Συνέχεια από Τετάρτη 22. Ιουλίου 2026
Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 20
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani

Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
I. Απαρχές και φύση του ανθρώπου
1. Ο άνθρωπος πριν από την κάθοδό του στον σωματικό κόσμο — Ο άνθρωπος δεν γεννιέται τη στιγμή κατά την οποία αναδύεται ο σωματικός κόσμος, αλλά προϋπάρχει αυτού, έστω και σε άλλη κατάσταση, δηλαδή στην κατάσταση της «καθαρής ψυχής».
Καταρχάς, ο Πλωτίνος λέει με όλη τη σαφήνεια ότι πριν από τη γέννηση εμείς «ήμασταν εκεί πάνω», στον κόσμο του Είναι και του Νοῦ, ήμασταν «άλλοι άνθρωποι», και μάλιστα «ήμασταν Θεοί», μέτοχοι της πνευματικής ζωής του όλου, χωρίς τις σχάσεις και τους διασπαραγμούς που είναι ίδιοι της γήινης ζωής.
Ιδού τα ακριβή λόγια του φιλοσόφου μας:
Και εμείς οι άνθρωποι ποιοι είμαστε; Ταυτιζόμαστε με την εκεί πάνω πραγματικότητα ή με εκείνη που την πλησιάζει και που αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο; Πριν γεννηθούμε σε αυτόν τον κόσμο ήμασταν άνθρωποι εκεί πάνω, διαφορετικοί —μερικοί ακόμη και θεοί!—, καθαρές ψυχές, και η Νοημοσύνη ήταν ενωμένη με την καθολική ουσία· με δυο λόγια, δεν ήμασταν χωρισμένα και διακριτά μέρη του νοητού, αλλά αναπόσπαστα μέρη του όλου. Στην πραγματικότητα, ούτε τώρα είμαστε χωρισμένοι από αυτό, μόνο που σε εκείνον τον άνθρωπο προστέθηκε ένας άλλος, ο οποίος διεκδικεί την ύπαρξή του. Έτσι συνάντησε εμάς, που όμως δεν ήμασταν ξένοι προς το όλο· ντύθηκε με εμάς, επικαλυπτόμενος πάνω σε εκείνον τον άνθρωπο που κάποτε ήταν ο καθένας. Είναι όπως όταν διαφορετικοί άνθρωποι, από διαφορετικούς τόπους, τείνουν το αυτί για να ακούσουν και να δεχθούν μία και μοναδική φωνή και έναν και μοναδικό λόγο: σε αυτή την περίπτωση, η ακρόαση πραγματοποιείται όταν είναι παρούσα η αιτία που την θέτει σε ενέργεια. Είμαστε, με αυτόν τον τρόπο, δύο άνθρωποι μαζί και όχι πλέον εκείνος ο άλλος που ήμασταν πριν· μάλιστα, μερικές φορές, όταν ο αρχικός άνθρωπος είναι ανενεργός ή για άλλους λόγους απών, περιοριζόμαστε σε αυτόν που στη συνέχεια προστέθηκε.¹
Μάλιστα, ο Πλωτίνος διευκρινίζει ακόμη και ότι οι ψυχές μας ήταν αρχικά συνδεδεμένες με την καθολική Ψυχή —προφανώς σε εκείνη την κατάσταση «ενότητας-διάκρισης» που γνωρίζουμε ως ιδιάζουσα στον κόσμο του νοητού— στη διακυβέρνηση του κόσμου, ως «βασιλικά πρόσωπα» δίπλα στον «καθολικό Κυρίαρχο»:
Οι επιμέρους ψυχές έχουν λοιπόν μια φυσική έλξη προς εκείνο που είναι νοητό, η οποία ασκείται με τη στροφή προς την αρχή τους· και ωστόσο ασκούν επίσης μια δραστηριότητα πάνω σε αυτόν εδώ τον κόσμο μας, όχι διαφορετικά από την ακτίνα φωτός που με το ένα άκρο είναι εκεί πάνω, κρεμασμένη από τον ήλιο, ενώ με το άλλο δεν φείδεται της βοήθειάς της προς ό,τι ακολουθεί. Τώρα, αυτές οι ψυχές είναι ασφαλείς όσο παραμένουν στον νοητό κόσμο συντροφιά με την Ψυχή του παντός, και πάντοτε μαζί της, στον ουρανό, συμμετέχουν στη διεύθυνση του κόσμου. Σε αυτό μοιάζουν με βασιλικά πρόσωπα, συνεργάτες του καθολικού Κυριάρχου, οι οποίοι ούτε αυτοί δεν κατεβαίνουν ποτέ από τα ανάκτορά τους. Ως αυτό το σημείο οι ψυχές βρίσκονται μαζί στον ίδιο τόπο.²
Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι, σε αυτή τη φάση, η ψυχή γνωρίζει ενορατικά και ταυτόχρονα το σύνολο των πραγμάτων που βρίσκονται στον Νοῦ και, μέσω του Νοῦ, το ίδιο το Αγαθό. Σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή στην ενότητα με τον Νοῦ και με το Αγαθό, έχει επίσης συνείδηση του εαυτού της.³
Αλλά γιατί οι ψυχές των ανθρώπων κατέρχονται στα σώματα;
Αυτό είναι το αρχαίο πρόβλημα που είχε βασανίσει τον Πλάτωνα και στο οποίο δεν είχε κατορθώσει να δώσει μια μονοσήμαντη λύση, ταλαντευόμενος ανάμεσα σε αντίθετες θέσεις: εκείνη μιας οντολογικής αναγκαιότητας και εκείνη μιας «ενοχής».⁴
Ο Πλωτίνος αναλαμβάνει εκ νέου αυτές τις αντίθετες θέσεις και προσπαθεί να τις συμφιλιώσει, με βάση τα κεκτημένα της μεταφυσικής του.
Ας δούμε πώς επιχειρεί τη συμφιλίωση και, επιπλέον, ας προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν και μέχρι ποιο σημείο επιτυγχάνει στον σκοπό του.
2. Η κάθοδος στα σώματα — Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κύριος λόγος της καθόδου των επιμέρους ψυχών στα επιμέρους σώματα πρέπει να αναζητηθεί, πρώτα απ’ όλα, στον ίδιο τον νόμο που ρυθμίζει την «πρόοδο» όλων των πραγμάτων από το Ένα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτόν τον νόμο, η καθολική Ψυχή πρέπει να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της και, επομένως, πρέπει να παραγάγει όχι μόνο —μέσω της Ψυχής του κόσμου— το σύμπαν γενικά, αλλά επίσης —μέσω των επιμέρους ψυχών— όλα τα επιμέρους ζωντανά όντα, μεταξύ των οποίων βρίσκεται ο άνθρωπος.
