Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 27 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια απόΤρίτη 25. Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 27
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΕΡΓΙΟ ΜΟΣΧΑΣ

Οι διδασκαλίες του αγίου Μαξίμου σχετικά με τη φιλαυτία δεν χάθηκαν εντελώς για όλους. Κάποιος τις θυμήθηκε στις ημέρες μας· και δεν πρόκειται για έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, αλλά για τον Μακαριώτατο Σέργιο, Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας. Για την ακρίβεια, όταν έγραφε το βιβλίο του σχετικά με την Ορθόδοξη διδασκαλία περί σωτηρίας, δεν ήταν παρά ένας φοιτητής της θεολογίας ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Αυτή όμως η «διατριβή», ή διδακτορική εργασία, έμελλε να γνωρίσει ασυνήθιστη επιτυχία και να καθιερώσει τον συγγραφέα της. Τέσσερις εκδόσεις κυκλοφόρησαν από το 1896, έτος κατά το οποίο υποστηρίχθηκε η διατριβή —ο Σέργιος ήταν τότε είκοσι εννέα ετών—, μέχρι το 1910· και αναμφίβολα θα είχαν υπάρξει περισσότερες, αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα του 1914 και του 1917 (2).

Στη δεύτερη έκδοση, Καζάν 1898, ο συγγραφέας αυτοχαρακτηρίζεται αρχιμανδρίτης· στην τρίτη, Αγία Πετρούπολη 1903, επίσκοπος και πρύτανης της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης· στην τέταρτη, στον ίδιο τόπο το 1910, αρχιεπίσκοπος Φινλανδίας και Βίμποργκ. Ένας τόμος που εκδόθηκε το 1947 από το Πατριαρχείο Μόσχας με τον τίτλο Ο Πατριάρχης Σέργιος και η πνευματική κληρονομιά του μας προσφέρει, στις σ. 179–184, έναν χρονολογικό πίνακα της ζωής του. Μια ζωή γεμάτη γεγονότα: μόνο για το έτος 1890, για παράδειγμα, καταγράφονται επτά αξιοσημείωτα συμβάντα· μόνο τα έτη 1917–1925 φαίνεται ότι πέρασαν χωρίς το παραμικρό γεγονός άξιο μνείας.

«1925, 10 Δεκεμβρίου: αναπληρωτής του πατριαρχικού εξάρχου. 1927, 29 Ιουλίου: πρώτη εγκύκλιος. 1927, 31 Δεκεμβρίου: δεύτερη εγκύκλιος. 1934, 27 Απριλίου: ανάληψη του τίτλου του Μακαριωτάτου Μητροπολίτη Μόσχας και Κολόμνας, του δικαιώματος να φέρει δύο παναγίες και να προπορεύεται σταυρός ενώπιόν του κατά τις λειτουργικές ακολουθίες. 1943, 4 Σεπτεμβρίου: υποδοχή από τον Ι. Β. Στάλιν του μητροπολίτη Σεργίου, του μητροπολίτη Αλεξίου και του μητροπολίτη Νικολάου. 1943, 8 Σεπτεμβρίου: σύνοδος των επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εκλογή του μητροπολίτη Σεργίου ως Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρως. 1943, 12 Σεπτεμβρίου: ενθρόνιση του Αγιωτάτου Πατριάρχη Σεργίου στον καθεδρικό ναό του Ελόχοβο. 1944, 15 Μαΐου: αιφνίδιος θάνατος του Ιεράρχη».

Η διατριβή του επισκόπου Σεργίου έχει διπλό σκοπό: να εξαλείψει τη νομική αντίληψη της ζωής, η οποία χαρακτηρίζει τους Δυτικούς, Καθολικούς και Προτεστάντες, και να θεμελιώσει την ορθόδοξη αντίληψη της ζωής.

«Οι δυτικές ακρότητες δεν είναι τυχαίες· αποτελούν ουσιώδη συνέπεια μιας εσφαλμένης θεμελιώδους αρχής. Είναι επομένως απαραίτητο, πριν απ’ όλα, να απορρίψουμε αυτή τη θεμελιώδη αρχή —τη νομική αντίληψη της ζωής— και κατόπιν, ανεξάρτητα από αυτήν, να περάσουμε στη μελέτη της αλήθειας, αντλώντας επιχειρήματα όχι από έτοιμα δυτικά έργα, αλλά από την Αγία Γραφή και τα έργα των Πατέρων» (2).

Σύμφωνα με αυτό το πρόγραμμα, προηγείται μια εκτενής παρουσίαση της δυτικής αντιλήψεως της ζωής· οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες εμφανίζονται εξίσου πλανημένοι. Υπάρχουν δύο ενότητες:
I. Προέλευση της νομικής αντιλήψεως. Ο Καθολικισμός. Ο Προτεσταντισμός ως διόρθωση του Καθολικισμού. Ο απατηλός χαρακτήρας της προτεσταντικής σωτηρίας.
II. Ο Καθολικισμός μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Απόπειρα αποσαφηνίσεως της αρχής μέσω μαγικών παραμορφώσεων.

Το πρώτο, το τέταρτο και το πέμπτο κεφάλαιο ασχολούνται επίσης με τη νομική αντίληψη. Θα επισημάνουμε μόνο όσα σχετίζονται με το θέμα μας.

Πρώτα, η προέλευση της νομικής αντιλήψεως (σ. 13):

«Ο Χριστιανισμός, από τα πρώτα κιόλας βήματά του μέσα στην ιστορία, συγκρούστηκε με τη Ρώμη και αναγκάστηκε να λάβει υπόψη του το ρωμαϊκό πνεύμα, τον ρωμαϊκό τρόπο και τη ρωμαϊκή κατεύθυνση της σκέψεως. Η αρχαία Ρώμη, όμως, θεωρείται δικαίως η έκφραση του δικαίου και του νόμου. Το δίκαιο (jus) αποτελούσε το θεμελιώδες στοιχείο προς το οποίο στρέφονταν όλες οι ιδέες και οι παραστάσεις της· το jus αποτελούσε τη βάση της προσωπικής της ζωής· αυτό ρύθμιζε όλες τις οικογενειακές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις της. Ούτε η θρησκεία αποτελούσε εξαίρεση· και αυτή ήταν μία από τις εφαρμογές του δικαίου.

»Όταν ο Ρωμαίος γινόταν χριστιανός, προσπαθούσε να κατανοήσει και τον Χριστιανισμό κυρίως από αυτή την άποψη. Και μέσα σε αυτόν αναζητούσε πριν απ’ όλα τη νομική εγκυρότητα (sostoyatelnost’). Ο ακατανόητος και συγχρόνως αδιάρρηκτος χαρακτήρας της σχέσεως ανάμεσα στην ποιότητα της παρούσας ζωής και στη μέλλουσα ζωή ευνοούσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια τέτοια αντίληψη. Η εξοικείωση με τη νομική οπτική καθιστούσε, στα μάτια του Ρωμαίου, περιττή κάθε περαιτέρω έρευνα σχετικά με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτής της σχέσεως. Αφού διαπίστωνε ότι αυτή μπορούσε αρκετά εύκολα να ενταχθεί στο πλαίσιο των νομικών σχέσεων, ο Ρωμαίος έμενε απολύτως ικανοποιημένος και δεν έθετε κανένα περαιτέρω ερώτημα.

»Έτσι άρχισε η νομική θεωρία (youriditcheskaya teoria), η οποία συνίσταται στο εξής: η αναλογία μεταξύ εργασίας και αμοιβής γίνεται δεκτή —συνειδητά ή ασυνείδητα, φανερά ή κάτω από την επιφάνεια— ως η αυθεντική έκφραση της ίδιας της ουσίας της σωτηρίας και, κατά συνέπεια, αναδεικνύεται σε θεμελιώδη αρχή του θεολογικού συστήματος και της θρησκευτικής ζωής […]».

Παρόμοιες σκέψεις δεν έχουν τίποτε το πρωτότυπο για όποιον έχει διαβάσει έστω και λίγο τη σλαβόφιλη θεολογική γραμματεία των τελευταίων εκατό ετών (3). Κάπως πιο πρωτότυπη είναι η αρχή του πρώτου κεφαλαίου, όπου ο συγγραφέας αναζητεί τη βαθύτερη ρίζα του ρωμαϊκού νομικισμού. Αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φιλαυτία. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στο θέμα μας. Αρκεί να διαβάσουμε μία σελίδα —τη σ. 55 της τέταρτης εκδόσεως. Αφού υποστηρίξει και αποδείξει ότι τα καλά έργα αποτελούν conditio sine qua non της σωτηρίας, ο συγγραφέας συνεχίζει:

«Εδώ όμως μπορεί να τεθεί εκ νέου το ερώτημα με ποια έννοια το καλό έργο αναγνωρίζεται ως προϋπόθεση της σωτηρίας: μπορεί να αποτελεί μόνο εξωτερικό θεμέλιο για την αποδοχή της σωτηρίας ή μπορεί επίσης να αποτελεί προϋπόθεση με την κυριολεκτική έννοια, η οποία παράγει τη σωτηρία».

«Οι δύο αυτές απαντήσεις, μολονότι ως προς τη μορφή βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη, διαφέρουν σημαντικά —για να μην πούμε ριζικά— ως προς το περιεχόμενό τους· μπορούν να χρησιμεύσουν ως έκφραση δύο εντελώς αντίθετων και αλληλοαποκλειόμενων αντιλήψεων της ζωής: η μία είναι κοσμική και ειδωλολατρική, η άλλη χριστιανική. Ο φίλαυτος ζει για τον εαυτό του: καθιστά το εγώ του κέντρο του κόσμου και από την άποψη αυτού του εγώ αξιολογεί όλα όσα συμβαίνουν τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στην καθολική ζωή. Σκοπός του είναι η προσωπική ευτυχία· το ύψιστο αγαθό είναι η απόλαυση, είτε υπό τη μορφή αισθησιακών ηδονών είτε μέσα σε κάποιο είδος νιρβάνα ή σε κάτι άλλο παρόμοιο.

»Η αμαρτία όμως —της οποίας η ουσία είναι ακριβώς η φιλαυτία—, ενώ προσφέρει στον άνθρωπο απόλαυση σε αυτή τη ζωή, του επιφέρει συγχρόνως μια απείρως μεγαλύτερη οδύνη στη μετά θάνατον ζωή. Η τάξη του κόσμου την οποία εγκαθίδρυσε ο Θεός αποδεικνύεται ολέθρια για τη φιλαυτία και οδηγεί αναπόφευκτα στην τιμωρία. Ο φίλαυτος, ως τέτοιος, φυσικά δεν ενδιαφέρεται για το αν αυτή η τάξη του κόσμου είναι δίκαιη ή άδικη· αντιθέτως, είναι διατεθειμένος με ολόκληρο το είναι του να εξεγερθεί εναντίον της, να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτού του περιορισμού του “εγώ” του, του οποίου η επιθυμία αποτελεί γι’ αυτόν νόμο. Ωστόσο, ακριβώς επειδή είναι φίλαυτος, δεν μπορεί παρά να επιθυμεί να αποφύγει την πικρή μοίρα στην οποία οδηγεί η αμετανόητη αντίθεση προς μια τάξη του κόσμου εχθρική απέναντί του.

»Και τότε ο φίλαυτος αρχίζει, όπως λέει, να σώζεται· δηλαδή, αποκόπτοντας με υπερβολική λύπη τις αγαπημένες και πάντοτε προσφιλείς επιθυμίες του, αρχίζει να εκπληρώνει τον νόμο που θέσπισε ο Θεός. Τον τηρεί ακριβώς επειδή η παρανομία αποδεικνύεται, ως προς την τελική της κατάληξη, εξαιρετικά δυσάρεστη για τον φίλαυτο, μολονότι δεν παύει να είναι γι’ αυτόν επιθυμητή και ευχάριστη. Στην ψυχή του ο φίλαυτος είναι εχθρός του Θεού (Ρωμ. 8,7) και θέλει να ακούει τον πατέρα του, τον ανθρωποκτόνο (Ιω. 8,44)· είναι έτοιμος να δαγκώσει το χέρι που τον χαϊδεύει —ας θυμηθούμε τους Ιουδαίους που “φονεύουν τους προφήτες και λιθοβολούν εκείνους που αποστέλλονται προς αυτούς”, ας θυμηθούμε τον Ιησού Χριστό (sic) επάνω στον σταυρό—· φοβάται όμως τον Θεό, για τον απλό λόγο ότι γνωρίζει πως είναι παντοδύναμος, ότι τα πάντα, μαζί και ο ίδιος ο φίλαυτος, βρίσκονται στα χέρια του Θεού και ότι, επομένως, από τον Θεό δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ο φίλαυτος πρέπει να υποταχθεί στο θείο θέλημα για το προσωπικό του συμφέρον. Υποτάσσεται, λοιπόν, αλλά ως δούλος, με εσωτερική αποστροφή και γογγυσμό, σκύβοντας κάτω από το μαστίγιο· ή ως μισθωτός που έχει ανάγκη από κέρδος και ανταμοιβή.

»Με μια τέτοια διάθεση, ο άνθρωπος, όπως είναι αυτονόητο, δεν μπορεί ούτε καν να κατανοήσει την ελευθερία των τέκνων του Θεού την οποία έφερε ο Ιησούς Χριστός, ούτε αυτή τη “συμφιλίωση” με τον Θεό που μας ανήγγειλαν οι Απόστολοι. “Ο ψυχικός άνθρωπος δεν μπορεί να λατρεύσει τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία” (Ιω. 4,23)· κρίνει τα πάντα με ψυχικό τρόπο (Κορ. II,14· sic, σε όλες τις εκδόσεις). Προσερχόμενος στον Χριστό, δεν επιθυμεί τόσο να μάθει από Αυτόν πώς πρέπει να ζήσει για να ζήσει την αληθινή ζωή, όσο να πληροφορηθεί ποιο όφελος θα του αποφέρει η προσχώρησή του στον Χριστό».

Ας σταματήσουμε εδώ τις παραθέσεις. Η συνέχεια αποσκοπεί στο να αποδείξει ότι αυτό το αρχέγονο ελάττωμα της φιλαυτίας αλλοίωσε ριζικά τον δυτικό Χριστιανισμό. Από την πρώτη μέχρι την τέταρτη έκδοση, ο επίσκοπος Σέργιος είχε μεγαλώσει, είχε αποκτήσει νέους τίτλους και, αναμφίβολα, είχε στοχαστεί και προσευχηθεί· διατήρησε όμως ακέραιη τη διατύπωση των νεανικών του χρόνων.

Την εποχή του Μιχαήλ Κηρουλαρίου, ο πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος, άνθρωπος συνετός, πράος και ειλικρινής (4), «ένας έντιμος άνθρωπος, ο οποίος επιθυμούσε ειλικρινά την ένωση των Εκκλησιών» (*), έγραψε στον Δομίνικο του Γκράντο: «γενώμεθα φιλάδελφοι μᾶλλον ἢ φίλαυτοι» (6), δηλαδή: «Ας ασκούμε περισσότερο τη φιλαδελφία παρά τη φιλαυτία».

Έχει δίκιο ο Πέτρος Αντιοχείας. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα επαινούσε το θάρρος —ή μήπως πρέπει να πούμε την απλότητα; Συχνά όμως είναι το ίδιο πράγμα— το οποίο επιδεικνύει γράφοντας αυτή τη φράση στον αλληλογράφο του. Ωστόσο, ο Πέτρος Αντιοχείας θα είχε ακόμη περισσότερο δίκιο, όπως και όλοι οι Πέτροι και οι Δομίνικοι της Αντιοχείας, του Γκράντο και κάθε τόπου, αν απηύθυναν πρώτα αυτή την προτροπή στον ίδιο τους τον εαυτό. Προτρέπουμε εκείνους τους οποίους θεωρούμε ότι σφάλλουν, ιδίως όταν πιστεύουμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε άμεμπτοι.

«Η αρχή της σωτηρίας για κάθε άνθρωπο είναι να καταδικάσει τον ίδιο του τον εαυτό» (7).

«Αλίμονο σ’ εμένα, επειδή τα γράφω αυτά κλαίγοντας πικρά και δεν έχω ακόμη αρχίσει την έμπρακτη μετάνοια. Αλίμονο σ’ εμένα, επειδή απευθύνω ωραίες προτροπές, αλλά πράττω άσχημα έργα» (8).


Σημειώσεις:


(1) Η σειρά Relighiozno-philosophskaya Biblioteka, τεύχη XXXI και XXXII, Μόσχα 1913, με τιμή 40 καπίκια το καθένα, κατέστησε το έργο του επισκόπου Σεργίου προσιτό στον λαό, με ορισμένες συντομεύσεις που δεν μεταβάλλουν το νόημα.
(2) Τέλος της Εισαγωγής της 4ης εκδόσεως, σ. 52.
(3) Βλ. B. Schultze, S.J., «La nuova soteriologia russa», στο Orientalia Christiana Periodica IX (1943), 406–430· XI (1945), 165–215· XII (1946), 130–176.
(4) A. Michel, Humbert und Kerularios, II, Paderborn 1930, σ. 492.
(5) V. Grumel, λήμμα «Pierre d’Antioche», Dictionnaire de Théologie Catholique XII, στ. 1009.
(6) PG 120, 776 B.
(7) Νείλος, PG 79, 1249 C. Πρβλ. Αποφθέγματα Πατέρων: Αντώνιος 7· Αρσένιος 3· Αμμοής 4· Ποιμήν 98, 125· Θεόδωρος της Φερμής 18· Θεόφιλος 1· Ιωάννης Κολοβός 21· Ματώης 2, 3, 11· κ.λπ.· καθώς και την τεκμηρίωση αυτής της διδασκαλίας των Πατέρων από τον Ζωσιμά, PG 78, 1680–1701.
(8) Ησαΐας, έκδ. Αυγουστίνος, λόγος 29, σ. 204. Πρβλ. ανωτέρω, σ. 106.

Τέλος
«Η αρχή της σωτηρίας για κάθε άνθρωπο είναι να καταδικάσει τον ίδιο του τον εαυτό»

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΟΔΟΥ..........


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Δεν υπάρχουν σχόλια: