Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ - Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ - Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (1)

 Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ

Του Hans-Georg Gadamer.

Το θέμα του χρόνου έλαβε μία θέση πρώτης τάξεως στα φιλοσοφικά μας ενδιαφέροντα χάρις κυρίως στο "Είναι και Χρόνος" του Χάιντεγκερ. Με αυτό αποκτούμε κυρίως συνείδηση των Ελληνικών προϋποθέσεων αυτού του προβλήματος, σχετικά με το οποίο ο Αυγουστίνος χρησιμοποίησε την διατύπωση ότι πιστεύουμε πώς ξέρουμε τί πράγμα είναι ο χρόνος, αλλά εάν ερωτηθούμε, δέν είμαστε ικανοί να πούμε τί πράγμα είναι. (Εξομ XI 14 (17). Είναι κατανοητή οπωσδήποτε η δυσκολία να καθοριστεί τί πράγμα "είναι" ο Χρόνος, καθότι ο χρόνος δέν "είναι" ακριβώς, αλλά "περνά" [έχω χρόνο]. Η διάσταση ανάμεσα στο χθές και στο αύριο φαίνεται να αντιστρατεύεται την απαίτηση που υψώνει η γνώση, διότι εκείνο που ξεχωρίζει την γνώση είναι η ανεξαρτησία της απο την μεταλλαγή των γεγονότων, των συμβάντων. Παρ'όλα αυτά το πρόβλημα του χρόνου υπήρξε απο πολύ νωρις αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης, τόσο που το συναντούμε στα γραπτά τού Πλάτωνος, όπως επίσης και σε εκείνα τού Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να επεξεργαστεί, ξεκινώντας απο την έννοια του "τώρα", την αλυσσίδα, η οποία γυρίζει συνεχώς γύρω απο τον εαυτό της, τών σημείων "τώρα" που διασχίζονται απο τον χρόνο, σαν την ιδιαίτερη δομή αυτού του τελευταίου. Ο Πλάτων αντιθέτως τονίζει πολύ πιό αποφασιστικά το αίνιγμα του χρόνου, όταν αναλαμβάνει σαν θέμα τό ασύμπτωτο τής αυθεντικής εμπειρίας του χρόνου με την πτώση του. Το Ελληνικό "εξαίφνης" το μεταφράζουμε συνήθως με "το ξαφνικό", σαν αυτό που μας αποσπά απο κάθε υπολογισμό και έλεγχο τής χρονικότητος, ή κάθε δυνατότητος υπολογισμού και ελέγχου της χρονικότητος. Κατά βάθος ο ορισμός του χρόνου τού Αριστοτέλη, σαν η αλυσσίδα των σημείων "τώρα", στην οποία κάθε "τώρα" αντιπροσωπεύει το σύνορο ανάμεσα σ' ένα μόλις-τώρα και ένα αμέσως-τώρα, είναι μία πρόκληση για την σκέψη! Το τώρα το ίδιο είναι ας πούμε ένας όρος σύνορο, και μετέχει επομένως στο οντολογικό αίνιγμα τού σημείου, το οποίο είναι χωρίς έκταση.
Ο Χρόνος είναι, ας πούμε, μία μορφή σκέψης στην οποία δέν αντιστοιχεί τίποτε, και για την οποία θα θέλαμε να πούμε πώς έχει "Είναι". Γι'αυτό επέλεξα την διατύπωση "ανάμεσα στο χθές και στο αύριο", διότι είναι αόριστη αλλά παρ'όλα αυτά πανταχού παρούσα. Με το θέμα του χρόνου εννοείται προφανώς κάτι περισσότερο από την λογικο-εννοιολογική δυσκολία του χρόνου, που είναι στην πραγματικότητα ένα πέρασμα, ένα περνώ! Χθές και αύριο είναι περισσότερο απο ένα τώρα-σημείο το οποίο υπήρχε και το οποίο πρέπει να έλθει. Όπως μας προειδοποιεί ή ίδια η λέξη "αύριο", με την μορφή ανάμεσα στο Χθές και στο αύριο", δέν εννοείται μία τυχαία αυλακιά η οποία συνίσταται από το "μεταξύ, ανάμεσα", όσο μία διάρθρωση η οποία τίθεται στην βάση της εμπειρίας του χρόνου, η οποία διαρθρώνει όλο το ζών: ο ρυθμός της ημέρας και της νύχτας, του ξύπνιου και του ύπνου. Αυτός ο ρυθμός απασχόλησε πολύ νωρίς την σκέψη. Ο Ηράκλειτος για παράδειγμα είδε την μυστηριώδη γειτνίαση αυτής της καθημερινής εμπειρίας του χθές και του σήμερα, η οποία βιώνεται σαν χρόνος, στην εμπειρία του θανάτου. Συνίσταται από το αίνιγμα του ύπνου, παρόμοιου με τον θάνατο, και στην έκπληξη, πάντοτε νέας, του ξυπνήματος στον θάνατο, σαν τέλους κάθε εμπειρίας.(Ηράκλειτος, Αποσπ. 88 ψευδοπλούταρχος!'' Και το ίδιο πράγμα είναι στον άνθρωπο η ζωή και ο θάνατος, ο ξύπνιος και ο ύπνος, τα νιάτα και τα γερατειά: γιατί αν αυτά τα πράγματα αλλάξουν γίνονται εκείνα, και αν εκείνα πάλι αλλάξουν γίνονται αυτά!''
Αποσπ. 36, Κλήμης, Στρωμ VI 17,2: Για τις ψυχές είναι θάνατος να γίνονται νερό, για το νερό είναι θάνατος να γίνεται γή, απο τη γή γίνεται το νερό και απο το νερό η ψυχή. Αποσπ 26 Κλήμης IV 141,2! Τη νύχτα ο άνθρωπος ανάβει για τον εαυτό του ένα φώς, όταν σβήνει το βλέμμα του, όσο ζεί βρίσκεται σε επαφή με τους νεκρούς όταν κοιμάται, και με τους κοιμισμένους όταν είναι ξύπνιος.
Και παρ'όλα αυτά δέν μπορούμε να ελευθερωθούμε απο την απαίτηση, την οποία θέτει η γνώση, της εγκυρότητος χωρίς τον χρόνο. Γι'αυτό δέν ήταν τυχαίο το γεγονός πώς η φιλοσοφία, και η επιστήμη που την συνοδεύει, πήραν τον δρόμο τους σε μία συνεχή επαφή και γειτνίαση με τα μαθηματικά. Η ελληνική καταγωγή τής λέξεως "μαθηματικά" -μάθημα-μας προειδοποιεί πώς το αντικέιμενο της μπορεί να αποκτηθεί μόνον μέσω της έλλογης σκέψης, έτσι ώστε να μήν είναι εκτεθειμένο στην ορμητική ροή των φαινομένων και των αλλαγών. Στην απόσταση τους απο κάθε δυνατή εμπειρία, η γεωμετρία και η αριθμητική, κατευθύνονται σε κάτι πέραν του χώρου και του χρόνου. Είναι καθαρός λόγος, που διακρίνει αυτό που μπορούμε να γνωρίσουμε με ακρίβεια, το οποίο δέν σχετίζεται μ'αυτό που είναι απλώς παρόν τώρα, αλλά είναι γνώση κάποιου άχρονου πράγματος. Αυτή η σημασία του "άχρονου" των περιεχομένων της γνώσεως βρίσκεται στην αντίθετη θέση αυτού που διαρθρώνουμε στην εμπειρία του παρόντος χρόνου, όταν ομιλούμε για χθές και για αύριο. Τί πράγμα μπορεί να είναι ένα "μεταξύ" ανάμεσα σ'αυτές τις δύο εμπειρίες, την εμπειρία του χθές και του αύριο; Είναι φανερό κατ'αρχάς πώς ανάμεσα στις δύο εμπειρίες υφίσταται μία αντίθεση. Και στις δύο κατευθύνσεις του ερωτήματος, ενυπάρχει μία κάποια σκοτεινιά, ασάφεια, αλλά διαφορετικής φύσεως. Εάν ξεκινήσουμε από τις δύο ασάφειες, ανάμεσα στις οποίες υπεισέρχεται μία στιγμή φωτός, τότε βλέπουμε πώς το παρελθόν έχει μία διαφορετική ποιότητα απο το μέλλον. Σε σχέση με την διαφάνεια της ημέρας, το "χθές" σβύνει και σκοτεινιάζει. Το παρελθόν είναι αμετάβλητο, έξω από την δική μας διάθεση και σχετικότητα, και γι'αυτό οι Έλληνες θεώρησαν πώς είναι σημαντικό να δεχθούν πώς ούτε οι Θεοί οι ίδιοι δέν μπορούσαν να καταργήσουν εκείνο που συνέβη . Στο τέλος μπορούμε να μιλήσουμε για την λήθη του παρελθόντος. Μπορούμε να ξεχάσουμε αυτό που "πέρασε". Αντιθέτως το "αύριο" είναι, απο την στιγμή τής εγρηγόρσεως τής προσοχής μας, στο καθαρό φώς τής πνευματικής μας παρουσίας, αυτό που έχει ακόμη "χρόνο", καιρό, και είναι "μπροστά μας" και το οποίο τυλίγεται ταυτοχρόνως στην αβεβαιότητα τού προγραμματισμού, της προσμονής και της ελπίδος. Έτσι η επιστήμη μπορεί να επιδιώξει να κατακτήσει το μέλλον μόνον με την μέγιστη προσοχή, και με ασταθή βήματα. Παρότι η ζωή μας παρά το ανυπολόγιστο τού μέλλοντος, γεμίζει μόνον με την υπόθεση, με την βούληση να μάθουμε, να σχεδιάζουμε, να κατευθυνθούμε και να ελπίσουμε στο μέλλον.

Αμέθυστος.

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (1)

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ

Του Hans-Georg Gadamer.

Το θέμα του χρόνου έλαβε μία θέση πρώτης τάξεως στα φιλοσοφικά μας ενδιαφέροντα χάρις κυρίως στο "Είναι και Χρόνος" του Χάιντεγκερ. Με αυτό αποκτούμε κυρίως συνείδηση των Ελληνικών προϋποθέσεων αυτού του προβλήματος, σχετικά με το οποίο ο Αυγουστίνος χρησιμοποίησε την διατύπωση ότι πιστεύουμε πώς ξέρουμε τί πράγμα είναι ο χρόνος, αλλά εάν ερωτηθούμε, δέν είμαστε ικανοί να πούμε τί πράγμα είναι. (Εξομ XI 14 (17). Είναι κατανοητή οπωσδήποτε η δυσκολία να καθοριστεί τί πράγμα "είναι" ο Χρόνος, καθότι ο χρόνος δέν "είναι" ακριβώς, αλλά "περνά" [έχω χρόνο]. Η διάσταση ανάμεσα στο χθές και στο αύριο φαίνεται να αντιστρατεύεται την απαίτηση που υψώνει η γνώση, διότι εκείνο που ξεχωρίζει την γνώση είναι η ανεξαρτησία της απο την μεταλλαγή των γεγονότων, των συμβάντων. Παρ'όλα αυτά το πρόβλημα του χρόνου υπήρξε απο πολύ νωρις αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης, τόσο που το συναντούμε στα γραπτά τού Πλάτωνος, όπως επίσης και σε εκείνα τού Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να επεξεργαστεί, ξεκινώντας απο την έννοια του "τώρα", την αλυσσίδα, η οποία γυρίζει συνεχώς γύρω απο τον εαυτό της, τών σημείων "τώρα" που διασχίζονται απο τον χρόνο, σαν την ιδιαίτερη δομή αυτού του τελευταίου. Ο Πλάτων αντιθέτως τονίζει πολύ πιό αποφασιστικά το αίνιγμα του χρόνου, όταν αναλαμβάνει σαν θέμα τό ασύμπτωτο τής αυθεντικής εμπειρίας του χρόνου με την πτώση του. Το Ελληνικό "εξαίφνης" το μεταφράζουμε συνήθως με "το ξαφνικό", σαν αυτό που μας αποσπά απο κάθε υπολογισμό και έλεγχο τής χρονικότητος, ή κάθε δυνατότητος υπολογισμού και ελέγχου της χρονικότητος. Κατά βάθος ο ορισμός του χρόνου τού Αριστοτέλη, σαν η αλυσσίδα των σημείων "τώρα", στην οποία κάθε "τώρα" αντιπροσωπεύει το σύνορο ανάμεσα σ' ένα μόλις-τώρα και ένα αμέσως-τώρα, είναι μία πρόκληση για την σκέψη! Το τώρα το ίδιο είναι ας πούμε ένας όρος σύνορο, και μετέχει επομένως στο οντολογικό αίνιγμα τού σημείου, το οποίο είναι χωρίς έκταση.
Ο Χρόνος είναι, ας πούμε, μία μορφή σκέψης στην οποία δέν αντιστοιχεί τίποτε, και για την οποία θα θέλαμε να πούμε πώς έχει "Είναι". Γι'αυτό επέλεξα την διατύπωση "ανάμεσα στο χθές και στο αύριο", διότι είναι αόριστη αλλά παρ'όλα αυτά πανταχού παρούσα. Με το θέμα του χρόνου εννοείται προφανώς κάτι περισσότερο από την λογικο-εννοιολογική δυσκολία του χρόνου, που είναι στην πραγματικότητα ένα πέρασμα, ένα περνώ! Χθές και αύριο είναι περισσότερο απο ένα τώρα-σημείο το οποίο υπήρχε και το οποίο πρέπει να έλθει. Όπως μας προειδοποιεί ή ίδια η λέξη "αύριο", με την μορφή ανάμεσα στο Χθές και στο αύριο", δέν εννοείται μία τυχαία αυλακιά η οποία συνίσταται από το "μεταξύ, ανάμεσα", όσο μία διάρθρωση η οποία τίθεται στην βάση της εμπειρίας του χρόνου, η οποία διαρθρώνει όλο το ζών: ο ρυθμός της ημέρας και της νύχτας, του ξύπνιου και του ύπνου. Αυτός ο ρυθμός απασχόλησε πολύ νωρίς την σκέψη. Ο Ηράκλειτος για παράδειγμα είδε την μυστηριώδη γειτνίαση αυτής της καθημερινής εμπειρίας του χθές και του σήμερα, η οποία βιώνεται σαν χρόνος, στην εμπειρία του θανάτου. Συνίσταται από το αίνιγμα του ύπνου, παρόμοιου με τον θάνατο, και στην έκπληξη, πάντοτε νέας, του ξυπνήματος στον θάνατο, σαν τέλους κάθε εμπειρίας.(Ηράκλειτος, Αποσπ. 88 ψευδοπλούταρχος!'' Και το ίδιο πράγμα είναι στον άνθρωπο η ζωή και ο θάνατος, ο ξύπνιος και ο ύπνος, τα νιάτα και τα γερατειά: γιατί αν αυτά τα πράγματα αλλάξουν γίνονται εκείνα, και αν εκείνα πάλι αλλάξουν γίνονται αυτά!''
Αποσπ. 36, Κλήμης, Στρωμ VI 17,2: Για τις ψυχές είναι θάνατος να γίνονται νερό, για το νερό είναι θάνατος να γίνεται γή, απο τη γή γίνεται το νερό και απο το νερό η ψυχή. Αποσπ 26 Κλήμης IV 141,2! Τη νύχτα ο άνθρωπος ανάβει για τον εαυτό του ένα φώς, όταν σβήνει το βλέμμα του, όσο ζεί βρίσκεται σε επαφή με τους νεκρούς όταν κοιμάται, και με τους κοιμισμένους όταν είναι ξύπνιος.
Και παρ'όλα αυτά δέν μπορούμε να ελευθερωθούμε απο την απαίτηση, την οποία θέτει η γνώση, της εγκυρότητος χωρίς τον χρόνο. Γι'αυτό δέν ήταν τυχαίο το γεγονός πώς η φιλοσοφία, και η επιστήμη που την συνοδεύει, πήραν τον δρόμο τους σε μία συνεχή επαφή και γειτνίαση με τα μαθηματικά. Η ελληνική καταγωγή τής λέξεως "μαθηματικά" -μάθημα-μας προειδοποιεί πώς το αντικέιμενο της μπορεί να αποκτηθεί μόνον μέσω της έλλογης σκέψης, έτσι ώστε να μήν είναι εκτεθειμένο στην ορμητική ροή των φαινομένων και των αλλαγών. Στην απόσταση τους απο κάθε δυνατή εμπειρία, η γεωμετρία και η αριθμητική, κατευθύνονται σε κάτι πέραν του χώρου και του χρόνου. Είναι καθαρός λόγος, που διακρίνει αυτό που μπορούμε να γνωρίσουμε με ακρίβεια, το οποίο δέν σχετίζεται μ'αυτό που είναι απλώς παρόν τώρα, αλλά είναι γνώση κάποιου άχρονου πράγματος. Αυτή η σημασία του "άχρονου" των περιεχομένων της γνώσεως βρίσκεται στην αντίθετη θέση αυτού που διαρθρώνουμε στην εμπειρία του παρόντος χρόνου, όταν ομιλούμε για χθές και για αύριο. Τί πράγμα μπορεί να είναι ένα "μεταξύ" ανάμεσα σ'αυτές τις δύο εμπειρίες, την εμπειρία του χθές και του αύριο; Είναι φανερό κατ'αρχάς πώς ανάμεσα στις δύο εμπειρίες υφίσταται μία αντίθεση. Και στις δύο κατευθύνσεις του ερωτήματος, ενυπάρχει μία κάποια σκοτεινιά, ασάφεια, αλλά διαφορετικής φύσεως. Εάν ξεκινήσουμε από τις δύο ασάφειες, ανάμεσα στις οποίες υπεισέρχεται μία στιγμή φωτός, τότε βλέπουμε πώς το παρελθόν έχει μία διαφορετική ποιότητα απο το μέλλον. Σε σχέση με την διαφάνεια της ημέρας, το "χθές" σβύνει και σκοτεινιάζει. Το παρελθόν είναι αμετάβλητο, έξω από την δική μας διάθεση και σχετικότητα, και γι'αυτό οι Έλληνες θεώρησαν πώς είναι σημαντικό να δεχθούν πώς ούτε οι Θεοί οι ίδιοι δέν μπορούσαν να καταργήσουν εκείνο που συνέβη . Στο τέλος μπορούμε να μιλήσουμε για την λήθη του παρελθόντος. Μπορούμε να ξεχάσουμε αυτό που "πέρασε". Αντιθέτως το "αύριο" είναι, απο την στιγμή τής εγρηγόρσεως τής προσοχής μας, στο καθαρό φώς τής πνευματικής μας παρουσίας, αυτό που έχει ακόμη "χρόνο", καιρό, και είναι "μπροστά μας" και το οποίο τυλίγεται ταυτοχρόνως στην αβεβαιότητα τού προγραμματισμού, της προσμονής και της ελπίδος. Έτσι η επιστήμη μπορεί να επιδιώξει να κατακτήσει το μέλλον μόνον με την μέγιστη προσοχή, και με ασταθή βήματα. Παρότι η ζωή μας παρά το ανυπολόγιστο τού μέλλοντος, γεμίζει μόνον με την υπόθεση, με την βούληση να μάθουμε, να σχεδιάζουμε, να κατευθυνθούμε και να ελπίσουμε στο μέλλον.

