Συνέχεια από Τρίτη 4. Αυγούστου 2026
Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 21Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
II. Οι γνωστικές λειτουργίες της ψυχής και η ελευθερία
1. Οι λειτουργίες της ψυχής στην αίσθηση
Οι στοιχειώδεις δραστηριότητες της φυτικής και της ζωικής ζωής εξασφαλίζονται από την Ψυχή του σύμπαντος. Είδαμε, πράγματι, ότι σε αυτή την Ψυχή ανήκει η δημιουργία του κόσμου, ενώ στις επιμέρους ψυχές ανατίθεται το έργο να ζωογονούν και να κυβερνούν τα επιμέρους σώματα.
Τώρα, όπως όλες οι δραστηριότητες που φαίνονται να ανήκουν γενικά στα σώματα είναι, στην πραγματικότητα, ιδιότητες της Ψυχής που τις παράγει, έτσι και όλες οι δραστηριότητες που θα φαίνονταν να ανήκουν στο επιμέρους σώμα βρίσκονται, στην πραγματικότητα, υπό την άμεση διεύθυνση της ψυχής που το κυβερνά ή, ακόμη περισσότερο, αποτελούν ίδιες και ιδιαίτερες δραστηριότητες αυτής της ίδιας ψυχής.
Και σε όλα τα επίπεδα η ψυχή νοείται ως απαθής και ως ικανή μόνο να ενεργεί, διότι το ασώματο —και η Ψυχή είναι ασώματη— δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να υφίσταται επίδραση από το σωματικό.
Πώς εξηγείται, λοιπόν, η αίσθηση;
Δεν προϋποθέτει άραγε όχι μόνο μια ενέργεια των σωμάτων επάνω στα σώματα, αλλά επίσης μια ενέργεια των σωμάτων επάνω στην ψυχή ή, τουλάχιστον, μια αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και ψυχής και, επομένως, ένα «πάσχειν της ψυχής»;
Η απάντηση του Πλωτίνου είναι ιδιαίτερα ευφυής.
Διακρίνει, θεμελιωδώς, δύο όψεις της αισθήσεως: την «εξωτερική» αίσθηση, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πάθηση και το αποτύπωμα που παράγουν τα σώματα επάνω στα σώματα —και η οποία εξηγείται με βάση τον γενικό νόμο της «συμπάθειας» που συνδέει αμοιβαία όλα τα πράγματα του σύμπαντος μεταξύ τους και με το όλον—, και την κυρίως «αισθητηριακή αντίληψη», η οποία είναι, αντιθέτως, πράξη της ψυχής, γνωστική πράξη της ψυχής, πράξη που συλλαμβάνει ενεργητικά τη σωματική εντύπωση και πάθηση.
2. Με ποια έννοια η δραστηριότητα της Ψυχής καθορίζει αισθήσεις, συναισθήματα και πάθη
Επομένως, όταν εμείς «αισθανόμαστε», από τη μία πλευρά το σώμα μας υφίσταται μια πάθηση από ένα άλλο σώμα· από την άλλη, η ψυχή μας τίθεται σε ενέργεια, όχι μόνο με την έννοια ότι «δεν της διαφεύγει» η σωματική πάθηση,¹ αλλά ακόμη και με την έννοια ότι η ίδια «κρίνει» αυτές τις παθήσεις.²
Μάλιστα, για τον Πλωτίνο, μέσα στην αισθητηριακή εντύπωση που παράγεται στο σώμα μας, η ψυχή βλέπει —έστω στο ασθενέστερο και πλέον εξασθενημένο επίπεδο— το ίχνος νοητών μορφών και, επομένως, η ίδια η αίσθηση αποτελεί για την ψυχή μια μορφή θεωρίας του νοητού μέσα στο αισθητό.
Ιδού ένα ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο σχετικά με αυτό:
«Σε κάθε περίπτωση, η αισθητική δύναμη της Ψυχής δεν πρέπει να αντιλαμβάνεται άμεσα τα αισθητά δεδομένα· μάλλον αντιλαμβάνεται τις εντυπώσεις που γεννώνται από την αίσθηση μέσα στο έμψυχο σώμα και οι οποίες έχουν ήδη καθ’ εαυτές νοητή φύση. Κατά συνέπεια, η εξωτερική αίσθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εικόνα εκείνης της άλλης αισθήσεως, η οποία είναι ουσιαστικά αυθεντικότερη, καθόσον αποτελεί απαθή θεωρία καθαρών μορφών».³
Άλλωστε, αυτό δεν είναι παρά ένα συμπέρασμα που απορρέει από την πλωτινική αντίληψη του φυσικού κόσμου, σύμφωνα με την οποία τα σώματα παράγονται από τους λόγους, δηλαδή από τις λογικές δυνάμεις της Ψυχής του σύμπαντος —οι οποίες αποτελούν αντανάκλαση των Ιδεών— και, σε τελευταία ανάλυση, ανάγονται σε αυτούς· έτσι ώστε οι αισθήσεις να αποδεικνύονται, κατά μία έννοια, ως τίποτε άλλο παρά «σκοτεινές σκέψεις», ενώ οι σκέψεις των καθαρών νοητών είναι «σαφείς αισθήσεις».⁴
Μάλιστα, για τον φιλόσοφό μας, η αίσθηση είναι δυνατή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο η κατώτερη ψυχή που αισθάνεται συνδέεται με την ανώτερη ψυχή, η οποία έχει αντίληψη των καθαρών νοητών. Η πλατωνική ἀνάμνησις ή ανάμνηση, για τον Πλωτίνο, είναι μια πρωταρχική ενορατική θέαση ή κατοχή των καθαρών νοητών· και η αίσθηση της κατώτερης ψυχής συλλαμβάνει τις αισθητές μορφές, σαν να τις ακτινοβολεί με ένα φως που εκπορεύεται από την ίδια και το οποίο προέρχεται ακριβώς από εκείνη την πρωταρχική κατοχή των καθαρών μορφών που έχει η ανώτερη ψυχή.
Το ακόλουθο χωρίο εκφράζει με τέλειο τρόπο αυτή τη σύνθετη αντίληψη, η οποία εμβαθύνει και οδηγεί στις έσχατες συνέπειές της την αρχική πλατωνική διδασκαλία:
«Η Ψυχή είναι ο μορφικός λόγος όλων των πραγμάτων· είναι ο έσχατος μορφικός λόγος των νοητών και των όντων που βρίσκονται σε εκείνον τον κόσμο, ενώ είναι ο πρώτος που βρίσκεται στον αισθητό κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο έχει σχέσεις και με τους δύο κόσμους: από τον πρώτο δεν δέχεται παρά ευεργεσίες και ζωτικές ωθήσεις, ενώ από τον δεύτερο, εξαιτίας μιας ορισμένης συγγένειας, δεν δέχεται παρά πειρασμούς, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γοητεύεται από αυτόν και να κατέρχεται μέσα του.
»Βρισκόμενη, λοιπόν, στο μέσον των δύο κόσμων, η Ψυχή έχει αντίληψη και των δύο και, όπως λέγεται, γνωρίζει τα αντικείμενα του πρώτου κόσμου κάθε φορά που τα ανακαλεί στη μνήμη της και στρέφεται προς αυτά.
»Στην πραγματικότητα, η Ψυχή γνωρίζει τα νοητά επειδή, κατά κάποιον τρόπο, είναι η ίδια αυτά τα αντικείμενα, και όχι επειδή αυτά τοποθετούνται μέσα της· πράγματι, τα κατέχει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, δηλαδή τα βλέπει και συγχρόνως είναι αυτά τα ίδια τα αντικείμενα, ασφαλώς με έναν κάπως σκοτεινό τρόπο. Μόλις όμως αναδυθεί από αυτή τη σκοτεινότητα χάρη σε ένα είδος αφυπνίσεως, γίνεται ευκρινέστερη, περνώντας από τη δύναμη στην ενέργεια.
»Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι και τα αισθητά πράγματα συλλαμβάνονται σφιχτά από την Ψυχή, η οποία τα κάνει να λάμπουν με το δικό της φως και τα τοποθετεί μπροστά στα μάτια, ενώ η οπτική δύναμη, ήδη πριν από την εμφάνισή τους, ήταν έτοιμη να ενεργοποιηθεί, σαν να δοκίμαζε ωδίνες τοκετού».⁵
Και τα συναισθήματα, τα πάθη, οι βουλήσεις και όλα όσα συνδέονται με αυτά ερμηνεύονται από τον Πλωτίνο, όπως ακριβώς οι αισθήσεις, οι αντιλήψεις και η μνήμη, ως δραστηριότητες της ψυχής.
Πράγματι, για τον φιλόσοφό μας, εκείνο που πάσχει είναι το σώμα, δηλαδή το ζώο, ενώ η ψυχή παραμένει, κυριολεκτικά, απρόσβλητη από πάθη και ενεργεί επάνω στο σώμα, αντιλαμβανόμενη το πάθος του σώματος και ενδιαφερόμενη αναλόγως γι’ αυτό.
3. Ο ρόλος της ψυχής στη «φαντασία» και στη «μνήμη»
Ο Πλωτίνος αποδίδει στην ψυχή και τις δυνάμεις της φαντασίας και της μνήμης.
Ούτε το σώμα καθ’ εαυτό ούτε το σώμα θεωρούμενο μέσα στην ένωσή του με την ψυχή είναι ικανά να θυμούνται· μόνο η ψυχή είναι ικανή για μνήμη. Το σώμα, αντιθέτως, αποτελεί εμπόδιο και κώλυμα για την ανάμνηση και, επομένως, είναι μάλλον αιτία λήθης:
«Σε σχέση με τη μνήμη, και το σώμα αποτελεί εμπόδιο· πράγματι, στη ζωή μας οι αμνησίες προκαλούνται από την επίδραση ορισμένων ουσιών, ενώ όταν παύσουν οι επιδράσεις αυτές και πραγματοποιηθούν οι κατάλληλοι καθαρμοί, η μνήμη συχνά επανέρχεται.
»Άλλωστε, η μνήμη είναι κάτι σταθερό, ενώ η φύση του σώματος είναι ασταθής και φευγαλέα· αυτή, επομένως, είναι αιτία λήθης και όχι μνήμης. [...] Συμπερασματικά, μια τέτοια λειτουργία ανήκει στην Ψυχή».⁶
Αυτό είναι φανερό, λέγει ο Πλωτίνος, κυρίως στην περίπτωση της αναμνήσεως και της μνήμης επιστημονικών διδασκαλιών, όπου, προφανώς, το σώμα δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο.
Η μνήμη και η ανάμνηση έχουν, ωστόσο, δομική σχέση με τη χρονικότητα, με το «πριν» και το «μετά»· και η ψυχή, στον βαθμό κατά τον οποίο έχει σχέση με το σωματικό, έχει επίσης σχέση με τη χρονικότητα.
Αντιθέτως, καθετί που παραμένει μέσα στην ταυτότητα και την ισότητα του αιωνίου δεν έχει μνήμη, αλλά μετέχει στην ταυτόχρονη παρουσία της ολότητας.
Ο Θεός και ο Νοῦς, επομένως, δεν έχουν μνήμη· μόνο η ψυχή διαθέτει αυτή τη δραστηριότητα, ακριβώς στον βαθμό κατά τον οποίο, όπως ειπώθηκε, έχει σχέση με τη χρονικότητα.
4. Η «ἀνάμνησις» ή ανάμνηση
Δομικά διαφορετική από τη μνήμη είναι η «ἀνάμνησις», δηλαδή η ανάμνηση, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε και η οποία συνίσταται στη διαρκή διατήρηση μέσα στην ψυχή εκείνου που κατά κάποιον τρόπο είναι σύμφυτο με την ίδια, καθόσον προέρχεται από την αρχική και δομική επαφή της με τις ύψιστες πραγματικότητες.
Πράγματι, η ανώτερη ψυχή μας είναι αιωνίως συνδεδεμένη με τον Νοῦ.⁷
Κατά συνέπεια, στον επέκεινα κόσμο η ψυχή τείνει να αποβάλλει τις αναμνήσεις που συνδέονται με το σωματικό και το χρονικό, ενώ στον εδώ κόσμο η ἀνάμνησις των υπερκείμενων πραγματικοτήτων δεν μπορεί ποτέ να συσκοτιστεί εντελώς.⁸
Η υψηλότερη γνωστική δραστηριότητα της ψυχής συνίσταται, επομένως, στη νόηση που συλλαμβάνει τις Ιδέες και τον Νοῦ. Πέρα όμως από αυτήν, η ψυχή διαθέτει επίσης τη μεταλογική ικανότητα να συλλαμβάνει το ίδιο το Ένα και να «ενώνεται» μαζί Του.
Γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε παρακάτω.
5. Ο άνθρωπος και η ελευθερία του
Η υψηλότερη δραστηριότητα της ψυχής συνίσταται στην ελευθερία. Για την ακρίβεια, ο Πλωτίνος επαναλαμβάνει τις παραδοσιακές πλατωνικές διδασκαλίες πάνω στο ζήτημα· και, όπως όλοι οι ειδωλολάτρες προκάτοχοί του, δεν κατορθώνει να απαλλαγεί εντελώς από τις δεσμεύσεις του σωκρατικού διανοητισμού. Ωστόσο, μας φαίνεται ότι, παρ’ όλα αυτά, πραγματοποιεί ορισμένες προόδους στο θέμα, οι οποίες εξαρτώνται ουσιαστικά από τη νέα του αντίληψη για το Απόλυτο.
Είδαμε, πράγματι, ότι το Ένα, η άναρχη Αρχή, είναι ουσιωδώς ελευθερία, βούληση και αιτία του εαυτού του. Το Ένα θέλει τον εαυτό του —και επομένως θέτει τον εαυτό του— επειδή είναι Αγαθό· και ως Αγαθό —ως απόλυτο θετικό— «αυτοθέλεται» και «αυτοτίθεται». Επομένως, μέσα στο Απόλυτο η ελευθερία —η απόλυτη ελευθερία— συμπίπτει με τη βούληση του Αγαθού —του απόλυτου Αγαθού— ή με το να θέλει να είναι ως Αγαθό —ως απόλυτο Αγαθό.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η ελευθερία του ανθρώπου και της ψυχής πρέπει να αναζητηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, και οι ίδιες ακόμη διατυπώσεις που έχουν διανοητικιστικό χαρακτήρα πρέπει να διαβαστούν υπό αυτό το πρίσμα.
Πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο Νοῦς είναι ελεύθερος μόνο χάρη στο Αγαθό, όπως δείχνει το ακόλουθο χαρακτηριστικό κείμενο:
«Και ο Νοῦς, όμως, έχει μια άλλη αρχή· μόνο που αυτή δεν είναι ξένη προς αυτόν, αλλά βρίσκεται μέσα στο Αγαθό. Επομένως, όσο περισσότερο συμμορφώνεται προς εκείνο το Αγαθό, τόσο περισσότερο θα έχει τα πράγματα υπό την εξουσία του και τόσο περισσότερο θα είναι ελεύθερος· διότι και οι δύο αυτές καταστάσεις επιδιώκονται χάριν του Αγαθού.
»Με λίγα λόγια, εάν κατά την ενέργειά του ο Νοῦς συμμορφώνεται προς το Αγαθό, αυξάνει προοδευτικά ό,τι βρίσκεται στην εξουσία του. Έχει πλέον μέσα του εκείνη την ορμή η οποία, προερχόμενη από το Αγαθό, τείνει προς αυτό και συγχρόνως παραμένει μέσα στο ίδιο το Αγαθό.
»Ιδού, λοιπόν, ο καλύτερος τρόπος για τον Νοῦ να βρίσκεται μέσα στον εαυτό του: να στρέφεται προς το Αγαθό».⁹
Όπως, λοιπόν, η ελευθερία του Νοῦ συνίσταται στο να ακολουθεί την κατεύθυνση του Αγαθού, έτσι, κατά ανάλογο τρόπο, η ελευθερία της ψυχής συνίσταται στο να θέτει τη δική της ενεργό δύναμη στην κατεύθυνση του Νοῦ και να ενεργεί σύμφωνα με εκείνους τους τρόπους που την οδηγούν στην ένωση με τον Νοῦ και, μέσω του Νοῦ, με το Ένα και με το ίδιο το Αγαθό.
Η ελευθερία, επομένως, κατά τον Πλωτίνο, δεν μπορεί να συνίσταται στην πρακτική δραστηριότητα, δηλαδή στην εξωτερική πράξη, αλλά στην «αρετή» και προπάντων στις ανώτερες αρετές· ιδιαίτερα στη «νόηση» και κυρίως στη «θεωρία» και, στο έσχατο όριο, όπως θα δούμε, στην «έκσταση».
Η ελευθερία και η κυρίαρχη βούληση, επομένως, εξηγούνται για τον Πλωτίνο μόνο μέσα στη διάσταση του άυλου.¹⁰
Ενώ όμως το Ένα είναι η ελευθερία που αυτοτίθεται ως απόλυτο Αγαθό, ο Νοῦς είναι ελεύθερος υπό την έννοια ότι η ενέργειά του συμπίπτει με το να θέλει το Αγαθό, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό· η Ψυχή, τέλος, είναι ελεύθερη στον βαθμό κατά τον οποίο, μέσω του ίδιου του Νοῦ, τείνει προς το Αγαθό.
Ιδού ένα κείμενο που διασαφηνίζει με σαφήνεια αυτό το τελευταίο σημείο:
«Η Ψυχή είναι ελεύθερη όταν επιθυμεί το Αγαθό μέσω του Νοῦ και, μέσα σε αυτή την επιθυμία της, δεν συναντά εμπόδια. Ό,τι πράττει υπό αυτές τις συνθήκες εξαρτάται από την ίδια. Ο Νοῦς, αντιθέτως, είναι ελεύθερος καθ’ εαυτόν.
»Η φύση του Αγαθού αποτελεί καθ’ εαυτήν αντικείμενο επιθυμίας· και χάρη σε αυτήν όλες οι άλλες πραγματικότητες έχουν κάτι στην εξουσία τους, είτε όταν είναι σε θέση να το φθάσουν χωρίς εμπόδια είτε όταν ήδη το κατέχουν».¹¹
Η ελευθερία του ανθρώπου, επομένως, είναι πάντοτε και αποκλειστικά η ελευθερία της ψυχής που θέλει και επιδιώκει να φθάσει στο Αγαθό.
III. Οι εσχατολογικές τύχες της ψυχής και ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου
1. Επανεξέταση της διδασκαλίας της «μετεμψυχώσεως»
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. Ἐννεάδες, III, 4, 2. 2 Πρβλ. Ἐννεάδες, III, 6, 1· IV, 3, 11.
3 Ἐννεάδες, I, 1, 7· πρβλ. III, 8, 7. 4 Πρβλ. Ἐννεάδες, VI, 7, 7.
5 Ἐννεάδες, IV, 6, 3. 6 Ἐννεάδες, IV, 3, 26.
7 Πρβλ. Ἐννεάδες, IV, 3, 25. 8 Πρβλ. Ἐννεάδες, IV, 3, 27.
9 Ἐννεάδες, VI, 8, 4. 10 Πρβλ. Ἐννεάδες, VI, 8, 6.
11 Ἐννεάδες, VI, 8, 7.
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.
ΤΜΗΜΑ VI
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ
II. Οι γνωστικές λειτουργίες της ψυχής και η ελευθερία
1. Οι λειτουργίες της ψυχής στην αίσθηση
Οι στοιχειώδεις δραστηριότητες της φυτικής και της ζωικής ζωής εξασφαλίζονται από την Ψυχή του σύμπαντος. Είδαμε, πράγματι, ότι σε αυτή την Ψυχή ανήκει η δημιουργία του κόσμου, ενώ στις επιμέρους ψυχές ανατίθεται το έργο να ζωογονούν και να κυβερνούν τα επιμέρους σώματα.
Τώρα, όπως όλες οι δραστηριότητες που φαίνονται να ανήκουν γενικά στα σώματα είναι, στην πραγματικότητα, ιδιότητες της Ψυχής που τις παράγει, έτσι και όλες οι δραστηριότητες που θα φαίνονταν να ανήκουν στο επιμέρους σώμα βρίσκονται, στην πραγματικότητα, υπό την άμεση διεύθυνση της ψυχής που το κυβερνά ή, ακόμη περισσότερο, αποτελούν ίδιες και ιδιαίτερες δραστηριότητες αυτής της ίδιας ψυχής.
Και σε όλα τα επίπεδα η ψυχή νοείται ως απαθής και ως ικανή μόνο να ενεργεί, διότι το ασώματο —και η Ψυχή είναι ασώματη— δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να υφίσταται επίδραση από το σωματικό.
Πώς εξηγείται, λοιπόν, η αίσθηση;
Δεν προϋποθέτει άραγε όχι μόνο μια ενέργεια των σωμάτων επάνω στα σώματα, αλλά επίσης μια ενέργεια των σωμάτων επάνω στην ψυχή ή, τουλάχιστον, μια αμφίδρομη αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και ψυχής και, επομένως, ένα «πάσχειν της ψυχής»;
Η απάντηση του Πλωτίνου είναι ιδιαίτερα ευφυής.
Διακρίνει, θεμελιωδώς, δύο όψεις της αισθήσεως: την «εξωτερική» αίσθηση, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πάθηση και το αποτύπωμα που παράγουν τα σώματα επάνω στα σώματα —και η οποία εξηγείται με βάση τον γενικό νόμο της «συμπάθειας» που συνδέει αμοιβαία όλα τα πράγματα του σύμπαντος μεταξύ τους και με το όλον—, και την κυρίως «αισθητηριακή αντίληψη», η οποία είναι, αντιθέτως, πράξη της ψυχής, γνωστική πράξη της ψυχής, πράξη που συλλαμβάνει ενεργητικά τη σωματική εντύπωση και πάθηση.
2. Με ποια έννοια η δραστηριότητα της Ψυχής καθορίζει αισθήσεις, συναισθήματα και πάθη
Επομένως, όταν εμείς «αισθανόμαστε», από τη μία πλευρά το σώμα μας υφίσταται μια πάθηση από ένα άλλο σώμα· από την άλλη, η ψυχή μας τίθεται σε ενέργεια, όχι μόνο με την έννοια ότι «δεν της διαφεύγει» η σωματική πάθηση,¹ αλλά ακόμη και με την έννοια ότι η ίδια «κρίνει» αυτές τις παθήσεις.²
Μάλιστα, για τον Πλωτίνο, μέσα στην αισθητηριακή εντύπωση που παράγεται στο σώμα μας, η ψυχή βλέπει —έστω στο ασθενέστερο και πλέον εξασθενημένο επίπεδο— το ίχνος νοητών μορφών και, επομένως, η ίδια η αίσθηση αποτελεί για την ψυχή μια μορφή θεωρίας του νοητού μέσα στο αισθητό.
Ιδού ένα ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο σχετικά με αυτό:
«Σε κάθε περίπτωση, η αισθητική δύναμη της Ψυχής δεν πρέπει να αντιλαμβάνεται άμεσα τα αισθητά δεδομένα· μάλλον αντιλαμβάνεται τις εντυπώσεις που γεννώνται από την αίσθηση μέσα στο έμψυχο σώμα και οι οποίες έχουν ήδη καθ’ εαυτές νοητή φύση. Κατά συνέπεια, η εξωτερική αίσθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εικόνα εκείνης της άλλης αισθήσεως, η οποία είναι ουσιαστικά αυθεντικότερη, καθόσον αποτελεί απαθή θεωρία καθαρών μορφών».³
Άλλωστε, αυτό δεν είναι παρά ένα συμπέρασμα που απορρέει από την πλωτινική αντίληψη του φυσικού κόσμου, σύμφωνα με την οποία τα σώματα παράγονται από τους λόγους, δηλαδή από τις λογικές δυνάμεις της Ψυχής του σύμπαντος —οι οποίες αποτελούν αντανάκλαση των Ιδεών— και, σε τελευταία ανάλυση, ανάγονται σε αυτούς· έτσι ώστε οι αισθήσεις να αποδεικνύονται, κατά μία έννοια, ως τίποτε άλλο παρά «σκοτεινές σκέψεις», ενώ οι σκέψεις των καθαρών νοητών είναι «σαφείς αισθήσεις».⁴
Μάλιστα, για τον φιλόσοφό μας, η αίσθηση είναι δυνατή μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο η κατώτερη ψυχή που αισθάνεται συνδέεται με την ανώτερη ψυχή, η οποία έχει αντίληψη των καθαρών νοητών. Η πλατωνική ἀνάμνησις ή ανάμνηση, για τον Πλωτίνο, είναι μια πρωταρχική ενορατική θέαση ή κατοχή των καθαρών νοητών· και η αίσθηση της κατώτερης ψυχής συλλαμβάνει τις αισθητές μορφές, σαν να τις ακτινοβολεί με ένα φως που εκπορεύεται από την ίδια και το οποίο προέρχεται ακριβώς από εκείνη την πρωταρχική κατοχή των καθαρών μορφών που έχει η ανώτερη ψυχή.
Το ακόλουθο χωρίο εκφράζει με τέλειο τρόπο αυτή τη σύνθετη αντίληψη, η οποία εμβαθύνει και οδηγεί στις έσχατες συνέπειές της την αρχική πλατωνική διδασκαλία:
«Η Ψυχή είναι ο μορφικός λόγος όλων των πραγμάτων· είναι ο έσχατος μορφικός λόγος των νοητών και των όντων που βρίσκονται σε εκείνον τον κόσμο, ενώ είναι ο πρώτος που βρίσκεται στον αισθητό κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο έχει σχέσεις και με τους δύο κόσμους: από τον πρώτο δεν δέχεται παρά ευεργεσίες και ζωτικές ωθήσεις, ενώ από τον δεύτερο, εξαιτίας μιας ορισμένης συγγένειας, δεν δέχεται παρά πειρασμούς, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γοητεύεται από αυτόν και να κατέρχεται μέσα του.
»Βρισκόμενη, λοιπόν, στο μέσον των δύο κόσμων, η Ψυχή έχει αντίληψη και των δύο και, όπως λέγεται, γνωρίζει τα αντικείμενα του πρώτου κόσμου κάθε φορά που τα ανακαλεί στη μνήμη της και στρέφεται προς αυτά.
»Στην πραγματικότητα, η Ψυχή γνωρίζει τα νοητά επειδή, κατά κάποιον τρόπο, είναι η ίδια αυτά τα αντικείμενα, και όχι επειδή αυτά τοποθετούνται μέσα της· πράγματι, τα κατέχει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, δηλαδή τα βλέπει και συγχρόνως είναι αυτά τα ίδια τα αντικείμενα, ασφαλώς με έναν κάπως σκοτεινό τρόπο. Μόλις όμως αναδυθεί από αυτή τη σκοτεινότητα χάρη σε ένα είδος αφυπνίσεως, γίνεται ευκρινέστερη, περνώντας από τη δύναμη στην ενέργεια.
»Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι και τα αισθητά πράγματα συλλαμβάνονται σφιχτά από την Ψυχή, η οποία τα κάνει να λάμπουν με το δικό της φως και τα τοποθετεί μπροστά στα μάτια, ενώ η οπτική δύναμη, ήδη πριν από την εμφάνισή τους, ήταν έτοιμη να ενεργοποιηθεί, σαν να δοκίμαζε ωδίνες τοκετού».⁵
Και τα συναισθήματα, τα πάθη, οι βουλήσεις και όλα όσα συνδέονται με αυτά ερμηνεύονται από τον Πλωτίνο, όπως ακριβώς οι αισθήσεις, οι αντιλήψεις και η μνήμη, ως δραστηριότητες της ψυχής.
Πράγματι, για τον φιλόσοφό μας, εκείνο που πάσχει είναι το σώμα, δηλαδή το ζώο, ενώ η ψυχή παραμένει, κυριολεκτικά, απρόσβλητη από πάθη και ενεργεί επάνω στο σώμα, αντιλαμβανόμενη το πάθος του σώματος και ενδιαφερόμενη αναλόγως γι’ αυτό.
3. Ο ρόλος της ψυχής στη «φαντασία» και στη «μνήμη»
Ο Πλωτίνος αποδίδει στην ψυχή και τις δυνάμεις της φαντασίας και της μνήμης.
Ούτε το σώμα καθ’ εαυτό ούτε το σώμα θεωρούμενο μέσα στην ένωσή του με την ψυχή είναι ικανά να θυμούνται· μόνο η ψυχή είναι ικανή για μνήμη. Το σώμα, αντιθέτως, αποτελεί εμπόδιο και κώλυμα για την ανάμνηση και, επομένως, είναι μάλλον αιτία λήθης:
«Σε σχέση με τη μνήμη, και το σώμα αποτελεί εμπόδιο· πράγματι, στη ζωή μας οι αμνησίες προκαλούνται από την επίδραση ορισμένων ουσιών, ενώ όταν παύσουν οι επιδράσεις αυτές και πραγματοποιηθούν οι κατάλληλοι καθαρμοί, η μνήμη συχνά επανέρχεται.
»Άλλωστε, η μνήμη είναι κάτι σταθερό, ενώ η φύση του σώματος είναι ασταθής και φευγαλέα· αυτή, επομένως, είναι αιτία λήθης και όχι μνήμης. [...] Συμπερασματικά, μια τέτοια λειτουργία ανήκει στην Ψυχή».⁶
Αυτό είναι φανερό, λέγει ο Πλωτίνος, κυρίως στην περίπτωση της αναμνήσεως και της μνήμης επιστημονικών διδασκαλιών, όπου, προφανώς, το σώμα δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο.
Η μνήμη και η ανάμνηση έχουν, ωστόσο, δομική σχέση με τη χρονικότητα, με το «πριν» και το «μετά»· και η ψυχή, στον βαθμό κατά τον οποίο έχει σχέση με το σωματικό, έχει επίσης σχέση με τη χρονικότητα.
Αντιθέτως, καθετί που παραμένει μέσα στην ταυτότητα και την ισότητα του αιωνίου δεν έχει μνήμη, αλλά μετέχει στην ταυτόχρονη παρουσία της ολότητας.
Ο Θεός και ο Νοῦς, επομένως, δεν έχουν μνήμη· μόνο η ψυχή διαθέτει αυτή τη δραστηριότητα, ακριβώς στον βαθμό κατά τον οποίο, όπως ειπώθηκε, έχει σχέση με τη χρονικότητα.
4. Η «ἀνάμνησις» ή ανάμνηση
Δομικά διαφορετική από τη μνήμη είναι η «ἀνάμνησις», δηλαδή η ανάμνηση, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε και η οποία συνίσταται στη διαρκή διατήρηση μέσα στην ψυχή εκείνου που κατά κάποιον τρόπο είναι σύμφυτο με την ίδια, καθόσον προέρχεται από την αρχική και δομική επαφή της με τις ύψιστες πραγματικότητες.
Πράγματι, η ανώτερη ψυχή μας είναι αιωνίως συνδεδεμένη με τον Νοῦ.⁷
Κατά συνέπεια, στον επέκεινα κόσμο η ψυχή τείνει να αποβάλλει τις αναμνήσεις που συνδέονται με το σωματικό και το χρονικό, ενώ στον εδώ κόσμο η ἀνάμνησις των υπερκείμενων πραγματικοτήτων δεν μπορεί ποτέ να συσκοτιστεί εντελώς.⁸
Η υψηλότερη γνωστική δραστηριότητα της ψυχής συνίσταται, επομένως, στη νόηση που συλλαμβάνει τις Ιδέες και τον Νοῦ. Πέρα όμως από αυτήν, η ψυχή διαθέτει επίσης τη μεταλογική ικανότητα να συλλαμβάνει το ίδιο το Ένα και να «ενώνεται» μαζί Του.
Γι’ αυτό όμως θα μιλήσουμε παρακάτω.
5. Ο άνθρωπος και η ελευθερία του
Η υψηλότερη δραστηριότητα της ψυχής συνίσταται στην ελευθερία. Για την ακρίβεια, ο Πλωτίνος επαναλαμβάνει τις παραδοσιακές πλατωνικές διδασκαλίες πάνω στο ζήτημα· και, όπως όλοι οι ειδωλολάτρες προκάτοχοί του, δεν κατορθώνει να απαλλαγεί εντελώς από τις δεσμεύσεις του σωκρατικού διανοητισμού. Ωστόσο, μας φαίνεται ότι, παρ’ όλα αυτά, πραγματοποιεί ορισμένες προόδους στο θέμα, οι οποίες εξαρτώνται ουσιαστικά από τη νέα του αντίληψη για το Απόλυτο.
Είδαμε, πράγματι, ότι το Ένα, η άναρχη Αρχή, είναι ουσιωδώς ελευθερία, βούληση και αιτία του εαυτού του. Το Ένα θέλει τον εαυτό του —και επομένως θέτει τον εαυτό του— επειδή είναι Αγαθό· και ως Αγαθό —ως απόλυτο θετικό— «αυτοθέλεται» και «αυτοτίθεται». Επομένως, μέσα στο Απόλυτο η ελευθερία —η απόλυτη ελευθερία— συμπίπτει με τη βούληση του Αγαθού —του απόλυτου Αγαθού— ή με το να θέλει να είναι ως Αγαθό —ως απόλυτο Αγαθό.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η ελευθερία του ανθρώπου και της ψυχής πρέπει να αναζητηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, και οι ίδιες ακόμη διατυπώσεις που έχουν διανοητικιστικό χαρακτήρα πρέπει να διαβαστούν υπό αυτό το πρίσμα.
Πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι και ο ίδιος ο Νοῦς είναι ελεύθερος μόνο χάρη στο Αγαθό, όπως δείχνει το ακόλουθο χαρακτηριστικό κείμενο:
«Και ο Νοῦς, όμως, έχει μια άλλη αρχή· μόνο που αυτή δεν είναι ξένη προς αυτόν, αλλά βρίσκεται μέσα στο Αγαθό. Επομένως, όσο περισσότερο συμμορφώνεται προς εκείνο το Αγαθό, τόσο περισσότερο θα έχει τα πράγματα υπό την εξουσία του και τόσο περισσότερο θα είναι ελεύθερος· διότι και οι δύο αυτές καταστάσεις επιδιώκονται χάριν του Αγαθού.
»Με λίγα λόγια, εάν κατά την ενέργειά του ο Νοῦς συμμορφώνεται προς το Αγαθό, αυξάνει προοδευτικά ό,τι βρίσκεται στην εξουσία του. Έχει πλέον μέσα του εκείνη την ορμή η οποία, προερχόμενη από το Αγαθό, τείνει προς αυτό και συγχρόνως παραμένει μέσα στο ίδιο το Αγαθό.
»Ιδού, λοιπόν, ο καλύτερος τρόπος για τον Νοῦ να βρίσκεται μέσα στον εαυτό του: να στρέφεται προς το Αγαθό».⁹
Όπως, λοιπόν, η ελευθερία του Νοῦ συνίσταται στο να ακολουθεί την κατεύθυνση του Αγαθού, έτσι, κατά ανάλογο τρόπο, η ελευθερία της ψυχής συνίσταται στο να θέτει τη δική της ενεργό δύναμη στην κατεύθυνση του Νοῦ και να ενεργεί σύμφωνα με εκείνους τους τρόπους που την οδηγούν στην ένωση με τον Νοῦ και, μέσω του Νοῦ, με το Ένα και με το ίδιο το Αγαθό.
Η ελευθερία, επομένως, κατά τον Πλωτίνο, δεν μπορεί να συνίσταται στην πρακτική δραστηριότητα, δηλαδή στην εξωτερική πράξη, αλλά στην «αρετή» και προπάντων στις ανώτερες αρετές· ιδιαίτερα στη «νόηση» και κυρίως στη «θεωρία» και, στο έσχατο όριο, όπως θα δούμε, στην «έκσταση».
Η ελευθερία και η κυρίαρχη βούληση, επομένως, εξηγούνται για τον Πλωτίνο μόνο μέσα στη διάσταση του άυλου.¹⁰
Ενώ όμως το Ένα είναι η ελευθερία που αυτοτίθεται ως απόλυτο Αγαθό, ο Νοῦς είναι ελεύθερος υπό την έννοια ότι η ενέργειά του συμπίπτει με το να θέλει το Αγαθό, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό· η Ψυχή, τέλος, είναι ελεύθερη στον βαθμό κατά τον οποίο, μέσω του ίδιου του Νοῦ, τείνει προς το Αγαθό.
Ιδού ένα κείμενο που διασαφηνίζει με σαφήνεια αυτό το τελευταίο σημείο:
«Η Ψυχή είναι ελεύθερη όταν επιθυμεί το Αγαθό μέσω του Νοῦ και, μέσα σε αυτή την επιθυμία της, δεν συναντά εμπόδια. Ό,τι πράττει υπό αυτές τις συνθήκες εξαρτάται από την ίδια. Ο Νοῦς, αντιθέτως, είναι ελεύθερος καθ’ εαυτόν.
»Η φύση του Αγαθού αποτελεί καθ’ εαυτήν αντικείμενο επιθυμίας· και χάρη σε αυτήν όλες οι άλλες πραγματικότητες έχουν κάτι στην εξουσία τους, είτε όταν είναι σε θέση να το φθάσουν χωρίς εμπόδια είτε όταν ήδη το κατέχουν».¹¹
Η ελευθερία του ανθρώπου, επομένως, είναι πάντοτε και αποκλειστικά η ελευθερία της ψυχής που θέλει και επιδιώκει να φθάσει στο Αγαθό.
III. Οι εσχατολογικές τύχες της ψυχής και ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου
1. Επανεξέταση της διδασκαλίας της «μετεμψυχώσεως»
Σημειώσεις:
1 Πρβλ. Ἐννεάδες, III, 4, 2. 2 Πρβλ. Ἐννεάδες, III, 6, 1· IV, 3, 11.
3 Ἐννεάδες, I, 1, 7· πρβλ. III, 8, 7. 4 Πρβλ. Ἐννεάδες, VI, 7, 7.
5 Ἐννεάδες, IV, 6, 3. 6 Ἐννεάδες, IV, 3, 26.
7 Πρβλ. Ἐννεάδες, IV, 3, 25. 8 Πρβλ. Ἐννεάδες, IV, 3, 27.
9 Ἐννεάδες, VI, 8, 4. 10 Πρβλ. Ἐννεάδες, VI, 8, 6.
11 Ἐννεάδες, VI, 8, 7.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου