Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Οι Μακεδόνες είναι Έλληνες!

Από τη διαδήλωση θα ήταν μεγάλη ντροπή να λείψει οποιοσδήποτε μένει στην ευρύτερη Αττική. Δεν θα είχε καμία διαφορά να επιτραπεί στα Σκόπια η ονομασία «Ελλάδα», από την ονομασία «Μακεδονία», αφού και οι δύο λέξεις ανήκουν στο ίδιο Έθνος που έχει τον ίδιο πολιτισμό, την ίδια γλώσσα και την ίδια μακραίωνη ιστορία.  
Άποψη
Η κυβέρνηση κάθε χώρας είναι υποχρεωμένη να σέβεται την κοινή βούληση, η οποία δεν είναι απαραίτητα σωστή, αλλά πιο κοντά στο Δίκαιο, καθώς επίσης περισσότερο Συνετή. Η κοινή βούληση, στην περίπτωση της αυθαιρεσίας των Σκοπίων, τάσσεται καθαρά υπέρ της μη παράδοσης του ονόματος της Μακεδονίας. Εάν η κυβέρνηση όμως έχει αμφιβολίες, μη συμφωνώντας με τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, τότε είναι υποχρεωμένη να διεξάγει ένα δημοψήφισμα και φυσικά να το σεβαστεί.
Το θέμα τώρα των Ελλήνων και άρα των Μακεδόνων που ασφαλώς είναι Έλληνες, αφού μοιράζονταν ανέκαθεν τον ίδιο πολιτισμό, την ίδια γλώσσα, καθώς επίσης τα ίδια ήθη και έθιμα, δεν είναι η μονοπώληση των εδαφών της Μακεδονίας, ένα μεγάλο μέρος των οποίων συνεχίζει να είναι κατεχόμενο. Γνωρίζουν πως με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 έγινε αποδεκτός ο χάρτης της συνθήκης του Βερολίνου (1878), με βάση τον οποίο από τα εδάφη της Μακεδονίας μόνο το 51% δόθηκε πίσω εκεί που ανήκει, στην Ελλάδα, ενώ το 39% στη Σερβία, το 9% στη Βουλγαρία και το 1% στην Αλβανία.
Δεν χρειάζονται λοιπόν τις συμβουλές των δογματικών αριστερών, οι οποίοι συνδέουν κατά το δοκούν τη στάση τους με το Δ. Σολομό που είπε ότι, «το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθινό»! Είναι ασφαλώς και εθνικό θέμα και αληθινό η ελληνικότητα της Μακεδονίας, ενώ είναι ανόητος αυτός που ισχυρίζεται το αντίθετο. Ή που υποτιμάει το όνομα, όπως ο πρόεδρος της Κύπρου που κατ’ αναλογία θα έπρεπε να μην τον ενδιαφέρει εάν το βόρειο μέρος του νησιού θεωρείται τουρκικό, λέγοντας την εξής απίστευτη ανοησία:
«Το όνομα δεν έχει σημασία. Δεν θα είχα αντίρρηση, αν ήθελαν να λέγονται και Βόρεια Ελλάδα, αρκεί να διασφαλίζονται τα εθνικά συμφέροντα και να εξευρεθεί ο τρόπος να ξεπεραστούν οι πρόνοιες του Συντάγματος των Σκοπίων, που μιλούν για αλυτρωτισμό»!
Το θέμα των Ελλήνων είναι το ότι, δεν αποδέχονται να ονομαστεί κανένα κράτος Μακεδονία, ούτε να καπηλευτεί την ιστορία τους, όπως κάνουν ξεκάθαρα τα Σκόπια. Με απλά λόγια, δεν θα είχαν αντίρρηση να ονομάζονται «Μακεδονία» με γεωγραφικό προσδιορισμό κάποιες επαρχίες των Σκοπίων, της Βουλγαρίας ή της Αλβανίας, στις οποίες διαμένουν Έλληνες, αλλά σε καμία περίπτωση ένα ανεξάρτητο, σλαβικό κράτος που έχει επί πλέον το θράσος να παραποιεί την ιστορία στο σύνταγμα του και να ιδιοποιείται ελληνικά ονόματα στα μνημεία του, όπως αυτό του Μ. Αλεξάνδρου.
Ως εκ τούτου είναι κάθετα αντίθετοι με όλες αυτές τις ανοησίες που δυστυχώς γράφονται ακόμη και από «Έλληνες» (περί μίας σύνθετης ονομασίας με δήθεν αυστηρό γεωγραφικό προσδιορισμό, αρκεί να επιλυθούν τα προβλήματα αλυτρωτισμού, ο σεβασμός των συνόρων, η μη ανακίνηση εθνικιστικών επιδιώξεων, όνομα για όλες τις χρήσεις κοκ.).
Εκτός αυτού σωστά δεν καταλαβαίνουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες γιατί θα πρέπει να λυθεί βιαστικά και από τους ίδιους το πρόβλημα που ουσιαστικά δημιούργησαν το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ (η Γερμανία) διαλύοντας τη Γιουγκοσλαβία, με θηριώδεις βομβαρδισμούς όπως της Λιβύης και του Ιράκ. Πόσο μάλλον όταν το αυθάδες αυτό κρατίδιο επιβιώνει οικονομικά κυρίως με τις δικές τους επενδύσεις που αποτελούν σχεδόν το 20% των συνολικών ξένων, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (άρθρο). Δεξιά, μία εικόνα χίλιες λέξεις.
Όσον αφορά τώρα τις νομικίστικες αναλύσεις του αξιότιμου πρώην αντιπροέδρου του PSI (ο οποίος κυριολεκτικά κατέστρεψε την Ελλάδα αφαιρώντας της κάθε δυνατότητα ανάκτησης της εθνικής της κυριαρχίας), περί διεθνών δεσμεύσεων των Σκοπίων στο Σύνταγμα τους από το 1995 κλπ. (πηγή), το αναμφισβήτητο γεγονός ότι πρακτικά δεν τις σεβάστηκαν, είναι αρκετό για να μας δείξει τις πραγματικές τους προθέσεις. Ο άνθρωπος αυτός θα έπρεπε τουλάχιστον να πάψει να μιλάει και να εμφανίζεται δημόσια, μετά το έγκλημα εναντίον της πατρίδας του. Όχι να υποστηρίζει ένα επόμενο, όπως στο θέμα της Μακεδονίας.
Συνεχίζοντας οι Έλληνες, συνειδητοποιώντας τα λάθη τους όσον αφορά τη διαχείριση των οικονομικών της χώρας τους από το 1980 και μετά, μεταξύ των οποίων την ανοχή τους απέναντι στην πολιτική διαπλοκή, στη διαφθορά και στο πελατειακό κράτος, αντέδρασαν ελάχιστα στην επιβολή των μνημονίων, χωρίς βέβαια να γνωρίζουν τις καταστροφές που θα προκαλούσαν στην Ελλάδα. Όταν όμως το κατάλαβαν, εξέλεξαν μία αριστερή κυβέρνηση του 3% επειδή τους υποσχέθηκε πως θα πολεμήσει για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, ενώ νομιμοποίησαν τη σύγκρουση της με τους πιστωτές μέσω του δημοψηφίσματος, παρά τις κλειστές τράπεζες και τις διεθνείς απειλές.
Δυστυχώς η κυβέρνηση αυτή τους πρόδωσε και τους προδίδει ακόμη, αφού κατάφερε προηγουμένως να δολοφονήσει την τελευταία τους ελπίδα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταρρεύσει εντελώς η εθνική τους αυτοπεποίθηση, οπότε να ανέχονται τα πάντα χωρίς καμία διαμαρτυρία. Εν τούτοις η αποθράσυνση των Σκοπιανών ξύπνησε επιτέλους τη συλλογική τους συνείδηση και τους έδωσε να καταλάβουν πως όταν σκύβει κανείς μία φορά το κεφάλι, δεν χάνει μόνο τα περιουσιακά του στοιχεία, ότι έχει και δεν έχει, αλλά επίσης τα εδάφη και την ελευθερία του.
Μετά την εντυπωσιακή διαδήλωση λοιπόν της Θεσσαλονίκης, αποφασίστηκε μία δεύτερη την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου στην Αθήνα, από την οποία θα ήταν μεγάλη ντροπή να λείψει έστω και μία Ελληνίδα ή ένας Έλληνας από την ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Φυσικά δεν πρέπει να δοθεί καμία απολύτως σημασία στα κόμματα ή σε όποιους άλλους θελήσουν να την εκμεταλλευτούν, αλλά μόνο στο νόημα της: στο ότι το όνομα της Μακεδονίας δεν πρέπει να δοθεί σε κανένα άλλο κράτος, ενώ η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να το αναγνωρίσει, ότι και να κάνουν όλες οι υπόλοιπες χώρες.
Όσον αφορά την κυβέρνηση, να μας λείπουν οι ανοησίες περί εύρεσης λύσης που θα είναι προς το συμφέρον μας και τα επ’ αυτού διαγγέλματα χειραγώγησης του πρωθυπουργού ή οι μίζερες δηλώσεις του υπουργού εξωτερικών. Η κοινή βούληση, στη συντριπτική της πλειοψηφία, λέει ξεκάθαρα ΟΧΙ και αυτή τη φορά δεν πρόκειται να επιτρέψει καμία κυβίστηση. Εάν μπορεί η κυβέρνηση να εφαρμόσει την εντολή των Ελληνίδων και των Ελλήνων, έχει καλώς. Εάν δεν μπορεί, τότε είναι καλύτερα να ανοίξει το δρόμο για κάποια επόμενη που θα δηλώσει ξεκάθαρα πως θέλει και είναι σε θέση να το κάνει, ανεξαρτήτως κόστους.
Μπορεί λοιπόν η Μακεδονία να μην είναι 100% ελληνική, αφού ένα μεγάλο μέρος των εδαφών της είναι ακόμη κατεχόμενο, αλλά οι Μακεδόνες είναι 100% Έλληνες, όπως έχει τεκμηριωθεί από τους πάντες. Δεν θα είχε δε καμία διαφορά να επιτραπεί στα Σκόπια η ονομασία «Ελλάδα», από την ονομασία «Μακεδονία», αφού και οι δύο λέξεις ανήκουν στο ίδιο Έθνος, είτε το θέλουν οι Σκοπιανοί και όλοι οι υπόλοιποι «φίλοι» μας, είτε όχι. Εδώ δεν πρόκειται για εθνικισμό, αλλά για αγνό πατριωτισμό, οπότε θα έπρεπε να ντρέπονται αυτοί που είτε από ηλιθιότητα, είτε υπηρετώντας ξένα συμφέροντα, ισχυρίζονται το αντίθετο.