Αμέθυστος.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2023

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (2)

 Συνέχεια από:  Δευτέρα 8 Μαίου 2023

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ 

Του Hans-Georg Gadamer.         

Η ζωή μας παρά το ανυπολόγιστο τού μέλλοντος, γεμίζει μόνον με την υπόθεση, με την βούληση να μάθουμε, να σχεδιάζουμε, να κατευθυνθούμε και να ελπίσουμε στο μέλλον. 

 Έτσι λοιπόν τίθεται αθέλητα σχεδόν η ερώτηση μήπως και αυτό που υπήρξε χθές ξεφεύγει περισσότερο ή λιγότερο απο την γνώση; Η επιστήμη προσπάθησε πάντοτε να καθορίσει την προϊστορία που υπάρχει πίσω μας με μέσα εντελώς διαφορετικά και μ'έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό απο κείνον που χρησιμοποιεί για το μέλλον. Ιδιαιτέρας σπουδαιότητος είναι οι μορφές του μύθου, των θρύλων και η επιστροφή τής ποιήσεως. Η παρουσία τού παρελθόντος μοιάζει ιδιαιτέρως ανοιχτή ώστε να ανακαλείται στην ζωή στο παρόν. Έτσι λοιπόν είναι αμφίβολο εάν μπορούμε να μιλήσουμε και σε τούτη την περίπτωση για κάποια "επιστήμη". Οι ιστορικές επιστήμες δέν κατόρθωσαν να εδραιωθούν μ'αυτό ακριβώς το όνομα, παρότι ο ελληνικός πολιτισμός εδημιούργησε με τους ιστορικούς του, ιδιαίτερα αριστουργήματα απεικονίσεως και εξηγήσεως του παρελθόντος. Η λέξη ιστορία, που γνωρίζουμε απο τα Ελληνικά, στην λατινική της μετάφραση, κατά βάθος απαρνείται κυριολεκτικά το παρελθόν. Δείχνει τον αυτόπτη μάρτυρα-αυτόν που ήταν παρών-ο οποίος αρνείται το όριο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόνΟ τόπος όμως, όπου λάμβανε χώρα κατά κύριο λόγο η άρνηση του παρελθόντος, ήταν η δημοτική πλατεία, ο χώρος της γιορτής και του παιχνιδιού, στον οποίο η επίκληση τής μνήμης είναι μία αληθινή επιστροφή.

          Ούτε το μέλλον όμως, ούτε το παρελθόν, είναι παρόντα με την ίδια σημασία με την οποία η γνώση, με το μέτρημα του χρόνου, διαμεσολαβεί τον εαυτό της. Γενικώς είναι ένα μεγάλο γεγονός για την ιστορία των ανθρώπινων πολιτισμών, σε σχέση με το παρελθόν τους, ότι δίπλα στην μνήμη πήρε θέση η γραφή [σάν μάθημα, σαν διδασκαλία, όχι σαν καθαυτή ολότης, σαν πληρότης, όπως εκλαμβάνεται σήμερα. Η γραφή βοηθά την διδασκαλία, είναι αφορμή, και προτρέπει, αλλά δέν μπορεί να προσλάβει την καθαυτή αλήθεια] και αναρωτιόμαστε λοιπόν μήπως και η επιστήμη των μαθηματικών και της αποδείξεως που υπονοείται σ'αυτή, δέν μαρτυρά και δέν προετοιμάζει μία πρόοδο της αφαιρέσεως την οποία κατορθώνουμε με το πέρασμα απο την εποχή των ραψωδών στην εποχή τής γραφής και του πολιτισμού! Ένα απο τα μεγαλύτερα γεγονότα, του δυτικού πολιτισμού ιδιαιτέρως, υπήρξε χωρίς αμφιβολία το γεγονός πώς αυτό το βήμα το τόσο αποφασιστικό που πραγματοποιήθηκε απο τους Έλληνες, έγινε με την ανάπτυξη της αλφαβήτου και την συμπερίληψη και των φωνηέντων στα γραπτά σημεία. Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα είναι επίσης να μάθουμε πότε ο πολιτισμός της ανάγνωσης ελευθερώθηκε απο την εκφώνηση, δηλαδή απο την ανάγνωση με δυνατή φωνή που συνοδεύει την μελέτη, και αφέθηκε στην καθαρή δύναμη της αφαιρέσεως, τής αποκρυπτογραφήσεως των σημείων. [Ένας απο τους πρώτους, άν όχι ο πρώτος υπήρξε ο Αριστοτέλης]. Με το πέρασμα στην γραφή επιτυγχάνεται μία σημαντική μετάλλαξη. Η μετάφραση του προφορικού λόγου στην γραφή είναι το πέρασμα σε ένα νέο είδος, στο οποίο η γλώσσα, πρέπει να κάνει κάτι διαφορετικό απο την προφορική απαγγελία, η οποία ανάμεσα στα άλλα συνοδεύεται και απο χειρονομίες, απο την διακύμανση της φωνής, απο την συγκέντρωση πάνω στην ομιλία. Πιστεύεται ότι μέχρι τον 12ο αιώνα η φωνή συνόδευε την ανάγνωση. Ο Αυγουστίνος στις εξομολογήσεις αναφέρεται στον Αμβρόσιο, ότι διάβαζε χωρίς να φωνάζει τις λέξεις [Ο Γκάνταμερ αγνοεί τον Αριστοτέλη και τις μαρτυρίες των μαθητών της Ακαδημίας του Πλάτωνος].

          Με την επικράτηση της γραφής είναι προσαρμοσμένη επίσης και η εξασθένιση μίας ολοκλήρου διαστάσεως ενός συστήματος σημείων. Σε μας τώρα η ανάγνωση χωρίς την συνοδεία της φωνής έγινε τόσο συνηθισμένη ώστε ακόμη και αυτό που στο γράψιμο ονομάζουμε "στύλ" απέκτησε μία ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Και αντιτίθεται ακριβώς και στην ομιλία, η οποία πήρε την θέση του Ραψωδού, ο οποίος απήγγειλε.

          Η ανάγνωση των νοημάτων που εννοούνται απο τα γραπτά σύμβολα γνωρίζει την εποχή του Γουτεμβέργιου μία νέα εντελώς ανάπτυξη, η οποία έχει σαν συνέπεια ένα νέο πολιτισμό της ανάγνωσης. Κάτι που απαντά στην χρησιμοθηρική άποψη της επικοινωνίας της πληροφορίας. Εμείς σήμερα, στην εποχή της τεχνολογίας και της τεχνολογικής επικοινωνίας, είμαστε έτοιμοι να πραγματοποιήσουμε μία καινούργια στροφή. Και παρατηρούμε δυστυχώς ότι η λυρική ποίηση χάνει όλο και περισσότερο την ζωτική της δύναμη. Ότι η λυρική απαιτεί τον ήχο της φωνής του αναγνώστη και πρέπει να "ακούγεται" συνιστά την  αυτονομία της και μ'αυτό και την διάσταση της τέχνης στην χρήση της γλώσσας, και αντιπροσωπεύει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο απο τις σύγχρονες συνθήκες ζωής και απο όσα απαιτούνται απο τον μοντέρνο αναγνώστη.

          Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα είδαμε και με την εξάπλωση των μορφών επικοινωνίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται απο την αναπαραγωγή, οι οποίες μάλιστα με την βοήθεια των μέσων αντιγραφής στην χρήση της γλώσσας, κυριάρχησαν. Αυτή η ανάπτυξη φέρει μέσα της το γεγονός ότι αυτή η αλλαγή χρήσεως τής γλώσσας αποκλείει πολλά απο αυτά που πρίν ένωναν τους ανθρώπους και τους έδιναν την δυνατότητα επικοινωνίας. Οι συνέπειες θα γίνουν φανερές και μέσα στην ίδια την επιστήμη, καθώς η αληθινή τέχνη της αφηγήσεως, δηλαδή η δημιουργία προοπτικών και εντάσεων, της εκπλήξεως και της αμέσου επαφής, χάνεται και μας οδηγεί αυτή η απώλεια σε νέους βαθμούς αφαίρεσης της γλώσσας. Διότι ακριβώς αυτή η τεχνολογική διαμεσολάβηση έχει σαν άμεση συνέπεια ότι οδηγεί σε μία ανεξάντλητη πτώχευση της σχέσης αμοιβαιότητος που οικοδομείτο απο την συνύπαρξη. Αυτά τα αποτελέσματα γίνονται γνωστά πλέον απο τον ρόλο που παίζουν η πληροφορία και η διαμεσολάβησή της στην κοινή δημόσια ζωή. Όχι μόνον η χρήση της ίδιας λέξης, αλλά ταυτοχρόνως και ο τρόπος της επικοινωνίας που περιέχεται στην πληροφορία, θα επηρεάσει ανάμεσα στα άλλα τίς ιστορικές μας επιστήμες.

Συνεχίζεται

 "το πρόβλημα του χρόνου υπήρξε απο πολύ νωρις αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης, τόσο που το συναντούμε στα γραπτά τού Πλάτωνος, όπως επίσης και σε εκείνα τού Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να επεξεργαστεί, ξεκινώντας απο την έννοια του "τώρα", την αλυσσίδα, η οποία γυρίζει συνεχώς γύρω απο τον εαυτό της, τών σημείων "τώρα" που διασχίζονται απο τον χρόνο, σαν την ιδιαίτερη δομή αυτού του τελευταίου. Ο Πλάτων αντιθέτως τονίζει πολύ πιό αποφασιστικά το αίνιγμα του χρόνου, όταν αναλαμβάνει σαν θέμα τό ασύμπτωτο τής αυθεντικής εμπειρίας του χρόνου με την πτώση του. Το Ελληνικό "εξαίφνης" το μεταφράζουμε συνήθως με "το ξαφνικό", σαν αυτό που μας αποσπά απο κάθε υπολογισμό και έλεγχο τής χρονικότητος,  ή κάθε δυνατότητος υπολογισμού και ελέγχου της χρονικότητος. Κατά βάθος ο ορισμός του χρόνου τού Αριστοτέλη, σαν η αλυσσίδα των σημείων "τώρα", στην οποία κάθε "τώρα" αντιπροσωπεύει το σύνορο ανάμεσα σ' ένα μόλις-τώρα και ένα αμέσως-τώρα, είναι μία πρόκληση για την σκέψη! Το τώρα το ίδιο είναι ας πούμε ένας όρος σύνορο, και μετέχει επομένως στο οντολογικό αίνιγμα τού σημείου, το οποίο είναι χωρίς έκταση."

Αμέθυστος

Η ΓΝΩΣΗ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟΝ ΟΛΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΑΣΗ. ΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ.

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (1)

 Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ 

Του Hans-Georg Gadamer. 

Το θέμα του χρόνου έλαβε μία θέση πρώτης τάξεως στα φιλοσοφικά μας ενδιαφέροντα χάρις κυρίως στο "Είναι και Χρόνος" του Χάιντεγκερ. Με αυτό αποκτούμε κυρίως συνείδηση των Ελληνικών προϋποθέσεων αυτού του προβλήματος, σχετικά με το οποίο ο Αυγουστίνος χρησιμοποίησε την διατύπωση ότι πιστεύουμε πώς ξέρουμε τί πράγμα είναι ο χρόνος, αλλά εάν ερωτηθούμε, δέν είμαστε ικανοί να πούμε τί πράγμα είναι. (Εξομ XI 14 (17). Είναι κατανοητή οπωσδήποτε η δυσκολία να καθοριστεί τί πράγμα "είναι" ο Χρόνος, καθότι ο χρόνος δέν "είναι" ακριβώς, αλλά "περνά" [έχω χρόνο]. Η διάσταση ανάμεσα στο χθές και στο αύριο φαίνεται να αντιστρατεύεται την απαίτηση που υψώνει η γνώση, διότι εκείνο που ξεχωρίζει την γνώση είναι η ανεξαρτησία της απο την μεταλλαγή των γεγονότων, των συμβάντων. Παρ'όλα αυτά το πρόβλημα του χρόνου υπήρξε απο πολύ νωρις αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης, τόσο που το συναντούμε στα γραπτά τού Πλάτωνος, όπως επίσης και σε εκείνα τού Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να επεξεργαστεί, ξεκινώντας απο την έννοια του "τώρα", την αλυσσίδα, η οποία γυρίζει συνεχώς γύρω απο τον εαυτό της, τών σημείων "τώρα" που διασχίζονται απο τον χρόνο, σαν την ιδιαίτερη δομή αυτού του τελευταίου. Ο Πλάτων αντιθέτως τονίζει πολύ πιό αποφασιστικά το αίνιγμα του χρόνου, όταν αναλαμβάνει σαν θέμα τό ασύμπτωτο τής αυθεντικής εμπειρίας του χρόνου με την πτώση του. Το Ελληνικό "εξαίφνης" το μεταφράζουμε συνήθως με "το ξαφνικό", σαν αυτό που μας αποσπά απο κάθε υπολογισμό και έλεγχο τής χρονικότητος,  ή κάθε δυνατότητος υπολογισμού και ελέγχου της χρονικότητος. Κατά βάθος ο ορισμός του χρόνου τού Αριστοτέλη, σαν η αλυσσίδα των σημείων "τώρα", στην οποία κάθε "τώρα" αντιπροσωπεύει το σύνορο ανάμεσα σ' ένα μόλις-τώρα και ένα αμέσως-τώρα, είναι μία πρόκληση για την σκέψη! Το τώρα το ίδιο είναι ας πούμε ένας όρος σύνορο, και μετέχει επομένως στο οντολογικό αίνιγμα τού σημείου, το οποίο είναι χωρίς έκταση.

          Ο Χρόνος είναι, ας πούμε, μία μορφή σκέψης στην οποία δέν αντιστοιχεί τίποτε, και για τη οποία θα θέλουμε να πούμε πώς έχει "Είναι" [ Αυτό είναι τό κυρίαρχο πρόβλημα τής δύσεως. Ταυτίζει τήν ουσία μέ τήν ενέργεια,μέ τήν πράξη, μέ τό δυνάμει καί δέν κατανοεί τήν ταυτόχρονη ύπαρξη Είναι καί έχειν, διότι τό έχειν είναι τό θεμέλιο τής ελευθερίας- έχω χρόνο- καθιστώντας τήν σκέψη της μονοσήμαντη ]. Γι'αυτό επέλεξα την διατύπωση "ανάμεσα στο χθές και στο αύριο", διότι είναι αόριστη αλλά παρ'όλα αυτά πανταχού παρούσα. Με το θέμα του χρόνου εννοείται προφανώς κάτι περισσότερο από την λογικο-εννοιολογική δυσκολία του χρόνου, που είναι στην πραγματικότητα ένα πέρασμα, ένα περνώ! Χθές και αύριο είναι περισσότερο απο ένα τώρα-σημείο το οποίο υπήρχε και το οποίο πρέπει να έλθει. Όπως μας προειδοποιεί ή ίδια η λέξη "αύριο", με την μορφή ανάμεσα στο Χθές και στο αύριο", δέν εννοείται μία τυχαία αυλακιά η οποία συνίσταται από το "μεταξύ, ανάμεσα", όσο μία διάρθρωση  η οποία τίθεται στην βάση της εμπειρίας του χρόνου, η οποία διαρθρώνει όλο το ζών: ο ρυθμός της ημέρας και της νύχτας, του ξύπνιου και του ύπνου. Αυτός ο ρυθμός απασχόλησε πολύ νωρίς την σκέψη. Ο Ηράκλειτος για παράδειγμα είδε την μυστηριώδη γειτνίαση αυτής της καθημερινής εμπειρίας του χθές και του σήμερα, η οποία βιώνεται σαν χρόνος, στην εμπειρία του θανάτου. Συνίσταται από το αίνιγμα του ύπνου, παρόμοιου με τον θάνατο, και στην έκπληξη, πάντοτε νέας, του ξυπνήματος στον θάνατο, σαν τέλους κάθε εμπειρίας.
(Ηράκλειτος, Αποσπ. 88 ψευδοπλούταρχος!'' Και το ίδιο πράγμα είναι στον άνθρωπο η ζωή και ο θάνατος, ο ξύπνιος και ο ύπνος, τα νιάτα και τα γερατειά: γιατί αν αυτά τα πράγματα αλλάξουν γίνονται εκείνα, και αν εκείνα πάλι αλλάξουν γίνονται αυτά!''
Αποσπ. 36, Κλήμης, Στρωμ VI 17,2: Για τις ψυχές είναι θάνατος να γίνονται νερό, για το νερό είναι θάνατος να γίνεται γή, απο τη γή γίνεται το νερό και απο το νερό η ψυχή. Αποσπ 26 Κλήμης IV 141,2! Τη νύχτα ο άνθρωπος ανάβει για τον εαυτό του ένα φώς, όταν σβήνει το βλέμμα του, όσο ζεί βρίσκεται σε επαφή με τους νεκρούς όταν κοιμάται, και με τους κοιμισμένους όταν είναι ξύπνιος.
          Και παρ'όλα αυτά δέν μπορούμε να ελευθερωθούμε απο την απαίτηση, την οποία θέτει η γνώση, της εγκυρότητος χωρίς τον χρόνο. Γι'αυτό δέν ήταν τυχαίο το γεγονός πώς η φιλοσοφία, και η επιστήμη που την συνοδεύει, πήραν τον δρόμο τους σε μία συνεχή επαφή και γειτνίαση με τα μαθηματικά. Η ελληνική καταγωγή τής λέξεως "μαθηματικά" -μάθημα-μας προειδοποιεί πώς το αντικέιμενο της μπορεί να αποκτηθεί μόνον μέσω της έλλογης σκέψης, έτσι ώστε να μήν είναι εκτεθειμένο στην ορμητική ροή των φαινομένων και των αλλαγών. Στην απόσταση τους απο κάθε δυνατή εμπειρία, η γεωμετρία και η αριθμητική, κατευθύνονται σε κάτι πέραν του χώρου και του χρόνου. Είναι καθαρός λόγος, που διακρίνει αυτό που μπορούμε να γνωρίσουμε με ακρίβεια, το οποίο δέν σχετίζεται μ'αυτό που είναι απλώς παρόν τώρα, αλλά είναι γνώση κάποιου άχρονου πράγματος. Αυτή η σημασία του "άχρονου" των περιεχομένων της γνώσεως βρίσκεται στην αντίθετη θέση αυτού που διαρθρώνουμε στην εμπειρία του  παρόντος χρόνου, όταν ομιλούμε για χθές και για αύριο. Τί πράγμα μπορεί να είναι ένα "μεταξύ" ανάμεσα σ'αυτές τις δύο εμπειρίες, την εμπειρία του χθές και του αύριο; Είναι φανερό κατ'αρχάς πώς ανάμεσα στις δύο εμπειρίες υφίσταται μία αντίθεση. Και στις δύο κατευθύνσεις του ερωτήματος, ενυπάρχει μία κάποια σκοτεινιά, ασάφεια, αλλά διαφορετικής φύσεως. Εάν ξεκινήσουμε από τις δύο ασάφειες, ανάμεσα στις οποίες υπεισέρχεται μία στιγμή φωτός, τότε βλέπουμε πώς το παρελθόν έχει μία διαφορετική ποιότητα απο το μέλλον. Σε σχέση με την διαφάνεια της ημέρας, το "χθές" σβύνει και σκοτεινιάζει. Το παρελθόν είναι αμετάβλητο, έξω από την δική μας διάθεση και σχετικότητα, και γι'αυτό οι Έλληνες θεώρησαν πώς είναι σημαντικό να δεχθούν πώς ούτε οι Θεοί οι ίδιοι δέν μπορούσαν να καταργήσουν εκείνο που συνέβη [μόνον ή μετάνοια το καταργεί]. Στο τέλος μπορούμε να μιλήσουμε για την λήθη του παρελθόντος. Μπορούμε  να ξεχάσουμε αυτό που "πέρασε". Αντιθέτως το "αύριο" είναι, απο την στιγμή τής εγρηγόρσεως τής προσοχής μας, στο καθαρό φώς τής πνευματικής μας παρουσίας, αυτό που έχει ακόμη "χρόνο", καιρό, και είναι "μπροστά μας" και το οποίο τυλίγεται ταυτοχρόνως στην αβεβαιότητα τού προγραμματισμού, της προσμονής και της ελπίδος. Έτσι η επιστήμη μπορεί να επιδιώξει να κατακτήσει το μέλλον μόνον με την μέγιστη προσοχή, και με ασταθή βήματα. Παρότι η ζωή μας παρά το ανυπολόγιστο τού μέλλοντος, γεμίζει μόνον με την υπόθεση, με την βούληση να μάθουμε, να σχεδιάζουμε, να κατευθυνθούμε και να ελπίσουμε στο μέλλον. 
Αμέθυστος.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) (5)

Συνέχεια από:Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998)

 - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ 

Του Hans-Georg Gadamer


Για το θέμα της γνώσεως τού ανθρώπου ανάμεσα στην ανάμνηση και την λήθη, σε έναν πιό ανοιχτό ορίζοντα, μπορεί να αποκτήσει εκ νέου σημασία, εκείνο που περιείχετο στην συζήτηση τού συγκρατώ και τού διατηρώ, τού επαναλαμβάνω και τού επανακαλώ στην ζωή. Διότι η δύναμις τής μνήμης είναι κάτι διαφορετικό απο τήν ικανότητα απομνημόνευσης. Ανήκει στις ιδιαιτερότητες τής εξαντικειμενοποιούσης επιστήμης μας το γεγονός πώς για πολύ μεγάλο διάστημα έγινε λόγος για "εγγραφές" σε μία "tabula rasa", σε έναν άγραφο πίνακα, σαν την καταγωγική ιδιότητα τού ανθρώπου. Ο Πλάτων, απο όπου ανεπτύχθη η θεωρία τής ανάμνησης πάνω στην βάση γεωμετρικών παραδειγμάτων, έκανε χρήση τής Ελληνικής φιλοσοφίας. Χωρίς αμφιβολία αναφέρεται στην μυθική ζωή τού ανθρώπου πρίν τής γεννήσεως του, η οποία διδασκόταν στην ορφική-πυθαγορική θρησκεία (Μένων, 80C-82a). Και ταυτόχρονα έπρεπε να εξηγήσει με όλο αυτό τί είναι η σκέψη και ποιός δεσμός υφίσταται με την ικανότητα τής αναμνήσεως. Στον Μένωνα αναπτύσσεται το σοφιστικό επιχείρημα πώς στον άνθρωπο δέν είναι δυνατή η ικανότητα τής κατανοήσεως, τόσο αυτού που γνωρίζει, όσο και αυτού που δέν γνωρίζει. Ο αργός λόγος, η μάταιη συζήτηση, που πρέπει να θεμελιώσει αυτή την θέση, τείνει να δείξει σαν κάτι αδύνατον, την ερώτηση και την έρευνα. Αλλ'όμως εμείς γνωρίζουμε πώς στον άνθρωπο είναι πάντοτε έμφυτα κάποια πρωταρχικά ίχνη και διαθέσεις τής μνήμης, τόσο στην "μνήμη" του δικού μας γενότυπου, όσο και στην "μνήμη" τών ζωντανών οργανικών μας λειτουργιών, στην συνειδητή αντίληψη ή στην εκμάθηση τής γλώσσας, ή στην καθαυτή γλώσσα. Η ανάμνηση λοιπόν είναι σ'αυτή την περίπτωση η ενεργοποίηση δυνατοτήτων που είναι έμφυτες στον άνθρωπο. Η σκέψη μίας τέτοιας πραγματοποίησης δυνατοτήτων, δηλαδή τέτοιων διαθέσεων, ρίχνει ένα ιδιαίτερο φώς σ'αυτό που είναι η γνώση στον άνθρωπο ανάμεσα στο χθές και στο αύριο, με την έννοια τού λησμονώ και ενθυμούμαι, όπως επίσης και της επιθυμίας τής προβλέψεως και τής κατευθύνσεως στο μέλλον. Σ'αυτό το τελευταίο έχει στα σίγουρα τις ρίζες του αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να είναι αυτό που είναι, το γεγονός δηλαδή οτι θέτει ερωτήματα. Και εδώ γίνεται κατανοητό επίσης και το άνοιγμα του στον ορίζοντα τού δυνατού.
Μίλησα μέχρι στιγμής για την εμπειρία τής μνήμης, η οποία είναι μία επιλογή, ένα ζύγισμα και ένας τονισμός, μία επιμονή στα αποτελέσματα, ή στα συμπεράσματα τής μνήμης. Και προϋποθέτει την δυνατότητα να καλύψουμε κάτι και να εξαιρέσουμε, να εξαιρεθούμε ή να προσπεράσουμε κάτι. Εκείνο που ισχύει για την εμπειρία τού ατόμου ανάμεσα στο χθές και στο σήμερα, ισχύει όμως και στο εσωτερικό τού πιό μεγάλου μέτρου, τού "σήμερα". Και για το σήμερα τής κοινωνικής μας καταστάσεως, το σήμερα του πολιτισμού, τής εποχής μας κ.τ.λ. ισχύει η αρχή πώς απο προτυπώσεις οι οποίες παραμένουν στο μεγαλύτερο μέρος τους αδιευκρίνιστες μπορούμε να φτάσουμε, μέσω ενός συνεχούς "ξεκαθαρίσματος", βήμα-βήμα, στο αντικείμενο τής γνώσης μας [η γνώμη ακριβώς ή η άποψη. Και εφόσον προϋποθέτει μία επιλογή, υπέρ μας, είναι και το θεμέλιο της Βούλησης για δύναμη]. Μέ την διατύπωση "ανάμεσα στο χθές και στο αύριο", εκφράζεται φυσικά όλη η θέση του στον κόσμο, ενός ανθρώπου ο οποίος συνειδητοποιεί τό ιστορικό του Είναι και τήν πολιτική του ευθύνη απέναντι στους όμοιούς του, και σήμερα, ίσως περισσότερο απο ποτέ, απέναντι στην ανθρωπότητα. Ο χώρος για την πράξη βάσει αυτής της ευθύνης πρέπει να αναζητηθεί και να δημιουργηθεί απο το άτομο και είναι το άτομο. Αυτός ο χώρος διανοίγει ανάμεσα στο χθές και στο σήμερα, παρόμοια όμως με τον τρόπο και την συμπεριφορά με την οποία η αντίστοιχη καινούργια ημέρα απλώνεται εκ νέου κάθε πρωί στην πράξη τού προγράμματος τού ανθρώπου. 
Τόσο όμως στην προοπτική του ατόμου όσο και στον υπερατομικό ορίζοντα τίθεται παρ'όλα αυτά, το πρόβλημα τής ιστορίας που πέρασε, τής ιστορίας τού παρελθόντος, οι προϋποθέσεις μας, για παράδειγμα, για τις οποίες μιλήσαμε, και οι οποιες συνιστούν ένα μέρος της καταγωγής μας, πώς οι προϋποθέσεις αυτές έρχονται στην ύπαρξη. Μεγάλης σημασίας στο θέμα αυτό είναι η απάντηση του Πλάτωνος, ο οποίος εισάγει σ'αυτό το σημείο το "Εξαίφνης". (Παρμενίδης 156
d). Ο χρόνος στον οποίο κάθε "τώρα" πέφτει ας πούμε στην άβυσσο τού Είναι που μόλις πέρασε, είναι ένα αίνιγμα. Ανάμεσα σ'ενα σημείο-τώρα και το επόμενο σημείο-τώρα, μπορεί να γίνει αποδεκτό πραγματικά μόνον κάτι άχρονο, το οποίο δέν βρίσκεται στην συνέχεια τών "τώρα" και επομένως πρέπει να γίνει κατανοητό σαν το "εξαίφνης".
Έχουμε στην διάθεσή μας ένα πλούσιο λεξιλόγιο για να εκφράσουμε αυτή την εμπειρία, όπως για παράδειγμα τον "Φωτισμό". (Εάν μιλήσουμε αντιθέτως για την "έμπνευση", τότε σ'αυτή την έννοια είναι έμφυτη μία ερμηνεία, η οποία δέν συλλαμβάνει με τον ίδιο τρόπο την σημασία τής αστραπής τής ιδιοφυίας και την "Φώτιση", σαν να συλλαμβάνεται κάτι που μας δίνεται). Σκέπτομαι πώς στην βάση αυτής της σκέψης μπορούμε να αναπτύξουμε εκείνο που διακρίνει την ερώτηση, τήν αναζήτηση και τήν έρευνα στήν επιστημονική κουλτούρα τού ανθρώπου.
Το εξαίφνης δέν δείχνει στην πραγματικότητα μία χρονική στιγμή, ένα τώρα, αλλά σημαίνει περισσότερο "παρουσία", η οποία πληρεί τον χώρο. Με ανάλογο τρόπο δέν μπορούμε να εξομοιώσουμε το καθαρό φώς της ημέρας με την αστραπή, ή με την Φλόγα [το
Apex mentis του σχολαστικισμού], και να το θεωρήσουμε σαν πηγή φωτός. Αυτή η πηγή είναι περισσότερο σαν μία επέκταση ενός κάτι που σχηματίζει η μορφώνει έναν χώρο. Ένας φωτισμός μάς παρουσιάζεται με έναν ανάλογο τρόπο, παρότι εμείς δέν μπορούμε να κατανοήσουμε την καταγωγή του, την πηγή του. Εάν αυτός ο Φωτισμός μας δείχνει τον τρόπο για την λύση ενός προβλήματος που μας βασανίζει, ακόμη και τότε δέν μπορούμε να τον εξαντλήσουμε, ακόμη και αν μπορούμε να εξετάσουμε με σύνεση την οδό που μας διανοίχθηκε απο αυτόν.
Σ'αυτή την σκέψη της παρουσίας κατευθύνθηκαν οι σκέψεις που διατύπωσα μέχρις εδώ. Μέχρι στιγμής δέν είχαμε μιλήσει για "συνείδηση". Ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο θα δημιουργείτο ένας διαχωρισμός πολύ οξύς, εάν ειχαμε τραβήξει μία γραμμή σαν εκείνη που λανθασμένα τίθεται ανάμεσα στο ενθυμηθέν και στο ξεχασμένο. Απέναντι σ'όλο αυτό στέκεται όλο αυτό που συμβαίνει στην ζωτική πρόοδο τής κατακτήσεως τού εαυτού  ανάμεσα στο χθές και στο σήμερα! Σ'αυτή την άφιξη μπορούμε πάντως να μεταφέρουμε ή να μεταφερθούμε στο σύνολο της δικής μας συνειδητής κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς. 
Η άφιξη στον εαυτό, να γίνω συνειδητός τού εαυτού μου, όπου το σκοτάδι υποχωρεί στο καθαρό φώς της ημέρας, δέν συμβαίνει μέσα σε ένα τώρα, αλλά στον χώρο στον οποίο συμβαίνει η παρουσία. Το καθαρό φώς τής παρουσίας μπορεί πάντοτε να διασκορπιστεί, μία φανέρωση μπορεί να χαθεί, έτσι όπως μία φώτιση δέν είναι αυτό που θα πρέπει να μας παραμείνει πάντοτε πιστή. Ακόμη περισσότερο μάλιστα μπορεί να αποδειχθεί μία ψεύτικη φώτιση, και να μας υποχρεώσει σε μία νέα αρχή έρευνας, ώσπου να βρούμε αυτό που μας λείπει. Αυτό μας ενδιαφέρει. Στο "Συμπόσιο" του Πλάτωνος, ο Σωκράτης μαθαίνει απο την Διοτίμα, τί είναι η επανάληψη: είναι η προϋποθεση, και μ'αυτό η ζωή τού είδους, η οποία συνεχίζει να υπάρχει μέσω των ατόμων. (Συμπόσιο, 207
d- 208 C
).
Με τον ίδιο τρόπο αφανίζονται όλες οι ανθρώπινες δυνατότητες της γνώσεως, εάν δέν επαναλαμβάνονται. Καμμία επανάληψη όμως δέν είναι μία απλή επανάληψη. Είναι ζωή. Σε κάθε επανάληψη είναι έμφυτο κάτι απο την δική μας μελλοντική μοίρα.


                                             ΤΕΛΟΣ.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998) (4)

Συνέχεια από: Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ (1998)

 - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ 

Του Hans-Georg Gadamer
       

 Στην πραγματικότητα υπάρχει το θαύμα της λήθης, τού ξεχνώ, εκείνη η αντίθετη δυνατότης, που συνίσταται στην επεξεργασία και στην υπέρβαση αυτού που παραμένει δύσκολο, διότι εμείς δέν μπορούμε απλώς να ξεχάσουμε, ή δέν μπορούμε απλώς να κλείσουμε το ένα μας μάτι σε ότι έκανε ο άλλος. Όλο αυτό νικιέται  τελικώς απο εκείνες  τις θαυμαστές δυνάμεις οι οποίες υφίστανται στην λησμοσύνη. Και αυτή η δυνατότης του ανθρώπου, να ξεχνά, έχει μία βαθειά ανθρωπολογική σημασία. [Το κακό είναι ανυπόστατο. Η μνήμη τυπώνει μόνον την ουσία των πραγμάτων, των βιωμάτων, την ζωή την ίδια. Τις ιδέες των πραγμάτων ή τους λόγους των όντων. Δέν είναι θαυμαστή η λήθη. Απλώς το κακό είναι ανυπόστατο. Κάτι που δέν ισχύει για την Δύση, η οποία θεμελιώθηκε στον Μανιχαϊσμό τού Αυγουστίνου]. Ο Αισχύλος στο δράμα του "Προμηθέας" ερμήνευσε τον μύθο τού προμηθέως από αυτή την οπτική! Το αυθεντικό περιεχόμενο τού προμηθέως συνίσταται στην "πρόβλεψή" του, ότι σαλπάρει και φεύγει απο τους ανθρώπους, οι οποίοι με την σειρά τους προβλέπουν, η προνοητική τους γνώση, ακριβώς εκεί που αυτή τελειώνει. Σύμφωνα με τον μύθο ο άνθρωπος στην αρχή είχε ζήσει στις σπηλιές, και είχε διάγει μία μελαγχολική ζωή, φυτική σχεδόν, περιμένοντας τον θάνατο, τον οποίο ήδη προέβλεπε. Ο Προμηθέας είχε αφαιρέσει απο τους ανθρώπους την γνώση αυτού του θανάτου, και μ'αυτό χάρισε στους ανθρώπους το μέλλον. Και γι'αυτό μπορεί να θεωρηθεί αυτός που επινόησε όλες τις τέχνες. Η ικανότητα να μπορούμε να προηγούμεθα του χρόνου είναι, με κάποιους περιορισμούς, δοσμένη απο την Φύση, αλλά στον άνθρωπο αυτή είναι ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη, τόσο που ο Αριστοτέλης μιλά σχετικά μ'αυτή, ονομάζοντας την Φρόνηση! Αυτό που χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως τον άνθρωπο δέν είναι το γεγονός ότι είναι στραμένος στο παρόν και στην δύναμη με την οποία τον έλκει, όσο και το γεγονός οτι μπορεί να το υποχρεώσει να υποχωρήσει για να πετύχει πιό μακρυνούς σκοπούς, η δυνατότητά του να το λύνει αποκλείοντάς το, φυλακίζοντας το, και έτσι να ξεχνά. [Εδώ φαίνεται η επιρροή του Χάιντεγκερ, ο οποίος αντιστρέφει τον Πλάτωνα ο οποίος προέτρεψε στην α-λήθεια, τονίζοντας την λήθη σαν ένα μέσον της αλήθειας. Βασική κίνηση εκκοσμικεύσεως της ουσίας και του προορισμού του ανθρώπου]. Μ'αυτή την έννοια, ο άνθρωπος είναι ένα όν προικισμένο με μία έννοια του χρόνου, ή καλύτερα με μία αίσθηση του χρόνου, η οποία συνεπάγεται επίσης την διαθεσιμότητά του στην θυσία, ή την ανάληψη υποχρεώσεων, εάν όλα αυτά υπόσχονται την απομάκρυνση ή την ελάφρυνση απο μεγαλύτερες υποχρεώσεις και βάρη, απο ασθένειες ή δυστυχίες. Εάν υπολογίσουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά απο αυτή την πλευρά, είναι φανερό πώς κανένα ιδανικό απομνημονεύσεως δέν μπορεί να μας καθοδηγήσει όταν εμείς αναπτύσσουμε την γνώση μας, την αυξάνουμε, ή την εμβαθύνουμε. Εμείς την μεταφράζουμε μάλλον σε ικανότητα προοπτικής, στρατηγικής, οι οποίες συνεπάγονται μία δυνατότητα επιλογής που υπολογίζει και προβλέπει και απο την οποία προέρχονται κανόνες προτιμήσεως που δέν περιορίζονται σ'αυτό που είναι παρόν και διαθέσιμο.           

Απο αυτό το παρασκήνιο προκύπτει τώρα λοιπόν καθαρά πώς η λήθη βρίσκεται σε έναν πολύ στενό σύνδεσμο με το θέμα τής "γνώσεως ανάμεσα στο χθές και το αύριο". Και φτάνουμε, τοιουτοτρόπως σε συμπεράσματα που μπορούμε να τα συζητήσουμε παράλληλα με το κυρίως θέμα μας. Έχουμε ήδη πεί λοιπόν, πώς η γνώση ανάμεσα στο χθές και το αύριο δέν είναι μία γνώση ανάμεσα σε ένα "τώρα" και σε ένα άλλο "τώρα" [η λέξη παρόν, τώρα, περιέχει τον χρόνο, τ-ώρα], κάτι που θα ήταν ένας αμφίβολος τρόπος ομιλίας ή ακόμη και επικίνδυνος, διότι ξεκινά απο την προϋπόθεση ότι διαθέτουμε το πρώτο "τώρα" σαν τώρα, όταν συσχετίζεται το δεύτερο "τώρα" με το πρώτο. Μεγάλης σημασίας είναι εδώ το γεγονός πώς ανάμεσα στο "χθές" και στο "αύριο" υπάρχει όχι τόσο το τώρα, όσο το "σήμερα". Τί πράγμα είναι το "σήμερα" ; Μία μέρα "σαν σήμερα" για παράδειγμα, η οποία με το Φώς της διώχνει το σκοτάδι. Και ακριβώς απο το βάθος της γνώσεως που τον ξεχωρίζει. ο άνθρωπος βιώνει την ακραίας σπουδαιότητος εμπειρία τού ρυθμού τού ύπνου και τού ξύπνιου, η οποία είναι επίσης και μία εμπειρία της λήθης, τού ξεχνώ. Και είναι η εμπειρία αυτού του ρυθμού, στον οποίο, επιβαλλόμενη με ασύνδετα ονειρικά σημεία, λαμβάνει χώρα η λήθη, η οποία καθιστά το ξύπνημα μία απο τις πιό μεγάλες δυνατότητες της γνωστικής και συνειδητής υπάρξεώς μας. Εμείς επιστρέφουμε, ας το πούμε, στον εαυτό μας, σε μας τους ίδιους, καθώς σαν κοιμισμένοι υπήρξαμε σαν να μας έλειπε η ζωή, και το πρωί, ξαναξυπνάμε, επανερχόμαστε. Ήδη ο Ηράκλειτος, όπως είπαμε στην αρχή, με βαθειές αναλογίες, έδωσε την αναπαράσταση τής σχέσεως τού ύπνου που ομοιάζει με τον θάνατο, με τον ύπνο τού θανάτου, και στην συνέχεια με το ξύπνημα, σαν το άναμμα ενός κεριού μέσα μας. Το ξύπνημα είναι, όπως λέγεται, μία "επιστροφή στον εαυτό μας". Και στο αντίστοιχο "σήμερα" ανοίγει ένας δρόμος για την μέρα που έρχεται, με νέες ελπίδες και με ένα νέο κουράγιο για την ζωή μας. Ανάμεσα στο χθές και το αύριο στέκεται λοιπόν, η ξεχασιά του ύπνου, και η ανανεωμένη επαναφορά στο ξύπνημα.

Συνεχίζεται

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ - ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (1998) (3)

 Συνέχεια από: Σάββατο 13 Μαρτίου 2021


Η ΓΝΩΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ 
- ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ

Του Hans-Georg Gadamer.
  
 

          Ας ξαναεπιστρέψουμε στην γνώση του μέλλοντος. Εξυπακούεται ότι η κατάσταση της δικής μας γνώσεως επηρεάζει επίσης και τις προσμονές και ελπίδες που τοποθετούμε στο μέλλον. Ήδη στην έννοια της πληροφορίας ενυπάρχει μία σχέση με το μέλλον, καθότι η χρησιμοποίησή της πρέπει να ωφελήσει την μελλοντική μας πράξη. Η πληροφορία είναι ένας περιορισμός, ο οποίος δέν υποβάλλει ή δέν συμβουλεύει σ'αυτόν που πρέπει να πράξει, την απόφασή του, αλλά θέλει μόνον να προσφέρει μια βοήθεια για την απόφαση που πρέπει να παρθεί. (Αυτό είναι ακριβώς το στοιχείο το οποίο σε τέτοιες μορφές επικοινωνίας φτωχαίνει την πραγματική συνύπαρξη). Παρ'όλα αυτά στην πράξη προηγείται κατ'αρχάς η στόχευση των συνεπειών της, και γι'αυτό η διάσταση του μέλλοντος. Αυτό εξαρτάται απο τον προγραμματικό χαρακτήρα που ενυπάρχει σε κάθε πράξη, ακριβώς όπως αντιθέτως η διαμαρτυρία ή η μετάνοια για τα λάθη που έγιναν έχει μόνον ένα περιορισμένο αποτέλεσμα στην πράξη. Εάν δέν μπορούμε να αποδώσουμε μία μεγάλη και βαρύνουσα σημασία σε κάποια επιστήμη του μέλλοντος, είμαστε παρ'όλα αυτά υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε την επιστήμη, παρότι οι συνέπειες τής πράξεώς μας παραμένουν σε ολοκληρωτική αβεβαιότητα. Μπορούμε να μελετήσουμε αυτούς τους δεσμούς, ιδιαιτέρως όσον αφορά την Ελπίδα.
          Η Ελπίδα είναι μία βασική δομή της συνειδήσεώς μας, χωρίς την οποία δέν θα μπορούσαμε να αντέξουμε τα βάρη της ζωής. Παρ'όλα αυτά παραμένει μία αλήθεια που αξίζει να σημειώσουμε: το γεγονός πώς σε σχέση με το απρόβλεπτο τού μέλλοντος ο δικός μας ελεύθερος χώρος πράξης σκοντάφτει συνεχώς πάνω σε όρια. Φυσικά δέν θα θέλαμε καθόλου να υποτιμήσουμε σε ποιό βαθμό η επιστήμη και η τεχνολογία έγιναν οι ρυθμιστικές δυνάμεις οι οποίες "με την σειρά τους" περιορίζουν το ελεύθερο πεδίο δράσης. Είναι φανερό πόσο η αξία τής ελπίδος, για παράδειγμα σε αγροτικές πρωτόγονες κοινωνίες, μειώνεται, καθώς η πράξη τού καθενός λειτουργούσε σαν η δύναμις που παρέσυρε την επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση πάντως η ελπίδα είναι ένα σημείο αδυναμίας της γνώσεως όταν η ελπίδα αυτή είναι μάταιη. Εγκαταλειπόμεθα σε μάταιες ελπίδες αντί να φροντίζουμε να εργαζόμαστε τον αγρό μας στον καιρό του, δηλαδή να κάνουμε αυτά που συμβουλεύουν οι προβλέψεις. Γι'αυτόν τον λόγο ο Ησίοδος, όπως και η ελληνική μυθολογία, μάς προειδοποιεί για τον κίνδυνο τής μάταιης ελπίδος, απέναντι στην οποία αντιθέτως ο άνθρωπος πρέπει να σκεφτεί και να προβλέψει για τον εαυτό του, μόνον με την δύναμη της θελήσεως του, και να μείνει σε εγρήγορση.
          Στην αγκαλιά του δυτικού πολιτισμού ενυπάρχει βεβαίως μία έννοια της ελπίδος η οποία συνδυάζεται με την σκέψη του μέλλοντος, και κατευθύνεται πρός την πράξη, βασιζόμενη στον προγραμματισμό και στην κατεύθυνση του. Εδώ δέ μας δίνεται και η ευκαιρία να αναρωτηθούμε ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στην "ελπίδα" και στον "σχεδιασμό", αλλά είναι και εξίσου φανερό πώς οι άνθρωποι θέτουν, σ'αυτό το σημείο, φιλοσοφικές ερωτήσεις, στις οποίες κανείς δέν είναι σε θέση να απαντήσει-ερωτήσεις για το μέλλον, για τον θάνατο, για το νόημα της ζωής, για την ευτυχία. Εάν αναλογιστούμε στις προϋποθέσεις, αυτών των ερωτήσεων θα τις ονομάσουμε, μαζί με τον Κάντ, μία Φυσική προϋπόθεση του ανθρώπου, που καθιστά τους ανθρώπους, απο πάντοτε, ευαίσθητους στις απαντήσεις που προσφέρουν οι θρησκείες. Στο πλαίσιο δέ αυτών των απαντήσεων βρίσκεται και το πρόβλημα της απλής ελπίδος, και ο τρόπος με τον οποίο ετέθη στην Χριστιανική παράδοση. Σε όλες τις θρησκείες ανήκει μία υπόσχεση, η οποία καθιστά ανεκτό το μυστήριο του θανάτου, και επιτρέπει στους ανθρώπους να φέρουν μαζί τους τον θάνατο στην συνείδηση τής ζωής τους. Εμείς αποκτούμε την εμπειρία του ορίου των προβλέψεων μας και μάλιστα ιδιαιτέρως εν τέλει, στην αποφασιστική συνάντηση με το ανθρώπινο μέλλον μας που συνίσταται απο τον θάνατο. Αυτό που ονομάζεται στην Φιλοσοφία "η υπέρβαση" εκφράζει με διαφορετικούς τρόπους το γεγονός πως ετέθη ένα όριο σε κάθε πρόβλεψη και μέριμνα. Οπωσδήποτε πάντως στην σημασία τής υπόσχεσης τής σωτηρίας μετά τον θάνατο ενυπάρχει μία πρωτογενής θρησκευτική εμπειρία τής ανθρωπότητος. Αλλά σε κάθε περίπτωση, πρέπει με φυσικό τρόπο να βάλουμε σε κάποιο λογαριασμό, πώς στο εσωτερικό τών διαφόρων παγκοσμίων θρησκειών που κυριαρχούν σήμερα στο προσκήνιο, οι συνέπειες τής επιρροής τής βιομηχανικής επανάστασης θα είναι πολύ διαφορετικές. Σκέπτομαι εδώ ιδιαιτέρως την επιρροή του Καλβινισμού στην ανάπτυξη του πολιτισμού του μοντέρνου ευρωπαϊκού κόσμου. Ότι δηλαδή η οικονομική επιτυχία αξιολογείται σαν ένα σημάδι της θεϊκής προτιμήσεως, θέρμανε χωρίς αμφιβολία την πίστη στην πρόοδο και ο οικονομικός συναγωνισμός στο οικονομικό πεδίο, μείωσε στην πραγματικότητα τον ρόλο τής τάξεως τής ιεροτελεστίας τής ζωής, η οποία όμως δέν μειώθηκε τόσο στους άλλους θρησκευτικούς κόσμους, ακόμη και αν αυτοί υιοθέτησαν τις κατακτήσεις τής τεχνολογίας.
          Τώρα όμως εμείς αισθανόμαστε σαν να έχουμε στραφεί απο το ένα μέρος σ'αυτό που πρέπει να έλθει και απο το άλλο σαν να είμαστε στραμμένοι σ'αυτό απο το οποίο προερχόμαστε. Με την σχέση μας με το παρελθόν αναδύεται μ'έναν ακόμη πιό δυνατό τρόπο το πρόβλημα της δυνατότητος της γνώσεως. Στην αγνωσία τού μέλλοντος αντιπαρατίθεται η δυνατότητα γνώσεως (εντός κάποιων ορίων) του παρελθόντος. Με ποιόν τρόπο πρέπει να κατανοήσουμε, απο ανθρωπολογικής απόψεως, την δική μας στάση και την στροφή μας και εξάρτησή μας απο την αντίστοιχη περασμένη ιστορία; Μοιάζει να είναι εφικτό κάτι σαν την διατήρηση και ακινητοποίηση τής ροής του περάσματος, όπου αυτό το πέρασμα δέν είναι όμως εκείνο του χρόνου, όσο το πέρασμα αυτού που μεταφέρει ο Χρόνο, και απομακρύνει εκ νέου μαζί του. Η ανάμνηση φτάνει μέχρις εκείνου που άφησε ίχνη σε μας (έτσι ακριβώς όπως εγώ θυμάμαι ότι "μορφώθηκα" απο τα ίχνη που άφησε η ελληνική σκέψη), Στους Έλληνες η μνήμη, και η επίκληση της μνήμης, η ανάμνηση, είναι οι αυθεντικές και θεμελιώδεις λειτουργίες της σκέψης, και μπορεί επιπλέον αυτή η ανάμνηση, να κρατήσει στην μνήμη  την καταγωγή της, να συγκεντρώσει την εμπειρία της, να την επεξεργαστεί, και να φτάσει επομένως και σε μία πρόβλεψη, σαν εκείνη που διαθέτει για παράδειγμα ο έμπειρος τεχνίτης ή ο μηχανικός που σχεδιάζει. Στα σίγουρα στην δυνατότητα να αποκτηθεί αυτή η γνώση υπάρχει μία καθοριστική ανθρώπινη ικανότητα!
          Θυμάμαι πολύ καλά μία ερώτηση που έθετε ο Χάιντεγκερ στους φοιτητές του, τί είναι δηλαδή το αντίθετο της "προσδοκίας". Η απάντηση όλων ήταν: η "ενθύμηση", και ο Χάιντεγκερ απαντούσε: "όχι, η λησμοσύνη, ή λήθη". Στην πραγματικότητα σήμερα έχουμε συνειδητοποιήσει πλέον το γεγονός πώς η δυνατότητα μας να κρατάμε και να διατηρούμε, είναι μία μαρτυρία της υπεροχής της πλησμονής, της δυνατότητος να ξεχνάμε και εκείνου του τρόπου (του στύλ) ζωής που φέρνει μαζί της αυτή η λήθη. Αυτή η δυνατότης μπορεί να είναι ακόμη και μία μορφή συγχώρεσης, ή εκμάθησης να συγχωρούμε ακόμη και την πιό σοβαρή αδικία που έχει υποστεί κάποιος [ή που έχει προξενήσει]. Εάν στην ερώτηση γύρω απο την ουσία αυτής τής λησμοσύνης, ακολουθήσουμε την μοντέρνα τεχνολογική σκέψητότε το αυθεντικό ιδανικό της γνώσεως θα ήταν η αποτύπωση, η χάραξη στην μνήμη, η δυνατότητα αστραπιαίας ανάκλησης. Εάν τα πράγματα ήταν έτσι, τότε το μέλλον τής ανθρωπότητος θα ήταν κοντά στην απολίθωσή του. [Γι'αυτό το βάπτισμα σημαίνει την στροφή της ροής, του περάσματος, πρός τα πίσω].
Αμέθυστος.