Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 2

Συνέχεια από 21. Απριλίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 2

Εκδόθηκε στη σειρά:

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Έκδοση της Επιτροπής «Πατέρων της Εκκλησίας» της Βασιλικής Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών

ΩΡΙΓΕΝΗΣ

Πέμπτος Τόμος

ΛΕΙΨΙΑ (Leipzig) Βιβλιοπωλείο J. C. Hinrichs 1913

II. Επιλεγμένες μαρτυρίες 3

Το έργο Περὶ ἀρχῶν, το οποίο εκφράζει με σαφήνεια ορισμένες βασικές αντιλήψεις του Ωριγένη και, κυρίως, τη σύνθεση του ελληνικού και του χριστιανικού πνεύματος που πραγματοποιήθηκε τότε στην Αλεξάνδρεια⁴, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους φίλους και οπαδούς του, ενώ από τους εχθρούς και αντιπάλους του πολεμήθηκε σφοδρά και καταδικάστηκε⁵. Στους αιώνες που ακολούθησαν τον θάνατο του Ωριγένη, αποτέλεσε το κύριο κριτήριο για την αξιολόγηση της ορθοδοξίας του, υπήρξε η αιτία της έντονης διαμάχης μεταξύ του Ιερωνύμου και του Ρουφίνου, και χάρισε στον συγγραφέα του τη φήμη του αιρετικού και την καταδίκη επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού.

Η σημασία που αποδόθηκε στο έργο αυτό από τους μεταγενέστερους προκύπτει από ορισμένες μαρτυρίες, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια.

Ο Πιέριος, πρεσβύτερος επί Διοκλητιανού, σύμφωνα με τον Φώτιο (Βιβλιοθήκη, κώδ. 119), δίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος και περί της προΰπαρξης των ψυχών όπως ο Ωριγένης (στο Περὶ ἀρχῶν) και γι’ αυτό ονομάστηκε «νέος Ωριγένης».

Ο Θεόγνωστος, στο έργο του Ὑποτυπώσεις σε 7 βιβλία, χρησιμοποίησε το Περὶ ἀρχῶν (βλ. Φώτιος, Βιβλιοθήκη, κώδ. 106, 86b–87a B):
ἐν μὲν οὖν τῷ πρώτῳ λόγῳ διαλαμβάνει περὶ τοῦ πατρός, καὶ ὅτι ἐστὶ δημιουργὸς ἐπιχειρῶν δεικνύναι, καὶ κατὰ τῶν ὑποτιθέντων συναΐδιον ὕλην τῷ θεῷ. ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ τίθησι μὲν ἐπιχειρήματα δι᾽ ὧν δεῖν φησι τὸν πατέρα ἔχειν υἱὸν, υἱὸν δὲ λέγων, κτίσμα αὐτὸν ἀποφαίνει καὶ τῶν λογικῶν μόνον ἐπιστατεῖν, καὶ ἄλλ᾽ ἄττα, ὥσπερ Ωριγένης, ἐπιφέρει τῷ υἱῷ. ὥσπερ δὲ ἐν τῷ δευτέρῳ, οὕτω καὶ ἐν τῷ τρίτῳ λόγῳ περὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος διαλαμβάνων τίθησι μὲν ἐπιχειρήματα τὴν τοῦ παναγίου πνεύματος ὕπαρξιν δεικνύειν ἀποπειρώμενος, τὰ δ᾽ ἄλλα, ὥσπερ Ωριγένης ἐν τῷ Περὶ ἀρχῶν, οὕτω καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα παραληρεῖ. ἐν δὲ τῷ τετάρτῳ περὶ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων ὁμοίως ἐκείνῳ κενολογεῖ καὶ σώματα αὐτοῖς λεπτὰ ἀμφιέννυσιν. ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ καὶ ἕκτῳ περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος διαλαμβάνων, ἐν δὲ τῷ ἑβδόμῳ καὶ περὶ θεοῦ δημιουργίας ἐπιγράφει, εὐσεβέστερόν πως περὶ τῶν ἄλλων διαλαμβάνει καὶ μάλιστα πρὸς τῷ τέλει τοῦ λόγου περὶ τοῦ υἱοῦ.
Το έργο Ὑπὲρ Ὠριγένους του μάρτυρος Παμφίλου και του Ευσεβίου αναφέρεται από τον Φώτιο (Βιβλιοθήκη, κώδ. 118). Πέντε βιβλία, σύμφωνα με αυτόν, συντάχθηκαν από τον Παμφίλο στη φυλακή παρουσία του Ευσεβίου, ενώ το έκτο γράφτηκε από τον Ευσεβίο μετά τον θάνατο του Παμφίλου (16 Φεβρουαρίου 310). καὶ ἄλλοι δὲ πλεῖστοι κατ᾿ ἐκεῖνο καιροῦ καὶ ἀξιολογώτατοι ἀπολογίας ὑπὲρ αὐτοῦ συνετάξαντο. Το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου, το οποίο σώζεται στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου, περιέχει πολυάριθμα αποσπάσματα από το Περὶ ἀρχῶν.

Ο Ευσεβίος (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία VI 24) έχει ήδη παρατεθεί παραπάνω (σελ. IX).

Ο Μάρκελλος Ἀγκύρας (στο έργο του Ευσεβίου Κατὰ Μαρκέλλου I 4, σελ. 23, 6 εξ.) παραθέτει το Περὶ ἀρχῶν (βλ. παραπάνω σελ. XIII).

Ο Αθανάσιος, στο έργο του Περὶ τῶν δογμάτων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου κεφ. 27 (έκδ. Ben. Paris 1698 I 1, σελ. 232 εξ.), γράφει:
Περὶ δὲ τοῦ ἀϊδίως συνεῖναι τὸν λόγον τῷ πατρί, καὶ μὴ ἑτέρας οὐσίας ἢ ὑποστάσεως ἀλλὰ τῆς τοῦ πατρὸς ἴδιον αὐτὸν εἶναι, ὡς εἰρήκασιν οἱ ἐν τῇ συνόδῳ, ἐξέστω πάλιν ὑμᾶς ἀκοῦσαι καὶ παρὰ τοῦ φιλοπόνου Ωριγένους. ἃ μὲν γὰρ ὡς ζητῶν καὶ γυμνάζων ἔγραψε, ταῦτα μὴ ὡς αὐτοῦ φρονοῦντος δεχέσθω τις· ἀλλ᾿ ἃ τῶν πρὸς ἔριν φιλονεικούντων ἐν τῷ ζητεῖν, ἀδεῶς ὁρίζων ἀποφαίνεται, τοῦτο τοῦ φιλοπόνου τὸ φρόνημά ἐστι. μετὰ γοῦν τὰ ὡς ἐν γυμνασίᾳ λεγόμενα πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς εὐθὺς αὐτὸς ἐπιφέρει τὰ ἴδια, λέγων οὕτως· Περί άρχων IV 4,1 [28] S. 349, 15 ff).

Ἀθανάσιος, Ἐπιστολὴ IV πρὸς Σεραπίωνα (κεφ. 9–10) (ἔκδ. Ben. Paris 1698 II, σ. 702f)
Παλαιοὶ μὲν οὖν ἄνδρες, ὁ πολυμαθὴς καὶ φιλόπονος Ωριγένης καὶ ὁ θαυμάσιος καὶ σπουδαῖος Θεόγνωστος (διότι ἐγὼ ἀνέγνωσα τὰ συγγράμματά τους περὶ τούτου, δηλαδή περὶ τοῦ ὅτι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν συγχωρεῖται, ὅταν ἔλαβα τὴν ἐπιστολή σου), καὶ οἱ δύο γράφουν γι’ αὐτό, λέγοντας ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: ὅταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιώθηκαν, μέσω τοῦ βαπτίσματος, τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπιστρέφουν πάλι στὴν ἁμαρτία.
Γι’ αὐτὸ καὶ λέγουν ὅτι δὲν θὰ λάβουν συγχώρηση, ὅπως καὶ ὁ Παῦλος λέγει στὴν πρὸς Ἑβραίους (6,4–6). Ταῦτα μὲν λέγουν κοινῶς, ἀλλὰ ὁ καθένας προσθέτει καὶ ἰδία ἐρμηνεία.
(10) Ὁ Ωριγένης μάλιστα ἐξηγεῖ καὶ τὴν αἰτία τῆς κρίσεως κατὰ τῶν τοιούτων ἔτσι:
Ὁ Θεὸς Πατήρ ἐκτείνεται εἰς πάντα καὶ συνέχει τὰ πάντα, ἄψυχα καὶ ἔμψυχα, λογικὰ καὶ ἄλογα. Ἡ δύναμις τοῦ Υἱοῦ ἐπεκτείνεται μόνο στὰ λογικὰ ὄντα, μέσα στὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ Ἕλληνες ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη πιστεύσει. Τὸ
Αγιο Πνεῦμα ὅμως ἐνεργεῖ μόνο σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν μετέχει σ’ αὐτό, μὲ τὴ δωρεὰ τοῦ βαπτίσματος.
Ὅταν λοιπόν οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ Ἕλληνες ἁμαρτάνουν, ἁμαρτάνουν κατὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι μέσα τους, ὅπως ἐλέχθη· ὅμως δύνανται νὰ λάβουν συγχώρηση, ὅταν ἀξιωθοῦν τῆς δωρεᾶς τῆς παλιγγενεσίας. Ὅταν δὲ οἱ βαπτισμένοι ἁμαρτάνουν, τότε αὐτὴ ἡ παρανομία φθάνει μέχρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ ἁμάρτησαν ἐν αὐτῷ· καὶ γι’ αὐτὸ ἡ τιμωρία εἶναι ἀσυγχώρητη. (Το φαινομενικὰ κυριολεκτικὸ αὐτὸ παράθεμα εἶναι στὴν πραγματικότητα παράφραση καὶ ἐπέκταση τοῦ Περὶ ἀρχῶν I 3,5.)

Ἀθανάσιος, Περὶ τῆς κοινῆς οὐσίας Πατρὸς, Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος
(ἔκδ. Ben. Paris 1698 II, σ. 25 BC) Καὶ ἐὰν πάλιν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε κατηγορεῖται ὁ δυστυχὴς Ωριγένης, ὅτι κηρύττει τέλος τῶν τιμωριῶν, ὅπου λέγει ὅτι θὰ δοθεῖ συγχώρηση κάθε ἁμαρτίας ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο στὸν ἄνθρωπο ὅσο καὶ στὸν διάβολο.
(πρβλ. Quaest. ad Antioch. 72, σ. 284 E· ἀναφέρεται στὸ Περὶ ἀρχῶν II 10,8).

Ἀθανάσιος, Βίος Ἀντωνίου 74
Τὸ χωρίο αὐτὸ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό (Ἐπιστολὴ πρὸς Μηνᾶν, Mansi IX 504 E) ὡς μαρτυρία ἐναντίον τοῦ Ωριγένη καὶ τῆς διδασκαλίας του (στὸ Περὶ ἀρχῶν) περὶ πτώσεως τῶν ψυχῶν. Ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἐκεῖ ὑπονοεῖται ὁ Ωριγένης.
Ἀντιθέτως, τὸ χωρίο ποὺ παραθέτει ὁ Ἰουστινιανός ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο, Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπίκτητον (Mansi IX 506 D), περιέχει σαφῆ κριτικὴ τοῦ Περὶ ἀρχῶν (IV 4,4).

Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ ψυχῆς (ἔκδ. Morelli Paris 1638 II, σ. 113 B = Migne PG 45, 221 A)
Διότι τὰ στάδια τῶν ψυχῶν καὶ οἱ ἀναβάσεις, ποὺ εἰσάγει ὁ Ωριγένης, δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς θεῖες Γραφὲς οὔτε ταιριάζουν στὰ δόγματα τῶν Χριστιανῶν καὶ πρέπει νὰ παραλειφθοῦν. (πρβλ. Περὶ ἀρχῶν I 8,4).

Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου (κεφ. 28) (ἔκδ. Morelli Paris 1639 I, σ. 119 CD = Migne PG 44, 229 BC)
Ἴσως δὲν εἶναι ξένο πρὸς τὴν ἐξέταση ποὺ κάνουμε νὰ ἐρευνήσουμε τὸ ἀμφισβητούμενο ζήτημα μέσα στὶς Ἐκκλησίες περὶ ψυχῆς καὶ σώματος. Διότι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους μας — ἐκεῖνοι ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὸν λόγο Περὶ ἀρχῶν — ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν, ὡς ἕνα εἴδος «λαοῦ» σὲ ἰδιαίτερη πολιτεία κτλ.
Σχετικὰ μὲ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ χωρίο τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως (III, σ. 233 D – 234 A = PG 46, 112 C – 113 D), ποὺ ἀνήκει στὴν ἴδια διδασκαλία τοῦ Περὶ ἀρχῶν I 8,4.

Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ τὰ χωρία παρατίθεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανό (Ἐπιστολὴ πρὸς Μηνᾶν, Mansi IX, σ. 508 B).
Ἀνώνυμος (παρὰ Φωτίῳ, Βιβλιοθήκη, Κώδ. 117)
Ἕνας ἀνώνυμος συγγραφέας, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Φώτιος, ἔγραψε —μετὰ τὸν Εὐσέβιο καὶ πρὸ τοῦ Ἰουστινιανοῦ— ἕνα σύγγραμμα σὲ πέντε τόμους μὲ τίτλο βιβλίον ὑπὲρ Ωριγένους καὶ τῶν αὐτοῦ θεοστυγῶν δογμάτων.
Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ἀναφέρονταν ὡς μάρτυρες ὑπὲρ τοῦ Ωριγένους οἱ:
Διονύσιος Ἀλεξανδρείας, Δημήτριος, Κλήμης, Παμφίλος, Εὐσέβιος.
Γιὰ τὴ διδασκαλία περὶ τῆς προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν παρατίθεντο χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες.
Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τριάδα, ὁ Ωριγένης —κατὰ τὸν συγγραφέα— δὲν εἶπε τίποτε αἱρετικό, ἀλλὰ δίδαξε τὴν τριάδα τῶν προσώπων. Τὰ ὑπόλοιπα εἴτε ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν Ωριγένη χάριν ἀσκήσεως (γυμνασίας), εἴτε παρεμβλήθηκαν ἀπὸ ἑτεροδόξους.
Του ἀποδίδονται ὅμως ψευδῶς δεκαπέντε θέσεις (οἱ περισσότερες προερχόμενες ἀπὸ τὸ Περὶ ἀρχῶν), ὅπως:
νὰ μὴν προσευχόμαστε στὸν Υἱό,
ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀγαθός,
ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Πατέρα ὅπως ὁ Πατὴρ τὸν ἑαυτό του,
ὅτι οἱ λογικὲς φύσεις ἐνσαρκώνονται σὲ ἄλογα σώματα,
ὅτι ὑπάρχει μετενσωμάτωση,
ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Σωτῆρος εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀδὰμ,
ὅτι δὲν ὑπάρχει αἰώνια κόλαση οὔτε ἀνάσταση τῆς σαρκός,
ὅτι ἡ μαγεία δὲν εἶναι κακό,
ὅτι ἡ ἀστρολογία καθορίζει τὰ γεγονότα,
ὅτι παύει ἡ βασιλεία τοῦ Μονογενοῦς,
ὅτι οἱ ἅγιοι ἦλθαν στὸν κόσμο ἀπὸ πτώση καὶ ὄχι γιὰ θεραπεία ἄλλων,
ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἀόρατος καὶ γιὰ τὸν Υἱό,
ὅτι τὰ Χερουβὶμ εἶναι ἐπινοήσεις τοῦ Υἱοῦ,
καὶ ὅτι ἡ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀληθινὴ σε σχέση μὲ τὸ πρωτότυπο.

Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς: Σύμφωνα μὲ τὸν Σωκράτη Σχολαστικό (Ἐκκλ. Ἱστ. IV 25), ὁ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς ἔγραψε σχόλια στὸ Περὶ ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Ἱερώνυμος χαρακτηρίζει «σύντομα σχόλια» (breves commentariolos).
Ὁ Σωκράτης γράφει ὅτι ὁ Δίδυμος ἐξήγησε τὸ Περὶ ἀρχῶν καὶ ἔγραψε ὑπομνήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἔργο εἶναι ἄριστα γραμμένο καὶ ὅτι μάταια οἱ κατήγοροι προσπαθοῦν νὰ δυσφημήσουν τὸν συγγραφέα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὸ βάθος τῆς σκέψεώς του.

Ἐπιφάνιος, Ἀγκυρωτός 63
Ὁ Ἐπιφάνιος γράφει:
«Ἀπορῶ πραγματικὰ πῶς μερικοὶ ἀνέχονται ἐκεῖνον ποὺ βλασφήμησε τὸν Δεσπότη του. Ἂς διαβάσουν τὰ Περὶ ἀρχῶν τοῦ Ωριγένους καὶ ἂς μάθουν οἱ θεωροῦμενοι υἱοὶ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας νὰ μὴν τολμοῦν νὰ χωρίζουν τὸν Υἱὸ ἀπὸ τὴ θεότητα τοῦ Πατρός.»
Θεόφιλος Ἀλεξανδρείας: Στὴ συνοδικὴ ἐπιστολὴ του πρὸς τοὺς ἐπισκόπους Παλαιστίνης καὶ Κύπρου, ὁ Θεόφιλος Ἀλεξανδρείας (παρὰ Ἱερωνύμῳ, Ἐπιστ. 92) παραθέτει «σφάλματα» τοῦ Ωριγένους ἀπὸ τὸ Περὶ ἀρχῶν.
Σὲ ἄλλο σημείο (κεφ. 4) γράφει ὅτι ὁ Ωριγένης προσπαθεῖ νὰ διδάξει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν προσέλαβε ἀληθινὸ ἀνθρώπινο σώμα.

Ὁ Ῥουφῖνος (Ἀπολογία I 20) γράφει:
«Τέσσερα εἶναι τὰ βιβλία τοῦ Περὶ ἀρχῶν, ποὺ μετέφρασα, στὰ ὁποῖα γίνεται λόγος γιὰ τὴν Τριάδα σχεδὸν σὲ κάθε σελίδα.»
Καὶ προσθέτει (I 21) ὅτι ὁ Ἱερώνυμος, μεταφράζοντας, πρόσθεσε ὅσα ὁ ἴδιος εἶχε παραλείψει ὡς προβληματικά, ὥστε οἱ Ρωμαῖοι νὰ γνωρίσουν τὰ «κακά» τοῦ Ωριγένους καὶ νὰ ἀγνοήσουν τὰ καλά.

Ἱερώνυμος
Ὁ Ἱερώνυμος ἀναφέρεται συχνὰ στὸ Περὶ ἀρχῶν:
(Ἐπιστ. 81): καταγγέλλει ὅτι ὁ Ῥουφῖνος ἐπιτίθεται ἐναντίον του.
(Ἀπολογία III 5): τονίζει ὅτι τὸ ἔργο ἔχει συνοχή, ὥστε ὁποιαδήποτε προσθήκη ἢ ἀφαίρεση φαίνεται ἀμέσως.
(Ἐπιστ. 84): σημειώνει ὅτι γιὰ σχεδὸν 150 χρόνια κανένας Λατίνος δὲν τόλμησε νὰ μεταφράσει τὸ Περὶ ἀρχῶν.
(Ἐπιστ. 84, 10): ἀναφέρει ὅτι ὁ Ωριγένης μετανόησε γιὰ ὅσα ἔγραψε καὶ ἀπέδωσε τὴ δημοσίευσή τους στὸν Ἀμβρόσιο.
(Ἐπιστ. 84, 12): περιγράφει τὴ δυσκολία τῆς μεταφράσεως, ἐπειδὴ ἡ πιστὴ ἀπόδοση συγκρούεται μὲ τὴν κομψότητα τοῦ λόγου.

Παμμάχιος καὶ Ὠκεανός
Σὲ ἐπιστολή πρὸς τὸν Ἱερώνυμο (Ἐπιστ. 83), ἀναφέρουν ὅτι ἔλαβαν λατινικὴ μετάφραση τοῦ Περὶ ἀρχῶν καὶ ἐπισημαίνουν ὅτι περιέχει ἀπόψεις ποὺ φαίνονται μὴ ὀρθόδοξες. Ὑποπτεύονται ὅτι ἔχουν παραλειφθεῖ χωρία ποὺ θὰ ἀποκάλυπταν καθαρότερα τὴν πλάνη τοῦ συγγραφέα καὶ ζητοῦν ἀξιόπιστη μετάφραση.
Τὰ μαρτυρικὰ αὐτὰ κείμενα δείχνουν πόσο διαφορετικὰ ἀξιολογήθηκε τὸ Περὶ ἀρχῶν τοῦ Ωριγένους:
ἀπὸ ἔνθερμη ὑπεράσπιση καὶ θαυμασμό, μέχρι ἔντονη πολεμικὴ καὶ καταδίκη.
Ἐπίσης φαίνεται ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ λεγόμενα «σφάλματα» ἀποδόθηκαν σ’ αὐτὸν ἐκ τῶν ὑστέρων ἢ ἐρμηνεύθηκαν ἀμφισβητούμενα, γεγονὸς ποὺ καταδεικνύει τὴν πολυπλοκότητα τῆς παραδόσεως γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του.
Hieronymus, Ep. 124 ad Avitum c. 1, 2 und 15 (Migne SL 22, 1059f, 1072):
Πρὸ περίπου δέκα ἐτῶν, ὁ ἅγιος ἀνὴρ Pammachius μοῦ ἔστειλε κάποια τετράδια κάποιου, τὰ ὁποῖα περιείχαν τὰ μεταφρασμένα βιβλία τοῦ Ωριγένης μὲ τὸν τίτλο Περὶ ἀρχῶν, ἢ μᾶλλον παραποιημένα. Μοῦ ζητοῦσε ἐπιμόνως νὰ διατηρήσει ἡ λατινικὴ μετάφραση τὴν ἑλληνικὴ ἀλήθεια καὶ, εἴτε εἶχε γράψει καλὰ εἴτε κακὰ ἐκεῖνος ποὺ τὰ συνέγραψε, νὰ τὰ γνωρίσει ἡ ρωμαϊκὴ γλῶσσα χωρὶς τὴν προστασία τοῦ μεταφραστοῦ. Ἔκανα ὅ,τι ἤθελε καὶ τοῦ ἔστειλα τὰ βιβλία. Ἀφοῦ τὰ διάβασε, ἀνατρίχιασε καὶ τὰ ἔκλεισε σὲ κιβώτιο, γιὰ νὰ μὴν πληγώσουν, ἐὰν διαδοθοῦν στὸ πλήθος, τὶς ψυχὲς πολλῶν. Κάποιος ἀδελφός, ποὺ εἶχε ζῆλο Θεοῦ ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν, τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ τὰ δώσει γιὰ νὰ τὰ διαβάσει, δήθεν γιὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψει ἀμέσως· ἐξαιτίας τῆς στενότητος τοῦ χρόνου δὲν μπόρεσε νὰ ὑποπτευθεῖ τὴν ἀπάτη. Ἐκεῖνος ποὺ τὰ εἶχε λάβει γιὰ ἀνάγνωση, ἔβαλε στενογράφους καὶ ἀντέγραψε ὅλο τὸ ἔργο, καὶ ἐπέστρεψε τὸ χειρόγραφο πολὺ γρηγορότερα ἀπὸ ὅσο εἶχε ὑποσχεθεῖ. Καὶ μὲ τὴν ἴδια τόλμη καὶ, γιὰ νὰ μιλήσω ἠπιότερα, μὲ τὴν ἴδια ἀνοησία, αὐτὸ ποὺ εἶχε κλέψει κακῶς, τὸ παρέδωσε ἀκόμη χειρότερα σὲ ἄλλους. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι δύσκολο μεγάλα βιβλία, ποὺ πραγματεύονται μυστικὰ πράγματα, νὰ διατηρήσουν τὴ συντομογραφία τῶν σημειώσεων — ἰδίως ὅταν ὑπαγορεύονται κρυφὰ καὶ βιαστικά — γι᾽ αὐτὸ ὅλα ἐκεῖ μέσα εἶναι τόσο συγκεχυμένα, ὥστε στὰ περισσότερα νὰ λείπει καὶ ἡ τάξη καὶ τὸ νόημα. Γι᾽ αὐτὸ λοιπόν, ἀγαπητότατε Avitus, ζητεῖς νὰ σοῦ στείλω τὸ ἴδιο τὸ ἀντίγραφο, ποὺ μεταφράστηκε παλαιότερα ἀπὸ μένα καὶ δὲν δόθηκε σὲ κανέναν ἄλλον, ἀλλὰ ἐκδόθηκε διεστραμμένα ἀπὸ τὸν προαναφερθέντα ἀδελφό.
Λάβε, λοιπόν, αὐτὸ ποὺ ζήτησες· ἀλλὰ μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ γνωρίζεις πὼς πάρα πολλὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ἀποστρέφεσαι...
Ἐφόσον αὐτὰ ἔχουν ἔτσι, ποια παραφροσύνη εἶναι αὐτή, νὰ ἔχουν ἀλλάξει λίγα μόνο σχετικὰ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Αγιο Πνεῦμα, ἐκεῖνα δηλαδή ποὺ φανερὰ περιείχαν βλασφημία, καὶ νὰ ἔχουν κατόπιν δημοσιεύσει τὰ ὑπόλοιπα ὅπως γράφτηκαν καὶ νὰ τὰ ἔχουν μάλιστα ἐπαινέσει μὲ ἀσεβῆ φωνή, ἐνῶ βέβαια καὶ ἐκεῖνα καὶ αὐτὰ προήλθαν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ ἀσεβείας;

Augustinus, De civitate Dei XI 23 (Περὶ τῆς πλάνης γιὰ τὴν ὁποία κατηγορεῖται ἡ διδασκαλία τοῦ Ωριγένης):
Ἀπὸ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Ωριγένης δικαίως κατηγορεῖται. Διότι στὰ βιβλία ποὺ ὀνομάζονται Περὶ ἀρχῶν, δηλαδή De principiis, αὐτὸ ἐφρόνησε, αὐτὸ ἔγραψε (δηλαδή τὶς διδασκαλίες γιὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν ψυχῶν).

Σωκράτης, Hist. eccl. VI 13 (ὁ Σωκράτης ὑπερασπίζεται τὸν Ωριγένης· κύρια πηγή του εἶναι πιθανότατα ὁ Ἀρειανὸς Τιμόθεος, ὁ ὁποῖος «πανταχοῦ τε τὸν Ωριγένην ἐκάλει ὡς ἀληθῆ μάρτυρα τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων», hist. eccl. VII 6. Ὁ Σωκράτης ἀναφέρει ὅτι ὁ Ωριγένης δέχθηκε ἐπίθεση πρῶτα ἀπὸ τὸν Methodios of Olympus, ἔπειτα ἀπὸ τὸν Eustathios of Antiochia καὶ τὸν Apollinarios, καὶ τελευταῖος ἀπὸ τὸν Theophilos. Ὁ καθένας πολέμησε μόνο ὁρισμένες ἀπόψεις τοῦ Ωριγένης, ἄρα ἐνέκρινε τὶς ἄλλες. Ὁ Methodios, ἀργότερα, στὸν διάλογο Ξενών, ἀνακάλεσε τὴν προηγούμενη στάση του ἀπέναντι στὸν Ωριγένης):

Athanasius
δὲ, στοὺς λόγους Κατὰ Ἀρειανῶν, μὲ μεγάλη φωνὴ ἀποκαλεῖ τὸν ἄνδρα μάρτυρα τῆς ἴδιας του πίστεως, συνδέοντας τοὺς λόγους ἐκείνου μὲ τοὺς δικούς του καὶ λέγοντας: «Ὁ θαυμαστὸς καὶ φιλοπονώτατος Ωριγένης λέγει τάδε περὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ, μαρτυρώντας στὴ δική μας διδασκαλία, λέγοντας ὅτι εἶναι συναΐδιος τῷ Πατρί». Ἄθελά τους λοιπόν ἐκτέθηκαν οἱ λοιδορήσαντες τὸν Ωριγένης, βλασφημώντας καὶ τὸν ἐπαινετὴ του Athanasius. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν IV 4,1 (28), σ. 349, 15 κ.ε. καὶ παραπάνω σ. XVI.

Ebenda VI 17: Ἐρωτηθεὶς δὲ [δηλαδή ὁ Theophilos] ἀπὸ κάποιον πῶς συμβαίνει νὰ ἀσπάζεται πάλι αὐτὰ ποὺ προηγουμένως ἀπέρριψε, ἀπάντησε ταῦτα: «Τὰ βιβλία τοῦ Ωριγένης μοιάζουν μὲ λιβάδι γεμάτο μὲ λουλούδια. Ἄν βρῶ μέσα τους κάτι καλό, αὐτὸ τὸ κόβω· ἂν δὲ μοῦ φανερωθεῖ κάτι ἀγκαθωτό, τὸ προσπερνῶ ἐπειδὴ κεντᾷ». Τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἰσχύει πιθανότατα κυρίως γιὰ τὸ Περὶ ἀρχῶν.

Leontius Byzant., De sectis, Act. X 4-6 (Migne SGr 86, 1, 1264 κ.ε.): Ἄξιον δὲ καὶ περὶ Ωριγένης καὶ τῶν αὐτοῦ δογμάτων εἰπεῖν. Ὁ μὲν λοιπόν Ωριγένης, ὢν ἀρχαῖος ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς πρὸ Κωνσταντίνου, ἦταν μέγας καὶ πεπαιδευμένος στὴν ἁγία Γραφή, καὶ γραμματικός. Ὅμως ὡς πρὸς τὰ δόγματα ἦταν τοιοῦτος: ὑπέβαζε τὸν Υἱό, ὅπως ἀργότερα οἱ Ἀρειανοὶ ἀπολογούμενοι γι᾽ αὐτὸν λέγουν ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες δὲν φρόντιζαν γιὰ ἀκριβολογία. Ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἀκόμη ἐμφανιστεῖ οἱ αἱρέσεις, χρησιμοποιούσαν ἁπλούστερα τὶς λέξεις· ὅταν ὅμως ἐμφανίστηκαν, τότε ἄρχισε κάθε Πατὴρ νὰ προφυλάσσει τὸν ἑαυτό του. Ἐμεῖς ὅμως λέμε ὅτι δὲν μίλησε ἁπλῶς ἁπλούστερα, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα κρατοῦσε σθεναρὰ αὐτὸ τὸ δόγμα.
Τὸ δὲ περὶ τῆς προϋπάρξεως καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως [ἀκολουθεῖ].
Ἔπειτα ἔρχονται παραθέματα ἀπὸ τὸ Περὶ ἀρχῶν I 8,1, σ. 95, 14 κ.ε., II 10,8, σ. 182, 16 κ.ε., μαζί μὲ ἀνασκευὴ.

Facundus Hermian., Pro defensione trium Capitulorum II 6 (Migne SL 67, 556f):
Δὲν πρέπει βέβαια νὰ πιστεύουμε στὰ παραληρήματα τοῦ Ωριγένης, ὁ ὁποῖος ὑποθέτει ὅτι οἱ οὐσίες τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, πολὺ πρὶν βρεθοῦν μέσα στὰ σώματα, ὄχι μόνο ὑπῆρχαν, ἀλλὰ καὶ εἶχαν ἁμαρτήσει, καὶ ὅτι πρῶτα ἦταν νοῦς καὶ ὕστερα ἔγιναν ψυχές, ὅταν, κατὰ τὰ μέτρα τῶν ἁμαρτιῶν τους, ρίχτηκαν στὰ σώματα, ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέγει (Ρωμ. 9,20).
Καὶ IV 4 (67, 627): ὁ Ωριγένης ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ἀνθρώπινες ψυχὲς προϋπῆρχαν τῶν σωμάτων μέσα σὲ κάποια μακάρια ζωή, καὶ ὅτι ὅλες ὅσες προορίζονταν γιὰ αἰώνια τιμωρία θὰ ἀποκατασταθοῦν στὴν προτέρα μακαριότητά τους μαζί μὲ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν II 8,3. 10,8.
Ὁ αὐτοκράτωρ Justinianus, στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς Mennas (παρὰ Mansi IX 489 κ.ε.), στὸ τέλος προσθέτει συλλογὴ χωρίων ἀπὸ τὸ Περὶ ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴ γνώμη του, ἐνοχοποιοῦν τὸν συγγραφέα γιὰ αἵρεση· ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν ἴδια τὴν ἐπιστολὴ ἀσχολεῖται μὲ μεμονωμένα χωρία τοῦ Περὶ ἀρχῶν, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ὑποτιθέμενη ἀσέβεια τοῦ Ωριγένης. Τὸ Περὶ ἀρχῶν δὲν μνημονεύεται παντοῦ ρητῶς, ἀλλὰ σχεδὸν πάντοτε αὐτὸ ἐννοεῖται. Παραθέτω μερικὰ παραδείγματα.
Προσθέτει δὲ στὶς βλασφημίες του καὶ τοῦτο, λέγοντας κυριολεκτικὰ στὸν πρῶτο λόγο τοῦ Περὶ ἀρχῶν του ἔτσι (p. 489 B).
Διότι τί ἄλλο παρὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ Plato, ὁ ὁποῖος ἐπλάτυνε τὴν ἑλληνικὴ μανία, ἐξέθεσε ὁ Ωριγένης; Ἢ ἀπὸ ποιον ἄλλον, λαμβάνοντας, ὁ Arius συνέγραψε τὴ δική του νόσο; (p. 492 CD).
Καὶ αὐτὴ ἡ κακοδοξία εἶναι γνώρισμα τῆς παραφροσύνης τοῦ Ωριγένης· αὐτὸν οἱ Πατέρες μας, ὡς διαστρέφοντα τὴν ἀλήθεια, τὸν ἀπέρριψαν καὶ τὸν ἀναθεμάτισαν. Διότι δὲν ἐφρόνησε ὡς χριστιανός, ἀλλὰ, ἀκολουθώντας τὶς φλυαρίες τῶν Ἑλλήνων, πλανήθηκε (p. 512 B).
Στὸ τέλος (p. 521 E-524 D) ὁ αὐτοκράτωρ καλεί τὸν Mennas καὶ τοὺς λοιποὺς ἐπισκόπους νὰ ἐκφωνήσουν τὸ ἀνάθεμα κατὰ τοῦ Ωριγένης. Κατόπιν ἀκολουθοῦν (p. 524 E-533 A) τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Περὶ ἀρχῶν, ἐννέα αἱρετικὲς διδασκαλίες τοῦ Ωριγένης (p. 533 A-D: προΰπαρξη τῶν ψυχῶν, τῆς ψυχῆς τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ σώματος πρὸ τῆς γεννήσεως, ἡ οὐσία τοῦ Χριστοῦ, σφαιροειδῆ σώματα ἀναστάσεως, ἔμψυχα οὐράνια σώματα, ἐπανάληψη τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, περιορισμὸς τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, περιορισμὸς τῶν αἰωνίων τιμωριῶν), καὶ τέλος τὸ ἀνάθεμα.

Διδασκαλία τοῦ ἁγίου Βαρσανουφίου ἐπὶ Αὐρηλιανοῦ ἐπισκόπου Γάζης περὶ τῶν ᾿Ωριγένους, Εὐαγρίου καὶ Διδύμου φρονημάτων (ἐκδ. Montfaucon in Bibl. Coisl. p. 394 = Migne SGr 39, 240):
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἅγιο γέροντα ἀββᾶ Βαρσανούφιο, λέγοντας: Δὲν γνωρίζω, πάτερ, πῶς ἔπεσα στὰ βιβλία τοῦ Ωριγένης καὶ τοῦ Didymus, καὶ στὰ Γνωστικὰ τοῦ Euagrios καὶ τῶν μαθητῶν του. Καὶ λέγουν ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων δὲν δημιουργήθηκαν μαζί μὲ τὰ σώματα, ἀλλὰ προϋπῆρχαν αὐτῶν ὡς γυμνοὶ νοῦς, δηλαδή ἀσώματοι. Ὁμοίως καὶ οἱ ἄγγελοι ἦταν γυμνοὶ νοῦς, καὶ οἱ δαίμονες ἦταν γυμνοὶ νοῦς. Καὶ οἱ μὲν ἄνθρωποι, παραβαίνοντας, καταδικάστηκαν σ᾽ αὐτὸ τὸ σῶμα· οἱ δὲ ἄγγελοι ἔγιναν ἄγγελοι, ἐπειδὴ διατήρησαν τοὺς ἑαυτούς τους, καὶ οἱ δαίμονες ἀπὸ πολλὴ κακία ἔγιναν αὐτὸ ποὺ εἶναι. Καὶ λέγουν καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια. Καὶ πάλι, ὅτι ἡ μέλλουσα κόλαση πρέπει νὰ λάβει τέλος καὶ ὅτι ἄνθρωποι, ἄγγελοι καὶ δαίμονες θὰ ἐπανέλθουν ὡς γυμνοὶ νοῦς, ὅπως ἦταν· αὐτὸ τὸ ὀνομάζουν ἀποκατάσταση. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν I 8,1. II 8,3. 10,8.

Isidorus Hisp., Etymol. VIII 5, 40 (Migne SL 82, σ. 356): Οἱ Ὠριγενιανοὶ προήλθαν ἀπὸ τὸν ἰδρυτὴ τους Ωριγένης, λέγοντας ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν μπορεῖ νὰ δει τὸν Πατέρα, οὔτε τὸ Αγιο Πνεῦμα τὸν Υἱό. Λέγουν ἐπίσης ὅτι οἱ ψυχὲς ἁμάρτησαν στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου καὶ, ἀνάλογα μὲ τὴ διαφορὰ τῶν ἁμαρτιῶν τους, ἔλαβαν διάφορα σώματα, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μέχρι τὴ γῆ, ὡς δεσμά, καὶ ὅτι γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο δημιουργήθηκε ὁ κόσμος. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν I 1, 8. II 8, 3-4.
Isidorus Hisp., Carmen αρ. 4 (ἐκδ. A. Riese, Rhein. Mus. 1910, σ. 497):
1 Ἐγώ εἰμι ἐκεῖνος, ὁ Ωριγένης, ὁ ἀληθέστατος διδάσκαλος παλαιότερα,
τὸν ὁποῖο πρώτη ἔδωσε ἡ λαμπρὴ Ἑλλάδα στὴν πίστη.
3 Ἤμουν ὑψηλὸς στὰ ἔργα καὶ λαμπρὸς στὴν ἀφθονία τοῦ λόγου·
ξαφνικὰ κατέρρευσα ἀπὸ μία βλαπτικὴ γλῶσσα.
5 Ἂν πιστεύεις, ἐπεδίωξα νὰ συντάξω τόσες χιλιάδες βιβλία,
ὅσους ἄνδρες στέλνει μία λεγεώνα στὸν πόλεμο.
7 Καμία βλασφημία δὲν ἄγγιξε ποτὲ τὴ σκέψη μου,
ἀλλὰ ἤμουν ἄγρυπνος καὶ συνετὸς, ἀσφαλὴς ἀπὸ τὸν ἐχθρό.
9 Μόνο τὰ λόγια τοῦ Περὶ ἀρχῶν μού προκάλεσαν τὴν πτώση,
10 καὶ μὲ αὐτὰ τὰ ἀσεβῆ βέλη με καταπιέζουν.
(Παραλλαγές χειρογράφου καὶ φιλολογικὰ σχόλια ὡς στὸ πρωτότυπο.)

Maximus Confessor, Scholia in librum De ecclesiastica hierarchia Dionysii Areopagitae, cap. VI §6 (Migne SGr 4, 173): Ἀς μὴ νομίζει κανείς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Ωριγένης ὅτι τὸ παρὸν χωρίο ὑποστηρίζει τὴν κακόδοξη διδασκαλία του, λέγοντας ὅτι πάντοτε γίνεται πτώση καὶ ἀνάσταση καὶ μεταβολὴ τῶν οὐρανίων νοῶν, ὅπως λέγει ὁ Ωριγένης στὸν πρῶτο λόγο τοῦ Περὶ ἀρχῶν: «Ὁ τοίνυν λόγος, οἶμαι...» (ἀκολουθοῦν δύο μικρὰ ἀποσπάσματα).
Ebenda, cap. VII, 1 §2 (Migne SGr 4, 176): «Ταῖς ψυχαῖς συζυγίας». Κάποιοι αἱρετικοὶ ὑπήρξαν τότε, ὅπως οἱ περὶ τὸν Simon Magus καὶ οἱ σύντροφοί του, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι οἱ ψυχὲς θὰ ἔχουν αἰθέριο σώμα. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι καὶ ὁ Ωριγένης λέγει τὸ ἴδιο σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ συγγράμματά του· ἀλλὰ σὲ ἄλλα τὸ ἀρνεῖται τελείως, διδάσκοντας ὅτι κάθε σωματικὴ φύση ὁδηγεῖται στὴν ἀνυπαρξία. Διάβασε τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου μάρτυρος Methodios of Olympus καὶ ἐπισκόπου Ἀδριανουπόλεως Λυκίας, καθὼς καὶ τοῦ ἐπισκόπου Βόστρων Antipatros, καὶ θὰ μάθεις τὴ μυθώδη καὶ παράδοξη φλυαρία του.

Anastasius Sinaita, Viae dux cap. V De sanctis conciliis (Migne SGr 89, 102): Ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Justinianus ἔγινε ἡ πέμπτη οἰκουμενικὴ σύνοδος ἐναντίον τοῦ Ωριγένης, τοῦ Didymus καὶ τοῦ Euagrios, ποὺ ἦταν ματαιόφρονες καὶ ἔλεγαν ὅτι οἱ ψυχὲς μας, μαζί μὲ τοὺς δαίμονες, ἔπεσαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὰ σώματά μας, καὶ ὅτι ἡ κόλαση ἔχει τέλος καὶ ὅτι μὲ αὐτὴν ἀποκαθίσταται πάλι ὁ διάβολος στὴν ἀρχαία ἀγγελικὴ του τάξη. Ἡ ἴδια σύνοδος κατεδίκασε καὶ τὸν Severus καὶ ὅποιον λέγει ὅτι οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν τῶν σωμάτων. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν I 8,1. II 10,8.

Johannes Damascenus, De fide orthodoxa II 12 (Migne SGr 94, 1, 921): Μαζί δημιουργήθηκαν καὶ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή, καὶ ὄχι τὸ ἕνα πρῶτα καὶ τὸ ἄλλο ὕστερα, ὅπως λένε οἱ φλυαρίες τοῦ Ωριγένης.
Ebenda IV 6 (1112): Ὄχι, ὅπως κάποιοι ψευδῶς λέγουν, ὅτι πρὸ τῆς ἐνσάρκωσης ἀπὸ τὴν Παρθένο ὁ νοῦς ἑνώθηκε μὲ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Χριστός· αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀτοπήματα τῶν φλυαριῶν τοῦ Ωριγένης, ποὺ δίδαξε τὴν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν. Πρβλ. Περὶ ἀρχῶν IV 4,4 (31), σ. 353, 13.

Photius, Bibliotheca Cod. 8 p. 3b–4a B: Ἀνεγνώσθη τὸ Περὶ ἀρχῶν τοῦ Ωριγένης, τέσσερις λόγοι (ἀκολουθεῖ σύντομη περίληψη σύμφωνα μὲ τὰ κεφάλαια).

Johannes Scotus Erigena, De divisione naturae V (Migne SL 122, 929A–930D):
Καὶ ὅτι δὲν θὰ καταστραφεῖ ὁ θάνατος καὶ τὸ κέντρο του, δηλαδή ἡ ἁμαρτία, καὶ κάθε κακία σὲ κάθε λογικὴ κτίση, ἀλλὰ σὲ ἕνα μέρος τῆς κτίσεως θὰ καταστραφεῖ καὶ σὲ ἄλλο θὰ παραμείνει, ἄκουσε τὸν μεγάλο Ωριγένης, τὸν πλέον ἐπιμελῆ ἐρευνητὴ τῶν πραγμάτων, στὸ τρίτο βιβλίο τοῦ Περὶ ἀρχῶν, περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου, δηλαδή τοῦ ὑπέρτατου ἀγαθοῦ, πρὸς τὸ ὁποῖο ὁλόκληρη ἡ λογικὴ φύση τείνει, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη συντέλεια τοῦ κόσμου ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ὁ Θεὸς τὰ πάντα μέσα σὲ ὅλα... (ἀκολουθεῖ παράθεση ἀπὸ Περὶ ἀρχῶν III 6, 2-5).
Περὶ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Περὶ ἀρχῶν στὸν Μεσαίωνα μέχρι τοὺς Καθάρους καὶ ἔπειτα μέχρι τὸν Saint-Martin, βλ. Denis, De la philosophie
d’Origène, σ. 567-611.

Β. Χειρόγραφη παράδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: