆς φέρονταν ἄσχημα, πότε ἡ μια καὶ πότε ἡ ἄλλη τὴν περιγελούσαν. Ἐὰν κάποια από αὐτές τις μαγείρισσες εἶχε μέσα της τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ, θα καταλάβαινε ὅτι δὲν εἶναι τυχαία ψυχή αὐτή, που κάθεται ἐκεῖ καὶ τὰ ὑφίσταται ὅλα αὐτά ἀδιαμαρτύρητα. Κάτι θα καταλάβαινε.

Νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Ήταν στο Άγιον Όρος ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Αὐτός ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ ἕνα μέρος, ὅπου ἔφτιαχνε ἕνα καλυβάκι για λίγο καιρό, καὶ μετά το ἔκαιγε καὶ πήγαινε ἀλλοῦ, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν προσκολληθεῖ ἡ ψυχή του σε τίποτε. Γι' αὐτό ονομάστηκε Καυσοκαλύβης. Ήρθε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καὶ ἀμέσως κατάλαβε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ὅτι δὲν εἶναι στα καλά του, καθώς ἔκαιγε το καλυβάκι του καὶ ἔφευγε πότε ἐδῶ, πότε ἐκεῖ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὸν συνάντησε, καί καθώς συζητοῦσαν και κυρίως ρωτοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος Μάξιμος, σε κάποια ἐρώτηση ὁ ἅγιος Μάξιμος χαμογέλασε καὶ τοῦ λέει: «Δώσε μου να φάω καὶ μὴν ἐξετάζεις τὴν πλάνη». Τότε τοῦ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Μακάρι νὰ εἶχα κι ἐγώ αὐτὴ τὴν πλάνη τη δική σου».

Θέλω καὶ αὐτό να το τονίσω. Ὄχι ἁπλῶς ἡ ἁγία Ισιδώρα ήταν αυτή που ήταν, καὶ οἱ αδελφές τής φέρονταν έτσι, αλλά φαίνεται πώς καμιά δεν την καταλάβαινε. Διότι, ἐὰν κάποια ἀπὸ αὐτές είχε σωστή νοοτροπία μέσα της, εάν εἶχε τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ μέσα της, δὲν εἶναι δυνατόν να μην την καταλάβαινε. Θα καταλάβαινε καὶ κάτι θα έλεγε και, τρόπον τινά, θα την προστάτευε. Άλλά, φαίνεται, καμμιά τους δεν το είχε αὐτό. Θα πείτε. Μοναχές ήταν. Ναί, μοναχές, ἀλλά έως ότου να βρεί κανείς το πνεύμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἂν το βρεί θά εἶναι κοινός άνθρωπος καὶ θὰ φρονεῖ καὶ θὰ ἐνεργεῖ ὅπως ὅλοι

Πόσοι στη Θεσσαλονίκη είμαστε χριστιανοί. Ἂς μὴν πάρουμε ὅλους ἐκείνους ποὺ γράφει ἡ ταυτότητά τους ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀλλὰ τοὺς ἄλλους που νομίζουν τὸν ἑαυτό τους καλό χριστια νό. Πόσοι εἴμαστε; Ἂν ήμασταν τοῦ Χριστού πραγματικά καὶ ἄν εἶχαμε μέσα μας τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ βιώματα του Χριστοῦ, θὰ ἔτρεμε ὁ τόπος. Είμαστε όμως ψευτοχριστιανοί, νερόβραστοι, σε λάθος δρόμο. Καὶ δὲν φθάνει αὐτό, ἀλλά λίγο πολύ ὁ καθένας μας θέλει, αὐτό το λαθεμένο, ποὺ δὲν τὸ θεωροῦμε ἐμεῖς λαθεμένο, νὰ τὸ παρουσιάσει ὅτι εἶναι το σωστό.

«Συνετάξω τῷ Χριστῷ;» «Συνεταξάμην.»


Εάν κατέφευγες στον Θεό καί ἔλεγες, «Θεέ μου, ἔτσι κι ἔτσι φρονῶ, ἔτσι κι ἔτσι πιστεύω, ἔτσι κι έτσι τὰ νομίζω τα πράγματα, ἀλλά μήπως κάνω λάθος, Κύριέ μου, και γι' αὐτὸ ἰδοὺ ἔρχομαι καὶ παραδίδομαι σ' ἐσένα», ὁ Χριστός θὰ ἔβρισκε τρόπο να σου βγάλει ὅ,τι λαθεμένο ἢ ψεύτικο ἔχεις καὶ να σου δώσει τὴν ἀλήθεια. Όμως, δὲν ἀνησυχεῖς καθόλου. Νομίζεις δηλαδή ὅτι αὐτά που κάνεις και αὐτὰ ποὺ φρονεῖς εἶναι τὰ σωστά, καὶ μὲ τὴ στάση σου κρατάς μακριὰ τὸν Χριστό.

Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἤθελα να τονίσω αὐτή τὴν ἀλήθεια. Κάνουμε πάρα πολύ μεγάλο λάθος που φρονοῦμε ἔτσι, ἀποφαινόμαστε ἔτσι, ποὺ ἡ ὅλη στάση μας εἶναι τέτοια, σὰν νὰ μὴν ἐπιτρέπουμε καμιά ἀλλαγή. Πῶς θὰ σε πλησιάσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς θὰ σὲ ἀλλάξει; Πολύ κακό κάνει αὐτή ἡ λαθεμένη τακτική ποὺ ἔχουμε, να θέλουμε δηλαδή να φτιάξουμε ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν ἀφήνουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φτιάξει. Καὶ δὲν γίνεται τυχαία αὐτό οὔτε εἶναι ἁπλῶς ἕνα λάθος. Ὄχι· λαμβάνει κανείς τὰ μέτρα του να προστατεύσει τὸν ἑαυτό του, μὴν τυχόν πάθει τίποτε ὁ ἑαυτός του.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι δοσμένος στη χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν δυσκολεύεται να ενεργήσει ὅπως ὁ Ἀβραἀμ. Ὁ Θεός καλεῖ τὸν Ἀβραάμ, καὶ αὐτὸς ἀφήνει το σπίτι του καί ἀκολουθεῖ τὸν Θεό. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα δὲν εἶναι δύσκολο στον Θεό νὰ τοῦ ὁμιλεῖ: «Ἀβραάμ, πήγαινε ἐδῶ. Ἀβραάμ, πήγαινε ἐκεῖ». Ὁ Ἀβραάμ δὲν εἶναι κολλημένος κάπου, ριζωμένος κά που, σε κάτι δικό του, καί μὴν τυχόν τὸ ἀλλάξει. Ή ὅλη ὑπόστασή του ἀνήκει στον Θεό, τα πάντα γι' αὐτὸν εἶναι ὁ Θεός, που τον καλεί, καὶ εὐχαρίστως πηγαίνει ὅπου θέλει ὁ Θεός Αὐτό εἶναι. Είσαι τέτοιος χριστιανός; Διότι ὁ καθένας, ὅταν ἀποφασίσαμε να γίνουμε χριστιανοί, αὐτό ὁμολόγησε:

 Ἀποτάσσης τῷ σατανά; Καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ; Καί πάσῃ τῇ λατρεία αὐτοῦ; Και πᾶσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ; Φεύγεις ἀπὸ τὸν σατανά καὶ ἀπὸ ὅλα τοῦ σατανᾶ; Ἀποτάσσομαι, ἀπαντᾶ ὁ κατηχούμενος ἢ ὁ ἀνάδοχος. Συνετάξω τῷ Χριστῷ. Συντάχθηκες με τὸν Χριστό, Συνεταξάμην. Ἀφήνεις δηλαδή τὸν δια βολο καὶ πᾶς στὸν Χριστό, καὶ σὲ ὁδηγεῖ πλέον ὁ Χριστός. Ὑποτάσσεσαι στον Χριστό, ὑπακοῦς στὸν Χριστό, δίνεις τὸ Εἶναι σου στον Χριστό, ὥστε ὄχι μόνο νὰ σὲ ὁδηγεῖ ὁ Χριστός, ἀλλὰ μέσα σου νὰ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ νὰ κυβερνά ὁ Χριστός και τη σκέψη σου καὶ τὴν καρδιά σου καὶ ὅλο τὸ Εἶναι σου.

Γιατί εἶναι δύσκολα τα πράγματα

Μὲ ὅσα εἶπαμε δώσαμε ἀπάντηση στο πρώτο μέρος τοῦ σημειώματος. Νὰ δοῦμε το δεύτερο μέρος. Ο σημερινός ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ἔτσι νὰ τὰ πάρει τα πράγματα (ὅπως ἡ ἁγία Ἰσιδώρα) με τη δική του σκέψη καὶ τήν ἀνθρώπινη λογική. Μπορεῖ ὡστόσο να προσεύχεται στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει τέτοιο φρόνημα καὶ νὰ τὸν ἐμποτίσει με τέτοιο πνεῦμα;

Ὄχι ἁπλῶς μπορεῖ ἀλλὰ πρέπει να προσεύχεται στον Θεό ὁ καθένας μας νὰ μᾶς δώσει αὐτὸ τὸ πνεῦ μα (πού εἶχε ἡ ἀγία Ἰσιδώρα). Όμως προσέξτε, πα ρακαλῶ. Ἐγὼ ἔχω πολύ κακή πείρα πολύ κακή πεί ρα Ἐνῶ εἶμαι πολύ αἰσιόδοξος, ὅμως ἔχω ένα φόβο. Έχω προσέξει, έχω παρατηρήσει ὅτι καὶ οἱ πιο καλοδιάθετοι ἄνθρωποι δὲν ξεκόβουν ἀπὸ τὸ δικό τους, δεν ξεκολλοῦν ἀπὸ τὸ δικό τους.

Θα λέγαμε ὅτι ὑπάρχουν «καθώς πρέπει» ἀνθρωποι καὶ, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφραση, αὐτοί που τοὺς ἀποκαλοῦν «ρεμάλια». Ὡς ἕνα σημεῖο βέβαια εἶναι καλό νὰ εἶναι κανείς «καθώς πρέπει», αλλά ἀπό ἕνα σημείο και πέρα ἀρχίζει ἡ αὐτοδικαίωση, καὶ δὲν ὑπάρχει ἴσως κανένας ἀπό τούς «καθώς πρέπει» –ὁ Θεός ξέρει ποὺ δὲν πάει σ' αὐτὸ τὸ πιο πέρα. Δηλαδή, αὐτοδικαιώνονται καί δέν ἀφήνουν τον Θεό νὰ τοὺς κυβερνά. Ἐνῶ στοὺς ἄλλους, καθώς δέν κόλλησαν ποτέ σε κάτι δικό τους καὶ ἄγονται και φέρονται, μπορεῖ νὰ βρεθεῖ ἀνάμεσά τους κανένας πού, ἂν βρεῖ τὸν Θεό, ὁ Θεὸς θὰ τὸν χαριτώσει.

Εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὰ παιδιά: Τῶν γάρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Διότι αὐτὰ δὲν ἔχουν κατασταλάξει καὶ εὔκολα ἀκοῦν, εὔκολα δέ χονται. Βέβαια, ἕναν καιρό ἔτσι γινόταν. Τώρα δέν εἶναι ἔτσι. Σήμερα ἀκόμη καί το νήπιο λέει: «Κατά τη γνώμη μου». Κάποτε ὅμως ήταν πρόθυμα τα παιδιὰ νὰ ἀκούσουν, να δεχθοῦν, καὶ εὔκολα μποροῦσε κανείς νὰ τὰ ὁδηγήσει στὴν ἀλήθεια. Οἱ μεγάλοι κατά κανόνα κάπου κόλλησαν, κάπου πιάστηκαν, ρίζωσαν σε δικές τους ρίζες, καὶ ὅ,τι τοῦ Θεοῦ πάει ἐκεῖ καὶ τούς βρεί, καλῶς ἀλλιῶς, ἀπὸ κεὶ δεν μετακινούνται με τίποτε.

Είναι δύσκολα τα πράγματα. Δύσκολα, ακριβώς ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ ἐνάρετος, έχει έμπιστοσύνη στη δική του άρετή. Δὲν τὴ βλέπει την ἀρετή όπως το λέει ὁ Χριστός: Όταν ποιήσητε παν τα τα διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ότι δούλοι ἀχρεῖοί έσμεν. Ή ὅπως διαβάζουμε στην Παλαιά Δια θήρας Πάσα ή δικαιοσύνη ὑμῶν ὡς ῥάκος ἀποκαθημένης, ὅλη ἡ ἀρετή σας εἶναι σαν βρώμικο κουρέλι. Όταν λοιπόν ἐσύ, ὁ ἐνάρετος, κολλήσεις στην άρετή σου και αὐτοδικαιώνεσαι, μπορεῖ νὰ ἔχεις κάποια καλά δεδομένα, ὅμως δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς τὸ ἄλλο που περιμένει ὁ Θεός νὰ δεῖ καὶ θὰ μείνεις στη φτώχεια, στη φτωχή σου άρετή καὶ στη φτωχή σου αυτοδικαίωση. Δὲν θὰ βρεῖς τὸν Χριστό, ὥστε νὰ σε δικαιώσει ὁ Χριστός, καὶ ἔτσι νὰ ἔρθει ἡ εἰρήνη στην ψυχή σου, ή χαρά, ἡ ἀγάπη, καί νὰ τοὺς βλέπεις ἔπειτα ὅλους μὲ πόνο ψυχῆς  καὶ πῶς νὰ βοηθήσεις τον καθένα νὰ βρεῖ τὸν Θεό, γιὰ νὰ σωθεί.

2-5-1993

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (41)

Συνέχεια από:Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Σάν το κουβάρι μέ τήν μπερδεμένη κλωστή


Σημείωμα φοιτητοῦ. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὰ ποὺ εἴχατε πεῖ τις προάλλες, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ρωτήσω τά ἀκόλουθα: 1) Θα θέλατε νὰ μᾶς ἐξηγήσετε ἐκτενέστερα τα σχετικά μὲ τὸ ἐπίπεδο συνεργασίας σώματος καί ψυχῆς, ὅπου ἐστιάζονται τα συμπλέγματα; Δηλαδή, ποιός εἶναι ὁ μηχανισμός αὐτῆς τῆς συνεργασίας; Ἑστιάζονται ἄλλες ἐσωτερικές ψυχικές λειτουργίες στὸ ἴδιο ἐπίπεδο καί ποιές; Πῶς εἶναι δυνατόν ἀκόμη να διαγνώσουμε στὸν ἑαυτό μας τό ἐπίπεδο τοῦτο καί τά τεκταινόμενα σ' αὐτό;

Θὰ ἤθελα νὰ πῶ νὰ μὴν τὰ μπλέκουμε. Αὐτό ἐδῶ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἕνας ψυχίατρος, ἕνας ψυχολόγος, πιο πολύ ἴσως ὁ ψυχίατρος, ὁ ψυχαναλυτής μπορεῖ νὰ πεῖ καί τοῦτο κι ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν το λέω αὐτό τόσο μὲ τὴν ἔννοια, να, ἐκεῖνος ξέρει κι ἐμεῖς δὲν ξέρουμε, ὅσο μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐκεῖνος κάνει τη δουλειά του. Ἐπιστήμων εἶναι, μαθαίνει τα ἐπιστημονικά του καὶ τὰ λέει. Δὲν εἶναι τὰ θέματα αὐτά τόσο περίπλοκα.

Ἔχω διαπιστώσει ἐπανειλημμένως ὅτι, ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ αὐτά τά θέματα, καθώς ὑπάρχει ἡ τάση πάντοτε να τα βλέπει κανείς καί νὰ τὰ παρουσιάζει πολύπλοκα, τὰ μπερδεύουν πιο πολύ. Γι’ αὐτὸ εἶπα ἄλλες φορές ὅτι σὲ ἕνα κουβάρι με μπερδεμένη κλωστή φυσικά, δὲν εἶναι ὅλη ἡ κλωστή μπερδεμένη, ἀλλὰ ἕνα μέρος τῆς κλωστῆς, δύο μέτρα, τρία μέτρα, δέκα μέτρα, ἡ κλωστή ὅμως μπορεί νὰ ἔχει πέντε χιλιάδες μέτρα· σὲ ἕνα λοιπόν τέτοιο κουβάρι τί εἶναι τὸ νὰ πετάξουμε δύο μέτρα ἤ δέκα μέτρα; Το μέρος αὐτὸ τῆς κλωστῆς ποὺ εἶναι μπερδεμένο, ἂν καθίσεις να το ξεμπερδέψεις, θα το ξεμπερδέψεις, ἀλλὰ δὲν ἀξίζει. Πέταξ᾽ το. Κόψ' το, πέταξ' το καί γλίτωσες. Καί χρόνο κερδίζεις καί κόπο ἀποφεύγεις.

Στην κλωστή δεν γίνεται καί τίποτε σοβαρό, ἄν προσπαθήσεις να την ξεμπερδέψεις. Το πολύ-πολύ νὰ τὴν μπερδέψεις πιο πολύ καὶ ὕστερα νὰ πεῖς: «Ἂς την κόψω, να την πετάξω». Ἀλλά στα θέματα ὅμως τῆς ψυχῆς, στα ψυχολογικά αὐτά θέματα, το χειρότερο εἶναι ὅτι, ὅσο κανείς τα σκαλίζει καί θέλει νὰ τὰ δεῖ τάχα με λεπτομέρειες καί πολύ ἐπιστημονικά, τόσο τα μπερδεύει. Καί αὐτά, καθώς μπερδεύονται, κάνουν χειρότερη την κατάσταση. Αὐτό εἶναι τὸ θέμα. Καί μερικές φορές το πολύ μπέρδεμα ὄχι μόνο χειροτερεύει τα πράγματα, ἀλλά κάνει πιό δύσκολη τή θεραπεία και την τακτοποίηση, μέχρι σημείου πού νά μήν μπορεῖ πλέον να γίνει θεραπεία. Μὲ αὐτή λοιπόν τὴν ἔννοια το θέμα δέν εἶναι τώρα τί εστιάζεται, τί δὲν ἑστιάζεται, τί ἄλλο συμβαίνει, ποιά εἶναι τὰ τεκταινόμενα κτλ.

Σκοπός τῆς ἐξομολογήσεως εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς

Αν θέλετε, ἐδῶ να ξεκαθαρίσουμε λίγο περισσότερο μερικά πράγματα. Πάει ὁ χριστιανός καὶ ἐξομολογεῖται στον πνευματικό, λέει τις αμαρτίες του -αυτά που νιώθει ὡς ἁμαρτίες- μετανοεί, καὶ λαμβάνει τὴν ἄφεση· ο πνευματικός τοῦ δίνει συμβουλές, τοῦ δίνει την ἄφεση, τον τακτοποιεί. Αὐτός εἶναι ὁ κανόνας. Όμως στις μέρες μας –δέν ξέρω παλαιότερα πῶς ήταν, ἀλλά στις μέρες μας, καὶ ὅταν λέω στις μέρες μας, ἐννοῶ στὸν εἰκοστό αιώνα, και προπαντός στις τελευταίες αὐτές δεκαετίες τα πράγματα είναι λίγο δυσκολότερα. Δέν φθάνει ἁπλῶς ἡ ἐξομολόγηση, Καί τό λέω ἐγώ αὐτό, πού εἶμαι πνευματικός. Πέφτει βαρύ αὐτό, ἀλλά εἶναι μιὰ ἀλήθεια. Δὲν φθάνει ἁπλῶς ἡ ἐξομολόγηση. Τι θέλω νὰ πῶ;

Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος κάνει πνευματικό κάποιον ἱερέα, μαζί μὲ τὴν ὅλη ἀκολουθία που γίνεται, μὲ τὴν ὁποία ἐκχωρεῖ ὁ ἐπίσκοπος στον πνευματικό τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, τοῦ δίνει καὶ εἰδικό γράμμα, ἐνταλτήριο, ὅπως λέγεται. Ὁ 102ος κανών τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικής Συνόδου ἀναφέρεται εἰδικά στούς πνευματικούς. Σύμφωνα μὲ αὐτά προτρέπεται ὁ πνευματικός νὰ ἐξετάζει καλὰ τὸν ἐξομολογούμενο καὶ νὰ συγχωρήσει ἐκεῖνα ποὺ εἶναι για συγχώρηση καί νὰ μὴ συγχωρήσει ἐκεῖνα ποὺ δὲν εἶναι γιὰ συγχώρηση. «Καὶ δήσεις ἃ δεῖ δεθῆναι καὶ λύσεις τὰ λύσεως ἄξια». Ὅπως ἐπίσης καλεῖται ὁ πνευματικός νὰ ἐξετάσει, καὶ σὲ ἄλλα τραύματα θα βάλει λάδι νὰ ἀπαλύνει τὴν πληγή, σὲ ἄλλα θα βάλει ξύδι νὰ τὴν τσούξει την πληγή. Σε ἄλλες περιπτώσεις θα τραβήξει τὸν χαλινό, διότι, ὅταν εἶναι ἀτίθασο τὸ ἄλογο, θέλει τράβηγμα το χαλινάρι, ἐνῶ σε ἄλλες θά χαλαρώσει το χαλινάρι.

Δέν φθάνει ἁπλῶς μόνο νὰ ἀκούσει ὁ πνευματικός. Ὅλο το θέμα εἶναι νὰ θεραπευθεῖ ὁ ἐξομολογούμενος. Ἔρχονται καμιά φορά καί μοῦ λένε: «Ρώτα με, πάτερ». Για στάσου. Να σε ρωτήσω; Δηλαδή, θά ψάξουμε τώρα; Ὅταν πᾶς στον γιατρό λές: «Ψάξε, γιατρέ, νὰ δεῖς ποῦ πονῶ»; Θὰ πεῖς πρῶτα: «Πονῶ ἐδῶ, πονῶ ἐκεῖ, ἔχω αὐτὰ τὰ συμπτώματα», καί ὁ γιατρός μέ τή σειρά του δέν ἀποκλείεται νὰ πεῖ: «Μήπως ἔχεις καί αὐτό το σύμπτωμα; Μήπως σοῦ συμβαίνει κι ἐκεῖνο;» Μπορεῖ νὰ πάει κανείς στον γιατρό καὶ νὰ πεῖ: «Γιατρέ μου, κόβονται τα πόδια μου, καί στα γόνατα ἔχω πόνους». Καί ὁ γιατρός ἴσως να μήν κοιτάξει καθόλου τα γόνατα, ἀλλά νά κοιτάξει τὸν λαιμό, τίς ἀμυγδαλές. Διότι ὡς γιατρός γνωρίζει ὅτι, ἄν ἔχουν κάτι οἱ ἀμυγδαλές, πονοῦν τὰ γόνατα. Πάντως, θὰ πεῖ κανείς στον γιατρό τί τοῦ συμβαίνει.

Ἔτσι καί στήν ἐξομολόγηση. Θὰ ἐξομολογηθεῖ ὁ χριστιανός στον πνευματικό, θὰ πεῖ αὐτά πού νιώθει ὅτι πρέπει νὰ πεῖ, ἀλλά ὅμως ὁ πνευματικός, ὄχι γιὰ νὰ κάνει ἀνάκριση, ὄχι γιὰ νὰ γίνει δικαστής, ὄχι γιὰ νὰ κάνει δικαστήριο, ἀλλά γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ ὅλος ἄνθρωπος, χρειάζεται –ἔχει αὐτή τήν ἄδεια να βοηθήσει τὸν ἐξομολογούμενο, πού εἶναι σὰν ἕνας ἀσθενής, νὰ δεῖ καλά την όλη ασθένειά του, να δει την ευθύνη πού ἔχει, να πάρει τη θέση που πρέπει να πάρει.

Οἱ συνέπειες τῆς μή σωστῆς συνεργασίας ψυχῆς καὶ σώματος

Ἔχουμε πεῖ ὅτι ἔχει τρεῖς «περιοχές» ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ἡ καθαρώς σωματική περιοχή, το σώμα, πού ἐπιλαμβάνεται ὁ κλασικός γιατρός. Εἶναι ἡ καθαρῶς ψυχική ἤ πνευματική περιοχή, πού ἐπιλαμβάνεται ὁ πνευματικός, καὶ σ' αὐτή γίνεται ἡ ὅλη πνευματική ἐργασία που γίνεται. Έχουμε ὅμως καὶ τη μεσαία περιοχή, ὅσο μπορῶ ἐγώ νὰ τὸ καταλάβω. Χονδρικά-χονδρικά λέμε ὅτι ὑπάρχει συνεργασία μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, και στη σχέση τῶν δύο αὐτῶν χωριστῶν στοιχείων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν ἄνθρωπο, δημιουργοῦνται στον πεπτωκότα ἄνθρωπο –ἂν δὲν εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος, δὲν θὰ ἦταν ἔτσι αὐτές οἱ καταστάσεις, που τις λέμε σήμερα ψυχοπαθολογικές. Πολλές φορές –ἴσως θὰ ἔχετε ἀκούσει να λένε ἄλλοι ἤ μπορεῖ νὰ ἔχετε ἰδίαν πεῖραν συμβαίνει τὸ ἑξῆς. Πηγαίνεις στον γιατρό καὶ λές. «Έχω αὐτὸν τὸν πόνο, ἔχω ἐκεῖνο τὸν πόνο», καὶ λέει ὁ γιατρός: «Δέν βρίσκω τίποτε· δὲν ἔχεις τίποτε». Καί ὄντως, δέν βρῆκε τίποτε στη δική του περιοχή, μολονότι ἔχει κανείς σωματικό πόνο. Αὐτή ἡ διαπίστωση ὀφείλεται στο ὅτι τὸ πρόβλημα ποὺ ὑπάρχει δὲν ἐμπίπτει στη δική του περιοχή.

Ἀλλά καί ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως ὅμως, το θέμα δέν εἶναι ὅτι ἔκανε κανείς κάποια συγκεκριμένη ἁμαρτία καὶ γι' αὐτὸ ἔχει σωματικές ἀσθένειες. Στόν ἄνθρωπο ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία ὡς ἀσθένεια, ὅπως ἔχουμε πεῖ τόσες φορές. Ἀκόμη καὶ οἱ σωματικές ἀσθένειες ὀφείλονται στὴν ἁμαρτία ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλὰ ὄχι ὅτι κρυολόγησε κανείς ἤ ἔπαθε το στομάχι του ἐπειδή ἔκανε μια συγκεκριμένη ἁμαρτία.

Ἔτσι λοιπόν μπορεῖ νὰ ἔχει κανείς κάποιες ένοχλήσεις ψυχολογικῆς φύσεως, ἀλλὰ ὄχι ὅτι ὀφείλονται στο ὅτι ἔκανε μια κάποια συγκεκριμένη ἁμαρτία. Μπορεῖ λοιπόν να πάει κανείς νὰ ἐξομολογηθεῖ, νὰ πεῖ τίς ἁμαρτίες του, καὶ ὁ πνευματικός νὰ τὸν ἀκούσει, να δώσει συγχώρηση, ἀλλά ή περιοχή ἐκείνη να μείνει ἀνέπαφη. Οὔτε ὁ ἕνας, ὁ γιατρός, μπορεῖ νὰ την πλησιάσει την περιοχή αὐτή, ὅπου συνεργάζεται ἡ ψυχή μὲ τὸ σῶμα, οὔτε ὁ ἄλλος, ὁ πνευματικός. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι χρειάζονται εἰδικές γνώσεις. Ὄχι τόσο ὅτι χρειάζεται να πάει κανείς να σπουδάσει, ὄχι τόσο ὅτι εἶναι γνώσεις ποὺ θὰ τίς μάθει κανείς σε κάποια θρανία, σε κάποια ἐργαστήρια -χωρίς να σημαίνει ὅτι αὐτές εἶναι ἄχρηστες- ἀλλὰ εἶναι γνώσεις, θὰ ἔλεγα, πού βγαίνουν μέσα ἀπό τήν πείρα.

Ἔτσι λοιπόν χρειάζεται να μήν ἀφήσουμε τον ἐξομολογούμενο ἁπλῶς νὰ παραπονεῖται: «Αἰσθάνομαι αὐτό, αἰσθάνομαι ἐκεῖνο», καὶ ἐνῶ ἐξομολογεῖται καί ξαναεξομολογεῖται τίς ἁμαρτίες του, δέν ἡσυχάζει. Βέβαια, ὁ Χριστός θα μποροῦσε νὰ πεῖ καὶ σ' αὐτὸν καί στον καθένα: Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, γενικά οἱ ἁμαρτίες. Συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες ὁ Χριστός, καί σηκώνεται ὁ ἄλλος από το κρεβάτι. Σήμερα δέν γίνεται αὐτό, ἐκτὸς ἄν ἔχουμε ἕναν ἅγιο, διά τοῦ ὁποίου ὁ Θεός συγχωρεί τις αμαρτίες και συγχρόνως σηκώνει τον ἄλλο ἀπὸ τὸ κρεβάτι του, εἴτε εἶναι παράλυτος εἴτε έχει καρκίνο είτε είναι μισοπεθαμένος, ετοιμοθάνατος, ή γιατρεύει άλλες ἀρρώστιες καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.

Ὁ Χριστός δέν οἰκονόμησε τα πράγματα ώστε νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τώρα ἐδῶ στον κόσμο καὶ νὰ τακτοποιεῖ κατά τέτοιον τρόπο τους ἀνθρώπους. Κατά καιρούς βέβαια ἐμφανίσθηκαν ἅγιοι ποὺ ἔκαναν ἀκριβῶς ὅ,τι ὁ Χριστός, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει καί μείζονα τούτων ποιήσει. Επομένως, ἐμεῖς πάντοτε μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ἀρκεσθοῦμε σ' αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεός μᾶς βοηθάει να κάνουμε. Ἂν ὁ Θεός κάνει περισσότερα, θα κάνει. Ἀλλὰ ὅμως αὐτά ὅλα ποὺ μᾶς φωτίζει ὁ Θεός να καταλαβαίνουμε, ἔχουμε χρέος μέ φιλότιμο, μὲ ἀγάπη, μὲ ἀνεκτικότητα, μὲ ὑπομονή να καθίσουμε κάτω νὰ τὰ δοῦμε καί ἔτσι, νὰ τὰ δοῦμε καὶ ἀλλιῶς, γιὰ νὰ βοηθήσουμε.

Ἔτσι λοιπόν μπορεῖ κανείς να περάσει καὶ σ' αὐτή τήν περιοχή καὶ νὰ δεῖ τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται ἀπὸ τὴν ἀνώμαλη κατάσταση πού δημιουργεῖται, καθώς δεν συνεργάζεται σωστά ἡ ψυχή μὲ τὸ σῶμα. Καὶ αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἐπειδή κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά αὐτά ὀφείλονται καὶ στην ψυχοσύνθεση και στο ὅλο σκαρί τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, καί ἀπό τή στιγμή πού συλλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στην κοιλιά τῆς μάνας του, ξεκινοῦν πολλές μή νορμάλ καταστάσεις. Δέν γίνονται μόνο ἐκ τῶν ὑστέρων.

Αὐτό πού τονίζουμε εἶναι ὅτι ὅλα ὁ Θεός τά οἰκονομεῖ γιὰ καλό, καί ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ὑπάρχει κάτι πού δέν τακτοποιεῖται. Ἄν κάτι παραμένει, χρειάζεται να παραμείνει γιά καλό. Ἂν ἔτσι τα πιστέψουμε τα πράγματα καὶ ἔχουμε τή διάθεση να βοηθηθοῦμε, ἐξ ὅσων ἐγώ γνωρίζω καί ἐξ ὅσων πιστεύω, ὅ,τι κι ἄν ἔχει κανείς, καί τέτοια ψυχολογικά προβλήματα ἄν ἔχει, σιγά-σιγά ὅλα θά τακτοποιηθοῦν. Ἀρκεῖ νὰ τοῦ ἐξηγηθοῦν ὁρισμένα πράγματα, καί νά θελήσει κανείς νὰ ἀκούσει, να θελήσει νὰ τὰ δεῖ, νὰ τὰ παραδεχθεῖ, καί νά ἀρχίσει να παίρνει τη σωστή στάση.

Φοβόμαστε νὰ δοῦμε τα κουσούρια μας


Ἀλλά πρέπει να θελήσει ὁ ἄνθρωπος να προσγειωθεῖ, να θελήσει νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν ἑαυτό του. Πόσες καί πόσες φορές παίρνει κανείς στάση τέτοια, σαν να μετεωρίζεται, σαν νὰ μὴν εἶναι προσγειωμένος, σὰν νὰ εἶναι ἔξω ἀπό τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπό τήν πραγματικότητά του. Φοβάται να μπεῖ μέσα στον ἑαυτό του, φοβάται νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του, φοβάται νὰ εἶναι ὁ ἑαυτός του.

Νὰ εἶναι ὁ ἑαυτός του ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια πού λένε μερικοί σήμερα: «Θέλω νὰ εἶμαι ὁ ἑαυτός μου», καί, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, δουλεύουν σε ἄλλη περιοχή, μέ ἄλλο πνεύμα. Σ' αὐτούς δὲν ὑπάρχει ἡ σκέψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεί να πέφτει ἔξω, ὅτι μπορεῖ νά ἔχει κουσούρια, ελαττώματα, ὅτι πρέπει να γιατρευτεί, ὅτι δέν τα θέλει αὐτά ὁ Θεός, καὶ ὅτι ὁ Θεός μπορεί να τον γιατρέψει. Δεν σκέπτονται ἔτσι, ὥστε νά ζητήσουν βοήθεια και να κάνουν και ἀνάλογη προσπάθεια. Ἁπλῶς νοιάζονται μή θιγεῖ ὁ ἑαυτός τους, καί θέλουν νά εἶναι ὁ ἑαυτός τους, μόνο καί μόνο για να κάνουν τα θελήματά τους καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν τὸν ἑαυτό τους.

Δέν ξέρω ἄν ἐξαιρεῖται κανένας μας ἐδῶ μέσα καί θέλω να το προσέξετε αὐτό. Δέν ξέρω δηλαδή ἂν ὑπάρχει κάποιος ἀπὸ μᾶς ποὺ πράγματι εἶδε τὸν ἑαυτό του καί θέλησε να μείνει καλά-καλά συντροφιά μέ τόν ἑαυτό του. Φοβόμαστε, δὲν τὸ ἀντέχουμε νὰ δοῦμε τις πληγές μας, τὰ ὅποια κουσούρια μας, διότι αὐτὰ μᾶς μειώνουν, μᾶς ταπεινώνουν. Ἐκεῖνος ὅμως πού ἔχει διάθεση να ταπεινωθεί, να μειωθεί, να πάει και πιο κάτω ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὸν πηγαίνουν αὐτά, δέν δυσκολεύεται νὰ δεῖ τί εἶναι ὁ ἑαυτός του.

Ἡ ἁγία Ἰσιδώρα ἦταν ὁ ἑαυτός της, καὶ γι' αὐτό ὅλα μποροῦσε νὰ τὰ σηκώσει, και τίποτε δέν τὴν ἄγγιζε. Τίποτε. Ἀπό ὅλα τὰ ἀνόητα πού ἔκαναν οἱ ἄλλες μοναχές, τίποτε δὲν τὴν ἄγγιζε, τίποτε δέν τὴν ἔθιγε, τίποτε δέν τήν πλήγωνε. Ὅλα ήταν ἐπάνω της μαργαριτάρια, διαμάντια και στεφάνια.

28-3-1993

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (40)

Συνέχεια από:Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

Εἰδικό Μέρος


β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων


Ἀνταγωνισμός:μιά μάστιγα τῆς ἐποχῆς μας

Μην επηρεαζόμαστε ἀπό τη γνώμη τῶν ἄλλων


Σημείωμα φοιτητοῦ: Θὰ ἤθελα νὰ θίξω μια ἄλλη πλευρά στο θέμα. Παίρνουμε τὴν ἀπόφαση ὅτι εἶμαστε ἀπό αὐτούς ποὺ θά εἶναι κάτω από το τραπέζι. Ἀλλά αὐτό δὲν τὸ δέχονται πολλοί στο περιβάλλον μας. Καὶ δὲν ἐννοώ μόνο ὅτι δὲν δέχονται να παίρνουμε τέτοιες ἀποφάσεις, ἀλλά κυρίως ὅτι δέν δέχονται το γεγονός ὅτι ἔχουμε αὐτές τις περιορισμένες δυνατότητες. Οἱ οἰκεῖοι δὲν τὸ δέχονται, τὰ ἀφεντικά δὲν τὸ δέχονται, ἀλλά καί ἀφεντικό να εἶναι κάποιος, δὲν τὸ δέχονται οἱ πελάτες.

Το εἴχαμε δεῖ τό σημείωμα καί εἶχαμε πεῖ ὅτι λάθος τίθενται ἐδῶ τὰ ἐρωτήματα, καὶ λάθος καταλαβαίνει τὸ ὅλο θέμα αὐτός πού δίνει το σημείωμα. Το θέμα δέν εἶναι τί λένε ἤ τί νομίζουν ἢ τί θὰ κάνουν οἱ ἄλλοι. Το θέμα εἶναι τί θὰ κάνουμε ἐμεῖς. Να το καταλάβουμε αὐτό. Κακῶς, πολύ κακῶς που ἐξαρτόμαστε ἀπό τούς ἄλλους ἤ νομίζουμε ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ δική μας κατάσταση, ἡ δική μας πορεία καὶ ἡ τακτοποίησή μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Ἂς ἔχουν οἱ ἄλλοι ὁποιαδήποτε γνώμη θέλουν γιὰ μᾶς. Ἂς μᾶς συμπεριφέρονται ὅπως κι ἄν θέλουν.

Δέν μπορεῖ αὐτὸ νὰ μᾶς ἐμποδίσει. Βέβαια, κάνει πολύ κακό το περιβάλλον, κάνουν πολύ κακό οἱ μεγαλύτεροι στα μικρά παιδιά. Ἐμεῖς ὅμως δὲν εἴμαστε μικρά παιδιά· εἴμαστε μεγάλοι καί καθόλου-καθόλου δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τή γνώμη ἢ τη συμπεριφορά καὶ τὴν ὅλη στάση τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας. Γι' αὐτό εἶναι λάθος που το βλέπει ἔτσι τὸ θέμα: «Δεν το δέχονται πολλοί στο περιβάλλον μας. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο ὅτι δὲν δέχονται να παίρνουμε τέτοιες ἀποφάσεις, ἀλλά κυρίως ὅτι δὲν δέχονται το γεγονός ὅτι ἔχουμε αὐτές τις περιορισμένες δυνατότητες».

Πολλές φορές οἱ ἄλλοι περιμένουν πολλά ἀπό μᾶς. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς ὀφείλουμε να δώσουμε στούς ἄλλους ὅσα περιμένουν. Καὶ μὴ σᾶς φανεί παράξενο ὅτι τελικά ὁ ἄνθρωπος μπερδεύεται, ἐπειδή ἔχει ἐγωισμό.

Αμα δέν ἔχει ἐγωισμό, ἅμα εἶναι ταπεινός, δέν μπερδεύεται. Καί τὸν σημερινό ἄνθρωπο τὸν ἔχει φάει ἀκριβῶς αὐτός ὁ ἀνταγωνισμός ποὺ ὑπάρχει. Ὅπως εἴπαμε, παλαιότερα, πού ἦταν πιὸ ἁπλὴ ἡ ζωή καὶ ἦταν λιγότερο ἐγωιστές καί λιγότερο φίλαυτοι οἱ ἄνθρωποι, δέν ὑπῆρχε αὐτός ὁ ἀνταγωνισμός, ποιός καί ποιός θά βγάλει το κεφάλι του πιό ψηλά, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἀντέχουν, κάπου στην πορεία αὐτή, κάπου στον δρόμο αὐτό να κάμπτονται, να παγιδεύονται στην κατωτερότητά τους, καὶ νὰ σαλεύουν τα μυαλά τους.

Σᾶς εἶχα πεῖ, νομίζω, παλαιότερα, αὐτό πού εἶχα διαπιστώσει μέσα στο λεωφορείο. Κατεβαίναμε ἀπό τό Πανόραμα στη Θεσσαλονίκη, καὶ σε κάποια στάση μπήκε μια ομάδα μαθητές καὶ μαθήτριες. Το τί γινόταν! Όχι μόνο με την έννοια ότι χαλούσαν τον κόσμο, δέν λογάριαζαν ἂν ὑπάρχουν άλλοι του γύρω τους και μιλούσαν με αὐθάδεια, μὲ ἀναίδεια με παρρησία, ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους έβλεπε κανείς αὐτόν τόν ἀνταγωνισμό. Ποιός θὰ πεῖ ἕνα πιο έξυπνο ευφυολόγημα, για να νιώσει ὅτι εἶναι λίγο πιό πάνω ἀπό τούς άλλους. Καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά τὰ ἴδια. Να φαντασθούμε δηλαδή αὐτά τα παιδιά σάν να τα τανύει, να τα τεντώνει κάποιος πρὸς τὰ πάνω, καὶ νὰ κινδυνεύουν νὰ ἐξαρθρωθούν - ἂν καὶ μόνοι τους έσπρωχναν τὸν ἑαυτό τους, Ὅπως γίνεται τελικά ἀπό πλευρᾶς ψυχικής, διανοητικῆς, πνευματικῆς· δηλαδή ἐξαρθρώνεται ὁ ἄνθρωπος. Τάνυσμα, τάνυσμα, τάνυσμα, ποῦ θα πάει;

Να θυμηθοῦμε αὐτὸν ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι

Βρῆκε τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς καὶ συμπεριφέρεται σωστά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι προσγειωμένος, ταπεινός καὶ δὲν ἀγωνίζεται να ξεπεράσει τοὺς ἄλλους καί μάλιστα κατ' αὐτόν τον τρόπο. Πόσοι νέοι τελικά ἀνατινάζονται στον αέρα, καθώς κάνουν παρέες μὲ ὅποιους κάνουν, καὶ συνειδητοποιοῦν ὅλο καί περισσότερο τήν ἀνεπάρκειά τους. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἀντέξουν, ἀνατινάζονται στον αέρα. Ἀγόρια, κορίτσια. Κυρίως νέοι τὸ παθαίνουν αὐτό. Ἔτσι, παγιδεύονται γιὰ τὰ καλὰ στὸ αίσθημα κατωτερότητος, καὶ ποῦ νὰ βρεῖ κανεὶς ἄκρη;

Θυμηθείτε τί εἴπαμε γι' αὐτὸν ὁ ὁποῖος εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι, γι' αὐτόν δηλαδή ποὺ ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος.

Ὅ,τι κι ἄν σοῦ συμβαίνει, θὰ βγεῖ σε καλό

Ἀσχολούμαστε με χίλια δυό πράγματα, τα ὁποῖα εἶναι ἔξω ἀπό τήν πραγματικότητα, καί ἀφήνουμε τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, τὴν οὐσία τῆς ζωῆς. Ἴσως θα φανεῖ ὅτι τὰ ψιλολογοῦμε τα πράγματα ἤ πᾶμε πολύ βαθιά. Ὄχι· εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὰ δοῦμε ἔτσι. Γιά, νὰ ἐπιμείνουμε λιγάκι σ' αὐτό, νὰ δεῖ κανείς, π.χ., ὅτι γιὰ νὰ οἰκονομήσει ὁ Θεός, γιά νά ἐπιτρέψει νὰ ἔρθουν τα πράγματα ἔτσι ὅπως ἦρθαν –ὁ ἀγαθός Θεός, ὁ φιλάνθρωπος Θεός, πού ἀγαπᾶ ὅσο δέν παίρνει περισσότερο τόν καθένα σημαίνει ὅτι μᾶς εἶναι χρειαζούμενα καί ὅτι θὰ βγοῦν σε καλό. Καί ἐνῶ εἶναι μιὰ ἀλήθεια αὐτό, οὔτε κάν το νιώθουμε ἔτσι, οὔτε κάν το πιστεύουμε, καί χανόμαστε μέσα στήν ἔλλειψη, ὅπως νομίζουμε, αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία ὅμως ὑπάρχει, ἀλλά ἐμεῖς δὲν τη νιώθουμε.

Ἕνας ὁ ὁποῖος εἶναι μέσα σε ἕνα ζεστό χώρο, ἀλλὰ εἶναι τυλιγμένος μέ ἕνα εἶδος ρούχου, τό ὁποῖο ἔχει τὴν ἰδιότητα να μήν ἀφήνει καθόλου ἡ ὅλη θερμότητα ποὺ ὑπάρχει στον χῶρο αὐτὸ νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ βρεῖ τὸ δικό του σῶμα, ἄς εἶναι ἐκεῖ μέσα.

Αὐτός εἶναι ξένος ὡς πρός τη θερμότητα πού ὑπάρχει, καί μένει στο κρύο.

Εάν καλλιέργησες μέσα σου, για πολλούς καὶ διαφόρους λόγους, το φρόνημα ὅτι ἐσένα δεν σε ἀγαπᾶ ὁ Θεός, καί ἐγωιστικῷ τῷ τρόπῳ σε πῆρε τὸ παράπονο γιατί νὰ μὴν εἶσαι ὅπως οἱ ἄλλοι, ἐνῶ θά ἤθελες νὰ εἶσαι ὅπως οἱ ἄλλοι, νὰ φαίνεσαι κι ἐσύ ὅπως οἱ ἄλλοι, νὰ προβάλλεσαι κι ἐσὺ ὅπως προβάλλονται οἱ ἄλλοι, καί τελικά καταλήγεις σκεπτόμενος: «Φταίει ὁ Θεός. Δὲν μὲ ἀγαπᾶ ὁ Θεός», δὲν κάνεις τίποτε ἄλλο, παρά περιβάλλεις τὸν ἑαυτό σου μὲ ἕνα ὑλικό τέτοιο, πού δέν ἀφήνει νὰ σὲ ἀγγίξει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μονώνεσαι.

Μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Καί ὁ Θεός, ὡς Θεός που ἀγαπᾶ τὸν καθένα, οἰκονόμησε, ἐπέτρεψε νὰ ἔρθουν ἔτσι τα πράγματα για σένα ἀπό ἀγάπη. Να το πιστέψεις αὐτό. Να πιστέψεις δηλαδή ὅτι τελικά ,τι, ὅ,τι κι ἄν σοῦ συμβαίνει, θὰ βγεῖ σε καλό. Ὅμως, να πιστέψεις τώρα· καὶ αὐτό εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο στοιχίζει.

Μᾶς «καθηλώνει» ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἔχουμε δυνατότητα σωτηρίας


Αὐτές τις ἡμέρες μοῦ ἔγραψε κάποιος ἕνα γράμμα. Ἐνῶ ἔχει σοβαρούς λόγους να βλέπει τίς ἁμαρτίες του, νὰ αἰσθάνεται ὅτι ἔχει ἁμαρτίες, καὶ νὰ κλάψει γι' αὐτές, δέν τις βλέπει. Δὲν τὶς βλέπει, δὲν τις αἰσθάνεται, σάν νὰ μὴν εἶναι καθόλου πρόβλημα και θέμα γι' αὐτὸν οἱ ἁμαρτίες. Ὅμως, έχει κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις, τίς ὁποῖες, θέλει δέν θέλει, τις βλέπει. Θέλει δὲν θέλει. Ἂς ποῦμε ὅτι εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι, ὅτι κάτι τὸν ἀναγκάζει να εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι –κάποιο κουσούρι, κάποιο τέλος πάντων δεδομένο. Ἀλλά δεν βρέθηκε τυχαία κανείς ἐκεῖ.

Νὰ σκεφθεῖ κανείς ὅτι ἡ δική του ψυχή δέν θά σωζόταν, ἐὰν δὲν οἰκονομοῦσε ὁ Θεός τα πράγματα ἔτσι, ὥστε νὰ παγιδευθεί στην παγίδα πού εἶναι παγιδευμένος, να παγιδευθεί στην κατωτερότητά του. Δὲν θὰ σωζόταν ἀλλιῶς ἡ ψυχή του. Αὐτό ἄν τό μελετήσει κανείς καλά-καλά, ἂν τὸ δεῖ καλά-καλά, θά βρεῖ πολύ ὑλικό για να νιώσει ταπεινωμένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ για να νιώσει τὴν ἁμαρτία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ νιώσει την δυνάμει ὑπερηφάνεια ποὺ θὰ εἶχε ἡ ψυχή του, πού ἔχει ἡ ψυχή του, την δυνάμει ἀνταρσία ποὺ ἔχει ἡ ψυχή του, τὴν δυνάμει ἀντίδραση ποὺ ἔχει ἡ ψυχή του ἀπέναντι στον Θεό, καὶ γι' αὐτό χρειάστηκε νὰ οἰκονομήσει ἔτσι τα πράγματα ὁ Θεός, ὥστε νὰ τὸν καθηλώσει. Γιατί, ἂν δὲν τὸν εἶχε καθηλώσει, ποιός ξέρει τι θὰ ἔκανε.

Και μόνο να το σκεφθεῖ κανείς ἔτσι, ἀμέσως θα σωριαστεί κάτω καὶ θὰ πεῖ: «Θεέ μου, εἶναι ἄλλος ἁμαρτωλός σάν κι ἐμένα;» Εἶναι βέβαια ένδεχόμενο νὰ τὸν πιάσει το παράπονο: «Γιατί ἐμένα ἔτσι» Ἂν ὅμως τὸ ξεπεράσει, θὰ πεῖ: «Θεέ μου, ἐνῶ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι, ἐνῶ θὰ ἔκανα αὐτὰ ποὺ θὰ ἔκανα, ἐσύ παρ' ὅλα αὐτὰ μὲ ἀγάπησες καὶ βρῆκες τον τρόπο νὰ μὲ πιάσεις, νὰ μὲ δέσεις, καὶ τελικά να με σώσεις».

Πῶς ὅλα τὰ ἀρνητικά τῆς ζωῆς μας εἶναι εὐλογίες;

Ἐὰν μελετήσει κανείς τίς ἀλήθειες που λέμε τώρα, θὰ βρεῖ ὅτι ὅλα τὰ ἀρνητικά τῆς ζωῆς του εἶναι εὐλογίες Θεοῦ. Ὅλα τὰ ἀρνητικά. Αὐτὰ καθ' ἑαυτά βέβαια δὲν εἶναι εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Το αίσθημα κατωτερότητος πού ἔχεις, αὐτὸ καθ' ἑαυτό εἶναι κακό. Τὸ ὅτι δυνάμει ἔχεις μέσα σου μια κατάσταση πού ποιός ξέρει τι θὰ ἔκανε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι κακό. Ποιός ξέρει τι θὰ ἔκανε καὶ τοῦτο κι ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο! Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἄσχημα, αὐτὰ καθ' ἑαυτά εἶναι κακά, ἀλλὰ ὅμως, ἔτσι ὅπως τὰ οἱκονόμησε ὁ Θεός, εἶναι εὐλογίες. Διότι ὁ Θεὸς τὰ πῆρε ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι δικά σου, καὶ τὰ οἱκονομεῖ κατά τέτοιον τρόπο και τα προγραμματίζει κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε τελικά να ἁγιάσεις,

Εὐγνωμονεῖς ἤ δὲν εὐγνωμονεῖς μετὰ τὸν Θεὸ για το ὅποιο πάθημά σου, γιὰ τὴν ὅποια ἀδυναμία σου, γιὰ τὸ ὅποιο ἐλάττωμά σου. Ἔτσι, περνά κανείς σὲ ἐντελῶς ἄλλη κατάσταση. Δὲν κλαίει τη μοίρα του, ὅπως κάνουν οἱ πολλοί ποὺ ἔχουν τέτοια βιώματα μέσα τους καὶ κλαίνε, τρόπον τινά, τη μοίρα τους -γιατί ἔτσι, γιατί ἀλλιῶς - ἀλλὰ ἀρχίζει να εὐγνωμονεῖ τὸν Θεό, νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό καὶ νὰ τὸν δοξάζει. Καί ἀρχίζει νὰ ἀπολαμβάνει ὅλη αὐτὴ τὴν ἀγάπη που δείχνει ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴν πρόνοια ποὺ ἔλαβε εἰδικά γι' αὐτὸν, ποὺ ἐπέτρεψε δηλαδή νὰ ἔχει ὅλες αὐτές τις άσχημες καταστάσεις, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Δέν ξέρω ἄν χρειάζεται νὰ ποῦμε τίποτε ἄλλο πάνω σ' αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐνῶ μοιάζουν νὰ εἶναι πολύ φοβερά αὐτά, ὅμως, καθώς τὰ λέμε ἔτσι, ἐάν τελικά με πιστεύετε, ἐὰν με καταλαβαίνετε, ἐγώ αἰσθάνομαι -μήπως ὅμως κάνω λάθος- σαν να παίρνω ἀπό πάνω σας ἀσήκωτα βάρη, καὶ θὰ φύγετε ἀπό δῶ μὲ φτερά, ἄν εἶναι μέσα στην ψυχή σας ἡ ταπείνωση. Ἀλλιῶς, ἂν δηλαδή, χωρίς νὰ εἶναι μέσα του ἡ ταπείνωση, φύγει κανείς μὲ φτερά, θὰ εἶναι ξιπασμένος.

Τὸ αἰσθάνεστε ἐσεῖς ἔτσι;


9-5-1993

Ὅταν γνωρίσεις τόν ἑαυτό σου, καταφύγεις στον Θεό καὶ κάνεις τὸν πνευματικό σου ἀγώνα, μετά ὅλη ἡ μελαγχολία γίνεται μετάνοια, χαρά. Όλο το αἴσθημα μειονεκτικότητος γίνεται ταπείνωση, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἀρνητικές καταστάσεις. Καί αὐτό εἶναι λύτρωση.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (39)

Συνέχεια από: Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων


Ἡ ἁγία Ἰσιδώρα


Νὰ ἀποδεχθοῦμε την κατάστασή μας

Σημείωμα φοιτητοῦ. Θὰ ἤθελα νὰ θίξω μια ἄλλη πλευρά στο θέμα. Παίρνουμε τὴν ἀπόφαση ὅτι εἶμαστε ἀπό αὐτοὺς ποὺ θὰ εἶναι κάτω ἀπό τό τραπέζι. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ δέχονται πολλοί στο περι-βάλλον μας. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο ὅτι δὲν δέχονται να παίρνουμε τέτοιες ἀποφάσεις, ἀλλά κυρίως ὅτι δὲν δέχονται τὸ γεγονός ὅτι ἔχουμε αὐτές τις πε-ριορισμένες δυνατότητες. Οἱ οἰκεῖοι δὲν τὸ δέχονται, τὰ ἀφεντικά δὲν τὸ δέχονται, ἀλλά καί ἀφεντικό να εἶναι κάποιος, δὲν τὸ δέχονται οἱ πελάτες.

Πάντως, αὐτός πού γράφει δείχνει ὅτι δὲν ἔχει καταλάβει ἀκριβῶς αὐτὰ ποὺ εἴπαμε περί αισθήματος κατωτερότητος. Γιατί το θέμα δέν εἶναι τί δέχονται οἱ ἄλλοι, τί δεν δέχονται. Ὅλο το θέμα εἶναι ἐμεῖς νὰ δεχθοῦμε νά καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται καὶ νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν κατάστασή μας. Ὄχι ὅμως μοιρολατρικά: «Ε, τί να κάνουμε» Ὄχι· ἔξω ἀπὸ τὸν χριστιανισμό μπορεῖ νὰ χρειάζεται να κλάψει κανείς τή μοίρα του, ἀλλά μέσα στον χριστια νισμό, που πιστεύουμε ὅτι τὰ πάντα ὁ Θεός τὰ οἱκονομεῖ ἔτσι ποὺ εἶναι γιὰ καλό μας, ὄχι μόνο δέν κλαίει κανείς τή μοίρα του, ἀλλά πιστεύει ὅτι ὅλα εἶναι για το καλό μας. Στην αρχή απλῶς τὸ πιστεύει αὐτό, σιγά-σιγά όμως το καταλαβαίνει κιόλας στην πράξη και λέει: «Θεέ μου, χαλάλι. Βγήκε τόσο καλά ἀπό αὐτό, που όχι μια φορά να είχα αὐτὸ τὸ αἱσθημα κατωτερότητος, ἀλλὰ δυό φορές νὰ τὸ εἶχα Ὅλοι ἔχουμε μάθει να λειτουργούμε σε κάπου ἐπίπεδο καί αντιδρούμε, ὅταν ὁ ἄλλος δεν μπορεί νά λειτουργήσει σ' αὐτό. (Εἶναι μια καινούργια λέξη αὐτή που χρησιμοποιοῦν, λειτουργοῦμε, μάθαμε να λειτουργούμε.) Ἔτσι, δέν εἶναι πάντα τόσο απλό, ὥστε, μέ τό να πάρει κάποιος τα πράγματα σωστά, τελείωσε το θέμα.

Καί ὅμως, τελείωσε. Τελείωσε, ἀρκεῖ νὰ τὰ πάρεις σωστά.

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνελέητοι

Ἔτσι ξεπέρασε τὸ πρῶτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο εἶναι ἡ γνώμη τῶν ἄλλων. Ὄχι αὐτή που νομίζει, ἀλλά αὐτή που πραγματικά ἔχουν. Καὶ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση δὲν εἶναι εὔκολο αυτό, για τί ἡ γνώμη τους εἶναι ἀληθινή. Ἔχουν δίκαιο, ὅσο κι ἂν δὲν εἶναι εὐχάριστο.

Οἱ πιο πολλοί ἄνθρωποι κομπλεξάρονται σή μερα, ἀκριβῶς διότι ἔχει αὐτὸν τὸν χαρακτήρα ἡ ζωή, ἔχει δηλαδή ἀνταγωνιστικό χαρακτήρα. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνελέητοι, δὲν σπλαχνίζονται. Αὐτὸ το βλέπουμε ἀκόμη καί στο Δημοτικό σχολείο, ὅπου ὅλοι οἱ συμμαθητές κοροϊδεύουν τὸ παιδί ἐκεῖνο πού ἔχει κάποιο κουσούρι. Το καημένο, τὸ ἔχει.

Ἤθελε νὰ τὸ ἔχει; Καί ὅμως, κοροϊδεύουν. Κοροϊδεύουν τη λίγη νοημοσύνη που τυχόν ἔχει, τη μια κάποια καθυστέρηση που τυχόν ἔχει, κάποιο ἄλλο κουσούρι πού ἔχει. Ἄσπλαχνα, ἐντελῶς ἄσπλαχνα. Οὔτε τὰ γατάκια δὲν τὰ τυραννοῦν τόσο -πού συ-νηθίζουν τὰ παιδιὰ νὰ τὰ τυραννοῦν ὅσο τυραννοῦν κάποια τέτοια παιδιά. Ἀργότερα, ἐπίσης, στο Γυμνάσιο καὶ ὅπου ἀλλοῦ, οἱ ἄνθρωποι δέν σπλαχνίζονται. Καὶ ἐκεῖ εἶναι πού κομπλεξάρεται κανείς ἀκόμη πιο πολύ.

Ἔτσι, καλλιεργεῖται τὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Το παιδί πληγώνεται, καί δημιουργοῦνται πολλές ἄσχημες καταστάσεις μέσα του. Χρειάζεται πρῶτα ὁ γονέας, ὁ δάσκαλος, ὁ ἱερέας, νά καταλάβουν περί τίνος πρόκειται, γιά νά βοηθήσουν το παιδί, ἀλλά καί το παιδί στη συνέχεια πρέπει να θελήσει να συνερ-γασθεῖ, νὰ ἀκούσει, να καταλάβει. Εἶναι πολύ δύσκολα. Ὅμως, ἔτσι τὰ οἰκονομεῖ ὁ Θεός, ὥστε νὰ περά-σει μαρτύρια ἕνας ἄνθρωπος, καί ἔρχεται ἡ ὥρα πού ἐπεμβαίνει ὁ Θεός, καί, ὅπως εἴπαμε, τα βγάζει ὅλα σε καλό, σε βαθμό πού μπορεῖ ἄνετα κανείς νὰ πεῖ: «Χαλάλι». Επομένως, νά μήν πολυδίνουμε σημασία στο τί στάση παίρνουν οἱ ἄλλοι καί τί γνώμη ἔχουν.

Καί ἄν αὐτό ξεπεραστεί, στο τρίτο στάδιο ἔχου-με τά καθημερινά πρακτικά θέματα. Πῶς θὰ συνεργάζεσαι μὲ αὐτούς πού σε ἀπορρίπτουν, εἴτε ὠμά εἴτε χωρίς νὰ τὸ θέλουν, συνηθισμένοι σε ἕνα ρυθμό ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ φθάσεις; Δὲν ξέρω ἄν ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν αἴσθημα κατωτερότητος, ἀλλά πολλές φορές το δημιουργοῦν καὶ τὸ συντηροῦν.

Είμαστε ἕνα ψέμα. Μᾶς φοβίζει ἡ ἀλήθεια


Θα φέρω τώρα ἕνα παράδειγμα, καὶ θὰ πεῖτε βέβαια αμέσως: «Ε, πάτερ, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νά τό κάνει ὁ καθένας». Δέν παύει όμως νὰ εἶναι ἀλήθεια.

Δεν ξέρω πως τα βλέπετε ἐσεῖς τὰ πράγματα, ἀλλά κάθε φορά που διαπιστώνουμε ὅτι εἴμαστε μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια ἢ ὅλο και πιο μακριά ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἀλλιῶς νὰ προβληματιζόμαστε, καί ὄχι ὅπως συνήθως προβληματιζόμαστε καί λέμε: «Αὐτό δέν γίνεται». Ὄχι· ἀλλὰ νὰ λέει κανείς: «Θεέ μου, Θεέ μου, τί ἔχει γίνει μέσα στην ψυχή μου, για να εἶμαι τόσο μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴ θέλω νὰ δῶ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴ θέλω νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ μή θέλω να γίνω ἀληθινός!»

Εἶναι φοβερό το πράγμα. Οὔτε θέλει κανείς να το συζητήσει ἢ νὰ τὸ δεῖ ἔτσι, καί προσπαθεῖ νὰ βολευτεῖ, νὰ ἰσορροπήσει καὶ νὰ τὰ βγάλει πέρα ἔξω ἀπό τήν ἀλήθεια, ὁπότε ἐντελῶς ἀλλοτριώνεται ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ἔχει πλέον καμιά σχέση με την ἀλήθεια. Καί ὁ ἴδιος εἶναι ἕνα ψέμα καί ζεῖ μια ψεύτικη ζωή. Χωρίς βέβαια να σημαίνει αὐτό ὅτι δὲν ἔχει καλή διάθεση ἢ ὅτι ἔχει κακή πρόθεση, ἀλλά πάντως δέν παύει νὰ εἶναι αὐτό μιά πραγματικότητα. Καί γιά τόν ἄλλο πιο πέρα καὶ γιὰ τὸν ἄλλο πιό πέρα... Γι' αὐτό εἴμαστε τόσο ψεύτικοι.

Καί ἀπό πλευρᾶς θεωρητικῆς καί ἀπό πλευρᾶς πρακτικῆς εἴμαστε ἕνα ψέμα. Ἡ ὅλη ζωή μας εἶναι ἕνα ψέμα. Κινούμαστε, ἐνεργοῦμε μέ τό ψέμα. Μᾶς φοβίζει ἡ ἀλήθεια. Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὅποιος εἶναι πιο πολύ ἀετονύχης, ἐκεῖνος θα βολευτεί περισσότερο, ἐκεῖνος θὰ τὰ καταφέρει καλύτερα. Δέν τό καταλαβαίνει ὅμως ὅτι καί αὐτός εἶναι ἕνα ψέμα, καί γιὰ τὸν ἑαυτό του καί γιά τούς ἄλλους. Δέν εἶπα ὅμως το παράδειγμα.

Μιά ἁγία κατά Χριστόν σαλή


Δὲν θὰ σᾶς πῶ ἄλλο παράδειγμα, παρά θά ἀναφέρω τὴν ἁγία Ἰσιδώρα.

Ἡ ἁγία Ἰσιδώρα ήταν σέ ἕνα μοναστήρι, τό ὁποῖο εἶχε περίπου τετρακόσιες μοναχές, καί βοη-θοῦσε στο μαγειρεῖο. Ἐκεῖ ὅμως τῆς φέρονταν ἄσχημα, καθώς προσποιόταν τή σαλή, καί τή θεωροῦσαν ὅτι εἶναι λωλή. Καί τί δέν τῆς ἔκαναν, τήν καημένη! Τί νερά, τί φαγητά δέν τῆς ἔριχναν! Πολύ κακή με-ταχείριση. Οὔτε τόν σκύλο πού εἶχαν ἐκεῖ δὲν θὰ τὸν ταλαιπωροῦσαν ἔτσι. Τί φωτισμένη γυναίκα ὅμως ἦταν αὐτή! Αὐτή ἡ ὁποία θεωροῦνταν ἀπό τίς ἄλλες ὅτι εἶναι ἕνα πλάσμα πού μπορεῖ κανείς να το μεταχειρισθεῖ ὅπως θέλει. Σάν νὰ ἦταν ἄμυαλη, σὰν νὰ ἦταν περίπου ὅπως τὸ ζῶο.

Στόν ἅγιο Πιτυροῦν, πού ζοῦσε στήν ἔρημο, πα-ρουσιάσθηκε ἄγγελος καί τοῦ εἶπε ὅτι ὑπάρχει μιά γυναίκα πού τόν ξεπέρασε στήν ἀρετή. «Πήγαινε, τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος, στο γυναικεῖο μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν, ὅπου θὰ βρεῖς μιά μοναχή νὰ ἔχει στέμμα στο κεφάλι της».

Σηκώθηκε ἀμέσως ὁ ἅγιος και πήγε στο μονα στήρι. Τόν ἤξεραν, καθώς ήταν περιβόητος για την ἀρετή του, καί τόν δέχθηκαν με πολλή χαρά και μέπολύ σεβασμό καί εὐλάβεια. Ζήτησε από την ήγουμένη νά ἔλθουν ὅλες οἱ μοναχές να τις δεῖ μία-μία, γιά νά δεῖ ποιά εἶναι αὐτή που λάμπει τόσο η όλη προσωπικότητά της, καί εἶναι μια μεγάλη ἁγία. Πα-ρουσιάσθηκαν λοιπόν ὅλες οἱ μοναχές, ἀλλὰ δὲν εἶδε ἐκείνη πού τοῦ ἔδειξε ὁ ἄγγελος στο δραμα. Καί ὁ ἅγιος Πιτυροῦν ἔλεγε καί ξανάλεγε: «Μήπως ἔχετε καί καμία ἄλλη;» Καί ἀφοῦ ἐπέμενε πάρα πολύ, τοῦ εἶπε ἡ ἡγουμένη: «Ἔχουμε στο μαγειρεῖο καί μία πού δέν εἶναι στά καλά της». (Δηλαδή, νόμιζαν ὅτι δέν εἶναι στα καλά της καί τήν εἶχαν στο μαγειρείο να βοηθάει.) «Φέρτε την κι αὐτήν».

Καί ὅταν τὴν ἔφεραν, ὁ ἀββᾶς Πιτυροῦν τὴν κοίταξε με προσοχή στο πρόσωπο, εἶδε καὶ τὸ κουρέλι πού εἶχε γύρω ἀπό τό κεφάλι της καί διαπίστωσε ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἦταν καί οὔτε λίγο οὔτε πολύ ἔτρεξε καί ἔπεσε κάτω μπροστά της νὰ τῆς βάλει μετάνοια καί νά τήν προσκυνήσει. Ἡ ἡγουμένη καί οἱ ἄλλες ἀδελφές ἔσπευσαν νά τόν προλάβουν: «Ἀββᾶ, τί κάνεις; Αὐτή εἶναι μιά σαλή». «Δέν εἶναι σαλή, ἀπάντησε· ἐσεῖς εἶστε σαλές. Αὐτή εἶναι ἡ ἁγία». Καί τούς εἶπε μερικά πράγματα. Οἱ ἀδελφές δέν μποροῦσαν νὰ ἀμφισβητήσουν τον λόγο τοῦ ἀββᾶ Πιτυροῦν, καθώς τόν εἶχαν σε μεγάλη εὐλάβεια, σε μεγάλο σεβασμό καί τόν θεωροῦσαν ἅγιο ἄνθρωπο, καί πίστεψαν σ' αὐτό πού ἔλεγε.

Ὁπότε, ἦρθε μεγάλη μετάνοια στίς ἀδελφές, προ παντός σ' αὐτές πού ἐργάζονταν στο μαγειρεῖο, οἱ ὁποῖες εἶχαν τὴν Ἰσιδώρα παραπεταμένη καί δέν τῆς φέρονταν καθόλου καλά. Πῶς γίνεται, θὰ πεῖ κανείς, σε ἕνα μοναστήρι να μή φέρονται καλά; Παντοῦ γί-νονται αὐτά. Ἄρχισαν να κλαίνε καί νά ὀδύρονται καί νὰ ὁμολογοῦν τί τῆς εἶχαν κάνει τόσα χρόνια: «Τῆς ρίχναμε φαγητά, τῆς ρίχναμε νερά, δέν τή λογαριάζαμε, τή χτυπούσαμε», καί ἄλλα τέτοια ἔλεγαν. Καί ζητοῦσαν συγγνώμη. Ἡ ἁγία Ἰσιδώρα, μόλις ἔγινε γνωστο ποιά εἶναι, σηκώθηκε καί ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι. Ἐξαφανίστηκε. Δέν ἔμαθε κανένας ποῦ πῆγε.

Τό ἀληθινά ταπεινό φρόνημα τῶν ἁγίων

Τὴν ἁγία Ἰσιδώρα οὔτε τὴν ἔθιγαν αὐτά πού τῆς ἔκαναν τόσα χρόνια οὔτε τὴν ἄγγιζαν οὔτε ἔνιωθε αἴ-σθημα κατωτερότητος. Ἴχνος ἀπό αὐτό δέν εἶχε. Μέσα της ἔλεγε: «Καί χειρότερα νὰ μοῦ κάνουν ἐμένα, καλύτερα». Ἔτσι ἔλεγε ἕνας Ρουμάνος ἁγιορείτης άσκη-τής, ὁ π. Ἐνώχ, πού κοιμήθηκε το 1979. Αὐτός ἦταν ἐρημίτης· δέν εἶχε κανένα ἔσοδο καί ζοῦσε ἀπό αὐτά πού τοῦ ἔδιναν τὰ μοναστήρια. Πήγαινε πότε στο ἕνα μοναστήρι καί πότε στο ἄλλο καί ζητοῦσε τροφή. Μιά φορά λοιπόν ἦταν ἔξω ἀπό τήν πόρτα ἑνός μοναστηριοῦ καί ἔλεγε: «Εγώ σκύλος. Σκύλος. Δίνεις στον σκύλο να φάει, τό παίρνει καί τρώει. Ἄν τοῦ δώσεις καί καμιά, σκύλος». Τέτοια γνώμη εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Προσέξτε. Δέν τὰ ἔλεγε αὐτά καὶ δὲν τὰ ἔκανε αὐτά ἐπειδή δὲν ἦταν στα καλά του. Ὄχι' ἤξερε τί ἔκανε, ἤξερε τί λέει. Ἀλλά ήταν τόσο ταπεινός και είχε τέτοια ἰδέα για τον ἑαυτό του, πού δέν πρόσεχε αὐτά πού τοῦ ἔκαναν ἢ ἄν θὰ τοῦ ἔδιναν να φάει η ὄχι, οὔτε θιγόταν. «Καί καμιά ξυλιά νὰ μοῦ δώσουν, ἔλεγε, τί πειράζει; Αὐτό δέν κάνουν σε ἕνα σκύλος»

Καί ἡ ἁγία Ἰσιδώρα δέν ήταν λωλή πραγματικά δέν ήταν καμιά χαζούλα, πού δέν ήξερε καί δέν καταλάβαινε αὐτὰ ποὺ τῆς ἔκαναν. Ὄχι ἄν ἦταν ἔτσι, δέν θά ἦταν ἁγία. Καί ἤξερε καί καταλάβαινε, ἀλλά εἶχε πολύ ταπεινωθεῖ καί εἶχε στην πράξη καταλάβει πόσο ὠφελεῖται κανείς, ὅταν δέχεται τέτοια μεταχείριση. Εἶναι δηλαδή ὅπως στις περιπτώσεις τῶν μαρτύρων. Ὅλοι αὐτοί πού μαρτύρησαν, ποθοῦσαν νά μαρτυρήσουν. Καί ὁ Θεός οἰκονόμησε ἔτσι τά πράγματα, σάν νά ἔλεγε: «Μαρτύριο θέλετε; Πάρτε». Ἔτσι κι ἐδῶ.

Ἡ ἁγία, κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἐπιθυμοῦσε, ποθοῦσε ἔτσι νά οἰκονομηθοῦν τὰ πράγματα, ὥστε ὄχι χαλί να γίνει, ἀλλά τό δάπεδο τῆς κουζίνας να γίνει, πού πετοῦν τά νερά. Καί τῆς τὸ ἔδωσε ὁ Θεός. Δῴη σοι Κύριος κατά τήν καρδίαν σου Θὰ σοῦ δώσει ὁ Κύριος σύμφωνα μέ τό τί ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιά σου. Ἔτσι, καί ἁγιαζόταν ἡ ψυχή της, καὶ ἦταν ἐν ἀσφαλείᾳ ἡ ἁγιότης τῆς ψυχῆς της, μέσα σε μιά τέτοια κατάσταση, μέσα σε ἕνα τέτοιο περιβάλλον, κάτω ἀπό τέτοιες συνθήκες.

Μποροῦμε νά μιμηθοῦμε τὴν ἁγία Ἰσιδώρα;

Ἐπαναλαμβάνω, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ κάθε χριστιανός ἔτσι πρέπει νά φρονεῖ κανείς νὰ μὴν ἔχει διαφορετικότερη γνώμη. Ὁ κάθε χριστιανός νὰ εἶναι ἕτοιμος νά δεχθεῖ ὅ,τι ἐπιτρέψει ὁ Θεός. Δεν σημαί-νει βέβαια ὅτι στον καθένα θὰ ἐπιτρέψει ὁ Θεός ἤ θά οἰκονομήσει ἔτσι νὰ ἔρθουν τα πράγματα, ἀλλά ὅλοι πρέπει νὰ ἔχουν την ταπείνωση τῆς ἁγίας Ἰσιδώρας.

Αμα ἔχεις αὐτή τήν ταπείνωση, οὔτε κόμπλεξ μπορεῖ νὰ σταθεῖ οὔτε τίποτε. Πῶς νὰ σταθεῖ τὸ κόμπλεξ; Θά ἔνιωθε ἡ ἁγία Ἰσιδώρα κόμπλεξ κατωτερότητος, ἄν τὸ ἔφερε βαρέως. «Εγώ ἦρθα να μονάσω, καί κοίταξε τί μοῦ κάνουν, κι ἐγώ ἄξιζα περισσότερο...» Οὔτε τὴν ἄγγιζαν αὐτά. Καί ἔτσι, ἦταν ἡ ἁγία Ἰσιδώρα.

Μή μοῦ πεῖτε: «Ἔ, πάτερ, μποροῦμε νά κάνουμε ἐμεῖς, ὅπως ἔκανε ἡ ἁγία Ἰσιδώρα;» Μήν κάνετε. Δὲν θὰ σᾶς προτρέψω να κάνετε, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀπό αὐτή τήν ἰσοπέδωση πρέπει νά περάσει ὁ καθένας. Καί ὅταν ἔτσι τά πάρει κανείς τά πράγματα, δέν μένει αἴσθημα κατωτερότητος. Φεύγει. Μετά, τά κουσούρια σου εἶναι χαρίσματα καί εἶναι ὅ,τι χρειάζεται γιά νά βοηθηθεῖς. Ὁρισμένοι ἀπό τούς μάρτυρες ἤθελαν πάρα πολύ νά μαρτυρήσουν, καί καθώς ἔρχονταν ἔτσι τά πράγματα πού εὔκολα δικαιολογοῦνταν νά τούς ὁδηγήσουν στό μαρτύριο –ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις δέν ἦταν τόσο εὔκολο- τό χαίρονταν αὐτό. Ἔτσι ἀκριβῶς κι ἐδῶ· χαίρεται κανείς γιά τά κουσούρια καί εὐχαριστεῖ τόν Θεό, διότι αὐτά εἶναι τά μαργαριτάρια πού ἔχει.

28-3-1993

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (38)

Συνέχεια από: Kυριακή 21 Νοεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων

Κομπλεξικός καί στην αἰωνιότητα;


Σημείωμα φοιτητοῦ. Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, μὲ αἰσθήματα κατωτερότητος, μένεις ἔτσι αἰωνίως. Αὐτὸ στὸ ψυχικό μέρος. Στο σωματικό μέρος, ἂν πεθάνεις τρελός ἢ καθυστερημένος ἢ μετὰ ἀπὸ ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο, μένεις ἔτσι αἰωνίως; Καὶ γενικά τὰ ἐλαττώματά σου ποὺ δὲν ἔφυγαν, θὰ τὰ ἔχεις για πάντα;

Εἶναι σοβαρά θέματα αὐτά. Μερικοί, ίσως πιό πολύ μερικές, ρωτοῦν ἀκόμη καὶ ἀπὸ σωματική άποψη: «Πῶς θὰ εἴμαστε στὴν ἄλλη ζωή; Θα είμαστε ὅπως εἴμαστε ἐδῶ;» Ἂν κάποιος – ἡ κάποια ἔχει καημό ὅτι δὲν εἶναι τὸ σῶμα του ἔτσι ὅπως θὰ ἤθελε, δηλαδή λίγο πιο σουλουπωμένο, ἀναρωτιέται: «Τι θα γίνει; Ἔτσι θὰ εἶμαι αἰωνίως;»

Παρόμοια ἐρώτηση ἄλλου φοιτητοῦ: Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, θα μείνεις γιὰ πάντα έτσι;

Ὁ θάνατος: ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας;

Ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον ἡ ἐρώτηση.
Αὐτὰ τὰ ξερει ὁ Θεός. Ἀλλά σε καμιά, σε καμιά περίπτωση, ἂν σε σώσει ὁ Θεός, δὲν θὰ σὲ ἀφήσει κομπλεξικό. Σε καμιά περίπτωση. Τι εἴδους σωτηρία εἶναι αὐτή, ἅμα είσαι κομπλεξικός σὲ ὅλη τὴν αἰωνιότητα;

Όμως, πρέπει νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος ἀπό μιά πλευρά εἶναι καὶ ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας. Βέβαια, μόνο ὁ Θεός ξέρει· ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Ἐκεῖνο πού ξέρουμε εἶναι ὅτι στὸ βάπτισμα ἔχουμε ἀναδημιουργία, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα δὲν ἔχει καθολικό χαρακτήρα. Λέω αὐτή τή λέξη, ἀλλὰ εἶναι ἐπικίνδυνη. Τή λέω μὲ τὴν ἐξῆς ἔννοια: Ἕνα γκρινιάρικο παιδί βαπτίζεται καὶ μένει πάλι γκρινιάρικο. Ἕνα παιδί μέ κουσούρι - κάτι ἔχουν τὰ ποδαράκια του, τά χεράκια του βαπτίζεται καὶ μένει πάλι ἔτσι. Πνευματικά ὅμως γίνεται ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας. Ἕνας μεγάλος, εἴκοσι χρονῶν, τριάντα χρονῶν, ὅσες ἁμαρτίες κι ἂν ἔχει κάνει, τις χειρότερες ἁμαρτίες νὰ ἔχει κάνει, ἐὰν εἶναι ἀβάπτιστος καὶ βαπτισθεί, γίνεται καινούργιος ἄνθρωπος, σὰν νὰ μὴν ἔκανε τίς ἁμαρτίες.

Μέσα ἀπό τὸ βάπτισμα βγαίνει κανείς ἐντελῶς καινούργιος, ἀλλά ὅμως ἠθικά, πνευματικά, καί ὄχι σωματικά. Με τον θάνατο πιθανόν να γίνεται ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας μόνο ὁ Θεός ξέρει. Κατ᾿ ἀρχήν, πρέπει να ξεχωρίσουμε τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος φεύγει ἐν Χριστῷ ἐν μετανοίᾳ, μὲ πίστη στον Θεό - ἀπὸ τὸν ἄλλο πού φεύγει στὴν ἀμετανοησία του. Σ' αὐτόν ἡ ὅποια ἀλλαγή θὰ εἶναι μᾶλλον εἰς βάρος του. Στὸν πρῶτο ὅμως γίνεται, φαίνεται, κάποια ἀλλαγή ἀκριβῶς δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε.

Ψυχοπαθολογικές καταστάσεις καί αἰωνιότητα


Ἐκεῖνο ποὺ μπορῶ νὰ πῶ με κάποια βεβαιότητα εἶναι ὅτι στα θέματα αὐτά, ὅπως εἶναι τὰ κόμπλεξ, οπωσδήποτε έχουμε αλλαγή. Διότι τα κόμπλεξ  ή γενικά διαταραχές ψυχολογικής φύσεως,ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἀκόμη καὶ ψυχωσικές καταστάσεις, όχι μόνο νευρωτικές - όπως φρονῶ ἐγώ ἄλλοι μπορεί να φρονούν διαφορετικά δεν νομίζω ὅτι θά ἐκδηλώνονταν ὅπως ἐκδηλώνονται, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ξαφνικά ήταν μόνο ψυχή χωρίς το σώμα του. Θα μπορούσαμε να πούμε ὅτι ἔχουμε μια ειδική περιοχή, ὅπου γίνεται ή λειτουργία τῆς ψυχῆς με το σώμα, ή συνεργασία ψυχῆς καὶ σώματος. Άλλο ἁπλῶς μόνο ἡ ψυχή, ἄλλο ἁπλῶς μόνο τὸ σῶμα, καὶ ἄλλο το μεταίχμιο αὐτό μεταξύ σώματος καὶ ψυχῆς, ἡ οὐδέτερη αὐτή ζώνη, ἂν θέλετε νὰ ποῦμε.

Κάποιος παρουσιάζει ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Ἐνῶ λέμε ὅτι εἶναι τῆς ψυχῆς, ὅμως εἶναι ἐν σχέσει μὲ τὸ σῶμα. Ἡ σκέψη, το λογικό, λειτουργοῦν διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ ὀργάνου ποὺ λέγεται ἐγκέφαλος καὶ διά μέσου ἄλλων ὀργάνων τοῦ σώματος. Δὲν ἔχουμε πάντοτε περιπτώσεις που κάτι ἔχει ὁ ἐγκέφαλος καὶ γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει σωστά ἡ ψυχή. Ὄχι· αὐτός καθ' ἑαυτόν ὁ ἐγκέφαλος μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει τίποτε. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ἡ ψυχὴ ἐπίσης μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει τίποτε. Ἀλλά, καθώς ψυχή καὶ σῶμα συλλειτουργοῦν, καὶ καθώς περνάει ἡ ψυχή σαν ρεῦμα πρὸς τὸ σῶμα, κάτι δὲν γίνεται σωστά στη συνεργασία ψυχῆς καὶ σώματος, καί παρουσιάζονται τα κόμπλεξ καί γενικὰ οἱ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Ἂς πάρουμε τὴν περίπτωση ἐκείνη ποὺ ἔχει κανεἰς ἕνα κόμπλεξ καί, φεύγοντας ἀπό τὸν κόσμο αὐτό, δέν ἔχει θεραπευθεί. Κατ' αρχήν, ὅσα μποροῦν νὰ ἐλεγχθοῦν ἀπό τὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κόμπλεξ νὰ εἶναι καὶ ὅ,τι νὰ εἶναι, ἄν παίρνει καν κανείς τη σωστή στάση καὶ κάνει τον σωστό ἀγώνα, τακτοποιοῦνται. Ἀλλὰ ἄς πάρουμε τὴν περίπτωση πού τυχόν δὲν θὰ τακτοποιηθοῦν. Μὲ τὸν θάνατο χωρίζει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα -αὐτή εἶναι ἡ ἀναδημιουργία- τὸ σῶμα διαλύεται εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, καὶ ἡ ψυχή μόνη της πηγαίνει στον τόπο που τῆς ἔχει ἐτοιμασθεῖ. Μὲ τὴν ἀνάσταση θα ξαναενωθούν. Καθώς περνάει μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο κανείς, ἀποκλείεται να παραμένουν αὐτὲς οἱ καταστάσεις. Ἀλλά βέβαια ὁπωσδήποτε ἐξαρτᾶται ἀπό τή μετάνοια, ἀπό τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι τί εἶναι κόλαση; Θά ἔλεγε κανείς ὅτι μερικές φορές κάποια βιώματα πολύ οδυνηρά, πολύ πικρά, πού ἔχουν ἐκεῖνοι ποὺ πάσχουν από κόμπλεξ, εἶναι ἕνα εἶδος κολάσεως, μια γεύση τῆς κολάσεως.

Τότε ὅλα ἀλλάζουν


Δέν εἶπαμε κάποια φορά, καθώς μερικοί το ἔχουν μαράζι πού δέν ἔχουν ἐπιβλητικό σῶμα καὶ ἄλλοι ἢ ἄλλες τὸ ἔχουν μαράζι πού δέν εἶναι τὸ πρόσωπό τους ὅπως θὰ τὸ ἤθελαν, ὅτι τότε ὅλοι θα εἶναι ὄμορφοι καὶ ὅλοι θὰ εἶναι λαμπροί καί φωτεινοί; Πραγματικά, δὲν θὰ ὑπάρχει κανείς μετά την ἀνάσταση τῶν σωμάτων πού θα νιώθει μειονεκτικά ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Δὲν θὰ ὑπάρχει κανείς πού δὲν θὰ ἀκτινοβολεῖ. Ἔτσι θὰ τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι, καί ἔτσι αὐτός θα βλέπει τοὺς ἄλλους. Ωραία θα είναι. Μην έχετε λοιπόν τέτοια μαράζια: είμαι κοντή, είμαι ψηλή, είμαι άσχημος κτλ. Ἁπλῶς, πρέπει να περιμένουμε λίγο και βέβαια να εἴμαστε ἀνάμεσα στούς σεσωσμένους.

Ὁ θάνατος, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἔχει καὶ αὐτό το καλό. Τόσα χρόνια περιμένουμε· ἔρχεται ὁ θάνατος, και μαθαίνεις τι γίνεται ἐκεῖ. Ἀλλά τότε ὅλα ἀλλάζουν. Χρειάζεται όμως να κάνεις αὐτό το απλό να μετανοήσεις ἀπό δῶ για τις ἁμαρτίες σου, να ταπεινωθεῖς, νὰ πιστέψεις στον Χριστό. Καὶ μὴν πεῖς ὅτι δέν γίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολο να μετανοήσεις, να τα πεινωθεῖς, νὰ πιστέψεις· ὄχι. Διότι μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεός, ἀλλά... δὲν ἔχει χατίρια ἐδῶ. Ὁ Θεός Πατήρ, ὁ Τριαδικός Θεός δίνει στον καθένα ὄχι κάνοντας χατίρια, ἀλλά σύμφωνα με τη στάση του σύμφωνα με τη μετάνοιά του, μὲ τὰ ἔργα του, μὲ τοὺς κόπους του.

Μιά ἀπάντηση μὲ ἐπιφύλαξη


Γράφει ὁ συμφοιτητής σας
. Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, με αἰσθήματα κατωτερότητος, μένεις ἔτσι αἰωνίως;

Δὲν ξέρω ἄν μποροῦμε νὰ ἐμβαθύνουμε λίγο καὶ νὰ ποῦμε κάτι πού νά εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν ἀλήθεια. Κατ' ἀρχήν, μὲ ἐπιφύλαξη θὰ πῶ ὅσα θὰ πῶ. Νὰ ἀναφέρω πάλι αὐτό πού προσωπικά φρονώ. Ὅλα αὐτὰ τὰ κόμπλεξ καὶ οἱ ἄσχημες αὐτές κατα-στάσεις δημιουργοῦνται στην περιοχή ποὺ τὸ σῶμα συνεργάζεται μὲ τὴν ψυχή καί ἡ ψυχή συνεργάζεται μὲ τὸ σῶμα. Όταν πεθαίνει κανείς, παύει νὰ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ συνεργασία. Ἀπό μια πλευρά λοιπόν θα λέγαμε ὅτι μὲ τὸν θάνατο ή ψυχή μένει ψυχή, το σώμα διαλύεται, καί ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων, τῶν δύο συστατικῶν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, σταματάει. Καί ἀφοῦ αὐτές οἱ ἀρρωστημένες καταστάσεις δουλεύουν σ' αὐτή την περιοχή τῆς συλλειτουργίας ψυχῆς καὶ σώματος, ἀπό κάποια πλευρά θα μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι φεύγουν καὶ αὐτές, εἶναι πιὰ ἀνύπαρκτες. Ὅταν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα καὶ ἑνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή, δὲν εἰναι δυνατόν νὰ ἀναστηθεῖ πάλι μὲ αὐτὰ τὰ ἀρρωστημένα πράγματα.

Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι ὡς ἕνα σημεῖο ἔτσι εἶναι. Όμως, ἀπό ἕνα σημεῖο καί πέρα, αὐτὰ τὰ κόμπλεξ ὁπωσδήποτε ἐπηρεάζουν τὴν ψυχή. Μπορεί βέβαια να ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν περιοχή αὐτή τῆς συνεργασίας ψυχῆς καὶ σώματος, ἀλλά στη συνέχεια, καθώς νομιμοποιοῦνται καί πνευματικά, ἐπηρεάζουν τὴν ψυχή. Ἂν δηλαδή ἐσύ εἶχες αἴσθημα κατωτερότητος, καὶ τὸ αἴσθημα αὐτὸ σὲ ἔκανε μια ζωή να καλλιεργεῖς τὸν ἐγωισμό σου, τὴν αὐτοδικαίωσή σου κτλ., μὲ ἀποτέλεσμα να περάσουν ἐγωιστικά βιώματα στην ψυχή σου, με το να πεθάνεις και να σταματήσει η λειτουργία αὐτή μεταξύ σώματος καί ψυχῆς, ἀπὸ ὅπου ἴσως ξεκίνησε το κόμπλεξ, δέν σημαίνει ὅτι ἐξαλείφεται καί ὁ ὅλος ἐπηρεασμός. Πέρασαν πλέον ἐγωιστικά βιώματα στην ψυχή σου. Μέ αὐτὴ τὴν ἔννοια λέμε ὅτι πολλοί νομιμοποιοῦν πνευματικά καταστάσεις ψυχολογικά ἀνώμαλες. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις δέν ἔχουμε ἁπλῶς καταστάσεις λειτουργικής φύσεως, πού περιορίζονται στην περιοχή της συνεργασίας ψυχής και σώματος, άλλά καταστάσεις που περνούν στην ψυχή, στόν όλο ἄνθρωπο καί ἐπηρεάζουν πλέον την ψυχή. Ὁπότε, το θέμα δέν εἶναι ὅτι μετά τον θάνατο μένει το κόμπλεξ, ἀλλά μένει ὅλος αὐτὸς ὁ ἐπηρεασμός, μένουν τα βιώματα που δημιουργοῦνται.

Πρώτη φορά κάπως ἔτσι τὰ ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα. Γι' αὐτό καί εἶπα ὅτι θὰ μιλήσω μὲ ἐπιφύλαξη. Θὰ τὰ σκεφθούμε λίγο καλύτερα, θα βοηθήσει ὁ Θεός, ἀλλά πιθανόν νὰ εἶναι κάπως έτσι. Ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὸν θάνατο σταματάει ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν συστατικῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ἐφόσον ὅμως τὰ κόμπλεξ ἔχουν ἐπηρεάσει το σῶμα ἢ τὴν ψυχή, ἐφόσον ἔχουν ἐπηρεάσει τὸν ὅλο ἄνθρωπο, αὐτός ὁ ἐπηρεασμός μένει, καὶ τὰ βιώματα πού δημιουργοῦνται μένουν. Βέβαια, αὐτά ὅλα εἶναι μυστήρια μεγάλα.

Ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ἡ ὅλη ἐσωτερική διάθεση τοῦ ἀνθρώπου

Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φοβερό ἐγωισμό, καὶ μάλιστα νὰ εἶναι αὐτῆς τῆς φύσεως ἐγωισμός, δηλαδή πιο πολύ να προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Διότι ἄλλος εἶναι ὁ ἐγωισμός πού προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα ὑπεροχῆς, καὶ ἄλλος εἶναι ὁ ἐγωισμός πού προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νὰ ἔχει ἐγωισμό καὶ να φτιάξει ἕνα πανύψηλο οἰκοδόμημα ἐγωισμοῦ μέσα του, χωρίς ὅμως νὰ τὸ ξέρει, χωρίς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνει. Θὰ ἔχετε ὑπ' ὄψιν σας ὅτι στούς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν αἴσθημα κατωτερότητος, οὔτε πάει το μυαλό τους ὅτι ἔχουν ἐγωισμό. «Τί ἐγωισμό νὰ ἔχω; Καὶ ἄλλο, καὶ ἄλλο ἀκόμη να ταπεινωθῶ ἀπό αὐτὸ ποὺ εἶμαι;» Δέν καταλαβαίνει δηλαδή ὅτι τὸν παιδεύει τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀντιδρᾶ ἐγωιστικά. Καλλιεργεῖ λοιπόν αὐτόν τὸν ἐγωισμό καὶ κτίζει ἕναν οὐρανοξύστη με τον ἐγωισμό αὐτό, ἀλλά χωρίς να το ξέρει.

Ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ἡ ὅλη έσωτερική διάθεση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπᾶς τὸν Θεό; Πιστεύεις στον Θεό; Έχεις τιμιότητα μέσα σου, ἄσχετα τί ἄλλες καταστάσεις ἔχεις; Θέλεις τη σωτηρία, και εἶναι αὐτή ἡ λαχτάρα σου; Ὁ Θεός, πού ξέρει με ποιά ψυχή ἔχει νὰ κάνει, μπορεῖ νὰ βρεῖ τρόπο ἀκόμη καὶ τις τελευταίες στιγμές τῆς ζωῆς σου να σε φωτίσει καὶ νὰ δεῖς τὸν οὐρανοξύστη αὐτό, το φοβερό αὐτό εἴδωλο: «Θεέ μου, ἐγώ τὸ ἔχω αὐτό; Δηλαδή, ἔκανα μια τρύπα στο νερό ὅλη μου τη ζωή;» Καί ὅλος αὐ τὸς ὁ ἐγωισμός θα συντελέσει, ὥστε να νιώσεις πολύ ταπεινωμένος. Διότι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη άμαρ τία ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ὅταν λοιπόν νιώσεις ἔτσι: «Εγώ εἶμαι ἕνας φοβερός ἐγωιστής», αὐτὸ τὸ ἴδιο σε ταπεινώνει, καί τότε ὅλος αὐτός ὁ οὐρανοξύστης θα σωριαστεί κάτω σαν χάρτινος πύργος, καὶ τέλειωσε.

Θυμᾶμαι μιά περίπτωση μια ψυχή πού εἶχε φοβερές ἀρρωστημένες καταστάσεις - κόμπλεξ καὶ τέτοια. Ήρθε ή σωματική ἀσθένεια, καὶ ἡ ψυχή αὐτή πίστεψε ότι θα πεθάνει. Το πίστεψε δέν εἶχε την παραμικρή αμφιβολία. Καὶ ἐνῶ ὑπῆρχαν αὐτά τά ἀρρωστημένα, ὄχι σε ένεργή κατάσταση ἀλλά σε ἀπωθημένη, ἡ ψυχή αὐτή μιλοῦσε, φαινόταν, εκδηλωνόταν σαν άγγελος, και η όλη όψη της ήταν σάν όψη ἀγγέλου. Πρίν πολλά χρόνια το εἶχα δεῖ αὐτό και μοῦ εἶχε κάνει καὶ τότε μεγάλη εντύπωση, και ἀπόψε, με αὐτά πού λέμε, ακόμη καλύτερα το ξεκαθαρίζω κι έγώ στο μυαλό μου. Καθώς ή ψυχή είχε πιστέψει ότι φεύγει ἀπό αὐτόν τον κόσμο, ήταν σάν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ.

Δέν ἔφυγε, καί στη συνέχεια ἔδειξαν τα πράγματα ὅτι εἶχε φοβερά προβλήματα και βιώματα μέσα της αὐτή ἡ ψυχή. Ὅμως τότε, ἐπειδὴ τὰ πίστεψε ἔτσι, ἐπειδή τα πῆρε ἔτσι τα πράγματα, ήταν σὰν ἄγγελος. Μοῦ εἶχε κάνει τρομερή ἐντύπωση. Υποθέτω, καθώς πίστευε πάρα πολύ ἡ ψυχή ὅτι θά πεθάνει καὶ ζοῦσε πιά με τη λαχτάρα τοῦ Θεοῦ, ὅλα καταχωνιάστηκαν μέσα στο ὑποσυνείδητο καί σάν νὰ ἐξαφανίστηκαν. Ήταν μέσα στην ψυχή, ἀλλά σαν νὰ ἐξαφανίστηκαν. Ἐάν ὄντως ἦταν οἱ τελευταίες μέρες αὐτῆς τῆς ψυχῆς σ' αὐτόν τον κόσμο, πιστεύω ὅτι θὰ ἔβρισκε τρόπο ὁ Θεός ὅλο αὐτό το σκουπιδαριό να το κάνει πέρα. Ὅπως σᾶς εἶπα, αὐτός ὁ οὐρανοξύστης θα σωριαζόταν κάτω σάν χάρτινος πύργος, σαν κάτι ἀνύπαρκτο. Δεν ξέρουμε πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός, δὲν ξέρουμε πῶς εἶναι τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στον Θεό.

21-3-1993/9-4-1995

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟ ΨΥΧΟΕΙΔΕΣ. ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΥ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΗ, ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (37)

Συνέχεια από: Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

Εἰδικό Μέρος


β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων


Πάρε σωστή στάση ἀπέναντι στη δική σου πραγματικότητα

Να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Αὐτός πού γράφει τὸ σημείωμα ἔχει, ὅπως λέει, τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς γιὰ τὴν πίστη του, για τις ἀρετές. Κατά βάθος δὲν εἶναι ὅτι ντρέπεται νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς χριστιανός, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὄχι· ὁ ἄνθρωπος ἔχει κόμπλεξ. Φαίνεται αὐτό ἀπό αὐτό που λέει στο σημείωμα: «Καί μπράβο νὰ μοῦ ποῦν, ἐνοχλοῦμαι». Πρέπει νὰ ὑπάρχει ἐδῶ μια κομπλεξική, μια άρρωστημένη κατάσταση. Ἀρρωστημένη ὄχι τόσο ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως ὅσο ἀπό ψυχολογικῆς. Εἶναι μπλοκαρισμένος ψυχολογικά ὁ ἄνθρωπος.

Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νὰ τὸ δεῖ αὐτό καί νὰ πεῖ: «Τι κάθομαι ἐγώ καί το προσέχω αὐτό;» Αλλά χρειάζεται κάπου νὰ ἀκουμπήσει, κάπου να στηριχθεί, γιὰ νὰ μπορέσει να σκεφθεῖ ἔτσι. Ὅσο κι ἂν τοῦ φαίνεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει αὐτό πού ἐνοχλείται, εἴτε μπράβο τοῦ ποῦν εἴτε τὸν κατηγορήσουν - ὅσο κι ἄν τοῦ φαίνεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς μὲ τὸ να ξέρουν οἱ ἄλλοι ὅτι εἶναι πιστός, στην πραγματικότητα ὅλο αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε. Χρειάζεται ἁπλῶς νὰ δεῖ ὅτι εἶναι κάτι ἀρρωστημένο καί ὄχι μια πραγματικότητα, μια κατάσταση τῆς ψυχῆς, ὄχι ἴδιον βίωμα τῆς ψυχῆς. Ὄχι· εἶναι ἕνα παράσιτο. Λίγο λογικά ἂν σκεφθεῖ κανείς, λίγο ἔτσι ἀντρίκια, λίγο ὑπεύθυνα ἄν σκεφθεῖ, δὲν θὰ δυσκολευθεῖ νὰ πεῖ: «Σὰ δὲν ντρέπομαι! Σὰ δὲν ντρέπομαι που κάθομαι καί δίνω σημασία σ' αὐτὰ τὰ πράγματα, που κάθομαι και επηρεάζομαι από αυτές τις καταστάσεις αὐτά, ὑπάρχουν. Ὅτι τις έχω μέσα μου, τις έχω. Ὅτι θα με ενοχλήσουν αὐτὲς οἱ καταστάσεις, θα με ενοχλήσουν. Ἀλλὰ εἶναι παράσιτα. Δέν εἶναι πραγματικότητα της ψυχής μου.

Κάποια φορά εἴχαμε ἀναφερθεῖ στὸν Καραγκιόζη καί στόν Χατζηαβάτη. Δεν θυμάμαι ἀκριβῶς, πάντως ὁ Χατζηαβάτης ἔκανε τον δικαστή στον Καραγκιόζη, καὶ ὁ καημένος ὁ Καραγκιόζης νόμιζε ότι ἔχει νὰ κάνει ὄντως με δικαστή καί καθόταν σούζα. Καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ Χατζηαβάτης ἀπὸ δῶ καὶ τοῦ ἔλεγε ἀπό κεῖ, καὶ ἄκουγε ὁ καημένος σούζα. Ώσπου κά ποια στιγμή κατάλαβε ποιός εἶναι καὶ τοῦ λέει: «Ἐσύ εἶσαι, καί κάθομαι τόση ὥρα καὶ σε πιστεύω καὶ ὑπακούω σε ὅλα τά καμώματά σου;» Αὐτό εἶναι. Ἔχουν θρονιαστεῖ κάποια πράγματα μέσα στην ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ τὰ κόμπλεξ που λέμε. Καίτοι νομίζει κανείς ποιός ξέρει τί εἶναι, δὲν εἶναι τίποτε. Ὅταν κανείς, ὅπως εἶπαμε, στηρίζεται κάπου -μόνος του εἶναι πολύ δύσκολο να το κάνει- μπορεί νὰ πεῖ ἀντρίκια, ὑπεύθυνα καί εἰλικρινά: «Ἀλήθεια! Τόσο καιρό ὑπάρχουν κάποια παράσιτα μέσα μου, κι ἐγώ κάθομαι καὶ τὰ προσέχω;»

Ὁ συμφοιτητής σας γράφει ὅτι τὸν ἐνοχλεῖ ἡ εἰρωνεία, τὸν ἐνοχλεῖ καὶ τὸ μπράβο. Το παίρνει ὡς δεδομένο ὅτι εἶναι μια κατάσταση αὐτή. Ἀπλούστατα, εἶναι ἕνα παράσιτο, εἶναι κάτι ξένο που κόλλησε μέσα του. Τι κάθεσαι καί τὸ προσκυνᾶς καὶ τὸ λογαριάζεις καὶ τὸ ὑπολογίζεις; Βέβαια, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ φύγει ἀμέσως, ἅμα τὸ ἀγνοήσεις. Ὅμως, ἄρχισε νὰ μὴν τοῦ δίνεις σημασία. Καί τί θὰ πεῖ αὐτό στην πράξη; Ἔτσι κι ἀλλιῶς ζεῖς μέσα στη ζωή, ἔτσι κι ἀλλιῶς ζεῖς μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Κάποιος θά ἀσχοληθεῖ μαζί σου, ἄς ποῦμε, ἀρνητικά. Θέλεις δέν θέλεις, ἐκείνη τὴν ὥρα ἐσύ, ἐφόσον ἔχεις αὐτό τό πράγμα μέσα σου, θὰ ἐνοχληθεῖς, καθώς θα σε κατηγορεῖ ὁ ἄλλος. Μήν τοῦ δίνεις σημασία. Ὅπως καὶ τόσα ἄλλα πράγματα δὲν τὰ δίνουμε σημασία.

Αἰσθάνεσαι, π.χ., κάποια φορά μια κακοκεφιά καὶ λές: «Δέν πάω να κοιμηθώ λίγο, να περάσει;» Καί περνάει. Ἔχεις λίγο πυρετό καί λές: «Δέν πάω να ξαπλώσω λίγο» Οὔτε ἀνησυχεῖς οὔτε τρομάζεις. Ἔτσι κι ἐδῶ. Μοῦ μίλησε ὁ ἄλλος ὅπως μοῦ μίλησε, μοῦ φάνηκε ἐμένα ὅπως μοῦ φάνηκε. Ἐγώ το νιώθω ὅτι εἶναι κάτι φοβερό, ἐνῶ στην πραγματικότητα δέν εἰναι. Θα περάσει. Ἔτσι, θα κάνεις τήν πρώτη προσπάθεια να τηρήσεις σωστή στάση, να πάρεις σωστή στάση ἀπέναντι στὴν ἴδια τη δική σου πραγματικότητα. Ἐάν το συνεχίσεις αὐτό λίγο καιρό, μόνο του θα ξεκολλήσει αὐτό τό παράσιτο καί θά φύγει· δὲν μπορεῖ να καθίσει μέσα σου. Ἐσύ το κρατᾶς, καὶ κάθεται.

Πάρα πολλά πράγματα πού τὰ προσκυνοῦμε μια ζωή, πού κάνουμε τα χατίρια τους μια ζωή, ποὺ μᾶς ἄγουν καὶ μᾶς φέρουν μια ζωή, πού διαφεντεύουν μέσα μας, ἐνῶ δὲν ἔχουν καμιά θέση, εἶναι σάν αὐτὸν πού παίζει μὲ τὸν Καραγκιόζη και κάνει τον δικαστή, ἐνῶ δὲν εἶναι δικαστής. Ἐμεῖς τὰ ἀφήσαμε να θρονιαστοῦν μέσα μας, ἐμεῖς τὰ πιστέψαμε. Ἀλλά ὁ Καραγκιόζης τουλάχιστον, μόλις ἀντιλήφθηκε ποιός εἰναι αὐτός πού ἔκανε τον δικαστή, «ἐσὺ εἶσαι;» τοῦ λέει, και τον έστρωσε στο ξύλο. «Ανόητος είμαι, να πεις, πού κάθομαι και προσκυνώ αυτά τα πράγματα, πού κάθομαι καὶ τὰ προσέχω καί, καθώς μου έρχεται να φοβηθω, ἀμέσως φοβάμαι, καθώς μοῦ ἔρχεται να ντραπώ, αμέσως ντρέπομαι. Μοῦ ἦρθε ἔτσι, Ἂς ήρθε. Αλλά αυτό καθ' ἑαυτό εἶναι ἕνα ἀνύπαρκτο πράγμα».

Θύματα ἀνύπαρκτων πραγμάτων

Ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλη φορά, ἂν ὅλοι ἐσεῖς τώρα φορούσατε μαύρα γυαλιά, καὶ ὄχι μόνο μαῦρα, ἀλλά γυαλιά πού ὁ φακός τους ἦταν ἔτσι ποὺ νὰ τά διαστρέφει τα πράγματα, ὄντως θα βλέπατε κάποια φοβερά πράγματα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ἦταν ἀνύπαρκτα. Ὄντως θὰ τὰ βλέπατε, ἀλλὰ θὰ ἦταν ἀνύπαρκτα. Προσέξτε το αὐτό. Πάρα πολλές φορές που νομίζουμε ὅτι κάτι ὄντως ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει· ὅτι κάτι ὄντως συμβαίνει, δέν συμβαίνει. Πάρα πολλές φορές. Καί εἶναι κρίμα. Ἄνθρωποι πού ἔχουμε μιὰ ἡλικία, ποὺ ἔχουμε κάποιες γνώσεις, πού μποροῦμε νὰ στηριχθοῦμε καί κάπου ἀλλοῦ, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν να παλέψουμε, καί ὅμως καθόμαστε καὶ γινόμαστε θύματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Ὅλο αὐτό πού νιώθει ἐκεῖνος ποὺ γράφει το σημείωμα, ὅτι δηλαδή ἐνοχλεῖται πού τον κατηγοροῦν, ἐνοχλεῖται πού τοῦ λένε «μπράβο», στην πραγματικότητα εἶναι ἀνύπαρκτο. Αὐτός νιώθει ἔτσι, διότι πῆρε στραβά τα πράγματα. Κάποιο τραῦμα ἔχει μέσα του κάτι συνέβη κάποτε, καί κατατρόμαξε, καὶ μόνο ὅταν δὲν ἀσχολοῦνται οἱ ἄλλοι μαζί του, αἱσθάνεται ἤσυχος. Ἀλλὰ εἶναι ἕνα παράσιτο αὐτό, εἰναι κατ' οὐσίαν ἀνύπαρκτο. Ἡ ψυχή δὲν ἔχει τέτοια.

Ἡ ψυχή εἶναι νορμάλ, εἶναι φυσιολογική. Αὐτά εἶναι ἁπλῶς παράσιτα, τὰ ὁποῖα ὅμως κολλοῦν ἐκεῖ, ἐπειδή τα κρατάει κανείς μόνος του. Μόλις δέν τά δώσει σημασία, φεύγουν. Ὅπως, π.χ., ὅταν κάποιος σε ἐπισκέπτεται στο σπίτι σου, ὅποια διάθεση κι ἄν ἔχει, ἄν ἐσύ οὔτε κάν τοῦ δώσεις σημασία, οὔτε τὸν προσέξεις, ἀλλά μπαίνεις, βγαίνεις καὶ κάνεις τίς δουλειές σου, πόσο θα καθίσει; Πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνόητος για να καθίσει. Θα σηκωθεῖ νὰ φύγει.

Παρακαλώ, προσέξτε να τα καταλάβετε καλά αὐτά που λέμε. Θα ξεγλιτώσετε ἀπό πάρα πολλές ἄσχημες καταστάσεις. Ἂν με ρωτᾶτε ἐμένα, εἶναι μιά καλή εὐκαιρία ἐδῶ τώρα. Γι' αὐτό, στείλτε καὶ σημειώματα. Μόνο μήν ἀφήνετε τίποτε ατακτοποίητο καί παιδεύεστε ὕστερα. Διότι ἐὰν δὲν ξεκαθαρίσουν αὐτά, ἐὰν δὲν τὰ δεῖ κανείς τί εἶναι στην πραγματικότητα, αὐτά μπερδεύονται ὕστερα μέσα στην πίστη καὶ νομιμοποιοῦνται. Ἀντί δηλαδή να τὰ κάνει πέρα ή πίστη, ἡ ὅλη πνευματική προσπάθεια, αὐτά νομιμοποιοῦνται. Πάρα πολλά πράγματα πού εἶναι κόμπλεξ, πάρα πολλές καταστάσεις που εἶναι ἀρρωστημένες καταστάσεις, τις νομιμοποιεῖ κανείς με βάση το Εὐαγγέλιο, με βάση τη διδασκαλία τή χριστιανική, και θρονιάζονται μέσα στην ψυχή σαν ὡραῖες καί σπουδαῖες ἀρετές.

21-3-1993

Η ΑΠΛΗ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΑ, ΣΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΤΩΣΗ. ΔΕΧΘΗΚΑΜΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΣΙΤΟ ΣΑΝ  ΨΥΧΗ ΖΩΣΑ.ΚΑΤΙ ΑΝΟΥΣΙΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ. Η ΨΥΧΗ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ ΑΚΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΕΑΥΤΟ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ. ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ. ΤΟ ΣΩΜΑ, ΣΑΝ ΤΗ ΓΗ ΒΓΑΖΕΙ ΖΙΖΑΝΙΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΘΑΡΙΖΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ. ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΑΣΠΕΣ. ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ. Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΙΔΙΩΣ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ ΜΑΣ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕΙ ΝΑ ΣΥΝΘΕΣΟΥΜΕ ΝΕΟ ΕΑΥΤΟ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΟΥ ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙ, ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (36)

Συνέχεια από: Παρασκευή 19  Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων

Μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ὅλα τακτοποιοῦνται

Σημείωμα φοιτητοῦ. Τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς γιὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς πίστεως καὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν μπροστά σε ἄλλους, που παρατηρεῖται σε κάποιον που προσπαθεῖ νὰ σταματήσει τίς ἁμαρ τωλές πράξεις του καὶ νὰ ἀρχίσει τώρα τὸν ἀγώνα του, πῶς ἐξηγεῖται;

Το να ντρέπεσαι ἐπειδή εἶσαι πιστός, το να ντρέπεσαι ἐπειδή κάνεις τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, δέν το βλέπω νορμάλ. Αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ τὰ ξεπεράσει κανείς.

Προσωπικά νιώθω τὸ ἴδιο αἴσθημα ντροπῆς ὄχι μόνο σε θέματα πίστεως ἤ σε πράξεις ἁμαρτίας, ἀλλά καί σε στιγμές τῆς καθημερινῆς ζωῆς, σε κα-ταστάσεις που ὅμως σε ἄλλους περνοῦν χωρίς καμιά ἐνόχληση. Π.χ., δὲν ἀντέχω τὸν σχολιασμό τῶν ἄλ-λων, ἀρνητικό ἤ καί θετικό· οὔτε εἰρωνεία, χλευασμό, ἀλλά οὔτε καί μπράβο. Ἔχω ὑπερηφάνεια καί μει-ονεξία ταυτόχρονα;

Μπερδεύτηκε τώρα. Καί μειονεξία καί ὑπερηφάνεια;

Εἶναι μια καλή εὐκαιρία, ξέρετε, μιὰ καὶ ἀνοί-ξαμε αὐτά τά θέματα, νὰ δοῦμε ὅ,τι σᾶς προβληματίζει. Γράψτε, γράψτε, βγάλτε ἀπό μέσα σας κάθε προβληματισμό σας. Εἶναι μια καλή εύκαιρία να τα ξεδιαλύνουμε αὐτά, να τα ξεκαθαρίσουμε. Εγώ ἐκ τῶν προτέρων σας λέω ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε για τό ὁποῖο θά πουμε: «Τι θα κάνουμε τώρα;» Όχι όλα τακτοποιούνται. Ὅλα εἶναι ἁπλά, καθαρά, καὶ ξέρει κανείς περίπου τί γίνεται.

Μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, μέσα στη χάρη τοῦ Θεού, μέσα στην πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μέσα στην όλη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ὅλα μποροῦμε νὰ τὰ δοῦμε ἀπὸ πολύ κοντά, νὰ τὰ ἐξηγήσουμε, νὰ τὰ ξεκαθαρίσου με, να ξέρουμε ἀκριβῶς τί συμβαίνει. Χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να περάσει χρόνος, μπορεῖ νὰ τοπο-θετηθεῖ κανείς σωστά καί ἀμέσως κιόλας ἔχει τὴν ἀνακούφισή του. Ὁ Θεός γνωρίζει πότε κανείς θα ξεπεράσει ἐντελῶς το πρόβλημά του. Ὅμως, το πρό βλημα δέν εἶναι αὐτό καθ' ἑαυτό τὸ πρόβλημα, ἀλλά εἶναι τὸ πῶς το παίρνει κανείς. Ὅταν τὸ παίρνει στραβά, βουλιάζει. Ὅταν το παίρνει σωστά, το παλεύει καί σιγά-σιγά το ξεπερνάει.

Ποιός διανοεῖται νὰ γκρεμιστεῖ τὸ καλυβάκι ποὺ ἔκτισε;

Γράφει ὁ συμφοιτητής σας ὅτι πάρα πολύ τον ἐνοχλεῖ νὰ τὸν προσέξουν οἱ ἄλλοι, νὰ ἀσχοληθοῦν μαζί του, νὰ τὸν σχολιάσουν. Ὄχι μόνο ἀρνητικά, ἀλλά καί θετικά νὰ τὸν σχολιάσουν, δὲν τὸ θέλει, δέν το σηκώνει. Καί τό «μπράβο» δέν θέλει νὰ τὸ ἀκούσει. Τι συμβαίνει;

Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἔλεγα ἀμέσως-ἀμέσως εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀρρωστημένα στοιχεῖα μια ολόκληρη ζωή κανείς τὰ ἔχει μέσα του, διότι τά πιό πολλά ξεκινοῦν ἀπό τότε ἀκόμη πού ἤμασταν στην κοιλιά τῆς μητέρας μας ἢ ἀπὸ τὸν πρῶτο καιρό μετά τη γέννησή μας. Φθάσαμε λοιπόν σε μιά ἡλικία που φθάσαμε ἔχοντας οἰκοδομήσει μέσα μας ἕναν ἀνάλογο ἑαυτό. Κατά τέτοιον τρόπο μάλιστα ἔχουν οἰκοδομηθεῖ μέσα μας καί ἔχουν γίνει κατεστημένο ὅλα αὐτά τά ἀρρωστημένα πράγματα, ὥστε καί τήν ὥρα πού θέλει νὰ τὰ δεῖ κανείς, καί τήν ὥρα πού θέλει να σκεφθεῖ γι' αὐτά, τό μάτι του δέν πέφτει σ' αὐτά. (Ὅπως, τήν ὥρα πού γυρίζει κανείς νὰ δεῖ τὴν πλάτη του, ἡ πλάτη ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν, καί δέν πρόκειται νὰ τὴ δεῖ ποτέ.) Ἄλλα βλέπει καί μέ ἄλλα ἀσχολεῖται. Δέν ἀσχολεῖται μέ αὐτό καθ' ἑαυτό το πρόβλημα. Καί τοῦτο, διότι βλέπει μέσα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ ἔχει ταυτισθεῖ μέ αὐτά καί εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπό αὐτά. Γι' αὐτό χρειάζεται πρῶτα να γίνει ἕνας κλονισμός μέσα στόν ἄνθρωπο. Δέν γίνεται ἀλλιῶς. Καθένας ἔκτισε το οἰκοδόμημά του καί σιγουρεύτηκε ὅπως σιγουρεύτηκε, βολεύτηκε ὅπως βολεύ τηκε, καί ποῦ νά διανοηθεῖ νά τό γκρεμίσει. Ὅπως κάποιος πού παιδεύεται να κτίσει ἕνα καλυβάκι, καθώς καὶ ὁ ἴδιος δέν ξέρει πῶς κτίζουν καί τὰ ὑλι-κά πού ἔχει γιά νά τό κτίσει δέν εἶναι κανονικά – ἄς ποῦμε, δὲν εἶναι κομμένα στις διαστάσεις πού πρέπει νὰ εἶναι κομμένα, καί πρέπει να τα βολέψει τά πράγματα- θα τυραννιστεῖ πάρα πολύ, ἕως ὅτου νὰ βρεῖ μιά κάποια Ισορροπία, ἕνα κάποιο βόλεμα.

Αυτός, ὕστερα ἀπό αὐτόν τον παιδεμό, ούτε να δια-νοηθεί νά τό πειράξει το καλυβάκι. Τίποτε. Το καλυβάκι -τελείωσε- θα μείνει ἀπείραχτο, καί ἀπό κεί καί πέρα ὅ,τι ἄλλο θέλετε να κάνουμε. Για να δεχτεί ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ γκρεμιστεῖ τὸ καλυβάκι, θα πρέπει να βεβαιωθεί ὅτι αὐτός πού εἶναι κοντά του καί θέλει να τον βοηθήσει, ὄχι καλυβάκι ἀλλά βιλί τσα θά τοῦ φτιάξει. Να βεβαιωθεί όμως. Μετά, δέν εἶναι δύσκολο νὰ πεῖ: «Ἂς γκρεμιστεῖ τὸ καλυβάκι». Ἀλλιῶς, θὰ τὸ προστατεύει, θὰ τὸ φυλάει μήν πάθει τίποτε. Γιατί... πάλι ἀπό τήν ἀρχή να το κτίσει....

Δηλαδή, μπορεῖ νά εἶναι ἕνας κομπλεξικός, να ἔχει ἄλφα, βῆτα ἀδυναμίες, ἀλλά κάπου τὰ ἔχει μπα-λώσει τα πράγματα, κάπου τά ἔχει βολέψει, ἔκανε τό κατεστημένο του καί τώρα δέν τό χαλάει εύκολα. Βέβαια, ἄγεται καί φέρεται ἀπό τίς καταστάσεις πού ἔχει μέσα του. Π.χ., αὐτός, ὁ καημένος, πού γράφει τό σημείωμα, ἔχει φροντίδα μεγάλη τί θα γίνει μέ τούς ἄλλους· μήν τυχόν ποῦν κάτι, μὴν τυχόν τὸν σχολιάσουν. Ἀλλά πάντως, βολεύτηκε ἐδῶ. Δὲν θέλει να χαλάσει αὐτό τό κατεστημένο. Ἔχει βέβαια τους φόβους του, τήν ντροπή του, τήν ἀνησυχία του, ἀλλά τὸ ἔκανε το καλυβάκι. Ἄλλος ἀλλιῶς, ἄλλος ἀλλιῶς, ἄλλος ἀλλιῶς.

Θέλει θυσία καί τόλμη ἡ θεραπεία

Ἐγώ ὅ,τι φρονῶ, ὅ,τι θεωρῶ σωστό, θὰ τὸ λέω, καί ὅποιος νομίζει ὅτι μπορεῖ νὰ βοηθηθεῖ ἀπό αὐτά, ἄς τὰ δεχθεῖ. Σ' αὐτά τά θέματα φρονῶ -μπο ρεῖ νὰ κάνω λάθος- ὅτι εἶναι πάρα πολύ βασικό νά μπορέσει κανείς νὰ βρεῖ ἄνθρωπο στὸν ὁποῖο θά ἐμπιστευθεῖ. Ὅμως ἐδῶ προσέξτε. Ἔχουν δημιουργηθεῖ στο παρελθόν, ἀλλά καί ἐξακολουθοῦν νὰ δη-μιουργοῦνται, φοβερά προβλήματα στην καθημερινή ζωή και μεταξύ πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀκριβῶς διότι ἐμπιστεύεται μέν κανείς, ἀλλά ἐμπιστεύεται στα τυφλά. Ὄχι. Ὁ Κύριος εἶπε γενικά-γενικά: Τυφλός ἐάν τυφλόν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πε σοῦνται.
Αμα ὁ τυφλός ὁδηγεῖ ἕναν ἄλλο τυφλό, καὶ οἱ δύο θα πέσουν μέσα στον λάκκο. Θέλει να πεῖ ὁ Κύριος ὅτι δὲν θὰ πᾶς νὰ σὲ ὁδηγήσει ὁ τυφλός. Ἑπομένως, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐμπιστευθεῖ κανείς, ἀλλὰ νὰ ἐμπιστευθεῖ ἀκριβῶς ἐκεῖ πού μπορεῖ νά βοηθηθεί.

Αὐτά τά θέματα τακτοποιοῦνται, ἀλλά χρειάζε-ται ὅμως μια μικρή θυσία νά κάνει κανείς. Λίγο, ἄν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ ἔτσι, νὰ τὸ ρισκάρει, πού λένε σήμερα, νά τό διακινδυνεύσει. Δέν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ λύση, καθώς κανείς εἶναι βολεμένος καί χουζουρεύει μέσα σε μιά δική του κατάσταση.

Ἔχουμε πεῖ, ἄν δέν τρελαθεῖ κανείς μέσα στις κομπλεξικές του καταστάσεις, θά βρεῖ τρόπο να τα βολέψει. Νά τά βολέψει, καί νά περνοῦν οἱ ἡμέρες, χωρίς ὅμως νά ὠφελεῖται. Τουναντίον μάλιστα, θά βλάπτεται ἡ ψυχή του. Ὅταν ὅμως βρεῖ κανείς ἕναν ἄνθρωπο στόν ὁποῖο μπορεῖ νά ἐμπιστευθεῖ καί βε-βαιωθεῖ λίγο πολύ ὅτι μπορεῖ νά βοηθηθεῖ, τότε χρει άζεται να κάνει ἕνα τόλμημα. Λίγο να το διακινδυ νεύσει, να βγεί λίγο από το καβούκι του, ἀπό τόν έγκλωβισμό του. Λίγο ἄν ξεθαρρεύσει, μέ τήν καλή ἔννοια, λίγο αν τολμήσει, δεν θα αργήσει να κατα-λάβει ὅτι ἔτσι πρέπει να γίνει, καί θα βοηθηθεί. Ἐνῶ ἀλλιῶς, θα συλλογίζεται μήπως συμβεῖ ἔτσι καὶ μή-πως συμβει ἀλλιῶς καὶ μήπως πάθει τοῦτο και μηπως πάθει ἐκεῖνο, καί θα μένει πάλι στο καβούκι του κλεισμένος.

Γνωρίζω πάρα πολλές ψυχές πού θά μποροῦσαν νὰ εἶχαν ἁγιάσει ὥς τώρα, γιατί ὑπάρχουν ἄλλα δεδομένα. Δηλαδή, ὑπάρχει μιά κάποια καλή διάθεση, ὑπάρχει ἕνας πόθος τῆς αἰωνίου ζωῆς, τῆς ζωῆς ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Πρέπει αὐτό νά τό λέμε. Ὑπάρχουν πολλοί τέτοιοι, ἀλλά δέν τολμοῦν. Φοβούνται. Φο-βοῦνται καί γι' αὐτό φυτοζωοῦν. Κόλλησε, π.χ. ὁ ἄλφα στο να πίνει. Θέλει λίγο ζόρισμα γιὰ νὰ πεῖ: «Τελείωσε· ὡς ἐδῶ ἦταν». Κόλλησε κάποιος σε εὐ-χαριστήσεις καί τέτοια. Νά πεῖ: «Ἢ τάν ἢ ἐπὶ τᾶς». Ἔτσι μέ τό μαχαίρι να τα κόψει. Ἤ, κόλλησε κανείς σὲ ἄλλα ἀρρωστημένα πράγματα. Καί αὐτὸς νὰ πεῖ: «Ὡς ἐδῶ ἦταν». Λίγο να σεβαστεῖ τὸν ἑαυτό του καί νὰ πεῖ: «Δέν ντρέπεσαι, ἑαυτέ μου! Τί κατάσταση εἶναι αὐτή; Τί εἶναι αὐτά πού κάνεις; Ξεφεύγεις ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ. Ἐμπρός, ἀνάλαβε τὴν εὐθύνη τῆς ζωῆς σου, τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών σου». Ἀλλά χρειάζεται να κάνει τὸ τόλμημα. Νά τό διακινδυνεύσει λιγάκι κανείς, να το ρισκάρει, ὁπότε θα βοηθηθεῖ καί θά λυτρωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί θά γίνει ἅγιος. Ἡ ἁγιότητα γιά ὅλους εἶναι.