Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 3 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Συνέχεια από Δευτέρα 17. Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 3

ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Α΄ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ


Ο Συμεών εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στην Πετρούπολη, υπηρετώντας σε τάγμα σκαπανέων που ανήκε στην Αυτοκρατορική Φρουρά. Είχε πάει στον στρατό με ζωντανή πίστη και βαθύ αίσθημα μετάνοιας και δεν έπαυε να διατηρεί τη μνήμη του Θεού.
Στον στρατό τον αγαπούσαν πολύ ως στρατιώτη πρόθυμο στην υπηρεσία, ήσυχο και πάντοτε με καλή συμπεριφορά, ενώ οι σύντροφοί του τον εκτιμούσαν ως ευχάριστο και πιστό φίλο. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στη Ρωσία, όπου οι στρατιώτες ζούσαν σαν αδελφοί.
Την παραμονή κάποιας γιορτής, αυτός και τρεις άλλοι φρουροί του ίδιου τάγματος βγήκαν στην πόλη. Κατέληξαν σε ένα από τα μεγάλα καπηλειά της πρωτεύουσας, όπου υπήρχαν πολλά φώτα και αντηχούσε δυνατή μουσική. Παρήγγειλαν φαγητό και βότκα και συζητούσαν με ευθυμία. Ο Συμεών όμως περισσότερο σιωπούσε. Ένας από αυτούς τον ρώτησε:
– Συμεών, όλο σιωπάς· τι σκέφτεσαι;
– Σκέφτομαι το εξής: εμείς τώρα βρισκόμαστε στην ταβέρνα, τρώμε, πίνουμε βότκα, ακούμε μουσική και διασκεδάζουμε· αλλά στον Άθω αυτή την ώρα τελείται αγρυπνία και όλη τη νύχτα θα προσεύχονται. Ποιος από εμάς, στη Φοβερή Κρίση, θα δώσει την πιο ευπρόσδεκτη απολογία, εκείνοι ή εμείς;
Τότε ο άλλος του λέει:
– Τι άνθρωπος είναι αυτός ο Συμεών! Εμείς ακούμε μουσική και διασκεδάζουμε, κι ο νους του βρίσκεται στον Άθω και στην Κρίση.
Τα λόγια του φρουρού για τον Συμεών —«ο νους του βρίσκεται στον Άθω και στην Κρίση»— ίσως να ίσχυαν όχι μόνο για εκείνη τη στιγμή, αλλά και για ολόκληρη την περίοδο της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Ότι σκεφτόταν τον Άθω φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από το γεγονός ότι πολλές φορές έστελνε εκεί χρήματα.

Κάποια ημέρα πήγε από το στρατόπεδο του Ουστιζόρσκ, όπου στρατοπέδευε το τάγμα τους κατά το καλοκαίρι, στο ταχυδρομείο του χωριού Κόλπινο, για να στείλει χρηματική επιταγή στον Άθω. Καθώς επέστρεφε, όχι μακριά από το Κόλπινο, είδε ξαφνικά να τρέχει καταπάνω του ένας μεγάλος λυσσασμένος σκύλος. Όταν εκείνος πλησίασε πολύ και ήταν έτοιμος να ορμήσει επάνω του, ο Συμεών φώναξε με φόβο: «Κύριε, ἐλέησον»!
Μόλις πρόφερε αυτή τη σύντομη προσευχή, κάποια δύναμη απώθησε αμέσως τον σκύλο προς το πλάι, σαν να είχε προσκρούσει κάπου, και εκείνος κατευθύνθηκε προς το χωριό, όπου προξένησε μεγάλη ζημιά τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα.
Το περιστατικό αυτό χαράχτηκε βαθιά στην καρδιά του Συμεών, γιατί αισθάνθηκε έντονα την εγγύτητα του Κυρίου που τον προστάτευε και προσκολλήθηκε ακόμη περισσότερο στη μνήμη του Θεού.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας φάνηκε και πάλι η δύναμη των συμβουλών του και η αγαθή επίδρασή του στους άλλους. Κάποια ημέρα είδε στο κατάλυμα του λόχου έναν στρατιώτη, που είχε απολυθεί από τον στρατό, να κάθεται λυπημένος πάνω στο κρεβάτι του, με σκυμμένο το κεφάλι. Ο Συμεών τον πλησίασε και του είπε:
– Γιατί λυπάσαι και δεν χαίρεσαι όπως οι άλλοι, αφού τελείωσες τη θητεία σου και τώρα επιστρέφεις στο σπίτι σου;
– Έλαβα γράμμα από τους δικούς μου, λέει ο στρατιώτης. Γράφουν ότι όσο έλειπα, η γυναίκα μου γέννησε!... Για μια στιγμή σώπασε. Ύστερα, κουνώντας το κεφάλι του, είπε με ήρεμη φωνή, στην οποία διακρινόταν θλίψη, θυμός και πληγωμένος εγωισμός:
– Δεν ξέρω τι να κάνω... Ω, φοβάμαι... τόσο πολύ, ώστε δεν θέλω ούτε να επιστρέψω στο σπίτι μου.
Ο Συμεών τον ρωτά ήρεμα:
– Και εσύ αυτόν τον καιρό πόσες φορές πήγες σε κακόφημα μέρη;
– Ναι, υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις... απάντησε ο στρατιώτης, σαν να θυμήθηκε κάτι.
– Να λοιπόν, ούτε κι εσύ μπόρεσες να αντέξεις, λέει ο Συμεών. Αλλά νομίζεις ότι γι’ αυτήν ήταν εύκολο;... Εσύ ήσουν ασφαλής, είσαι άνδρας· εκείνη όμως από μία μόνο πτώση μπορούσε να πάθει αυτό... Σκέψου πού πήγαινες εσύ!... Εσύ απέναντί της είσαι περισσότερο ένοχος παρά εκείνη... Συγχώρεσέ την. Πήγαινε στο σπίτι σου, δέξου το παιδί σαν δικό σου και θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά...
Πέρασαν πολλοί μήνες. Ο Συμεών έλαβε ευχαριστήρια επιστολή από εκείνον τον στρατιώτη. Έγραφε ότι, όταν επέστρεψε στο σπίτι, ο πατέρας και η μητέρα του τον υποδέχθηκαν σκυθρωποί, ενώ η γυναίκα του, φοβισμένη και ταραγμένη, στεκόταν κοντά στην πόρτα του σπιτιού κρατώντας στην αγκαλιά της το βρέφος.
Η ψυχή του όμως, από τη στιγμή που του είχε μιλήσει ο Συμεών, ήταν ήρεμη. Χαιρέτησε τους γονείς του και, χαρούμενος, πλησίασε τη γυναίκα του, τη φίλησε, πήρε το βρέφος στα χέρια του και το φίλησε κι αυτό. Χάρηκαν όλοι, μπήκαν στο σπίτι και κατόπιν γύρισαν το χωριό για να χαιρετήσει γνωστούς και συγγενείς, ενώ εκείνος κρατούσε το βρέφος στα χέρια του. Όλων οι ψυχές γέμισαν χαρά. Από τότε έζησαν ειρηνικά.


Στην επιστολή ο στρατιώτης ευχαριστούσε πολύ τον φίλο του Συμεών για την καλή συμβουλή. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η συμβουλή του ήταν πραγματικά όχι μόνο καλή αλλά και σοφή. Έτσι, ήδη από τα νεανικά του χρόνια, ο Γέροντας Σιλουανός είχε καταλάβει καλά ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων είναι να έχει ο καθένας επίγνωση του δικού του σφάλματος.

Προς το τέλος της θητείας του και λίγο πριν από την αναχώρηση των στρατιωτών της κλάσης του για τα σπίτια τους, ο Συμεών πήγε μαζί με τον γραφέα του λόχου να δει τον πατέρα Ιωάννη της Κρονστάνδης και να ζητήσει τις προσευχές και την ευλογία του. Επειδή όμως δεν βρήκαν τον πατέρα Ιωάννη στην Κρονστάνδη, σκέφτηκαν να αφήσουν επιστολές.
Ο γραφέας συνέταξε με καλλιγραφικά γράμματα και εξεζητημένο ύφος κάποια σοφή επιστολή, ενώ ο Συμεών έγραψε μόνο λίγες λέξεις:
«Άγιε Πάτερ, θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχηθείτε να μη με κρατήσει ο κόσμος».
Επέστρεψε στον στρατώνα, στην Πετρούπολη, και, όπως έλεγε ο Γέροντας, ήδη από την επόμενη ημέρα αισθανόταν γύρω του «να βουίζουν οι φλόγες του άδη».
Όταν έφυγε από την Πετρούπολη, ο Συμεών επέστρεψε στο σπίτι του και έμεινε μόνο μία εβδομάδα. Συγκεντρώθηκαν και του παραδόθηκαν λινά υφάσματα και άλλα αφιερώματα για τη Μονή. Αποχαιρέτησε όλους και αναχώρησε για τον Άθω.
Από την ημέρα όμως εκείνη, κατά την οποία προσευχήθηκε γι’ αυτόν ο πατήρ Ιωάννης, «οι φλόγες του άδη βούιζαν» συνεχώς γύρω του: στο τρένο, στην Οδησσό, στο πλοίο, ακόμη και στον Άθω, στη Μονή, στον ναό, παντού.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Το φθινόπωρο του 1892 ο Συμεών έφτασε στο Άγιον Όρος και μπήκε στη Μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα. Άρχισε πλέον η ζωή των πνευματικών αγώνων.
Σύμφωνα με το αγιορείτικο έθιμο, ο αρχάριος δόκιμος, ο «αδελφός Συμεών», έπρεπε να περάσει μερικές ημέρες σε πλήρη ησυχία, για να θυμηθεί τις αμαρτίες ολόκληρης της ζωής του και να τις καταγράψει, ώστε να τις εξομολογηθεί στον πνευματικό. Το μαρτύριο της κόλασης που αισθανόταν γέννησε μέσα του ακατάσχετη και φλογερή μεταμέλεια. Στο μυστήριο της μετάνοιας ήθελε να ελευθερώσει την ψυχή του από καθετί που τη βάραινε και γι’ αυτό, με προθυμία και μεγάλο φόβο, εξομολογήθηκε όλες τις πράξεις της ζωής του, χωρίς να δικαιολογήσει τον εαυτό του σε τίποτε.

Ο πνευματικός τού είπε:

«Εξομολογήθηκες τις αμαρτίες σου ενώπιον του Θεού και να γνωρίζεις ότι όλες σου συγχωρήθηκαν... Από τώρα ας βάλουμε αρχή για μια νέα ζωή... Πήγαινε με ειρήνη και χαίρε, γιατί ο Κύριος σε οδήγησε σε αυτό το λιμάνι της σωτηρίας».

Η απλή και πιστή ψυχή του Συμεών, όταν άκουσε από τον γέροντα-πνευματικό ότι οι αμαρτίες του είχαν συγχωρηθεί, παραδόθηκε στη χαρά σύμφωνα με τον λόγο: «Πήγαινε με ειρήνη και χαίρε».
Άπειρος και αφελής, δεν γνώριζε ακόμη ότι στον ασκητή επιβάλλεται εγκράτεια ακόμη και στη χαρά, και γι’ αυτό έχασε αμέσως εκείνη την πνευματική ένταση στην οποία βρισκόταν η ψυχή του μετά την επίσκεψή του στην Κρονστάνδη. Κατά την εξασθένηση που ακολούθησε, έγινε αντικείμενο σαρκικής επιθυμίας και ο νους του στάθηκε σε δελεαστικές εικόνες που του πρόβαλλε το πάθος. Ο λογισμός τού έλεγε: «Πήγαινε στον κόσμο και παντρέψου».
Τι υπέστη όταν βρισκόταν μόνος του ο νεαρός δόκιμος, δεν το γνωρίζουμε. Όταν πήγε να εξομολογηθεί, ο πνευματικός τού είπε:
«Μη συγκατατίθεσαι ποτέ στους λογισμούς και, μόλις έρχονται, να τους διώχνεις».
Από αυτή την απροσδόκητη «πτώση» του αδελφού Συμεών, η ψυχή του κυριεύτηκε από μεγάλο τρόμο. Έχοντας τώρα συνειδητοποιήσει τη φοβερή δύναμη της αμαρτίας, αισθάνθηκε πάλι τον εαυτό του μέσα στις φλόγες του άδη και αποφάσισε να προσεύχεται αδιάλειπτα, μέχρι να τον ελεήσει ο Θεός.
Ύστερα από την εμπειρία των μυστηρίων της κόλασης, ύστερα από εκείνη τη χαρά που αισθάνθηκε όταν έλαβε την άφεση των αμαρτιών στο μυστήριο της εξομολόγησης, το ολίσθημα στον λογισμό και η συνείδηση ότι είχε πάλι λυπήσει τη Θεομήτορα ήταν γι’ αυτόν ένα γεγονός που συγκλόνισε οδυνηρά την ψυχή του. Νόμιζε ότι είχε φτάσει σε λιμάνι σωτηρίας και ξαφνικά κατάλαβε ότι ακόμη και εδώ ήταν δυνατόν να ναυαγήσει.
Η «πτώση» στον λογισμό έκανε τον αδελφό Συμεών προσεκτικό και συνετό για ολόκληρη τη ζωή του. Για το πόσο βαθιά τον συγκλόνισε μπορούμε να κρίνουμε από το γεγονός ότι, από εκείνη την ημέρα που ο πνευματικός τού είπε «μη συγκατατίθεσαι ποτέ στους λογισμούς», σε όλη τη διάρκεια των σαράντα έξι χρόνων της μοναχικής του ζωής δεν αποδέχθηκε ποτέ ούτε έναν πορνικό λογισμό.
Εκείνο που άλλοι δεν κατορθώνουν να διδαχθούν επί πολλά χρόνια, αυτός το έμαθε από το πρώτο μάθημα, φανερώνοντας την αληθινή πνευματική του καλλιέργεια και σοφία, σύμφωνα με τον λόγο των αρχαίων Ελλήνων: «Τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ».
Η μεγάλη πικρία της μεταμέλειάς του έγινε αφορμή για νέο αγώνα. Ο λογισμός τού υπέβαλλε:
«Πήγαινε στην έρημο, φόρεσε σάκο και σώζου εκεί».
«Καλά», απαντά ο Συμεών, «θα πάω στον ηγούμενο να ζητήσω την ευλογία του γι’ αυτό».
«Μην πας· ο ηγούμενος δεν θα σου δώσει ευλογία», λέει ο λογισμός.
«Εσύ λίγο έλειψε να με διώξεις έξω από τη Μονή, στον κόσμο», απαντά ο Συμεών, «και τώρα με σπρώχνεις στην έρημο... Αν ο ηγούμενος δεν δίνει ευλογία, τότε με παρακινείς όχι προς το καλό»...
Και με δυνατή απόφαση, από το βάθος της ψυχής του, είπε:
«Θα πεθάνω εδώ για τις αμαρτίες μου».

Ο αδελφός Συμεών οδηγήθηκε στην πνευματική άσκηση μέσα από την αιώνια παράδοση της αγιορείτικης μοναχικής ζωής, η οποία είναι εμποτισμένη από την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού: προσευχή μόνος στο κελλί, μακρές ακολουθίες στον ναό, νηστείες και αγρυπνίες, συχνή εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, μελέτη, κόπος, υπακοή.
Απλός και άπειρος ως προς το πλήθος των προβλημάτων που απασχολούν τους διανοούμενους, εκείνος, όπως και οι περισσότεροι μοναχοί, εξοικειώθηκε με τη νέα ζωή περισσότερο μέσα από την οργανική ένταξή του στο περιβάλλον παρά μέσα από προφορικά μαθήματα. Οι προφορικές διδαχές του ηγουμένου, των πνευματικών και των γερόντων είναι ως επί το πλείστον σύντομες και συνήθως έχουν τη μορφή συγκεκριμένων υποδείξεων για το τι και πώς πρέπει να πράττει κανείς.

Ένα από αυτά τα μαθήματα για τον αρχάριο υποτακτικό είναι η υπόδειξη ότι η κατά μόνας προσευχή στο κελλί πρέπει να γίνεται κυρίως με το κομποσχοίνι, με την «ευχή του Ιησού».
Η συνεχής επίκληση του θείου Ονόματος του Ιησού γλύκαινε την ψυχή του αδελφού Συμεών. Χαιρόταν όταν άκουγε ότι με αυτή την προσευχή μπορούμε να προσευχόμαστε παντού και πάντοτε, σε κάθε εργασία και σε κάθε περίσταση· ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών ακολουθιών είναι καλό «να τη φυλάμε», και ότι, όταν εξαιτίας εργασίας ή ασθένειας γίνεται αδύνατη η προσέλευση στον ναό, με αυτήν μπορούν να αναπληρωθούν οι ακολουθίες.
Προσευχόταν πολύ και με φλόγα, γιατί η ψυχή του βρισκόταν σε βαριά οδύνη και ζητούσε επίμονα Εκείνον που μπορούσε να τον σώσει.
Έτσι πέρασε λίγος καιρός, περίπου τρεις εβδομάδες, και ένα βράδυ, ενώ προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η προσευχή εισχώρησε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί ημέρα και νύχτα.
Τότε όμως δεν είχε ακόμη καταλάβει το μεγαλείο και τη σπανιότητα του δώρου που είχε λάβει από τη Θεομήτορα.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: