Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 1 Ιωάννου Ρωμανίδη


Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 1

Ιωάννου Ρωμανίδη

https://de.scribd.com/document/758385364/Critical-Examination-of-the-Applications-of-Theology


Πρακτικά του Δευτέρου Συνεδρίου Ορθοδόξου Θεολογίας, στην Αθήνα, 19–29 Αυγούστου 1976, δημοσιευμένα με την επιμέλεια του Καθηγητή Σάββα Χρ. Αγουρίδη, σσ. 413–441. [Οι τελικές σημειώσεις, εκτός από τη σημείωση 1 (βλ. αμέσως παρακάτω), έχουν μεταφερθεί στο κάτω μέρος των σελίδων όπου υποδεικνύονται. Τυπογραφικά και ορθογραφικά σφάλματα έχουν διορθωθεί, καθώς και η αρίθμηση των υποσημειώσεων (αρχικά δύο σημειώσεις είχαν αριθμηθεί ως 13).]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1, από τις Τελικές Σημειώσεις: Το θέμα αυτής της εργασίας δεν επελέγη από εμένα, αλλά μου δόθηκε. Όπως θα καταστεί σαφές από τη μελέτη αυτής της εργασίας, ο κριτικός έλεγχος της θεολογίας προϋποτίθεται από τον «κριτικό έλεγχο των εφαρμογών της θεολογίας» και ταυτίζεται με αυτόν. Η δοκιμασία της αυθεντικότητας της θεολογίας και η εφαρμογή της θεολογίας είναι δύο όψεις μιας ταυτόσημης διαδικασίας, αφού μόνον εκείνος που αποκτά και κατέχει την αληθινή εφαρμογή της θεολογίας αποκτά και κατέχει την αληθινή και αυθεντική θεολογία. Η κάθαρση, ο φωτισμός και η θεωρία είναι τόσο η δοκιμασία όσο και η εφαρμογή της θεολογίας, δηλαδή: 1) το να μάθει κανείς να διακρίνει μεταξύ των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και των κτισμάτων, ιδίως των δαιμονικών δυνάμεων, και 2) το να μετέχει στις πρώτες, επίσης, και να αποφεύγει τις τρίτες, δηλαδή τις δαιμονικές ή ανώμαλες επιδράσεις στην προσωπικότητα και στη διαδικασία της σκέψης του. Για την τεκμηρίωση των θέσεων που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη παραπέμπω γενικά στην ακόλουθη επιλογή μελετών μου: Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρημα, Αθήνα 1957· Ἡ Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Θεσσαλονίκη 1973· Ρωμῃοσύνη, Ρωμανία, Ρουμέλη, Θεσσαλονίκη 1975· The Filioque, στο Κληρονομία, Θεσσαλονίκη, τόμ. 7, αρ. 2, Ιούλιος 1975, σσ. 285–314· «The Christology of St. John of Damascus», στο Papers, Dialogue Eastern and Oriental churches, επιμ. Μητροπολίτης Αξώμης Μεθόδιος, Αθήνα 1976, σσ. 46–52.[ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΣΥΓΧΕΕΙ ΚΑΙ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΕΙ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΝ ΚΡΙΝΕΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ , Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.]

Το θέμα που βρίσκεται ενώπιόν μας προϋποθέτει μια αλληλεξάρτηση μεταξύ των θεωρητικών πτυχών οποιουδήποτε επιστημονικού κλάδου και της πρακτικής εφαρμογής του είτε στις ανάγκες του ανθρώπου είτε στη δοκιμασία και προώθηση των ίδιων των θεωρητικών πτυχών της εν λόγω επιστήμης. Έχουμε εδώ τόσο την έρευνα για την αποκάλυψη της γνώσης χάριν της γνώσης, η οποία με τον καιρό μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, όσο και την έρευνα σε έναν επιστημονικό κλάδο του οποίου η δυνατότητα εφαρμογής στις ανάγκες της κοινωνίας γενικά και του ανθρώπου ειδικότερα είναι ήδη γνωστή.

Η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος έχει αναπτύξει έναν συνδυασμό φαντασιακής διατύπωσης θεωρητικών υποθέσεων και υποβολής αυτών στον κριτικό έλεγχο του επαναλαμβανόμενου πειραματισμού, ώστε να φανεί υπό ποιον συνδυασμό διατάξεων των στοιχείων και των περιστάσεών τους προκύπτουν τα θεωρητικά προβλεπόμενα αποτελέσματα. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη οργάνων ικανών να ανιχνεύουν, να μετρούν και να αναλύουν όχι μόνο πράγματα που βρίσκονται ενώπιόν μας, αλλά και αντικείμενα εκατομμύρια μίλια μακριά, είναι συγκλονιστικό για όσους προσπαθούν να παραμένουν ενημερωμένοι.

Ωστόσο, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν με τόση επιτυχία στο πεδίο της φυσικής και βιολογικής δομής του σύμπαντος δεν συνάντησαν την ίδια επιτυχία σε άλλες ερευνητικές προσπάθειες, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η οικονομία, η ψυχολογία, η παιδαγωγική, η θρησκεία και οι περισσότερες θεολογίες.

Σχεδόν όλες οι θεολογίες έχουν παρασυρθεί, μαζί με σχεδόν όλες τις φιλοσοφίες, από το σύγχρονο κριτικό πνεύμα, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επιτρέψει κύρος στη θεωρητική εικοτολογία, εκτός εάν αυτή μετασχηματιστεί σε δοκιμασμένα αξιώματα, τα οποία με τη σειρά τους παραμένουν πάντοτε ανοικτά σε περαιτέρω δοκιμασία και τροποποίηση.

Ακόμη και η ίδια η ιδέα αμετάβλητων και αναλλοίωτων αληθειών, που υποτίθεται ότι είναι κρυμμένες μέσα στη δομή της παρατηρήσιμης και μετρήσιμης ή της αόρατης και μη μετρήσιμης πραγματικότητας, ή ότι υπόκεινται σε αυτήν ή την υπερβαίνουν, τόσο αγαπητή στα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα της λατινικής και προτεσταντικής παραδόσεως, έχει σοβαρά αποδυναμωθεί από τη συντριπτική μαρτυρία ότι όλα τα πράγματα, έστω και αν υπόκεινται σε ένα συνεχές και επαναλαμβανόμενο πρότυπο, βρίσκονται σε μια σταθερή κατάσταση αλλαγής, ανάπτυξης και μεταμόρφωσης.

Υπάρχει μια νότα χιούμορ όταν ακούει κανείς εκείνες τις θρησκευτικές ομάδες, οι οποίες άλλοτε μιλούσαν τόσο πολύ για την αξία εκείνων των πραγμάτων που δεν αλλάζουν και δεν φθείρονται, να μιλούν τώρα συνεχώς για την αλλαγή και για τα θαύματα και την αξία της, ακόμη και ως προς το να φέρει τους διαιρεμένους χριστιανούς σε μια πάντοτε μεταβαλλόμενη και αναπτυσσόμενη ενότητα.

Αναλαμβάνουμε το θέμα μας έχοντας κατά νουν τον κριτικό έλεγχο που χρησιμοποιείται στα πεδία της έρευνας γενικά, το θέμα αυτού του Συνεδρίου και τον τίτλο αυτής της υποενότητας, «Η Θεολογία στην Ανανέωση της Ζωής της Εκκλησίας»².

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να συζητήσουμε το θέμα μας σχετικά με την εφαρμοσμένη θεολογία, εάν δεν καθορίσουμε ποια είναι η θεολογία την οποία εφαρμόζουμε. Επομένως, ένας κριτικός έλεγχος δεν μπορεί να περιοριστεί στην εφαρμογή, αλλά πρέπει να αρχίσει από την ίδια τη Θεολογία η οποία εφαρμόζεται.

Α. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει κανείς είναι: μπορεί κάποια υπάρχουσα μέθοδος έρευνας και ελέγχου, από αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα στους επιστημονικούς και κοινωνιολογικούς κλάδους, να εφαρμοστεί στην Ορθόδοξη Θεολογία και στις εφαρμογές της;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το ποιο είναι το αντικείμενο και ο σκοπός της Ορθόδοξης Θεολογίας και από το πώς αυτά εφαρμόζονται.

Εδώ συναντούμε αμέσως το ερώτημα που αφορά τη φύση της θεολογίας και την εφαρμογή κριτηρίων για τον έλεγχο της αυθεντικότητάς της.


Είναι η Θεολογία αυθεντικώς αποκεκαλυμμένη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί και να υποβληθεί σε κριτικό έλεγχο με μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε άλλους κλάδους;


Ή μήπως είναι η διατύπωση θεωρητικών υποθέσεων, οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν επιστημονικά με μεθόδους που χρησιμοποιούνται και να γίνουν δεκτές ως δογματικά αξιώματα;


Ή μήπως η Θεολογία είναι ένας συνδυασμός αυθεντικώς αποκεκαλυμμένων δογματικών αξιωμάτων, τα οποία μπορούν να διερευνηθούν από τον λόγο προς μια προοδευτικώς καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση;

Και στις τρεις δυνατότητες, το ίδιο το ζήτημα της αποκάλυψης παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα για την εφαρμογή των μεθόδων έρευνας και ελέγχου που είναι γνωστές και χρησιμοποιούνται σήμερα στην έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οτιδήποτε γίνεται δεκτό ως αποκάλυψη είναι το ίδιο το κριτήριο και δεν μπορεί το ίδιο να υπόκειται σε κριτική εξέταση και αξιολόγηση με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη γνώσης μέσω της έρευνας, εκτός εάν αυτό που τελικά γνωρίζεται ανήκει στο ίδιο είδος γνώσης. Τότε, εκείνο που θεωρείται από ορισμένους ως αποκεκαλυμμένα δόγματα και αξιώματα σε μια εποχή μπορεί είτε να απορριφθεί από την κριτική εξέταση σε μια μεταγενέστερη εποχή, είτε το θέλουν είτε όχι οι θιασώτες αυτών των δογμάτων, είτε τελικά να καταλήξει να υποστηρίζεται από το αποτέλεσμα της έρευνας. Το τελευταίο προϋποθέτει ότι ένα στοιχείο αποκαλυπτικής εμπειρίας έχει βρεθεί αληθές από την επιστημονική ή κοινωνιολογική έρευνα.

Ι. α. Εφόσον ο κριτικός έλεγχος των εφαρμογών της Θεολογίας εξαρτάται άμεσα από το τι εννοεί κανείς με τον όρο αποκάλυψη, μπορεί να είναι χρήσιμο να επισημανθεί γενικά τι συνέβη σε εκείνες τις λατινικές και προτεσταντικές θεολογικές παραδόσεις, οι οποίες ταύτισαν είτε τον πυρήνα της αποκάλυψης είτε το σύνολο της αποκάλυψης με τη Βίβλο.

Φαίνεται ότι ήταν αναπόφευκτο οι λατινικές και προτεσταντικές αυτές παραδόσεις να οδηγηθούν στην απότομη αφύπνιση που τους επέφερε ολόκληρη η ανάπτυξη της δικής τους βιβλικής κριτικής, βασισμένης στην ιστορική έρευνα: 1) για την ανασυγκρότηση της ιστορικής καταστάσεως μέσα στην οποία γράφτηκε κάθε μέρος της Βίβλου, 2) για την εξέταση των λογοτεχνικών και κηρυγματικών μορφών και μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν και τη σύγκρισή τους με εξωβιβλικά δεδομένα, και 3) για τη σύγκριση των βιβλικών ιδεών με εξωτερικά σχήματα σκέψης και πεποιθήσεις, προκειμένου να καθοριστούν βαθμοί αλληλεξάρτησης.

Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα αποτελέσματα, αν και καταστροφικά για τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, υπήρξαν μια πολύτιμη κάθαρση και θα έπρεπε να αποτελέσουν πολύτιμο μάθημα για εκείνους τους Ορθοδόξους που εγκατέλειψαν την Πατερική παράδοση και είτε οι ίδιοι ταύτισαν την αποκάλυψη με τη Βίβλο είτε πιστεύουν ότι οι Πατέρες ταυτίζουν την αποκάλυψη με τη Βίβλο.

Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» φονταμενταλιστές, οι οποίοι φέρουν το όνομα «συντηρητικοί», και στη δεύτερη ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» αντιφονταμενταλιστές, οι οποίοι μπορεί να φέρουν το όνομα «φιλελεύθεροι». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διακρίσεις αυτές δεν θεμελιώνονται στην Πατερική παράδοση, αφού οι Πατέρες δεν είναι φονταμενταλιστές.

β. 1) Η λατινική και προτεσταντική θέση ότι η Βίβλος είναι ο Λόγος του Θεού, ή η αποκάλυψη, πηγάζει πρωτίστως από τον Αυγουστίνο, ο οποίος πίστευε ότι ο Θεός εμφανίζεται στους προφήτες μέσω κτισμάτων, τα οποία ο Θεός φέρνει στην ύπαρξη, ώστε μέσω αυτών να μπορεί να ιδωθεί και να ακουστεί³.

Αφού ιδωθεί και ακουστεί με αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει στη συνέχεια αυτά τα κτιστά μέσα μιας τέτοιας αποκάλυψης στη μη ύπαρξη. Αυτή η αποκάλυψη μέσω ορατών και ακουστών συμβόλων, τα οποία έρχονται στην ύπαρξη και παρέρχονται από αυτήν και φθάνουν στον νου του προφήτη και του αποστόλου μέσω της αισθητής εμπειρίας, είναι η κατώτερη μορφή αποκάλυψης⁴.


Η ανώτερη μορφή αποκάλυψης είναι η άμεση έγχυση στον προφητικό και αποστολικό νου της έννοιας, της ιδέας ή της διδασκαλίας που ο Θεός θέλει να αποκαλυφθεί⁵.


Εκτός από αυτές τις δύο μορφές αποκάλυψης, υπάρχει επίσης η όραση ή εμπειρία της θείας «ουσίας»(?) μέσω της υπέρβασης, από την ψυχή, όλων των φυσικών και αισθητηριακών περιορισμών του χώρου και του χρόνου μέσω μη διασκεπτικής έκστασης. Μια τέτοια εμπειρία, όμως, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την αποκάλυψη, εκτός εάν ιδέες και έννοιες σχετικά με τον Θεό μεταβιβάζονται στον νου για να παραδοθούν σε άλλους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εκείνο που συμβαίνει σε τέτοιες εκστάσεις, οι οποίες συνδέονται συνήθως με πλήρη απώλεια επαφής με τον χώρο και τον χρόνο και, επομένως, με τα εμπειρικά περιεχόμενα αυτών. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η εκστατική διαίσθηση υποτίθεται ότι είναι εμπειρία του νου, βοηθούμενη από τη χάρη και απελευθερωμένη από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή από φυσικούς και αισθητηριακούς περιορισμούς, και από πατερική άποψη είναι δαιμονική⁶.

Οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες συμφωνούσαν γενικά ως προς τα σημεία 1) και 2), αλλά όχι σε κάθε περίπτωση ως προς το σημείο 3), το οποίο συνδεόταν με τη μοναστική θεωρία, που απορρίφθηκε γενικά από τον Προτεσταντισμό και πάντοτε από τους Ορθοδόξους.

Αυτό που παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον σχετικά με τα σημεία 1) και 2) είναι ότι παγίδευσαν τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις στις φονταμενταλιστικές θέσεις, τις οποίες η σύγχρονη προτεσταντική και λατινική βιβλική κριτική εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται να ελέγχει και κυριολεκτικά να καταστρέφει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο αδύναμο μέρος του βιβλικού φονταμενταλισμού είναι η ιδέα ότι η Βίβλος δεν είναι μόνο θεόπνευστη, αλλά και βιβλίο υπαγορευμένο από τον Θεό, προκειμένου να είναι η αποκάλυψή Του προς τον άνθρωπο.

Έτσι ολόκληρη η Βίβλος έγινε ένα μεγάλο αποκεκαλυμμένο αξίωμα, το οποίο ίσχυε ως κριτήριο όχι μόνο σε ζητήματα που αφορούν τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν τη δομή του σύμπαντος, τη διαδικασία της ανάπτυξης στη φύση και την ιστορία του ανθρώπου.

Το εκπληκτικό είναι ότι μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις η Βίβλος εξακολουθεί να εξισώνεται με την αποκάλυψη από εκείνους που παραμένουν πιστοί με μια περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακή έννοια, παρά τη σύγχρονη κριτική έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μόνη κατανόηση της αποκάλυψης που γνωρίζουν οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες είναι η αποκάλυψη εννοιών, οι οποίες μπορούν να κατανοηθούν από έναν πιστό και χαριτωμένο νου.

γ. Προκειμένου να ολοκληρώσουμε αυτές τις παρατηρήσεις σχετικά με τη χρήση του κριτικού ελέγχου μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, θα πρέπει να έχουμε κατά νουν τις ακόλουθες γενικές ιστορικές τάσεις στην ανάπτυξη αυθεντικών κριτηρίων για την ερμηνεία της Γραφής και τη διατύπωση συμβολικών, ομολογιακών και δογματικών τύπων.

Μόλις γίνει δεκτή η εξίσωση της Βίβλου με την αποκάλυψη, καθίσταται αναπόφευκτο να βρεθεί μια αυθεντία για την ορθή δογματική ή ομολογιακή ερμηνεία της Βίβλου, η οποία να συνυπάρχει μέσα στην ιστορία με τη Βίβλο.

Ο καθορισμός της φύσης και των ορίων αυτής της αυθεντίας διέπεται αυτομάτως από το γεγονός ότι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναφοράς, η αποκάλυψη έχει ήδη ταυτιστεί ή αναχθεί σε αποκάλυψη λεκτικών και εικονικών συμβόλων σχετικά με τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο και τον άνθρωπο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Ο λόγος αυτής της αποκάλυψης λόγων και εικονικών συμβόλων θεωρείται αναπόφευκτα ότι είναι τόσο καθήκον όσο και ικανότητα του ανθρώπου να κατανοήσει, διά της πίστεως και της χάριτος, το νόημα αυτών των λόγων και εικόνων.

Αυτό σημαίνει ότι η αποκάλυψη απευθύνεται στις υπάρχουσες ικανότητες του ανθρώπου να κατανοεί μέσω της πίστεως και της χάριτος, αλλά και ότι η ίδια η αποκάλυψη είναι ένα δεδομένο μέγεθος σε ολοκληρωμένη μορφή, το οποίο μπορεί να κατέχεται ποσοτικά τόσο από τους μεμονωμένους πιστούς όσο και από το συλλογικό σώμα της Εκκλησίας, ακόμη και από αιρετικούς και μη πιστούς.

Γι’ αυτό οι Αμερικανικές και Βρετανικές Βιβλικές Εταιρείες είναι τόσο πρόθυμες να διανείμουν μια Βίβλο σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Στην πραγματικότητα διαδίδουν την αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο με την πεποίθηση ότι όσοι είναι προορισμένοι για τη σωτηρία θα εμπνευσθούν από το Άγιο Πνεύμα να διαβάσουν αυτή την αποκάλυψη μέσω της πίστεως και να την κατανοήσουν.

Μέχρι την εποχή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, οι Λατίνοι γενικά αποδέχονταν την πεποίθηση του Αυγουστίνου ότι η Εκκλησία είναι μια κοινωνία προορισμένων πιστών, στους οποίους έχει δοθεί το χάρισμα της κατανόησης της αποκάλυψης μέσα στη Βίβλο, αφού έχουν αποδεχθεί αυτή την αποκάλυψη διά της πίστεως. Για τον Αυγουστίνο η τελική αυθεντία για την ερμηνεία της δεδομένης αποκάλυψης είναι η Εκκλησία.

Ωστόσο, η Εκκλησία για τον Αυγουστίνο δεν έχει εξαρχής πλήρη κατανόηση των διδασκαλιών του Χριστού. Όπως ακριβώς οι μεμονωμένοι πιστοί πρέπει πρώτα να αποδεχθούν το δόγμα διά της πίστεως, με βάση την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα να καταβάλουν προσπάθεια να οικοδομήσουν μια κατανόηση αυτής της πίστης, έτσι, με παρόμοιο τρόπο, και η Εκκλησία αυξάνει επίσης τη δική Της κατανόηση της αποκάλυψης με την πάροδο του χρόνου.

Στη βάση αυτής της έννοιας της αποκάλυψης και της κατανόησής της από τους μεμονωμένους πιστούς και την Εκκλησία, η οποία έγινε η ραχοκοκαλιά της φραγκολατινικής παράδοσης, ιδίως προς υποστήριξη του Filioque, βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Θεός έδωσε τη Βίβλο και το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Εκκλησία να έχει την αποκάλυψη μέσα σε ένα βιβλίο και να αποκτά κατανόηση από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο διδάσκει την Εκκλησία και τους πιστούς Της πώς να κατανοούν αυτό το Βιβλίο.

Έτσι, για τον Αυγουστίνο, η υπόσχεση του Χριστού ότι θα δώσει στους Αποστόλους το δώρο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και το οποίο θα οδηγήσει τους ίδιους τους Αποστόλους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν», μετασχηματίζεται σε υπόσχεση ότι το Άγιο Πνεύμα θα οδηγήσει όχι μόνο τους πιστούς γενικά σε όλη την αλήθεια, αλλά και την ίδια την Εκκλησία σε όλη την αλήθεια.

Έτσι, περίπου 350 χρόνια μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή το έτος 393, ο Αυγουστίνος κάνει την ακόλουθη αξιοσημείωτα αφελή δήλωση στη διάλεξή του προς τους επισκόπους της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Αφρικής, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Καρχηδόνα: «Ως προς το Άγιο Πνεύμα, όμως, δεν έχει υπάρξει ακόμη, εκ μέρους των μορφωμένων και διακεκριμένων ερευνητών των Γραφών, μια συζήτηση του θέματος αρκετά πλήρης ή αρκετά προσεκτική, ώστε να μας καταστήσει δυνατό να αποκτήσουμε μια νοητή σύλληψη του τι συνιστά την ιδιαίτερη ατομικότητά Του (proprium)»⁷.

Για τον Αυγουστίνο, όπως είναι γνωστό, πρώτα αποδέχεται κανείς τη Βίβλο και τα δόγματα διά της πίστεως και με την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα καταβάλλει κάθε προσπάθεια να κατανοήσει διανοητικά.

Αλλά, σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, εκείνος που συμφιλιώνεται με τον Θεό και γίνεται φίλος Του δεν φθάνει μόνο στο να γνωρίζει διανοητικά τις πράξεις και τη δόξα του Θεού, αλλά «όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού», συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ουσίας του Θεού.

Ο Αυγουστίνος διατυπώνει τη θέση του πολύ καθαρά: «Και καθόσον, αφού συμφιλιωθούμε και επανέλθουμε στη φιλία μέσω της αγάπης, θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού, γι’ αυτόν τον λόγο λέγεται περί του Αγίου Πνεύματος ότι “θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια”»⁸.

Το τι εννοεί ο Αυγουστίνος με μια τέτοια γλώσσα καθίσταται πολύ σαφές από όσα λέγει αλλού, αρκετά χρόνια αργότερα. «Δεν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσία του Θεού, είτε μέσω της Γραφής Του είτε μέσω του κτίσματος»⁹. Αυτή η διερεύνηση της ουσίας του Θεού μέσω των Γραφών και της φιλοσοφίας παρέμεινε η σταθερή θεολογική μέθοδος του Αυγουστίνου και έγινε ο κεντρικός πυρήνας της φραγκικής θεολογικής παράδοσης, η οποία σήμερα αποκαλείται συνήθως σχολαστική θεολογία.

Ολόκληρη η αυγουστίνεια προσέγγιση της Βίβλου και της θεολογίας προϋποθέτει την ύπαρξη άκτιστων καθολικών εννοιών και, επομένως, μια πραγματική ομοιότητα μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων Του ή μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε και τα δύο να ανήκουν σε ένα ενιαίο σύστημα αλήθειας, το οποίο μπορεί να συλληφθεί από τον ανθρώπινο νου, ιδίως όταν δέχεται την αποκάλυψη, και το οποίο, συνεπώς, μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες.

Το πρώτο καταστροφικό πλήγμα εναντίον αυτής της προσέγγισης δόθηκε από τους νέους οπαδούς του Αριστοτέλη στο φραγκικό βασίλειο του 13ου αιώνα, προκαλώντας την εμφάνιση της θωμιστικής σύνθεσης μεταξύ Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Αυγουστίνου, στην οποία προστέθηκε μια φραγκική παραμόρφωση του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και του Ιωάννη του Δαμασκηνού.

Το παράξενο είναι ότι οι Φράγκοι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι τόσο ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης όσο και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός συμφωνούν πλήρως με τους προγενέστερους Πατέρες ότι δεν υπάρχουν άκτιστες καθολικές έννοιες των οποίων τα κτίσματα θα μπορούσαν να είναι αντίγραφα, αφού δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα μεταξύ του κτιστού και του ακτίστου. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι Φράγκοι ανύψωσαν τον Αυγουστίνο στη θέση του μεγαλύτερου Πατέρα της Εκκλησίας και του καλύτερου εκφραστή της Πατερικής παράδοσης, του οποίου η θεολογία υποτίθεται ότι είναι όχι μόνο ίδια με εκείνη των άλλων Πατέρων, αλλά και το καλύτερο παράδειγμα Πατερικής Θεολογίας. Εφόσον έτσι έχει το πράγμα για τη φραγκική θεολογική φαντασία, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ του Αυγουστίνου και των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας. Επομένως, αφού ο Αυγουστίνος αποδέχεται τα πλατωνικά καθολικά, πρέπει να τα αποδέχονται και όλοι οι Πατέρες.

Η επόμενη καταστροφική επίθεση κατά της πλατωνικής βάσης της αυγουστίνειας φραγκικής παράδοσης προήλθε από τους Νομιναλιστές, έπειτα από τον Μαρτίνο Λούθηρο, και τέλος η πλήρης καταστροφή αυτής της βάσης επήλθε στα τέλη του περασμένου αιώνα με την κατάρρευση των παραδοσιακών αντιλήψεων περί φιλοσοφίας. Η συσσώρευση τόσων πολλών μαρτυριών από τη σύγχρονη επιστήμη ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ύπαρξη αμετάβλητων και αναλλοίωτων φύσεων, μορφών και ειδών οπουδήποτε, έχει αφήσει μια τεράστια αμφιβολία σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης αμετάβλητων αρχετύπων, των οποίων τα πράγματα του σύμπαντος υποτίθεται ότι είναι αντίγραφα. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε μια γενική κατάρρευση της παλαιάς λατινικής και προτεσταντικής πίστης στην ύπαρξη αλήθειας, νόμου και ηθικών κανόνων σε αμετάβλητες μορφές, οι οποίες μπορούν να λειτουργούν ως κριτήρια στη διαδικασία της ανθρώπινης σκέψης. Ακόμη και η παλαιά εμπιστοσύνη των Νομιναλιστών και του Λουθήρου ότι η ίδια η Βίβλος είναι η αμετάβλητη αλήθεια, ο νόμος και ο ηθικός κανόνας που αποκαλύφθηκε από τον Θεό, έχει εξατμιστεί υπό την πίεση της βιβλικής κριτικής.

δ. Ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η λατινική και προτεσταντική παράδοση είναι ότι η ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εγκαθίδρυσε τη Βίβλο όχι μόνο ως το κατ’ εξοχήν κριτήριο της διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά και τοποθέτησε τη Βίβλο πάνω και υπεράνω των ίδιων των προφητών και των Αποστόλων. Οι προφήτες και οι Απόστολοι δεν είναι οι ίδιοι αλάθητοι διδάσκαλοι σχετικά με τον Θεό και το θέλημά Του και τη σχέση Του με τον κόσμο εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος, αλλά τα μέσα και τα όργανα μέσω των οποίων ο ίδιος ο Θεός διδάσκει αλαθήτως αυτό που θέλει, με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες. Η έμπνευση, έτσι, δεν είναι μια συνεχής πνευματική κατάσταση του προφήτη και του αποστόλου, αλλά μια κατάσταση περιορισμένη χρονικά στη διάρκεια του γεγονότος μέσω του οποίου ο Θεός μεταδίδει στην ανθρωπότητα τη συγκεκριμένη αποκάλυψη εννοιών και λέξεων και εικόνων που φέρουν έννοιες, διαμέσου ενός προφήτη ή Αποστόλου. Έτσι ο προφήτης και ο Απόστολος είναι θεόπνευστος κατά την αποκαλυπτική εμπειρία της λήψης και της καταγραφής του λόγου του Θεού. Είναι μάλιστα δυνατόν εκείνος που λαμβάνει και γράφει να μην κατανοεί πλήρως και ακριβώς τι λαμβάνει και τι γράφει· και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο Αυγουστίνος και οι οπαδοί του φαίνεται να λέγουν στην πραγματικότητα ότι η Εκκλησία, με την πάροδο του χρόνου, κατανοεί καλύτερα από τους ίδιους τους αποδέκτες της αποκάλυψης το νόημα της Γραφής.

Σε κάθε περίπτωση, μέσα στο πλαίσιο τέτοιων προϋποθέσεων, ο προφήτης και ο Απόστολος μπορεί επίσης να βρίσκεται σε κατάσταση πλάνης ή έλλειψης ορθής ή πλήρους κατανόησης, όταν δεν βρίσκεται στην κατάσταση της έμπνευσης κατά τη λήψη και καταγραφή ή μετάδοση του λόγου του Θεού.

Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορεί να αποφευχθεί η εικοτολογία σχετικά με το νόημα της αποκάλυψης μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια παράδοση ερμηνείας μπορεί να παραδοθεί από τους προφήτες και τους Αποστόλους μαζί με τη Βίβλο. Αλλά εάν αυτή η ερμηνευτική παράδοση δεν είχε ενσωματωμένη μέσα της κάποια εγγύηση αλάθητης ερμηνευτικής έμπνευσης, δεν θα υπήρχε καμία εγγύηση ορθής κατανόησης. Οι λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις έχουν κατανοήσει μια τέτοια εγγύηση ως το Άγιο Πνεύμα που δόθηκε στην Εκκλησία από τον Θεό διά του Χριστού, με τις πρώτες να καταλήγουν να πιστεύουν ότι ο Λατίνος Πάπας της Ρώμης είναι το κέντρο μιας τέτοιας εγγύησης, και με τις δεύτερες να πιστεύουν γενικά ότι το Άγιο Πνεύμα εμπνέει άτομα και ομάδες ατόμων με μέσα λιγότερο θεσμοποιημένα από τους Πάπες και τις Συνόδους των επισκόπων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δυσκολεύεται κανείς να διαφοροποιήσει τις ρωσικές ορθόδοξες αποκλίσεις από την Πατερική παράδοση, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, αν όχι και νωρίτερα, από τις γενικές λατινικές και προτεσταντικές προσεγγίσεις που περιγράφηκαν παραπάνω, εκτός από το ότι η Οικουμενική Σύνοδος τέθηκε ως η τελική και ύψιστη αυθεντία της βιβλικής, δογματικής και ηθικής διδασκαλίας. Αν και το σχήμα μιας τέτοιας προσέγγισης βρίσκεται στην παράδοση, η ρωσική της μορφή μοιάζει περισσότερο με τις φονταμενταλιστικές δυτικές συνοδικές θεωρίες του 14ου–16ου αιώνα.

Φαίνεται αρκετά σαφές ότι η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εισέβαλε στο Βασίλειο της Ελλάδος τον περασμένο αιώνα με την κάθοδο της ρωσικής θεολογίας και από εκεί βρήκε τον δρόμο της στα Τέσσερα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Νέας Ρώμης, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ, λόγω της γενικής εξασθένισης του πατερικού μοναχισμού που προκλήθηκε από την επιθυμία μίμησης της μετά τον Μέγα Πέτρο τσαρικής ρωσικής Ορθοδοξίας, η οποία έγινε πολύ ευρωπαϊκή και, επομένως, πολύ σύγχρονη, πολύ πλούσια, πολύ ισχυρή και πολύ ελκυστική.

ε. Σε κάθε περίπτωση, από την άποψη της μεθόδου της επιστημονικής έρευνας, η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο μπορεί να ελεγχθεί και να αποδειχθεί με την παρατήρηση επαναλήψεων στην τρέχουσα ανθρώπινη εμπειρία ανθρώπων σήμερα που λαμβάνουν αποκαλύψεις με λόγια και εικόνες από τον Θεό. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο Μωάμεθ ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα, και μπορεί κανείς να βρει και άλλα. Αλλά οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες γενικά αρνούνται τη δυνατότητα τέτοιων αποκαλύψεων, ισχυριζόμενοι ότι η Βίβλος είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός.

Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε τίποτε να ελέγξουμε και να αποδείξουμε ως προς την τρέχουσα θρησκευτική ή αποκαλυπτική εμπειρία, εκτός εάν η «πεντηκοστιανή» γλωσσολαλία, που είναι τώρα τρέχουσα στις λατινικές και προτεσταντικές Εκκλησίες, μπορεί να ελεγχθεί ως προς την ομοιότητα ή την ταυτότητά της με πνευματικές και αποκαλυπτικές εμπειρίες καταγεγραμμένες μέσα στη Βίβλο.

Δεδομένου του μοναδικού και μη επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα που αποδίδεται στη Βίβλο από τους Λατίνους και τους Προτεστάντες, υπάρχει επίσης η προσέγγιση της σύγκρισης των βιβλικών δεδομένων με εξωβιβλικά και εξωιουδαιοχριστιανικά δεδομένα, για να φανεί πόσο μοναδική είναι η Βίβλος και για να φανεί αν, ίσως, οι βιβλικοί συγγραφείς έχουν επηρεαστεί από το περιβάλλον τους μάλλον παρά άμεσα από τον Θεό, όπως ισχυρίζονται, και σε ποιον βαθμό.

Φαίνεται ότι αυτή η τελευταία προσέγγιση υπήρξε η κυρίαρχη στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλικές σπουδές, ιδίως από τις αρχές του περασμένου αιώνα.

Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα γενικά αποτελέσματα υπήρξαν αρκετά καταστροφικά για την αυγουστίνεια φραγκική παράδοση, από την οποία προέρχονται τόσο οι λατινικές όσο και οι προτεσταντικές παραδόσεις. Από τη μία πλευρά, ο Αυγουστίνος δεν παρατίθεται πλέον απλώς για να αποδείξει θέσεις, αλλά τίθεται ο ίδιος υπό αμφισβήτηση. Δεν θεωρείται πλέον αυτομάτως ως εκείνος που κατανόησε τη Βίβλο καλύτερα από όλους τους άλλους Πατέρες. Και όχι μόνο έχει καταρρεύσει η σχολαστική παράδοση, αλλά έχει επίσης αποδυναμωθεί η αυθεντία τέτοιων Μεταρρυθμιστών όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Ιωάννης Καλβίνος.

Φαίνεται σχεδόν σαν η παράδοση του λατινικού και προτεσταντικού συστηματικού θεολόγου που δίνει κατευθυντήριες γραμμές να έχει αντικατασταθεί από μια νέα παράδοση του προτεστάντη βιβλικού επιστήμονα που δίνει κατευθυντήριες γραμμές, με τους λατίνους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν πλέον από πίσω και ορισμένους ορθοδόξους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν μάλλον με την όσφρηση παρά με την όραση και την κατανόηση.

Συνεχίζεται
 
ΘΕΛΕΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ!! ΕΝΑΣ ΚΑΝΤ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ, ΤΗΣ ΘΕΩΣΗΣ. 
ΟΛΑ ΟΡΘΟΔΟΞΑ.

Θεολογικά ρεύματα καί τάσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 A (Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας, Ἰωάννης Ρωμανίδης)

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Θεολογικά ρεύματα καί τάσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 A
(Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας, Ἰωάννης Ρωμανίδης)

2026_NI_Theologika-reumata-taseis-dekaetias-1970_gr.pdf


Τό ἔτος 1977 κυκλοφόρησε ἀπό τό Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατε ρικῶν Με λετῶν ἕνας τόμος μέ τίτλο «Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μη τροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος», στόν ὁποῖο δημο σι εύθηκαν ἄρθρα Μητροπολιτῶν καί Καθηγητῶν, γιά νά τιμηθῆ ὁ μακα ριστός Γέρων Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων1. Τά ἄρθρα αὐτά εἶναι ἐκφραστικά τῶν θεολογικῶν ρευμάτων τῆς δεκαετίας ἐκείνης. Πρόσεξα ὅτι τρία ἀπό αὐτά ἀφ’ ἑνός μέν εἶναι πρωτότυπα γιά τήν ἐποχή ἐκεί νη, ἀφ’ ἑτέρου δέ συνετέλεσαν κατά πολύ στήν δια μόρ φωση τῆς θεολογικῆς σκέ ψεως στά ἑπόμενα χρόνια. Πρόκειται γιά τό κείμενο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ μέ τίτλο «Περί ἀναλογίας καί ἱεραρχίας», τό κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα (ἀργό τερα Περγάμου Ἰωάν νου) μέ τίτλο «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρό σωπον, ἡ συμβολή τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», καί τό κείμενο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μέ τίτλο «Κριτικός ἔλεγχος τῶν ἐφαρμογῶν τῆς θεολογίας». Εἶναι εὐνότητο ὅτι ἡ σειρά μέ τήν ὁποίαν ἐτέθησαν τά κείμενα στόν τόμο αὐ τόν εἶναι ἡ ἀλφαβητική ἀπό πλευρᾶς ἐπωνύμου τοῦ κά θε συγγραφέως τήν ὁποία θά κρατήσω στήν μελέτη μου αὐτή. Ἐπειδή καί τά τρία αὐτά κείμενα ἔχουν ἀρκετό ἐνδιαφέρον, διότι ὅπως προα νέφερα, ἐκφράζουν τίς τάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί τόν τρόπο τοῦ ἐπη ρεα σμοῦ τῆς θεολογίας μέχρι τίς ἡμέρες μας, θά ἐπι χειρήσω μιά σύντομη παρουσίασή τους.

Χρήστου Γιανναρᾶ: «Περί ἀναλογίας καί ἱεραρχίας» Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς στό κείμενό του μέ τίτλο «περί ἀναλογίας κ α ί  ἱ ε ρ α ρ χ ί α ς » 2 μελετᾶ τήν ἀναλογία τῶν φιλοσόφων καί τῶν φιλο σοφούντων θεολόγων μέ τήν ἱεραρχία πού εἰσάγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κειμένου του δίνει τό στίγμα τῆς ὅλης ἀνάλυσης τοῦ θέ μα τός του ὅτι «ἡ ἀλήθεια τῆς ἱεραρχίας ἑρμηνεύει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κατενόησε ἡ θεολογία τῆς Χριστια νικῆς Ἀνατολῆς τήν ἀ ν α λ ο γ ι κ ή μετοχή στή γνώση, τήν ἀναλογική ὁδό γνώσης»3. Ἀρχίζει τήν μελέτη του μέ τήν παρατήρηση ὅτι «ἡ ἀνα λογική δυνα τότητα τῆς γνώσης ἔχει, ὁπωσδήποτε, τήν ἀφετηρία τῆς νοημα τικῆς της διατύπωσης στόν Πλάτωνα. Σύμφωνα μέ τήν πλατωνική ἀντί ληψη, κάθε ὄν μετέχει «ἀνά τόν λόγον» στήν ἰδέα του καί κάθε ἰδέα εἶναι «τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὅν τἀγαθόν ἐγέν νησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ»»4. Κατά τόν Πλάτωνα «τό ὄργανο ἤ ὁ τρόπος γιά τή γνώση-θεωρία καί τή μέθεξη εἶναι ὁ νοῦς, καί εἶναι φανερό ὅτι ἐδῶ ὁ νοῦς δέν πε ριο ρίζεται στή διανοητική, ἁπλῶς, ἱκανότητα, ἀλλά ἀντιπροσωπεύει τήν καθολική δυνατότητα τῆς ψυχῆς»5. Ἀφοῦ γίνεται ἀνάλυση τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας στό θέμα αὐτό γρά φει: «Ἡ πλατωνική, λοιπόν, ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας δέν εἶ ναι συγκριτική ποσοτήτων ἤ με γεθῶν, δέν εἶναι ἀναλογία ἀρι θμητι κῶν σχέσεων καί μετρητῶν λόγων ὁμοιότητας. Ἡ ἀναλογία εἶναι εἰκο νι στική σχέση ἤ σχέση εἰκόνας μέ τό εἰκονι ζόμενο, καί ἡ γνώση αὐτῆς τῆς σχέσης εἶναι δυναμικό γεγονός, προϋποθέτει τή γνωστική ἐπι τη δειότητα τοῦ νοῦ, τή μετοχή τοῦ νοῦ στό εἰκονιζόμενο, μέσω τῆς εἰκόνας του»6. Στήν συνέχεια ἀναφέρεται στόν Ἀριστοτέλη ὁ ὁποῖος μετέφερε «τή μαθη μα τική ἔννοια τῆς ἀναλογίας στόν χῶρο τῆς Ἠθικῆς, γιά νά ἀπο δείξη «τό δίκαιον ἀνά λογον», «τό δέ ἄδικον τό παρά τό ἀνάλογον»». Δηλαδή, «ὁρίζει τήν ἀναλογία ὄχι ὡς ταυτότητα (ποιοτικῶν) λόγων, ἀλλά ὡς ἰσότητα (ποσοτικῶν) λόγων, γιατί μόνο στήν ποσοτική-με τρητή ἀναλογία εἶναι δυνατό νά στηριχθῆ ἡ ἀπονομή τοῦ δικαίου στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας»7. Ἐπίσης, σημειώνεται ὅτι «ἐκτός ἀπό τή μεταφορά τῆς μαθη ματικῆς ἀναλογίας στό χῶρο τῆς Ἠθικῆς, ὁ Ἀριστοτέλης δέν ἀγνοεῖ καί τήν εἰκονιστική ἀναλογία», τήν ὁποία «χρησιμοποιεῖ πολύ χαρα κτη ριστικά στήν Ποιητική του, προκειμένου νά ἑρμηνεύση τό φαι νόμενο τῆς ποιητικῆς «μεταφορᾶς»»8. Ἡ ἑπόμενη ἀναφορά στήν ἀναλογία γίνεται στούς Σχολαστικούς θεο λόγους τῆς Δυτικῆς θεολογίας «γιά νά ἀποδείξουν τήν εἰκονιστική ἀναλογία (τήν externa analogia proportionalitatis impopriae) ὡς με τα φορά (translatio) τῆς εἰκο νιστικῆς σχέ σης σέ ἀμοιβαία ἀντι στοι χία κυ ριο λεκτικῶν ἐννοιῶν»9. Ἐπισημαίνεται δέ ὅτι «ἡ σημαντικώτερη, ὡς πρός τίς ἱστορικές της συνέ πειες, ἐφαρμογή τῆς ἀναλογικῆς σχέσης, εἶναι αὐτή πού ἐπιχει ρήθηκε στό χῶρο τῆς ὀντολογίας: πρόκειται γιά τήν ἀναλογική σχέση ὄντων καί Εἶναι ἤ ὄντων καί οὐσίας, τή γνωστή ἀπό τό μεσαίωνα ὡς analogia entis»10. Ἀπό τήν χρησιμοποίηση τῆς ἀναλογίας τῶν σχολαστικῶν θεολό γων συνά γονται ἀπό τόν συγγραφέα δύο συμπεράσματα. Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι «ἡ ἀναλογική γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως τή θεμε λίωσαν οἱ σχολαστικοί, ἐξαντλεῖται στή νοητική προσέγ γιση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπερβατική, ἀλλά πάντως ὀντική οὐ σία - ἕνα ὑπερβατικό ἀντι κείμενον (objectum) τῆς διανοίας» καί «ἡ σχολαστική ἀναλογία ἀγνοεῖ τήν προ σωπική ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν Τριάδα τῶν Θείων Προ σώπων, τόν τρόπο ὑπάρξεως τῆς Θείας Οὐσίας πού εἶναι προσωπική»11. Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι «ἡ σχολαστική ἀναλογία ἀγνοεῖ τόν προ σωπικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως ὄχι μόνο ὡς ὀντολογική πραγ ματικότητα, ἀλλά καί ὡς γνωστική δυνατότητα: ἀγνοεῖ τή γνω στική δυνατότητα τῆς προσωπικῆς σχέσης, τή φανέρωση -δηλαδή τήν ἄμεση γνώση- τοῦ προσώπου μέ σῳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς οὐσίας», πού εἶναι πάντοτε προσωπικές»12. Ἔτσι, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στηρίζεται στήν ἀν θρώ πινη διάνοια καί ὄχι «στά ὅρια τῆς δυναμικῆς διαπροσωπικῆς σχέσης Θεοῦ καί ἀνθρώπου» πού εἶναι «ὁ ἔρως τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν Θεό»13. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική εἰσάγονται στήν σχολαστική θεο λογία οἱ «ἀντι κειμενικοί συλλογισμοί» πού ἀνοίγει τόν δρόμο σέ ἕναν «μυστικισμό τῆς οὐσίας» σέ «μιά contemplatio τοῦ ἀπρόσωπου Ἀπόλυ του»14. Μετά τήν ἀνάλυση τῆς ἀναλογίας στήν σχέση μεταξύ τοῦ κό σμου καί τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία (πλατωνική καί ἀρι στοτελική) καί τήν σχολαστική θεο λο γία ὁ συγ γραφεύς εἰσέρχεται στήν ἀνάλυση τῆς θεο λογίας πάνω στό θέ μα τῆς ὀντολογίας. Γράφει ὅτι ἐνῶ «ἡ δυτική θεολογία προσέλαβε τήν ἀριστοτελι κή, περισσότερο, ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας, γιά νά ὑποταχθῆ τελικά σέ αὐτό τό πρόσλημμα,[προχειρότητες τού γράμματος] οἱ βυ ζαντινοί θεολόγοι στράφηκαν μᾶλλον πρός τήν κατεύθυνση πού ἔδειξε ὁ Πλάτων, προκειμένου νά ἐκφράσουν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία τῆς γνώσης: Εἶδαν τήν ἀναλογία ὡς γνωστική μέθοδο καί δυνατότητα φανέρωσης τῆς ἐμπειρικῆς μετοχῆς καί μέ θε ξης στήν ἀλήθεια, ὡς τό λόγο τῆς ἐπιτηδειότητας τῶν «ὀφ θαλ μῶν» τῆς ψυχῆς νά δεχθοῦν τό φῶς τῆς ἀλήθειας».[Η ενσάρκωση του Κυρίου και η ανακαίνιση της εικόνας που πήγε; Στο αγαπημένο μηδέν της αξιοπρέπειας;] Ἔτσι, «ἡ σχολαστική ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας ἐξαντλεῖται στήν νοητική ἀνα γωγή τῶν σχε τικῶν κατηγορημάτων σέ ἀπό λυτα καί τῶν ἐπί μέρους σέ σχετικά»15. Ἀντίθετα, κατά τούς «Βυζαντινούς», «ἡ ἀναλογία» «ὡς γνωστική μέθοδος ἀναφέρεται στή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης νά ἀνά γεται ἀπό τήν κλήση σέ προσωπική σχέση στήν ἴδια τήν πραγμα τι κό τητα τῆς σχέσης, δηλαδή ἀναφέ ρεται στήν ἀναλογική διαβάθμιση τῶν δυνατο τήτων τῆς ὕπαρξης νά μετέχη καθολικά (καί ὄχι νοητικά μόνο) στήν ἀλήθεια»16.[ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ] Ἔτσι ὑπάρχει, κατά τόν συγγραφέα, διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἀντιλή ψεων, δηλαδή τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί τῆς ἀνατολι κῆς βυζαντινῆς θεολογίας, ἤτοι «διάκριση ἀνάμεσα στήν ἐκδοχή τῆς ἀναλο γίας ὡς συγκριτικῆς ὁμοιοτήτων, καί στήν ἐκδοχή τῶν ἀναλογι κ ῶ ν ὁ μ ο ι ο τ ή τ ω ν ὡ ς ἀνομοιοτήτων»17. Ἡ πρώτη, δηλαδή «ἡ ἀναλογία ὡς συγκριτικῆς ὁμοιοτήτων» «προϋποθέτει τόν «αὐτόν λόγον» σχετι κοῦ καί ἀπολύτου, ἐπί μέρους καί καθολικοῦ», ἐνῶ ἡ δεύτερη, δηλαδή «ἡ ἐκδοχή τῶν ἀναλογικῶν ὁμοιοτήτων ὡς ἀνομοιοτήτων» «λειτουρ γεῖ ποιητικά - εἰ κονιστικά καί ὄχι ποσοτικά - μετρι κά»18. «Ἡ ἀναλο γία τῶν ἀνό μοιων ὁμοιοτήτων ὡς γνωστική μέθοδος» «σημαίνει τήν ἀπόλυτη ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας τοῦ προσώπου, τῶν ἀπεριόριστων ὁρίων τῆς γνώσης πού ἀποκαλύπτει ἡ προσωπική ἑτε ρότητα»19. Αὐτή «ἡ ἀναλογία τῶν ἀνόμοιων ὁμοιοτήτων διευ κρινίζει μέ σαφήνεια καί τή ριζική διαφορά τοῦ ἀπο φατισμοῦ τῶν βυζαντινῶν θεολόγων ἀπό τήν θεολογία τῶν ἀρνή σεων (theologia negativa) τῶν σχολα στικῶν τῆς δύσης». Βεβαίως, ὅπως ἐξηγεῖται «οἱ ὁμοιότητες δέν συνιστοῦν ταυ τότητα», καί «οἱ ἀνο μοιό τητες» δέν συνιστοῦν ἀπόλυτη ἑτερότητα»20. Μέσα στήν προοπτική τῆς ἀναλογίας ὡς «δυνατότητας ἀναγω γῆς ἀπό τήν ἐπί μέρους κλήση σέ προσωπική σχέση στήν καθολικό τητα τῆς γνώσης πού παρέχει ἡ πραγματοποίηση τῆς σχέσης, βασί ζεται ἡ ὑπέρ βαση τῶν ἀντι κει μενικῶν ὁμοιο τήτων, στήν γνωστική προ σέγ γιση τῶν ὁμοιοτήτων ὡς ἀνο μοιοτήτων»21. Ἑρ μηνεύει τήν «ἀναλογία ὡς ἱεραρ χία» «τῶν ἀρεο παγητικῶν συγγραφῶν» καί παρουσιάζει «τή γνώση ὡς ἐμπει ρική-καθο λική μετοχή σέ αὐτήν τήν πραγματι κότητα»22. Ἡ ἀναλογία χρησιμοποιεῖται γιά τήν τάξη καί ἐνέργεια, γιά τήν ἱερά διακό σμηση, γιά τό «θεοπρεπές κάλλος», γιά τήν μετάδοση τῆς γνώσης, γιά τό καθαί ρεσθαι καί καθαίρειν, τό φωτίζεσθαι καί φω τί ζειν, γιά τό τελεῖσθαι καί τό τελε τουργεῖν, γιά τήν «μετάδοση τῆς γνώσης πού συνιστᾶ κάθαρση καί φωτισμό καί τελείωση, δηλαδή μυσταγωγία, ἐνέγεια ἀγάπης τελειωτική τῶν ἀγα πωμένων», γιά «τή σύ νολη ἱεραρχική διακόσμηση τοῦ κόσμου σέ μιά ἀμε σότητα καί ἑνο είδεια π ρ ο σ ω π ι κ ῆ ς σχέσης τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο»23.

Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς μέ τό κείμενο αὐτό συν δέει τήν ἀνα λογία μέ τήν ἱεραρχία. Δηλαδή, ἐρευνᾶ τήν ἀναλογία τῶν ἀρχαίων φιλο σό φων καί τῶν Σχολαστικῶν θεολόγων βλέποντας τό ἀδιέξοδό τους, ἀλλά στήν συνέχεια ὑπογραμμίζει τήν ἀναλογία «στήν ἐκδοχή τῶν ἀναλογικῶν ὁμοιοτή των ὡς ἀνο μοιο τήτων» ἀπό τήν δυνατότητα τῆς ὕπαρξης νά ἀνάγεται σέ προσωπική σχέ ση24, μέσα σέ αὐτήν τήν ἀναλογία ἑρμηνεύει τήν ἱεραρχία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Νομίζω ὅτι καίτοι ἐντοπίζει τό πρόβλημα τῆς analogia entis τῆς δυτικῆς θεολογίας, στήν συνέχεια παρερμηνεύει ὅλη τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἐντάσσοντάς την στήν «ἐνο εί δεια προσωπικῆς σχέσης τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο»25, καί παρου σιάζοντας τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη νά υἱοθετοῦν «τήν ἀπόλυτη ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας τοῦ προσώπου, τῶν ἀπεριόριστων ὁρίων τῆς γνώσης πού ἀποκαλύπτει ἡ προσωπική ἑτερότητα»26, παρακάμπτοντας τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γιά μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ διαφοροτρόπως.[ΤΗΝ ΕΣΩΣΕ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟΘΕΟ ΒΛΑΧΟ] Θεωρῶ ὅτι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης οὔτε συσχετίζεται, οὔτε παρα βάλλεται μέ την σχολαστική θεολογία καί τήν ὑπαρξιακή φιλοσοφία, ἀλλά ἑρμηνεύεται μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος τόν ἑρμήνευσε θεόπνευστα, μέ τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ διαμάχη μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ ἔγινε στήν βάση τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀφοῦ ὁ Βαρλαάμ τόν ἑρμήνευε ἀγνω στικιστικά, ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος τόν ἑρμήνευε πατερικά, ἡσυχαστικά. Ἄλλωστε, ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεο πα γίτη, εἶναι οἱ τρεῖς ταυτόχρονες, ἀδιαίρετες καί οὐσιώδεις πλευρές τῆς ἱε ραρ χίας πού εἶναι ἡ «ἱερή τάξη», «ἡ ἱερή ἐπιστήμη» καί «ἡ ἱερή ἐνέργεια». Κατά τόν ὁρισμό τῆς Ἱεραρχίας πού δίνει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης «ἔστι μέν ἱεραρχία κατ’ ἐμέ τάξις ἱερά καί ἐπιστήμη καί ἐνέργεια πρός τό θεοειδές ὡς ἐφικτόν ἀφομοιουμένη καί πρός τάς ἐνδιδομένας αὐτῇ θεόθεν ἐλλάμψεις ἀναλόγως ἐπί τό θεομίμητον ἀναγομένη». Τό δέ «θεοπρεπές κάλλος, ὡς ἁπλοῦν, ὡς ἀγαθόν, ὡς τελεταρχικόν, ἀμιγές μέν ἐστι καθόλου πάσης ἀνομοιότη τος», μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του»27. Ἡ Ἱεραρχία ἔχει τάξεις, μετέχει «τῆς θεαρχικῆς ἐπιστήμης» πού συνδέ εται μέ τήν ὑπερούσια γνώση καί εἶναι «θέα καί ἐπιστήμη τῆς ἱερᾶς ἀληθείας» καί εἶναι μέθεξη τῆς ἱερᾶς ἐνεργείας, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ τελείωση28. Κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμο λογητή πού τόν ἑρμηνεύει δέν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ καί ὅλη ἡ κτίση καί ὁ ἄνθρωπος μετέχουν τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ἀναλόγως, καί αὐτό τό ἀναλόγως δέν σημαίνει ἀναλογία, διότι δέν πρόκειται γιά ἀναλογία μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, ἀλλά ἀναλογία ὡς πρός τήν μετοχή ὅλων τῶν ὄντων, κατά τήν φύση καί ἐνέργεια τοῦ καθενός μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ διαφορά καί ἡ παρερμηνεία εἶναι σαφέστατη. Ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου αὐτοῦ (Χρῆστος Γιανναρᾶς) ἀγνοεῖ τήν πατερική διδασκαλία ὅτι στόν Θεό ὑπάρχουν τρία, ἤτοι οὐσία, ὑποστάσεις καί ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐξωτέρα, ἡ ὑπόσταση εἶναι ἐνδοτέρα καί ἡ οὐσία ἐνδοτάτη. Ἔτσι, ὁ Θεός «ἔλαβεν ἀπ’ αἰῶνος τρεῖς καθολικάς σχέσεις». Ὁ Πατήρ κοινωνεῖται μέ τόν Υἱό καί τό
Αγιον Πνεῦμα «κατ’ οὐσίαν», ὁ Υἱός κοινωνεῖ μέ τήν ἀνθρωπότητα «καθ’ ὑπόστασιν», καί ἡ Ἁγία Τριάδα κοινωνεῖ μέ τά κτίσμα τα «κατ’ ἐνέργειαν». Τά κτίσματα μετέχουν τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῆς ὑποστάσεως καί τῆς οὐσίας Του. Ἡ ὑπόσταση εἶναι ἐνδοτέρα τῆς ἐνεργείας καί γι’ αὐτό ἡ καθ’ ὑπόσταση σχέση εἶναι ἐνδοτέρα τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως29. Ἑπομένως δέν πρόκειται γιά προ σωπική σχέση ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά γιά μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο, πράγμα πού συνιστᾶ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ὀρθή ἑρμηνεία τῆς θεολογίας τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἁγίου Διο νυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γίνεται ἀπό τόν π. Δανιήλ Pupaza στήν διδα κτορική του διατριβή μέ τίτλο «Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καί τοῦ ἀγαθοῦ στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη»30. Ἄν σκεφθῆ κανείς ὅτι ἡ βασική διαφορά μεταξύ δυτικῆς καί ὀρ θο δόξου θεο λο γίας βρίσκεται στό θέμα τῆς ἀναλογίας, ὅτι ὅλη ἡ δυτική θεολογία στηρίζεται στήν ἀναλογία τοῦ ὄντος, στήν ἀναλογία τῆς πίστεως καί ἀναλογία σχέσης, καί στήν διαφορά μεταξύ τῶν δύο μεθοδολογιῶν γνώσης, τῆς δυτικῆς μεθοδολογίας πού βασίζεται στήν ἐπεξεργασία τῆς λογικῆς, καί τῆς ὀρθόδοξης μεθοδολογίας πού βα σί ζεται στήν ἐμπειρία τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ31, τότε τό κείμενο αὐτό εἰ σά γει μία σύγ χυση, καί φυσικά ἑρμηνεύει τήν ὀρθόδοξη παράδοση π ε ρ σ ο ν α λ ι σ τ ι κ ά.


Σημειώσεις:

1. Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τιμητικός συλλογικός τόμος, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελε τῶν, Θεσσαλονίκη 1977

2. Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185-206 3. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185 4. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185 5. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 186 6. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 187 7. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 188 8. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 189 9. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 190 10. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 190 11. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 194-195 12. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 196 13. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 196 14. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197 15. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197 16. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197-198 17. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 18. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 19. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198-199 20. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 199 21. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 22. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 202 καί ἑξῆς 23. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 204-205

24. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 25. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 205 26. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 199

27. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καί ἀσκη τικῶν, Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγό ριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 250-252

28. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 444-448

29. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1969, σελ. 213

30. π. Δανιήλ Pupaza, Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, Ἐκδ. Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου, Ἁγίου Ὄρους, 2015

ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ! ΔΕΝ ΘΑ ΦΑΜΕ ΤΟ ΤΥΡΑΚΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Τρεις σύγχρονοί μας θεολόγοι

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Στήν ἐποχή μας ἀναδείχθησαν πολλοί μεγάλοι Ἕλληνες θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι μελέτησαν τά πατερικά κείμενα καί τήν διαχρονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί προσπάθησαν νά ἀπαντήσουν, βάσει αὐτῆς, στά σύγχρονα φιλοσοφικά, ὑπαρξιακά, κοινωνικά ρεύματα, ἤ ἔκαναν καί τό ἀντίστροφο, δηλαδή ἔχοντες ὑπ’ ὄψη ὅλα τά σύγχρονα ρεύματα πού ἐμφανίσθηκαν στήν Δύση, ἤτοι τόν Σχολαστικισμό, τόν Διαφωτισμό, τόν Γερμανικό ἰδεαλισμό, τόν Ὑπαρξισμό, τήν Ψυχανάλυση κ.ἄ, προσπάθησαν νά ἀρθρώσουν ἕναν σύγχρονο θεολογικό λόγο.

Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγονται οἱ: Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου, καί π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ὑπῆρξαν καθηγητές Ἑλληνικῶν Πανεπιστημίων καί δίδαξαν σέ πολλούς νεωτέρους θεολόγους, ἀλλά καί ἔγραψαν κείμενα μέ τά ὁποῖα ἐπηρέασαν πολλούς νεότερους θεολόγους καί ἐπιστήμονες ἄλλων ἐπιστημῶν.

Στό ἄρθρο πού θά παραθέσω στήν συνέχεια θά ἀναφερθῶ μέ συντομία σέ τρία κείμενά τους, πού δημοσιεύθηκαν τήν δεκαετία τοῦ 1970 καί ἔπαιξαν ρόλο στήν σύγχρονη θεολογία, ἀφοῦ ἐπηρέασαν τόν τρόπο πού ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει τίς σύγχρονες ἀντιλήψεις, καί θά παραθέσω μερικά, κατά τήν γνώμη μου, καταληκτικά συμπεράσματα, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τήν θεολογική διαδρομή τῶν τριῶν αὐτῶν θεολόγων καί τά θεολογικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας.

Πατῆστε γιά τήν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου
: (ΕΔΩ)



ΑΠΑΝΤΗΣΑΝ ΤΕΛΙΚΑ; ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ; ΜΠΡΑΒΟ ΙΕΡΟΘΕΕ ΜΑΣ ΕΜΑΘΕΣ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.
 ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ!

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Η Θρησκεία του Ανθρώπου ως Θεού: Από την Εξέγερση του Εωσφόρου στις Επεκτάσεις τής Σύγχρονης Συνοδικότητος.

                                         foto: Satana dipinto da William Blake.

Η σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ποιμαντική, πειθαρχική ή κοινωνιολογική ένταση. Στη ρίζα της βρίσκεται ένα κατεξοχήν θεολογικό και πνευματικό πρόβλημα, που συνίσταται στην προοδευτική αντικατάσταση της κεντρικότητας του Θεού με την κεντρικότητα του ανθρώπου.
Αυτός ο μετασχηματισμός εμφανίζεται με εξαιρετική σαφήνεια στα διάσημα λόγια που είπε ο Παύλος ΣΤ΄ στο τέλος της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου, όταν δήλωσε ότι « η θρησκεία του Θεού που έγινε Άνθρωπος συνάντησε τη θρησκεία του ανθρώπου που κάνει τον εαυτό του Θεό ».
Αν και αυτή η διατύπωση εκφράστηκε σε ένα συμφιλιωτικό και διαλογικό πλαίσιο, κατέληξε άθελά του να συνθέτει τη βαθιά λογική που θα χαρακτήριζε τη Σύνοδο και ολόκληρη την μετασυνοδική περίοδο.

Πράγματι, αν υπήρξε πραγματικά μια «συνάντηση» μεταξύ της θρησκείας του Θεού που έγινε Άνθρωπος και της θρησκείας του ανθρώπου που γίνεται Θεός, αυτό φαίνεται να προϋποθέτει απαραίτητα την παρουσία, εντός της ίδιας της Συνόδου, εκπροσώπων και των δύο θρησκειών: αφενός, του προσυνοδικού νεοθωμικού κλήρου, που εκπροσωπεί τη θρησκεία του Θεού που έγινε Άνθρωπος· αφετέρου, του κλήρου της Νέας Θεολογίας , που εκπροσωπεί τη θρησκεία του ανθρώπου που γίνεται Θεός.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, με τις ανάγκες του, τη συνείδησή του, την ιστορική του εμπειρία και τις επιδιώξεις του, τοποθετήθηκε προοδευτικά στο επίκεντρο του εκκλησιαστικού στοχασμού, ενώ η υπερβατική και υπερφυσική διάσταση της πίστης φάνηκε να υποχωρεί μπροστά στην επείγουσα ανάγκη μιας νέας συμμαχίας μεταξύ της Εκκλησίας και του σύγχρονου κόσμου.

Αυτή η μετάλλαξη, ωστόσο, δεν είναι πρωτοφανής στην ιστορία του Χριστιανισμού. Αντίθετα, επαναπροτείνει, σε νέες μορφές, μια αρχαία πνευματική δυναμική, την οποία η χριστιανική παράδοση ανέκαθεν ταύτιζε με την Εωσφορική εξέγερση.

Η αμαρτία του Εωσφόρου δεν συνίσταται απλώς σε μια ηθική παράβαση, αλλά στην επιθυμία του πλάσματος να συγκροτηθεί αυτόνομα ως η αρχή της δικής του τάξης, τελειότητας και αλήθειας.
Ο βιβλικός τύπος eritis sicut dii εκφράζει με ακρίβεια τον αρχικό πειρασμό της ανθρώπινης αυτοθέωσης, δηλαδή την επιθυμία να χειραφετηθεί ο άνθρωπος από την οντολογική και ηθική εξάρτηση από τον Θεό και να γίνει το απόλυτο κριτήριο του εαυτού του.

Από αυτή την οπτική γωνία, η «θρησκεία του ανθρώπου που κάνει τον εαυτό του Θεό» αντιπροσωπεύει την ιστορική εκδήλωση της ίδιας Λουσιφεριανής αρχής που διαπερνά, με διαφορετικούς τρόπους, πολυάριθμες πνευματιστικές και χιλιαστικές αιρέσεις που έχουν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής, καθίσταται δυνατό να διακρίνουμε μια βαθιά συνέχεια μεταξύ της αρχικής εξέγερσης του Εωσφόρου, ορισμένων μεσαιωνικών και σύγχρονων αιρετικών ρευμάτων που χαρακτηρίζονται από τον πνευματισμό, τον χιλιασμό και τον αντινομιανισμό, καθώς και του θεολογικού ανθρωποκεντρισμού που αναδύθηκε στο πλαίσιο της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου και αναπτύχθηκε στην μετασυνοδική περίοδο, καταλήγοντας στις τρέχουσες τάσεις του συνοδισμού.

Αν και αυτά τα φαινόμενα ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και εκφράζονται μέσω διαφορετικών γλωσσών, μοιράζονται μια κοινή δομή: την προοδευτική υποταγή της αποκαλυφθείσας αλήθειας στην ανθρώπινη υποκειμενική εμπειρία.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μάλιστα, η υπερφυσική τάξη τείνει να επανερμηνεύεται υπό το πρίσμα της ιστορικής συνείδησης και των ανθρώπινων φιλοδοξιών, ενώ η χριστιανική θρησκεία κινδυνεύει σταδιακά να μετατραπεί σε μια θρησκεία του ανθρώπου που συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του παρά με τον Θεό.


I. Η εξέγερση του Εωσφόρου και η γέννηση της θρησκείας του ανθρώπου

Η χριστιανική θεολογική παράδοση θεωρούσε πάντα την πτώση του Εωσφόρου ως το μεταφυσικό παράδειγμα κάθε επακόλουθης εξέγερσης κατά του Θεού.
Ο πεσμένος άγγελος δεν αποδέχεται τη δική του κτιστή κατάσταση ούτε το γεγονός ότι η τελειότητα και η ευδαιμονία πρέπει να ληφθούν από τον Θεό ως δώρο.
Η αμαρτία του έγκειται ακριβώς στην προσπάθεια να εδραιώσει το δικό του μεγαλείο αυτόνομα, αντικαθιστώντας την εξάρτηση από τη θεία αλήθεια με την απόλυτη αυτοεπιβεβαίωση του κτίσματος.
Αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζεται τέλεια στον πειρασμό που απευθύνεται στους πρώτους μας γονείς στον Επίγειο Παράδεισο, όπου το φίδι υπόσχεται στον άνθρωπο τη δυνατότητα να γίνει «σαν τον Θεό» παραβιάζοντας την τάξη που έχει θεσπίσει ο Δημιουργός.

Από εκείνη τη στιγμή, η θρησκευτική ιστορία της ανθρωπότητας φαίνεται να διαπερνάται από μια μόνιμη ένταση μεταξύ δύο αντίθετων αντιλήψεων για τη θρησκεία.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η θρησκεία του Θεού που σώζει την ανθρωπότητα μέσω της χάρης, καλώντας μας συνεχώς σε μεταστροφή, στην υποταγή της θέλησής μας στον θείο νόμο και στην υπέρβαση της υπερφυσικής τάξης.
Από την άλλη, αναδύεται περιοδικά η θρησκεία της ανθρωπότητας, η οποία ισχυρίζεται ότι σώζεται από τον εαυτό της, επανερμηνεύοντας το καλό και το κακό σύμφωνα με τη δική της ιστορική εμπειρία και μετατρέποντας σταδιακά την υποκειμενική συνείδηση ​​στο απόλυτο κριτήριο της αλήθειας.


Ακριβώς αυτή η δεύτερη τάση επανεμφανίζεται κυκλικά στην ιστορία της Εκκλησίας με τη μορφή πνευματιστικών και χιλιαστικών κινημάτων, τα οποία σχεδόν πάντα προαναγγέλλουν μια νέα θρησκευτική εποχή που προορίζεται να ξεπεράσει την παραδοσιακή δομή του Χριστιανισμού.
Σε αυτά τα ρεύματα, το πρωτείο της χάριτος αντικαθίσταται προοδευτικά από το πρωτείο της υποκειμενικής πνευματικής εμπειρίας· η εκκλησιαστική ιεραρχία εμφανίζεται ως μια πραγματικότητα που προορίζεται να ξεπεραστεί· ο αντικειμενικός ηθικός νόμος τείνει να διαλύεται ενώπιον της αυθορμητότητας του «Πνεύματος»· τέλος, η αποκλειστική μεσολάβηση του ίδιου του Χριστού σχετικοποιείται στο όνομα μιας υποτιθέμενης καθολικοποίησης της σωτηρίας.

II. Η Μετασυνοδική Περίοδος και η Επιβεβαίωση του Εκκλησιαστικού Ανθρωποκεντρισμού

Ο εκκλησιαστικός ανθρωποκεντρισμός που αναδύθηκε στην μετασυνοδική περίοδο δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως μια τυχαία διαστρέβλωση ή μια καταχρηστική ανάγνωση της Δεύτερης Βατικανή Συνόδου. Αν και πολυάριθμοι συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να διακρίνουν αυστηρά μεταξύ της «αληθινής Συνόδου» και του λεγόμενου «πνεύματος της Συνόδου», αυτή η ερμηνεία φαίνεται ανεπαρκής για να εξηγήσει το βάθος και τη συνέχεια των μετασχηματισμών που έχουν συμβεί στη ζωή της Εκκλησίας από τα χρόνια που ακολούθησαν τη Σύνοδο.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα έγκειται επίσης στην ίδια τη φύση της συνοδικής γλώσσας, η οποία συχνά χαρακτηριζόταν από σκόπιμα ευέλικτες, ποιμαντικές διατυπώσεις και ανοιχτή σε μεταγενέστερες εξελίξεις. Η ασάφεια πολυάριθμων κειμένων δεν ήταν απλώς μια τυχαία αδυναμία της συνοδικής σύνταξης, αλλά συχνά αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη μεθοδολογική επιλογή που αποσκοπούσε στο να επιτρέψει μελλοντικές επανερμηνείες και εξελικτικές εφαρμογές.

Από αυτή την οπτική γωνία, η μετασυνοδική περίοδος δεν εμφανίζεται ως μια ξαφνική ρήξη με τη Σύνοδο, αλλά μάλλον ως η λογική ανάπτυξη των δυνατοτήτων που ήδη περιέχονταν στα συνοδικά κείμενα.
Η ίδια η επιμονή στον «ποιμαντικό» χαρακτήρα της Συνόδου συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου εκκλησιαστικού παραδείγματος στο οποίο η δογματική ακρίβεια και η ρητή καταδίκη των λαθών αντικαταστάθηκαν προοδευτικά από μια διαλογική, φαινομενολογική γλώσσα προσανατολισμένη στη συνάντηση με τον σύγχρονο κόσμο.

Η αναπόφευκτη συνέπεια ήταν το άνοιγμα ενός εξαιρετικά ευρέος ερμηνευτικού χώρου, εντός του οποίου θεολογικές κατηγορίες παραδοσιακά ασύμβατες με το καθολικό δόγμα μπορούσαν να αναπτυχθούν προοδευτικά χωρίς να εμφανίζονται τυπικά καταδικασμένες.

Υπό αυτή την έννοια, το πρόβλημα του ανθρωποκεντρισμού δεν προέρχεται αποκλειστικά από μεταγενέστερες ερμηνείες, αλλά είναι ήδη αντιληπτό στη γενική προσέγγιση της ίδιας της Συνόδου.
Για πρώτη φορά στην εκκλησιαστική ιστορία, μια Σύνοδος αφιέρωσε πρωτοφανή προσοχή όχι τόσο στην διακήρυξη της κοινωνικής Βασιλείας του Χριστού ή στη συστηματική αντίκρουση των σύγχρονων σφαλμάτων, αλλά μάλλον στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, στις αξίες του σύγχρονου κόσμου, στον διάλογο με τη νεωτερικότητα και στην ανάγκη συμφιλίωσης μεταξύ της Εκκλησίας και του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έπαψε προοδευτικά να θεωρείται πρωτίστως ως ένα πεπτωκό πλάσμα που χρειάζεται μεταστροφή και αντιθέτως παρουσιάστηκε ως προνομιούχος συνομιλητής της Εκκλησίας.

Αυτή η μετατόπιση φαίνεται ιδιαίτερα σαφής στο Σύνταγμα Gaudium et Spes , το οποίο εγκαινίασε μια νέα θεολογική ευαισθησία επικεντρωμένη στην ιστορική εμπειρία του σύγχρονου ανθρώπου.
Η προσοχή της Εκκλησίας δεν φαινόταν πλέον να προσανατολίζεται πρωτίστως στη θεία υπέρβαση, αλλά στις φιλοδοξίες, τις αγωνίες, τις ελπίδες και την αξιοπρέπεια του σύγχρονου ανθρώπου. Η
περίφημη δήλωση ότι « οι χαρές και οι ελπίδες, οι λύπες και οι αγωνίες των ανθρώπων αυτής της εποχής » ήταν επίσης αυτές της Εκκλησίας, συμβολικά εκδηλώνει αυτή την αλλαγή προοπτικής.

Ενώ δεν αρνείται επίσημα την κεντρικότητα του Θεού, η συνοδική γλώσσα τείνει προοδευτικά να τοποθετεί την ανθρωπότητα στο κέντρο της εκκλησιαστικής σκέψης.

Η ίδια η καταληκτική ομιλία του Παύλου ΣΤ΄ επιβεβαιώνει αυτόν τον προσανατολισμό με εξαιρετικά σημαντικό τρόπο.
Όταν ο Παύλος ΣΤ΄ επιβεβαιώνει ότι η Σύνοδος ήταν διαποτισμένη με μια « τεράστια συμπάθεια » για τον σύγχρονο άνθρωπο και φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι « εμείς κι εμείς, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είμαστε οι καλλιεργητές της ανθρωπότητας », εκφράζει έμμεσα τη νέα εκκλησιαστική αυτογνωσία που είχε αναπτυχθεί κατά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.
Η Εκκλησία δεν παρουσιάζεται πλέον πρωτίστως ως μια υπερφυσική οντότητα επιφορτισμένη με τη μεταστροφή του κόσμου, αλλά ως συνομιλητής που αναζητά κοινό έδαφος με τη σύγχρονη ανθρωπότητα.

Ακριβώς αυτή η προσέγγιση κατέστησε δυνατή την επακόλουθη ανάπτυξη των μετασυνοδικών τάσεων.
Η μεθοδολογική ασάφεια της Συνόδου επέτρεψε την προοδευτική εξαγωγή των πιο ριζοσπαστικών συμπερασμάτων τα επόμενα χρόνια, ιδίως μέσω της θεολογίας, της ποιμαντικής φροντίδας, της λειτουργίας και του σύγχρονου συνοδισμού.
Η αυξανόμενη υποταγή του δόγματος στην ιστορική εμπειρία, η πρωτοκαθεδρία που αποδίδεται στην υποκειμενική συνείδηση, η εξελικτική επανερμηνεία της ηθικής και η προσαρμογή της Εκκλησίας στις σύγχρονες ανθρωπολογικές κατηγορίες δεν αντιπροσωπεύουν επομένως απλές προδοσίες της Συνόδου, αλλά εξελίξεις που συνάδουν με ένα εκκλησιαστικό παράδειγμα που είχε ήδη τοποθετήσει τον άνθρωπο στο επίκεντρο του ποιμαντικού και θεολογικού της ορίζοντα.

III. Ο Γουλιέλμος της Βοημίας και το Παράδειγμα του Χιλιαστικού Πνευματισμού

Μία από τις πιο σημαντικές προβλέψεις αυτής της δυναμικής μπορεί να εντοπιστεί στο Γουλιελμιτικό κίνημα που αναπτύχθηκε μεταξύ του 13ου και 14ου αιώνα γύρω από τη μορφή του Γουλιέλμου της Βοημίας .
Σύμφωνα με τους οπαδούς της, ο Γουλιέλμος αντιπροσώπευε μια νέα εκδήλωση του ενσαρκωμένου Αγίου Πνεύματος, που προοριζόταν να εγκαινιάσει μια ανώτερη εποχή στη θρησκευτική ιστορία της ανθρωπότητας. Η μορφή της τοποθετήθηκε προοδευτικά στο κέντρο μιας νέας πνευματικής οικονομίας στην οποία η παραδοσιακή δομή της Εκκλησίας φαινόταν έμμεσα ξεπερασμένη.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι το Γουλιελμιτικό κίνημα ανέπτυξε ταυτόχρονα μια νέα αντίληψη για τη σωτηρία, την εκκλησιαστική εξουσία και την ηθική.
Η ιδέα ότι οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι μπορούσαν να σωθούν μέσω αυτής της νέας εποχής του Πνεύματος, ανεξάρτητα από την παραδοσιακή μεσολάβηση της Εκκλησίας, αποτελούσε ήδη μια έμμεση σχετικοποίηση της σωτηριώδους μοναδικότητας του Χριστού.
Ταυτόχρονα, η μορφή της Αδελφής Μαιφρέντα ως «πάπα» συμβολικά εκδήλωνε την υπέρβαση της παραδοσιακής ιεραρχικής τάξης και την αντικατάσταση της αποστολικής εξουσίας με μια νέα χαρισματική ηγεσία βασισμένη στην πνευματική εμπειρία.

Ακόμα πιο σημαντική, ωστόσο, είναι η σύνδεση μεταξύ πνευματισμού και ηθικής διάλυσης. Σε πολλά μεσαιωνικά κινήματα «Ελεύθερου Πνεύματος», η πίστη στη ζωή σε μια νέα πνευματική εποχή οδήγησε αναπόφευκτα στη σχετικοποίηση του αντικειμενικού ηθικού νόμου.
Η πνευματική ελευθερία ερμηνεύτηκε ως χειραφέτηση από τους περιορισμούς της παραδοσιακής ηθικής, ενώ η υποκειμενική εμπειρία του ατόμου έτεινε να αντικαταστήσει προοδευτικά τον θείο κανόνα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθρώπινη επιθυμία έπαψε να υπόκειται σε έναν υπερβατικό νόμο και αντ' αυτού ταυτίστηκε με τη δράση του ίδιου του Πνεύματος.

Αυτή η θεολογική δομή παρουσιάζει εκπληκτικές αναλογίες με πολυάριθμες σύγχρονες τάσεις. Ακόμα και σήμερα, μάλιστα, υπάρχει μια συχνή τάση να υποστηρίζεται ότι το «Πνεύμα» οδηγεί την Εκκλησία πέρα ​​από προηγούμενες διατυπώσεις της ηθικής της, ειδικά στους τομείς της σεξουαλικότητας, των συναισθηματικών σχέσεων και των νέων σύγχρονων ανθρωπολογιών.
Ο ισχυρισμός για επανερμηνεία του δόγματος υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας αποτελεί ακριβώς το σημείο επαφής μεταξύ των αρχαίων πνευματιστικών αιρέσεων και των πρόσφατων συνοδικών τάσεων.

IV. Οι Αμαλριακοί, το Ελεύθερο Πνεύμα και η Διάλυση της Ηθικής

Ένα ακόμη ισχυρότερο παράλληλο αναδύεται στην αίρεση των Αμαλριακών, η οποία αναπτύχθηκε γύρω από τη μορφή του Αμωρύ ντε Μπεν .
Η Αμαλριακή θεολογία, επηρεασμένη έντονα από πανθεϊστικά και πνευματιστικά στοιχεία, έτεινε να ταυτίζει προοδευτικά τον πνευματικό άνθρωπο με την ίδια τη θεϊκή πραγματικότητα. Από αυτή την οπτική γωνία, η διάκριση μεταξύ Δημιουργού και κτίσματος μετριάστηκε, ενώ η εσωτερική εμπειρία του ατόμου απέκτησε απόλυτο χαρακτήρα.

Η αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της αντίληψης ήταν ο ηθικός αντινομιανισμός.
Εάν ο πνευματικός άνθρωπος συμμετέχει άμεσα στη θεότητα, τότε οι αντικειμενικοί ηθικοί κανόνες παύουν να έχουν απόλυτη αξία.
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι πλέον η υπακοή στον θείο νόμο, αλλά η αυθεντικότητα της εσωτερικής εμπειρίας.
Για αυτόν τον λόγο, πολυάριθμα κινήματα που προήλθαν από τους Αμαλριακούς και τους «Αδελφούς του Ελεύθερου Πνεύματος» κατέληξαν να δικαιολογούν τις αποκλίνουσες σεξουαλικές πρακτικές, τη διάλυση της οικογενειακής δομής και την απόρριψη της εκκλησιαστικής εξουσίας.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ηθική διάλυση εδώ δεν εμφανίζεται ως δευτερεύον ατύχημα, αλλά μάλλον ως η λογική συνέπεια της αντικατάστασης της αντικειμενικής αλήθειας με την υποκειμενική συνείδηση.
Όταν ο άνθρωπος γίνεται το απόλυτο κριτήριο της ηθικής αλήθειας, το καλό και το κακό παύουν να είναι υπερβατικές πραγματικότητες που λαμβάνονται από τον Θεό και μετατρέπονται σε μεταβλητές εκφράσεις της ατομικής εμπειρίας.
Με αυτή την έννοια, οι σύγχρονες θεωρίες που αντιτίθενται στην ποιμαντική φροντίδα και το δόγμα, τη διάκριση και τους ηθικούς κανόνες, την ένταξη και την αντικειμενική κρίση αναπαράγουν, στη σύγχρονη γλώσσα, την ίδια πνευματιστική λογική που υπάρχει ήδη στα αρχαία χιλιαστικά κινήματα.

V. Ο Σύγχρονος Συνοδαλισμός ως η Κορύφωση της Θρησκείας του Ανθρώπου

Οι πρόσφατες συζητήσεις που έχουν αναπτυχθεί εντός της Συνόδου καταδεικνύουν σαφώς αυτόν τον μετασχηματισμό. Συγκεκριμένα, η «Ομάδα Μελέτης Αρ. 9» αντιπροσωπεύει μια σημαντική απόκλιση από το συνεπές ηθικό δόγμα της Εκκλησίας, καθώς τείνει να επανερμηνεύει την παραδοσιακή διδασκαλία υπό το φως των σύγχρονων ανθρωπολογικών ευαισθησιών.
Το θεμελιώδες πρόβλημα δεν έγκειται απλώς στην πρόταση ορισμένων ποιμαντικών ανοιγμάτων, αλλά στον μετασχηματισμό της ίδιας της αρχής της θεολογικής αυθεντίας.
Η αποκαλυπτόμενη αλήθεια δεν εμφανίζεται πλέον ως ένα αμετάβλητο κριτήριο που καλείται να κρίνει τον κόσμο, αλλά μάλλον ως μια δυναμική πραγματικότητα που πρέπει να επανερμηνεύεται συνεχώς υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα της «νέας δράσης του Πνεύματος» αναλαμβάνει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο.
Όπως και στα μεσαιωνικά χιλιαστικά κινήματα, ακόμη και σήμερα υπονοείται έμμεσα ότι η Εκκλησία εισέρχεται σε μια νέα φάση στην ιστορία της, που χαρακτηρίζεται από μια πιο περιεκτική κατανόηση της ηθικής, της εξουσίας και της σωτηρίας.
Η παράδοση δεν αρνείται επίσημα, αλλά αδειάζεται προοδευτικά μέσω ποιμαντικών επανερμηνειών που τελικά αλλοιώνουν ουσιαστικά το περιεχόμενό της.

Ο ριζοσπαστικοποιημένος συνοδισμός τείνει έτσι να μετασχηματιστεί σε μια νέα μορφή πνευματικής εκδημοκρατικοποίησης της Εκκλησίας, στην οποία η εμπειρία των κοινοτήτων, των περιφερειών και των σύγχρονων υποκειμενικοτήτων αναλαμβάνει προοδευτικά έναν κανονιστικό ρόλο.
Από αυτή την οπτική γωνία, η συλλογική συνείδηση ​​του σύγχρονου ανθρώπου ανυψώνεται έμμεσα σε ένα ερμηνευτικό κριτήριο της Αποκάλυψης.
Ακριβώς εδώ επανεμφανίζεται η λογική της «θρησκείας του ανθρώπου που γίνεται Θεός»: όχι πλέον ο άνθρωπος που λαμβάνει ταπεινά την αλήθεια από τον Θεό, αλλά ο άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι την επανερμηνεύει, την προσαρμόζει, ακόμη και την διορθώνει υπό το φως της δικής του ιστορικής εμπειρίας.


Συμπέρασμα

Η σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας εμφανίζεται έτσι ως η ιστορική επανεμφάνιση ενός αρχαίου πειρασμού.
Από την εξέγερση του Εωσφόρου μέχρι τα μεσαιωνικά χιλιαστικά ρεύματα, από τους Αμαλρικανούς μέχρι τα κινήματα του Ελεύθερου Πνεύματος, μέχρι τις πρόσφατες ανθρωποκεντρικές τάσεις του σύγχρονου συνοδισμού, η ίδια πνευματική δομή επανεμφανίζεται συνεχώς: η επιθυμία του ανθρώπου να χειραφετηθεί από τη θεία υπέρβαση για να μεταμορφωθεί στην απόλυτη αρχή της θρησκευτικής και ηθικής αλήθειας.

Σε όλες αυτές τις εμπειρίες, η αρχική υπόσχεση του φιδιού επανεμφανίζεται με νέες μορφές. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πλέον να λάβει νόμο, αλήθεια και σωτηρία από τον Θεό.
Αντίθετα, επιθυμεί να κατασκευάσει ανεξάρτητα μια θρησκεία συμφιλιωμένη με τη δική του συνείδηση, τις δικές του επιθυμίες και το πνεύμα της δικής του ιστορικής εποχής.
Ακριβώς με αυτή την έννοια, η «θρησκεία του ανθρώπου που γίνεται Θεός» αντιπροσωπεύει την επιτομή ολόκληρης της σύγχρονης κρίσης. Όταν η Εκκλησία παύει να διακηρύσσει την υπέρβαση της θείας αλήθειας προκειμένου να προσαρμοστεί σταδιακά στις ανθρωπολογικές κατηγορίες του σύγχρονου κόσμου, αναπόφευκτα κινδυνεύει να μετατρέψει τον Χριστιανισμό σε μια ανθρωπιστική, θεραπευτική και εμμενεντιστική θρησκεία, στην οποία η πρωτοκαθεδρία του Θεού αντικαθίσταται από την πρωτοκαθεδρία του ανθρώπου.


Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΘΡΕΨΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΗΣΑΝ ΗΔΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Ἡ ἀκαδημαϊκή ἁγιοποίηση τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα

Ἡ ἀκαδημαϊκή ἁγιοποίηση τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

Κατὰ τὴν πρόσφατη 3η Ἐτήσια Διάλεξη «Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας» ποὺ ἔλαβε χώρα στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, διατυπώθηκε ἀπὸ τὸν ἐξ Ἀμερικῆς προσκληθέντα ὁμιλητή, τὸν π. Ἀλέξιο Torrance, Καθηγητὴ Βυζαντινῆς Θεολογίας στὸ Πανεπιστήμιο Notre Dame, μιὰ θέση ἰδιαιτέρως βαρύνουσας σημασίας: ὅτι ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Περγάμου ἀποτελεῖ τὴν «ἐνσάρκωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογικῆς συνειδήσεως στὴν ἀνατολή». Ἡ ἀποφθεγματικὴ αὐτὴ διατύπωση ἐγείρει σοβαρά δογματικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσπεραστοῦν χάριν ἀκαδημαϊκῆς ἁβροφροσύνης.

Τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ τέτοια ἰσοπεδωτικὴ θέση φιλοξενεῖται καὶ προβάλλεται χωρὶς ἀντίλογο ἐντὸς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν — ἑνὸς θεσμοῦ ποὺ ἱστορικὰ ὀφείλει νὰ ἀποτελεῖ τὸν θεματοφύλακα τῆς πατερικῆς παραδόσεως στὴν Ἑλλάδα — προκαλεῖ ἀνησυχία. Δείχνει μιὰ τάση ἄκριτης ἀποδομῆς καὶ προσπάθειας ἀκαδημαϊκῆς ἁγιοποιήσεως ἑνὸς σύγχρονου στοχαστῆ, ἡ θεολογία τοῦ ὁποίου, παρὰ τὴ λάμψη της στὸ ἐξωτερικό, παρουσιάζει ριζικὲς καὶ προβληματικὲς ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ ἁγιοπατερικὴ ὀντολογία.

Ὁ πυρήνας τῆς θεολογικῆς σκέψης τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα ἑδράζεται στὴ θέση ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ «αἰτία» τῆς θεότητας, εἰσάγοντας μιὰ μορφὴ «μοναρχίας», ἡ ὁποία στὴν προσπάθειά της νὰ ἀποφύγει τὴν οὐσιοκρατία τῆς Δύσης, καταλήγει νὰ ὑποτάσσει τὴν θεία οὐσία στὸ πρόσωπο. Κατὰ τὸν Μητρ. Περγάμου, ἡ θεία οὐσία δὲν ἔχει ὀντολογικὴ προτεραιότητα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός, μέσῳ τῆς ἐλεύθερης ἀγάπης του, «γεννᾶ» τὸν Υἱὸ καὶ «ἐκπορεύει» τὸ Πνεῦμα.

Ἡ θέση αὐτὴ ἔρχεται σὲ εὐθεῖα ἀντίθεση μὲ τὴ θεολογία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Λόγος ΜΘ΄, Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα), ἀναλύοντας τὴν σχέση οὐσίας καὶ προσώπων στὴν Ἁγία Τριάδα, διατρανώνει: «Οὐ φθάνω τὸ ἓν νοῆσαι, καὶ τοῖς τρισὶ περιλάμπομαι· οὐ φθάνω τὰ τρία διελεῖν, καὶ εἰς τὸ ἓν ἀναφέρομαι» {Ὅταν προσπαθῶ νὰ συλλάβω νοητικὰ τὸν Ἕνα Θεό, ἀμέσως καταυγάζομαι/πλημμυρίζω ἀπὸ τὸ φῶς τῶν Τριῶν Προσώπων (Πατέρας, Υἱός, Ἅγιο Πνεῦμα). Ὅταν ἐπιχειρῶ νὰ διαχωρίσω τὰ Τρία Πρόσωπα, ἀμέσως κατευθύνομαι/ ἐπιστρέφω στὸν Ἕνα Θεό, καθὼς τὰ Πρόσωπα αὐτὰ μοιράζονται μία κοινὴ θεία φύση καὶ πηγή.

Γιὰ τὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ οὐσία καὶ οἱ ὑποστάσεις εἶναι συναιώνιες καὶ συνυπάρχουσες. Ἡ διατύπωση μιᾶς λογικῆς ὅπου τὸ πρόσωπο «παράγει» ἢ «προηγεῖται» τῆς οὐσίας, εἰσάγει μιὰ φιλοσοφικὴ προβολὴ τῶν ἀνθρωπίνων ὑπαρξιακῶν κατηγοριῶν στὸ Θεῖο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος (Κατὰ Ἀρειανῶν) τονίζει ὁμοίως ὅτι ὁ Πατὴρ δὲν ἔγινε Πατὴρ ἐκ τῶν ὑστέρων ἢ κατ᾿ ἐπιλογήν, ἀλλὰ ἡ θεότητα ὑφίσταται ἀνέκαθεν ὡς Τριαδικὴ πληρότητα, χωρὶς τὸ πρόσωπο νὰ «κατασκευάζει» τὴν ὀντολογία Της.

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ δημοφιλεῖς θέσεις τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ προσώπου ὡς «σχέσεως» (Being as Communion). Κατὰ τὴν ἄποψή του, ἡ ὑπόσταση δὲν ὁρίζεται ἀπὸ τὴ φύση της, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν σχέση της μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο.

Αὐτὴ ἡ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση εἶναι ἐπηρεασμένη σαφῶς ἀπὸ τὴν δυτικὴ φιλοσοφία τοῦ πολωνοεβραίου Martin Mordechai Buber καὶ τοῦ ὑπαρξιστῆ Jean-Paul Charles Sartre, καὶ κατ᾿ οὐσίαν ἀνατρέπει τὴν ὀρθόδοξη δογματική. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ταύτισαν τὸ πρόσωπο μὲ τὴν σχέση. Ἡ σχέση (τὸ πρός τι) φανερώνει τὸν τρόπο ὑπάρξεως καὶ τὴν διάκριση τῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν συν­ιστᾶ τὴν ὑπόσταση αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτήν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς (Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως) εἶναι σαφέστατος:
«…καὶ γὰρ τὴν ὑπόστασιν ὁρίζονται οὐσίαν μετὰ συμβεβηκότων. Ὥστε τὸ κοινὸν μετὰ τοῦ ἰδιάζοντος ἔχει ἡ ὑπόστασις καί τό καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρξαι· ἡ οὐσία δέ, καθ᾿ ἑαυτὴν οὐχ ὑφίσταται, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ὑποστάσεσι θεωρεῖται».
(Γι’ αὐτὸ ὁ ὁρισμὸς τῆς ὑποστάσεως εἶναι οὐσία μὲ συμβεβηκότα. Ἑπομένως, ἡ ὑπόσταση ἔχει σὰν γνώρισμα τὸ κοινὸ μὲ τὸ ἰδιαίτερο γνώρισμα καὶ ὅτι εἶναι προσωπικὴ ὕπαρξη. Ἡ οὐσία πάλι δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ νοεῖται στὶς ὑποστάσεις.)

Ἄν τὸ πρόσωπο ἀναχθεῖ ἀποκλειστικὰ στὴ σχέση, τότε στερεῖται ἰδίου ὀντολογικοῦ βάθους. Στὴν πατερικὴ σκέψη, ἡ φύση/οὐσία καὶ τὸ πρόσωπο/ὑπόσταση βρίσκονται σὲ ἀπόλυτη ἰσοτιμία. Ἡ ὑποτίμηση τῆς φύσεως χάριν μιᾶς ὑπερτονισμένης «προσωπικῆς ἐλευθερίας» ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἰδιότυπο θεολογικὸ νομικισμό.

Στὸ πεδίο τῆς Ἐκκλησιολογίας, ὁ Μητρ. Περγάμου εἰσηγήθηκε μιὰ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία», ὅπου ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία πραγματώνεται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας ὑπὸ τὸν Ἐπίσκοπο. Ἄν καὶ κατ’ ἀρχὴν ἡ σύνδεση Ἐκκλησίας καὶ Εὐχαριστίας εἶναι ὀρθή, ἡ ἀπομόνωσή της, ὅμως, ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ καὶ βιωματικὴ διάσταση τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς δημιουργεῖ μιὰ ἐπικίνδυνη στρέβλωση.

Ἡ ὀρθόδοξη συνείδηση, ὅπως ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, συνδέει ἄρρηκτα τὴ μυστηριακὴ ζωὴ μὲ τὴν πράξη, τὴν κάθαρση τῶν παθῶν μέσῳ τῆς ἀσκήσεως. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ «δομὴ σχέσεων», ἀλλὰ τὸ θεραπευτήριο τῶν ψυχῶν. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (Πρὸς Θαλάσσιον) σημειώνει: «Μυστήριον γὰρ τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ἐστὶν ἡ τῶν ἀρετῶν κατορθώσεως ἐργασία». Ἡ θεολογία τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα ἐκφράζει μιὰ Ἐκκλησιολογία θεσμικὴ μέσῳ μιᾶς ἱεραρχικῆς δομῆς, παραθεωρώντας τὴν ἀνάγκη τῆς προσωπικῆς μετανοίας, τῆς νήψεως καὶ τῆς κάθαρσης ὡς ἀπαραίτητων προϋποθέσεων γιά τὴν αὐθεντικὴ μετοχὴ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα ὡς «ἐνσάρκωσης τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως» συνδέεται ἄμεσα μὲ ἕνα εὐρύτερο, βαθύτατο πρόβλημα: τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στὰ πανεπιστήμια καὶ στὰ ἀκαδημαϊκὰ fora τοῦ ἐξωτερικοῦ. Στὴ Δύση, ἡ Ὀρθοδοξία συχνὰ δὲν παρουσιάζεται αὐθεντικά, ἀλλὰ παραποιημένη καὶ προσαρμοσμένη στὰ μέτρα τῶν δυτικῶν φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων. Αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τὴ γοητεία ποὺ ἀσκοῦν στὸν σύγχρονο φιλοσοφικό κόσμο τὰ μορφώματα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιχειρεῖται νὰ μετατραπεῖ ἡ θεολογία ἀπὸ ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια σὲ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Ὅμως, «Θεὸς καταλαμβανόμενος οὐκ ἔστι θεός».

Προκειμένου λοιπὸν ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία νὰ γίνει «ἑλκυστικὴ» καὶ «συμβατὴ» μὲ τὸν δυτικὸ ἀκαδημαϊκὸ κόσμο, ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸν ἐμπειρικό, νηπτικὸ καὶ ἡσυχαστικό της χαρακτήρα. Μετατρέπεται σὲ μιὰ ἀφηρημένη «χριστιανικὴ φιλοσοφία» ἢ σὲ ἕνα ὑπαρξιακὸ προσωποκεντρισμό. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος, κουρασμένος ἀπὸ τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὴν οὐσιοκρατία, ἑλκύεται ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ «προσώπου» καὶ τῆς «κοινωνίας», ὅμως αὐτὴ ἡ ἐκδοχὴ ποὺ τοῦ προσφέρεται εἶναι μιὰ ἀλλοιωμένη Ὀρθοδοξία. Εἶναι μιὰ θεολογία τοῦ γραφείου καὶ τῆς βιβλιοθήκης, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ βίωμα τῆς ἐρήμου, τῶν δακρύων τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐμπειρικῆς θεώσεως. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν φιλοξενεῖ αὐτὰ τὰ δυτικὰ «πρότυπα» θεολογικῆς ἀναγνωρίσεως, ἀντὶ νὰ τὰ ἐλέγχει κριτικά, ἀποτελεῖ σοβαρὸ σύμπτωμα πνευματικῆς ἀλλοτρίωσης.

Τὸ νὰ ἀνακηρύσσεται ὁ Μητρ. Ἰωάννης Ζηζιούλας ὡς ἡ «ἐνσάρκωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς συνειδήσεως στὴν ἀνατολὴ» ἀποτελεῖ μιὰ ὑπερβολὴ ποὺ ἀδικεῖ τὸν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ὀρθόδοξη συνείδηση χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν συμφωνία τῶν Πατέρων (consensus patrum), ἡ ὁποία δὲν δέχεται τὴν ὑποκατάσταση τῆς παραδοσιακῆς ὀντολογίας ἀπὸ σύγχρονα φιλοσοφικὰ σχήματα, ὅσο ἑλκυστικὰ κι ἂν φαίνονται αὐτὰ στὴ δυτικὴ ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα.

Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου ὑπῆρξε ἕνας στοχαστής, ὁ ὁποῖος προσπάθησε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν νὰ συνδυάσει τὶς κυρίαρχες εὐρωπαϊκὲς φιλοσοφικὲς τάσεις μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία περὶ οὐσίας καὶ προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ ἀναδείξει τὸν πρῶτο μεταξὺ ἴσων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς Ῥώμης, ὡς ὑπέρτατο ἀρχιερέα· γι᾿ αὐτὸ καὶ εἰσήγαγε σαφὴ ἱεραρχία στὴν Ἁγία Τριάδα, σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν πατερικὴ συμφωνία, ὡς ἤδη ἔχει δειχθεῖ.

Ἡ αὐθεντικὴ ὀρθόδοξη συνείδηση δὲν ἐνσαρκώνεται σὲ ἀκαδημαϊκὲς ἀναδομήσεις τῶν Πατέρων βάσει τοῦ ὑπαρξιακοῦ ἰδεαλισμοῦ, ἀλλὰ σὲ ἐκείνους πού, ἀκολουθώντας τὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων θεσπίσματα, διαφυλάττουν ἀνόθευτη τὴν ἰσορροπία μεταξὺ Δόγματος, Μυστηρίου καὶ Ἀσκήσεως, μακρυὰ ἀπὸ τὶς παραποιήσεις τῆς ἐγχώριας ἢ διεθνοῦς ἀκαδημαϊκῆς σκοπιμότητος.

orthodoxostypos

ΑΚΤΙΝΕΣ: Ἡ ἀκαδημαϊκή ἁγιοποίησης τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα

ΣΥΜΦΩΝΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ! ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ; ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ; ΔΕΝ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΕΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ; Σ'ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ;  Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ; ΤΑ ΙΔΙΑ ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΚΑΙ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ; ΟΛΑ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ;  

ΤΟ ΠΣΕ ΚΑΙ Η Β΄ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΕΠΕΒΑΛΛΑΝ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ. ΑΝΕΛΑΒΕ ΕΣΥ κ. ΛΟΓΟΘΕΤΗ. ΜΑΣ ΕΚΛΕΨΑΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

π. Ιωάννης Ρωμανίδης_ Κυριακή Των Αγίων Πατέρων. - Οι Πατέρες δεν ξεκινούν από την σκέψη. Ξεκινούν από εκείνο το συγκεκριμένο Πρόσωπο, που ενεφανίσθη στους Προφήτες. Στην καιομένη βάτο εμφανίζεται ο Άγγελος, αυτός που λέγεται Θεός. Αυτός είναι ο Χριστός.

                                      IMG_1550

Σε κάθε επιστήμη και σε κάθε κοινωνικό επίτευγμα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον έχει επιτυχία, κατά πόσον παράγει αποτελέσματα. Αυτό πρέπει να εξετάζεται και στα δόγματα της Εκκλησίας.

Η επιτυχία των δογμάτων είναι να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση...

Οι Άγιοι Πατέρες, εξ επόψεως θεραπείας, έψαχναν να βρούνε μία κοινή ορολογία. Ουσιαστικά, εξ επόψεως εσωτερικής δομής της Εκκλησίας, που σημαίνει κάθαρση, φωτισμός, θέωση, μυστηριακή ζωή κ.ο.κ.,
δεν χρειάζεται αυτή η διατύπωση, αλλά η διατύπωση όμως, χρειάζεται για κατηχητικούς λόγους...

Για να φυλάσσωνται οι πιστοί από τους αιρετικούς, για να ξέρουν ποιοι είναι οι σωστοί διδάσκαλοι, για να μπορούν να τύχουν της θεραπείας, η οποία θεραπεία δεν υπήρχε στους αιρετικούς.

Έτσι, φαίνεται ότι εκτός από την αντιμετώπιση των αιρετικών, η ορολογία συντελεί και στην θεραπεία των ανθρώπων -των πιστών- γι’ αυτό το «δόγμα είναι δογματική θεραπεία», δηλαδή έχει «θεραπευτική σημασία».

Οπότε, τα κριτήρια της Ορθοδόξου θεολογίας «δεν είναι τυπικά δογματικά, αλλά θεραπευτικά».

Διότι ο σκοπός των δογμάτων είναι να χρησιμοποιούνται ως φάρμακα για την θεραπεία του ανθρώπου. Λοιπόν, το δόγμα είναι ένα φάρμακο...


''Ο αντιαιρετικός και θεραπευτικός σκοπός του δόγματος.''



OI ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ, ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΔΙΕΛΥΣΑΝ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ  ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ. ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ. 
ΔΕΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ.
ΥΠΕΡΤΙΜΗΜΕΝΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΜΑΣ  ΜΕ ΤΑ ΧΑΠΙΑ ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ. ΔΕΝ ΗΡΘΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ. ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΣΩΣΜΕΝΟΙ. 
ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ. ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΠΩΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ. ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΚΑΛΟΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ; ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟ. ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΕΝΟ ΠΛΕΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΣΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΓΕΛΗΣ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 3

Συνέχεια από Παρασκευή 24. Απριλίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 3

ΩΡΙΓΕΝΗΣ

II. Επιλεγμένες μαρτυρίες

Β. Χειρόγραφη παράδοση

Το ελληνικό πρωτότυπο του Περὶ ἀρχῶν φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα· τουλάχιστον έως τώρα δεν έχει εμφανιστεί κανένα ίχνος ύπαρξης ενός ελληνικού χειρογράφου που να περιείχε ολόκληρο το έργο. Ο τελευταίος που είδε ένα τέτοιο χειρόγραφο ήταν ο λόγιος Φώτιος, ο οποίος το περιέγραψε στη Βιβλιοθήκη του —κώδ. 8. Το ότι όμως το Περὶ ἀρχῶν στο ελληνικό πρωτότυπο πέρασε κατά τους αιώνες μετά τον Φώτιο από την Ανατολή στη Δύση, μου φαίνεται απίθανο. Ο Bessarion, ο πιο δραστήριος συλλέκτης χειρογράφων του Ωριγένη¹, θα είχε ασφαλώς φροντίσει να γίνει ένα αντίγραφο, αν είχε λάβει μέσω των πρακτόρων του είδηση για το πρωτότυπο. Αλλά σε αυτόν, όπως και στους συγχρόνους του, ήταν γνωστά μόνο τα δύο ελληνικά αποσπάσματα που παραδίδονται στη Φιλοκαλία. Από τότε όμως και οι βιβλιοθήκες της Ανατολής έχουν ερευνηθεί τόσο συχνά και τόσο προσεκτικά, ώστε μάλλον πρέπει να εγκαταλείψουμε την ελπίδα επανεύρεσης του πρωτοτύπου.

Η γνώση μας για το Περὶ ἀρχῶν στηρίζεται επομένως κυρίως στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου, η οποία σώζεται σε πολυάριθμα χειρόγραφα. Για τη συμπλήρωση και τη διόρθωσή της χρησιμεύουν δύο μεγαλύτερα και περισσότερα μικρότερα ελληνικά αποσπάσματα· ακόμη, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου υπέρ του Ωριγένη, μεταφρασμένο στα λατινικά από τον Ρουφίνο· και τέλος ορισμένα κατάλοιπα της δυστυχώς χαμένης λατινικής μετάφρασης του Ιερωνύμου.


Ι. Η μετάφραση του Ρουφίνου

1. Τα χειρόγραφα

Παρουσιάζω εδώ πρώτα τα σημαντικότερα χειρόγραφα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν όλα για την αποκατάσταση του κειμένου, και κατόπιν αφήνω να ακολουθήσουν τα αποδεδειγμένα αντίγραφά τους και τα μεταγενέστερα χειρόγραφα που δεν λαμβάνονται υπόψη για την αποκατάσταση του κειμένου.

A

1. Codex Augiensis, σήμερα αριθ. CLX στη Μεγαλοδουκική Αυλική και Κρατική Βιβλιοθήκη της Βάδης στην Καρλσρούη, όπου, σύμφωνα με τον κατάλογο αυτής της βιβλιοθήκης —1, 1891, σ. 18— μεταφέρθηκε η συλλογή χειρογράφων του βενεδικτινού μοναστηριού στο νησί Reichenau, όπως είχε το 1804. Στο μπροστινό κάλυμμα είναι κολλημένος ένας παλαιός αριθμός, πιθανώς 39· επάνω από αυτόν το περιεχόμενο, επίσης γραμμένο σε κολλημένο χαρτί με παλαιά γραφή: Ruffinus in libros origenis periarchon quod de principiis vel principalibus dici potest¹.
Εκτός από τα πλήρη τέσσερα βιβλία του Periarchon στα φφ. 1-111, με την αρχή στο φ. 1: INCIPIT PROLOGUS RUFINI PRBI AD MACHARIUM. Scio quam plurimos..., φ. 1: INCIPIT LIBER PRIMUS PERIARCON ORIGENIS EMENDATUM, το χειρόγραφο περιέχει ακόμη, στα φφ. 111-113, αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, των οποίων προηγείται ολόκληρη η praefatio του Ρουφίνου, και αποσπάσματα από το έργο του Ρουφίνου De adulteratione librorum Origenis (= Lom. XXIV 289, 1. 388, 18. 383, 17. 329, 2. 362, 15, 370, 3. 379, 10. 298, 16. XXV 398, 9-400, 9). Τέλος: φ. 113 que a regno di separat eos qui tales sunt DECLINAMUS. Το φ. 114 είναι κενό· το φ. 115 περιέχει δύο εξάμετρα από νεότερο χέρι: Sordida quaeque placent iniustis quos gravat ira / Utque malos placent iustos crutiant male lingua.

Η περγαμηνή που χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή είναι εν μέρει λειασμένη, εν μέρει μόνο λίγο επεξεργασμένη, κατά τόπους λεπτή, αλλά συνήθως παχύτερη, συχνά ανομοιόμορφη και με τρύπες, και επίσης όχι ομοιόμορφα κομμένη. Το σχήμα είναι μεγάλο τέταρτο —28 × 24½ εκ., χώρος γραφής κατά μέσο όρο 20½ × 19 εκ. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν 27 γραμμές χαραγμένες με ξηρή γραφίδα, οι οποίες όμως κατά τη γραφή δεν τηρήθηκαν πάντοτε προσεκτικά.
Οι ενδείξεις τετραδίων —γράμματα A έως Q και αριθμοί I έως XVI— σώζονται στο τέλος κάθε τετραδίου, όπως δείχνει η ακόλουθη επισκόπηση: φφ. 1-8: A 1· 9-16: B II· 17-24: C II· 25-31 —λείπει 1 φύλλο—: D III· 32-39: E V· 40-47: F VI· 48-55: G VII· 56-61 —λείπουν 2 φύλλα—: H VIII· 62-69: I VIIII· 70-77: K X· 78-85: L XI· 86-87 —λείπουν 6 φύλλα—: M XII· 88-95: N XIII· 96-103: O XIIII· 104-111: P XV· 112-115 —λείπουν 4 φύλλα—: Q XVI. Συνολικά έχουν κοπεί 5 φύλλα, αλλά δεν έχουν συνυπολογιστεί. Τα 16 τετράδια έχουν άνισο μέγεθος, ώστε δεν υπάρχουν 128 αλλά μόνο 115 αριθμημένα φύλλα. Το 4ο τετράδιο έχει λοιπόν μόνο 7 φύλλα, το 8ο 6, το 12ο 2, το τελευταίο 4 φύλλα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 8ο και το 12ο τετράδιο παρουσιάζουν στο τέλος μεγαλύτερη γραφή. Δεν είναι σαφές αν δύο γραφείς μοιράστηκαν την εργασία ή αν ο ένας γραφέας ήθελε να αρχίσει το νέο βιβλίο με νέο τετράδιο.
Rubra λείπουν· το μελάνι είναι σκούρο και διαβάζεται καθαρά· τα αρχικά γράμματα είναι απλά και άτεχνα. Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας πολυτελές χειρόγραφο, αλλά χειρόγραφο χρήσης, το οποίο, από τον χαρακτήρα της γραφής, φαίνεται να δημιουργήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα. Είτε ένας γραφέας έγραψε το σύνολο σε διαφορετικούς χρόνους και με εν μέρει διαφορετική γραφή, είτε δύο γραφείς της ίδιας σχολής μοιράστηκαν την εργασία. Με αυτή την υπόθεση θα εξηγούνταν ευκολότερα η μερική διαφοροποίηση της γραφής. Η ανοιχτή μορφή του a, που στην αρχή κυριαρχεί, γίνεται από το φ. 11 σπανιότερη, σχεδόν εξαφανίζεται στο φ. 13, αλλά αρχίζει πάλι να εμφανίζεται κατά διαστήματα στα φφ. 15, 53, 60, 71, 102. Επιπλέον το φ. 30 είναι πολύ βιαστικό και κακόγραφο, τα φφ. 31 και 44 είναι πολύ μεγάλα, ενώ τα φφ. 60, 61, 82, 87 είναι γραμμένα διαφορετικά, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα. Σε κάθε περίπτωση, συχνά διακρίνεται στη γραφή η βιασύνη του γραφέα.
Παρότι οι συντομογραφίες είναι γενικά σπάνιες και χρησιμοποιούνται κυρίως στο τέλος της γραμμής, υπάρχουν ωστόσο πολυάριθμα σφάλματα παράλειψης και απροσεξίας, τα οποία σε ορισμένα σημεία συσσωρεύονται. Εκτός από γράμματα, παραλείφθηκαν συχνά συλλαβές και λέξεις· έτσι διαβάζουμε π.χ. iustiam αντί iustitiam, miseridiae αντί misericordiae, pectum αντί peccatum, restuat αντί restituat. Αντίστροφα, συλλαβές διπλασιάστηκαν, π.χ. definititio, virtutute. Εσφαλμένος χωρισμός λέξεων —διορθωμένος από το δεύτερο χέρι— απαντά π.χ. σ. 287, 17: terrę-natum. deinde —πρώτο χέρι.

Από συντομογραφίες, εκτός από τις συμβατικές και τις ιερές, όπως dđ, ihu, xpo, in xpianę, scę, συναντώνται επίσης aut, commticias, ei (= eius), głę, ł, nra, om (= omnes), omps (= omnipotens), prop και ppt (= propter), sedm (= secundum), scła, st (= sunt), ura (= vestra), καθώς και -ar (= arunt) και το αριστερά ανοιχτό άγκιστρο για την κατάληξη -us. Οι ορθογραφικές λεπτομέρειες συγκεντρώνονται παρακάτω στην 4η ενότητα.

Το πρώτο χέρι διόρθωσε ορισμένα γραφικά σφάλματα και πρόσθεσε στο περιθώριο παραλείψεις. Από αυτό πρέπει να διακριθεί ένα σχεδόν σύγχρονο δεύτερο χέρι, το οποίο πρόσθεσε διορθώσεις πάνω από τη γραμμή ή και στο περιθώριο με ξηρή γραφίδα και έπειτα, με ένα σημάδι στο περιθώριο, παρέπεμψε σε αυτές τις διορθώσεις, ώστε να μην παραβλεφθούν. Το ίδιο ή ένα νεότερο χέρι έγραψε με μολύβι ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις —ενδείξεις περιεχομένου. Τέλος, μπορεί με βεβαιότητα να διαπιστωθεί ένα τρίτο, νεότερο χέρι —περίπου 14ος/15ος αιώνας—, το οποίο συνήθως γράφει στο περιθώριο no ή nō bn (= nota bene) με περιστασιακές προσθήκες. Και από το δεύτερο χέρι απαντά στο περιθώριο Nota και R (= require), το τελευταίο περιστασιακά και από το πρώτο χέρι.
Το χειρόγραφο είναι καλά διατηρημένο —μόνο το πρώτο φύλλο έχει σκουρύνει στην εμπρόσθια πλευρά, επειδή λείπει το προστατευτικό φύλλο, και στα πρώτα φύλλα υπάρχουν μερικές σκουληκότρυπες— και οφείλει την καλή του διατήρηση στο παλαιό, ενδιαφέρον δέσιμο. Αυτό αποτελείται από δύο δρύινα ξύλινα καλύμματα, τα οποία συγκρατούνται επάνω και κάτω, καθώς και με τρεις λωρίδες περγαμηνής στο μέσο, πάνω στις οποίες είναι περασμένα τα τετράδια. Τα τρία φύλλα περγαμηνής που αρχικά ήταν κολλημένα πίσω και στην εσωτερική πλευρά καθενός από τα δύο καλύμματα λείπουν τώρα. Η γραφή των φύλλων όμως έχει αποτυπωθεί εν μέρει πάνω στα καλύμματα. Με τη βοήθεια καθρέφτη μπορούν να διαβαστούν μεμονωμένες λέξεις, π.χ. Exaudi nos misericors ORAT VESPERTINA SUP MALA Vox nostra te dñe semper deprecetur et ad aures tuae pietatis ascendat. Αυτά τα δείγματα δείχνουν ότι τα φύλλα περγαμηνής περιείχαν προσευχές¹.

Τέλος πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι το φ. 1 παρουσιάζει αρκετά κενά. Προφανώς εδώ το πρότυπο ήταν εν μέρει δυσανάγνωστο. Από αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι και το πρότυπο άρχιζε με το Periarchon, δηλαδή με τον Prologus Rufini prbi ad Macharium, και ότι το πρώτο φύλλο είχε μείνει χωρίς επαρκή προστασία και είχε υποστεί φθορά.
Συνέκρινα πλήρως το χειρόγραφο στην Ιένα από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1902, χρησιμοποιώντας ως βάση μια αντιβολή που είχε εκπονήσει ο καθηγητής Johannes Wrobel και είχε παραχωρηθεί στην Επιτροπή Πατέρων της Εκκλησίας του Βερολίνου. Ως αντίτυπο αντιβολής για αυτό και για τα άλλα χειρόγραφα που συνέκρινα εγώ χρησίμευσε η έκδοση του Migne, Patrol. gr. latine tantum edit., τόμ. VIII, Παρίσι 1856.


B

2. Codex Bambergensis B IV 27 (953), παλαιότερα bibl. cathedr. A 66, περγαμηνός, 11ος αιώνας, σε σχήμα folio —29,8 × 22,4 εκ., χώρος γραφής 22,8 × 14,5 εκ.—, 148 φύλλα², 30-32 γραμμές χαραγμένες με γραφίδα σε κάθε σελίδα.

Περιεχόμενο:

φφ. 1-147, τα τέσσερα βιβλία του Periarchon του Ωριγένη, σε μετάφραση του Ρουφίνου, πλήρη· πριν από κάθε βιβλίο προηγείται εκτενής Capitulatio.
φφ. 147-148, αποσπάσματα από νεότερο χέρι, περίπου 13ου αιώνα, σχετικά με τις ψυχές των αγίων, τον Ιακώβ, τους πρώτους ανθρώπους, τις μεταφράσεις της Βίβλου, την τιμή των αγίων κατά τον Αυγουστίνο κ.ά.

Η περγαμηνή είναι εν μέρει παχιά, εν μέρει λεπτή και κομμένη. Οι αριθμοί των τετραδίων, εν μέρει σωζόμενοι, είχαν σημειωθεί στο τέλος κάθε τετραδίου. Τα τετράδια περιείχαν οκτώ φύλλα, αλλά και λιγότερα. Το μελάνι είναι ως επί το πλείστον σκούρο και ευανάγνωστο. Τα αρχικά είναι απλά, γραμμένα με μελάνι. Τα rubra παρουσιάζουν ωχρό κόκκινο. Ο γραφέας έγραψε προσεκτικά και με σταθερό χέρι· οι συντομογραφίες —εκτός από τις πιο συνηθισμένες— και οι περιθωριακές σημειώσεις είναι πολύ σπάνιες.

Ένα δεύτερο χέρι φαίνεται ότι διόρθωσε ολόκληρο τον κώδικα και έγραψε σε κάθε verso σελίδα, με λεπτή μικρή γραφή: periarchon, και σε κάθε recto: lib I II III IIII, από τα οποία ο βιβλιοδέτης άφησε μόνο ίχνη. Ένα νεότερο τρίτο χέρι έγραψε στο περιθώριο μερικά ονόματα που απαντούν στο κείμενο. Πρβλ. παρακάτω σ. XXXV.

Το χειρόγραφο προέρχεται, όπως μου ανακοίνωσε ο βιβλιοθηκάριος Fischer στις 4 Μαρτίου 1902, από τη βιβλιοθήκη του καθεδρικού ναού και εκεί, το 1611, με πρωτοβουλία του προϊσταμένου του καθεδρικού Erasmus Neustetter, επονομαζόμενου Stürmer, και του κοσμήτορα του καθεδρικού Hector von Kotzau, εφοδιάστηκε με το ωραίο δέσιμο —ξύλινα καλύμματα επενδυμένα με πιεσμένο χοιρόδερμα. Μνημονεύεται στον κατάλογο χειρογράφων του Coenobium S. Michaelis Bambergae των ετών 1112-1123, που τυπώθηκε από τον Becker, Catalogi § 80, με αριθ. 214, και στον κατάλογο της βιβλιοθήκης του καθεδρικού κεφαλαίου της Βαμβέργης του 13ου αιώνα ήδη στην αρχή· πρβλ. Petzholdts N. Anzeiger f. Bibl. u. Bibl.-Wiss., 1877, σ. 276, και Jaeck, Beschr. d. Bamb. Bibl., II, σ. XLIII. Ίσως παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ερρίκο Β΄ στο ίδρυμα του καθεδρικού· πρβλ. O. Hartwig, Centralbl. f. Bibl. III (1886), σ. 165. Συνέκρινα το χειρόγραφο από τον Δεκέμβριο του 1901 έως τον Φεβρουάριο του 1902 στην Ιένα.

3. Codex Casinensis αριθ. 343, περγαμηνός, σε μεγάλο τέταρτο. Το χειρόγραφο αποτελείται από δύο μέρη:
φφ. 1-126 —σσ. 1-252—, 12ος αιώνας, περιέχει 30 ομιλίες του Ωριγένη, συγκεκριμένα 17 για τη Γένεση και 13 για την Έξοδο·
φφ. 127-198 —σσ. 254-396—, 10ος-11ος αιώνας, το Periarchon του Ωριγένη, αλλά ελλιπές στο τέλος.
Η αρχή στο φ. 127 —σ. 254— επάνω έχει ως εξής: Preptialib periar Scio quam plurimos... Το χειρόγραφο τελειώνει με το De princ. III 5, 5 —σ. 276, 11—, μόνο που πίσω από αυτό ακολουθεί ακόμη η επικεφαλίδα κεφαλαίου XIII για το III 5, 6: Quę s(it) causa ut übū di.... ipse patri subiciendus dicitur; —Rubrum. Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις της τελευταίας σελίδας, η οποία έχει γίνει σκοτεινή και δυσανάγνωστη. Προφανώς τα επόμενα τετράδια, που περιείχαν το υπόλοιπο του τρίτου βιβλίου και το τέταρτο βιβλίο, αποκολλήθηκαν ήδη πριν από αιώνες και χάθηκαν· έτσι η σ. 396 έγινε η τελευταία σελίδα και, χωρίς προστασία, σκούρυνε και φθάρθηκε.

Το χειρόγραφο παρουσιάζει την ίδια Capitulatio πριν από τα βιβλία I-III όπως ο κώδικας B· όμως ο κώδικας C είναι παλαιότερος από τον B και είναι γραμμένος σε λογγοβαρδική γραφή, διατεταγμένη σε δύο στήλες. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν δύο φορές 36 γραμμές. Η γραφή είναι καθαρή, δυνατή και, με λίγες εξαιρέσεις, ευανάγνωστη. Οι διορθώσεις του πρώτου χεριού είναι σπάνιες· συχνότερες είναι εκείνες ενός δεύτερου, πιθανώς σύγχρονου χεριού, το οποίο καθάρισε το κείμενο από σφάλματα, αλλά περιστασιακά διόρθωσε και εσφαλμένα. Στο κείμενο βρίσκουμε συχνές παραλείψεις λόγω ομοιοτέλευτου· τα e, ę και ae χρησιμοποιούνται αρκετά αυθαίρετα· το a παρουσιάζει συνήθως μια μορφή ελαφρά ανοιχτή επάνω. Τα αρχικά γράμματα είναι απλά· τα rubra δεν είναι γραμμένα με κεφαλαιογράμματη γραφή. Συντομογραφίες για et, sed, enim, post, sunt, est —στο τέλος γραμμής—, επίσης για qua, homo, david και misericordia απαντούν, αν και όχι συχνά. Αξιοσημείωτη είναι η περιστασιακή χρήση τόνων για να δηλωθεί ο σωστός τονισμός ορισμένων λέξεων, καθώς και η τοποθέτηση του ερωτηματικού στην αρχή της αντίστοιχης πρότασης. Περιθωριακές σημειώσεις του πρώτου χεριού είναι πολύ σπάνιες. Μια μεγαλύτερη περιθωριακή σημείωση νεότερου χεριού —περίπου 14ου-15ου αιώνα— βρίσκεται στη σ. 257· πραγματεύεται, όσο μπόρεσα να την αποκρυπτογραφήσω με τη βοήθεια του Amelli, την αίρεση του Ωριγένη.

Ο κώδικας C έχει περιγραφεί ακριβώς από τον A. Reifferscheid —Bibl. patr. lat. Ital. II 420 κ.ε.· πρβλ. και Montfaucon, Bibl. Bibl. I 226 C αριθ. 343. Στον κατάλογο χειρογράφων του έτους 1532, τον οποίο περιέχει ο κώδικας Vat. 3961, μνημονεύεται ο κώδικας C· πρβλ. Bibl. Casin., τόμ. I (1874), σσ. XVIII, LXIV, LXXXII. Πιθανότατα γράφτηκε στο ίδιο το Monte Cassino. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1903 συνέκρινα το χειρόγραφο στο ίδιο το αρχείο της μονής.


G

4. Codex Parisinus-Sangermanensis —αρχικά Corbeiensis— λατ. αριθ. 12125, περγαμηνός, 9ος αιώνας, σε μεγάλο τέταρτο —31½ × 26½ εκ., χώρος γραφής 22 × 19 εκ.—, με τη σήμανση: Sti Germani a Pratis N. 199 olim 104, lib sci pet corbeie Origenis de principiis, περιέχει:
φ. 1, από χέρι του 12ου αιώνα, το οποίο έχει γράψει ορισμένες περιθωριακές σημειώσεις στον κώδικα, οκτώ γραμμές με την επικεφαλίδα: Titulus Origenis sup tumulum eius, a se ipso cõpositus —πρβλ. παραπάνω σ. XXII·
φ. 2, ένα απόσπασμα του Ιερωνύμου, De vir. ill. LXXV, περί Παμφίλου·
φ. 2-2, ένδειξη περιεχομένων του κώδικα: In hoc codice sunt libri origenis de periarchon id est de principiis sive principatibus IIII. nec non et apo/f/flogeticum sci pamphyli martyris pro origene primus liber continet haec·
φφ. 2-32, το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, μεταφρασμένο από τον Ρουφίνο, με τον πρόλογο του Ρουφίνου· αρχή: Cognoscendae veritatis amore permotus. Τέλος: faciliora peccata sunt·
φφ. 32-37, Ρουφίνος, De adulteratione librorum Origenis liber secundus· αρχή: In his quae in superiore libro... Τέλος: declinamus·
φφ. 37-156, Origenis Periarchon, πλήρες, με τους δύο προλόγους του Ρουφίνου πριν από τα βιβλία I και III· αρχή: Scio quam plurimos... Τέλος: sentiendum est.

Τέλος, έχει κολληθεί ακόμη ένα φύλλο, φ. 157, με παλαιά γραφή του 9ου ή 10ου αιώνα· αρχή: inponi. aliud cuidam similitudini... Τέλος: ut se inclinavit ad dim adorandum. id utique. Το περιεχόμενο είναι μια αλληγορική ερμηνεία του Γεν. 37, 31-33. Στο κάτω περιθώριο της οπίσθιας πλευράς βρίσκεται: qt. III., επομένως έχουμε εδώ το τελευταίο φύλλο του τρίτου τετραδίου, του οποίου αρχικά προηγούνταν ακόμη 23 φύλλα —πιθανώς η ερμηνεία χωρίων από Γεν. 1-37, 30.


Συνεχίζεται

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΟΤΙ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΟ ΟΤΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ.
 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΥΠΕΡΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΤΟΝΙΖΕ ΟΤΙ ΟΛΑ ΘΑ ΕΞΑΡΤΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΘΟΤΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΔΟΞΑΖΕΤΑΙ ΣΑΝ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ, Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ. 
Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΛΗΘΗ. Η ΜΟΝΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ. 
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΕ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΕΘΕΣΕ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ. 
ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΣΤΟΧΙΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΑ ΣΗΜΕΡΑ. 
Ο ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Ο ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, ΕΦΤΑΣΕ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕΙ ΓΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΕΧΟΜΑΣΤΕ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.