Και όλα αυτά συμβαίνουν, μάλιστα πρέπει να συμβούν, ώστε η άπειρη δύναμη του Ενός να μπορέσει να φθάσει στην πλήρη ανάπτυξή της και ώστε να μπορέσει να εξασφαλισθεί με κατάλληλο τρόπο η τελειότητα του όλου, όπως είδαμε.
Με δυο λόγια: όπως η καθολική Ψυχή δεν μπόρεσε να παραμείνει ως καθαρή σκέψη, διότι, διαφορετικά, δεν θα διακρινόταν από τον Νοῦ, έτσι και οι επιμέρους ψυχές δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ως επιμέρους Νοημοσύνες, αλλά έπρεπε να αναλάβουν, για να διακριθούν από τις καθαρές Νοημοσύνες, τη λειτουργία που τους είναι ιδιάζουσα, η οποία συνίσταται στο να τάσσουν, να διευθύνουν και να κυβερνούν τα αισθητά πράγματα.⁵
Είναι φανερό ότι, αφού έτσι έχουν τα πράγματα, η «κάθοδος» της Ψυχής στα σώματα δεν είναι εκούσια, καθόσον δεν εξαρτάται από επιλογή ούτε από απόφαση της ίδιας της Ψυχής, και, συνεπώς, με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να συνιστά «ενοχή».
Μάλιστα, ο Πλωτίνος παραδέχεται ακόμη και ότι, αν η Ψυχή κατορθώσει να φύγει γρήγορα από το σώμα, όχι μόνο δεν υφίσταται βλάβη από το ότι ανέλαβε ένα σώμα, αλλά απεναντίας έναν εμπλουτισμό, τόσο επειδή συνέβαλε —όπως ήδη είπαμε— στην πραγμάτωση των δυνατοτήτων του σύμπαντος, όσο και επειδή υπέστη την ίδια την εμπειρία του κακού —η οποία συνίσταται στην επαφή με το σωματικό—, που την κάνει να αποκτά σαφέστερη συνείδηση του αγαθού και της επιτρέπει να αναπτύξει όλες τις αρετές της.⁶
Ωστόσο, ακριβώς ενώ μας λέει αυτό, ο Πλωτίνος διατυπώνει επίσης τη θέση ότι για την Ψυχή ήταν «καλύτερο» να διαμένει κοντά στον Νοῦ, και ότι το να κατέλθει στον φυσικό κόσμο —όσο αναγκαίο κι αν είναι— αποτελεί όμως ένα «χειρότερο» και, επομένως, ένα κακό και μια ενοχή, ένα είδος «τόλμης» ή «παράτολμης ενέργειας».
Επιστρέφουμε, έτσι, στις αβεβαιότητες και στις σύνθετες απορίες μέσα στις οποίες είχε παλέψει ο Πλάτων;
3. Τα δύο είδη «ενοχών» από τις οποίες εξαρτάται η κάθοδος των ψυχών στα σώματα — Ο Πλωτίνος πιστεύει ότι ξεπερνά τις δυσκολίες διακρίνοντας δύο διαφορετικά είδη ενοχών που προσιδιάζουν στην Ψυχή.
α) Το πρώτο είδος ενοχής συνίσταται, γενικά, στην ίδια την «κάθοδο», η οποία, στον βαθμό που είναι αναπόφευκτη, είναι ακούσια, και η «τιμωρία» που αντιστοιχεί σε αυτή την ενοχή είναι η ίδια η οδυνηρή εμπειρία της καθόδου στα σώματα. Με αυτόν τον ίδιο τύπο ενοχής, δηλαδή με αυτή την «αναγκαία κάθοδο», συμπίπτει η «επιθυμία να ανήκει κανείς στον εαυτό του» ή η «απόσυρση στην ατομικότητα», για την οποία μιλά ο Πλωτίνος, δεδομένου ότι ακριβώς σε αυτό συνίσταται το να γίνεται κανείς ψυχή μεμονωμένων και επιμέρους σωμάτων.⁷
β) Το δεύτερο είδος ενοχής αφορά, αντίθετα, την ψυχή που έχει ήδη λάβει σώμα και συνίσταται ακριβώς στην «υπερβολική φροντίδα για το ίδιο το σώμα», με όλα όσα συνεπάγονται από αυτό, δηλαδή την απομάκρυνση από την αρχή της, για να τεθεί στην υπηρεσία των εξωτερικών πραγμάτων, και συνεπώς το να λησμονήσει τον εαυτό της.⁸
Δεν είναι λοιπόν το πρώτο είδος ενοχής, αλλά το δεύτερο εκείνο που συνιστά το μεγάλο κακό της ψυχής, δηλαδή το κακό που την οδηγεί να λησμονήσει τον εαυτό της, την αρχή της και συνεπώς τον Θεό —και την καθιστά άξια ιδιαίτερων τιμωριών. Ιδού το πιο σαφές χωρίο:
Τι είναι άραγε εκείνο που προκάλεσε στις Ψυχές τη λησμονιά του Θεού πατέρα και έκανε ώστε, παρότι είναι μέρη εκεί πάνω, να μην έχουν πλέον καμία γνώση ούτε Αυτού ούτε του εαυτού τους ούτε εκείνου του τόπου; Η αρχή του κακού γι’ αυτές είναι η τόλμη, η γένεση και η πρώτη ετερότητα, και έπειτα επίσης η βούληση να είναι κύριες του εαυτού τους. Και επειδή, αναμφίβολα, άντλησαν ευχαρίστηση από αυτή την κυριαρχία επί του εαυτού τους, εκμεταλλεύθηκαν αυτή την αυτόνομη κίνησή τους για να κατευθυνθούν προς την αντίθετη από την πρέπουσα κατεύθυνση και, στη μέγιστη απόσταση, έχασαν τη γνώση του γεγονότος ότι κατάγονται από εκεί πάνω, όμοιες σε αυτό με παιδιά που αποσπάστηκαν αμέσως από τους γονείς τους και ανατράφηκαν για πολύ καιρό μακριά, τα οποία δεν γνωρίζουν πλέον τίποτε ούτε για τον εαυτό τους ούτε για τους συγγενείς τους. Έχασαν λοιπόν από τα μάτια τους και Αυτόν και τον εαυτό τους, και από άγνοια της ίδιας τους της καταγωγής, κατέληξαν να περιφρονούν τον εαυτό τους και να εκτιμούν όλα τα υπόλοιπα, κυριευμένες από θαυμασμό για κάθε πράγμα περισσότερο παρά για τον εαυτό τους· μάλιστα, μένοντας κατάπληκτες και γοητευμένες από αυτές τις πραγματικότητες, δέθηκαν με αυτές και αποσπάστηκαν με περιφρόνηση όσο το δυνατόν περισσότερο από εκείνο από το οποίο είχαν χωριστεί. Συμβαίνει μάλιστα ότι ακριβώς η εκτίμηση τέτοιων πραγμάτων και η υποτίμηση του εαυτού τους προκάλεσαν την πλήρη απώλεια της γνώσης εκείνης της ανώτερης πραγματικότητας.⁹
Ποιες είναι οι ηθικές και εσχατολογικές συνέπειες αυτών των πλωτινικών διατυπώσεων θα το δούμε παρακάτω. Πρώτα είναι αναγκαίο να εξετάσουμε, γενικά, την κατάσταση της ψυχής που λαμβάνει σώμα και τις σχέσεις ανάμεσα στις επιμέρους ψυχές και στα επιμέρους σώματα.
4. Ο άνθρωπος και οι σχέσεις ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα — Ως τώρα μιλήσαμε για τον άνθρωπο θεωρώντας δεδομένη την εξίσωση ανθρώπου και ψυχής, όπως άλλωστε κάνει ο Πλωτίνος στα κείμενα που διαβάσαμε. Πρόκειται για μια εξίσωση που θεμελιώθηκε, όπως γνωρίζουμε, για πρώτη φορά από τον Σωκράτη,¹⁰ αναπτύχθηκε οντολογικά από τον Πλάτωνα¹¹ και την οποία ακριβώς ο Πλωτίνος οδηγεί στις έσχατες συνέπειές της. Τίποτε δεν εμποδίζει, λέει ο φιλόσοφός μας, να ονομάζεται «εγώ», δηλαδή άνθρωπος, και το σύνολο ψυχής και σώματος, αλλά παραμένει πάντοτε ότι «ο αληθινός άνθρωπος» είναι μόνο η ψυχή, μάλιστα «η χωρισμένη ψυχή» και, όπως θα δούμε, ακόμη και εδώ κάτω «χωριστή».¹²
Στην πραγματικότητα, σε περισσότερα σημεία των Εννεάδων, διατυπώνεται ότι μέσα μας υπάρχουν σαν «τρεις άνθρωποι» και όχι απλώς ο εσωτερικός άνθρωπος και ο εμπειρικός άνθρωπος.
Αυτή η θέση, που εκ πρώτης όψεως μπορεί να προκαλεί έκπληξη, γίνεται πολύ λιγότερο παράδοξη, όχι μόνο αν μετρηθεί με τις παραμέτρους της πλωτινικής οντολογίας, αλλά και αν επανασυνδεθεί με τη μεσοπλατωνική παράδοση, από την οποία ο ίδιος ο νεοστωικός Μάρκος Αυρήλιος είχε αντλήσει την τριπλή διάκριση του ανθρώπου, για την οποία μιλήσαμε στον οικείο τόπο, σε «νοῦν», «ψυχή» και «σώμα».
Αυτή είναι, ουσιαστικά, η τριμερής διάκριση από την οποία εκκινεί ο Πλωτίνος, αλλά τη μεταμορφώνει σύμφωνα με τους τρόπους της οντολογίας του και της δίνει, τρόπον τινά, ένα ασυνήθιστο μεταφυσικό πάχος, χάρη στη θεωρία της προόδου. Ιδού ένα παραδειγματικό κείμενο:
Αν εκεί πάνω υπήρχαν σώματα τέτοιου είδους, είναι βέβαιο ότι η ψυχή είχε αισθήσεις και αντιλήψεις γι’ αυτά, διότι αν ο άνθρωπος εκεί πάνω, εκείνη η ανώτερη ψυχή, ήταν ικανή να αντιλαμβάνεται αυτές τις πραγματικότητες, κατά συνέπεια και ο κατώτερος άνθρωπος, λόγω του ότι είναι εικόνα της, μιμούνταν τους μορφικούς λόγους της. Με δυο λόγια, ο άνθρωπος που βρίσκεται στη Νοημοσύνη κατείχε τον άνθρωπο που έρχεται πριν από όλους τους ανθρώπους. Στη συνέχεια αυτός ο άνθρωπος φωτίζει τον δεύτερο άνθρωπο και αυτός τον τρίτο. Ο τελευταίος άνθρωπος, κατά μία έννοια, έχει όλους τους άλλους: όχι επειδή μεταμορφώνεται σε αυτούς, αλλά επειδή τους συνοδεύει. Κάποιος από εμάς ενεργεί σύμφωνα με τον τελευταίο άνθρωπο, κάποιος άλλος σύμφωνα με εκείνον που έρχεται πριν από αυτόν, και κάποιος ακόμη σύμφωνα με τον τρίτο και ανώτατο άνθρωπο, και ο καθένας είναι άνθρωπος ανάλογα με τον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται κατά την πράξη του, έστω κι αν κατά μία έννοια τους έχει όλους και κατά μία άλλη έννοια όχι. Η τρίτη ζωή, δηλαδή ο τρίτος άνθρωπος, είναι χωρισμένη από το σώμα, και, εφόσον ακολουθεί τη δεύτερη, και ακολουθεί με την έννοια ότι δεν δέχεται ρήγματα προς τα άνω, τότε λέγεται ότι όπου βρίσκεται αυτή η ζωή, εκεί βρίσκεται και εκείνη.¹³
5. Σημασία των τριών μορφών ανθρώπου — Αυτή η τριμερής διάκριση —στην οποία επιμένουμε, διότι είναι απολύτως θεμελιώδης για την κατανόηση της ηθικής, της ασκητικής και της μυστικής του φιλοσόφου μας— επαναπροτείνεται και με όρους «ψυχής», με την έννοια ότι οι «τρεις άνθρωποι» μπορούν να θεωρηθούν ως τρεις ψυχές, ή, καλύτερα, ως «τρεις δυνάμεις» της ψυχής, δεδομένου ότι ο «πρώτος άνθρωπος» δεν είναι παρά η ψυχή θεωρούμενη στην επαφή της με τον Νοῦ —επαφή η οποία δομικά δεν εκλείπει ποτέ—· ο «δεύτερος άνθρωπος» είναι η ψυχή με τη διασκεπτική σκέψη, η οποία βρίσκεται στο μέσον ανάμεσα στο νοητό και στο αισθητό, και ο «τρίτος άνθρωπος» είναι η ψυχή που ζωοποιεί το γήινο σώμα:
Επιπλέον, από την Ψυχή μας, ένα μέρος είναι πάντοτε στραμμένο προς εκείνες τις πραγματικότητες, ένα άλλο προς αυτές εδώ τις δικές μας πραγματικότητες, και υπάρχει έπειτα ένα τρίτο που διατηρείται στο μέσον. Η Ψυχή, πράγματι, είναι μία μοναδική φύση μέσα σε μεγάλο αριθμό δυνάμεων, έτσι ώστε άλλοτε αφήνεται να συρθεί ολόκληρη από το ανώτερο μέρος της και από το αληθινό είναι, άλλοτε, αντίθετα, είναι το χειρότερο μέρος που τραβά προς τα κάτω μαζί του το ενδιάμεσο μέρος· αυτό, επομένως, δεν παρασύρει ολόκληρη την Ψυχή, διότι δεν θα του επιτρεπόταν. Μια τέτοια συμφορά της συμβαίνει επειδή δεν θέλησε να παραμείνει σε εκείνον τον θαυμαστό τόπο, όπου στερεώνεται σταθερά η Ψυχή που δεν είναι επιμέρους, και της οποίας εμείς δεν είμαστε ακόμη μέρος, και η οποία ωστόσο επιτρέπει στο σώμα του σύμπαντος να αντλεί από αυτήν ό,τι καταφέρνει να αντλήσει. Και έτσι αυτή η Ψυχή μένει σε ειρήνη, μη θέλοντας να καθοδηγήσει τον κόσμο μέσω συλλογισμών, χωρίς να διορθώνει καμία στρέβλωση, αλλά βάζοντας τάξη με εκείνη τη θαυμαστή της ικανότητα που συνίσταται στη θεωρία εκείνου που προηγείται αυτής. Και όσο περισσότερο αφιερώνεται σε αυτήν, τόσο περισσότερο γίνεται ωραία και δυνατή. Στην πραγματικότητα, εκείνο που αποκτά από εκεί πάνω το διανέμει στα όντα που την ακολουθούν, και εκείνο το φως που δέχεται διαρκώς, διαρκώς το ακτινοβολεί.¹⁴
Σε ένα άλλο κείμενο ο Πλωτίνος διευκρινίζει περαιτέρω ότι εκείνο που, κυριότερα, πρέπει να θεωρείται το «εγώ» μας είναι η Ψυχή και ο ενδιάμεσος άνθρωπος —η διασκεπτική σκέψη—, ο οποίος είναι ικανός τόσο να τείνει προς το καλύτερο —τον Νοῦ— όσο και προς το χειρότερο —προς το αισθητό, τον τρίτο άνθρωπο:
Και, άλλωστε, εμείς αισθανόμαστε με τη δύναμη της αίσθησης, αλλά δεν είμαστε εμείς που αισθανόμαστε. Θα είναι λοιπόν έτσι και όταν συλλογιζόμαστε, δηλαδή όταν σκεπτόμαστε μέσω της Νοημοσύνης; Όχι· διότι είμαστε ακριβώς εμείς που επιχειρηματολογούμε και συλλαμβάνουμε τις έννοιες που βρίσκονται στη σκέψη· και πράγματι εμείς είμαστε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, τα περιεχόμενα που τίθενται σε ενέργεια από τη Νοημοσύνη πέφτουν από ψηλά, ενώ εκείνα που πραγματώνονται από την αίσθηση αναδύονται από κάτω, και εμείς βρισκόμαστε να είμαστε το κύριο μέρος της Ψυχής, το οποίο στέκεται ανάμεσα σε δύο δυνάμεις, τη μία καλύτερη και την άλλη χειρότερη: η χειρότερη είναι η αίσθηση, η καλύτερη η Νοημοσύνη. Γενικά θεωρείται ότι η αίσθηση είναι μέρος μας, διότι εμείς είμαστε πάντοτε αισθανόμενοι. Σχετικά με τη Νοημοσύνη, αντίθετα, η κατάσταση είναι αμφίσημη, διότι δεν μας ανήκει πάντοτε και είναι πάντως μια χωριστή πραγματικότητα: χωριστή λόγω του ότι δεν κλίνει προς εμάς, ενώ είμαστε εμείς που, κοιτάζοντας εκεί πάνω, προσανατολιζόμαστε προς Αυτήν. Με δυο λόγια, αν η αίσθηση είναι για εμάς ένας αγγελιαφόρος, η Νοημοσύνη είναι για εμάς ένας βασιλιάς.¹⁵
Είναι σαφές, λοιπόν, ότι, για τον Πλωτίνο, ο άνθρωπος είναι κατανοητός μόνο μέσα στη δυναμική αυτών των τριών στιγμών. Παραμένει αληθές, γι’ αυτόν, ότι ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα. Ωστόσο, από τη μια πλευρά, το σώμα δεν είναι παρά «πτώση της ψυχής» με την έννοια που είδαμε, και η ψυχή ως λόγος που κυβερνά το σώμα όχι μόνο παραμένει ανώτερη από το σώμα ακόμη και όταν βρίσκεται μέσα στο σώμα, αλλά διατηρεί σταθερά έναν δεσμό με το Απόλυτο, μια σύνδεση που δεν εκλείπει ποτέ:
Αν θέλει κανείς να έχει το θάρρος να προκαλέσει τη γνώμη των άλλων, πρέπει να πει καθαρά και ξάστερα αυτό που σκεφτόμαστε: δεν είναι ολόκληρη η Ψυχή μας βυθισμένη στο σώμα, αλλά υπάρχει ένα μέρος της που συνεχίζει να βρίσκεται στο νοητό.¹⁶
Ανάλογα με το αν αφήνουμε να υπερισχύει το αισθητό μέρος ή, αντίθετα, υπερβαίνουμε το αισθητό κρατώντας σφιχτά αυτό το ανώτερο μέρος, αποφασίζουμε τα πεπρωμένα μας.
Αλλά, πριν μιλήσουμε γι’ αυτά, πρέπει περαιτέρω να διευκρινίσουμε τις δραστηριότητες της ατομικής ψυχής, τόσο στις σχέσεις της με το σώμα όσο και θεωρούμενης καθαυτήν.
Σημειώσεις:
1 Εννεάδες, VI, 4, 14. 2 Εννεάδες, IV, 8, 4· βλ. IV, 8, 2.
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
I. Απαρχές και φύση του ανθρώπου
1. Ο άνθρωπος πριν από την κάθοδό του στον σωματικό κόσμο — Ο άνθρωπος δεν γεννιέται τη στιγμή κατά την οποία αναδύεται ο σωματικός κόσμος, αλλά προϋπάρχει αυτού, έστω και σε άλλη κατάσταση, δηλαδή στην κατάσταση της «καθαρής ψυχής».
Καταρχάς, ο Πλωτίνος λέει με όλη τη σαφήνεια ότι πριν από τη γέννηση εμείς «ήμασταν εκεί πάνω», στον κόσμο του Είναι και του Νοῦ, ήμασταν «άλλοι άνθρωποι», και μάλιστα «ήμασταν Θεοί», μέτοχοι της πνευματικής ζωής του όλου, χωρίς τις σχάσεις και τους διασπαραγμούς που είναι ίδιοι της γήινης ζωής.
Ιδού τα ακριβή λόγια του φιλοσόφου μας:
Και εμείς οι άνθρωποι ποιοι είμαστε; Ταυτιζόμαστε με την εκεί πάνω πραγματικότητα ή με εκείνη που την πλησιάζει και που αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο; Πριν γεννηθούμε σε αυτόν τον κόσμο ήμασταν άνθρωποι εκεί πάνω, διαφορετικοί —μερικοί ακόμη και θεοί!—, καθαρές ψυχές, και η Νοημοσύνη ήταν ενωμένη με την καθολική ουσία· με δυο λόγια, δεν ήμασταν χωρισμένα και διακριτά μέρη του νοητού, αλλά αναπόσπαστα μέρη του όλου. Στην πραγματικότητα, ούτε τώρα είμαστε χωρισμένοι από αυτό, μόνο που σε εκείνον τον άνθρωπο προστέθηκε ένας άλλος, ο οποίος διεκδικεί την ύπαρξή του. Έτσι συνάντησε εμάς, που όμως δεν ήμασταν ξένοι προς το όλο· ντύθηκε με εμάς, επικαλυπτόμενος πάνω σε εκείνον τον άνθρωπο που κάποτε ήταν ο καθένας. Είναι όπως όταν διαφορετικοί άνθρωποι, από διαφορετικούς τόπους, τείνουν το αυτί για να ακούσουν και να δεχθούν μία και μοναδική φωνή και έναν και μοναδικό λόγο: σε αυτή την περίπτωση, η ακρόαση πραγματοποιείται όταν είναι παρούσα η αιτία που την θέτει σε ενέργεια. Είμαστε, με αυτόν τον τρόπο, δύο άνθρωποι μαζί και όχι πλέον εκείνος ο άλλος που ήμασταν πριν· μάλιστα, μερικές φορές, όταν ο αρχικός άνθρωπος είναι ανενεργός ή για άλλους λόγους απών, περιοριζόμαστε σε αυτόν που στη συνέχεια προστέθηκε.¹
Μάλιστα, ο Πλωτίνος διευκρινίζει ακόμη και ότι οι ψυχές μας ήταν αρχικά συνδεδεμένες με την καθολική Ψυχή —προφανώς σε εκείνη την κατάσταση «ενότητας-διάκρισης» που γνωρίζουμε ως ιδιάζουσα στον κόσμο του νοητού— στη διακυβέρνηση του κόσμου, ως «βασιλικά πρόσωπα» δίπλα στον «καθολικό Κυρίαρχο»:
Οι επιμέρους ψυχές έχουν λοιπόν μια φυσική έλξη προς εκείνο που είναι νοητό, η οποία ασκείται με τη στροφή προς την αρχή τους· και ωστόσο ασκούν επίσης μια δραστηριότητα πάνω σε αυτόν εδώ τον κόσμο μας, όχι διαφορετικά από την ακτίνα φωτός που με το ένα άκρο είναι εκεί πάνω, κρεμασμένη από τον ήλιο, ενώ με το άλλο δεν φείδεται της βοήθειάς της προς ό,τι ακολουθεί. Τώρα, αυτές οι ψυχές είναι ασφαλείς όσο παραμένουν στον νοητό κόσμο συντροφιά με την Ψυχή του παντός, και πάντοτε μαζί της, στον ουρανό, συμμετέχουν στη διεύθυνση του κόσμου. Σε αυτό μοιάζουν με βασιλικά πρόσωπα, συνεργάτες του καθολικού Κυριάρχου, οι οποίοι ούτε αυτοί δεν κατεβαίνουν ποτέ από τα ανάκτορά τους. Ως αυτό το σημείο οι ψυχές βρίσκονται μαζί στον ίδιο τόπο.²
Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι, σε αυτή τη φάση, η ψυχή γνωρίζει ενορατικά και ταυτόχρονα το σύνολο των πραγμάτων που βρίσκονται στον Νοῦ και, μέσω του Νοῦ, το ίδιο το Αγαθό. Σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή στην ενότητα με τον Νοῦ και με το Αγαθό, έχει επίσης συνείδηση του εαυτού της.³
Αλλά γιατί οι ψυχές των ανθρώπων κατέρχονται στα σώματα;
Αυτό είναι το αρχαίο πρόβλημα που είχε βασανίσει τον Πλάτωνα και στο οποίο δεν είχε κατορθώσει να δώσει μια μονοσήμαντη λύση, ταλαντευόμενος ανάμεσα σε αντίθετες θέσεις: εκείνη μιας οντολογικής αναγκαιότητας και εκείνη μιας «ενοχής».⁴
Ο Πλωτίνος αναλαμβάνει εκ νέου αυτές τις αντίθετες θέσεις και προσπαθεί να τις συμφιλιώσει, με βάση τα κεκτημένα της μεταφυσικής του.
Ας δούμε πώς επιχειρεί τη συμφιλίωση και, επιπλέον, ας προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν και μέχρι ποιο σημείο επιτυγχάνει στον σκοπό του.
2. Η κάθοδος στα σώματα — Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κύριος λόγος της καθόδου των επιμέρους ψυχών στα επιμέρους σώματα πρέπει να αναζητηθεί, πρώτα απ’ όλα, στον ίδιο τον νόμο που ρυθμίζει την «πρόοδο» όλων των πραγμάτων από το Ένα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτόν τον νόμο, η καθολική Ψυχή πρέπει να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της και, επομένως, πρέπει να παραγάγει όχι μόνο —μέσω της Ψυχής του κόσμου— το σύμπαν γενικά, αλλά επίσης —μέσω των επιμέρους ψυχών— όλα τα επιμέρους ζωντανά όντα, μεταξύ των οποίων βρίσκεται ο άνθρωπος.
Και όλα αυτά συμβαίνουν, μάλιστα πρέπει να συμβούν, ώστε η άπειρη δύναμη του Ενός να μπορέσει να φθάσει στην πλήρη ανάπτυξή της και ώστε να μπορέσει να εξασφαλισθεί με κατάλληλο τρόπο η τελειότητα του όλου, όπως είδαμε.
Με δυο λόγια: όπως η καθολική Ψυχή δεν μπόρεσε να παραμείνει ως καθαρή σκέψη, διότι, διαφορετικά, δεν θα διακρινόταν από τον Νοῦ, έτσι και οι επιμέρους ψυχές δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ως επιμέρους Νοημοσύνες, αλλά έπρεπε να αναλάβουν, για να διακριθούν από τις καθαρές Νοημοσύνες, τη λειτουργία που τους είναι ιδιάζουσα, η οποία συνίσταται στο να τάσσουν, να διευθύνουν και να κυβερνούν τα αισθητά πράγματα.⁵
Είναι φανερό ότι, αφού έτσι έχουν τα πράγματα, η «κάθοδος» της Ψυχής στα σώματα δεν είναι εκούσια, καθόσον δεν εξαρτάται από επιλογή ούτε από απόφαση της ίδιας της Ψυχής, και, συνεπώς, με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να συνιστά «ενοχή».
Μάλιστα, ο Πλωτίνος παραδέχεται ακόμη και ότι, αν η Ψυχή κατορθώσει να φύγει γρήγορα από το σώμα, όχι μόνο δεν υφίσταται βλάβη από το ότι ανέλαβε ένα σώμα, αλλά απεναντίας έναν εμπλουτισμό, τόσο επειδή συνέβαλε —όπως ήδη είπαμε— στην πραγμάτωση των δυνατοτήτων του σύμπαντος, όσο και επειδή υπέστη την ίδια την εμπειρία του κακού —η οποία συνίσταται στην επαφή με το σωματικό—, που την κάνει να αποκτά σαφέστερη συνείδηση του αγαθού και της επιτρέπει να αναπτύξει όλες τις αρετές της.⁶
Ωστόσο, ακριβώς ενώ μας λέει αυτό, ο Πλωτίνος διατυπώνει επίσης τη θέση ότι για την Ψυχή ήταν «καλύτερο» να διαμένει κοντά στον Νοῦ, και ότι το να κατέλθει στον φυσικό κόσμο —όσο αναγκαίο κι αν είναι— αποτελεί όμως ένα «χειρότερο» και, επομένως, ένα κακό και μια ενοχή, ένα είδος «τόλμης» ή «παράτολμης ενέργειας».
Επιστρέφουμε, έτσι, στις αβεβαιότητες και στις σύνθετες απορίες μέσα στις οποίες είχε παλέψει ο Πλάτων;
3. Τα δύο είδη «ενοχών» από τις οποίες εξαρτάται η κάθοδος των ψυχών στα σώματα — Ο Πλωτίνος πιστεύει ότι ξεπερνά τις δυσκολίες διακρίνοντας δύο διαφορετικά είδη ενοχών που προσιδιάζουν στην Ψυχή.
α) Το πρώτο είδος ενοχής συνίσταται, γενικά, στην ίδια την «κάθοδο», η οποία, στον βαθμό που είναι αναπόφευκτη, είναι ακούσια, και η «τιμωρία» που αντιστοιχεί σε αυτή την ενοχή είναι η ίδια η οδυνηρή εμπειρία της καθόδου στα σώματα. Με αυτόν τον ίδιο τύπο ενοχής, δηλαδή με αυτή την «αναγκαία κάθοδο», συμπίπτει η «επιθυμία να ανήκει κανείς στον εαυτό του» ή η «απόσυρση στην ατομικότητα», για την οποία μιλά ο Πλωτίνος, δεδομένου ότι ακριβώς σε αυτό συνίσταται το να γίνεται κανείς ψυχή μεμονωμένων και επιμέρους σωμάτων.⁷
β) Το δεύτερο είδος ενοχής αφορά, αντίθετα, την ψυχή που έχει ήδη λάβει σώμα και συνίσταται ακριβώς στην «υπερβολική φροντίδα για το ίδιο το σώμα», με όλα όσα συνεπάγονται από αυτό, δηλαδή την απομάκρυνση από την αρχή της, για να τεθεί στην υπηρεσία των εξωτερικών πραγμάτων, και συνεπώς το να λησμονήσει τον εαυτό της.⁸
Δεν είναι λοιπόν το πρώτο είδος ενοχής, αλλά το δεύτερο εκείνο που συνιστά το μεγάλο κακό της ψυχής, δηλαδή το κακό που την οδηγεί να λησμονήσει τον εαυτό της, την αρχή της και συνεπώς τον Θεό —και την καθιστά άξια ιδιαίτερων τιμωριών. Ιδού το πιο σαφές χωρίο:
Τι είναι άραγε εκείνο που προκάλεσε στις Ψυχές τη λησμονιά του Θεού πατέρα και έκανε ώστε, παρότι είναι μέρη εκεί πάνω, να μην έχουν πλέον καμία γνώση ούτε Αυτού ούτε του εαυτού τους ούτε εκείνου του τόπου; Η αρχή του κακού γι’ αυτές είναι η τόλμη, η γένεση και η πρώτη ετερότητα, και έπειτα επίσης η βούληση να είναι κύριες του εαυτού τους. Και επειδή, αναμφίβολα, άντλησαν ευχαρίστηση από αυτή την κυριαρχία επί του εαυτού τους, εκμεταλλεύθηκαν αυτή την αυτόνομη κίνησή τους για να κατευθυνθούν προς την αντίθετη από την πρέπουσα κατεύθυνση και, στη μέγιστη απόσταση, έχασαν τη γνώση του γεγονότος ότι κατάγονται από εκεί πάνω, όμοιες σε αυτό με παιδιά που αποσπάστηκαν αμέσως από τους γονείς τους και ανατράφηκαν για πολύ καιρό μακριά, τα οποία δεν γνωρίζουν πλέον τίποτε ούτε για τον εαυτό τους ούτε για τους συγγενείς τους. Έχασαν λοιπόν από τα μάτια τους και Αυτόν και τον εαυτό τους, και από άγνοια της ίδιας τους της καταγωγής, κατέληξαν να περιφρονούν τον εαυτό τους και να εκτιμούν όλα τα υπόλοιπα, κυριευμένες από θαυμασμό για κάθε πράγμα περισσότερο παρά για τον εαυτό τους· μάλιστα, μένοντας κατάπληκτες και γοητευμένες από αυτές τις πραγματικότητες, δέθηκαν με αυτές και αποσπάστηκαν με περιφρόνηση όσο το δυνατόν περισσότερο από εκείνο από το οποίο είχαν χωριστεί. Συμβαίνει μάλιστα ότι ακριβώς η εκτίμηση τέτοιων πραγμάτων και η υποτίμηση του εαυτού τους προκάλεσαν την πλήρη απώλεια της γνώσης εκείνης της ανώτερης πραγματικότητας.⁹
Ποιες είναι οι ηθικές και εσχατολογικές συνέπειες αυτών των πλωτινικών διατυπώσεων θα το δούμε παρακάτω. Πρώτα είναι αναγκαίο να εξετάσουμε, γενικά, την κατάσταση της ψυχής που λαμβάνει σώμα και τις σχέσεις ανάμεσα στις επιμέρους ψυχές και στα επιμέρους σώματα.
4. Ο άνθρωπος και οι σχέσεις ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα — Ως τώρα μιλήσαμε για τον άνθρωπο θεωρώντας δεδομένη την εξίσωση ανθρώπου και ψυχής, όπως άλλωστε κάνει ο Πλωτίνος στα κείμενα που διαβάσαμε. Πρόκειται για μια εξίσωση που θεμελιώθηκε, όπως γνωρίζουμε, για πρώτη φορά από τον Σωκράτη,¹⁰ αναπτύχθηκε οντολογικά από τον Πλάτωνα¹¹ και την οποία ακριβώς ο Πλωτίνος οδηγεί στις έσχατες συνέπειές της. Τίποτε δεν εμποδίζει, λέει ο φιλόσοφός μας, να ονομάζεται «εγώ», δηλαδή άνθρωπος, και το σύνολο ψυχής και σώματος, αλλά παραμένει πάντοτε ότι «ο αληθινός άνθρωπος» είναι μόνο η ψυχή, μάλιστα «η χωρισμένη ψυχή» και, όπως θα δούμε, ακόμη και εδώ κάτω «χωριστή».¹²
Στην πραγματικότητα, σε περισσότερα σημεία των Εννεάδων, διατυπώνεται ότι μέσα μας υπάρχουν σαν «τρεις άνθρωποι» και όχι απλώς ο εσωτερικός άνθρωπος και ο εμπειρικός άνθρωπος.
Αυτή η θέση, που εκ πρώτης όψεως μπορεί να προκαλεί έκπληξη, γίνεται πολύ λιγότερο παράδοξη, όχι μόνο αν μετρηθεί με τις παραμέτρους της πλωτινικής οντολογίας, αλλά και αν επανασυνδεθεί με τη μεσοπλατωνική παράδοση, από την οποία ο ίδιος ο νεοστωικός Μάρκος Αυρήλιος είχε αντλήσει την τριπλή διάκριση του ανθρώπου, για την οποία μιλήσαμε στον οικείο τόπο, σε «νοῦν», «ψυχή» και «σώμα».
Αυτή είναι, ουσιαστικά, η τριμερής διάκριση από την οποία εκκινεί ο Πλωτίνος, αλλά τη μεταμορφώνει σύμφωνα με τους τρόπους της οντολογίας του και της δίνει, τρόπον τινά, ένα ασυνήθιστο μεταφυσικό πάχος, χάρη στη θεωρία της προόδου. Ιδού ένα παραδειγματικό κείμενο:
Αν εκεί πάνω υπήρχαν σώματα τέτοιου είδους, είναι βέβαιο ότι η ψυχή είχε αισθήσεις και αντιλήψεις γι’ αυτά, διότι αν ο άνθρωπος εκεί πάνω, εκείνη η ανώτερη ψυχή, ήταν ικανή να αντιλαμβάνεται αυτές τις πραγματικότητες, κατά συνέπεια και ο κατώτερος άνθρωπος, λόγω του ότι είναι εικόνα της, μιμούνταν τους μορφικούς λόγους της. Με δυο λόγια, ο άνθρωπος που βρίσκεται στη Νοημοσύνη κατείχε τον άνθρωπο που έρχεται πριν από όλους τους ανθρώπους. Στη συνέχεια αυτός ο άνθρωπος φωτίζει τον δεύτερο άνθρωπο και αυτός τον τρίτο. Ο τελευταίος άνθρωπος, κατά μία έννοια, έχει όλους τους άλλους: όχι επειδή μεταμορφώνεται σε αυτούς, αλλά επειδή τους συνοδεύει. Κάποιος από εμάς ενεργεί σύμφωνα με τον τελευταίο άνθρωπο, κάποιος άλλος σύμφωνα με εκείνον που έρχεται πριν από αυτόν, και κάποιος ακόμη σύμφωνα με τον τρίτο και ανώτατο άνθρωπο, και ο καθένας είναι άνθρωπος ανάλογα με τον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται κατά την πράξη του, έστω κι αν κατά μία έννοια τους έχει όλους και κατά μία άλλη έννοια όχι. Η τρίτη ζωή, δηλαδή ο τρίτος άνθρωπος, είναι χωρισμένη από το σώμα, και, εφόσον ακολουθεί τη δεύτερη, και ακολουθεί με την έννοια ότι δεν δέχεται ρήγματα προς τα άνω, τότε λέγεται ότι όπου βρίσκεται αυτή η ζωή, εκεί βρίσκεται και εκείνη.¹³
5. Σημασία των τριών μορφών ανθρώπου — Αυτή η τριμερής διάκριση —στην οποία επιμένουμε, διότι είναι απολύτως θεμελιώδης για την κατανόηση της ηθικής, της ασκητικής και της μυστικής του φιλοσόφου μας— επαναπροτείνεται και με όρους «ψυχής», με την έννοια ότι οι «τρεις άνθρωποι» μπορούν να θεωρηθούν ως τρεις ψυχές, ή, καλύτερα, ως «τρεις δυνάμεις» της ψυχής, δεδομένου ότι ο «πρώτος άνθρωπος» δεν είναι παρά η ψυχή θεωρούμενη στην επαφή της με τον Νοῦ —επαφή η οποία δομικά δεν εκλείπει ποτέ—· ο «δεύτερος άνθρωπος» είναι η ψυχή με τη διασκεπτική σκέψη, η οποία βρίσκεται στο μέσον ανάμεσα στο νοητό και στο αισθητό, και ο «τρίτος άνθρωπος» είναι η ψυχή που ζωοποιεί το γήινο σώμα:
Επιπλέον, από την Ψυχή μας, ένα μέρος είναι πάντοτε στραμμένο προς εκείνες τις πραγματικότητες, ένα άλλο προς αυτές εδώ τις δικές μας πραγματικότητες, και υπάρχει έπειτα ένα τρίτο που διατηρείται στο μέσον. Η Ψυχή, πράγματι, είναι μία μοναδική φύση μέσα σε μεγάλο αριθμό δυνάμεων, έτσι ώστε άλλοτε αφήνεται να συρθεί ολόκληρη από το ανώτερο μέρος της και από το αληθινό είναι, άλλοτε, αντίθετα, είναι το χειρότερο μέρος που τραβά προς τα κάτω μαζί του το ενδιάμεσο μέρος· αυτό, επομένως, δεν παρασύρει ολόκληρη την Ψυχή, διότι δεν θα του επιτρεπόταν. Μια τέτοια συμφορά της συμβαίνει επειδή δεν θέλησε να παραμείνει σε εκείνον τον θαυμαστό τόπο, όπου στερεώνεται σταθερά η Ψυχή που δεν είναι επιμέρους, και της οποίας εμείς δεν είμαστε ακόμη μέρος, και η οποία ωστόσο επιτρέπει στο σώμα του σύμπαντος να αντλεί από αυτήν ό,τι καταφέρνει να αντλήσει. Και έτσι αυτή η Ψυχή μένει σε ειρήνη, μη θέλοντας να καθοδηγήσει τον κόσμο μέσω συλλογισμών, χωρίς να διορθώνει καμία στρέβλωση, αλλά βάζοντας τάξη με εκείνη τη θαυμαστή της ικανότητα που συνίσταται στη θεωρία εκείνου που προηγείται αυτής. Και όσο περισσότερο αφιερώνεται σε αυτήν, τόσο περισσότερο γίνεται ωραία και δυνατή. Στην πραγματικότητα, εκείνο που αποκτά από εκεί πάνω το διανέμει στα όντα που την ακολουθούν, και εκείνο το φως που δέχεται διαρκώς, διαρκώς το ακτινοβολεί.¹⁴
Σε ένα άλλο κείμενο ο Πλωτίνος διευκρινίζει περαιτέρω ότι εκείνο που, κυριότερα, πρέπει να θεωρείται το «εγώ» μας είναι η Ψυχή και ο ενδιάμεσος άνθρωπος —η διασκεπτική σκέψη—, ο οποίος είναι ικανός τόσο να τείνει προς το καλύτερο —τον Νοῦ— όσο και προς το χειρότερο —προς το αισθητό, τον τρίτο άνθρωπο:
Και, άλλωστε, εμείς αισθανόμαστε με τη δύναμη της αίσθησης, αλλά δεν είμαστε εμείς που αισθανόμαστε. Θα είναι λοιπόν έτσι και όταν συλλογιζόμαστε, δηλαδή όταν σκεπτόμαστε μέσω της Νοημοσύνης; Όχι· διότι είμαστε ακριβώς εμείς που επιχειρηματολογούμε και συλλαμβάνουμε τις έννοιες που βρίσκονται στη σκέψη· και πράγματι εμείς είμαστε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, τα περιεχόμενα που τίθενται σε ενέργεια από τη Νοημοσύνη πέφτουν από ψηλά, ενώ εκείνα που πραγματώνονται από την αίσθηση αναδύονται από κάτω, και εμείς βρισκόμαστε να είμαστε το κύριο μέρος της Ψυχής, το οποίο στέκεται ανάμεσα σε δύο δυνάμεις, τη μία καλύτερη και την άλλη χειρότερη: η χειρότερη είναι η αίσθηση, η καλύτερη η Νοημοσύνη. Γενικά θεωρείται ότι η αίσθηση είναι μέρος μας, διότι εμείς είμαστε πάντοτε αισθανόμενοι. Σχετικά με τη Νοημοσύνη, αντίθετα, η κατάσταση είναι αμφίσημη, διότι δεν μας ανήκει πάντοτε και είναι πάντως μια χωριστή πραγματικότητα: χωριστή λόγω του ότι δεν κλίνει προς εμάς, ενώ είμαστε εμείς που, κοιτάζοντας εκεί πάνω, προσανατολιζόμαστε προς Αυτήν. Με δυο λόγια, αν η αίσθηση είναι για εμάς ένας αγγελιαφόρος, η Νοημοσύνη είναι για εμάς ένας βασιλιάς.¹⁵
Είναι σαφές, λοιπόν, ότι, για τον Πλωτίνο, ο άνθρωπος είναι κατανοητός μόνο μέσα στη δυναμική αυτών των τριών στιγμών. Παραμένει αληθές, γι’ αυτόν, ότι ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα. Ωστόσο, από τη μια πλευρά, το σώμα δεν είναι παρά «πτώση της ψυχής» με την έννοια που είδαμε, και η ψυχή ως λόγος που κυβερνά το σώμα όχι μόνο παραμένει ανώτερη από το σώμα ακόμη και όταν βρίσκεται μέσα στο σώμα, αλλά διατηρεί σταθερά έναν δεσμό με το Απόλυτο, μια σύνδεση που δεν εκλείπει ποτέ:
Αν θέλει κανείς να έχει το θάρρος να προκαλέσει τη γνώμη των άλλων, πρέπει να πει καθαρά και ξάστερα αυτό που σκεφτόμαστε: δεν είναι ολόκληρη η Ψυχή μας βυθισμένη στο σώμα, αλλά υπάρχει ένα μέρος της που συνεχίζει να βρίσκεται στο νοητό.¹⁶
Ανάλογα με το αν αφήνουμε να υπερισχύει το αισθητό μέρος ή, αντίθετα, υπερβαίνουμε το αισθητό κρατώντας σφιχτά αυτό το ανώτερο μέρος, αποφασίζουμε τα πεπρωμένα μας.
Αλλά, πριν μιλήσουμε γι’ αυτά, πρέπει περαιτέρω να διευκρινίσουμε τις δραστηριότητες της ατομικής ψυχής, τόσο στις σχέσεις της με το σώμα όσο και θεωρούμενης καθαυτήν.
Σημειώσεις:
1 Εννεάδες, VI, 4, 14. 2 Εννεάδες, IV, 8, 4· βλ. IV, 8, 2.
3 Βλ. Εννεάδες, IV, 4, 2. 4 Βλ. βιβλίο III, σσ. 629 κ.ε.
5 Βλ. Εννεάδες, IV, 8, 3. 6 Βλ. Εννεάδες, IV, 8, 5 κ.ε.
7 Βλ. Εννεάδες, V, 1, 1. 8 Βλ. Εννεάδες, IV, 8, 4 κ.ε.
9 Εννεάδες, V, 1, 1. 10 Βλ. βιβλίο II, σσ. 315 κ.ε.
11 Βλ. Πλάτων, Αλκιβιάδης μείζων και Φαίδων, passim.
12 Βλ. Εννεάδες, I, 1, 10. 13 Εννεάδες, VI, 7, 6.
7 Βλ. Εννεάδες, V, 1, 1. 8 Βλ. Εννεάδες, IV, 8, 4 κ.ε.
9 Εννεάδες, V, 1, 1. 10 Βλ. βιβλίο II, σσ. 315 κ.ε.
11 Βλ. Πλάτων, Αλκιβιάδης μείζων και Φαίδων, passim.
12 Βλ. Εννεάδες, I, 1, 10. 13 Εννεάδες, VI, 7, 6.
14 Εννεάδες, II, 9, 2. 15 Εννεάδες, V, 3, 3.
16 Εννεάδες, IV, 8, 8.
Συνεχίζεται με:
II. Οι γνωστικές λειτουργίες της ψυχής και η ελευθερία
1. Οι λειτουργίες της ψυχής στην αίσθηση —
16 Εννεάδες, IV, 8, 8.
Συνεχίζεται με:
II. Οι γνωστικές λειτουργίες της ψυχής και η ελευθερία
1. Οι λειτουργίες της ψυχής στην αίσθηση —
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου