Συνέχεια από Παρασκευή 7. Αυγούστου 2026
Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 22Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
III. Οι εσχατολογικοί προορισμοί της ψυχής και ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου
1. Επανεξέταση της διδασκαλίας περί «μετεμψυχώσεως» – Τι σημαίνει όμως, για την ψυχή μας, να θέλει και να επιτυγχάνει το Αγαθό; Και, θέλοντας το Αγαθό και προσπαθώντας να το επιδιώξει, πότε και με ποιον τρόπο το φθάνει η ψυχή;
Απαντώντας στα προβλήματα αυτά, ο Πλωτίνος εν μέρει επαναλαμβάνει και εν μέρει υπερβαίνει τις παραδοσιακές αντιλήψεις του ελληνικού κόσμου.
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Πλωτίνος, είτε ανατρέχει στις παραδοσιακές ορφικο-πυθαγορειο-πλατωνικές αντιλήψεις είτε προβάλλει εκείνη που είναι περισσότερο ιδιάζουσα σε αυτόν και την οποία αντλεί από το αλεξανδρινό περιβάλλον και ειδικότερα από τον Φίλωνα,¹ θέτει πάντως την έμφαση στην αποδέσμευση από το σωματικό και το υλικό ως τον κατεξοχήν σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί — άλλωστε, όπως είδαμε, γι’ αυτόν η ελευθερία εδράζεται ακριβώς και ουσιωδώς στο άυλο.
Με δεδομένη αυτή τη βαθιά ριζωμένη πεποίθησή του —η οποία εντάσσεται στο γενικό του σύστημα και, ειδικότερα, στην αντίληψη της ύλης ως στερήσεως του αγαθού—, είναι φανερό ότι ο Πλωτίνος έπρεπε να απορρίψει αποφασιστικά το χριστιανικό δόγμα της αναστάσεως της σαρκός, το οποίο θεωρούσε έκφραση μιας μορφής υλισμού.
Ιδού ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά εξαιρετικά σημαντικό κείμενο:
Στον συλλογισμό αυτό συνίσταται η απάντησή μας σε εκείνους που τοποθετούν το είναι στα σώματα, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο της αλήθειας τη δοκιμασία των προσκρούσεων και των φαινομένων που μαρτυρούν οι αισθήσεις. Αυτοί ενεργούν όπως εκείνοι οι ονειρευόμενοι που είναι πεπεισμένοι ότι τα αντικείμενα των οραμάτων τους είναι εκείνα που ενεργούν, ενώ αυτά δεν είναι παρά όνειρα. Άλλωστε, και η ικανότητα της αισθήσεως ανήκει σε μια Ψυχή που κοιμάται, διότι το μέρος της Ψυχής που βρίσκεται στο σώμα είναι οπωσδήποτε κοιμισμένο. Μια αυθεντική αφύπνιση δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια αληθινή ανάσταση από το σώμα και όχι μαζί με το σώμα, διότι, στην τελευταία περίπτωση, θα ήταν σαν να περνούσε κανείς από ένα όνειρο σε ένα άλλο, σχεδόν από ένα κρεβάτι σε ένα άλλο. Γενικά, δεν υπάρχει αληθινή ανάσταση παρά μόνο με την εγκατάλειψη των σωμάτων, τα οποία ανήκουν σε φύση αντίθετη προς εκείνη της Ψυχής και επομένως είναι ουσιωδώς αντίθετα προς αυτήν, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι γεννώνται, μεταβάλλονται και φθείρονται: όλες αυτές είναι καταστάσεις που δεν ανήκουν στη φύση του είναι.²
Δεν απομένει, επομένως, για τον Πλωτίνο άλλη εναλλακτική παρά η «μετεμψύχωση», την οποία επαναλαμβάνει και επαναβεβαιώνει, ανατρέχοντας σε μεγάλο βαθμό στον Πλάτωνα και περιπίπτοντας έτσι σε όλες τις απορίες που συνεπάγεται αυτή η πίστη.³
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η πίστη σύμφωνα με την οποία οι ψυχές των ανθρώπων μπορούν να μετενσαρκωθούν σε σώματα ζώων ή ακόμη και σε φυτά —ανάλογα με τον τύπο ζωής που ακολούθησαν στην προηγούμενη ύπαρξη— εξηγείται καλύτερα μέσα στο πλαίσιο της πλωτινικής οντολογίας απ’ ό,τι στο πλαίσιο της πλατωνικής οντολογίας, δεδομένου ότι η ίδια η ψυχή δημιουργεί, ζωοποιεί και κυβερνά ολόκληρο τον φυσικό κόσμο και αποτελεί αρχή κάθε μορφής ζωής.⁴
2. Ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου βρίσκεται στην επανένωση με το Θείο – Σε κάθε περίπτωση, ακόμη σαφέστερα από τον Πλάτωνα, ο Πλωτίνος επαναβεβαιώνει ότι ο τελικός προορισμός των ψυχών που έζησαν με τον καλύτερο τρόπο συνίσταται στην επανένωσή τους με τον Θεό:
Οι Ψυχές υφίστανται σωματικές τιμωρίες μόνο καθόσον κατέχουν σώμα· και έτσι εκείνες που βρίσκονται σε κατάσταση καθαρότητας και δεν μεταφέρουν μαζί τους τίποτε σωματικό, αναγκαστικά δεν θα μπορούν πλέον να ανήκουν σε σώμα. Εάν, λοιπόν, δεν έχουν σωματικό τόπο στον οποίο να βρίσκονται και δεν έχουν σώμα, θα βρίσκονται εκεί όπου είναι η ουσία, το είναι και το θείο· μάλλον, θα βρίσκονται μέσα στον Θεό· και εκεί, μέσα στη συντροφιά εκείνων των πραγματικοτήτων και στην ένωση με τον Θεό, η Ψυχή θα είναι επιτέλους αυτό που πρέπει να είναι. Στο σημείο αυτό, αν θέλεις να την αναζητήσεις, πρέπει να την αναζητήσεις στη διάσταση εκείνων των πραγματικοτήτων, αλλά ασφαλώς όχι με τα μάτια, σαν να επρόκειτο να εντοπίσεις σώματα.⁵
3. Με ποια έννοια η Ψυχή μπορεί να ενωθεί με το Θείο ήδη σε αυτή τη ζωή πάνω στη γη – Η καινοτομία όμως του Πλωτίνου, σε σχέση με την κλασική ελληνική παράδοση, συνίσταται στο ότι προέβαλε τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση από το αισθητό και το σωματικό και να πραγματωθεί πλήρως η ένωση με το Ένα ήδη μέσα σε αυτή τη ζωή, μέσω της μυστικο-εκστατικής ενοποιήσεως με το Απόλυτο.
Η διδασκαλία αυτή, κατά κάποιον τρόπο, δικαίωνε εκείνες τις αξιώσεις της ελληνικής ηθικής που είχαν ήδη, εν μέρει, προβάλει ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης και τις οποίες κυρίως οι φιλόσοφοι της ελληνιστικής εποχής είχαν φέρει στο προσκήνιο, δηλαδή ότι η ευδαιμονία —η επίτευξη του ύστατου σκοπού του ανθρώπου— πρέπει να είναι δυνατή ήδη μέσα σε αυτή τη ζωή.⁶
Όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή που τις δικαίωνε, τις ανέτρεπε: ακόμη και σε αυτή τη ζωή ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στο ύψιστο τέλος του, αλλά μόνο αποδεσμευόμενος ολοκληρωτικά, μέσω του Νοῦ, από καθετί υλικό και εισερχόμενος, από αυτή την οδό, σε εσωτερική ένωση —έστω μόνο ορισμένες φορές και μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα— με το υπερβατικό Απόλυτο, όπως, αν και πάνω σε διαφορετικές βάσεις, είχε ήδη υποστηρίξει ο Φίλων Αλεξανδρείας.
Μάλιστα, επισημαίνει ο Πλωτίνος, αυτό είναι δυνατό ακριβώς επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα συστατικό στοιχείο εντελώς διαφορετικό από το φυσικό. Το να είναι κανείς ευτυχισμένος ακόμη και μέσα στα βασανιστήρια, ακόμη και μέσα στον «ταύρο του Φάλαρη», είναι πράγματι δυνατό, αλλά μόνο επειδή είναι δυνατό —ακόμη και μέσα στα σωματικά βασανιστήρια— να ενωθεί, με την ασώματη ψυχή, με το ασώματο Θείο.
Αυτό όμως είναι δυνατό μόνο υπό αυτήν ακριβώς την προϋπόθεση:
Αναμφίβολα, οι πράξεις που συνεπάγονται θεωρία μπορούν, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις —για παράδειγμα, όταν περιλαμβάνουν έρευνες και εξετάσεις—, να συναντήσουν εμπόδια· είναι όμως εξίσου αληθές ότι ο σοφός έχει πάντοτε στη διάθεσή του το αντικείμενο της ύψιστης γνώσεως που τον συνοδεύει, ακόμη περισσότερο όταν βρίσκεται μέσα στον λεγόμενο Ταύρο του Φάλαρη. Αλλά το να ονομάζει κανείς ευχάριστη μια τέτοια κατάσταση είναι πραγματική ανοησία, ακόμη κι αν έχει πλέον γίνει μια φράση που λέγεται και επαναλαμβάνεται. Πράγματι, στη δική τους διδασκαλία, εκείνο που χαρακτηρίζει ευχάριστη μια τέτοια κατάσταση είναι το ίδιο που βρίσκεται μέσα στον πόνο· στη δική μας, αντίθετα, το μέρος που υποφέρει είναι διαφορετικό από εκείνο που συγκατοικεί μαζί του, όσο καιρό είναι αναγκασμένο να το κάνει· και αυτό το τελευταίο καθαυτό δεν στερείται τη θέα του καθολικού Αγαθού.⁷
Έτσι, εκείνο που είχε αποτελέσει το ύψιστο ιδεώδες της ελληνιστικής εποχής καταρρέει και αποκαλύπτεται ως προς τον απατηλό χαρακτήρα του.
Μόνο μέσω μιας σταθερής προσδέσεως στην υπερβατικότητα καθίσταται δυνατό εκείνο που μάταια είχε αναζητήσει η ελληνιστική εποχή στη διάσταση της εμμένειας.
4. Η αναμόρφωση του πίνακα των αξιών – Ως κλασικός πίνακας αξιών μπορεί να θεωρηθεί εκείνος που χάραξε με σαφήνεια ο Πλάτων στους Νόμους,⁸ όπου τοποθετούνται στην πρώτη θέση οι θεοί, στη δεύτερη η ψυχή, στην τρίτη το σώμα και στην τέταρτη τα εξωτερικά αγαθά γενικώς.
Σε αυτόν τον πίνακα είχαν αναφερθεί και οι Περιπατητικοί. Και στον ίδιο αυτόν πίνακα έμελλε να αναφερθεί και ο ίδιος ο Πλωτίνος, αλλά για να τον μεταρρυθμίσει σε σημαντικό βαθμό.
Πράγματι, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης είχαν διακηρύξει και καλλιεργήσει κυρίως τις αξίες της ψυχής, χωρίς να αρνούνται τις άλλες, κατώτερες αξίες, αλλά υποτάσσοντάς τες σε εκείνες της ψυχής. Ο ίδιος ο Πλάτων, παρά τη μυστική διάσταση της σκέψεώς του, είχε δώσει σχετικά μικρή προτεραιότητα στις αξίες που αφορούν τους θεούς, δηλαδή στις θρησκευτικές αξίες ως τέτοιες.
Αντίθετα, ακριβώς αυτές είναι οι αξίες που στον Πλωτίνο έρχονται στο προσκήνιο. Σε αυτές υποτάσσονται οι αξίες της ψυχής, ενώ οι αξίες του σώματος και οι εξωτερικές αξίες χάνουν κάθε σημασία.
Με λίγα λόγια: η προγενέστερη ελληνική πνευματοκρατική παράδοση είχε αποδώσει κάποια σημασία στις σωματικές αξίες στο μέτρο που μπορούσαν, κατά κάποιον τρόπο, να ωφελήσουν τις αξίες της ψυχής, οι οποίες ήταν οι κατεξοχήν αξίες· ο Πλωτίνος δεν απέδωσε πλέον καμία σημασία στις σωματικές αξίες —«ντρεπόταν που βρισκόταν μέσα σε σώμα», λέει ο Πορφύριος, και, όταν αρρώστησε, αρνιόταν τις θεραπείες που συνιστούσε η ιατρική της εποχής—·⁹ και ακόμη και στις ίδιες τις αξίες της ψυχής απέδωσε εργαλειακή σημασία, δηλαδή τις καλλιέργησε στο μέτρο που θεωρούσε ότι μέσω αυτών μπορούσε να φθάσει στις θρησκευτικές αξίες, δηλαδή στην ομοίωση προς το Θείο με τη νέα σημασία για την οποία θα μιλήσουμε.
Με άλλα λόγια, ο Πλωτίνος έκρινε ότι ο αληθινός σοφός δεν έπρεπε απλώς να ζει τη ζωή του ενάρετου ανθρώπου, αλλά ακόμη περισσότερο τη ζωή των θεών.
Γράφει ρητώς:
Η επιδίωξή μας δεν είναι να είμαστε απαλλαγμένοι από σφάλματα, αλλά να είμαστε Θεός.¹⁰
ΕΝΟΤΗΤΑ VII
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ
Επιστροφή της ανθρώπινης Ψυχής στο Ένα-Αγαθό, επαφές και ένωση με Αυτό
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. βιβλίο VII, σ. 1789 κ.ε.
2 Εννεάδες, III, 6, 6.
3 Πρβλ., για παράδειγμα, Εννεάδες, III, 2, 16.
4 Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 10· IV, 7, 6.
5 Εννεάδες, IV, 3, 24.
6 Πρβλ. βιβλίο V, passim.
7 Εννεάδες, I, 4, 13.
8 Πρβλ. βιβλίο III, σ. 651 κ.ε.
9 Πρβλ. Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 1–2.
10 Εννεάδες, I, 2, 6.
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
III. Οι εσχατολογικοί προορισμοί της ψυχής και ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου
1. Επανεξέταση της διδασκαλίας περί «μετεμψυχώσεως» – Τι σημαίνει όμως, για την ψυχή μας, να θέλει και να επιτυγχάνει το Αγαθό; Και, θέλοντας το Αγαθό και προσπαθώντας να το επιδιώξει, πότε και με ποιον τρόπο το φθάνει η ψυχή;
Απαντώντας στα προβλήματα αυτά, ο Πλωτίνος εν μέρει επαναλαμβάνει και εν μέρει υπερβαίνει τις παραδοσιακές αντιλήψεις του ελληνικού κόσμου.
Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Πλωτίνος, είτε ανατρέχει στις παραδοσιακές ορφικο-πυθαγορειο-πλατωνικές αντιλήψεις είτε προβάλλει εκείνη που είναι περισσότερο ιδιάζουσα σε αυτόν και την οποία αντλεί από το αλεξανδρινό περιβάλλον και ειδικότερα από τον Φίλωνα,¹ θέτει πάντως την έμφαση στην αποδέσμευση από το σωματικό και το υλικό ως τον κατεξοχήν σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί — άλλωστε, όπως είδαμε, γι’ αυτόν η ελευθερία εδράζεται ακριβώς και ουσιωδώς στο άυλο.
Με δεδομένη αυτή τη βαθιά ριζωμένη πεποίθησή του —η οποία εντάσσεται στο γενικό του σύστημα και, ειδικότερα, στην αντίληψη της ύλης ως στερήσεως του αγαθού—, είναι φανερό ότι ο Πλωτίνος έπρεπε να απορρίψει αποφασιστικά το χριστιανικό δόγμα της αναστάσεως της σαρκός, το οποίο θεωρούσε έκφραση μιας μορφής υλισμού.
Ιδού ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά εξαιρετικά σημαντικό κείμενο:
Στον συλλογισμό αυτό συνίσταται η απάντησή μας σε εκείνους που τοποθετούν το είναι στα σώματα, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο της αλήθειας τη δοκιμασία των προσκρούσεων και των φαινομένων που μαρτυρούν οι αισθήσεις. Αυτοί ενεργούν όπως εκείνοι οι ονειρευόμενοι που είναι πεπεισμένοι ότι τα αντικείμενα των οραμάτων τους είναι εκείνα που ενεργούν, ενώ αυτά δεν είναι παρά όνειρα. Άλλωστε, και η ικανότητα της αισθήσεως ανήκει σε μια Ψυχή που κοιμάται, διότι το μέρος της Ψυχής που βρίσκεται στο σώμα είναι οπωσδήποτε κοιμισμένο. Μια αυθεντική αφύπνιση δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια αληθινή ανάσταση από το σώμα και όχι μαζί με το σώμα, διότι, στην τελευταία περίπτωση, θα ήταν σαν να περνούσε κανείς από ένα όνειρο σε ένα άλλο, σχεδόν από ένα κρεβάτι σε ένα άλλο. Γενικά, δεν υπάρχει αληθινή ανάσταση παρά μόνο με την εγκατάλειψη των σωμάτων, τα οποία ανήκουν σε φύση αντίθετη προς εκείνη της Ψυχής και επομένως είναι ουσιωδώς αντίθετα προς αυτήν, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι γεννώνται, μεταβάλλονται και φθείρονται: όλες αυτές είναι καταστάσεις που δεν ανήκουν στη φύση του είναι.²
Δεν απομένει, επομένως, για τον Πλωτίνο άλλη εναλλακτική παρά η «μετεμψύχωση», την οποία επαναλαμβάνει και επαναβεβαιώνει, ανατρέχοντας σε μεγάλο βαθμό στον Πλάτωνα και περιπίπτοντας έτσι σε όλες τις απορίες που συνεπάγεται αυτή η πίστη.³
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η πίστη σύμφωνα με την οποία οι ψυχές των ανθρώπων μπορούν να μετενσαρκωθούν σε σώματα ζώων ή ακόμη και σε φυτά —ανάλογα με τον τύπο ζωής που ακολούθησαν στην προηγούμενη ύπαρξη— εξηγείται καλύτερα μέσα στο πλαίσιο της πλωτινικής οντολογίας απ’ ό,τι στο πλαίσιο της πλατωνικής οντολογίας, δεδομένου ότι η ίδια η ψυχή δημιουργεί, ζωοποιεί και κυβερνά ολόκληρο τον φυσικό κόσμο και αποτελεί αρχή κάθε μορφής ζωής.⁴
2. Ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου βρίσκεται στην επανένωση με το Θείο – Σε κάθε περίπτωση, ακόμη σαφέστερα από τον Πλάτωνα, ο Πλωτίνος επαναβεβαιώνει ότι ο τελικός προορισμός των ψυχών που έζησαν με τον καλύτερο τρόπο συνίσταται στην επανένωσή τους με τον Θεό:
Οι Ψυχές υφίστανται σωματικές τιμωρίες μόνο καθόσον κατέχουν σώμα· και έτσι εκείνες που βρίσκονται σε κατάσταση καθαρότητας και δεν μεταφέρουν μαζί τους τίποτε σωματικό, αναγκαστικά δεν θα μπορούν πλέον να ανήκουν σε σώμα. Εάν, λοιπόν, δεν έχουν σωματικό τόπο στον οποίο να βρίσκονται και δεν έχουν σώμα, θα βρίσκονται εκεί όπου είναι η ουσία, το είναι και το θείο· μάλλον, θα βρίσκονται μέσα στον Θεό· και εκεί, μέσα στη συντροφιά εκείνων των πραγματικοτήτων και στην ένωση με τον Θεό, η Ψυχή θα είναι επιτέλους αυτό που πρέπει να είναι. Στο σημείο αυτό, αν θέλεις να την αναζητήσεις, πρέπει να την αναζητήσεις στη διάσταση εκείνων των πραγματικοτήτων, αλλά ασφαλώς όχι με τα μάτια, σαν να επρόκειτο να εντοπίσεις σώματα.⁵
3. Με ποια έννοια η Ψυχή μπορεί να ενωθεί με το Θείο ήδη σε αυτή τη ζωή πάνω στη γη – Η καινοτομία όμως του Πλωτίνου, σε σχέση με την κλασική ελληνική παράδοση, συνίσταται στο ότι προέβαλε τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση από το αισθητό και το σωματικό και να πραγματωθεί πλήρως η ένωση με το Ένα ήδη μέσα σε αυτή τη ζωή, μέσω της μυστικο-εκστατικής ενοποιήσεως με το Απόλυτο.
Η διδασκαλία αυτή, κατά κάποιον τρόπο, δικαίωνε εκείνες τις αξιώσεις της ελληνικής ηθικής που είχαν ήδη, εν μέρει, προβάλει ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης και τις οποίες κυρίως οι φιλόσοφοι της ελληνιστικής εποχής είχαν φέρει στο προσκήνιο, δηλαδή ότι η ευδαιμονία —η επίτευξη του ύστατου σκοπού του ανθρώπου— πρέπει να είναι δυνατή ήδη μέσα σε αυτή τη ζωή.⁶
Όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή που τις δικαίωνε, τις ανέτρεπε: ακόμη και σε αυτή τη ζωή ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στο ύψιστο τέλος του, αλλά μόνο αποδεσμευόμενος ολοκληρωτικά, μέσω του Νοῦ, από καθετί υλικό και εισερχόμενος, από αυτή την οδό, σε εσωτερική ένωση —έστω μόνο ορισμένες φορές και μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα— με το υπερβατικό Απόλυτο, όπως, αν και πάνω σε διαφορετικές βάσεις, είχε ήδη υποστηρίξει ο Φίλων Αλεξανδρείας.
Μάλιστα, επισημαίνει ο Πλωτίνος, αυτό είναι δυνατό ακριβώς επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα συστατικό στοιχείο εντελώς διαφορετικό από το φυσικό. Το να είναι κανείς ευτυχισμένος ακόμη και μέσα στα βασανιστήρια, ακόμη και μέσα στον «ταύρο του Φάλαρη», είναι πράγματι δυνατό, αλλά μόνο επειδή είναι δυνατό —ακόμη και μέσα στα σωματικά βασανιστήρια— να ενωθεί, με την ασώματη ψυχή, με το ασώματο Θείο.
Αυτό όμως είναι δυνατό μόνο υπό αυτήν ακριβώς την προϋπόθεση:
Αναμφίβολα, οι πράξεις που συνεπάγονται θεωρία μπορούν, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις —για παράδειγμα, όταν περιλαμβάνουν έρευνες και εξετάσεις—, να συναντήσουν εμπόδια· είναι όμως εξίσου αληθές ότι ο σοφός έχει πάντοτε στη διάθεσή του το αντικείμενο της ύψιστης γνώσεως που τον συνοδεύει, ακόμη περισσότερο όταν βρίσκεται μέσα στον λεγόμενο Ταύρο του Φάλαρη. Αλλά το να ονομάζει κανείς ευχάριστη μια τέτοια κατάσταση είναι πραγματική ανοησία, ακόμη κι αν έχει πλέον γίνει μια φράση που λέγεται και επαναλαμβάνεται. Πράγματι, στη δική τους διδασκαλία, εκείνο που χαρακτηρίζει ευχάριστη μια τέτοια κατάσταση είναι το ίδιο που βρίσκεται μέσα στον πόνο· στη δική μας, αντίθετα, το μέρος που υποφέρει είναι διαφορετικό από εκείνο που συγκατοικεί μαζί του, όσο καιρό είναι αναγκασμένο να το κάνει· και αυτό το τελευταίο καθαυτό δεν στερείται τη θέα του καθολικού Αγαθού.⁷
Έτσι, εκείνο που είχε αποτελέσει το ύψιστο ιδεώδες της ελληνιστικής εποχής καταρρέει και αποκαλύπτεται ως προς τον απατηλό χαρακτήρα του.
Μόνο μέσω μιας σταθερής προσδέσεως στην υπερβατικότητα καθίσταται δυνατό εκείνο που μάταια είχε αναζητήσει η ελληνιστική εποχή στη διάσταση της εμμένειας.
4. Η αναμόρφωση του πίνακα των αξιών – Ως κλασικός πίνακας αξιών μπορεί να θεωρηθεί εκείνος που χάραξε με σαφήνεια ο Πλάτων στους Νόμους,⁸ όπου τοποθετούνται στην πρώτη θέση οι θεοί, στη δεύτερη η ψυχή, στην τρίτη το σώμα και στην τέταρτη τα εξωτερικά αγαθά γενικώς.
Σε αυτόν τον πίνακα είχαν αναφερθεί και οι Περιπατητικοί. Και στον ίδιο αυτόν πίνακα έμελλε να αναφερθεί και ο ίδιος ο Πλωτίνος, αλλά για να τον μεταρρυθμίσει σε σημαντικό βαθμό.
Πράγματι, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης είχαν διακηρύξει και καλλιεργήσει κυρίως τις αξίες της ψυχής, χωρίς να αρνούνται τις άλλες, κατώτερες αξίες, αλλά υποτάσσοντάς τες σε εκείνες της ψυχής. Ο ίδιος ο Πλάτων, παρά τη μυστική διάσταση της σκέψεώς του, είχε δώσει σχετικά μικρή προτεραιότητα στις αξίες που αφορούν τους θεούς, δηλαδή στις θρησκευτικές αξίες ως τέτοιες.
Αντίθετα, ακριβώς αυτές είναι οι αξίες που στον Πλωτίνο έρχονται στο προσκήνιο. Σε αυτές υποτάσσονται οι αξίες της ψυχής, ενώ οι αξίες του σώματος και οι εξωτερικές αξίες χάνουν κάθε σημασία.
Με λίγα λόγια: η προγενέστερη ελληνική πνευματοκρατική παράδοση είχε αποδώσει κάποια σημασία στις σωματικές αξίες στο μέτρο που μπορούσαν, κατά κάποιον τρόπο, να ωφελήσουν τις αξίες της ψυχής, οι οποίες ήταν οι κατεξοχήν αξίες· ο Πλωτίνος δεν απέδωσε πλέον καμία σημασία στις σωματικές αξίες —«ντρεπόταν που βρισκόταν μέσα σε σώμα», λέει ο Πορφύριος, και, όταν αρρώστησε, αρνιόταν τις θεραπείες που συνιστούσε η ιατρική της εποχής—·⁹ και ακόμη και στις ίδιες τις αξίες της ψυχής απέδωσε εργαλειακή σημασία, δηλαδή τις καλλιέργησε στο μέτρο που θεωρούσε ότι μέσω αυτών μπορούσε να φθάσει στις θρησκευτικές αξίες, δηλαδή στην ομοίωση προς το Θείο με τη νέα σημασία για την οποία θα μιλήσουμε.
Με άλλα λόγια, ο Πλωτίνος έκρινε ότι ο αληθινός σοφός δεν έπρεπε απλώς να ζει τη ζωή του ενάρετου ανθρώπου, αλλά ακόμη περισσότερο τη ζωή των θεών.
Γράφει ρητώς:
Η επιδίωξή μας δεν είναι να είμαστε απαλλαγμένοι από σφάλματα, αλλά να είμαστε Θεός.¹⁰
ΕΝΟΤΗΤΑ VII
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ
Επιστροφή της ανθρώπινης Ψυχής στο Ένα-Αγαθό, επαφές και ένωση με Αυτό
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. βιβλίο VII, σ. 1789 κ.ε.
2 Εννεάδες, III, 6, 6.
3 Πρβλ., για παράδειγμα, Εννεάδες, III, 2, 16.
4 Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 10· IV, 7, 6.
5 Εννεάδες, IV, 3, 24.
6 Πρβλ. βιβλίο V, passim.
7 Εννεάδες, I, 4, 13.
8 Πρβλ. βιβλίο III, σ. 651 κ.ε.
9 Πρβλ. Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, 1–2.
10 Εννεάδες, I, 2, 6.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου