Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ - Franz Courth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ - Franz Courth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (6)

  Συνέχεια από : Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ Της ΙΠΠΩΝΟΣ                                                             
Kurt Flash 
Η Τριάδα: Επανεκτίμηση της κατηγορίας της σχέσεως.

Ο Αριστοτέλης καθιέρωσε το δόγμα των κατηγοριών στην Ευρώπη ακόμη και μετά τον Καντ, και πολύ συχνά ακόμη και για στοχαστές οι οποίοι ανήκουν στην στοχαστική ευθύνη του Πλάτωνος, όπως για παράδειγμα ο Αυγουστίνος. Το δόγμα των κατηγοριών του Αριστοτέλη αφορά στα ξεχωριστά πράγματα που αναπαρίστανται και διακρίνει: το υποκείμενο φορέα και την αποκτημένη ιδιότητα, ουσία και τά συμβεβηκότα. Η σχέση, που υφίσταται με κάτι άλλο, είναι λοιπόν σχεδόν εφήμερη. Η πράξη διακρίνεται από την Ουσία, η οποία είναι ενεργητική.
Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, τα θεία πρόσωπα είναι ίσα σε όλα. Είναι θεία ουσία παντελώς, εκτός από την πλευρά της αμοιβαιότητος τού συσχετισμού τους. Οι διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα δεν μπορούν να προέλθουν από την θεία ουσία, δεδομένου ότι αυτή την διαθέτουν από κοινού. Αλλά ούτε από τα συμβεβηκότα (συμβάντα), διότι στον Θεό δεν υπάρχουν ιδιότητες πρόσθετες, δευτερεύουσες. Οι διαφορές προέρχονται (λοιπόν…) από τις σχέσεις – να είναι Πατήρ, να είναι Υιός, να εξέρχεται, να προοδεύει και από τον Πατέρα και από τον Υιό – πράγματα που στον Θεό δεν είναι Ιδιότητες αλλά Ουσία. (περί ΤριάδοςV, 5, 6). [Προηγείται λοιπόν η σχέση τής Ουσίας. Η σχέση είναι η αιτιώδης αρχή, η οντολογική αρχή. Στους αρχαίους η ύπαρξη του νοητού ωφείλετο σε δύο αρχές: το ενεργητικό και το δεκτικό, το ΕΝΑ και το ΔΥΟ, ή το κινητό ακίνητο. Υπήρχε και η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού, ο σκοπός του: το Αγαθό, επέκεινα της Ουσίας, ή η ενέργεια η οποία προηγείτο της δυνάμεως, ενώ η σχέση προηγείται του Ενός, η ενότης τής αιτίας της. Η ενότης της Ουσίας. Το Δύο ήταν η αυτογνωσία του Ενός ας πούμε. Ποτέ οι Αρχαίοι δεν ρώτησαν γιατί το Ένα; Διότι αμέσως καταργούσαν την ύπαρξή τους. Γιατί η σχέση όμως; αναρωτιέται ο Αυγουστίνος! Διότι η έρευνά του δεν ξεκίνησε από την ύπαρξή του, προστέθηκε σ’ αυτήν λόγω αμφιβολίας, για επιβεβαίωση. Στην περίπτωση δε του Αυγουστίνου, λόγω της αμαρτίας. Της προσωπικής αμαρτίας. Οι Αρχαίοι μεγάλοι φιλόσοφοι ξεκίνησαν λόγω του ψεύδους. Έτσι, ο Κύριος εξήγησε στους Αρχαίους Έλληνες γιατί το Ένα. Και το δέχθηκαν και δόξασαν την σοφία που τους εμπόδισε να εξηγήσουν το ανεξήγητο, γιατί το ΈναΟ Αυγουστίνος όμως διακατεχόταν από το πρόβλημα της αμαρτίας. Της προσωπικής αμαρτίας. ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. Έτσι προέβαλε την ετερότητα στις Αρχές. Μανιχαϊστικά οι δύο Αρχές δεν ήταν ΕΝΑ. Και αυτό το ‘Ένα δεν γεννούσε, δεν γινόταν. Αναγκάζοντάς τον να ενώσει με έναν τρίτο παράγοντα, έναν δεσμότα αιωνίως Έτερα και διαφορετικά. Αυτός δε ο τρίτος παράγων προσέφερε την αυτογνωσία στα Έτερα, Η Ενότης αντικαθρέφτιζε την Ουσία τουςΑργότερα στον Καντ έγιναν τα δύο a priori: ο χώρος και ο χρόνος που σχετίζονται και ενώνονται δια της γνώσεως. Το σημερινό πνεύμα. Ο θεσμός κυριάρχησε σιγά –σιγά στην ύπαρξη. Ο θεσμός του γάμου στην ύπαρξη. Ο θεσμός της ιεραρχίας στην επιστροφή στον Θεό, στην λύτρωση από την αμαρτία. Ο ΜΕΣΑΖΩΝ γίνεται ή ανακηρύσσεται σαν ΘΕΟΣ. Ο Αυγουστίνος ολοκληρώνει τον Μανιχαϊσμό δια της εφευρέσεως του υποκειμένου, το οποίο είναι μεσότης και αποστολή. Τα συστατικά τού σημερινού προσώπου. Ο Αυγουστίνος λοιπόν έθεσε σαν θεμέλιο της ζωής το ερώτημα: Γιατί το κακό; Ενώ οι Αρχαίοι είχαν ήδη προχωρήσει από αιώνες το ερώτημα, γιατί το Φως; Γιατί το Αγαθό; Σήμερα η Φαινομενολογία συνεχίζει τον Μανιχαϊσμό αυτόν της Δύσεως, διότι βρίσκει μέσα στα φαινόμενα το είδος, και το συγκεντρώνει σε ένα μεγάλο καλάθι, το οποίο αντικαθιστά ή αντιπροσωπεύει το Όλον. Έτσι ερμηνεύει η σχολή του Ζηζιούλα τους λόγους των όντων του Αγίου Μαξίμου, ο οποίος γίνεται ένας πρόδρομος του Χούσσερλ! Αυτό το καλάθι είναι η θέωση στον χρόνο και στην ιστορία. Η σημερινή συνείδηση. Η γνώση των πάντων. Εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε την γνώση του παντός. Ο Αυγουστίνος δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του για την αμαρτία του, και πέτυχε να τον συγχωρήσουν όλοι οι άλλοι].
Ο Αυγουστίνος κινείται στο Αριστοτελικό έδαφος των κατηγοριών σαν να ήταν αυτονόητες [και αυτόνομες]. Μοιράζεται επίσης και την μικρή αξία που αποδίδεται στην σχέση, αλλά την εγκαταλείπει στο μέτρο στο οποίο δεν επιθυμεί το Πνεύμα και ο Θεός να κατανοούνται σύμφωνα με το σχήμα υπόστρωμα/ιδιότης. Μ’ αυτόν τον τρόπο εισάγεται στο ενεργητικό πνεύμα μια διαφορά ανάμεσα στο υποκείμενο - ακίνητο φορέα και τις περιφερειακές δραστηριότητες. Το πνεύμα είναι η δραστηριότητά του και είναι οι σχέσεις του. Απορρίπτει λοιπόν την συνήθη εφαρμογή του πίνακα των κατηγοριών. Στην περίπτωση του πνεύματος παύει να ισχύει το χαρακτηριστικό όριο που ισχύει για τον Φυσικό κόσμο, όπως για παράδειγμα, ότι είναι αδύνατον τα χρώματα να μην είναι χρώματα ενός σώματος, ιδιαίτερου και ξεχωριστού. Οι πνευματικές πρόοδοι είναι τόσο προς εαυτόν όσο και προς άλλον, ενώ οι ποιότητες των αντικειμένων προσχωρούν και ενώνονται μόνο στο υποκείμενό τους (περί Τριάδος X10, 16).
Αυτό σημαίνει ότι ο Αυγουστίνος κατανοεί τον Θεό και το Πνεύμα σαν μια προσχώρηση ουσιώδη, σαν μια ουσιώδη αμοιβαιότητα: «μνήμη», νόηση και βούληση είναι μια ουσία, καθότι κάθε μια από αυτές είναι ουσία, και καθεμιά τους είναι ουσία καθότι στρέφεται πάντοτε και ουσιαστικώς σε κάθε μια από τις άλλες . Αγάπη και νόηση είναι μέσα στο πνεύμα όχι σαν μια ιδιότης σε σχέση με τον φορέα της. Είναι καθαυτές ουσιώδεις, και ουσιώδεις σ’ έναν άλλο. Ευρισκόμενες σε αμοιβαίο συνδυασμό, είναι ουσιώδεις. (Τριάδα IX,4, 5).
Μπορούμε να πούμε πως ο Αυγουστίνος διέκοψε την οντολογική κυριαρχία του κόσμου των πραγμάτων υπέρ μιας φιλοσοφίας της διυποκειμενικότητος; [Η αρχαία φιλοσοφία ερεύνησε και βίωσε την κυριαρχία του Νου και του λόγου. Η Ελληνιστική Στωϊκή φιλοσοφία μείωσε το αντικείμενο της στην πραγματικότητα].
Ο Αυγουστίνος δεν ασκεί κριτική στο αριστοτελικό δόγμα των κατηγοριών, αλλά  καθόρισε απλώς μια περίπτωση στην οποίαν αυτό δεν εφαρμόζεται. Παρ’ όλα αυτά το Τριαδικό του δόγμα γίνεται στα χέρια του ένα αντίβαρο απέναντι στην οντολογία των πραγμάτων (στην οντική μεταφυσική θα λέγαμε σήμερα). Καθορίζει τον βαθμό της πραγματικότητός της, ξεκινώντας περισσότερο από την εμπειρία της φιλίας, παρά από την αναπαράσταση των ξεχωριστών δεδομένων αντικειμένων (Στωϊκισμός). Τα θεία πρόσωπα είναι το ένα μέσα στο άλλο, αλλά δεν χάνουν μ’ αυτό το Είναι τους, αντιθέτως το πραγματοποιούν. Το ίδιο ισχύει για την αγάπη και την γνώση, τα οποία δεν είναι ξεχωριστά και αυτάρκη στοιχεία. Ο Αυγουστίνος προτείνει να σκεφθούμε την φιλία εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την αμοιβαία τους συσχέτιση: οι φίλοι είναι φίλοι σε σχέση με άλλους φίλους. Παρ’ όλα αυτά η φιλία στον Αυγουστίνο δεν προσφέρει κανένα διαφωτιστικό πλαίσιο της τόσο ιδιαίτερης αμοιβαιότητος της Τριάδος και της συνειδήσεως, Και πράγματι, οι φίλοι είναι άνθρωποι και σαν τέτοιοι είναι Ουσίες (Τριάδα IX, 4, 5).
Ο Αυγουστίνος μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι πού έφτασε η αναγνώριση της αμοιβαιότητος: αυτή ισχύει τόσο για τα τρία θεία πρόσωπα, όσο και για τις κύριες λειτουργίες του πνεύματός μας. Για τον Θεό και για το πνεύμα του ανθρώπου ο Αυγουστίνος καθορίζει – σε σχέση με το φυσιολογικό σχήμα των κατηγοριών – πως ένα πράγμα είναι μέσα σε ένα άλλο χωρίς να είναι γι’ αυτόν τον λόγο ένα συμβεβηκός (κάτι τυχαίο). Αλλά δεν λέει πως οι άνθρωποι είναι (υπάρχουν) μόνο στο μέτρο που είναι στον άλλον. Η αλληλεξάρτηση που τον ενδιαφέρει να φανερώσει δεν είναι των ανθρώπων, αλλά ανάμεσα στις τρείς βασικές λειτουργίες του πνεύματος. Από αυτή την άποψη ο όρος «διυποκειμενικότης» είναι χωρίς καμμία σημασία και δικαιολογείται μόνον στο μέτρο στο οποίο ο Αυγουστίνος αποκλείει το να περιορίζονται οι δραστηριότητες του πνεύματος στο υποκείμενό τους, που είναι ο φορέας τους, όπως συμβαίνει με τις φυσικές ιδιότητες, υπογραμμίζοντας την περίπτωση όπου οι πρώτες είναι δυνατόν να έχουν τις ίδιες, αλλά και το άλλο από τις ίδιες σαν αντικείμενο. Για να παραμείνουμε στο παράδειγμά μας, δεν δίδαξε πως ένας άνθρωπος θα γινόταν άνθρωπος κυρίως μέσω τών φίλων, σαν ένας άνθρωπος για τους άλλους ανθρώπους. Θα είχε (εξάλλου) απωθήσει αυτήν την ιδέα.
Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΟΣΩΝ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΕΣ" ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΔΕΝ ΑΦΗΝΟΥΝ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Η ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ.

Αμέθυστος

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

 ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Η έννοια της σχέσεως είναι ίσως το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεολογίας τού Αυγουστίνου. Η αποδοχή της έννοιας αυτής, στους στοχασμούς του, ανακηρύσσοντάς την σαν έναν καθοριστικό παράγοντα της Τριαδικής Θεολογίας, αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα του Επισκόπου της Ιππώνος. [Από εδώ προέρχεται και η έννοια του Κυρίου σαν μεσάζοντος. Διότι οι κατηγορίες του Αριστοτέλη, στις οποίες ανήκει η έννοια της σχέσεως, μεσολαβούν για την ενότητα του αισθητού, ώστε να εισαχθεί η ενότης αυτή στο νοητό και να αποκτήσει νόημα]. [Οι Καππαδόκες Πατέρες ασχολήθηκαν περιθωριακά μόνον με την έννοια της σχέσεως, ονομάζοντάς την το «πώς έχειν των υποστάσεων μεταξύ τους, πώς έχει η μία την άλλη». Θέλοντας νά τονίσουν τό ομοούσιο].[ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΕΚΛΕΨΕ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ] Οπωσδήποτε πριν από τον Αυγουστίνο είχε χρησιμοποιηθεί από τον Γρηγόριο Νανζιαζηνό (σχέσις) για να δηλώσει την ζωντανή Τριάδα στον Θεό (;), αλλά ο Αυγουστίνος την κατέστησε σε κέντρο ενός θεολογικού συστήματος και μ’ αυτό το νέο ένδυμα την εισήγαγε στην Δυτική Θεολογία.
Αντιθέτως η παραδοσιακή έννοια του προσώπου χρησιμοποιήθηκε από τον Αυγουστίνο με μεγάλη προσοχή, με εχεμύθεια, διότι προκληθείς από τους Σαβελλιανούς, έπρεπε να εξηγήσει την Τριάδα στον Θεό. [Δύο διαφορετικά πράγματα. Πρώτα υπάρχει ο Θεός, ο οποίος δεν εξηγείται, είναι άγνωστος, όπως ισχυρίσθηκε αργότερα ο Βαρλαάμ, και στην συνέχεια ο Τριαδικός τρόπος, οι σχέσεις. Υποτίθεται πως οι Ορθόδοξοι αναγκάστηκαν να βγάλουν έξω από το σχεσιακό πλέγμα την υπόσταση του Πατρός, και να την ταυτίσουν με τον Θεό για να μην διαθέτουν δύο θεούς, τον άγνωστο θεό και την Θεότητα των υποστάσεων ή προσώπων, τα οποία κοινωνούν τις σχέσεις τους, τις άκτιστες ενέργειες, στην κτίση. Αναγκάστηκαν όμως να αποδεχθούν ατιμωτικά έναν δεύτερο Θεό, τον Κύριο, και να δικαιολογήσουν την ήττα τους, με την οντολογία. Εδώ κοιμάται ο Ζηζιούλας].
Αυτή η εχεμύθεια ή η αποσιώπηση των προσώπων ωφείλετο επίσης, και ίσως κυρίως, σε γλωσσικές αιτίες. Ο Αυγουστίνος δικαιολογήθηκε παραπέμποντας στην σύγχρονή του χρήση λέξεων όπως υπόσταση, ουσία, πρόσωπο, οι οποίες ήταν πρακτικώς συνώνυμες (περί Τριάδος, VII, 6, 11). Γι’  αυτόν τον λόγο είχε αρνηθεί να μεταφράσει κατά γράμμα την διατύπωση των Καππαδοκών «μία ουσία, τρείς υποστάσεις» σαν «μία essentia(ύπαρξη), τρείς ουσίες» [και πάλι είναι διαφορετικό το νόημα], καθότι essentia και substantia (υπόσταση) ήταν γι’ αυτόν τελείως συνώνυμα. Ο Αυγουστίνος δεν δεχόταν εντελώς ούτε την έκφραση μερικών διακεκριμένων Λατίνων συγγραφέων, οι οποίοι αντιπαρέθεταν στην μοναδική ύπαρξη ή ουσία τα «τρία πρόσωπα» (Περί Τριάδος V, 9, 10). [Τί θα πεί «αντιπαρέθεταν»;]
Και πράγματι, παρότι ο Επίσκοπος της Ιππώνος προσπάθησε μερικές φορές να κατανοήσει το πρόσωπο παραπέμποντας στην έννοια της σχέσεως, στην προσπάθειά του να το ξεχωρίσει από εκείνη της ουσίας, αυτή η τελευταία συνέχιζε να καθορίζει την σημασία. Πραγματικά, εκκινώντας από την Ουσία κατανοεί το πρόσωπο με την σημασία της ενυπάρξεως, του υφίσταμαι (immanenz), και παρατηρεί ταυτοχρόνως πως η έννοια δεν εκφράζει την στιγμή της σχέσεως, η οποία είναι τόσο σημαντική γι’ αυτόν.
Επειδή λοιπόν για τον Αυγουστίνο η σχέση (δίπλα στην Φύση και την Ουσία) είναι η βασική κατηγορία της Τριαδικής Θεολογίας, οι επιφυλάξεις του απέναντι στην έννοια του προσώπου τού φαίνονται απολύτως δικαιολογημένες. Εάν την ανέχεται παρ’ όλα αυτά, οφείλεται μόνον στις γλωσσικές δυσκολίες που του παρουσιάζονται. «Εάν όμως αναρωτηθούμε τί πράγμα είναι αυτές οι τρείς οντότητες, τότε μας γίνεται κατανοητή η μεγάλη φτώχεια που περιορίζει την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι σφυρηλατήθηκε η διατύπωση “τρία πρόσωπα”, όχι τόσο για να εκφράσουμε την πραγματική κατάσταση, αλλά για να μην σιωπήσουμε» (περί Τριάδος, V, 9, 10).
Για να μιλήσουμε λοιπόν για την Τριάδα στον Θεό, ο Αυγουστίνος προτιμά την χρήση της έννοιας τής σχέσεως. Σύμφωνα με την κρίση τού  Seeberg, πρόκειται για την «πιο λεπτή γραμμή, την πιο τρυφερή που θα μπορούσε να ανακαλυφθεί, για να φανερωθούν, κατά κάποιο τρόπο, οι διαφορές που υπάρχουν στο θείο είναι, χωρίς να καταστραφεί η ενότης, με την χρήση δυσνόητων κατηγοριών».
Η επιχειρηματολογία του είναι η εξής: όταν ομιλούμε για την παντοδυναμία, την αγαθότητα και την τελειότητα του Θεού, εννοούμε την Τριάδα στην ενότητά της. Όταν όμως ομιλούμε για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, υιοθετούμε μιαν άλλη προοπτική: θέλουμε να πούμε πως τα τρία θεία ονόματα δεν δείχνουν κάτι άλλο (aliud), αλλά κάθε φορά κάποιον άλλον (alius) (Πολιτεία του Θεού,XI, 9, 10). Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε αμέσως, πως ο Αυγουστίνος δεν αναφέρεται σ’ αυτήν την οντολογική προοπτική σε ένα συμβεβηκός (τυχαίο), διότι μ’ αυτό θα υποδηλωνόταν ότι στον Θεό υπάρχει κάτι που αλλάζει. Ο Θεός αντιθέτως είναι από πάντοτε Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα και θα είναι πάντοτε. Σ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε ασταθές.
Ο Αυγουστίνος επέλεξε την έννοια της σχέσεως για δύο λόγους. Πρώτα απ’ όλα διότι, έτσι όπως κατενοήθη από αυτόν, αυτή η έννοια είναι κάτι αναλλοίωτο, δεν είναι συμβεβηκός (Τριάδα V, 5, 6), και κατά δεύτερον λόγο, ακριβώς διότι σε μια τέτοιαν έννοια παραπέμπουν τα Τριαδικά ονόματα του Πατρός και του Υιού: «Καθότι δεν είναι Πατήρ ή Υιός καθαυτοί, αλλά ο ένας είναι για τον άλλον» (Τριάδα V, 5, 6). [Παρότι ο Γρηγόριος Νανζιαζηνός προειδοποίησε πολύ νωρίς, να μην μεταφέρουμε στην Αγία Τριάδα τις οικογενειακές μας σχέσεις]. Αυτή η διπλή προοπτική, που επιτρέπει να διακρίνουμε στον Θεό τόσο την ουσία όσο και τις σχέσεις, καταλήγει στην διάσημη δήλωση, σύμφωνα με την οποία στον Θεό το παν είναι Ένα, «εκτός από αυτό που μπορεί να λεχθεί για κάθε πρόσωπο σε αναφορά προς τα άλλα» (Πολιτεία Θεού, XI, 9, 10).
Όπως σημειώσαμε ήδη, ο Αυγουστίνος κατόρθωσε να συλλάβει τα πρόσωπα τής Τριάδος σαν σχέσεις, βασιζόμενος αποκλειστικώς στις έννοιες σχέσεως που φανερώνουν τα ονόματα Πατήρ και Υιός. [Νάτο το Φιλιόκβε. Επειδή δεν μπορούμε να βρούμε σχέση πίσω από το όνομα, το καταργούμε. Καταλήγει η αγάπη του Πατρός και του Υιού]. Ο Πατήρ είναι τέτοιος μόνον αναφορικώς με τον Υιό και ο Υιός αντίστοιχα μόνον αναφορικώς με τον Πατέρα. Σ’ αυτή την σχέση το Άγιο Πνεύμα έχει σαν χαρακτηριστικό του ότι είναι αμοιβαίο δώρο του Πατρός και του Υιού, ο δεσμός της αγάπης που τους ενώνει (Τριάδα V, 15, 16). [Ούτε η σχέση είναι αρκετή λοιπόν. Χρειάζονται δεσμό ισχυρότερο για να ξεπεραστεί η ετερότης και η αναφορικότης. Δύο Θεοί λοιπόν, ο εξής ένας, η ενότης].
Η καταγωγή της θεολογικής του σκέψεως βρίσκεται χωρίς καμμία αμφιβολία στην διδασκαλία του Γρηγορίου Ναζιανζηνού (Τριάδα XV, 20, 38). [Η πηγή θα μπορούσε να είναι η ομιλία V. 29, του Αγίου Γρηγορίου]. Όσον αφορά όμως την φιλοσοφική πλευρά των σχέσεων, ο Αυγουστίνος, καθότι νεοπλατωνικός στοχαστής, δεν είχε καμμία δυσκολία να εννοήσει αυτές τις λεπτές διακρίσεις σαν αντικειμενικές πραγματικότητες και να τις ταυτίσει με τα πρόσωπα. Είναι απαραίτητο εξ άλλου να υπολογίσουμε τον νεοπλατωνισμό του Αυγουστίνου και όπου διακρίνεται κάποια Αριστοτελική επιρροή, στην διάκριση δηλαδή ανάμεσα στην ουσία και στο συμβεβηκός (τυχαίο). Είναι πολύ πιθανόν να γνώριζε αυτές τις αριστοτελικές κατηγορίες από την ανάγνωση της «Εισαγωγής» του νεοπλατωνικού Πορφύριου, μαθητού του Πλωτίνου (233 – 305 μ. Χ.)
Όμως ο Αυγουστίνος [σώζοντας την πίστη μας] δεν συλλαμβάνει την σχέση σαν ένα συμβεβηκός, ξεχωρίζοντας από τον Αριστοτέλη. Διότι διαλογιζόμενος την ενδοτριαδική ζωή, και για θεολογικούς λόγους λοιπόν, τις θεωρεί αιώνιες και αναλλοίωτες. Η θεολογική άποψη βιάζει την λογική δομή της έννοιας και την σχετικοποιεί στην σκιά του μυστηρίου.

Συνεχίζεται
Θα προσθέσουμε μερικά πράγματα περί σχέσεως, στην συνέχεια, από το κείμενο του Kurt Flash, αφιερωμένου στον Αυγουστίνο.

Συνεχίζεται

ΠΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΚΑΤΑΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΜΕΝΗ;

Αμέθυστος

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (8)

Συνέχεια από : Κυριακή 15  Σεπτεμβρίου 2024

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


Η εξέταση της Τριαδικής Θεολογίας του Αυγουστίνου και της Δυτικής Θεολογικής σκέψης με την οποία ντύθηκε, μας επέτρεψε να φανερώσουμε και να τονίσουμε την τυπική, στατική και οντολογική τοποθέτηση της, που την διακρίνει από την δυναμική εννοιολόγηση των Ελλήνων. Εάν από το ένα μέρος η δυτική παράδοση και η παράδοση του Αυγουστίνου προσφέρεται στον κίνδυνο του μονταλισμού (του τροπισμού), από το άλλο το Τριαδικό ελληνικό δόγμα εμπεριέχει τον ενυπάρχοντα πειρασμό της υποταγής. Αλλά για να συνθέσουμε τα χαρακτηριστικά του τριαδικού δόγματος του Αυγουστίνου, ας ξεκινήσουμε από αυτό που έχει κοινό με τον Αθανάσιο και τους Καππαδόκες.
Όπως οι Έλληνες έτσι και ο Αυγουστίνος αναπτύσσει την διδασκαλία του ξεκινώντας από την διδασκαλία της Εκκλησίας. Από αυτό το σημείο αναφοράς, που είναι ταυτοχρόνως και το μέτρο κρίσεως του έργου του, αντλεί την βεβαιότητά του για την αξία των διαφόρων προσπαθειών μεσολάβησης του συστήματος του. Γι’ αυτόν τον λόγο συμβουλεύει όσους δεν θα κατανοούσαν, ακούγοντας και διαβάζοντας τα γραπτά του, τις εξηγήσεις του, να πιστέψουν την Αγία Γραφή και την διδασκαλία της Εκκλησίας που είναι η εξήγησή της. (Τριάδα 27,49).
Οι καρποί των προσπαθειών θεολογικής κατανοήσεως υπόκεινται πάντοτε στην αυθεντία της πίστεως (auctoritas fidei)-1 Κορ 13,9….-Σύμφωνη δε μ’αυτή την τοποθέτηση είναι και η αναφορά του Αυγουστίνου στο σύμβολο της πίστεως της Νίκαιας, βάσει του οποίου βεβαιώνει, όπως και οι Ανατολικοί Πατέρες, πως το Άγιο Πνεύμα μοιράζεται την ταυτότητα στην ουσία με τον Πατέρα και το Υιό. Όπως οι Καππαδόκες, και ιδιαιτέρως εξίσου με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, έτσι και ο Επίσκοπος της Ιππώνος είναι ιδιαιτέρως συνειδητός του γεγονότος πως σε κάθε προσπάθεια γλωσσικής κατακτήσεως του μυστηρίου της Τριάδος τίθεται ένα ξεκάθαρο όριο, το οποίο και προσπαθεί να το υπερβεί στην Ευχαριστία και στην λατρεία. Και πράγματι, για τον Αυγουστίνο όπως και για πολλούς απ’ όσους είχαν προηγηθεί, η ομολογία της πίστεως και η γνώση βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους στην προσευχή και όχι στον στοχασμό, καθώς και η μια και η άλλη είναι ταγμένες στην Ευχαριστία. Κι αυτή η πρόοδος λαμβάνει χώρα στην απλότητα της πίστεως και στην ελπίδα ότι μπορούμε να γνωρίσουμε ολοκληρωτικώς και να δοξάσουμε τέλεια τον Τριαδικό Θεό, όταν θά ’χουμε φτάσει στο τέλος της υπάρξεώς μας.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη κοινή πλευρά: ο Αυγουστίνος υπερασπίζεται, όπως και οι Ανατολικοί Πατέρες, την Τριαδική ζωή σε δύο Θεολογικά μέτωπα, τόσο δηλ. εναντίον των όψιμων μορφών του Αρειανισμού, όσο και εναντίον του Σαβελλιανισμού, οι οποίοι αλληλοαναιρούνται γι’ αυτόν, καθότι είναι αντίθετος ο ένας στον άλλον. Του είναι ξεκάθαρο, πως ο δρόμος του βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα. Απαντά, όπως ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, στους Αρειανούς, παραπέμποντας στο διατριαδικό Είναι, στο οποίο και συμμετέχουν και τα τρία πρόσωπα χωρίς διαφορές αναβαθμού, και το οποίο κατέχει, λόγω τής απλότητός του, όλες τις θεϊκές ιδιότητες και όλες τις τελειότητες. Και είναι μ’ αυτήν την έννοια ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα αδιακρίτως ο Θεός.
Η οντολογική προοπτική επιτρέπει στον Επίσκοπο της Ιππώνος να βεβαιώσει, όπως προηγουμένως ο Αθανάσιος και οι Καππαδόκες, τον Θείο και ανθρώπινο χαρακτήρα της αποκαλυπτικής και σωτηριώδους πράξεως του Χριστού, στον ρόλο του μεσάζοντος, μαζί με την Θεότητα του πνεύματος που συμμετέχει σ’ αυτήν την πράξη. Και γι’ αυτό και έχει την δυνατότητα να βεβαιώσει για μία λύτρωση, η οποία είναι πραγματικώς τέτοια.
Σ’ αυτό το σημείο είναι όμως αναγκαίο να κρίνουμε την φιλοσοφική ενδοχώρα στην οποία στηρίχθηκε ο Αυγουστίνος για να αναπτύξει την Θεολογία του, ξεκινώντας από αυτό ακριβώς το σωτηριολογικό επιχείρημα. Και πράγματι, υφίσταται ο νεοπλατωνισμός μία σημαντική μετατροπή στο σύστημα του Αυγουστίνου, εκεί όπου προσπαθεί να μην συλλάβει το ΕΝΑ σαν μία ζωντανή και μόνον αυτοσυνειδησία, αλλά τελικώς σαν την αγάπη, η οποία πεθαίνει και κοινωνείται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού στον άνθρωπο. Ο ίδιος δε ο Αυγουστίνος έβλεπε σ’ αυτό ακριβώς το σημείο την μεγαλύτερη διαφορά που ξεχώριζε την διδασκαλία του από την φιλοσοφική θεολογία των συγχρόνων του.
Αυτό που χαρακτηρίζει την διαπραγμάτευση της οντολογικής ενότητος στον Θεό εκ μέρους του Αυγουστίνου, είναι το γεγονός πως η έννοια της ενδοτριαδικής μοναρχίας, εννοημένης σαν δεσμός ενότητος, και σαν κάτι που αναπτυσσόταν συνεχώς από την εποχή των γραπτών του Ωριγένη, περνά σε δεύτερη μοίρα. Η έννοια αυτή υπάρχει φυσικά και στα γραπτά του Αυγουστίνου, αλλά περιστασιακά. Συμβαίνει λοιπόν να ονομάζει τον Πατέρα «totius diunitatis», ολοκληρωτική ενότης, ή επίσης, νομίζοντας πως είναι και πιο σωστό, «deitatis principium», Αρχή της θεότητος (Τριάδα IV, 20, 29). Ο Πατήρ είναι για το Πνεύμα «Principium non de Principio», Αρχή όχι αρχής, διαφορετικά όμως απ’ ό,τι ο Υιός, ο οποίος είναι για το Πνεύμα «Principium de Prιncipio», Αρχή Αρχής. Είναι αναγκαίο επίσης να παρατηρήσουμε, πως η παραδοσιακή εννοιολόγηση των Ελλήνων επηρεάζει, παρότι χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από την διατριαδική μοναρχία, και την θεολογία του Αυγουστίνου, όταν η συζήτηση περί Τριάδος στρέφεται στην θεϊκή δυναμική μέσα στην ιστορία της σωτηρίας. Για την ενυπάρχουσα (immanent) εννοιολόγηση της Τριάδος υπήρξε αντιθέτως καθοριστική η οντολογική προοπτική, η οποία και είναι στενά συνδεδεμένη με το δόγμα των σχέσεων.
[Ενυπάρχουσα Τριάδα δεν υφίσταται, διότι όπως ξανασχολιάσαμε, η ενύπαρξη προϋποθέτει και την μετοχή της στο υπαρκτό. Είναι έννοια της Αρχαίας Φιλοσοφίας και σημαίνει την οντολογική μετοχή τού απορρέοντος στο ΕΝ ή στο ΟΝ, σαν Ενότητα. Η Τριάδα για την Ορθοδοξία είναι άκτιστη. Η θεολογία των σχέσεων αγνοεί τις άκτιστες ενέργειες. Όπως είναι οι “θεολογίες” του Ζηζιούλα και του Γιανναρά.]

Υπολογίζοντας σωστά αυτές τις παρατηρήσεις, είναι δυνατόν να συμπεράνουμε πως το Τριαδικό δόγμα του Αυγουστίνου, η immanent – ενυπάρχουσα Τριάδα, φαίνεται πιο συμπαγές καθαυτό από το γραμμικό;;; και δυναμικό σχήμα των Ελλήνων. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται σ’ αυτό το πλαίσιο (κύκλος, τρίγωνο), χαρακτηρίζουν επαρκώς την σύλληψη του Αυγουστίνου, αντιθέτοντάς την στην γραμμική σύλληψη των Ελλήνων[ΠΟΣΟ ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ;]. Η σύλληψή του αυτή τού επιτρέπει να υπογραμμίσει με μεγαλύτερη μάλιστα ισχύ την οντολογική ενότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Διευκολύνει δε επιπλέον, την κατανόηση της ιδιαιτερότητος της σχέσεως ανάμεσα στον Υιό και το Πνεύμα, το οποίο και εννοεί σαν την αμοιβαία αγάπη ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό. [Εάν το άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη του Πατρός και του Υιού, τότε ποια είναι η σχέση Υιού και Αγίου Πνεύματος; Εάν το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη, τότε ο Υιός τί είναι; Εάν εκπορεύει η αγάπη, ο Υιός χάνεται! Με τον ίδιον δε τρόπο δεν χάνεται και ο Πατήρ;]
Για τον Congar, το δόγμα των σχέσεων του Αυγουστίνου, στο οποίο χρησιμοποιεί τις σχέσεις για να διακρίνει τα πρόσωπα από την ουσία, χωρίς να τα χωρίζει όμως, είναι «απλό, ικανοποιητικό και μεγαλειώδες» ( Y. Congar, Der Heilige Geist, p.381). Συμπληρώνει όμως πως δεν ικανοποιεί τους Ορθοδόξους, στους οποίους και φαίνεται πως δεν υπογραμμίζεται μ’ αυτό καθόλου η μοναρχία του Πατρός, η περιχώρηση, και το γεγονός πως ο Πατήρ είναι η καταγωγή όλης της τριαδικής ζωής [η Ουσία του Πατρός, λέει ο Δαμασκηνός].
Εάν είναι, από το ένα μέρος, αυτό το δόγμα το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της Τριαδικής σκέψεως του Αυγουστίνου, έχει από το άλλο μέρος το δόγμα των σχέσεων μια βαρύνουσα σημασία και για την κατανόηση της ιστορίας της σωτηρίας. Η κοινωνία της Ενδοτριαδικής ζωής ενεργεί και προς τα έξω, στην κτίση, και ιδιαιτέρως στον άνθρωπο, μέσω τής ιστορίας της λυτρώσεως και του αγιασμού του ξεχωριστού πιστού. Και είναι επιπλέον τελείως αδύνατον να κατανοήσουμε τί πράγμα είναι η Εκκλησία, εάν δεν έχει γίνει κατανοητός προηγουμένως αυτός ο δεσμός ανάμεσα στην Αγία Τριάδα και τον κόσμο. Ο σκοπός τον οποίον επιδιώκει με όλες της τις ενέργειες η Τριάδα, είναι η επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό.
Θα μπορούσαμε να βρούμε σ’ αυτήν την τελευταία δήλωση μιαν αντήχηση της νεοπλατωνικής ιδέας της επιστροφής των πολλών στο Ένα, αλλά στον Αυγουστίνο η έννοια αυτής της οδού της επιστροφής είναι καθαρά επηρεασμένη από την παύλειο θεολογία της θεϊκής κενώσεως. Και επιπλέον, η επιστροφή στον Θεό μπορεί να συμβεί μόνον μέσα στο πλαίσιο της Εκκλησίας, η οποία και κατέχει το Άγιο Πνεύμα.
Για τον Αυγουστίνο, δεν είναι δυνατόν να εξαφανίσουμε την πολικότητα ανάμεσα στον ξεχωριστό πιστό και την Εκκλησία, διότι η Χριστιανική πίστη ενσαρκώνεται στον ζωντανό περίγυρο της Εκκλησίας, η οποία και είναι η πιο πραγματική μορφή εκφράσεως.
Δύσκολα χρησίμευσε πάντως μια έννοια της πατριστικής θεολογίας, μετά την σύνοδο της Νίκαιας, όπως εκείνη των σχέσεων του Αυγουστίνου, στο να σκεφτούμε τον ρόλο της τριαδικής πίστεως στην θρησκευτική ύπαρξη του κάθε ξεχωριστού πιστού αλλά και στην κοινότητα ολοκλήρου της Εκκλησίας.
[Διότι διέφθειρε την ζωή της προσευχής, τον ησυχασμό!] 

Τέλος

Αμέθυστος

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (7)

 
 ΤΡΙΑΔΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Ας δούμε στην συνέχεια, μετά τον υπολογισμό της συνεπούς χρήσεως της έννοιας της σχέσεως, ένα άλλο χαρακτηριστικό της θεολογικής αυγουστινιανής σκέψεως. Την τριαδική ψυχολογική θεολογία, όπως ορίσθηκε από τον Schmans.

Για να επεξεργαστεί το δόγμα των τριαδικών αιωνίων σχέσεων και με επιχειρήματα που δεν θα ήταν αποκλειστικά φιλοσοφικά, και για να θυμίσει στον αναγνώστη την δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού, ο Αυγουστίνος χρησιμοποίησε μερικές αναλογίες που συνήγαγε από την ανθρώπινη εμπειρία, δηλαδή από όλα όσα του θύμιζαν μια τριαδική δομή στην πνευματική ζωή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, προικισμένος με νόηση και εσωτερικότητα, είναι πράγματι η πιο αυθεντική εικόνα του Θεού σαν μονάδος εν Τριάδι στην δημιουργία. [Η απόλυτη, θεϊκή προχειρότης, που έγινε στην συνέχεια, το θεμέλιο της Δύσεως].

Οι απολογητές είχαν ήδη μιλήσει για τον ενδιάθετο λόγο και για τον προφητικό λόγο, στηριζόμενοι στην ανθρωπολογία των Στωϊκών. Αυτό λοιπόν το ανθρωπολογικό πλησίασμα στην ενδοτριαδική ζωή εμβάθυνε αποτελεσματικά ο Αυγουστίνος στις σκέψεις του για την Τριάδα, οι οποίες μάλιστα στην συνέχεια θα αναπτυχθούν περαιτέρω από την μεσαιωνική Τριαδική Θεολογία. Η χρήση μιας τριαδικής δομής της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου σαν αναλογία της Τριάδος συναντάται ήδη στις Εξομολογήσεις (Εξομολ. XIII, 11,12). Πρόκειται για την Τριάδα «είναι – αναγνωρίζειν – θέλειν»: «Εγώ πράγματι είμαι, γνωρίζω και θέλω. Είμαι προικισμένος με γνώση και βούληση, γνωρίζω ότι είμαι και ότι θέλω και επιθυμώ να είμαι και να γνωρίζω».

Ο Αυγουστίνος προσκαλεί τον αναγνώστη να συλλάβει ταυτόχρονα την απόλυτη ενότητα που αναπαρίσταται από αυτές τις λειτουργίες, και την διαφορετικότητα της καθεμιάς στο εσωτερικό της σχέσεως που υφίσταται ανάμεσά τους. Δεν ξεχνά όμως να υπενθυμίζει πόσο περιορισμένο είναι αυτό το μέσον πειθούς. Δεν πρέπει κανείς να έχει την ψευδαίσθηση πως συνέλαβε το αναλλοίωτο, «το οποίο είναι αναλλοίωτα, αναλλοίωτα γνωρίζει και αναλλοίωτα θέλει», και γι’ αυτό είναι ανώτερο από κάθε ομοιότητα που μπορεί να συλλάβει η ανθρώπινη νόηση.

Στο περί Τριάδος οι αναλογίες διατυπώνονται ακόμη πιο καθαρά, ξεκινώντας από την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Βρίσκονται λοιπόν οι τριάδες: «μνήμη – νόηση – βούληση», και «νους – πληροφορία – αγάπη». Γι’ αυτήν την τελευταία δηλώνει: «Υπάρχει μια εικόνα η οποία κατά κάποιο τρόπο θυμίζει την Τριάδα: η νόηση και η έννοιά της, αυτή έχει γεννηθεί από εκείνη (proles) και η είναι ο λόγος της, και τρίτον υπάρχει η αγάπη. Αυτά τα τρία πράγματα είναι ενωμένα και σχηματίζουν μια μοναδική Ουσία» (περί Τριάδος IX, 12, 18). Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως υπάρχει η προειδοποίηση για τα όρια των εικόνων αυτών (Τριάδα, XV, 80, 39). Με αυτά τα πράγματα διαρθρώνεται, όπως στις Εξομολογήσεις, η σκέψη πως η πρόοδος, σύμφωνα με την οποία εκτυλίσσεται η διανοητική μας ζωή, συνίσταται από τρία διαφορετικά στοιχεία τα οποία καθορίζονται αμοιβαίως, και ταυτοχρόνως σχηματίζουν μιαν ενότητα στην μοναδική της Ουσία.

Αυτές οι τριάδες χρειάζονται στον συγγραφέα για να δείξει δύο πλευρές, μια τυπική και μια θεματική ακριβώς, του υποκειμένου που διαπραγματεύεται. Στην πρώτη περίπτωση τού χρησιμεύουν για να δείξει μερικές μορφές οντολογικής ενότητος, οι οποίες συνίστανται από διαφορετικά στοιχεία που δεν εναλλάσσονται μεταξύ τους, και καθορίζονται αλληλοδιαδόχως. Στην βάση αυτών των αναλογιών υπάρχει ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δυτικής σκέψεως: η ερώτηση πάνω στην δυνατότητα να συλληφθεί και να κατανοηθεί κάτι το οποίο είναι ταυτοχρόνως ένα και τρία.

Οι αναλογίες δεν οφείλονται όμως μόνον σ’ αυτή την τυπική πλευρά, τόσο τυπικά δυτική, αλλά θεματικά γεννήθηκαν από την πίστη στην Τριάδα (του Πλωτίνου). Αυτό προκύπτει καθαρά, ιδιαιτέρως εάν υπολογίσουμε την τριάδα «νους – γνώση – αγάπη» (mens – notitia – amor). Ο Αυγουστίνος προσπάθησε να ορίσει την γνώση (notitia) σαν γεννητό (proles) ή λόγο (verbum), ενώ το τρίτο στοιχείο, amor, συλλαμβάνεται ξεκάθαρα στο βάθος της πίστεως στο Άγιο Πνεύμα. Από αυτά τα παραδείγματα μπορούμε να συμπεράνουμε πως η θεολογική έρευνα του Αυγουστίνου, όσον αφορά στους στοχασμούς του για την Τριάδα, δεν πορεύεται αναγωγικά, αναφορικά, αλλά καταγωγικά: ο Αυγουστίνος ψάχνει στην κτίση, στο φως της τριαδικής του πίστεως, σε ίχνη τα οποία θα μπορούσαν να ζωοποιηθούν στο πλαίσιο της εμπειρίας και της γνώσεως [ανεξαρτήτως τής εν Χριστώ εμπειρίας και γνώσεως της Αγιότητος, παρακάμπτοντας την Αγιότητα, εναλλακτικά, διανοητικά], την ομολογία της πίστεώς του στον Θεό [όχι στον Χριστό, δεν είναι το ίδιο]. Συνοδεύοντας αυτήν του την έρευνα με την προσευχή και με τις συναφείς προσπάθειες συνέπειας στην ηθική ζωή [καλός άνθρωπος], προτίθεται να δει στον καθρέφτη της νοήσεώς του ό,τι πιστεύει ακλόνητα στην πίστη του.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (6)

Συνέχεια από :  Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ Της ΙΠΠΩΝΟΣ

Kurt Flash
Η Τριάδα: Επανεκτίμηση της κατηγορίας της σχέσεως.

Ο Αριστοτέλης καθιέρωσε το δόγμα των κατηγοριών στην Ευρώπη ακόμη και μετά τον Καντ, και πολύ συχνά ακόμη και για στοχαστές οι οποίοι ανήκουν στην στοχαστική ευθύνη του Πλάτωνος, όπως για παράδειγμα ο Αυγουστίνος. Το δόγμα των κατηγοριών του Αριστοτέλη αφορά στα ξεχωριστά πράγματα που αναπαρίστανται και διακρίνει: το υποκείμενο φορέα και την αποκτημένη ιδιότητα, ουσία και τά συμβεβηκότα. Η σχέση, που υφίσταται με κάτι άλλο, είναι λοιπόν σχεδόν εφήμερη. Η πράξη διακρίνεται από την Ουσία, η οποία είναι ενεργητική.
Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, τα θεία πρόσωπα είναι ίσα σε όλα. Είναι θεία ουσία παντελώς, εκτός από την πλευρά της αμοιβαιότητος τού συσχετισμού τους. Οι διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα δεν μπορούν να προέλθουν από την θεία ουσία, δεδομένου ότι αυτή την διαθέτουν από κοινού. Αλλά ούτε από τα συμβεβηκότα (συμβάντα), διότι στον Θεό δεν υπάρχουν ιδιότητες πρόσθετες, δευτερεύουσες. Οι διαφορές προέρχονται (λοιπόν…) από τις σχέσεις – να είναι Πατήρ, να είναι Υιός, να εξέρχεται, να προοδεύει και από τον Πατέρα και από τον Υιό – πράγματα που στον Θεό δεν είναι Ιδιότητες αλλά Ουσία. (περί ΤριάδοςV, 5, 6). [Προηγείται λοιπόν η σχέση τής Ουσίας. Η σχέση είναι η αιτιώδης αρχή, η οντολογική αρχή. Στους αρχαίους η ύπαρξη του νοητού ωφείλετο σε δύο αρχές: το ενεργητικό και το δεκτικό, το ΕΝΑ και το ΔΥΟ, ή το κινητό ακίνητο. Υπήρχε και η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού, ο σκοπός του: το Αγαθό, επέκεινα της Ουσίας, ή η ενέργεια η οποία προηγείτο της δυνάμεως, ενώ η σχέση προηγείται του Ενός, η ενότης τής αιτίας της. Η ενότης της Ουσίας. Το Δύο ήταν η αυτογνωσία του Ενός ας πούμε. Ποτέ οι Αρχαίοι δεν ρώτησαν γιατί το Ένα; Διότι αμέσως καταργούσαν την ύπαρξή τους. Γιατί η σχέση όμως; αναρωτιέται ο Αυγουστίνος! Διότι η έρευνά του δεν ξεκίνησε από την ύπαρξή του, προστέθηκε σ’ αυτήν λόγω αμφιβολίας, για επιβεβαίωση. Στην περίπτωση δε του Αυγουστίνου, λόγω της αμαρτίας. Της προσωπικής αμαρτίας. Οι Αρχαίοι μεγάλοι φιλόσοφοι ξεκίνησαν λόγω του ψεύδους. Έτσι, ο Κύριος εξήγησε στους Αρχαίους Έλληνες γιατί το Ένα. Και το δέχθηκαν και δόξασαν την σοφία που τους εμπόδισε να εξηγήσουν το ανεξήγητο, γιατί το Ένα. Ο Αυγουστίνος όμως διακατεχόταν από το πρόβλημα της αμαρτίας. Της προσωπικής αμαρτίας. ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. Έτσι προέβαλε την ετερότητα στις Αρχές. Μανιχαϊστικά οι δύο Αρχές δεν ήταν ΕΝΑ. Και αυτό το ‘Ένα δεν γεννούσε, δεν γινόταν. Αναγκάζοντάς τον να ενώσει με έναν τρίτο παράγοντα, έναν δεσμό, τα αιωνίως Έτερα και διαφορετικά. Αυτός δε ο τρίτος παράγων προσέφερε την αυτογνωσία στα Έτερα, Η Ενότης αντικαθρέφτιζε την Ουσία τους. Αργότερα στον Καντ έγιναν τα δύο a priori: ο χώρος και ο χρόνος που σχετίζονται και ενώνονται δια της γνώσεως. Το σημερινό πνεύμα. Ο θεσμός κυριάρχησε σιγά –σιγά στην ύπαρξη. Ο θεσμός του γάμου στην ύπαρξη. Ο θεσμός της ιεραρχίας στην επιστροφή στον Θεό, στην λύτρωση από την αμαρτία. Ο ΜΕΣΑΖΩΝ γίνεται ή ανακηρύσσεται σαν ΘΕΟΣ. Ο Αυγουστίνος ολοκληρώνει τον Μανιχαϊσμό δια της εφευρέσεως του υποκειμένου, το οποίο είναι μεσότης και αποστολή. Τα συστατικά τού σημερινού προσώπου. Ο Αυγουστίνος λοιπόν έθεσε σαν θεμέλιο της ζωής το ερώτημα: Γιατί το κακό; Ενώ οι Αρχαίοι είχαν ήδη προχωρήσει από αιώνες το ερώτημα, γιατί το Φως; Γιατί το Αγαθό; Σήμερα η Φαινομενολογία συνεχίζει τον Μανιχαϊσμό αυτόν της Δύσεως, διότι βρίσκει μέσα στα φαινόμενα το είδος, και το συγκεντρώνει σε ένα μεγάλο καλάθι, το οποίο αντικαθιστά ή αντιπροσωπεύει το Όλον. Έτσι ερμηνεύει η σχολή του Ζηζιούλα τους λόγους των όντων του Αγίου Μαξίμου, ο οποίος γίνεται ένας πρόδρομος του Χούσσερλ! Αυτό το καλάθι είναι η θέωση στον χρόνο και στην ιστορία. Η σημερινή συνείδηση. Η γνώση των πάντων. Εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε την γνώση του παντός. Ο Αυγουστίνος δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του για την αμαρτία του, και πέτυχε να τον συγχωρήσουν όλοι οι άλλοι].
Ο Αυγουστίνος κινείται στο Αριστοτελικό έδαφος των κατηγοριών σαν να ήταν αυτονόητες [και αυτόνομες]. Μοιράζεται επίσης και την μικρή αξία που αποδίδεται στην σχέση, αλλά την εγκαταλείπει στο μέτρο στο οποίο δεν επιθυμεί το Πνεύμα και ο Θεός να κατανοούνται σύμφωνα με το σχήμα υπόστρωμα/ιδιότης. Μ’ αυτόν τον τρόπο εισάγεται στο ενεργητικό πνεύμα μια διαφορά ανάμεσα στο υποκείμενο - ακίνητο φορέα και τις περιφερειακές δραστηριότητες. Το πνεύμα είναι η δραστηριότητά του και είναι οι σχέσεις του. Απορρίπτει λοιπόν την συνήθη εφαρμογή του πίνακα των κατηγοριών. Στην περίπτωση του πνεύματος παύει να ισχύει το χαρακτηριστικό όριο που ισχύει για τον Φυσικό κόσμο, όπως για παράδειγμα, ότι είναι αδύνατον τα χρώματα να μην είναι χρώματα ενός σώματος, ιδιαίτερου και ξεχωριστού. Οι πνευματικές πρόοδοι είναι τόσο προς εαυτόν όσο και προς άλλον, ενώ οι ποιότητες των αντικειμένων προσχωρούν και ενώνονται μόνο στο υποκείμενό τους (περί Τριάδος X10, 16).
Αυτό σημαίνει ότι ο Αυγουστίνος κατανοεί τον Θεό και το Πνεύμα σαν μια προσχώρηση ουσιώδη, σαν μια ουσιώδη αμοιβαιότητα: «μνήμη», νόηση και βούληση είναι μια ουσία, καθότι κάθε μια από αυτές είναι ουσία, και καθεμιά τους είναι ουσία καθότι στρέφεται πάντοτε και ουσιαστικώς σε κάθε μια από τις άλλες . Αγάπη και νόηση είναι μέσα στο πνεύμα όχι σαν μια ιδιότης σε σχέση με τον φορέα της. Είναι καθαυτές ουσιώδεις, και ουσιώδεις σ’ έναν άλλο. Ευρισκόμενες σε αμοιβαίο συνδυασμό, είναι ουσιώδεις. (Τριάδα IX,4, 5).
Μπορούμε να πούμε πως ο Αυγουστίνος διέκοψε την οντολογική κυριαρχία του κόσμου των πραγμάτων υπέρ μιας φιλοσοφίας της διυποκειμενικότητος; [Η αρχαία φιλοσοφία ερεύνησε και βίωσε την κυριαρχία του Νου και του λόγου. Η Ελληνιστική Στωϊκή φιλοσοφία μείωσε το αντικείμενο της στην πραγματικότητα].
Ο Αυγουστίνος δεν ασκεί κριτική στο αριστοτελικό δόγμα των κατηγοριών, αλλά καθόρισε απλώς μια περίπτωση στην οποίαν αυτό δεν εφαρμόζεται. Παρ’ όλα αυτά το Τριαδικό του δόγμα γίνεται στα χέρια του ένα αντίβαρο απέναντι στην οντολογία των πραγμάτων (στην οντική μεταφυσική θα λέγαμε σήμερα). Καθορίζει τον βαθμό της πραγματικότητός της, ξεκινώντας περισσότεροαπό την εμπειρία της φιλίας, παρά από την αναπαράσταση των ξεχωριστών δεδομένων αντικειμένων (Στωϊκισμός). Τα θεία πρόσωπα είναι το ένα μέσα στο άλλο, αλλά δεν χάνουν μ’ αυτό το Είναι τους, αντιθέτως το πραγματοποιούν. Το ίδιο ισχύει για την αγάπη και την γνώση, τα οποία δεν είναι ξεχωριστά και αυτάρκη στοιχεία. Ο Αυγουστίνος προτείνει να σκεφθούμε την φιλία εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την αμοιβαία τους συσχέτιση: οι φίλοι είναι φίλοι σε σχέση με άλλους φίλους. Παρ’ όλα αυτά η φιλία στον Αυγουστίνο δεν προσφέρει κανένα διαφωτιστικό πλαίσιο της τόσο ιδιαίτερης αμοιβαιότητος της Τριάδος και της συνειδήσεως, Και πράγματι, οι φίλοι είναι άνθρωποι και σαν τέτοιοι είναι Ουσίες (Τριάδα IX, 4, 5).
Ο Αυγουστίνος μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο μέχρι πού έφτασε η αναγνώριση της αμοιβαιότητος: αυτή ισχύει τόσο για τα τρία θεία πρόσωπα, όσο και για τις κύριες λειτουργίες του πνεύματός μας. Για τον Θεό και για το πνεύμα του ανθρώπου ο Αυγουστίνος καθορίζει – σε σχέση με το φυσιολογικό σχήμα των κατηγοριών – πως ένα πράγμα είναι μέσα σε ένα άλλο χωρίς να είναι γι’ αυτόν τον λόγο ένα συμβεβηκός (κάτι τυχαίο). Αλλά δεν λέει πως οι άνθρωποι είναι (υπάρχουν) μόνο στο μέτρο που είναι στον άλλον. Η αλληλεξάρτηση που τον ενδιαφέρει να φανερώσει δεν είναι των ανθρώπων, αλλά ανάμεσα στις τρείς βασικές λειτουργίες του πνεύματος. Από αυτή την άποψη ο όρος «διυποκειμενικότης» είναι χωρίς καμμία σημασία και δικαιολογείται μόνον στο μέτρο στο οποίο ο Αυγουστίνος αποκλείει το να περιορίζονται οι δραστηριότητες του πνεύματος στο υποκείμενό τους, που είναι ο φορέας τους, όπως συμβαίνει με τις φυσικές ιδιότητες, υπογραμμίζοντας την περίπτωση όπου οι πρώτες είναι δυνατόν να έχουν τις ίδιες, αλλά και το άλλο από τις ίδιες σαν αντικείμενο. Για να παραμείνουμε στο παράδειγμά μας, δεν δίδαξε πως ένας άνθρωπος θα γινόταν άνθρωπος κυρίως μέσω τών φίλων, σαν ένας άνθρωπος για τους άλλους ανθρώπους. Θα είχε (εξάλλου) απωθήσει αυτήν την ιδέα.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (5)

Συνέχεια από : Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Η έννοια της σχέσεως είναι ίσως το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεολογίας του Αυγουστίνου. Η αποδοχή της έννοιας αυτής, στους στοχασμούς του, ανακηρύσσοντάς την σαν έναν καθοριστικό παράγοντα της Τριαδικής Θεολογίας, αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα του Επισκόπου της Ιππώνος. [Από εδώ προέρχεται και η έννοια του Κυρίου σαν μεσάζοντος. Διότι οι κατηγορίες του Αριστοτέλη, στις οποίες ανήκει η έννοια της σχέσεως, μεσολαβούν για την ενότητα του αισθητού, ώστε να εισαχθεί η ενότης αυτή στο νοητό και να αποκτήσει νόημα]. [Οι Καππαδόκες Πατέρες ασχολήθηκαν περιθωριακά μόνον με την έννοια της σχέσεως, ονομάζοντάς την το «πώς έχειν των υποστάσεων μεταξύ τους, πώς έχει η μία την άλλη»]. Οπωσδήποτε πριν από τον Αυγουστίνο είχε χρησιμοποιηθεί από τον Γρηγόριο Νανζιαζηνό (σχέσις)για να δηλώσει την ζωντανή Τριάδα στον Θεό (;), αλλά ο Αυγουστίνος την κατέστησε σε κέντρο ενός θεολογικού συστήματος και μ’ αυτό το νέο ένδυμα την εισήγαγε στην Δυτική Θεολογία.

[Φτάνουμε τώρα στο σημαντικότερο κείμενο, το οποίο απαντά και στο κατεξοχήν επιχείρημά τους, “Λόγος ΚΘ, 16, 9”: «Η ονομασία Πατήρ δεν είναι χαρακτηρισμός ούτε της ουσίας, ούτε της ενεργείας, αλλά σημαίνει την σχέσιν του Πατρός προς τον Υιόν ή του Υιού προς τον Πατέρα,τό ομοούσιο, τήν περιχώρηση. Όπως δηλ. εις ημάς τους ανθρώπους αι ονομασίαι αύται φανερώνουν την γνησιότητα και την ομοιότητα φύσεως μεταξύ γεννήτορος και γεννηθέντος». Βλέπουμε ξεκάθαρα και εδώ πως είναι αδύνατο να βρεθούν όροι και καταστάσεις στη ζωή μας που να μπορούν να περιγράψουν την Αγία Τριάδα. Ακόμη και η Σχέση, το πώς έχει, σημαίνει ομοφυίαν, ισοτιμίαν.Τό ομοούσιον. Κατι τό οποίο δέν υπάρχει στην ανθρωπότητα. Δέν είναι ομοούσιος ο Πατήρ μέ τόν Υιό.Ισχύει μόνο στά ζώα τά οποία δέν έχουν ψυχή καί νού, τά οποία δίνει ο Κύριος στά νεογέννητα πού διαθέτουν υποδοχέα(Γρ. ΝΎΣΣΗΣ, ΑΡΈΘΑΣ) ώστε νά κυβερνάται τό νέο όν. Δεν σημαίνουν πώς Είναι, όπως ψευδώς προσπαθούν να μας πείσουν οι θεολόγοι μας. Το πρόσωπον δεν σημαίνει πώς Είναι, αλλά πώς έχει το ένα προς το άλλο! ]

Αντιθέτως η παραδοσιακή έννοια του προσώπου χρησιμοποιήθηκε από τον Αυγουστίνο με μεγάλη προσοχή, με εχεμύθεια, διότι προκληθείς από τους Σαβελλιανούς, έπρεπε να εξηγήσει την Τριάδα στον Θεό. [Δύο διαφορετικά πράγματα. Πρώτα υπάρχει ο Θεός, ο οποίος δεν εξηγείται, είναι άγνωστος, όπως ισχυρίσθηκε αργότερα ο Βαρλαάμ, και στην συνέχεια ο Τριαδικός τρόπος, οι σχέσεις. Υποτίθεται πως οι Ορθόδοξοι αναγκάστηκαν να βγάλουν έξω από το σχεσιακό πλέγμα την υπόσταση του Πατρός, και να την ταυτίσουν με τον Θεό για να μην διαθέτουν δύο θεούς, τον άγνωστο θεό και την Θεότητα των υποστάσεων ή προσώπων, τα οποία κοινωνούν τις σχέσεις τους, τις άκτιστες ενέργειες, στην κτίση. Αναγκάστηκαν όμως να αποδεχθούν ατιμωτικά έναν δεύτερο Θεό, τον Κύριο, και να δικαιολογήσουν την ήττα τους, με την οντολογία. Εδώ κοιμάται ο Ζηζιούλας].
Αυτή η εχεμύθεια ή η αποσιώπηση των προσώπων ωφείλετο επίσης, και ίσως κυρίως, σε γλωσσικές αιτίες. Ο Αυγουστίνος δικαιολογήθηκε παραπέμποντας στην σύγχρονή του χρήση λέξεων όπως υπόσταση, ουσία, πρόσωπο, οι οποίες ήταν πρακτικώς συνώνυμες (περί Τριάδος, VII, 6, 11). Γι’ αυτόν τον λόγο είχε αρνηθεί να μεταφράσει κατά γράμμα την διατύπωση των Καππαδοκών «μία ουσία, τρείς υποστάσεις» σαν «μία essentia (ύπαρξη), τρείς ουσίες» [και πάλι είναι διαφορετικό το νόημα], καθότι essentia και substantia (υπόσταση) ήταν γι’ αυτόν τελείως συνώνυμα. Ο Αυγουστίνος δεν δεχόταν εντελώς ούτε την έκφραση μερικών διακεκριμένων Λατίνων συγγραφέων, οι οποίοι αντιπαρέθεταν στην μοναδική ύπαρξη ή ουσία τα «τρία πρόσωπα» (Περί Τριάδος V, 9, 10). [Τί θα πεί «αντιπαρέθεταν»;]
Και πράγματι, παρότι ο Επίσκοπος της Ιππώνος προσπάθησε μερικές φορές να κατανοήσει το πρόσωπο παραπέμποντας στην έννοια της σχέσεως, στην προσπάθειά του να το ξεχωρίσει από εκείνη της ουσίας, αυτή η τελευταία συνέχιζε να καθορίζει την σημασία. Πραγματικά, εκκινώντας από την Ουσία κατανοεί το πρόσωπο με την σημασία της ενυπάρξεως, του υφίσταμαι (immanenz), και παρατηρεί ταυτοχρόνως πως η έννοια δεν εκφράζει την στιγμή της σχέσεως, η οποία είναι τόσο σημαντική γι’ αυτόν.
Επειδή λοιπόν για τον Αυγουστίνο η σχέση (δίπλα στην Φύση και την Ουσία) είναι η βασική κατηγορία της Τριαδικής Θεολογίας, οι επιφυλάξεις του απέναντι στην έννοια του προσώπου τού φαίνονται απολύτως δικαιολογημένες. Εάν την ανέχεται παρ’ όλα αυτά, οφείλεται μόνον στις γλωσσικές δυσκολίες που του παρουσιάζονται. «Εάν όμως αναρωτηθούμε τί πράγμα είναι αυτές οι τρείς οντότητες, τότε μας γίνεται κατανοητή η μεγάλη φτώχεια που περιορίζει την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι σφυρηλατήθηκε η διατύπωση “τρία πρόσωπα”, όχι τόσο για να εκφράσουμε την πραγματική κατάσταση, αλλά για να μην σιωπήσουμε» (περί Τριάδος, V, 9, 10).
Για να μιλήσουμε λοιπόν για την Τριάδα στον Θεό, ο Αυγουστίνος προτιμά την χρήση της έννοιας της σχέσεως. Σύμφωνα με την κρίση του Seeberg, πρόκειται για την «πιο λεπτή γραμμή, την πιο τρυφερή που θα μπορούσε να ανακαλυφθεί, για να φανερωθούν, κατά κάποιο τρόπο, οι διαφορές που υπάρχουν στο θείο είναι, χωρίς να καταστραφεί η ενότης, με την χρήση δυσνόητων κατηγοριών».
Η επιχειρηματολογία του είναι η εξής: όταν ομιλούμε για την παντοδυναμία, την αγαθότητα και την τελειότητα του Θεού, εννοούμε την Τριάδα στην ενότητά της. Όταν όμως ομιλούμε για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, υιοθετούμε μιαν άλλη προοπτική: θέλουμε να πούμε πως τα τρία θεία ονόματα δεν δείχνουν κάτι άλλο (aliud), αλλά κάθε φορά κάποιον άλλοn (alius) (Πολιτεία του Θεού, XI, 9, 10). Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε αμέσως, πως ο Αυγουστίνος δεν αναφέρεται σ’ αυτήν την οντολογική προοπτική σε ένα συμβεβηκός (τυχαίο), διότι μ’ αυτό θα υποδηλωνόταν ότι στον Θεό υπάρχει κάτι που αλλάζει. Ο Θεός αντιθέτως είναι από πάντοτε Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα και θα είναι πάντοτε. Σ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε ασταθές.
Ο Αυγουστίνος επέλεξε την έννοια της σχέσεως για δύο λόγους. Πρώτα απ’ όλα διότι, έτσι όπως κατενοήθη από αυτόν, αυτή η έννοια είναι κάτι αναλλοίωτο, δεν είναι συμβεβηκός (Τριάδα V, 5, 6), και κατά δεύτερον λόγο, ακριβώς διότι σε μια τέτοιαν έννοια παραπέμπουν τα Τριαδικά ονόματα του Πατρός και του Υιού: «Καθότι δεν είναι Πατήρ ή Υιός καθαυτοί, αλλά ο ένας είναι για τον άλλον» (Τριάδα V, 5, 6). [Παρότι ο Γρηγόριος Νανζιαζηνός προειδοποίησε πολύ νωρίς, να μην μεταφέρουμε στην Αγία Τριάδα τις οικογενειακές μας σχέσεις]. Αυτή η διπλή προοπτική, που επιτρέπει να διακρίνουμε στον Θεό τόσο την ουσία όσο και τις σχέσεις, καταλήγει στην διάσημη δήλωση, σύμφωνα με την οποία στον Θεό το παν είναι Ένα, «εκτός από αυτό που μπορεί να λεχθεί για κάθε πρόσωπο σε αναφορά προς τα άλλα» (Πολιτεία Θεού, XI, 9, 10).
Όπως σημειώσαμε ήδη, ο Αυγουστίνος κατόρθωσε να συλλάβει τα πρόσωπα της Τριάδος σαν σχέσεις, βασιζόμενος αποκλειστικώς στις έννοιες σχέσεως που φανερώνουν τα ονόματα Πατήρ και Υιός. [Νάτο το Φιλιόκβε. Επειδή δεν μπορούμε να βρούμε σχέση πίσω από το όνομα Αγιο Πνεύμα, το καταργούμε. Καταλήγει η αγάπη του Πατρός και του Υιού]. Ο Πατήρ είναι τέτοιος μόνον αναφορικώς με τον Υιό και ο Υιός αντίστοιχα μόνον αναφορικώς με τον Πατέρα. Σ’ αυτή την σχέση το Άγιο Πνεύμα έχει σαν χαρακτηριστικό του ότι είναι αμοιβαίο δώρο του Πατρός και του Υιού, ο δεσμός της αγάπης που τους ενώνει (Τριάδα V, 15, 16). [Ούτε η σχέση είναι αρκετή λοιπόν. Χρειάζονται δεσμό ισχυρότερο για να ξεπεραστεί η ετερότης και η αναφορικότης. Δύο Θεοί λοιπόν, ο εξής ένας, η ενότης].
Η καταγωγή της θεολογικής του σκέψεως βρίσκεται χωρίς καμμία αμφιβολία στην διδασκαλία του Γρηγορίου Ναζιανζηνού (Τριάδα XV, 20, 38). [Η πηγή θα μπορούσε να είναι η ομιλία V. 29, του Αγίου Γρηγορίου]. Όσον αφορά όμως την φιλοσοφική πλευρά των σχέσεων, ο Αυγουστίνος, καθότι νεοπλατωνικός στοχαστής, δεν είχε καμμία δυσκολία να εννοήσει αυτές τις λεπτές διακρίσεις σαν αντικειμενικές πραγματικότητες και να τις ταυτίσει με τα πρόσωπα. Είναι απαραίτητο εξ άλλου να υπολογίσουμε τον νεοπλατωνισμό του Αυγουστίνου και όπου διακρίνεται κάποια Αριστοτελική επιρροή, στην διάκριση δηλαδή ανάμεσα στην ουσία και στο συμβεβηκός (τυχαίο). Είναι πολύ πιθανόν να γνώριζε αυτές τις αριστοτελικές κατηγορίες από την ανάγνωση της «Εισαγωγής» του νεοπλατωνικού Πορφύριου, μαθητού του Πλωτίνου (233 – 305 μ. Χ.)
Όμως ο Αυγουστίνος [σώζοντας την πίστη μας] δεν συλλαμβάνει την σχέση σαν ένα συμβεβηκός, ξεχωρίζοντας από τον Αριστοτέλη. Διότι διαλογιζόμενος την ενδοτριαδική ζωή, και για θεολογικούς λόγους λοιπόν, τις θωρεί αιώνιες και αναλλοίωτες. Η θεολογική άποψη βιάζει την λογική δομή της έννοιας και την σχετικοποιεί στην σκιά του μυστηρίου.
 

Συνεχίζεται
Θα προσθέσουμε μερικά πράγματα περί σχέσεως, στην συνέχεια, από το κείμενο του Kurt Flash, αφιερωμένου στον Αυγουστίνο.  
Αμέθυστος

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (4)

Συνέχεια από : Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

AΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, Η ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΣ!
Πνευματολογική διάσταση

Η Τριαδική Θεολογία του Αυγουστίνου δεν συγκεκριμενοποιείται σωτηριολογικά μόνον στην Χριστολογία, αλλά και στο δόγμα του περί του Αγίου Πνεύματος, τόσο χαρακτηριστικά μάλιστα που έφτασαν μερικοί όπως ο Schütz, να πουν πως ο επίσκοπος της Ιππώνος είναι ο πιο διαπρεπής πνευματολόγος της Δύσεως.
Αυτή η δήλωση είναι σωστή χωρίς άλλο, λόγω του γεγονότος πως ο Αυγουστίνος ανέπτυξε το δόγμα του για το πνεύμα, εννοημένο με διατριαδική σημασία και μόνον, σε στενό συνδυασμό με την εννοιολόγησή του περί Εκκλησίας και περί Χάριτος. Για τον Αυγουστίνο η ζωή της Εκκλησίας και η ύπαρξη κάθε Χριστιανού δεν πρέπει να κατανοηθούν με την στενά Χριστολογική έννοια και μόνον αλλά και πνευματολογικά, συνδέοντας και τις δύο πλευρές στο Τριαδικό μυστήριο του Θεού.
Για τούτον τον πατέρα της Εκκλησίας, το κύριο χαρακτηριστικό του Αγίου Πνεύματος συνίσταται στο γεγονός πως είναι ο δεσμός της αγάπης που ενώνει τον Πατέρα και τον Υιό. [Αυτή είναι και η παράνοια της Λατινικής Εκκλησίας που κυριάρχησε. Το Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει.Είναι σχέση. Και σιγά – σιγά όλα στα μυαλά μας έγιναν σχέση, όπως ισχυρίζεται και ο Γιανναράς. Θα το δούμε το θέμα αυτό αναλυτικότερα στην συνέχεια].
«Το Άγιο Πνεύμα είναι λοιπόν μια κάποια άρρητη κοινωνία του Πατρός και του Υιού. Ίσως το όνομά του να οφείλεται στο γεγονός πως ο ίδιος όρος μπορεί να αποδοθεί τόσο στον Πατέρα όσο και στον Υιό. [Δεν είναι πνεύμα ο Θεός αλλά όρος]. Ονομάζεται με την καθαυτή του σημασία, ενώ για τα άλλα δύο πρόσωπα ισχύει δευτερευόντως. Και ο Πατήρ είναι πνεύμα, πνεύμα και ο Υιός, άγιος είναι ο Πατήρ, άγιος και ο Υιός. Για να χρησιμοποιηθεί λοιπόν ένας κοινός όρος στον Πατέρα και τον Υιό και ο οποίος θα ταίριαζε για να δείξει στο Άγιο Πνεύμα την κοινωνία των δύο, το δώρο και των δύο, ονομάστηκε Άγιο Πνεύμα» (περί Τριάδος V,11,12). [Βαθειά, πηγαδίσια σκέψη
 Αφού υιοθέτησε, χωρίς κάποιες επιφυλάξεις, αυτόν τον διατριαδικό καθορισμό του Αγίου Πνεύματος, καθότι σεισμός αγάπης ανάμεσα στα δύο πρώτα πρόσωπα, έψαξε ο Αυγουστίνος την ύπαρξή του στην ιστορία της σωτηρίας, ορίζοντας επίσης το πνεύμα και σαν το δώρο που μας προσέφερε ο Θεός. Υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στον διατριαδικό ορισμό του πνεύματος υπολογιζομένου στην αιωνιότητά του , και στον ορισμό του σαν δώρο σωτηρίας για τους πιστούς, που λαμβάνει χώρα στην ιστορία, στον χρόνο. [Η γνωστή αναλογία του Γιανναρά ή η διαλεκτική κτιστού και ακτίστου του Ζηζιούλα]. «Ο Πατήρ και ο Υιός επιθυμούν να θεμελιώσουν μια κοινωνία μεταξύ τους [για να μην χαθούν στα μονοπάτια της ανάγκης] και με τον Εαυτό τους ακριβώς μ’ αυτό που είναι κοινό, μέσω εκείνου του δώρου που τους ενώνει, θέλουν να μαζευτούν ακριβώς σε ενότητα [σαν τα πρόβατα]. Μέσω δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, που είναι Θεός και δώρο Θεού [και για τον ίδιον τον Θεό, τί ανακούφιση], συμφιλιωνόμεθα με τον Θεό και πληρωνόμεθα χαράς» (ομιλίες 71, 18). [Το καλύτερο δώρο, Χριστουγεννιάτικο].
Στο διατριαδικό όραμα του Πνεύματος σαν αγάπη, δώρο και κοινωνία ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό αντιστοιχούν οι λειτουργίες του στην οικονομία της σωτηρίας. Αυτή είναι η παρουσίαση της Τριάδος μέσα στον πιστό. Αυτό το γεγονός πρέπει να υπολογιστεί λοιπόν στο φως του τριπλού τρόπου με τον οποίον η σωτηριώδης ενέργεια του Θεού φτάνει στο άτομο: «κατ’ αρχάς ο άνθρωπος δημιουργείται από τον Θεό με την ελεύθερη θέλησή του», στην συνέχεια «εκπαιδεύεται μέσω νόμων στον τρόπο με τον οποίον πρέπει να οργανώσει την ζωή του, ύστερα από το οποίο δέχεται και το Άγιο Πνεύμα [κάτι σαν ζαχαρίτσα, που δίνουμε στα άλογα κούρσας]. Αυτό προκαλεί σ’ αυτόν μια χαρά αγαπητική για κείνο το υπέρτατο Είναι (Summum Bonum), το αναλλοίωτο, που είναι ο Θεός [κάπως έτσι θα την δάγκωσε την λαμαρίνα για το υπέρτατο Είναι και ο Ζηζιούλας], και αυτό ήδη από τώρα, ενώ περπατούμε στην πίστη και όχι στην θεωρία (2 Κορ. 5,7) [δια πίστεως γαρ περιπατούμεν, ού δια είδους]. Λαμβάνοντας έτσι αυτό το πρωτείο, ενθαρρύνεται να περπατήσει ο άνθρωπος προς ένα δώρο που δεν το κέρδισε, και δεν το αξίζει, να αγκυροβολήσει στον Θεό, για να κατορθώσει να αποτελεί μέρος εκείνου του αληθινού φωτός (Ιωαν. 1, 9). [Ήν το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον! Η αίρεση χρησιμοποιεί αποσπάσματα από τις Γραφές και τους Πατέρες σαν ψηφίδες, για να δημιουργήσει μ’ αυτά ο κάθε αιρετικός το πορτραίτο του. Ο Αυγουστίνος χρησιμοποίησε με επιδεξιότητα τις μπογιές του Αποστόλου Παύλου, πάνω από την αμαυρωμένη του ψυχή. Τον ξεγέλασε τον Θεό άραγε, όπως τους ανθρώπους;]. Μέχρις ότου παραλάβει την Χαρά από Αυτόν που είχε δεχθεί την ζωή (περί πνεύματος και γράμματος ΙΙΙ, 5).
Ο τρόπος της σωτηρίας συμπυκνωμένος μ’ αυτόν τον τρόπο, βρίσκεται και σε ένα δεύτερο κείμενο, στο οποίο ο Αυγουστίνος διακρίνει και ορίζει, με την ευκαιρία, σαν εσωτερικώς συνδεδεμένες την τάξη της δημιουργίας και την τάξη της σωτηρίας. «Αυτό που δεχθήκαμε για να ζήσουμε είναι διαφορετικό από αυτό που μας δωρίσθηκε για να γίνουμε άγιοι» (περί Τριάδος v, 14). Μ’ αυτή την διάκριση αποφεύγεται μια κάποια βεβιασμένη ταύτιση του πνεύματος με τις δυνάμεις του ανθρώπου. [Ανακουφιστήκαμε, παρά λίγο να είμαστε υπεράνθρωποι]. Ανάμεσα δε σ’ αυτές τις δυο πραγματικότητες υφίσταται η ίδια σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο ερέθισμα και στην πράξη, στο κάλεσμα και στην απάντηση, στην ακτίνα του φωτός και την όραση.
Για μια πλήρη κατανόηση της πορείας της σωτηρίας που παρουσιάζεται στον άνθρωπο είναι σημαντικό να θυμηθούμε την παρατήρηση του Αυγουστίνου σύμφωνα με την οποία, ανάμεσα στον δωρητή (τον Πατέρα) και το δώρο (το πνεύμα) δεν υπάρχει καμμία οντολογική διαφορά: ο Πατήρ δωρίζει στο πνεύμα, από οντολογικής απόψεως τον εαυτό του και όχι ένα δημιουργημένο αγαθό. [Αυτό σημαίνει οντολογία. Ιεραρχία. Ο πρώτος είναι ανώτερος από τον δεύτερο και ούτω καθεξής. Γι’ αυτό και η οντολογία δεν διαθέτει Αρχή, η οποία αρχή υπάρχει μέσα σε όλα όσα άρχονται ή απορρέουν εξ αυτής. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει οντολογία στην Αρχαία Φιλοσοφία].
Ο Αυγουστίνος ξεκινά από την ακριβή κατανόηση του γεγονότος ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κατοικήσιμο, για να αντικρούσει την βουλησιαρχική σύλληψη του Πελαγιανισμού και για να υποστηρίξει με σθένος πως το Άγιο Πνεύμα είναι η κύρια Αρχή όλης της εν χάριτι ζωής. Γι’ αυτό τον λόγο επαναλαμβάνει συχνά στα τελευταία του γραπτά την περικοπή προς Ρωμ. 5, 5: «ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίας ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν». «Το Άγιο Πνεύμα, καθότι θείο δώρο, το κατεξοχήν και εξαιρέτως, μας επιτρέπει να παραμένουμε στον Θεό και ο Θεός να παραμένει σε μας, ανάβει μέσα μας την αγάπη του Θεού και την αγάπη του πλησίον, και Αυτός ο ίδιος είναι Αγάπη. Ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να αγαπήσει τον Θεό, παρά μόνον λόγω του έργου του Θεού» (περί Τριάδος, 17, 31).
Σε συμφωνία μ’ αυτό ισχύει το αντίθετο, όπως διδάσκει ο Ιωάννης: η εφαρμογή της αγάπης του Θεού και της αγάπης του πλησίον είναι το εξωτερικό σημείο, που σημαίνει αλάνθαστα την κοινωνία μας με τον Θεό. «Εάν θες να γνωρίσεις εάν έχεις λάβει το Άγιο Πνεύμα, ρώτησέ το στην καρδιά σου, για να μην έχεις μόνο το μυστήριο χωρίς την δύναμή του. Ρώτησε την καρδιά σου εάν υπάρχει αγάπη για τον αδελφό, και τότε μην ανησυχείς. Διότι δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς το πνεύμα του Θεού».
Εάν από το ένα μέρος το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στον πιστό για να μπορέσει να πορευθεί στον δρόμο της γνώσεως του Θεού, από το άλλο ενεργεί επίσης και στην Εκκλησία. Αυτή είναι ο ναός της Τριάδος, διότι δέχεται το δώρο του πνεύματος το οποίο την οικοδομεί, κάνοντας την κοινότητα να θεμελιώνεται στην αγάπη. Το Πνεύμα, διαχυνόμενο λόγω της μεσολαβήσεως του Εσταυρωμένου και αναστημένου Χριστού, είναι η παρουσία της Τριάδος στον πιστό, όπως και στην Εκκλησία. Καθότι δε δεσμός της αγάπης ανάμεσα στον Πάτερα και τον Υιό, είναι η μορφοποιητική Αρχή, η ψυχή της Εκκλησίας, μέσω της οποίας η Εκκλησία γίνεται κοινωνία και κοινότης της αγάπης.
Σαν συνέχεια όλων αυτών έχουμε τις προτροπές που απευθύνει ο Αυγουστίνος στους πιστούς του για να τους ωθήσει να εφαρμόσουν την αγάπη, να οικοδομήσουν την αρμονία στην κοινότητα ,να ασχοληθούν με την ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους, και να ζήσουν στην ταπεινότητα, χωρίς να ξεχνούν ποτέ την ανάγκη της αγάπης για την Εκκλησία. Ιδιαιτέρως για κείνες τις πλευρές της που είναι εγκατελειμμένες στην μιζέρια. «Έχουμε το Άγιο Πνεύμα εάν αγαπούμε την Εκκλησία, εάν παραμένουμε στην κοινωνία της και την αγάπη της».
Η ορατή Εκκλησία είναι τόσο πιο συμμορφωμένη προς την αόρατη, όσο περισσότερο το Άγιο Πνεύμα εκχύει και μορφοποιεί στον πιστό την αγάπη του Θεού και του πλησίον, καθοδηγώντας την πράξη των Χριστιανών πέρα από τα όρια και τους ανθρώπινους δισταγμούς. Επειδή δε Αυτό είναι η πηγή της αγάπης, της ειρήνης, και της εκκλησιαστικής ενότητος ,τόσο η ορατή Εκκλησία όσο και ο ξεχωριστός πιστός βρίσκουν σ’ Αυτό έναν διαρκή ερεθισμό για να μην σκληρυνθούν σε μια φαινομενική ύπαρξη.
Ο Αυγουστίνος έχει συνείδηση των ορίων και της αστάθειας της εξωτερικής μορφής, του τύπου, μόνο δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας, αλλά υπενενθυμίζει πως δεν είναι δυνατόν να υπερπηδήσουμε, παρ’ όλα αυτά, την Εκκλησία, έτσι όπως την συναντούμε στην πραγματικότητά της. Ενώ είναι αντιθέτως αναγκαίο να βρούμε τον τρόπο να ζήσουμε μέσα στην κοινότητα της πίστεως, συλλέγοντας αυτό που παραπέμπει στην μορφοποιητική της Αρχή, στο Άγιο Πνεύμα και σ’ Αυτό, στον Πατέρα και τον Υιό, από το οποίο και προοδεύει. Εάν αυτό συμβεί, τότε η τριαδική ενότης μπορεί να αναγνωρισθεί στην Εκκλησία, καθότι το Πνεύμα ενώνει τις πολλαπλότητες, τους πολλούς, σ’ έναν μόνο λαό.

Στην συνέχεια θα δούμε το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεολογίας του Αυγουστίνου, την έννοια της ΣΧΕΣΕΩΣ.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (3)

Συνέχεια από: Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024

3. Ο Χριστοκεντρισμός του Παύλου.

Ο ρόλος του μεσάζοντος τον οποίο ανέλαβε ο Χριστός στην Αποκάλυψη [όχι ενσάρκωση, αποκάλυψη] είναι ακόμη πιο φανερός εάν από την σύγκρουση των φιλοσόφων περάσουμε στην έννοια την οποία είχε ο Αυγουστίνος για την ενσάρκωση, υπογραμμίζοντας με ιδιαίτερο τρόπο την πλευρά της κένωσης. Υπάρχει στα γραπτά του μια προσεκτική διαπραγμάτευση της ταπεινώσεως του Θεού στην ενσάρκωση του Χριστού. «Θα καταστεί το αγαπημένο του θέμα, το οποίο θα αναπτύξει κατά την διάρκεια όλης του της ζωής. Είναι τόσο κεντρικό ώστε στα γραπτά του ταπεινότης και ενσάρκωση μπορούν να θεωρηθούν σαν συνώνυμα» (WGeerlingsChristus Exemplum).

Στην ενσάρκωση και στην σταύρωση του Χριστού, ο Θεός εταπεινώθη για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία της υπερηφανείας και της έπαρσης, δηλαδή του κυριώτερου προβλήματος που μας εμποδίζει να επιστρέψουμε στον Πατέρα [όπως ο Πλωτίνος δίδασκε την επιστροφή στο ΕΝΑ]. Ο Χριστός ο οποίος εγυμνώθη μέχρι του θανάτου, είναι ο μεσάζων ο οποίος «σαν Θεός ήλθε να βοηθήσει τους ανθρώπους με την θεότητά του και σαν άνθρωπος τους συνάντησε στην αδυναμία του. [Όπως ο ΝΟΜΟΣ μας δόθηκε για να συνειδητοποιήσουμε την αμαρτία και την δουλεία μας σ’ αυτή, έτσι ο Κύριος μας αποκαλύπτει την υπερηφάνεια αλλά και τον θάνατο, διότι δεν είναι δυνατόν να συνειδητοποιηθούν ούτε αυτά χωρίς τον Κύριο. Η δεύτερη φύσις, ο θάνατος, κατανοούνται σαν ταυτότητα]. Θα μπορούσαμε να έχουμε μεγαλύτερο παράδειγμα υπακοής, εμείς οι οποίοι λόγω ανυπακοής πέσαμε στην καταστροφή, από εκείνο του Θεού Υιού ο οποίος υπάκουσε στον Θεό Πατέρα, μέχρι του σταυρικού θανάτου; Πώς θα μπορούσε να μας παρουσιαστεί αλλού ένα πιο ένδοξο βραβείο για την υπακοή, παρά στην σάρκα ενός παρόμοιου μεσάζοντος, ο οποίος αναστήθηκε στην αιώνιο ζωή;» 

Στην σύλληψη της ενσαρκώσεως του Αυγουστίνου, η αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός της σταυρώσεως είναι ένα συστατικό στοιχείο της πίστεως και δεν γίνεται κατανοητό με κανένα τρόπο σαν μια πνευματική στάση: «Εάν όμως δεν πιστεύουμε πως αυτό έγινε και φανερώθηκε και ειδώθηκε, και επομένως δεν ελπίσουμε να το δούμε και στο μέλλον, δεν πλησιάζουμε τον Χριστό έτσι όπως είναι ορατός χωρίς τέλος» (περί Τριάδος XV, 27).
Η Μνήμη της ενσαρκώσεως, του σταυρού και επομένως της αναστάσεως είναι για τον Αυγουστίνο το πλέον απαραίτητο σημείο εκκίνησης για οποιαδήποτε επιστροφή στον Θεό, και αυτό ισχύει τόσο για την γνώση του Θεού, όσο και για τις σωτηριολογικές συνέπειες στην δική μας ύπαρξη. Σ’ αυτά τα γεγονότα πραγματοποιούνται η ταπείνωση με την οποία ο Θεός απεκαλύφθη (και θα μπορούσε οπωσδήποτε να αποκαλυφθεί διαφορετικά), η απολύτρωση του αμαρτωλού και η πλήρης φανέρωση του μεγαλείου της ταπεινής του αγάπης.

Ο Αυγουστίνος, αναπτύσσοντας αυτή την σκέψη στηρίχθηκε στον ύμνο προς Φιλιππησίους (Φιλ. 2, 5-11 και Ρωμ. 5, 8-10). «Ο Θεός όμως αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς με το ότι ενώ εμείς ήμεθα ακόμη αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για μας. Πολύ περισσότερον λοιπόν αφού εδικαιωθήκαμε τώρα δια του αίματός του, θα σωθούμε δι’ αυτού από την οργήν. Διότι εάν όταν είμεθα εχθροί, συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό δια του θανάτου του Υιού του, πολύ περισσότερο, αφού συμφιλιωθήκαμε, θα σωθούμε δια της ζωής του». Και Ρωμ 8, 31: «Τί θα πούμε λοιπόν προς αυτά; Εάν ο Θεός είναι με το μέρος μας, ποιος μπορεί να είναι εναντίον μας; Εκείνος που δεν δίστασε να παραδώση στον θάνατο ούτε τον δικό του Υιό, προς χάριν όλων μας, πώς ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» (περί Τριάδος IV, 1, 2). Ο Θεός ο οποίος από αγάπη άφησε την δόξα του, ακριβώς όπως τον παρουσιάζει ο Παύλος, είναι για τον Αυγουστίνο αυτό που διακρίνει το άγγελμα ή το μήνυμα του Χριστιανισμού, της απολυτρώσεως και αναστάσεως, και της Αγίας Τριάδος, από την μεταφυσική των φιλοσόφων. Το χαρακτηριστικό της χριστιανικής πίστεως στον Θεό και στην ανάστασή του συνίσταται στην διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία ο Θεός, ο Κύριος του κόσμου, αφήρεσε από τον άνθρωπο το βάρος της αμαρτίας με την ενσάρκωση και την σταύρωση του Χριστού και παρουσιάστηκε σ’ αυτόν με το ένδυμα ενός δούλου. «Εκμηδενισμένος μέχρι την έσχατη χειρονομία του θανάτου, ο Χριστός μάς επιτρέπει να επιστρέψουμε στον Πατέρα πάνω σε μιαν οδό η οποία συνίσταται από την αγάπη και την ανακάλυψη της αλήθειας». Οι φιλόσοφοι αντιθέτως προσπαθούν να βρουν αυτήν την οδό της επιστροφής εμπιστευόμενοι μόνον τις δυνάμεις τους.
[Βολεύει αυτή η κυριολεκτική πρόσληψη της εκφράσεως “μορφήν δούλου λαβών” την εγωπάθειά μας. Μας σώζει και την υπερηφάνεια, και τον εγωισμό, εφόσον δεν μας παρουσιάζεται σαν ανώτερος. Αλλά ταπεινά, γεμάτος αγάπη. Δεν προκαλεί την κενοδοξία μας. Αυτή την ταπεινότητα περιγράφει, σαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας, με την έκφραση «Ορθόδοξος τρόπος ζωής» ο Γιανναράς. Διότι του σώζει την αυτοεκτίμηση, το πρόσωπο, παρότι δεν καταλαβαίνει, ότι τον απομακρύνει από την μετάνοια τον ίδιο. Ο Θεός έγινε άνθρωπος και εταπεινώθη. Δεν είναι ο Θεός ένας ταπεινός άνθρωπος. Το αντίθετο. Ένας υπερήφανος δεν θά μπορούσε να αντέξει την παρουσία του, διότι θά έχανε την υπερηφάνειά του, την αίσθηση ότι είναι ανώτερος].
Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (2)

Συνέχεια απο : Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου 2024

2. Νόημα και σκοπός της Τριαδικής Θεολογίας.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjHInCC41Vg2BZeBJ6f7xXHoTL2LQyHLNRtVuhSMYZ7ULDZKaddGCtDxSWk8bF2GBQ2coRb5-0EN9v3xA5q-7txxhaALzudaSA5IK1BplCpy0mij3fhWepPTKyEcIJSqxA6nScS_p4ejR4/s1600/Sandro_Botticelli.jpgΓια τον Αυγουστίνο η Τριαδική Θεολογία έχει μία τριπλή σημασία: απολογητική, ποιμαντική και τυπικά Θεολογική.

Η απολογητική του πρόθεση αναγνωρίζεται στην μάχη εναντίον του Σαβελλιανισμού από το ένα μέρος και ενάντια στον Αρειανισμό από το άλλο (Θεωρούσε όμως αυτόν τον τελευταίο την μεγαλύτερη πρόκληση). Και στα δύο αυτά κινήματα κατεύθυνε τον ίδιο έλεγχο. Οι αντιρρήσεις τού ενός δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να αμφισβητούν την εγκυρότητα τού άλλου. Γι'αυτόν τον λόγο ήταν πεισμένος πώς η οδός της Τριαδικής Θεολογίας έπρεπε να διέλθει ανάμεσα σ'αυτά τα δύο άκρα. Το παρακάτω απόσπασμα από την ερμηνεία του στο κατά Ιωάννην, 71,2 το φανερώνει.


«Να μην χάσουμε ούτε ένα από τα πρόσωπα, διέκρινε τα πρόσωπα. Διέκρινε με κατανοητό τρόπο, διαχώρισε τίμια, για να μην σκοντάψεις στην Σκύλλα ενώ προσπαθείς να ξεφύγεις από την Χάρυβδη. Σε κατάπιε η δίνη του αθεϊσμού των σαβελλιανών και γι' αυτό μας λες πώς Εκείνος που είναι ο Υιός είναι και ο Πατήρ; Και τώρα έχεις διδαχθεί την αλήθεια τουλάχιστον; "Δεν είμαι μόνος, αλλά μαζί μου είναι ο Πατήρ που με απέστειλε". Δέχεσαι λοιπόν πώς ο Πατήρ είναι Πατήρ και πώς ο Υιός είναι Υιός. Και κάνεις πολύ καλά που το δέχεσαι. Αλλά μην λες πάλι "ο Πατήρ είναι ανώτερος, ο Υιός κατώτερος". Μην λες: "ο Πατήρ είναι χρυσός, ο Υιός είναι ασήμι". Είναι μία η ουσία, μία Θεότης, μία αιωνιότης, είναι μία τέλεια ταυτότης, καμία ανομοιότης. Καθότι εάν πιστεύεις πώς ο Χριστός είναι άλλος από Εκείνον που είναι ο Πατήρ, αλλά τον υπολογίζεις διαφορετικό ως προς την Φύση, τότε, παρότι έχεις ξεφύγει από την Χάρυβδη, ναυάγησες μάλλον στα βράχια της Σκύλλας. Διότι ο Υιός είναι άλλος, αφού δεν είναι ίδιος με τον Πατέρα, αλλά δεν είναι κάτι άλλο, αλλά το ίδιο πράγμα είναι ο Πατήρ και ο Υιός. Αλλά γιατί λέω το ίδιο πράγμα. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ». Το Τριαδικό δόγμα λοιπόν απέκτησε την αξία του και το ειδικό του βάρος με την διαμάχη του σ'αυτά τα δύο άκρα, τα οποία έκαναν πιο αποτελεσματικό τον στοχασμό του, γύρω από έναν Θεό με τρείς προσωπικότητες ενωμένες σε μία μοναδική ουσία.


Η απολογητική προοπτική η οποία επιβλήθηκε στον Επίσκοπο της Ιππώνος από τις περιστάσεις, είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με την ποιμαντική προοπτική του Τριαδικού του δόγματος, σαν απάντηση στις συγκεκριμένες ερωτήσεις που του υποβάλλοντο από τους πιστούς οι οποίοι είχαν εμπιστευθεί την καθοδήγησή του. Μερικοί εξ' αυτών σκανδαλιζόντουσαν ακούγοντας πώς ο Πατήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός, το Πνεύμα είναι Θεός. Και ότι παρ' όλα αυτά αυτή η Τριάδα δεν είναι τρείς Θεοί, αλλά ένας μόνον Θεός. (Περί Τριάδος 1,5,8).


Είναι ερωτήσεις οι οποίες επικεντρώνονται στην ενότητα της ουσίας και της ενέργειας στον Θεό και στην ενέργεια των Θείων προσώπων στην ιστορία της σωτηρίας. Η κοινότητα του ενδιαφερόταν επί πλέον για τον ρόλο του Αγίου Πνεύματος στην Τριάδα, σημειώνοντας πώς ήταν δύσκολο να κατανοηθεί γιατί το Πνεύμα ανήκε στον Πατέρα και τον Υιό [υπήρχε ήδη το Φιλιόκβε], αφού δεν είχε γεννηθεί ούτε από τον Πατέρα, ούτε από τον Υιό, ούτε και από τους δύο μαζί. Έτσι ενεργοποιημένος από παρόμοιες ερωτήσεις, ο Αυγουστίνος προσπάθησε να απαντήσει σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Και καθώς ήταν ερωτήσεις τις οποίες ο ίδιος έθετε από χρόνια, θέλησε την συμμετοχή των πιστών του στην έρευνα του της αληθείας. Προσευχόμενος ώστε η κοινή έρευνα να βοηθούσε και τον ίδιο να προοδεύσει στην γνώση του Θεού.


Ο Θεολογικός συστηματικός σκοπός που είχε θέσει στην επεξεργασία τού Τριαδικού του δόγματος ήταν να συγχωνεύσει την παραδοθείσα πίστη στην δυναμική τής δική του πνευματικής ζωής, για να ευνοήσει τόσο την έρευνα όσο και την αγάπη του Θεού. Η Τριαδική Θεολογία είναι γι'αυτόν μία έκφραση της αγάπης για τον Θεό που φανερώνεται στην διανοητική του προσπάθεια και στο πνευματικό του άνοιγμα. Αυτό δε αντιστοιχεί απολύτως στον ορισμό του Θεολόγου σαν "εραστού του Θεού" (πολιτεία του Θεού VIII 1), αλλά επίσης σε ένα από τα πιο γνωστά χαρακτηριστικά τού Αυγουστίνου, εκείνο της ακούραστης έρευνας, στην οποία οι ανακαλύψεις δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ωθούν προς νέα ερωτήματα και νέες απαντήσεις. [Απουσιάζει πλήρως η εμπειρία του Θεού, η μετάνοια, η προσευχή της καρδιάς. Όλα είναι νοητικά. Σήμερα έχει επικρατήσει ο τρόπος του Αυγουστίνου παντού. Η Εκκλησιαστική Θεολογία, η ποιμαντική, η Μελέτη της Ορθοδοξίας από τους Νεοορθοδόξους. Ομολογίες σαν : Η Εκκλησία σώζει και διά της Εκκλησίας η σωτηρία, ανήκουν στο έκτρωμα που κατασκεύασε σιγά-σιγά η Δύση, βασιζόμενη στον Αυγουστίνο: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ. Μία τέταρτη υπόσταση η οποία πλούτισε την θεωρία της στα πλαίσια της Ορθοδοξίας με τις σοφιολογίες].


Στο περί Τριάδος ο επίσκοπος της Ιππώνος αποδεικνύει πώς είναι πιο συνειδητοποιημένος από τα πρώτα του γραπτά, σχετικά με την αμφιθυμία της νοητικής του δυνάμεως. Αυτή η συνειδητοποίηση προκάλεσε και την παρακάτω προσευχή που παρουσιάζουμε: "Δώσε μου την δύναμη να σε αναζητήσω, εσύ που αφέθηκες να ανακαλυφθείς και μας άφησες την ελπίδα να σε βρίσκουμε όλο και περισσότερο. Απέναντί σου βρίσκονται η δύναμίς μου και η αδυναμία μου: κράτησε εκείνη και θεράπευσε αυτή. Απέναντί σου στέκονται η γνώση μου και η άγνοιά μου. Εκεί που μας άνοιξες την πόρτα, δέξου αυτόν που εισέρχεται. Εκεί που μου αρνήθηκες την πρόσβαση, άνοιξε σ'αυτόν που χτυπά επίμονα. Εγώ δεν θα σε χάσω ποτέ από τα μάτια μου, δεν θα πάψω ποτέ να σε ατενίζω και να σε αγαπώ. Βοήθησε όλο αυτό να αυξηθεί μέσα μου, μέχρις ότου δεν θα με έχεις μεταμορφώσει ολοκληρωτικώς". (Περί Τριάδος XV 28,51). [Ο Θεός βοηθά και συμπληρώνει. Κρατά κάτι από τον άνθρωπο, την γνώση του, την δύναμή του, την θέλησή του και συμπληρώνει τις αδυναμίες. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΧΝΟΣ ΑΠΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ].

Προκαθορίζοντας αυτό το πνευματικό τέρμα, που συγχωνεύει στην θρησκευτική ζωή την νοητική προσπάθεια τού ανθρώπου, που έχει αποδυναμωθεί από το προπατορικό αμάρτημα, ο Αυγουστίνος στοχεύει να καταστήσει νοητό, κατανοητό, στον υπέρτατο βαθμό που θα μπορέσει, τον Θεό τής Π.Δ και της Κ.Δ, ο οποίος απεκαλύφθη παραμένοντας ακατανόητος. [Απουσιάζει ολοκληρωτικώς το Άγιο Πνεύμα που προσφέρει πάσαν την αλήθειαν, διότι την μισή γνώση την κατέχει ήδη ο άνθρωπος και διότι το Άγιο Πνεύμα δεν υφίσταται σαν υπόσταση, είναι η αμοιβαία αγάπη του Πατρός και του Υιού]. Ο καρπός μίας τέτοιας αναζητήσεως πρέπει να καθιστά εφικτή την πρόσβαση σε μία βαθειά αγάπη του Θεού προς έναν άνθρωπο ο οποίος, επειδή είναι διανοούμενος, έχει την κλίση να συμπυκνώνει εννοιολογικά την δική του πνευματική Εμπειρία.

Ο Αυγουστίνος προσπάθησε να καθορίσει αυτή την διείσδυση της γνώσεως και της σοφίας, της λογικής γνώσεως τής λεπτομέρειας και τού οράματος τού ΟΛΟΥ που αποκτάται και υπάρχει στην πίστη, επαναλαμβάνοντας όσα είχαν γράψει οι φιλόσοφοι (για παράδειγμα ο Κικέρων στο Hortensius) σχετικά με την επιστροφή τής ψυχής στον Θεό. Αλλά γι'αυτόν αυτό το τέρμα δεν μπορούσε να επιτευχθεί από εκείνους τους στοχαστές οι οποίοι χρησιμοποίησαν μόνον τις δικές τους λογικές γνώσεις, χωρίς να ζητήσουν την βοήθεια της πίστεως στον Χριστό σαν μεσάζοντος(Περί Τριάδος XV 19.26).


Παρότι οι μεγάλοι εθνικοί φιλόσοφοι κατόρθωσαν να υψωθούν με κάποιο τρόπο, από τον διαλογισμό της κτίσεως, στην αόρατη πραγματικότητα του Θεού [από εδώ ξεκινά η ταύτιση νοητού και Θείου που μέσα από την φιλοσοφία της ταυτότητος του Γερμανικού ιδεαλισμού, με τον κατάλληλο χειρισμό της έννοιας του Τέλους, ισχύει μέχρι σήμερα ακόμη και στην νεοορθοδοξία], το αποτέλεσμα της ερεύνης των υπήρξε η λατρεία των ειδώλων και ο θαυμασμός των εικόνων, απλών αντικειμένων, που ελαμβάνοντο σαν Θεία. Και έπεσαν σ'αυτή την αδιακρισία, διότι πόνταραν στην φιλοσοφία χωρίς την μεσολάβηση του Χριστού.


Ο Αυγουστίνος αντιθέτως θέλησε να ξεκινήσει από τον γήινο Χριστό για να φθάσει στην αιώνιο σοφία και στο όραμα τής αλήθειας του Θεού (Περί Τριάδος 19,24). Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού βρίσκεται η σύνθεση της γνώσεως, της ειδικής και της ιστορικής, της επιστήμης με το ολοκληρωτικό, πλήρες όραμα της αιωνίου αληθείας του Θεού. Η πίστη ενωμένη μ'Αυτόν, Άνθρωπος και Θεός, είναι ικανή να πετύχει την ίδια άνοδο, ανάβαση, τής επιστροφής του Χριστού στον Πατέρα. [Μία νέα ειδωλολατρία. Η ολοκληρωτική διάλυση του συμβόλου της πίστεως. Διότι αν δεν έχουμε καταλάβει ακόμη τίποτε, ο Αυγουστίνος επιτυγχάνει το οδυνηρό αίτημα των μαθητών του Κυρίου και κάθεται επιτέλους στα Δεξιά Του. Εξάλλου το ήθελε και η μητέρα του πολύ]. Είναι ένας δρόμος, μία πορεία, που ξεκινά από την γνώση στον χρόνο και οδηγεί στην σοφία η οποία προηγείται της χαρούμενης Θέας της αλήθειας του Θεού, με την οποία θα πληρωθούμε στο επέκεινα.

Σ'αυτό φανερώνεται τελικώς ο βασικός ρόλος τής διαμεσολαβήσεως του Χριστού στην Αυγουστίνειο εννοιολόγηση της λυτρώσεως. Αυτός ο Χριστοκεντρισμός μάς βεβαιώνει πώς η Τριαδική Θεολογία είναι πολύ στενά δεμένη στις Άγιες Γραφές της Κ.Δ. και της Π.Δ. Το αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, από το οποίο εξαρτάται αναπόφευκτα κάθε γνώση του Θεού και της Τριάδος (και στην οποία προσερχόμεθα διά της σοφίας), [ακόμη οι Έλληνες σοφία ζητούν], υποστηρίζοντας την διαρκώς και επίμονα να συγκεκριμενοποιηθεί, να εξαντικειμενοποιηθεί, στην κατανόηση τού γεγονότος τής λυτρώσεως.


Συνεχίζεται

Αμέθυστος