Αυτό που πέθανε την Κυριακή στην Θεσσαλονίκη είναι ο φόβος κι η ντροπή να πεις "είμαι Ελληνας"


Ελένη Παπαδοπούλου (fb) 

Αυτό που πέθανε την Κυριακή στην Θεσσαλονίκη είναι ο φόβος και η ντροπή να λες "η πατρίδα μου η Ελλάδα", να πεις "είμαι Ελληνας", να πεις "είμαι πατριώτης", να κρατήσεις περήφανα την ελληνική σημαία, να τραγουδήσεις τον εθνικό ύμνο, να φωνάξεις για τη Μακεδονία, να φωνάξεις για μία δυνατή Ελλάδα, να αισθανθείς Ελληνας.
Όλες οι ενοχές που δημιούργησε το πολιτικό και μιντιακό σύστημα στον Ελληνα για την καταγωγή του, την ιστορία του, τον πολιτισμό του, το εθνικό του φρόνημα, εξαφανίστηκαν. 
Την Κυριακή όλοι διαδηλώνουμε κάτω από την ίδια σημαία για τον ίδιο εθνικό σκοπό.Και είμαστε περήφανοι για αυτό!


freepen.gr

logia-tou-aera


Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΔΥΝΗΣ. ΩΡΑ 01:40. ΣΑΝ ΑΠΟΨΕ. ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΟΜΑΝΤΟΣ ΡΙΧΝΟΥΝ ΜΕ ΠΥΡΑ ΤΟ ΑΝΘΥΠΟΒΡΥΧΙΑΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ.


ΤΡΙΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ.

4 ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΓΛΥΤΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΕΜΑΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΓΚΡΙΖΑΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΚΡΟΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΕΑ

Τη Δευτέρα το απόγευμα στις 29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει μήνυμα προς την Τουρκία, ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά.

Την Τρίτη στις 30 Ιανουαρίου, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ δηλώνει κατηγορηματικά μέσα στην Τουρκική βουλή ότι την επόμενη μέρα η ελληνική σημαία και ο ελληνικός στρατός θα απομακρυνθούν από τα Ίμια.

Στις 31 Ιανουαρίου και ώρα 01:40 Τουρκικές ειδικές δυνάμεις αποβιβάζονται στη Μεγάλη Ίμια (Δυτική). Στις 05:30 της ίδιας μέρας ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, που απονηώθηκε από τη φρεγάτα Ναυαρίνο για να διαπιστώσει την πληροφορία παρουσίας Τούρκων στη βραχονησίδα κατέπεσε κατά την επιστροφή του στη φρεγάτα και τα τρία μέλη του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, σκοτώθηκαν.

Σχετικά με τις αιτίες πτώσης του ελικοπτέρου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις.

Η επίσημη θέση του Πολεμικού Ναυτικού είναι ότι το ελικόπτερο κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου (Vertigo).

Την θέση αυτή υποστήριξε πρόσφατα ο πρώην αρχηγός ΓΕΝ ναύαρχος Αντώνης Αντωνιάδης, αναφέροντας μάλιστα πως η τουρκική φρεγάτα Γιαβούζ προσφέρθηκε να βοηθήσει, αλλά πήρε άμεσα από τους πιλότους του ελικοπτέρου αρνητική απάντηση.

imia7

Ωστόσο, υπάρχει διαδεδομένη στην Ελλάδα η άποψη ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε είτε από το Τουρκικό Ναυτικό είτε από τους τούρκους καταδρομείς που υπήρχαν πάνω στο νησί, και ότι η αληθινή αιτία της πτώσης αποκρύφτηκε προκειμένου να λήξει η κρίση και να μην οδηγηθούν οι δύο χώρες σε γενικευμένη σύρραξη ή ακόμα και σε πόλεμο.

…Ο Θόδωρος Πάγκαλος καθυστερημένος αφού έλεγε τα δικά του σε εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης εισηγείται όσα συμφώνησε με τον Χόλμπρουκ , ο Ναύαρχος Λυμπέρης πεταμένος σε μια γωνιά , άνευρος και τρομοκρατημένος δεν αντιδρά , οι ένοπλες δυνάμεις αναμένουν διαταγές του που δεν έρχονται ποτέ, ενώ την ίδια στιγμή, Τούρκοι κομάντος αποβιβάζονται και καταλαμβάνουν τη μικρή Ίμια .

Με το χρόνο πλέον παίζουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εκτελώντας αποστολές ουσιαστικά επιβεβαίωσης της πληροφορίας για την παρουσία Τούρκων κομάντος στη μικρή Ίμια και περιμένοντας εντολές της ηγεσίας τους ,που απλά δεν υπήρχε πουθενά .

Αναλυτικό το ιστορικό εκείνης της νύχτας, γραμμένο από τον συνταγματάρχη ε.α της Αεροπορίας Στρατού και χειριστή ελικοπτέρων, Αντώνη Μυλωνάκη, στο ΜΑΚΕΛΕΙΟ της Τετάρτης.

Πηγη

national-pride

«Βόμβα μεγατόνων»: Ο Αμερικανός πρέσβης Τζέφρι Πάιατ «κάρφωσε» τον Σημίτη για τα Ίμια – Τι αποκάλυψε για την επαίσχυντη συμφωνία με τον Χόλμπρουκ


Σε μια απίστευτη αποκάλυψη προχώρησε ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, καθώς ούτε λίγο, ούτε πολύ, κάρφωσε τον Κ. Σημίτη για τον ύποπτο ρόλο που έπαιξε στα Ιμια και μας θύμισε την επαίσχυντη συμφωνία που είχε κάνει με τον Χολμπρουκ. 

Είναι νύχτα 30-31 Ιανουαρίου 1996, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη μια δύσκολη πολιτική συγκυρία για την Ελλάδα, (είχε παραιτηθεί ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου και ο νέος Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης δεν είχε πάρει καν ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή), πραγματοποίησε στρατιωτική απόβαση επί αφύλαχτου ελληνικού εδάφους και κατέλαβε μια από τις βραχονησίδες των Ιμίων.
Και στη συνέχεια, εφηύρε την καινοφανή θεωρία των «γκρίζων ζωνών», δηλαδή περιοχών, νησίδων, βραχονησίδων και νησιών του Αιγαίου, που είναι αδιευκρίνιστης εθνικής κυριαρχίας!
Στην ουσία, η Τουρκία μετά τα Ίμια και μέχρι σήμερα, αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία, σε δεκάδες Ελληνικά νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου.
Το κόστος, εκείνης της θυελλώδους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, νύχτας των Ιμίων, αποδείχτηκε πολύ βαρύ για την Ελλάδα. Τη νύχτα εκείνη η Ελλάδα πόνεσε, μάτωσε, διασύρθηκε, προδόθηκε, μίκρυνε!
Τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού οι Χ. Καραθανάσης, Ε. Γιαλοψός, Π. Βλαχάκος, θα χάσουν τη ζωή τους. Είναι το πλήρωμα του ελικοπτέρου, που εκτέλεσε αποστολή αναγνώρισης στα Ίμια και κατά την επιστροφή του, θα συντριβεί στη θάλασσα.
Η Ελλάδα υποχρεώθηκε, για πρώτη φορά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να υποστείλει την ελληνική σημαία από τμήμα της ελληνικής επικράτειας, τα ΙΜΙΑ.
Όταν ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Σημίτης έδωσε εντολή στον Α/ΓΕΕΘΑ Ναύαρχο Χρ. Λυμπέρη να στείλει καταδρομείς και να υποστείλουν την Ελληνική σημαία από τα ΙΜΙΑ, ο Α/ ΓΕΕΘΑ του απάντησε, ότι αυτό δεν γίνεται, διότι εξευτελίζονται οι Ε.Δ. και θα είναι ντροπή να το μάθει ο ελληνικό λαός.
Τότε επενέβη ο ΥΠΕΞ Θ. Πάγκαλος και είπε «Θα πούμε Αρχηγέ, ότι ο αέρας πήρε την ελληνική σημαία και τη χάσαμε»!!!
Επίσης, τα γεγονότα στα Ίμια κλόνισαν την εμπιστοσύνη του Λαού , αλλά και της στρατιωτικής ηγεσίας στην αξιοπιστία της κυβέρνησης, ειδικά όταν ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης ευχαρίστησε από το βήμα της Βουλής τους Αμερικανούς, για τον καταλυτικό τους ρόλο στην αποκλιμάκωση της έντασης.
Αναμφίβολα, δύο είναι οι βασικές πτυχές των γεγονότων των Ιμίων: η στρατιωτική και η πολιτική.
Το γεγονός ότι οι Τούρκοι κατόρθωσαν να αποβιβάσουν στρατιωτική ομάδα στη μία των βραχονησίδων Ίμια συνιστά σοβαρή αποτυχία της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας.
Πρόκειται για σφάλμα τακτικής του τότε Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Ναύαρχου Χρ. Λυμπέρη.
Και ακόμη, το γεγονός ότι η ελληνική στρατιωτική ηγεσία έμαθε την κατάληψη της βραχονησίδας από την τηλεόραση, συνιστά παταγώδη αποτυχία των δυνάμεων επιτήρησης της περιοχής, αλλά και των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών.
Παραθέτουμε όμως το εξής ενδιαφέρον περιστατικό.
Ο αείμνηστος Ναύαρχος Λεωνίδας Βασιλακόπουλος, τότε επικεφαλής της ΕΥΠ, είχε μεταβεί στη Βουλή και ζητούσε να ενημερώσει επειγόντως τον πρωθυπουργό, για μια πολύ σοβαρή πληροφορία, σχετικά με τα ΙΜΙΑ.
Ο Κ.Σημίτης δεν του επέτρεψε να μπει στην Αίθουσα και τον παρέπεμψε, να ενημερώσει τον Τ. Μαντέλη, ο οποίος του είπε, αργότερα, διότι ήταν ότι είναι πολύ απασχολημένος! 

Την ίδια στγμή, ο πρώην Πρωθυπουργός, κάνει παρέμβαση και για το Σκοπιανό!
Ο Κ. Σημίτης επισημαίνει ότι είναι απαραίτητο να γίνει σοβαρή και υπεύθυνη διαπραγμάτευση καθώς και αντιπαράθεση στον εθνικολαϊκισμό.
Συγκεκριμένα στη δήλωσή του ο Κώστας Σημίτης αναφέρει:
«Προϋπόθεση ευημερίας της Ελλάδας είναι η καλή της επικοινωνία με τον βαλκανικό της περίγυρο. Αυτό λέει η Ιστορία. Το εθνικό συμφέρον επομένως, επιτάσσει μια λύση στο εκκρεμές πρόβλημα που βαραίνει τη σχέση μας με την ΠΓΔΜ. Η συγκυρία ανοίγει την πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον υπάρξει μια σοβαρή και υπεύθυνη διαπραγμάτευση, έχοντας ως βάση την ενδιάμεση συμφωνία. Στον εθνικολαϊκισμό πρέπει να αντιτάξουμε την πολιτική βούληση, την ευθύνη και τον ενσυνείδητο πατριωτισμό».
Παρέμβαση έκανε και ο κ. Βενιζέλος, ο οποίοις ούτε λίγο, ούτε πολύ, εξύβρισε τοτς συμμετέχοντες στα συλλαλητήρια, ενώ εμμέσως στήριξε ΣΥΡΙΖΑ στις διαπραγματεύσεις.
Η διπλή γλώσσα της κυβέρνησης στο θέμα του ονόματος των Σκοπίων και η τυχοδιωκτική επιλογή της να επιχειρήσει να μεταφέρει τη διαφωνία από το εσωτερικό της, στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης, είχε ως αποτέλεσμα, στο συλλαλητήριο της περασμένης Κυριακής, να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο υποκατάστασης των θεσμών κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, τονίζει με άρθρο του στο Βήμα της Κυριακής ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος.
«Είναι άλλο η διαδήλωση του αισθήματος ή του φρονήματος των πολιτών και άλλο η αξίωση μιας έστω μεγάλης συγκέντρωσης να υποκαταστήσει τις συνταγματικά προβλεπόμενες δημοκρατικές διαδικασίες. Είναι διαφορετικό να ασκείται κριτική ακόμη και απαξιωτική σε κόμματα, πρόσωπα, επιλογές και άλλο να χρησιμοποιείται η ευαισθησία όσων προσήλθαν αυθόρμητα σε μια συγκέντρωση, χωρίς να αποτελούν τον σκληρό οργανωτικό της πυρήνα, ως ευκαιρία για να διαμορφωθούν νέα κομματικά σχήματα ή να οικοδομηθούν προσωπικές πολιτικές σταδιοδρομίες δεύτερης ευκαιρίας», τονίζει.
«Ως ζητούμενο δεν τέθηκε η ευρύτερη συναίνεση γύρω από μια ενδεχόμενη συμφωνία, αλλά η διευκόλυνση της κυβέρνησης να παραμείνει στην εξουσία και να διατυπώνει, δια των δυο κυβερνητικών εταίρων, διπλό λόγο, λέγοντας τα μεν σε ένα ακροατήριο και τα απολύτως αντίθετα σε ένα άλλο ακροατήριο. Το αποτέλεσμα είναι να οργανωθεί ταχύτατα μια επιχείρηση υποκατάστασης των πολιτικών κομμάτων και μέσω αυτών των ίδιων των θεσμών της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, από κύκλους που φάνηκαν να διαθέτουν ετοιμότητα και επαρκή μέσα. Όχι για να οργανώσουν μια εντυπωσιακή συγκέντρωση καθώς αυτό επιτυγχάνεται μόνο όταν υπάρχει αυθόρμητη συμμετοχή, αλλά προκειμένου να δοθεί επικοινωνιακά το στίγμα που ήθελαν. Αυτό έγινε με την επιλογή των ομιλητών, το περιεχόμενο μίας κυρίως ομιλίας και το ύφος του «ψηφίσματος». Είναι διαφορετικό ζήτημα η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι προκειμένου να ασκηθεί πίεση προς τα αρμόδια συνταγματικά όργανα, και πρωτίστως τη Βουλή και την κυβέρνηση και άλλο η αξίωση υποκατάστασης από μια συγκέντρωση των οργάνων που έχουν τη βαρειά ευθύνη άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και στάθμισης πλήθους παραμέτρων που συγκροτούν το εθνικό συμφέρον όχι μόνο συγκυριακά αλλά και ιστορικά», προσθέτει.
Τι σημαίνουν αυτές οι παρεμβάσεις; Πως πολύ απλά, βγήκαν οι πολιτικοί σκελετοί από τις ντουλάπες για να στηρίξουν ΣΥΡΙΖΑ, καθώς, ότι και να μας λένε οι ΑΝΕΛ, υποβόσκει μελλοντική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΔΗΣΥ, με τους ΑΝΕΛ να μένουν εκτός.
pentapostagma

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (43)

Συνέχεια από: Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.
του Enrico Berti.

         
Στην αρχή των Τοπικών, αμέσως μετά την διάκριση τού διαλεκτικού συλλογισμού από τον Επιστημονικό, τόν Εριστικό και από τόν Παραλογισμό, ο Αριστοτέλης δείχνει "για πόσα και για ποιά πράγματα είναι χρήσιμη η διαπραγμάτευση", δηλαδή η μάθηση τής διαλεκτικής, και απαριθμεί τρείς τομείς στους οποίους αυτή η χρησιμότης αναφέρεται και στους οποίους είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί η διαλεκτική: η άσκηση (γυμνασία), οι συναντήσεις (εντεύξεις, εκείνες που θα ονομάζαμε σήμερα "οι ανθρώπινες σχέσεις") και οι κατά φιλοσοφίαν (συμμορφούμενες) επιστήμες! Αυτή η τελευταία έκφραση υποδεικνύει την γνώση γενικώς, περιέχουσα τόσο εκείνες τις οποίες ονομάζουμε επιστήμες όσο και εκείνες τις οποίες ονομάζουμε φιλοσοφία! Κατά φιλοσοφίαν αντιτίθεται στο κατά δόξαν και σημαίνει την αληθινή και πραγματική γνώση τής αλήθειας! 
            Ότι η διαπραγμάτευση είναι χρήσιμη για την άσκηση (γυμνασία), εννοείται τής ίδιας τής διαλεκτικής, είναι προφανές καθαυτό: η κατοχή μιας μεθόδου μάς καθιστά ικανούς να "επιτεθούμε" (επιχειρείν) γύρω από αυτό που επροτάθη (πρόκειται για την διαλεκτική επίθεση, δηλαδή για την απόδειξη, την αναίρεση) [Τοπ. 101 α 25-30]. Αυτή η πρώτη χρήση, λοιπόν τής διαπραγμάτευσης είναι η πιό κατάλληλη, καθότι κατευθύνεται στην άσκηση τής διαλεκτικής, υπολογιζόμενης καθαυτής!
          Αλλά δέν είναι σ'αυτή την χρήση που θέλει να μας τραβήξει την προσοχή ο Αριστοτέλης. Συμπληρώνει λοιπόν ότι η εφαρμογή είναι χρήσιμη για τις συναντήσεις, δηλαδή για τις σχέσεις τις οποίες τυχαίνει να έχουμε με τους ανθρώπους, διότι εάν υπολογίσουμε τις γνώμες τού μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων, μπορούμε να συζητήσουμε μαζί τους ξεφεύγοντας από πεποιθήσεις οι οποίες είναι ξένες σ'αυτούς, αλλά από τις δικές τους, τροποποιώντας από τις συζητήσεις τους αυτό που μας φαίνεται λανθασμένο (Τοπ. 101 α 30-34). Αυτή η δεύτερη υπόδειξη αναφέρεται στην χρήση τής διαλεκτικής στις συζητήσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν την κοινωνική ζωή, όπως για παράδειγμα στις πολιτικές συζητήσεις ή τις νομικές, ή σε κάθε άλλο θέμα! Αυτό φανερώνει ότι η διαλεκτική τέχνη, πέραν τής καθαυτής χρήσης της, μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλα, δηλαδή να χρησιμοποιηθεί με άλλους σκοπούς. Πρόκειται για εφαρμογές τις οποίες βρίσκει στο απέραντο πεδίο τής ρητορικής, χειριζόμενος την οποία ο Αριστοτέλης αναφέρει αυτό το χωρίο τών Τοπικών (Ρητορική, 1355 α 27-29).
          Τέλος ο τρίτος τομέας, για τον οποίο είναι χρήσιμη, συνίσταται από τις επιστήμες οι οποίες συμμορφούνται με την φιλοσοφία και εδώ ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο πιθανές χρήσεις τής διαλεκτικής:
         1) Πρώτα απ'όλα, καθώς είμαστε ικανοί να αναπτύξουμε τις απορίες και πρός τις δύο κατευθύνσεις (πρός αμφότερα διαπορήσαι), θα βρούμε λοιπόν πιό εύκολα σε κάθε πεδίο τόσο το αληθές όσο και το ψευδές (κατοψόμεθα τ'αληθές τε και το ψεύδος). 
         2) Επι πλέον η χρήση της είναι πολύτιμη σε σχέση με τις αρχές κάθε επιστήμης, διότι, ξεκινώντας από τις ιδιαίτερες αρχές τής εν λόγω επιστήμης, είναι αδύνατον να πούμε κάτι σχετικά μ'αυτές, δεδομένου ότι οι αρχές έρχονται πρίν από κάθε πρόταση, και επομένως είναι αναγκαίο, να συζητήσουμε στην βάση τών αντιρρήσεων οι οποίες αξίζουν και αναγνωρίζονται (διά των ... ενδόξων) γύρω από κάθε πράγμα. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η δουλειά τής διαλεκτικής, "διότι καθώς είναι εξεταστική διαθέτει την οδό που οδηγεί στις αρχές όλων τών επιστημονικών πραγματειών" (Τοπ. 101 α 34 -b 4).
          Συνήθως υπογραμμίζεται αυτή η δεύτερη χρήση, η οποία είναι εισαγωγικού χαρακτήρος στην καθαυτή επιστήμη. Είναι κατανοητό εξάλλου, ότι αφού οι αρχές δέν μπορούν να αποδειχθούν, η μοναδική δυνατή προσέγγιση σ'αυτές είναι τύπου διαλεκτικής και ότι η διαλεκτική λοιπόν διαθέτει την πρόσβαση σε όλες τις επιστήμες. Αυτή της η χρήση όμως δέν προσφέρει μία πραγματική γνώση. Γνωρίζουμε ότι ο Αριστοτέλης τοποθετεί πιό υψηλά την γνώση των αρχών από την ίδια την επιστήμη, δηλαδή τον νού, οριζόμενον τώρα σαν επιστήμης αρχή, τώρα σαν επιστήμη αναπόδεικτος! (Αναλυτ. Ύστερα  ΙΙ 19, 100 b 15).
          Αλλά αυτό στο οποίο δέν στάθηκε αρκετά η προσοχή τών μελετητών είναι η πρώτη χρήση τής διαλεκτικής σε σχέση με τις επιστήμες, εκείνη η οποία ορίζεται σαν "ανάπτυξη τών αποριών πρός αμφότερες τις κατευθύνσεις", η οποία σύμφωνα με τον Αριστοτέλη οδηγεί σε μία αληθινή και πραγματική γνώση τής αλήθειας, δηλαδή να κατοψόμεθα τόσο το αληθές όσο και το ψέμα! Εδώ δέν πρόκειται πλέον για μία εισαγωγή, δηλαδή εξωτερική ώς πρός την πραγματική γνώση διαδρομή, αλλά γιά συστατική, η οποία οδηγεί καθαυτή στην γνώση και παράγει επιστήμη. Αυτή είναι η "διαλεκτική δύναμις", η οποία διακρίνει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, την πλατωνική διαλεκτική από την Σωκρατική και η οποία συνίσταται στην ικανότητα έρευνας τών αντιθέτων ανεξαρτήτως τής ουσίας και στον καθορισμό εάν και πότε η επιστήμη τού ενός είναι και επιστήμη τού άλλου. Η ανάπτυξη των αποριών και πρός τις δύο κατευθύνσεις είναι μία έρευνα στα αντίθετα και η ανακάλυψη τού αληθούς όσο και τού ψεύδους είναι η απόκτηση επιστήμης και των δύο!
          Προφανώς αυτή η ανάπτυξη πρέπει να χρησιμοποιηθεί εκεί όπου δέν είναι δυνατόν να γίνουν πραγματικές αποδείξεις, διότι δέν διατίθενται αρχές για το ξεκίνημα! Αυτό ισχύει και στην περίπτωση τής έρευνας τών αρχών, και γι'αυτό η δεύτερη από τις δύο επιστημονικές χρήσεις τής διαλεκτικής, είναι κατά κάποιο τρόπο, μία ιδιαίτερη περίπτωση τής πρώτης, δηλαδή τής αναπτύξεως τών αποριών. Μόνον που όταν αυτή αναπτύσσεται με τον τρόπο που έδειξε η πρώτη, δέν είναι πλέον μία συζήτηση απλώς εισαγωγική στην γνώση, αλλά είναι δομή, πρόοδος, διαδρομή, τής ίδιας της γνώσεως!
          Το πεδίο εφαρμογής αυτής τής προόδου είναι η "πρώτη φιλοσοφία" δηλαδή η επιστήμη τού όντος σαν όντος και τών πρώτων αρχών του! Η Μεταφυσική. Η οποία δέν κινείται απά ήδη γνωστές αρχές αλλά συνίσταται στην ίδια την έρευνα και την ανακάλυψη τών αρχών. Ακριβώς λοιπόν στο ξεκίνημα τής Μεταφυσικής, στο βιβλίο που αφιερώνεται στην ανάπτυξη τών αποριών, δηλαδή στο ΙΙο, ο Αριστοτέλης παρουσιάζει αυτή την εργασία σαν την ίδια την πρόοδο τής πρώτης φιλοσοφίας. "Είναι ανάγκη για την επιζητούμενη επιστήμη να στραφούμε κατά πρώτον στις απορίες και τις δυσκολίες, αυτές είναι οι διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν σχηματίσει κάποιοι και επίσης σε άλλα προβλήματα που έχουν παραβλέψει. Για όσους θέλουν να εξέλθουν από αυτές τις απορίες (ευπορήσαι) είναι ωφέλιμο το διαπορήσαι καλώς. Διότι η ύστερον ευπορία εξαρτάται από την λύση των πρότερον απορουμένων" (Μετ. ΙΙ, 995 α 24-29). Εδώ σημειώνονται τρείς συνεχόμενες στιγμές στις οποίες αρθρώνεται η πρόοδος: 1) Η τοποθέτηση τής απορίας, δηλαδή η τοποθέτηση σε αντιπαράθεση τις αντίθετες γνώμες γύρω από το ίδιο θέμα: 2) Η ανάπτυξη τής απορίας, δηλαδή η απαγωγή τών συνεπειών που προέρχονται από την κάθε μια από τις δύο γνώμες που αντιτίθενται, για να φανεί ποιές περιέχουν δυσκολίες, δηλαδή αντιφάσεις και ποιές όχι. 3) Η λύση τής απορίας, δηλαδή να φανεί ποιά από τις εξεταζόμενες γνώμες είναι αληθής ή ψευδής (ή σε πιό μέτρο η μία είναι αληθινή και η άλλη ψεύτικη) αναλόγως τών συνεπειών που φέρουν η μία ή η άλλη και κατά πόσον είναι ανυπόστατες. Είμαστε δηλαδή στην παρουσία τής ίδιας προόδου την οποία έδειξε ο Πλάτων στην Πολιτεία, σαν μία "οδό για την κατάκτηση τής ανυποθέτου αρχής", την οποία ο ίδιος εφάρμοσε στον Παρμενίδη. Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ εφαρμόζεται η αρχή τής μή-αντιφάσεως σαν κριτήριο για να εντοπιστεί το ψέμα και η αρχή τής τρίτου αποκλείσεως σαν κριτήριο για να εντοπιστεί το αληθές. Αλλά προκειμένου αυτό να είναι δυνατόν είναι αναγκαίο το σύνολο τών απόψεων που ελέγχονται να εξαντλούν όλες τις δυνατές θέσεις, δηλαδή να δίνει θέση σε όλες τις αντιφατικές προτάσεις και όχι μόνον στις αντίθετες. Και λέει περί αυτού ο Αριστοτέλης αμέσως μετά: "γι' αυτό πρέπει κάποιος να εξετάσει από πριν όλες τις δυσχέρειες (διὸ δεῖ τὰς δυσχερείας τεθεωρηκέναι πάσας πρότερον), τόσο για τους λόγους που αναφέραμε, όσο και γιατί όσοι αναζητούν χωρίς να διατυπώνουν απορίες (ἄνευ τοῦ διαπορῆσαι), μοιάζουν με όσους δέν ξέρουν που βαδίζουν αλλά και γιατί ακόμη και αν βρούν το ζητούμενο δέν το αναγνωρίζουν" και προσθέτει: "επιπλέον είναι αναγκαίως σε καλύτερη θέση για να κρίνει αυτός που άκουσε όλους τους λόγους (λόγων ἀκηκοότα πάντων), από εκείνους οι οποίοι λογομαχούν σαν αντίδικοι αμφισβητούντες την διαδικασία" (Μετ ΙΙ. 995 α 33 - b 4)!
Αμέθυστος. 

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (81)

                                      
                                      PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                         ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
                                 ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος

           ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ - «ΕΓΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ»

                                             19.  Μ Ε Ν Ω Ν
                                                 ( συνέχεια )

     Με μια και μοναδική ερώτηση επισημαίνει ο Σωκράτης, πως δεν θα μπορούσε να ονομάζεται το ΄άρχειν’, αλλά μόνον το δίκαιο ‘άρχειν’ «αρετή», και οδηγεί τον Μένωνα να ‘εξισώση’ με τη «δικαιοσύνη» την αρετή. Μοιάζει να έχη οδηγηθή έτσι σε μιαν πιο σωστή τροχιά ο Μένων, και μοιάζει να υπερπηδά το άλμα απ’ το άρχειν στη δικαιοσύνη ολόκληρον τον μακρύ εκείνον δρόμο τού διαλόγου «Αλκιβιάδης» ή και της συζήτησης με τον Καλλικλή. Για να φανή αμέσως όμως, πως δεν υπήρξε κάποια γνήσια ΄κατανόηση’ εδώ. Γιατί προσθέτει σε μιαν κριτική παρατήρηση του Σωκράτη ο Μένων, πως υπάρχουν και άλλες αρετές, τις οποίες και απαριθμεί. Έχουμε λοιπόν εδώ τυπικά την ίδια πολλαπλότητα όπως και στην πρώτη προσπάθεια ορισμού, ενώ είναι διδακτικό αντικειμενικά, ότι προσθέτει στις τέσσερις σωκρατικές αρετές και τη μεγαλοπρέπεια ο Μένων – που είναι γενικά για τον Πλάτωνα ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό αυτού που γεννήθηκε για να ‘άρχη’ (Πολιτεία 536 Α) - , υπολογίζοντας και «πάρα πολλές άλλες». Υπενθυμίζει ωστόσο το παλαιό σφάλμα εδώ ο Σωκράτης. Και ομολογεί ο Μένων, πως δεν μπορεί πράγματι να ανακαλύψη τη μια και κοινή σε όλα αρετή. «Είναι φυσικό», του απαντά ο Σωκράτης. Και καταλαβαίνουμε, ότι δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό που δεν είμαστε, κατά την άποψη του Πλάτωνα. Ξεκινά ωστόσο τώρα μιαν άσκηση (μελέτη, 75 Α) με τον συνομιλητή του ο Σωκράτης. Αναζητώντας «αυτό που είναι το ίδιο σε όλα» (ταυτόν επί πάσιν) στις έννοιες «μορφή» και «χρώμα», και περιπίπτοντας σκόπιμα στο λάθος, να θέλη να προσδιορίση τη μορφή με το χρώμα, ένα Χ με ένα Υ, κάτι που δεν του το επιτρέπει, και σωστά, ο Μένων. (Οι Πυθαγόρειοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη «χρώμα» γι’ αυτό που ονομάζεται αργότερα «επιφάνεια»· και μπορούμε να δούμε εδώ, όπως και στα επόμενα, τί συζητούσαν στην Ακαδημία). Γίνονται όμως πιο σοβαρά κατόπιν τα πράγματα. Παραπέμπει δυό φορές με τη λέξη «διαλεκτικά» (“dialektisch” – 75 D) στη μέθοδο ο Σωκράτης, προσδιορίζοντας, ότι πρέπη να επιβεβαιώνη σε κάθε βήμα ότι κατανοεί κι ότι συμφωνεί αυτός που ερωτάται. Και πρέπει ν’ αναρωτηθούμε, μήπως σκέπτεται ήδη εδώ πολλά περισσότερα απ’ ό,τι αυτό και μόνο μ’ αυτήν τη λέξη ο Πλάτων, και μήπως ξεκινά να διαγράφεται η διαλεκτική οδός τής «Πολιτείας», καθώς στρέφεται αμέσως προς τα Μαθηματικά η συζήτηση. «Μορφή – που σημαίνει εδώ επιφάνεια – είναι ο περιορισμός τού σωματικού», λέει ο πρώτος ορισμός, που επανέρχεται σχεδόν κατά λέξη, και μόνον πιο οξύς, στον Αριστοτέλη, και με μιαν ελαφριά πάλι παραλλαγή στον Ευκλείδη. Για να περάσουμε απ’ τα μαθηματικά στη φυσική: προσπαθώντας να ορισθή εννοιολογικά μέσα από μια φυσιολογική θεωρία τού Εμπεδοκλή η ουσία τού χρώματος. Είναι καλύτερος ωστόσο ο ορισμός τής μορφής, λέει ο Σωκράτης, χωρίς να διευκρινίζη προς το παρόν αυτό το ‘καλύτερος’, και ειρωνευόμενος μόνον την πρόθεση του Μένωνα, που θα ήθελε πάλι να ‘αποχωρήση’, χωρίς «να έχη μυηθή», «απ’ τα Μυστήρια» (Mysterien). Ενέταξε ο ίδιος ο Πλάτων αργότερα αυτήν τη θεωρία τού χρώματος στον μύθο τού «Τίμαιου». Κι αν την ονομάζη εδώ, χλευάζοντάς την, «εντυπωσιακή όπως ένα θεατρικό έργο» (τραγική), και προτιμά τον ορισμό τής μορφής απ’ αυτήν, υποδηλώνεται μ’ αυτό, ότι μπορεί να κατανοηθή άμεσα ο μαθηματικός ορισμός, ενώ προϋποθέτει μια θεωρία, στην οποία δεν χρειάζεται όμως να συμφωνούν όλοι, ο φυσικός. «Σου αρέσει όμως καλύτερα, επειδή έχει ακριβώς τη ‘γεύση’ τού θεάτρου». Και βλέπουμε, με ποιο κριτήριο ‘προτιμά’ ο μαθητής τών ρητόρων, και πώς τον διδάσκει να επιλέγη το σαφές και συνετό αντί για το εντυπωσιακό ο Σωκράτης. (Μπορούμε να μάθουμε  κάποια πράγματα για τη μέθοδο της πλατωνικής Ακαδημίας απ’ αυτό το σημείο τού «Μένωνα», όσο κι αν δεν μας επιτρέπεται να ‘αναβιβάσουμε’ ούτε αυτόν τον διάλογο, όπως και κανέναν άλλον, σε «πρόγραμμα της  Ακαδημίας»).   (( Σημ. τ. μετ.: Εδώ να αναφέρουμε τη σχολή τής Tübingen, η οποία και ανέδειξε στις μέρες μας τη μεγάλη σημασία τής προφορικής διδασκαλίας στον Πλάτωνα, αποσπώντας την έρευνα απ’ την απόλυτη μέχρι τότε προσκόλληση στους διαλόγους ως πηγή γνώσεως της ‘αθάνατης’ ελληνικής φιλοσοφίας… - Μπορεί να δη κανείς σχετικά μ’ αυτό το θέμα στις αναρτήσεις μας… )) .
      Μπορεί ν’ αναρωτηθή κανείς εδώ, μήπως κρύβεται και κάτι περισσότερο πίσω απ’ το μεθοδικό παράδειγμα, όπως βοηθά π.χ. στο να διευκρινιστή και το ίδιο το ζητούμενο αντικείμενο, πέρα απ’ τον σαφή μεθοδικό σκοπό, τόσο ο εννοιολογικός ορισμός τού ψαρέματος με το αγκίστρι στον «Σοφιστή», όσο και το παράδειγμα της υφαντουργίας στον «Πολιτικό», καθώς αποδεικνύεται ως κάποιος που ‘αγκιστρώνει’ ο σοφιστής, κι ως ένας που ‘υφαίνει’ ο πολιτικός. Μήπως δεν καθίσταται κι εδώ, στη μορφή ως ‘περι-ορισμό’, η ίδια η αρετή εναργής (ορατή…);   (( Σημ. τ. μετ.: Πράγματι αγαπούσαν απόλυτα το συγκεκριμένο οι αρχαίοι μας πρόγονοι… )) . Και μήπως δεν υποτάσσεται, αν αναλογιστούμε την οντολογία τού «Φίληβου», ακριβώς όπως η στερεομετρική μορφή, στο είδος τού Είναι τού περι-ορισμένου η αρετή, ενώ ανήκει στο βασίλειο του απροσδιόριστου και απεριόριστου το χρώμα και η ευχαρίστηση ή ηδονή; Και μήπως δεν διαχωρίζονται τελικά η μεθοδική και η πραγματική (αντικειμενική…) αξία αυτού τού παραδείγματος, καθώς επιδιώκει την αληθινή αρετή, τη μορφή, το όριο, τον εννοιολογικό προσδιορισμό ο Σωκράτης, ενώ το αντίθετο σε όλ’ αυτά ο Μένων;
       Απαιτεί λοιπόν ακόμα πιο έντονα απ’ ό,τι στον δεύτερον ορισμό στην αρχή τού τέταρτου ορισμού ο Σωκράτης, ότι πρέπει να αναφερθή στο σύνολο αυτός ο ορισμός, κι ότι πρέπει να σταματήση να κατακερματίζη την ενότητα της αρετής ο Μένων. Και διατυπώνεται ως εξής αυτός ο τέταρτος ορισμός: να επιθυμής το ωραίο και να είσαι σε θέση να το αποκτήσης, αυτό είναι η αρετή (επιθυμούντα τών καλών δυνατόν είναι πορίζεσθαι – 77 Β). Και βλέπουμε, πως πρόκειται πάλι για το «άρχειν» ή το «εξουσιάζειν». Μόνον που φαίνεται σαν να έχη προσέξει ο Μένων, πως θα έπρεπε να απαρτίζεται από δυό κατά κάποιον τρόπο μέρη ένας ορισμός. Η κριτική τού Σωκράτη συνίσταται εδώ, στο ότι εξαλείφει ως κάτι το αυτονόητο και καθόλου ιδιαίτερο και διακριτό το πρώτο μέρος. Γιατί δεν μπορεί κανείς βέβαια να επιθυμή το άσχημο και το βλαβερό, αφού δεν θέλει κανείς να είναι δυστυχής. Ενώ αντιτίθεται σ’ αυτό η συνηθισμένη άποψη και λέει, πως μπορεί να θέλη τόσο το καλό όσο και το κακό κανείς. Συνίσταται όμως σ’ αυτό ακριβώς το παιδαγωγικό έργο τού Σωκράτη, στο να να αποκαλύψη την κρυμμένη απ’ αυτούς τούς ίδιους βαθύτερή τους φύση στους ανθρώπους. Και μας έδειξε στον «Λύση», ότι απευθύνεται πάντοτε προς το ωραίο η επιθυμία, και στον «Γοργία», ότι δεν μπορεί να «θέλη» παρά μόνον το καλό ο άνθρωπος    (( Σημ. τ. μετ.: Όλα τα ‘άλλα’ είναι οι ασθένειες και διαστροφές τής ‘πεσμένης’ μας ψυχής… Γι’ αυτό και παίρνει αυτήν τη βαθύτατη ‘ανάσα’ με την ελληνική φιλοσοφία όλη η ‘ανθρωπότητα’, προετοιμάζοντας και την υποδοχή – όστις θέλει - τού όντως Δημιουργού και Σωτήρα μας… )) . Αυτό που αποτελεί μιαν ταυτολογία (Tautologie) για την τυπική κριτική, σημαίνει για την αντικειμενική  κριτική, ότι δεν μπορεί να αποφασίση διαφορετικά παρά για το καλό ο άνθρωπος.  -
     Είπαμε πως προκύπτει βασικά απ’ τον πρώτο και τον δεύτερο ο τέταρτος ορισμός. Κάτι που φαίνεται αμέσως όταν κρίνουμε εκείνο που απομένει αφαιρώντας την ταυτολογία: Είναι η ικανότητα τού να αποκτάς για τον εαυτό σου τα καλά πράγματα η αρετή (78 D). Καθώς είναι κι εδώ για τον Μένωνα η «εξουσία» το κορυφαίο καλό. Ρωτά όμως κι εδώ, όπως και πριν ο Σωκράτης: μήπως θά ’πρεπε να προσθέσουμε και τον «δίκαιο» τρόπο αυτής τής επιτυχίας (78 D, πρβλ. 73 D) ; Γιατί δεν θα υπήρχε τότε καν στο να εξασφαλίσης κάτι για τον εαυτό σου η αρετή – αλλά θα μπορούσε να υπάρχη και στο ακριβώς αντίθετο! Αρκεί να συντελείται με «δικαιοσύνη» ό,τι συντελείται. – Και φτάνουμε πάλι στις μεμονωμένες αρετές τού τρίτου ορισμού, οπότε και κρίνουμε, πως μάλλον την κατακερματίζουμε, αντί να την αντιλαμβανόμαστε την αρετή. Και πώς παρουσιάζεται αυτό τυπικά; Με το να νομίζουμε ότι προσδιορίζουμε με ένα μέρος του το ζητούμενο πράγμα, ορίζοντας μ’ ένα Υ ένα Χ, για το οποίο όμως γνωρίζουμε εξίσου ελάχιστα όπως και για το Χ. Το οποίο και φανερώνει εξ αντικειμένου, ότι δεν μπορούν να διακρίνουν, αυθαίρετοι την αρετή οι άνθρωποι. Οπότε και ζητά μιαν καινούργια απάντηση, εξ αρχής, ο Σωκράτης. Εφ’ όσον χρειαζόμαστε πράγματι να μεταστραφούμε πλήρως, για να εξέλθουμε απ’ τον κύκλο όπου και περιστρεφόμαστε. Ενώ όμως τέλειωνε απότομα εδώ ο «Ευθύφρων», πραγματοποιεί τώρα ο «Μένων» αυτήν τη μεταστροφή.
     Προχωρά πλέον μόνο και μόνο γι’ αυτό ο διάλογος, επειδή συνειδητοποιήθηκε η απορία (Aporie). Οδήγησε μέχρις εδώ τον Μένωνα ο Σωκράτης, ώστε να φωτιστή τώρα, στο μέσον τού διαλόγου, η ουσία τής κατάστασης και να υποδειχθή η διέξοδος. Παρομοιάζει ο Μένων – κι είναι ένας τρόπος ‘συναναστροφής’ η παρομοίωση, αν σκεφτούμε μάλιστα το μέγιστο εκείνο παράδειγμα που μας προσφέρει στο «Συμπόσιο» ο Αλκιβιάδης- παρομοιάζει με μια ‘νάρκη’, μια ‘μουδιάστρα’ τον Σωκράτη· την εμφάνισή του: τα ‘γουρλωτά’ μάτια και την ‘πλατειά’ μύτη· προπάντων όμως την επίδραση που εξασκεί: εκείνο το ‘χτύπημα’, που παραλύει. Μια εικόνα που αφορά μόνο στην εντύπωση βέβαια, αλλά όχι και στην ουσία τής σωκρατικής επίδρασης. Γιατί δεν οδηγεί μόνον τούς άλλους στην απορία ο Σωκράτης, αλλά συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του στην απορία· καθίσταται δηλ. σαφές, ως προϋπόθεση της παιδαγωγίας του, το σωκρατικό «ουκ οίδα». Ενώ δεν μένει σ’ αυτό ο Σωκράτης, αλλά είναι έτοιμος και να βοηθήση, και να προχωρήση στην από κοινού αναζήτηση (συζητήσαι).
      Διαφαίνεται λοιπόν στην ‘παρομοίωση’, αλλά και στην κριτική που τη συμπληρώνει, η ουσία τής σωκρατικής παιδαγωγίας, όπως και σ’ ένα παρόμοιο άλλωστε κριτικό σημείο τού «Θεαίτητου», στην εικόνα τής μαιευτικής τέχνης. Ενώ πλησιάζουμε και στις δυό περιπτώσεις στο συζητούμενο πρόβλημα, εκεί στη γνώση, κι εδώ στην αρετή, «περί τίνος άραγες πρόκειται στην πραγματικότητα» (ότι ποτ’ έστιν – Μένων 80 D, Θεαίτ. 151 D).
      Δεν ακολουθείται βέβαια κατ’ αρχάς η οδός αυτού τού ερωτήματος στον «Μένωνα». Αλλά για να φτάσουμε στο επίπεδο που επιθυμεί ο Πλάτων, πρέπει να αμφισβητήση πρώτα ο μαθητής τού σοφιστή την ετοιμότητα του δασκάλου για κοινή έρευνα, ερίζοντας, όπως και στον «Ευθύδημο», ότι δεν μπορεί ν’ αναζητά κανείς αυτό που δεν γνωρίζει, και δεν χρειάζεται απ’ την άλλη ν’ αναζητήση αυτό που γνωρίζει. Κι αυτό είναι εδώ το μέσον που χρησιμοποιεί ο Πλάτων, για να βρη τον δρόμο προς τον μύθο τής ψυχής, και να τον αντιπαραθέση στην εριστική άρνηση της έρευνας, ως ένα πανίσχυρο σύμβολο ενός εντελώς διαφορετικού κόσμου. Το έχει ακούσει από σοφούς άνδρες και γυναίκες ο Σωκράτης: είναι αθάνατη η ψυχή, κι ας πέθανε πολλές φορές κατά τον τοκετό. Απέκτησε πείρα όλων τών πραγμάτων «εδώ και στον Άδη», και μπορεί να ξαναβρή γι’ αυτό, αν ένα απ’ αυτά θυμηθή, και όλα τα άλλα, εφ’ όσον «συγγενεύουν αναμεταξύ τους όλα τα φυσικά όντα». Είναι «ανάμνηση» λοιπόν η μάθηση. Η εριστική αμφιβολία για τη γνώση ακούγεται ευχάριστη στ’ αυτιά τής νωθρότητας, λέει ο Σωκράτης, ενώ η θεμελίωσή της, όπως μάς έχει παραδοθή στον μύθο, καθιστά ενεργητικό και ερευνητικό τον άνθρωπο.
      O μύθος παραπέμπει στον Άδη, στον κόσμο που δεν μπορούμε να τον δούμε (αιδές) με τα γήινα μάτια, στο βασίλειο της τέλειας γνώσης, όπως ετυμολογείται στον «Κρατύλο» (404 Β). Μήπως είναι λοιπόν λιγότερο μακρινός ο δρόμος απ’ τον Μύθο στα Μαθηματικά, απ’ ό,τι μπορεί να φάνηκε στην αρχή; Επιχείρησε ήδη μια μαθηματική «άσκηση» προηγουμένως με τον Μένωνα ο Σωκράτης (75 Α, 76 Α). Και θα φανερωθή τώρα, στην περίφημη μαθηματική ‘ώρα διδασκαλίας’, πώς «θυμάται» ένα οποιοδήποτε αγόρι απ’ τη συνοδεία τού Μένωνα, αρκεί να ξεύρη ελληνικά, αρκεί να μπορεί να συνομιλήση δηλ. κανείς μαζί του, καθοδηγούμενο απ’ τον Σωκράτη. Δείχνει ήδη στον «Αλκιβιάδη» στον νεαρό ο Σωκράτης, πως δεν «λέει» ο δάσκαλος αλλά ο μαθητής, δεν «λέει» αυτός που ρωτά αλλά αυτός που απαντά «το λεγόμενο», και απεικονίζεται εκεί μ’ ένα παράδειγμα απ’ την αριθμητική αυτή η ‘άποψη’, όπου και διατυπώνεται όσο το δυνατόν πιο απλά η διαλεκτική ‘μέθοδος’ του πλατωνικού Σωκράτη (112 Ε κ.ε.). Το ίδιο συμβαίνει δε εδώ με τον νεανία τού Μένωνα. Δεν χρειάζεται να ακολουθήσουμε όλα τα βήματα, με τα οποία και οδηγείται στον διπλασιασμό τού τετραγώνου ο μαθητής. Αρκεί να πούμε, πως συντελείται σε τρία στάδια αυτός ο δρόμος. Στο πρώτο διαπιστώνει ο Σωκράτης, πως νομίζει εσφαλμένα πως γνωρίζει ο μαθητής (82 Ε). Στο δεύτερο τον οδηγεί στην απορία, ως ένα απαραίτητο ενδιάμεσο στάδιο (84 Α – C). Και στο τρίτο τον οδηγεί στο να λύση το πρόβλημα· ή για να το πούμε με τον τρόπο τού μύθου: ξυπνά την ανάμνηση (86 C).
     Είναι προπαιδευτικά τα μαθηματικά: και θα φανή αυτό στην «Πολιτεία». Μήπως όμως έχει και πέρα απ’ το τυπικό της νόημα, και ένα συμβολικό η «άσκηση» στον «Μένωνα», όπως αποδεικνύεται στον «Γοργία» ως άγνοια της αναλογίας η θέληση για δύναμη; Φανερώθηκε στο πρώτο επίπεδο του «Μένωνα» ως μια παρομοίωση της αρετής η μαθηματική «μορφή». Παρέμεινε ωστόσο εν απορία η αναζήτηση της αρετής. Για να ‘ανυψωθούμε’ τώρα ξαφνικά στην «πραγματικότητα του όντος», για την οποία και μαθαίνουμε στην «Πολιτεία», πως κορυφούται σε κείνο που βρίσκεται «επέκεινα του Είναι», και είναι «άρρητο» λοιπόν. Πρόκειται άραγες για σύμπτωση, ή για μιαν αναφορά μάλλον σε κείνα τα ‘βάθη’, το ότι περιέχει εδώ η γεωμετρική εργασία, ο διπλασιασμός τού τετραγώνου, το πρόβλημα του ‘παραλόγου’, και άρα τού «άρρητου»;
     Θα θεωρηθή ωστόσο άλλη μια φορά στο τέλος τού αποσπάσματος ως φέρουσα πάντοτε στον εαυτό της την «πραγματικότητα του όντος», και γι’ αυτό ως αθάνατη η ψυχή. Κι όσο κι αν εγκαταλείπεται αμέσως αυτή η μυθική διατύπωση, μόλις θα θελήση κάποιος να δογματίση μ’ αυτήν, θα επιμείνη (θα εγγυηθή…) με λόγο και με πράξη ο Σωκράτης, ότι γινόμαστε  οι ίδιοι καλύτεροι και πιο γενναίοι, όταν ερευνούμε, απ’ ό,τι αν πεισθούμε σοφιστικά πως είναι αδύνατη η έρευνα. Δεν είναι παρεκτροπή στη χώρα τών ονείρων ο μύθος, αλλά πρόσκληση προς δράση: αυτός είναι ο σωκρατικο-πλατωνικός «πραγματισμός» (Pragmatismus).
      Αναπνέουμε λοιπόν άλλον αέρα σ’ αυτό το μεσαίο μέρος τού διαλόγου, απ’ ό,τι σε ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολουθεί. O «Φαίδων» θα μας πη αργότερα πως συζητούσε «συχνά» το πρόβλημα της «επανενθύμησης» ο Σωκράτης (72 Ε), και θα μας αναπέμψη έτσι στον «Μένωνα», στον βαθμό που αναπέμπη βέβαια γενικά ο ένας πλατωνικός διάλογος στον άλλον. Ενώ μπορούμε να πούμε και αντίστροφα, πως αποτελεί το μεσαίο μέρος τού «Μένωνα», θέτοντας εκείνην την άλυτη συνάρτηση ανάμεσα στην αιωνιότητα της ψυχής και τη γνώση τών Ιδεών, και με τη μυθική ατμόσφαιρα της «ορφικής» ποίησης του επέκεινα, μιαν πρώτη σύλληψη αυτού το οποίο και επεκτείνεται στον «Φαίδωνα». Εκφράζεται ίσως η συγγενική διείσδυση Λόγου και Μύθου στο ότι επανέρχεται και εδώ και εκεί σχεδόν κατά λέξη μια διατύπωση, με την οποίαν και ομολογεί ο Σωκράτης πως δεν εγγυάται και απολύτως για το ένα που έχει πη (ουκ άν πάνυ διισχυρισαίμην), ενώ παραμένει ισχυρότατα στο άλλο (Μένων 86 Β, Φαίδων 63 C, 114 D). Στον «Φαίδωνα» διαβαθμίζεται πολλαπλώς και επεκτείνεται κατά πολύ εκείνος ο  κύκλος προβλημάτων, ενώ δεν μπορούμε και να παραγνωρίσουμε ότι συνδέεται άμεσα και με τη μοίρα τού ίδιου του Σωκράτη. Στον «Μένωνα» καταλαμβάνει το επεισόδιο με τον υπηρέτη, που «θυμάται» το πυθαγόρειο θεώρημα, έναν μεγάλο συγκριτικά χώρο. Χρησιμοποιεί ο «Μένων» την αιωνιότητα της ψυχής, για να εξασφαλίση τη δυνατότητα γνώσης, μάθησης και κατανόησης απέναντι στη σοφιστική αμφιβολία· ενώ βλέπει αντίστροφα ο «Φαίδων», να εγγυάται η γνώση τού αιωνίως υπάρχοντος την αιωνιότητα της ψυχής. Αν υπολογίσουμε αυτές τις διαφορές, δεν μπορούμε τότε να παραγνωρίσουμε τη συγγένεια των δομών και την τοποθέτηση έτσι τού «Μένωνα» ανάμεσα στην απορητική ομάδα διαλόγων και τον «Φαίδωνα».


     ( συνεχίζεται )