Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ - Raniero Cantalamessa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ - Raniero Cantalamessa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (4)

 Συνέχεια από Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
του Raniero Cantalamessa
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ …..ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ.
Ο Κέλσος και ο Ωριγένης.


Ας δούμε όμως τον φάκελλο των κατηγοριών και των προτάσεων με τις οποίες ο Εθνικός Κέλσος παρουσιάζεται στην συζήτηση με τους Χριστιανούς. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στην επιφάνεια είναι ο τρόμος, ο πανικός σχεδόν, που αρπάζει τους εθνικούς απέναντι στις επιδρομές των βαρβάρων στα σύνορα, στις οποίες προστίθενται στο εσωτερικό, η απόσπαση όλο και πιο φανερή των Χριστιανικών μαζών από την μοίρα της αυτοκρατορίας, που τους αποκλείει στο γκέτο μίας παράνομης θρησκείας.

«Εάν όλοι οι άνθρωποι έκαναν σαν και σένα -λέει σε κάποιον υποθετικό Χριστιανό συνομιλητή- τίποτε δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τον αυτοκράτορα να μείνει μόνος και εγκαταλειμμένος και όλα τα αγαθά της Γής να λεηλατηθούν από τους βάρβαρους». Εάν οι Χριστιανοί επιθυμούν την Ειρήνη, ας δεχθούν να «βοηθήσουν τον αυτοκράτορα με όλες τους τις δυνάμεις, ας συνεργασθούν στις πιο σωστές επιχειρήσεις του, ας πολεμήσουν μαζί του, ας υπηρετήσουν μαζί με τους στρατιώτες του, εάν είναι απαραίτητο, και με τους στρατηγούς του». Δεν πρέπει να αποσυρθούν από την πολιτισμένη ζωή αλλά «να πάρουν μέρος στην κυβέρνηση της πατρίδος, εάν υπάρχει ανάγκη, για την υπεράσπιση των νόμων και της Ειρήνης». Και ο Κέλσος γνωρίζει πώς υπάρχει ανάγκη. Διότι βρισκόμαστε σε μία στιγμή βαθειάς κρίσεως, σε μία εποχή αγωνίας, όπως ορίστηκε (E.R Dodds), και οι πολίτες, αποφεύγουν τα αξιώματα που είναι ο τάφος των ιδιωτικών περιουσιών.
Όσο και αν ήταν πολεμική, ο Κέλσος πρότεινε μία αληθινή συνεργασία στους Χριστιανούς. Την στιγμή κατά την οποία, εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο Ωριγένης απαντά στον Κέλσο, η Ιστορική κατάσταση απαιτούσε με μεγαλύτερη βιασύνη μία συμφωνία. Διότι είχαν υπάρξει εκτός των άλλων οι Σεβήροι, με την πολιτική τους ανοχή, εκτός σπάνιων εξαιρέσεων, απέναντι στους Χριστιανούς.
Για μία στιγμή μάλιστα, κάτω από τον Φίλιππο τον Άραβα, είχαν πιστέψει, παρότι λανθασμένα, πώς στην κορυφή της αυτοκρατορίας υπήρχε ήδη ένας Χριστιανός.
Και τι απαντά ο Ωριγένης στον Κέλσο; Όσον αφορά το πρώτο σημείο, πώς θα κατέληγε η αυτοκρατορία εάν όλοι γινόταν Χριστιανοί; Ο Ωριγένης απαντά: «Εάν όλοι οι άνθρωποι έκαναν σαν εμένα, είναι φανερό τότε πώς οι βάρβαροι, μετεστραμμένοι και αυτοί στον λόγο του Θεού, θα υπάκουαν στους νόμους και θα εκπολιτιζόντουσαν, θα έπαυαν δηλαδή να είναι βάρβαροι. Όλες οι λατρείες θα είχαν εγκαταλειφθεί και μόνον η Χριστιανική λατρεία θα ήταν σε ισχύ».
Αρνούμενος να αφεθεί στην παγίδα της παραδοσιακής αντιθέσεως και να διαλέξει ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Βαρβάρους ο Ωριγένης έριξε το βλέμμα του μακριά, πιο μακριά από όσο θα μπορούσε να το κάνει εκείνο τον καιρό κάθε πνεύμα μικρότερο από το δικό του. Η ειρήνευση ανάμεσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τον Χριστιανισμό δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί εις βάρος των βαρβάρων, αλλά θα πραγματοποιηθεί μέσα σ’ένα καινούργιο πλαίσιο στο οποίο Ρωμαίοι και βάρβαροι θα μπορέσουν να ζήσουν μαζί στην ίδια Χριστιανική πίστη και στον ίδιο πολιτισμό (ή έννοια ανήκει στον Ωριγένη) της Ρώμης. Ανακοινώνεται ήδη εδώ ο σκελετός του μεσαιωνικού πολιτισμού με την συστατική του Τριάδα: Ρωμαϊκότης, Χριστιανισμός, βάρβαροι.

Όσον αφορά την συμμετοχή στην στρατιωτική ζωή, σαν στρατιώτες και σαν στρατηγοί, ο Ωριγένης είναι κοφτός, εδώ, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση στην οποία συναντάται το πρόβλημα: οι Χριστιανοί δεν μπορούν να πάρουν τα όπλα και να επιστρέψουν σπίτι τους υπερήφανοι για το Εχθρικό αίμα που έχυσαν. Ακόμη και αν ο πόλεμος είναι σωστός οι Χριστιανοί πρέπει να μείνουν απέξω, όπως απείχαν οι Ιερείς της Ρώμης. Διότι οι Χριστιανοί, απέναντι σε όλους τους λαούς της γής, είναι λαός Ιερατικός. Υπάρχει όμως και μία άλλη σημαντικότερη αιτία την οποία εκθέτει αλλού. «Εμείς δεν κραδαίνουμε πλέον το σπαθί εναντίον άλλου λαού, ούτε και ασκούμαστε στο να κάνουμε πόλεμο: εμείς γίναμε υιοί της ειρήνης μέσω του Ιησού Χριστού που είναι ο καθοδηγητής μας». Οι Χριστιανοί έχουν σφυρηλατήσει τα σπαθιά τους σε αλέτρια και τα ακόντια τους σε δρεπάνια. Δίνουν στον στρατό βοήθεια, αλλά βοήθεια πνευματική, προσευχής, όπως του Μωυσή, πάνω στο όρος. Ενώ οι άλλοι μάχονται σαν στρατιώτες, αυτοί μάχονται σαν στρατιώτες και δούλοι του Θεού, διατηρώντας καθαρή την δεξιά τους, αλλά παλεύουν με τις προσευχές που απευθύνουν στον Θεό για όσους μάχονται σε έναν δίκαιο πόλεμο, για κάποιον που βασιλεύει με έναν σωστό και δίκαιο τίτλο. «Εμείς δεν θα υπηρετήσουμε σαν στρατιώτες -ολοκληρώνει- ακόμη και αν ο αυτοκράτωρ το απαιτήσει, αλλά θα πολεμήσουμε γι’αυτόν υψώνοντας έναν ειδικό στρατό: τον στρατό της Ειρήνης».

Ακόμη και σ’αυτόν τον στρατό της Ειρήνης, που λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας, χρειάζονται στρατηγοί για να την κυβερνήσουν και αυτή είναι η κοινωνική λειτουργία, την οποία οι πιο άξιοι Χριστιανοί υποχρεώνονται με βαρειά καρδιά, ίσως να αναλάβουν «Εκλεγμένοι ή υποχρεωμένοι, τότε όλοι αυτοί κυβερνούν την πατρίδα σύμφωνα με τον Θεό που είναι η Εκκλησία». Και αυτό το λειτούργημα των Χριστιανών είναι άραγε άχρηστο για την κοινωνία; Ακόμη χειρότερα: είναι ένα κράτος μέσα στο κράτος; Υπάρχουν μερικοί οι οποίοι κατανόησαν τοιουτοτρόπως τα λόγια του Ωριγένη, όταν λέει: «πίσω από την γήινη πόλη υπάρχει ένα άλλο είδος πατρίδος, η οποία έχει οικοδομηθεί από τον Λόγο του Θεού: η Εκκλησία». Όμως ο Ωριγένης δεν κατανοεί σαν αντιπαρατιθέμενες τις δύο πατρίδες, έτσι ώστε εκείνο που δίνεται στην μία να αφαιρείται από την άλλη, αλλά σαν να έχουν κληθεί να υπηρετήσουν σε διαφορετικά επίπεδα στην εξύψωση της ίδιας της ανθρωπότητος. Η πατρίδα σύμφωνα με τον Θεό, δεν είναι αντίπαλος της γήινης πατρίδος. Και μάλιστα μόνον παραμένοντας έτσι, μία πνευματική πατρίδα, η Εκκλησία προσφέρει μία αληθινή και αναντικατάστατη λειτουργία στην κοινωνία και επομένως και στο κράτος. «Οι Χριστιανοί, γράφει είναι πολύ πιο χρήσιμοι στην πατρίδα από όλους τους άλλους ανθρώπους. Αποτελούν τους συμπολίτες τους, διδάσκουν σ’αυτούς την αγάπη προς τον Θεό που προστατεύει την πόλη. Βοηθούν την ανάβαση προς μία ουράνια πόλη και Θεία, όσους ζούν τίμια, στις μικρές τους πόλεις» ολοκληρώνει ο Ωριγένης, ιχνογραφώντας ήδη την σύλληψη των δύο πόλεων του Αυγουστίνου. Έτσι λοιπόν προκύπτει καθαρά πώς η άρνηση δημοσίων αξιωμάτων εκ μέρους των Χριστιανών πήγαζε από τον συνδυασμό αυτών των αξιωμάτων με ειδωλολατρικές τελετές, (θυσίες, παιχνίδια, όρκοι κ.τ.λ.). Μόνον έναν χρόνο περίπου μετά την ειρήνευση ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τον Χριστιανισμό το 314, στην σύνοδο της Arles, που καταδίκασε τον Δονατισμό, θα εμφανιστεί ένας κανόνας που θα ελευθερώσει τους Χριστιανούς οι οποίοι επιθυμούν να ακολουθήσουν την πολιτική (Καν. 7). Ένας άλλος κανόνας (Καν. 3) προβλέπει επιτίμια στους Χριστιανούς που αρνούνται να υπηρετήσουν στον στρατό, τουλάχιστον σε βοηθητικές θέσεις, στις οποίες δεν υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθεί κάποιος.

Έτσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς η θέληση να βρεθεί ένας τρόπος συνυπάρξεως, που δεν θα έβλαπτε την φύση των δύο θεσμών, προερχόταν από την Εκκλησία των Μαρτύρων. Όσοι κάθισαν στην τράπεζα της Ειρήνης με τον Κων/νο, προερχόταν από τον πιο σκληρό διωγμό και δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς ξαφνικά βρέθηκαν μπρός στην πιο μεγάλη, στην πιο επιθυμητή εύνοια και ελευθερία. Και δεν είχαν γνωρίσει, ούτε μπορούσαν να προβλέψουν τις συνέπειες που θα προέκυπταν στην διάρκεια του χρόνου, στην ιστορία, τους πειρασμούς που θα συναντούσαν οι Χριστιανοί από αυτή την εύνοια προς αυτούς, από την εξουσία της Αυτοκρατορίας.

Συνεχίζεται.
Αμέθυστος

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (2)

 Συνέχεια από Κυριακή 1η Ιουνίου 2025

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
του Raniero Cantalamessa

Η Κωνσταντίνειος στροφή
Εάν έπρεπε να ορίσουμε με μία πράξη τις νέες σχέσεις ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τον Χριστιανισμό που εγκαινιάσθηκαν στα 313 από το διάγγελμα του Κωνσταντίνου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια πρόσληψη της Εκκλησίας εκ μέρους της αυτοκρατορίας και το αντίστροφο, δηλαδή της αυτοκρατορίας εκ μέρους της Εκκλησίας. Το «είμαι μέσα στον κόσμο» γίνεται για την Εκκλησία, είμαι υπεύθυνη και κατά κάποιο τρόπο προστάτης της Ρωμαϊκής τάξης του κόσμου. Αναλόγως, για τον αυτοκράτορα, να είναι Χριστιανός και να είναι στην Εκκλησία ερμηνεύεται σαν να είναι υπεύθυνος, εγγυητής και πολύ συχνά διεκπεραιωτής της ενότητος και της ειρήνης της Εκκλησίας, όπως επίσης και της καθαρότητος του δόγματός της.

Αυτή η δεύτερη τάση (η υποταγή της Εκκλησίας στην αυτοκρατορία) είναι η πιο φανερή στην αρχή της στροφής, στην πολιτική του Κωνσταντίνου και στην συνέχεια σε εκείνη της Βυζαντινής ανατολής. Η άλλη τάση (η υποταγή της αυτοκρατορίας στην Εκκλησία), επεξεργασμένη προς τα τέλη του 4ου αιώνος στην Δύση, θα γίνει τυπική του Λατινικού Μεσαίωνος. Ένας γνωστός μελετητής του Κωνσταντίνου, ο Joseph Vogt, γράφει πως όταν ομιλούμε για την Κωνσταντίνειο στροφή, εννοούνται ουσιαστικώς δύο πράγματα: «Σκεπτόμαστε την ιστορική χειρονομία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ο οποίος, μετά την περίοδο των διωγμών, όχι μόνον αναγνώρισε την Εκκλησία, αλλά της έδωσε δύναμη και πλούτο. Γίνεται δε και αναφορά στον διπλό κίνδυνο που συνεπάγετο για την Εκκλησία αυτή η πράξη: ή να επιδιώξει την πολιτική κυριαρχία και να προσπαθήσει να υποτάξει τα κράτη, τις αυτοκρατορίες και τους Βασιλείς (αυτή είναι μια γραμμή στην Εκκλησιαστική πολιτική του Δυτικού Μεσαίωνος), ή να υπακούσει στις απαιτήσεις του εκάστοτε κυρίαρχου της εξουσίας, και να γίνει ένα όργανο του κράτους: αυτός είναι ο κίνδυνος της Βυζαντινής Εκκλησίας».

Ας εξετάσουμε την δεύτερη τάση: την πρόσληψη της Εκκλησίας από την αυτοκρατορία. Φανερώνεται αμέσως στην θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου ο οποίος αναλαμβάνει εμπράκτως την διεύθυνση των Εκκλησιαστικών υποθέσεων, ασκεί πιέσεις στους Επισκόπους, συγκαλεί συνόδους τις οποίες χρησιμοποιεί για τους πολιτικούς του σκοπούς, που είναι η ενότης και η ειρήνη της αυτοκρατορίας. Έτσι πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύνοδος -για να μην μιλήσουμε φυσικά για εκείνη της Νίκαιας- που συγκαλέσθηκε από αυτόν, στις Άρλες το 314, η οποία διεκπεραιώθηκε σύμφωνα με τις προθέσεις του (δηλαδή με την καταδίκη του Δονάτου) και ξεκίνησε την δύσκολη και όχι τόσο λαμπρή διαιτησία του στις υποθέσεις του Αφρικάνικου Χριστιανισμού. Η Εκκλησιαστική του πολιτική περιλαμβάνεται στην διακήρυξη, η οποία ανακαλεί τις πρώτες αρχές της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του: «Κατάλαβα πως αν κατόρθωνα να ξανασταθεροποιήσω μια πλήρη ενότητα ανάμεσα σε όλους τους δούλους του θεού (τους Χριστιανούς) τότε και η μοίρα του κράτους θα δρομολογείτο προς το καλύτερο, για το θρησκευτικό συναίσθημα όλων»(Ευσέβιου, Ζωή του Κωνσταντίνου, ΙΙ, 65).

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο η Εκκλησία αρχίζει να συνεργάζεται με τον στρατό, σαν ένα δεύτερο όργανο κατάκτησης: ο στρατός χρειάζεται για την καθεαυτή κατάκτηση, η Εκκλησία για την Ειρήνευση της αυτοκρατορίας. Ίσως τελικά, η ασάφεια να βρισκόταν στον ίδιο τον τίτλο του «Επίσκοπος των Εκτός» με τον οποίο χαρακτήρισε με ακρίβεια ο Κωνσταντίνος, την τοποθέτησή του στην Εκκλησία! Ο τίτλος αυτός ερμηνεύτηκε στην πραγματικότητα από τον ενδιαφερόμενο με την σημασία του Επισκόπου των Επισκόπων, του παγκόσμιου Επισκόπου. «Αυτός αγρυπνούσε πάνω σε όλους του τους υπηκόους, καταλήγει ο αρχαίος ιστορικός που μας αναφέρει το επεισόδιο (Ευσέβιος), όπου όμως αγρυπνούσε μεταφράζει τον ελληνικό όρο επισκοπούσε, και σημαίνει επίσης λειτουργώ σαν επίσκοπος».

Ο κίνδυνος αυτής της καταστάσεως για την Ελευθερία της Εκκλησίας ήταν μεγάλος. Όταν οι Επίσκοποι το κατάλαβαν, διηγείται ο Αθανάσιος «με υψωμένα τα χέρια προς τον Θεό, άρχισαν να επιπλήττουν τον αυτοκράτορα και να του εξηγούν πως η αυτοκρατορία δεν ήταν δική του αλλά του θεού, προσπαθώντας να τον πείσουν να μην μπερδεύει την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την τάξη της Εκκλησίας»(Μ. Αθανάσιος, Ιστορία του Αρειανισμού, 33). Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά: ο διάδοχος του Κωνσταντίνου απάντησε: «Αυτό που θέλω πρέπει να υπολογίζεται σαν κανόνας».

Η κραυγή της ελευθερίας απέναντι στο κράτος, που ακούστηκε κάποτε από τους μάρτυρες, τώρα ξανακούγεται πολύ συχνά από το στόμα των αιρετικών και των σχισματικών οι οποίοι κατέληξαν ξαφνικά, για την συνύπαρξη Εκκλησίας και αυτοκρατορίας, πολιτικοί εγκληματίες. «Τί σχέση έχει ο αυτοκράτορας με την Εκκλησία;» γράφει ο σχισματικός Δονάτος. Η Ιστορία βεβαίως δεν μας επιτρέπει να τον εκλάβουμε σαν σύμβολο αντίστασης των χρόνων εκείνων και χριστιανικής παρρησίας, επειδή είναι η ψεύτικη κραυγή ενός που δοκίμασε, χωρίς αποτέλεσμα, να αποκτήσει την ευμένεια του αυτοκράτορος. Ψεύτικη είναι όμως και η απάντηση που δίνει στον Δονάτο κάποιος από το εσωτερικό της Εκκλησίας. «Δεν είναι το κράτος μέσα στην Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία είναι μέσα στο κράτος, δηλαδή στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Αυτή η φράση αποκαλύπτει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο, μετά τον Κωνσταντίνο, παρουσιάστηκε στους Χριστιανούς η «ύπαρξη μέσα στον κόσμο»: σαν μια ύπαρξη (και όχι μόνον γεωγραφικά) μέσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην Δύση, όπως ειπώθηκε ήδη, η απομάκρυνση από το επίκεντρο της αυτοκρατορίας ευνόησε την επικράτηση της αντίθετης τάσης: στην οποία η Εκκλησία αναλαμβάνει η ίδια την αυτοκρατορία και την Ρωμαϊκότητα.

Η σκέψη του Αμβρόσιου και του Προυντέντσιου, εκφράζουν αυτή την διαδρομή: «Είναι μια μεγάλη τιμή για τον αυτοκράτορα, γράφει ο Αμβρόσιος, να μπορεί να ονομασθεί υιός της Εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ είναι μέσα, δεν είναι πάνω από την Εκκλησία».

Ο Prudenzio επαναπροτείνει διαφορετικά αυτές τις ιδέες: Γι’ αυτόν ο χριστιανισμός επαναπρογραμματίζει την μοίρα της Ρώμης και εξάγει ταυτοχρόνως το παρελθόν της σαν μια προετοιμασία της πρόνοιας για την έλευση του Χριστού. «Υποταγμένη στον Χριστό η Ρώμη (και η αυτοκρατορία της) είναι πλέον στην υπηρεσία του θεού». Είναι η Ρώμη, ο θόλος της αληθείας, του Λέοντος του Μεγάλου, που φορά ήδη την φορεσιά του Χριστιανικού Μεσαίωνος. Η Ρωμαϊκότης και ο Χριστιανισμός κυλούν πλέον σε έναν μοναδικό ιδανικό ορίζοντα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ».

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

του Raniero Cantalamessa
Χωρίς αμφιβολία είναι μια στιγμή ηλεκτρισμένη, εκείνη του Ευαγγελίου, όπου αφού έχουμε ακούσει να γίνεται πολύ συχνά λόγος (από την γέννηση του Ιησού κιόλας) για τον Αύγουστο, τον Καίσαρα, του Ρωμαίους και την αυτοκρατορία τους από το ένα μέρος και για μια Βασιλεία των Ουρανών από το άλλο, βρίσκουμε επιτέλους μαζί, τον έναν απέναντι από τον άλλον, τους αντιπροσώπους(;) αυτών των δύο Βασιλείων: τον Ιησού και τον Πιλάτο. Είναι μια συνάντηση στην οποία ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσέδωσε μια συμπαντική διάσταση και σημασία. Η Εσχατολογία συναντιέται με την Ιστορία, το βασίλειο του τέλους με την εν τω μεταξύ βασιλεία.

Η παρουσίαση εκ μέρους του Ιησού της Βασιλείας κλείνεται όλη σε μια φράση, και μάλιστα αρνητική: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από τον κόσμον τούτον… η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ»(Ιωαν. 18, 36). Ήδη όμως ο Αυγουστίνος σημείωνε, σχολιάζοντας το χωρίο, πως η φράση του Ιησού υπονοεί και μία κατάφαση: Η βασιλεία μου είναι “μέσα” σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό συμπεραίνεται από αυτό που λίγο πριν είχε πει ο Ιησούς για τους μαθητές του: «Δεν θα είμαι πλεόν εις τον κόσμον, ενώ αυτοί θα είναι εις τον κόσμον, και εγώ έρχομαι σε εσένα… Δεν σε παρακαλώ να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους φυλάξεις από τον πονηρόν. Δεν είναι από τον κόσμον, καθώς εγώ δεν είμαι από τον κόσμον»(Ιωαν. 17, 11, 16).
[ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ:  ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

Ιω. 17,22           καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν,

Ιω. 17,23           ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.

Ιω. 17,24           πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου.

«Να γιατί, σχολιάζει ο Αυγουστίνος, ακόμη και εδώ δεν λέει: Το βασίλειο μου δεν είναι σε αυτόν τον κόσμο, αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Δεν λέει: το βασίλειο μου δεν βρίσκεται εδώ κάτω(;) αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι από εδώ κάτω μέχρι το τέλος των αιώνων, μεταφέροντας στον κόλπο του τα ζιζάνια, μέχρι την στιγμή του αλωνίσματος που θα γίνει στο τέλος των χρόνων. Και αυτό βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβεί, εάν το βασίλειο του δεν υπήρχε εδώ στην γη. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι από εδώ κάτω, διότι ταξιδεύει στον κόσμο»(Αυγουστίνος, Σχόλιο στο κατά Ιωάννην, δοκίμιο 115, 2).

Αυτό το «είναι μέσα στον κόσμο» από την πιο πραγματική και συγκεκριμένη άποψη δηλαδή από την οπτική γωνία της πολιτικής, σήμαινε και οι χριστιανοί το κατάλαβαν αμέσως – ένα «είναι μέσα στον Ρωμαϊκό κόσμο», δηλαδή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, το δικαστικό, το πολιτικό, δηλαδή το πλαίσιο του κόσμου που υπήρξε η αυτοκρατορία της Ρώμης. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι μια σιωπηλή παρουσία, κρυμμένη, στην Κ.Δ. Εισέρχεται στο προσκήνιο με όλο το βάρος της σημασίας της εκεί, για παράδειγμα, μπροστά σε ένα δικαστήριο, ένας απόστολος του Χριστού φωνάζει: «Είμαι Ρωμαίος πολίτης, επικαλούμαι τον Καίσαρα» (Πράξεις 22,27 /25,11).

Οι Χριστιανοί λοιπόν, από την πρώτη στιγμή, αισθάνονται να περιέχονται πολιτικά μέσα στην μεγάλη μήτρα (matrix) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλιστα δε, σαν απόδειξη, δείχνουν να μην έχουν καμμία επιθυμία να ξεφύγουν με δική τους πρωτοβουλία. Όταν, λίγο πριν τα 70, ο Ιουδαϊσμός, παρασυρμένος από το κίνημα των ζηλωτών, θα οργανώσει την τελευταία του επανάσταση για να πετάξει από πάνω του την Ρωμαϊκή κυριαρχία, οι χριστιανοί δεν θα συμμαχήσουν με την επανάσταση και ενθυμούμενοι την συμβουλή του Δασκάλου, θα φύγουν από την Ιουδαία (Ματθ. 24,16/Λουκ. 21,21). Γινόμενοι αποστάτες, πολιτικώς, από τον Ιουδαϊσμό παρά από τους Ρωμαίους. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκινούν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η Ιστορία αυτών των σχέσεων ανήκει εξίσου στον Ιστορικό της Εκκλησίας με τον Ιστορικό της Ρώμης. Το ενδιαφέρον σε αυτή την Ιστορία συγκεντρώνεται συνήθως στους διωγμούς, στον μεγάλο τους αριθμό και στις αιτίες τους, από το θεμέλιο του δικαίου που τους στήριξε και από τον αριθμό των μαρτύρων. Ας εξετάσουμε όμως εδώ τα πράγματα από την όχθη της Εκκλησίας, διότι η Ιστορία έχει αφηγηθεί ήδη τα πάντα, από την καρδιά και από την συνείδηση.

Προτίθεμαι να ανασυνθέσω την συνείδηση που απέκτησε και ανέπτυξε η Εκκλησία για τον εαυτό της (αυτονομημένη ήδη από τον Κύριο) στην σκληρή της αντιπαράθεση με το βασίλειο του Καίσαρος. Όπως βιώθηκε και κατανοήθηκε στην οθόνη της πολιτικής πραγματικότητος.
Στην πρωτότυπη στιγμή του, μπροστά στον Πιλάτο, αυτή η εμβληματική αντιπαράθεση, μας παρουσιάστηκε και μας φανερώθηκε, σαν μια συνάντηση της εσχατολογίας -η βασιλεία του θεού- με την Ιστορία -το βασίλειο του Καίσαρος-, σαν να είναι μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος αλλά να μην είναι το βασίλειο του Καίσαρος. Ας δούμε λοιπόν σιγά-σιγά αυτό το απλό σημείο: ας δούμε πως προόδευσε αυτή η συνάντηση στο πέρασμα από τον Ιησού στην Εκκλησία, πως κατέβηκε η Εσχατολογία στην Ιστορία και μάλιστα στην συγκεκριμένη Ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πρόκειται δηλαδή να απαντήσουμε σε μια διπλή έρευνα, με δύο ερωτήματα.

Πρώτον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο απολογητικό ή πολιτικό επίπεδο; Δηλαδή πώς κατανόησε και σχεδίασε το δικό της «Είναι στον κόσμο» η Εκκλησία στην επαφή της με την πολιτική πραγματικότητα της Ρώμης;

Δεύτερον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο θεολογικό ή στο εσχατολογικό επίπεδο; Που σημαίνει σαν να λέμε: πώς κατανόησε η Εκκλησία το δικό της «δεν είναι εκ του κόσμου, δεν είναι του κόσμου», στην διάρκεια των σχέσεών της με την αυτοκρατορία;

Εάν η έρευνά μας πρέπει να βοηθήσει να διαφωτιστεί και η σημασία της λεγόμενης «Κωνσταντίνειας στροφής», και η κατάσταση της σημερινής Χριστιανοσύνης, κατά ένα μέρος, τότε είναι καλύτερα να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από εκείνη ακριβώς την στροφή, για να δούμε, από την αντιπαράθεση, εάν και κατά πόσον μπορούμε να μιλήσουμε για μια στροφή όχι μόνον στην στάση της αυτοκρατορίας αλλά και στην στάση της Εκκλησίας.

Συνεχίζεται
 
ΑΥΤΗ Η ΑΝΟΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΑΥΤΗ Η ΑΝΟΗΣΙΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ. ΑΥΤΗ Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΜΨΥΧΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΔΙΑΛΕΞΤΕ!!! 

Αμέθυστος

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ».

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

του Raniero Cantalamessa

Χωρίς αμφιβολία είναι μια στιγμή ηλεκτρισμένη, εκείνη του Ευαγγελίου, όπου αφού έχουμε ακούσει να γίνεται πολύ συχνά λόγος (από την γέννηση του Ιησού κιόλας) για τον Αύγουστο, τον Καίσαρα, τους Ρωμαίους και την αυτοκρατορία τους από το ένα μέρος και για μια Βασιλεία των Ουρανών από το άλλο, βρίσκουμε επιτέλους μαζί, τον έναν απέναντι από τον άλλον, τους αντιπροσώπους(;) αυτών των δύο Βασιλείων: τον Ιησού και τον Πιλάτο. Είναι μια συνάντηση στην οποία ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσέδωσε μια συμπαντική διάσταση και σημασία. Η Εσχατολογία συναντιέται με την Ιστορία, το βασίλειο του τέλους με την εν τω μεταξύ βασιλεία.

Η παρουσίαση εκ μέρους του Ιησού της Βασιλείας κλείνεται όλη σε μια φράση, και μάλιστα αρνητική: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από τον κόσμον τούτον… η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ»(Ιωαν. 18, 36). Ήδη όμως ο Αυγουστίνος σημείωνε, σχολιάζοντας το χωρίο, πως η φράση του Ιησού υπονοεί και μία κατάφαση: Η βασιλεία μου είναι “μέσα” σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό συμπεραίνεται από αυτό που λίγο πριν είχε πει ο Ιησούς για τους μαθητές του: «Δεν θα είμαι πλεόν εις τον κόσμον, ενώ αυτοί θα είναι εις τον κόσμον, και εγώ έρχομαι σε εσένα… Δεν σε παρακαλώ να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους φυλάξεις από τον πονηρόν. Δεν είναι από τον κόσμον, καθώς εγώ δεν είμαι από τον κόσμον»(Ιωαν. 17, 11, 16).

«Να γιατί, σχολιάζει ο Αυγουστίνος, ακόμη και εδώ δεν λέει: Το βασίλειο μου δεν είναι σε αυτόν τον κόσμο, αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Δεν λέει: το βασίλειο μου δεν βρίσκεται εδώ κάτω(;) αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι από εδώ κάτω μέχρι το τέλος των αιώνων, μεταφέροντας στον κόλπο του τα ζιζάνια, μέχρι την στιγμή του αλωνίσματος που θα γίνει στο τέλος των χρόνων. Και αυτό βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβεί, εάν το βασίλειο του δεν υπήρχε εδώ στην γη. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι από εδώ κάτω, διότι ταξιδεύει στον κόσμο»(Αυγουστίνος, Σχόλιο στο κατά Ιωάννην, δοκίμιο 115, 2).

Αυτό το «είναι μέσα στον κόσμο» από την πιο πραγματική και συγκεκριμένη άποψη δηλαδή από την οπτική γωνία της πολιτικής, σήμαινε και οι χριστιανοί το κατάλαβαν αμέσως – ένα «είναι μέσα στον Ρωμαϊκό κόσμο», δηλαδή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, το δικαστικό, το πολιτικό, δηλαδή το πλαίσιο του κόσμου που υπήρξε η αυτοκρατορία της Ρώμης. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι μια σιωπηλή παρουσία, κρυμμένη, στην Κ.Δ. Εισέρχεται στο προσκήνιο με όλο το βάρος της σημασίας της εκεί, για παράδειγμα, μπροστά σε ένα δικαστήριο, ένας απόστολος του Χριστού φωνάζει: «Είμαι Ρωμαίος πολίτης, επικαλούμαι τον Καίσαρα» (Πράξεις 22,27 /25,11).

Οι Χριστιανοί λοιπόν, από την πρώτη στιγμή, αισθάνονται να περιέχονται πολιτικά μέσα στην μεγάλη μήτρα (matrix) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.[ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΖΗΣΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΡΩΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΚΗ ΜΗΤΡΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΣΤΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ.] Μάλιστα δε, σαν απόδειξη, δείχνουν να μην έχουν καμμία επιθυμία να ξεφύγουν με δική τους πρωτοβουλία. Όταν, λίγο πριν τα 70, ο Ιουδαϊσμός, παρασυρμένος από το κίνημα των ζηλωτών, θα οργανώσει την τελευταία του επανάσταση για να πετάξει από πάνω του την Ρωμαϊκή κυριαρχία, οι χριστιανοί δεν θα συμμαχήσουν με την επανάσταση και ενθυμούμενοι την συμβουλή του Δασκάλου, θα φύγουν από την Ιουδαία (Ματθ. 24,16/Λουκ. 21,21). Γινόμενοι αποστάτες, πολιτικώς, από τον Ιουδαϊσμό παρά από τους Ρωμαίους. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκινούν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η Ιστορία αυτών των σχέσεων ανήκει εξίσου στον Ιστορικό της Εκκλησίας με τον Ιστορικό της Ρώμης. Το ενδιαφέρον σε αυτή την Ιστορία συγκεντρώνεται συνήθως στους διωγμούς, στον μεγάλο τους αριθμό και στις αιτίες τους, από το θεμέλιο του δικαίου που τους στήριξε και από τον αριθμό των μαρτύρων. Ας εξετάσουμε όμως εδώ τα πράγματα από την όχθη της Εκκλησίας, διότι η Ιστορία έχει αφηγηθεί ήδη τα πάντα, από την καρδιά και από την συνείδηση.

Προτίθεμαι να ανασυνθέσω την συνείδηση που απέκτησε και ανέπτυξε η Εκκλησία για τον εαυτό της (αυτονομημένη ήδη από τον Κύριο) στην σκληρή της αντιπαράθεση με το βασίλειο του Καίσαρος. Όπως βιώθηκε και κατανοήθηκε στην οθόνη της πολιτικής πραγματικότητος.

Στην πρωτότυπη στιγμή του, μπροστά στον Πιλάτο, αυτή η εμβληματική αντιπαράθεση, μας παρουσιάστηκε και μας φανερώθηκε, σαν μια συνάντηση της εσχατολογίας -η βασιλεία του θεού- με την Ιστορία -το βασίλειο του Καίσαρος-, σαν να είναι μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος αλλά να μην είναι το βασίλειο του Καίσαρος. Ας δούμε λοιπόν σιγά-σιγά αυτό το απλό σημείο: ας δούμε πως προόδευσε αυτή η συνάντηση στο πέρασμα από τον Ιησού στην Εκκλησία, πως κατέβηκε η Εσχατολογία στην Ιστορία και μάλιστα στην συγκεκριμένη Ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πρόκειται δηλαδή να απαντήσουμε σε μια διπλή έρευνα, με δύο ερωτήματα.

Πρώτον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο απολογητικό ή πολιτικό επίπεδο; Δηλαδή πώς κατανόησε και σχεδίασε το δικό της «Είναι στον κόσμο» η Εκκλησία στην επαφή της με την πολιτική πραγματικότητα της Ρώμης;

Δεύτερον:
πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο θεολογικό ή στο εσχατολογικό επίπεδο; Που σημαίνει σαν να λέμε: πώς κατανόησε η Εκκλησία το δικό της «δεν είναι εκ του κόσμου, δεν είναι του κόσμου», στην διάρκεια των σχέσεών της με την αυτοκρατορία;

Εάν η έρευνά μας πρέπει να βοηθήσει να διαφωτιστεί και η σημασία της λεγόμενης «Κωνσταντίνειας στροφής», και η κατάσταση της σημερινής Χριστιανοσύνης, κατά ένα μέρος, τότε είναι καλύτερα να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από εκείνη ακριβώς την στροφή, για να δούμε, από την αντιπαράθεση, εάν και κατά πόσον μπορούμε να μιλήσουμε για μια στροφή όχι μόνον στην στάση της αυτοκρατορίας αλλά και στην στάση της Εκκλησίας.

Συνεχίζεται
   
ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΕ ΗΔΗ ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ.
 
Αμέθυστος  

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (2)

 Συνέχεια από  Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022


ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
του Raniero Cantalamessa

Η Κωνσταντίνειος στροφή


Εάν έπρεπε να ορίσουμε με μία πράξη τις νέες σχέσεις ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τον Χριστιανισμό που εγκαινιάσθηκαν στα 313 από το διάγγελμα του Κωνσταντίνου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια πρόσληψη της Εκκλησίας εκ μέρους της αυτοκρατορίας και το αντίστροφο, δηλαδή της αυτοκρατορίας εκ μέρους της Εκκλησίας. Το «είμαι μέσα στον κόσμο» γίνεται για την Εκκλησία, είμαι υπεύθυνη και κατά κάποιο τρόπο προστάτης της Ρωμαϊκής τάξης του κόσμου. Αναλόγως, για τον αυτοκράτορα, να είναι Χριστιανός και να είναι στην Εκκλησία ερμηνεύεται σαν να είναι υπεύθυνος, εγγυητής και πολύ συχνά διεκπεραιωτής της ενότητος και της ειρήνης της Εκκλησίας, όπως επίσης και της καθαρότητος του δόγματός της.

Αυτή η δεύτερη τάση (η υποταγή της Εκκλησίας στην αυτοκρατορία) είναι η πιο φανερή στην αρχή της στροφής, στην πολιτική του Κωνσταντίνου και στην συνέχεια σε εκείνη της Βυζαντινής ανατολής. Η άλλη τάση (η υποταγή της αυτοκρατορίας στην Εκκλησία), επεξεργασμένη προς τα τέλη του 4ου αιώνος στην Δύση, θα γίνει τυπική του Λατινικού Μεσαίωνος. Ένας γνωστός μελετητής του Κωνσταντίνου, ο Joseph Vogt, γράφει πως όταν ομιλούμε για την Κωνσταντίνειο στροφή, εννοούνται ουσιαστικώς δύο πράγματα: «Σκεπτόμαστε την ιστορική χειρονομία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ο οποίος, μετά την περίοδο των διωγμών, όχι μόνον αναγνώρισε την Εκκλησία, αλλά της έδωσε δύναμη και πλούτο. Γίνεται δε και αναφορά στον διπλό κίνδυνο που συνεπάγετο για την Εκκλησία αυτή η πράξη: ή να επιδιώξει την πολιτική κυριαρχία και να προσπαθήσει να υποτάξει τα κράτη, τις αυτοκρατορίες και τους Βασιλείς (αυτή είναι μια γραμμή στην Εκκλησιαστική πολιτική του Δυτικού Μεσαίωνος), ή να υπακούσει στις απαιτήσεις του εκάστοτε κυρίαρχου της εξουσίας, και να γίνει ένα όργανο του κράτους: αυτός είναι ο κίνδυνος της Βυζαντινής Εκκλησίας».

Ας εξετάσουμε την δεύτερη τάση: την πρόσληψη της Εκκλησίας από την αυτοκρατορία. Φανερώνεται αμέσως στην θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου ο οποίος αναλαμβάνει εμπράκτως την διεύθυνση των Εκκλησιαστικών υποθέσεων, ασκεί πιέσεις στους Επισκόπους, συγκαλεί συνόδους τις οποίες χρησιμοποιεί για τους πολιτικούς του σκοπούς, που είναι η ενότης και η ειρήνη της αυτοκρατορίας. Έτσι πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύνοδος -για να μην μιλήσουμε φυσικά για εκείνη της Νίκαιας- που συγκαλέσθηκε από αυτόν, στις Άρλες το 314, η οποία διεκπεραιώθηκε σύμφωνα με τις προθέσεις του (δηλαδή με την καταδίκη του Δονάτου) και ξεκίνησε την δύσκολη και όχι τόσο λαμπρή διαιτησία του στις υποθέσεις του Αφρικάνικου Χριστιανισμού. Η Εκκλησιαστική του πολιτική περιλαμβάνεται στην διακήρυξη, η οποία ανακαλεί τις πρώτες αρχές της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του: «Κατάλαβα πως αν κατόρθωνα να ξανασταθεροποιήσω μια πλήρη ενότητα ανάμεσα σε όλους τους δούλους του θεού (τους Χριστιανούς) τότε και η μοίρα του κράτους θα δρομολογείτο προς το καλύτερο, για το θρησκευτικό συναίσθημα όλων»(Ευσέβιου, Ζωή του Κωνσταντίνου, ΙΙ, 65).

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο η Εκκλησία αρχίζει να συνεργάζεται με τον στρατό, σαν ένα δεύτερο όργανο κατάκτησης: ο στρατός χρειάζεται για την καθεαυτή κατάκτηση, η Εκκλησία για την Ειρήνευση της αυτοκρατορίας. Ίσως τελικά, η ασάφεια να βρισκόταν στον ίδιο τον τίτλο του «Επίσκοπος των Εκτός» με τον οποίο χαρακτήρισε με ακρίβεια ο Κωνσταντίνος, την τοποθέτησή του στην Εκκλησία! Ο τίτλος αυτός ερμηνεύτηκε στην πραγματικότητα από τον ενδιαφερόμενο με την σημασία του Επισκόπου των Επισκόπων, του παγκόσμιου Επισκόπου. «Αυτός αγρυπνούσε πάνω σε όλους του τους υπηκόους, καταλήγει ο αρχαίος ιστορικός που μας αναφέρει το επεισόδιο (Ευσέβιος), όπου όμως αγρυπνούσε μεταφράζει τον ελληνικό όρο επισκοπούσε, και σημαίνει επίσης λειτουργώ σαν επίσκοπος».

Ο κίνδυνος αυτής της καταστάσεως για την Ελευθερία της Εκκλησίας ήταν μεγάλος. Όταν οι Επίσκοποι το κατάλαβαν, διηγείται ο Αθανάσιος «με υψωμένα τα χέρια προς τον Θεό, άρχισαν να επιπλήττουν τον αυτοκράτορα και να του εξηγούν πως η αυτοκρατορία δεν ήταν δική του αλλά του θεού, προσπαθώντας να τον πείσουν να μην μπερδεύει την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την τάξη της Εκκλησίας»(Μ. Αθανάσιος, Ιστορία του Αρειανισμού, 33). Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά: ο διάδοχος του Κωνσταντίνου απάντησε: «Αυτό που θέλω πρέπει να υπολογίζεται σαν κανόνας».

Η κραυγή της ελευθερίας απέναντι στο κράτος, που ακούστηκε κάποτε από τους μάρτυρες, τώρα ξανακούγεται πολύ συχνά από το στόμα των αιρετικών και των σχισματικών οι οποίοι κατέληξαν ξαφνικά, για την συνύπαρξη Εκκλησίας και αυτοκρατορίας, πολιτικοί εγκληματίες. «Τί σχέση έχει ο αυτοκράτορας με την Εκκλησία;» γράφει ο σχισματικός Δονάτος. Η Ιστορία βεβαίως δεν μας επιτρέπει να τον εκλάβουμε σαν σύμβολο αντίστασης των χρόνων εκείνων και χριστιανικής παρρησίας, επειδή είναι η ψεύτικη κραυγή ενός που δοκίμασε, χωρίς αποτέλεσμα, να αποκτήσει την ευμένεια του αυτοκράτορος. Ψεύτικη είναι όμως και η απάντηση που δίνει στον Δονάτο κάποιος από το εσωτερικό της Εκκλησίας. «Δεν είναι το κράτος μέσα στην Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία είναι μέσα στο κράτος, δηλαδή στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Αυτή η φράση αποκαλύπτει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο, μετά τον Κωνσταντίνο, παρουσιάστηκε στους Χριστιανούς η «ύπαρξη μέσα στον κόσμο»: σαν μια ύπαρξη (και όχι μόνον γεωγραφικά) μέσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην Δύση, όπως ειπώθηκε ήδη, η απομάκρυνση από το επίκεντρο της αυτοκρατορίας ευνόησε  την επικράτηση της αντίθετης τάσης: στην οποία η Εκκλησία αναλαμβάνει η ίδια την αυτοκρατορία και την Ρωμαϊκότητα.

Η σκέψη του Αμβρόσιου και του Προυντέντσιου, εκφράζουν αυτή την διαδρομή: «Είναι μια μεγάλη τιμή για τον αυτοκράτορα, γράφει ο Αμβρόσιος, να μπορεί να ονομασθεί υιός της Εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ είναι μέσα, δεν είναι πάνω από την Εκκλησία».

Ο Prudenzio επαναπροτείνει διαφορετικά αυτές τις ιδέες: Γι’ αυτόν ο χριστιανισμός επαναπρογραμματίζει την μοίρα της Ρώμης και εξάγει ταυτοχρόνως το παρελθόν της σαν μια προετοιμασία της πρόνοιας για την έλευση του Χριστού. «Υποταγμένη στον Χριστό η Ρώμη (και η αυτοκρατορία της) είναι πλέον στην υπηρεσία του θεού». Είναι η Ρώμη, ο θόλος της αληθείας, του Λέοντος του Μεγάλου, που φορά ήδη την φορεσιά του Χριστιανικού Μεσαίωνος. Η Ρωμαϊκότης και ο Χριστιανισμός κυλούν πλέον σε έναν μοναδικό ιδανικό ορίζοντα.

(Συνεχίζεται)

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΑΝΟΗΣΙΑΣ ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΟΥΣ.

Αμέθυστος

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (2)

Συνέχεια από Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
του Raniero Cantalamessa

Η Κωνσταντίνειος στροφή

Εάν έπρεπε να ορίσουμε με μία πράξη τις νέες σχέσεις ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τον Χριστιανισμό που εγκαινιάσθηκαν στα 313 από το διάγγελμα του Κωνσταντίνου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια πρόσληψη της Εκκλησίας εκ μέρους της αυτοκρατορίας και το αντίστροφο, δηλαδή της αυτοκρατορίας εκ μέρους της Εκκλησίας. Το «είμαι μέσα στον κόσμο» γίνεται για την Εκκλησία, είμαι υπεύθυνη και κατά κάποιο τρόπο προστάτης της Ρωμαϊκής τάξης του κόσμου. Αναλόγως, για τον αυτοκράτορα, να είναι Χριστιανός και να είναι στην Εκκλησία ερμηνεύεται σαν να είναι υπεύθυνος, εγγυητής και πολύ συχνά διεκπεραιωτής της ενότητος και της ειρήνης της Εκκλησίας, όπως επίσης και της καθαρότητος του δόγματός της.

Αυτή η δεύτερη τάση (η υποταγή της Εκκλησίας στην αυτοκρατορία) είναι η πιο φανερή στην αρχή της στροφής, στην πολιτική του Κωνσταντίνου και στην συνέχεια σε εκείνη της Βυζαντινής ανατολής. Η άλλη τάση (η υποταγή της αυτοκρατορίας στην Εκκλησία), επεξεργασμένη προς τα τέλη του 4ου αιώνος στην Δύση, θα γίνει τυπική του Λατινικού Μεσαίωνος.[OYTE O ΣΟΛΟΒΙΕΦ NA HTAN. ΔΙΑΒΑΣΤΗΚΕ ΟΜΩΣ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ] Ένας γνωστός μελετητής του Κωνσταντίνου, ο Joseph Vogt, γράφει πως όταν ομιλούμε για την Κωνσταντίνειο στροφή, εννοούνται ουσιαστικώς δύο πράγματα: «Σκεπτόμαστε την ιστορική χειρονομία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ο οποίος, μετά την περίοδο των διωγμών, όχι μόνον αναγνώρισε την Εκκλησία, αλλά της έδωσε δύναμη και πλούτο. Γίνεται δε και αναφορά στον διπλό κίνδυνο που συνεπάγετο για την Εκκλησία αυτή η πράξη: ή να επιδιώξει την πολιτική κυριαρχία και να προσπαθήσει να υποτάξει τα κράτη, τις αυτοκρατορίες και τους Βασιλείς (αυτή είναι μια γραμμή στην Εκκλησιαστική πολιτική του Δυτικού Μεσαίωνος), ή να υπακούσει στις απαιτήσεις του εκάστοτε κυρίαρχου της εξουσίας, και να γίνει ένα όργανο του κράτους: αυτός είναι ο κίνδυνος της Βυζαντινής Εκκλησίας»[ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΡΙΞΕΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΑΛΛΑ ΘΑΧΑΝΕ ΤΟΝ ΕΙΡΜΟ].

Ας εξετάσουμε την δεύτερη τάση: την πρόσληψη της Εκκλησίας από την αυτοκρατορία. Φανερώνεται αμέσως στην θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου ο οποίος αναλαμβάνει εμπράκτως την διεύθυνση των Εκκλησιαστικών υποθέσεων, ασκεί πιέσεις στους Επισκόπους, συγκαλεί συνόδους τις οποίες χρησιμοποιεί για τους πολιτικούς του σκοπούς, που είναι η ενότης και η ειρήνη της αυτοκρατορίας. Έτσι πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύνοδος[ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΑΝ ΟΙ ΒΑΛΚΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ] -για να μην μιλήσουμε φυσικά για εκείνη της Νίκαιας- που συγκαλέσθηκε από αυτόν, στις Άρλες το 314, η οποία διεκπεραιώθηκε σύμφωνα με τις προθέσεις του (δηλαδή με την καταδίκη του Δονάτου[ΤΟΥ ΚΑΥΜΕΝΟΥ]) και ξεκίνησε την δύσκολη και όχι τόσο λαμπρή διαιτησία του στις υποθέσεις του Αφρικάνικου Χριστιανισμού. Η Εκκλησιαστική του πολιτική περιλαμβάνεται στην διακήρυξη, η οποία ανακαλεί τις πρώτες αρχές της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του: «Κατάλαβα πως αν κατόρθωνα να ξανασταθεροποιήσω μια πλήρη ενότητα ανάμεσα σε όλους τους δούλους του θεού (τους Χριστιανούς) τότε και η μοίρα του κράτους θα δρομολογείτο προς το καλύτερο, για το θρησκευτικό συναίσθημα όλων»(Ευσέβιου, Ζωή του Κωνσταντίνου, ΙΙ, 65).

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο η Εκκλησία αρχίζει να συνεργάζεται με τον στρατό, σαν ένα δεύτερο όργανο κατάκτησης: ο στρατός χρειάζεται για την καθεαυτή κατάκτηση, η Εκκλησία για την Ειρήνευση της αυτοκρατορίας. Ίσως τελικά, η ασάφεια να βρισκόταν στον ίδιο τον τίτλο του «Επίσκοπος των Εκτός»[ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ ΒΙΒΛΙΟ] με τον οποίο χαρακτήρισε με ακρίβεια ο Κωνσταντίνος, την τοποθέτησή του στην Εκκλησία! Ο τίτλος αυτός ερμηνεύτηκε στην πραγματικότητα από τον ενδιαφερόμενο με την σημασία του Επισκόπου των Επισκόπων, του παγκόσμιου Επισκόπου. «Αυτός αγρυπνούσε πάνω σε όλους του τους υπηκόους, καταλήγει ο αρχαίος ιστορικός που μας αναφέρει το επεισόδιο (Ευσέβιος), όπου όμως αγρυπνούσε μεταφράζει τον ελληνικό όρο επισκοπούσε, και σημαίνει επίσης λειτουργώ σαν επίσκοπος».

Ο κίνδυνος αυτής της καταστάσεως για την Ελευθερία της Εκκλησίας ήταν μεγάλος. Όταν οι Επίσκοποι το κατάλαβαν, διηγείται ο Αθανάσιος «με υψωμένα τα χέρια προς τον Θεό, άρχισαν να επιπλήττουν τον αυτοκράτορα και να του εξηγούν πως η αυτοκρατορία δεν ήταν δική του αλλά του θεού, προσπαθώντας να τον πείσουν να μην μπερδεύει την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με την τάξη της Εκκλησίας»(Μ. Αθανάσιος, Ιστορία του Αρειανισμού, 33). Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά: ο διάδοχος του Κωνσταντίνου απάντησε: «Αυτό που θέλω πρέπει να υπολογίζεται σαν κανόνας».

Η κραυγή της ελευθερίας απέναντι στο κράτος, που ακούστηκε κάποτε από τους μάρτυρες, τώρα ξανακούγεται πολύ συχνά από το στόμα των αιρετικών και των σχισματικών οι οποίοι κατέληξαν ξαφνικά, για την συνύπαρξη Εκκλησίας και αυτοκρατορίας, πολιτικοί εγκληματίες. «Τί σχέση έχει ο αυτοκράτορας με την Εκκλησία;» γράφει ο σχισματικός Δονάτος. Η Ιστορία βεβαίως δεν μας επιτρέπει να τον εκλάβουμε σαν σύμβολο αντίστασης των χρόνων εκείνων και χριστιανικής παρρησίας, επειδή είναι η ψεύτικη κραυγή ενός που δοκίμασε, χωρίς αποτέλεσμα, να αποκτήσει την ευμένεια του αυτοκράτορος. Ψεύτικη είναι όμως και η απάντηση που δίνει στον Δονάτο κάποιος από το εσωτερικό της Εκκλησίας. «Δεν είναι το κράτος μέσα στην Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία είναι μέσα στο κράτος, δηλαδή στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Αυτή η φράση αποκαλύπτει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο, μετά τον Κωνσταντίνο, παρουσιάστηκε στους Χριστιανούς η «ύπαρξη μέσα στον κόσμο»: σαν μια ύπαρξη (και όχι μόνον γεωγραφικά) μέσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην Δύση, όπως ειπώθηκε ήδη, η απομάκρυνση από το επίκεντρο της αυτοκρατορίας ευνόησε  την επικράτηση της αντίθετης τάσης: στην οποία η Εκκλησία αναλαμβάνει η ίδια την αυτοκρατορία και την Ρωμαϊκότητα.

Η σκέψη του Αμβρόσιου και του Προυντέντσιου, εκφράζουν αυτή την διαδρομή: «Είναι μια μεγάλη τιμή για τον αυτοκράτορα, γράφει ο Αμβρόσιος, να μπορεί να ονομασθεί υιός της Εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ είναι μέσα, δεν είναι πάνω από την Εκκλησία».

Ο Prudenzio επαναπροτείνει διαφορετικά αυτές τις ιδέες: Γι’ αυτόν ο χριστιανισμός επαναπρογραμματίζει την μοίρα της Ρώμης και εξάγει ταυτοχρόνως το παρελθόν της σαν μια προετοιμασία της πρόνοιας για την έλευση του Χριστού. «Υποταγμένη στον Χριστό η Ρώμη (και η αυτοκρατορία της) είναι πλέον στην υπηρεσία του θεού». Είναι η Ρώμη, ο θόλος της αληθείας, του Λέοντος του Μεγάλου, που φορά ήδη την φορεσιά του Χριστιανικού Μεσαίωνος. Η Ρωμαϊκότης και ο Χριστιανισμός κυλούν πλέον σε έναν μοναδικό ιδανικό ορίζοντα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ».

 ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

του Raniero Cantalamessa

Χωρίς αμφιβολία είναι μια στιγμή ηλεκτρισμένη, εκείνη του Ευαγγελίου, όπου αφού έχουμε ακούσει να γίνεται πολύ συχνά λόγος (από την γέννηση του Ιησού κιόλας) για τον Αύγουστο, τον Καίσαρα, του Ρωμαίους και την αυτοκρατορία τους από το ένα μέρος και για μια Βασιλεία των Ουρανών από το άλλο, βρίσκουμε επιτέλους μαζί, τον έναν απέναντι από τον άλλον, τους αντιπροσώπους(;) αυτών των δύο Βασιλείων: τον Ιησού και τον Πιλάτο. Είναι μια συνάντηση στην οποία ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσέδωσε μια συμπαντική διάσταση και σημασία. Η Εσχατολογία συναντιέται με την Ιστορία, το βασίλειο του τέλους με την εν τω μεταξύ βασιλεία.

Η παρουσίαση εκ μέρους του Ιησού της Βασιλείας κλείνεται όλη σε μια φράση, και μάλιστα αρνητική: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από τον κόσμον τούτον… η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ»(Ιωαν. 18, 36). Ήδη όμως ο Αυγουστίνος σημείωνε, σχολιάζοντας το χωρίο, πως η φράση του Ιησού υπονοεί και μία κατάφαση: Η βασιλεία μου είναι “μέσα” σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό συμπεραίνεται από αυτό που λίγο πριν είχε πει ο Ιησούς για τους μαθητές του: «Δεν θα είμαι πλεόν εις τον κόσμον, ενώ αυτοί θα είναι εις τον κόσμον, και εγώ έρχομαι σε εσένα… Δεν σε παρακαλώ να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους φυλάξεις από τον πονηρόν. Δεν είναι από τον κόσμον, καθώς εγώ δεν είμαι από τον κόσμον»(Ιωαν. 17, 11, 16).

«Να γιατί, σχολιάζει ο Αυγουστίνος, ακόμη και εδώ δεν λέει: Το βασίλειο μου δεν είναι σε αυτόν τον κόσμο, αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Δεν λέει: το βασίλειο μου δεν βρίσκεται εδώ κάτω(;) αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι από εδώ κάτω μέχρι το τέλος των αιώνων, μεταφέροντας στον κόλπο του τα ζιζάνια, μέχρι την στιγμή του αλωνίσματος που θα γίνει στο τέλος των χρόνων. Και αυτό βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβεί, εάν το βασίλειο του δεν υπήρχε εδώ στην γη. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι από εδώ κάτω, διότι ταξιδεύει στον κόσμο»(Αυγουστίνος, Σχόλιο στο κατά Ιωάννην, δοκίμιο 115, 2).

Αυτό το «είναι μέσα στον κόσμο» από την πιο πραγματική και συγκεκριμένη άποψη δηλαδή από την οπτική γωνία της πολιτικής, σήμαινε και οι χριστιανοί το κατάλαβαν αμέσως – ένα «είναι μέσα στον Ρωμαϊκό κόσμο», δηλαδή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, το δικαστικό, το πολιτικό, δηλαδή το πλαίσιο του κόσμου που υπήρξε η αυτοκρατορία της Ρώμης. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι μια σιωπηλή παρουσία, κρυμμένη, στην Κ.Δ. Εισέρχεται στο προσκήνιο με όλο το βάρος της σημασίας της εκεί, για παράδειγμα, μπροστά σε ένα δικαστήριο, ένας απόστολος του Χριστού φωνάζει: «Είμαι Ρωμαίος πολίτης, επικαλούμαι τον Καίσαρα» (Πράξεις 22,27 /25,11).

Οι Χριστιανοί λοιπόν, από την πρώτη στιγμή, αισθάνονται να περιέχονται πολιτικά μέσα στην μεγάλη μήτρα (matrix) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλιστα δε, σαν απόδειξη, δείχνουν να μην έχουν καμμία επιθυμία να ξεφύγουν με δική τους πρωτοβουλία. Όταν, λίγο πριν τα 70, ο Ιουδαϊσμός, παρασυρμένος από το κίνημα των ζηλωτών, θα οργανώσει την τελευταία του επανάσταση για να πετάξει από πάνω του την Ρωμαϊκή κυριαρχία, οι χριστιανοί δεν θα συμμαχήσουν με την επανάσταση και ενθυμούμενοι την συμβουλή του Δασκάλου, θα φύγουν από την Ιουδαία (Ματθ. 24,16/Λουκ. 21,21). Γινόμενοι αποστάτες, πολιτικώς, από τον Ιουδαϊσμό παρά από τους Ρωμαίους. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκινούν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η Ιστορία αυτών των σχέσεων ανήκει εξίσου στον Ιστορικό της Εκκλησίας με τον Ιστορικό της Ρώμης. Το ενδιαφέρον σε αυτή την Ιστορία συγκεντρώνεται συνήθως στους διωγμούς, στον μεγάλο τους αριθμό και στις αιτίες τους, από το θεμέλιο του δικαίου που τους στήριξε και από τον αριθμό των μαρτύρων. Ας εξετάσουμε όμως εδώ τα πράγματα από την όχθη της Εκκλησίας, διότι η Ιστορία έχει αφηγηθεί ήδη τα πάντα, από την καρδιά και από την συνείδηση.

Προτίθεμαι να ανασυνθέσω την συνείδηση που απέκτησε και ανέπτυξε η Εκκλησία για τον εαυτό της (αυτονομημένη ήδη από τον Κύριο) στην σκληρή της αντιπαράθεση με το βασίλειο του Καίσαρος. Όπως βιώθηκε και κατανοήθηκε στην οθόνη της πολιτικής πραγματικότητος.

Στην πρωτότυπη στιγμή του, μπροστά στον Πιλάτο, αυτή η εμβληματική αντιπαράθεση, μας παρουσιάστηκε και μας φανερώθηκε, σαν μια συνάντηση της εσχατολογίας -η βασιλεία του θεού- με την Ιστορία -το βασίλειο του Καίσαρος-, σαν να είναι μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος αλλά να μην είναι το βασίλειο του Καίσαρος. Ας δούμε λοιπόν σιγά-σιγά αυτό το απλό σημείο: ας δούμε πως προόδευσε αυτή η συνάντηση στο πέρασμα από τον Ιησού στην Εκκλησία, πως κατέβηκε η Εσχατολογία στην Ιστορία και μάλιστα στην συγκεκριμένη Ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πρόκειται δηλαδή να απαντήσουμε σε μια διπλή έρευνα, με δύο ερωτήματα.
Πρώτον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο απολογητικό ή πολιτικό επίπεδο; Δηλαδή πώς κατανόησε και σχεδίασε το δικό της «Είναι στον κόσμο» η Εκκλησία στην επαφή της με την πολιτική πραγματικότητα της Ρώμης;
Δεύτερον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο θεολογικό ή στο εσχατολογικό επίπεδο; Που σημαίνει σαν να λέμε: πώς κατανόησε η Εκκλησία το δικό της «δεν είναι εκ του κόσμου, δεν είναι του κόσμου», στην διάρκεια των σχέσεών της με την αυτοκρατορία;
Εάν η έρευνά μας πρέπει να βοηθήσει να διαφωτιστεί και η σημασία της λεγόμενης «Κωνσταντίνειας στροφής», και η κατάσταση της σημερινής Χριστιανοσύνης, κατά ένα μέρος, τότε είναι καλύτερα να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από εκείνη ακριβώς την στροφή, για να δούμε, από την αντιπαράθεση, εάν και κατά πόσον μπορούμε να μιλήσουμε για μια στροφή όχι μόνον στην στάση της αυτοκρατορίας αλλά και στην στάση της Εκκλησίας.

Συνεχίζεται

Σ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΕΜΕΤΟ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΕ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ. ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ ΑΠΟ ΕΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ; ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;

Αμέθυστος 

Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ».

 ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ

του Raniero Cantalamessa

Χωρίς αμφιβολία είναι μια στιγμή ηλεκτρισμένη, εκείνη του Ευαγγελίου, όπου αφού έχουμε ακούσει να γίνεται πολύ συχνά λόγος (από την γέννηση του Ιησού κιόλας) για τον Αύγουστο, τον Καίσαρα, του Ρωμαίους και την αυτοκρατορία τους από το ένα μέρος και για μια Βασιλεία των Ουρανών από το άλλο, βρίσκουμε επιτέλους μαζί, τον έναν απέναντι από τον άλλον, τους αντιπροσώπους(;) αυτών των δύο Βασιλείων: τον Ιησού και τον Πιλάτο. Είναι μια συνάντηση στην οποία ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσέδωσε μια συμπαντική διάσταση και σημασία. Η Εσχατολογία συναντιέται με την Ιστορία, το βασίλειο του τέλους με την εν τω μεταξύ βασιλεία.

Η παρουσίαση εκ μέρους του Ιησού της Βασιλείας κλείνεται όλη σε μια φράση, και μάλιστα αρνητική: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από τον κόσμον τούτον… η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ»(Ιωαν. 18, 36). Ήδη όμως ο Αυγουστίνος σημείωνε, σχολιάζοντας το χωρίο, πως η φράση του Ιησού υπονοεί και μία κατάφαση: Η βασιλεία μου είναι “μέσα” σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό συμπεραίνεται από αυτό που λίγο πριν είχε πει ο Ιησούς για τους μαθητές του: «Δεν θα είμαι πλεόν εις τον κόσμον, ενώ αυτοί θα είναι εις τον κόσμον, και εγώ έρχομαι σε εσένα… Δεν σε παρακαλώ να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους φυλάξεις από τον πονηρόν. Δεν είναι από τον κόσμον, καθώς εγώ δεν είμαι από τον κόσμον»(Ιωαν. 17, 11, 16).

«Να γιατί, σχολιάζει ο Αυγουστίνος, ακόμη και εδώ δεν λέει: Το βασίλειο μου δεν είναι σε αυτόν τον κόσμο, αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Δεν λέει: το βασίλειο μου δεν βρίσκεται εδώ κάτω(;) αλλά λέει: το βασίλειό μου δεν είναι από εδώ κάτω μέχρι το τέλος των αιώνων, μεταφέροντας στον κόλπο του τα ζιζάνια, μέχρι την στιγμή του αλωνίσματος που θα γίνει στο τέλος των χρόνων. Και αυτό βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβεί, εάν το βασίλειο του δεν υπήρχε εδώ στην γη. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι από εδώ κάτω, διότι ταξιδεύει στον κόσμο»(Αυγουστίνος, Σχόλιο στο κατά Ιωάννην, δοκίμιο 115, 2).

Αυτό το «είναι μέσα στον κόσμο» από την πιο πραγματική και συγκεκριμένη άποψη δηλαδή από την οπτική γωνία της πολιτικής, σήμαινε και οι χριστιανοί το κατάλαβαν αμέσως – ένα «είναι μέσα στον Ρωμαϊκό κόσμο», δηλαδή μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, το δικαστικό, το πολιτικό, δηλαδή το πλαίσιο του κόσμου που υπήρξε η αυτοκρατορία της Ρώμης. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν είναι μια σιωπηλή παρουσία, κρυμμένη, στην Κ.Δ. Εισέρχεται στο προσκήνιο με όλο το βάρος της σημασίας της εκεί, για παράδειγμα, μπροστά σε ένα δικαστήριο, ένας απόστολος του Χριστού φωνάζει: «Είμαι Ρωμαίος πολίτης, επικαλούμαι τον Καίσαρα» (Πράξεις 22,27 /25,11).

Οι Χριστιανοί λοιπόν, από την πρώτη στιγμή, αισθάνονται να περιέχονται πολιτικά μέσα στην μεγάλη μήτρα (matrix) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλιστα δε, σαν απόδειξη, δείχνουν να μην έχουν καμμία επιθυμία να ξεφύγουν με δική τους πρωτοβουλία. Όταν, λίγο πριν τα 70, ο Ιουδαϊσμός, παρασυρμένος από το κίνημα των ζηλωτών, θα οργανώσει την τελευταία του επανάσταση για να πετάξει από πάνω του την Ρωμαϊκή κυριαρχία, οι χριστιανοί δεν θα συμμαχήσουν με την επανάσταση και ενθυμούμενοι την συμβουλή του Δασκάλου, θα φύγουν από την Ιουδαία (Ματθ. 24,16/Λουκ. 21,21). Γινόμενοι αποστάτες, πολιτικώς, από τον Ιουδαϊσμό παρά από τους Ρωμαίους. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκινούν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Η Ιστορία αυτών των σχέσεων ανήκει εξίσου στον Ιστορικό της Εκκλησίας με τον Ιστορικό της Ρώμης. Το ενδιαφέρον σε αυτή την Ιστορία συγκεντρώνεται συνήθως στους διωγμούς, στον μεγάλο τους αριθμό και στις αιτίες τους, από το θεμέλιο του δικαίου που τους στήριξε και από τον αριθμό των μαρτύρων. Ας εξετάσουμε όμως εδώ τα πράγματα από την όχθη της Εκκλησίας, διότι η Ιστορία έχει αφηγηθεί ήδη τα πάντα, από την καρδιά και από την συνείδηση.

Προτίθεμαι να ανασυνθέσω την συνείδηση που απέκτησε και ανέπτυξε η Εκκλησία για τον εαυτό της (αυτονομημένη ήδη από τον Κύριο) στην σκληρή της αντιπαράθεση με το βασίλειο του Καίσαρος. Όπως βιώθηκε και κατανοήθηκε στην οθόνη της πολιτικής πραγματικότητος.

Στην πρωτότυπη στιγμή του, μπροστά στον Πιλάτο, αυτή η εμβληματική αντιπαράθεση, μας παρουσιάστηκε και μας φανερώθηκε, σαν μια συνάντηση της εσχατολογίας -η βασιλεία του θεού- με την Ιστορία -το βασίλειο του Καίσαρος-, σαν να είναι μέσα στο βασίλειο του Καίσαρος αλλά να μην είναι το βασίλειο του Καίσαρος. Ας δούμε λοιπόν σιγά-σιγά αυτό το απλό σημείο: ας δούμε πως προόδευσε αυτή η συνάντηση στο πέρασμα από τον Ιησού στην Εκκλησία, πως κατέβηκε η Εσχατολογία στην Ιστορία και μάλιστα στην συγκεκριμένη Ιστορία των σχέσεων ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πρόκειται δηλαδή να απαντήσουμε σε μια διπλή έρευνα, με δύο ερωτήματα.

Πρώτον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο απολογητικό ή πολιτικό επίπεδο; Δηλαδή πώς κατανόησε και σχεδίασε το δικό της «Είναι στον κόσμο» η Εκκλησία στην επαφή της με την πολιτική πραγματικότητα της Ρώμης;

Δεύτερον: πώς οργανώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο θεολογικό ή στο εσχατολογικό επίπεδο; Που σημαίνει σαν να λέμε: πώς κατανόησε η Εκκλησία το δικό της «δεν είναι εκ του κόσμου, δεν είναι του κόσμου», στην διάρκεια των σχέσεών της με την αυτοκρατορία;

Εάν η έρευνά μας πρέπει να βοηθήσει να διαφωτιστεί και η σημασία της λεγόμενης «Κωνσταντίνειας στροφής», και η κατάσταση της σημερινής Χριστιανοσύνης, κατά ένα μέρος, τότε είναι καλύτερα να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από εκείνη ακριβώς την στροφή, για να δούμε, από την αντιπαράθεση, εάν και κατά πόσον μπορούμε να μιλήσουμε για μια στροφή όχι μόνον στην στάση της αυτοκρατορίας αλλά και στην στάση της Εκκλησίας.

Συνεχίζεται

ΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ "ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ" ΤΑ ΦΟΡΤΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΡΩΜΑΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕ ΠΕΡΑΣΕΙ ΗΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ. 
ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ;
Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΠΛΕΟΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΩ ΣΕ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΓΛΥΚΕΙΑ ΤΟΥ ΗΔΟΝΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ.

Αμέθυστος 

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (6)

 Συνέχεια απο  Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
 
του Raniero Cantalamessa

Η Απώλεια του Εσχατολογικού ορίζοντος.

Τι πράγμα θα μπορούσε να εμποδίσει την έλευση και την δημιουργία εκείνη της Ρωμαϊκής χριστιανικής αυτοκρατορίας, να την μπερδέψουν με το χιλιετές βασίλειο που τόσο αναμενόταν; Σε κάθε περίπτωση τίποτε δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον Ευσέβιο Καισαρείας, τον θεολόγο του Κωνσταντίνου. Επανεξέτασε με αυτή την έννοια όλη την χριστιανική εσχατολογία, ξεκινώντας πάλι από την Ιουδαϊκή έννοια ενός μεσσιανικού βασιλείου όλων των λαών, που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος των χρόνων από τον Μεσσία. «Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία –γράφει ο Ε. Peterson– σε αυτή την θεωρία, που είναι ταυτόχρονα η θεωρία της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, γίνεται η πραγματοποίηση του μεσσιανικού βασιλείου. Σε αυτό γίνεται περιττή μια δεύτερη έλευση του Χριστού και καταργείται η χαρακτηριστική διαλεκτική της Χριστιανικής Εσχατολογίας σύμφωνα με την οποία το μεσσιανικό βασίλειο έχει ήδη έλθει, αλλά δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνον στον δεύτερο ερχομό του Κυρίου».
Ο Ευσέβιος φυσικά δεν υπήρξε ο μόνος, που παρασύρθηκε από την ευφορία της στιγμής, παρότι χρεώνεται σε αυτόν η προσπάθεια να δοθεί σε ένα τέτοιο γενικό συναίσθημα ένα ιδεολογικό περίγραμμα. Η εκκλησιαστική ιστοριογραφία διέκρινε με εντυπωσιακή ακρίβεια μια στιγμή της «στροφής» που από μόνη της μας δίνει περισσότερα από όλα τα βιβλία που αναφέρονται στις σκέψεις εκείνης της εποχής. Τελειώνοντας η σύνοδος της Νίκαιας, το 325, ο Κωνσταντίνος προσκάλεσε τους επισκόπους στο παλάτι του, σε ένα μεγάλο συμπόσιο. Ήταν επίσης και η εικοσαετία της ενθρονίσεώς του στην αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτορας ήταν στην υποδοχή ενώ η φρουρά παρουσίαζε τα όπλα. Υπήρχαν ανάμεσα στους παρόντες επισκόπους υπερήλικες που είχαν επιζήσει από τον τελευταίο διωγμό του Λικίνιου με τις ουλές ακόμη ορατές πάνω στα σώματά τους. Ο Παύλος ο Νεοκαισάρειας με τα χέρια παράλυτα λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη με καμμένο σίδερο, ο Παφνούτιος ο Αιγύπτιος του οποίου είχαν κοπεί τα νεύρα του αριστερού τένοντος και είχε αφαιρεθεί το δεξί του μάτι, και άλλοι ακόμη. Μπρος σε ένα τόσο νέο θέαμα, προχωρούσαν με το στόμα ανοιχτό στην μεγάλη αίθουσα φορτωμένη χρυσό και βελούδα, έκθαμβοι από την πολυτέλεια. «Έμοιαζε –λέει ο Ιστορικός Ευσέβειος παρών στην σκηνή– σαν μια εικόνα της βασιλείας του Χριστού».
Τον τρίτο αιώνα ένας Χριστιανός καθόριζε έτσι –με ένα σημείο αναφοράς στην Ιστορία και ένα στην Εσχατολογία– τον απολογισμό του μαρτυρίου του Επισκόπου του: «Ο μάρτυρας Κυπριανός απεβίωσε κάτω από τον αυτοκράτορα Βαλεριανό, αλλά κάτω από την Βασιλεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»(Μαρτύριο του Αγίου Κυπριανού). Η ένταση ανάμεσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Βασιλεία του Χριστού, από την οποία είχε γεννηθεί αυτή η ανήκουστη χρονολογία, μετέωρη ανάμεσα στο σχετικό και στο απόλυτο, φαίνεται να έχει χαλαρώσει στην χριστιανική συνείδηση. Οι χριστιανοί ευχαριστιούνται τώρα πλέον και αυτοί να χρονολογούν τα γεγονότα αναφέροντάς τα στον ευλαβέστατο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο.
Σε αυτή την αφομοίωση της Ουράνιας πολιτείας στην γήινη πολιτεία αντιστοιχεί, με τέλεια συνέπεια και συμφωνία με την διαφορετική αναδίπλωση των πραγμάτων που έφερε η «Κων/νιος στροφή», στην Δύση, η μεταμόρφωση της γήινης πολιτείας στην Ουράνια Ιερουσαλήμ, που υμνήθηκε από τον Χριστιανό ποιητή Προυντέντσιο. Εάν στο οριζόντιο επίπεδο της Ιστορίας η Αρχαία Ρώμη, κλασσική και εθνική, αφομοιώνεται στην χριστιανική Ρώμη, στο κάθετο επίπεδο της Εσχατολογίας, η γήινη Ρώμη αποθεώνεται στην Ουράνια Ρώμη, την οποία υμνεί το μαρτύριο του Αγίου Λορέντζου. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ της Αποκάλυψης του Ιωάννη, με τα τείχη της, τις πύλες της, τους θρόνους και τις κορώνες, λαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας Ουράνιας Ρώμης, στην οποία οι άγιοι σχηματίζουν μια αιώνια Γερουσία και ο μάρτυρας είναι ο αιώνιος κυβερνήτης που φέρει την πολιτική κορώνα. Μια σύγχυση αντιθέτου φοράς αλλά λιγότερο προβληματική από εκείνη του Ευσέβειου. Αλλά και αυτή σύγχυση, καθότι τείνει προς μια ασαφή χριστιανοποίηση της Ιδεολογίας της αιωνίου Ρώμης, η οποία αν εκληφθεί στα σοβαρά θα προκαλούσε την απονεύρωση της αναλλοίωτης ετερότητος της ουρανίου πόλεως απέναντι σε κάθε γήινη πόλη. Η αντίθεση ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και την Βαβυλώνα, για την οποία ομιλούσαν στις αρχές του Χριστιανισμού ο Πέτρος (1 Πέτρου 5,13) και ο Ιωάννης (Αποκ. 14,8/18,10) χάνεται. Στην θέση της υπάρχει ο παραλληλισμός ανάμεσα στην γήινη Ρώμη και την Ουράνια Ρώμη.
Η οργάνωση των σχέσεων ανάμεσα στην Εκκλησία και την αυτοκρατορία στο θεολογικό και εσχατολογικό επίπεδο, υπήρξε λοιπόν πιο επικίνδυνη από εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο πολιτικό και ιστορικό επίπεδο. Λόγω της ταυτίσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εσχατολογικής μεσσιανικής βασιλείας χάθηκε η βασική αντινομία της Χριστιανικής καταστάσεως που διακήρυξε ο Χριστός, από την στιγμή που «είμαι μέσα στον κόσμο» και «δεν είμαι του κόσμου τούτου», κατέληγαν να σημαίνουν την ίδια και ταυτόσημη πραγματικότητα: Είμαστε στην Ρωμαϊκή Χριστιανική αυτοκρατορία. Να είμαστε δηλαδή, να υπάρχουμε, όπως και οι άλλοι, στο σπίτι μας, στην πατρίδα μας, και όχι πλέον –όπως σκεπτόταν ο Ειρηναίος του δευτέρου αιώνος– σαν φιλοξενούμενοι εξομοιούμενοι με τους Εβραίους της Αιγύπτου, έτοιμοι για την έξοδο προς την Γη της Επαγγελίας. (Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων, IV, 30,3).
Η εσχατολογία, το ελατήριο όλης της ζωής της Εκκλησίας, κινδύνευε –εφόσον η Χριστιανική αίσθηση της μάζας εμπλεκόταν στα σοβαρά με αυτές τις θεωρίες των θεολόγων της αυλής– να χάσει την ετερότητά της, την αναγωγική της δύναμη και την διαλεκτική της πραγματικότητα σε σχέση με την Ιστορία, για να συμφιλιωθεί και να καθησυχάσει εσωτερικά σε αυτή (στην Ιστορία).
Ευτυχώς, σε αυτή την οξύτατη μορφή, η αποεσχατολογικοποίηση του Χριστιανισμού δεν διήρκεσε για πολύ. Λιγότερο από έναν αιώνα. Όσον αφορά την Δύση, το 410 η πτώση της Ρώμης θα πείσει όλους και μάλιστα αστραπιαία πως ο κόσμος –αντιθέτως από όσα είχαν γίνει πιστευτά μέχρι τότε– εννοούσε να προχωρήσει μπρος, να συνεχίσει, για λογαριασμό του, ακόμη και μετά την πτώση της Ρώμης. Τότε θα επιστρέψει στην επιφάνεια η ιδέα, η οποία είχε περιπέσει σε λήθη μετά τον Ωριγένη, των δύο πατρίδων και ο Αυγουστίνος θα μπορέσει να επανακατευθύνει τους Χριστιανούς προς την «πολιτεία του θεού». Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, παρόλη την πρόσθεση του επιθέτου «χριστιανική», θα επιστρέψει να θεωρείται εκείνο που στην πραγματικότητα ήταν από πάντοτε: μια γήινη πόλις.

                                    ΤΕΛΟΣ

Σχόλιο:  Εδώ υπάρχουν οι βάσεις, για όποιον ενδιαφέρεται, γιά την επανεξέταση, της ιδεολογίας της «Ρωμηοσύνης» που διέδωσε ο Ρωμανίδης. Επίσης τα θεμέλια της παρανοϊκής Εκκλησιολογίας του Ζηζιούλα, ο οποίος ταύτισε την Βασιλεία του θεού, την Εσχατολογία, με την Θ. Λειτουργία και μάλιστα με την Θ. Ευχαριστία. Αποθεώνοντας τον Επίσκοπο. Και οι δύο μαθητές του Φλωρόφσκυ, κατάφεραν θανατηφόρα χτυπήματα στην πίστη μας, τα οποία δεν έχουν συνειδητοποιηθεί ακόμη. Ούτε η βρώμικη δουλειά του Φλωρόφσκυ. Τήν οποία θά δούμε στήν συνέχεια αναλυτικά. Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (τόν γνωστό κληρικαλισμό) ΠΟΥ ΔΙΟΙΚΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (δηλ. μέ τό Πηδάλιο). Η Πολιτεία τού θεού είναι η εσωτερίκευση τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η πρώτη εμφάνιση τού υποκειμένου. Τού ατόμου. Στήν συνέχεια εσωτερικεύονται οι κανόνες τής εκκλησίας μέ τήν εξομολόγηση καί τά συγχωροχάρτια καί φτάνουμε στήν απελευθέρωση τού Λούθηρου, η οποία προϋποθέτει τήν εσωτερίκευση τών κανόνων. Αυτή η εσωτερίκευση καθιστά περιττά τά μυστήρια, όπως βλέπουμε νά συμβαίνει καί σήμερα μέ τήν αποτείχηση. Τό κίνημα τής αποτειχήσεως ετοιμάζει τό ορθόδοξο υποκείμενο τό οποίο θά σώζεται διά τών κανόνων καί μόνον, διότι είναι θεόδοτοι, διότι δηλ. ο Θεός προσθέτει συνεχώς στήν αποκάλυψή Του. Στόν ΧΡΟΝΟ, λόγω τού χρόνου. Η πρώτη αποκάλυψη ήταν ατελής, θά συμπληρώνεται στήν ιστορία. Τό κίνημα δηλ. περιέχει όλες τίς κακοδοξίες τού Οικουμενισμού, διότι δέν γνωρίζει τό περιεχόμενο τής συγχρόνου αιρέσεως.
Ο ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΚΗΡΥΞΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ SOLA SCRIPTURA(Mόνο διά τής Γραφής), ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ "ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ", Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ "ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ"  ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ "ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ" : "SOLA REGULA".
Στό γνωστό 'BISHOPOQUE" τού Ζηζιούλα αντιπαραθέτουν τό δικό τους "REGULOQUE". Εκπορεύεται τό Άγιο Πνεύμα καί διά των ΚΑΝΟΝΩΝ, δωρίζοντας "ΝΕΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ".

Αμέθυστος

Δείτε εδώ όλες τις αναρτήσεις.