Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ (4)

Συνέχεια από: Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

HEIMSOETH HEINZ


ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ ― Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

4. Ἀνέλιξη καὶ Ἀπορροή: ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη στὸν Πλωτίνο

Ὡστόσο, ὁ Ἀριστοτέλης, μέσα στὸ δυαδικὸ πλαίσιο τῶν βασικῶν ἀρχῶν του, θέλησε νὰ καταδείξει καὶ τὴ μεγαλειώδη συνοχὴ ποὺ παρουσιάζει τὸ κοσμικὸ οἰκοδόμημα. Τὸ ἔκανε διαμορφώνοντας μιὰ ἱεραρχία ἐπιπέδων – μέσω τῆς ἰδέας τῆς προοδευτικῆς Ἀνέλιξης. Ὁ Πλάτωνας δὲν ἐξέταζε παραπέρα πῶς συνδέονται ἡ Ἰδέα καὶ τὸ αἰσθητὸ-χωρικὸ στοιχεῖο. Ὁ μέγας μαθητής του τώρα τὰ συσχετίζει, συλλαμβάνοντας τὴ μορφὴ καὶ ὡς σκοπό. Τὸ κατώτερο στοιχεῖο δὲν μετέχει ἁπλῶς στὸ ἀνώτερο, ἀγωνίζεται νὰ τὸ πλησιάσει κιόλας: στὸν ἀγώνα αὐτὸν συνίσταται ἡ ζωή του καὶ ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν κόσμο. Ὁλόκληρη ἡ πραγματικότητα δέχεται τὶς δυνάμεις μιᾶς ἀνοδικῆς ἕλξης. 

Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα παλιὸ μοτίβο, ποὺ δὲν εἶχε χάσει τὴ ζωτικότητά του ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ πρωτοεμφανίστηκε, τὶς πρῶτες μέρες τῆς ἑλληνικῆς φυσικῆς φιλοσοφίας: τὸν συνδυασμὸ τῆς κοσμικῆς ἑνότητας μὲ τὴν πολλότητα καὶ τὶς ἀντιθέσεις μέσα στὴν ἰδέα τῆς προοδευτικῆς ἀνέλιξης. Τὸν συνδυασμὸ αὐτὸν οἱ φυσικοὶ φιλόσοφοι τὸν σκέφτονταν χρονικά: τὸ θέμα τους ἦταν ἡ γέννηση τοῦ κόσμου. Δίδασκαν, ὅπως εἶχε ἤδη κάνει ἡ μυθικὴ ποίηση, πῶς ὁ εὔτακτος κόσμος τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ὄντων σχηματίστηκε ἀπὸ τὸ χάος παίρνοντας τὴ μορφὴ πολυποίκιλτου κοσμήματος. Ἕνα τέτοιο ἑνιαῖο γίγνεσθαι, ὅμως, περικλείει ἤδη ἐξαρχῆς τὴν ἀρχὴ τῆς ἀντίθεσης. Ἡ ἐξέλιξη καὶ τὸ σύστημα τοῦ Ὄντος ἀνέρχονται ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ ἄμορφου καὶ σκοτεινοῦ πρὸς τὸ ὑψηλότερο καὶ ἁγνότερο, πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὴν αἰώνια τάξη. Γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ δὲν ἔχει μεγάλη διαφορὰ τί ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει: ἄν, δηλαδή, ἡ ἀνέλιξη αὐτὴ νοεῖται ὡς χρονικὸ γίγνεσθαι ἢ ὡς αἰώνια ἱεραρχικὴ διάταξη – ἂν συντελεῖται αὐτενεργά, μέσα ἀπὸ τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ὠδίνες τοῦ χάους, ἢ μέσω τῆς ἕλξης τὴν ὁποία ἀσκεῖ, τρόπον τινὰ σὰν δέλεαρ, κάποια ἀνώτατη ἀρχὴ-σκοπὸς ποὺ αἰωρεῖται πάνω ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς πραγματικότητας ὡς ἀρχέτυπο κάθε τελείωσης (ὅπως ὁ νοῦς τοῦ Ἀριστοτέλη). Τὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ ὁλοκληρωμένο ἀπὸ τὴν αἰτία ἀπ᾽ τὴν ὁποία ἐκπήγασε ἢ μπορεῖ κάθε ἀξία, κάθε μορφικὴ τελειότητα τὴν ὁποία προσπαθοῦν νὰ ἀγγίξουν τὰ «αἰτιατά», νὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων θεμελιωμένη σὲ κάποιο «τελικὸ αἴτιο». Τόσο στὴ μία περίπτωση, ὅμως, ὅσο καὶ στὴν ἄλλη, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ δυϊσμό. 

Παρ’ ὅλες τὶς ἀντίθετες ἐπιδράσεις, π.χ. τοῦ Ἐπίκουρου καὶ τῶν Στωικῶν, ὁ ἐν λόγω δυϊσμὸς παρέμεινε κυρίαρχο μοτίβο τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας. Ὡστόσο, κατὰ τὴν τελευταία της περίοδο, δίπλα στὶς ἀπαντήσεις ποὺ ἔδινε ἡ Ἀνέλιξη ἐμφανίστηκε καὶ ἕνα ἄλλο μοτίβο ποὺ ἐξηγοῦσε τὴν ἑνότητα, ἕνα μοτίβο τὸ ὁποῖο καὶ αὐτὸ ἦταν στενὰ συνδεδεμένο μὲ τὸν δυϊσμὸ καὶ δὲν προσφερόταν γιὰ τὸν ἐξοβελισμό του: Ἀπορροή. Τὸ μοτίβο αὐτὸ ἦταν ἐπίσης πανάρχαιο καὶ εἶχε τὴ ρίζα του στοὺς μύθους καὶ τὶς κοσμολογικὲς θεωρήσεις τῆς Ἀνατολῆς. 

Ἂν ὁ κόσμος προέρχεται ἀπὸ κάποιο ἀδιαίρετο καὶ ἄτακτο στοιχεῖο, δὲν θὰ πρέπει ἄραγε μὲ κάποιον τρόπο νὰ εἶχαν ὅλα ἀπὸ πρὶν τὴ θέση τους μέσα στὸ πρωταρχικὸ ὂν καί, ἑπομένως, δὲν θὰ πρέπει ἡ ἀδιαφόριστη ἑνότητα νὰ ὑπερέχει σὲ δύναμη καὶ ἀξία σὲ σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ ὑποδηλώνεται μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ χάους; Ὁ Ἀναξίμανδρος, στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, εἶχε ἤδη μιλήσει γιὰ ἕναν «ἀποχωρισμὸ» τῶν ἀντιθέτων ἀπὸ τὸ ἄπειρο-ἀπροσδιόριστο: μήπως αὐτὰ λοιπὸν βρίσκονταν ἤδη μέσα του καὶ ἦταν ἁπλῶς κρυμμένα; Καὶ ὅταν εἶπε ὅτι τὰ ἀποχωρισμένα ὄντα θὰ πρέπει νὰ πληρώσουν μὲ τὸν χαμό τους γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ διέπραξαν, δὲν λάνθανε ἄραγε ἐδῶ ἡ ἰδέα ὅτι (παρ’ ὅλη τὴν ἀπροσδιοριστία καὶ τὴν ἀταξία) τὸ ἀδιαίρετο στοιχεῖο εἶναι ἀνώτερο, ἐνῶ τὰ ἐπιμέρους καὶ ἀντιθετικὰ στοιχεῖα ἐκπίπτουν καὶ χωρίζονται ἀπὸ τὸ ἀρχέγονο Ὄν, ἐξαιτίας τῆς αὐθάδειας καὶ τῆς μηδαμινότητάς τους; Ἂν ὅμως ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, τότε ἡ ὁδὸς τοῦ κοσμικοῦ γίγνεσθαι ὁδηγεῖ πρὸς τὰ κάτω, ὄχι πρὸς τὰ πάνω!

Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδαξαν ὁ Πλωτίνος καὶ οἱ μαθητές του. Στὸν Πλωτίνο, τὸ ἀρχέγονο μοτίβο τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ κλασικὲς ἔννοιες τῶν ἑλληνικῶν συστημάτων συγχωνεύονται. Ἡ ἀχώριστη ἑνότητα εἶναι τὸ πρωταρχικὸ καὶ βαθύτερο στοιχεῖο τοῦ Ὄντος· εἶναι ἡ ὑπέρτατη τελειότητα, ἡ ἴδια ἡ Θεότητα. Κάθε πολλαπλότητα τῆς εἶναι ξένη. Μόνο ἡ μυστικὴ ἔκσταση, μέσα στὴν ὁποία τὰ πάντα συγκεράζονται καὶ γίνονται Ἕνα (ὅπως ἔλεγε ὁ Ξενοφάνης, ποὺ θεωρεῖται πὼς ὁδήγησε τὸν Παρμενίδη στὸ ἕνα καὶ μοναδικό του Ὂν) – μόνο ἡ μυστικὴ ἔκσταση ἀγγίζει, συλλαμβάνει καὶ διαπερνᾶ τὴν ἑνότητα αὐτή. Ὁ πλούσιος καὶ πολύχρωμος κόσμος ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἑνότητα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὰ χρώματα καὶ τὸ φῶς ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν ἥλιο: πρῶτος ὁ νοῦς, τὸ πλῆθος τῶν Ἰδεῶν καὶ τῶν μορφῶν, κατόπιν οἱ ψυχὲς καὶ ὅλα τὰ πράγματα. Ἡ ἀπορροὴ ὀφείλεται σὲ πλησμονὴ καὶ δὲν ἀδυνατίζει τὸ ἀνώτατο ὄν: αὐτὸ παραμένει στὸν ἑαυτό του, καθαρὸ φῶς. Ἡ πρωτογενὴς λάμψη τοῦ Ἑνὸς ἀκτινοβολεῖ πάνω στὸ καθετὶ μέσα στὴν πραγματικότητα· ὅλα πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἓν καὶ μόνο ἀπὸ αὐτό. Ὁτιδήποτε ζεῖ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο, τὸν κόσμο τῆς πολλότητας, ἔχει λάβει τὸ σχῆμα του ἀπὸ πρὶν ἐντὸς τοῦ ἀπλήθυντου Ἑνός: πρῶτα βγαίνει ἀπὸ τὴν ἑνότητα ὡς ἰδεατὸ ὂν καὶ ἔπειτα, ἀπὸ ἐκεῖ, ὡς ἐνεργεία ὑπαρκτὸ ὄν. 

Ἔτσι, ἐδῶ φαίνεται πὼς συντελεῖται ἕνα μεγάλο βῆμα πρὸς τὴν ἰδέα τῆς ἑνότητας τοῦ Ὄντος, καὶ πράγματι ὑπάρχουν ἄφθονες ἐνδείξεις πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση. Ὡστόσο, τὸν κόσμο τῶν ἀπορροῶν τὸν διαπερνοῦν ἀντιθέσεις. Ὁ δυϊσμὸς τῆς Ἀνατολῆς, μὲ τὸν φόβο του γιὰ τὴ μίανση ἀπὸ τὴν ὕλη, ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὴ σάρκα, μὲ τὶς ἰσχυρές του τάσεις ἀσκητισμοῦ καὶ φυγῆς ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, συνδέεται ἐδῶ μὲ τὶς ἐναντιότητες ποὺ περικλείει ἡ ἑλληνικὴ ἔννοια τοῦ κόσμου. Τὸ δείχνει ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα τῆς ἀπορροῆς: ὅσο περισσότερο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ φωτός, τόσο ξεθωριάζουν οἱ ἀκτίνες, τὰ χρώματα θαμπώνουν καὶ τὸ σκοτάδι ἁπλώνεται ἀπειλητικό. Κατὰ τὴν ἀέναη ἐκροὴ δὲν γεννιέται μόνο ἡ ὑπεραφθονία τῶν χρωμάτων: συγχρόνως ξεκινάει καὶ ἡ αἰώνια πάλη μὲ τὸ σκοτάδι. Τὸ σκοτάδι εἶναι – ἂν καὶ δὲν διαθέτει αὐτοτελὴ ὑπόσταση. Ἡ δύναμη τοῦ ἀπορρέοντος φωτὸς μειώνεται ὅταν τὸ συναντάει. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀλεξανδρινοὺς καὶ νεοπλατωνικοὺς φιλοσόφους, τὸ ὂν κατέρχεται κλιμακωτὰ μέχρι τὴν ὕλη καί, παράλληλα, μέχρι τὸ αἰσθητὸ καὶ κακὸ στοιχεῖο: καταπέφτει βαθμιαῖα ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ ἑνότητα, ἐκπίπτει ἀπὸ τὴν καθαρὴ δύναμη ἡ ὁποία παραμένει ἀνέγγιχτη καὶ στὴν ὁποία εἶναι ξένο καθετὶ ποὺ ἐκπίπτει καὶ ἀπορρέει, ὅπως εἶναι ξένος καὶ στὸν νοῦν τοῦ Ἀριστοτέλη ὁ κόσμος, τὸ μεῖγμα αὐτὸ ὕλης καὶ μορφῆς. Ὅσο μεγαλώνει ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ φῶς, τόσο πιὸ φτωχὴ σὲ φῶς καὶ μάλιστα ξένη πρὸς τὸ φῶς γίνεται τελικὰ ἡ πραγματικότητα, ὥσπου φτάνει νὰ βρεθεῖ σὲ ἀπόλυτη ἀντίθεση μαζί του. Ἔτσι, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, ἂν δὲν θέλει νὰ διαφθαρεῖ πλήρως, πρέπει νὰ κάνει πλήρη μεταστροφὴ –τὴν ἐπιστροφήν–, νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ὕλη, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ παραδοθεῖ ἐκστατικὰ στὸ ὑπερκόσμιο Ἕν.

Ὅλα τὰ φυγόκοσμα μοτίβα ποὺ διακρίνει κανεὶς στὸν Πυθαγόρα καὶ τὸν Πλάτωνα ἐπανακάμπτουν ἐνισχυμένα στὸν κόσμο τῶν ἀπορροῶν, ἕναν κόσμο ποὺ τελεῖ ὑπὸ τὴ συνθήκη τῆς πτώσης. Οὔτε κι ἐδῶ ἀπομένει τελικὰ κάποια θετικὴ ἰδιότητα γιὰ τὴν ὕλη καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐναντιότητας· οὔτε σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ἀποδίδεται πραγματικὴ ὕπαρξη. Κι ὅμως, εἶναι καὶ αὐτή, καὶ ἡ ἐπίδρασή της εἶναι μοιραία. Τὸ ἐν λόγω μὴ ὂν δὲν εἶναι ἕνα «τίποτα». Εἰς πεῖσμα τῆς βούλησης γιὰ ἑνότητα ποὺ συναντᾶμε τόσο στὴ ἀρχὴ ὅσο καὶ στὸ τέλος τῆς μυστικῆς σκέψης, παρεισδύει καὶ ἐδῶ νικηφόρα ὁ δυϊσμός. Στὸν κόσμο αὐτό, τὰ ἀντίθετα δὲν συμφιλιώνονται ποτὲ ὥστε νὰ σχηματίσουν ἕνα ὂν ἀκέραιο. Μονάχα ἡ ψυχή, ἀπομονωμένη, πετάει ψηλά, σὲ ἱερὴ ἔκσταση, πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν ἐπίγεια πραγματικότητα, πραγματικότητα ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἕνα μεῖγμα κακῆς αἰσθητῆς ὕλης καὶ καθαρῶν μορφῶν – ἀκριβῶς ὅπως στὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Πλάτωνα. Ὅπως σὲ αὐτούς, ἔτσι καὶ ἐδῶ τὰ ἐπίγεια πεπρωμένα καὶ ἡ πορεία τοῦ κόσμου λαμβάνουν χώρα μεταξὺ δύο ἐπιπέδων, μεταξὺ τῆς ἀπόλυτης τελειότητας καὶ τοῦ ἀπόλυτου σκότους: ὁ δρόμος ὁδηγεῖ εἴτε πρὸς τὰ πάνω εἴτε πρὸς τὰ κάτω· τὸν ὁρίζουν ἡ ἀξία καὶ ἡ ἀπαξία, ἡ ὕλη καὶ ἡ μορφή, ἡ ἑνότητα καὶ ἡ ρήξη. 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ (3)

  Συνέχεια από: Τρίτη 26  Δεκεμβρίου 2023

ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

HEIMSOETH HEINZ


ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ ― Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

3. Πλάτωνας καὶ Ἀριστοτέλης 

Ἔτσι, ἀπὸ τὸ βασικὸ ἐκεῖνο μοτίβο ποὺ δὲν χάθηκε ποτὲ τελείως, τὸ μοτίβο ποὺ εἰσήγαγαν ὁ Ἀναξίμανδρος καὶ οἱ πυθαγόρειοι, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἀξίωση ποὺ προέβαλαν οἱ Ἐλεάτες, γεννήθηκε ὁ δυϊσμὸς τῶν μεγάλων ἑλληνικῶν συστημάτων. Ὁ δυϊσμὸς αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε ποτὲ σὲ δεύτερο πλάνο μπροστὰ στὴν ἰδέα τῆς ἑνότητας, πρὸς τὴν ὁποία ἔτειναν, παρ᾽ ὅλ’ αὐτά, οἱ πάντες. Ὁ Πλάτωνας ἀπέδωσε στὴν ἐπίφαση τὰ δικαιώματά της: ἔγινε φαινόμενο, μέσον μεταξὺ δύο πόλων. Ἐκεῖνο ποὺ λάμπει καὶ θυμίζει τὸ ἀληθινὸ ὂν μέσα στὰ φαινόμενα εἶναι ἡ Ἰδέα. Αὐτὸ ὅμως μέσα στὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται ἡ Ἰδέα, αὐτὸ ποὺ τὴ σύρει στὴ φαινομενικότητα, εἶναι ὁ χῶρος, τὸ συστατικὸ κάθε ὑλικῆς, αἰσθητῆς καὶ συντυχιακῆς ὕπαρξης. Μέσα στὴν ἔννοια τοῦ κόσμου ἀναπτύσσεται μιὰ βαθιὰ ἔνταση, τὴν ὁποία τρέφουν διαιρέσεις θρησκευτικῆς προέλευσης.[Κινούμενη άμμος. Η ΙΔΕΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΓΑΘΟ, ΣΤΟ ΚΑΛΛΟΣ, ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΣΜΗΜΑ]. Οἱ αἰώνιες μορφὲς φωτίζουν τὴν ὕπαρξή μας, τὴ φωτίζουν ὅμως πάντοτε θαμπά, παραμορφωτικά· φέρουν τὸ κέλυφος τῆς αἰσθητικότητας καὶ τὰ δεσμὰ τῆς μεταβολῆς καὶ τοῦ θανάτου.[Η ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, Η ΨΥΧΗ, ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ, ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ]. Τὸ Ἀγαθὸ εἶναι ὁ ἥλιος ποὺ φωτίζει τὸ σύνολο τοῦ Ὄντος, ὁ πατέρας τῶν Ἰδεῶν• μέσα στὴν πραγματικότητά μας, ὅμως, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου αὐτοῦ παλεύει μὲ τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις τῆς ὕλης-χώρου, μὲ τὸ ὑπεναντίον τι τῷ ἀγαθῷ. Στὸ ἔδαφος αὐτοῦ τοῦ τελευταίου βλασταίνει, μέσα μας καὶ μέσα σὲ ὅλα τὰ ὄντα, καθετὶ ἄστατο καὶ ἀπροσδιόριστο, καθετὶ ἄσκοπο, μηχανικὸ καὶ ἄμορφο – κάθε πτώση καὶ κάθε κλίση πρὸς τὸ κακό. Ἡ ζωὴ [Ο ΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ] ποθεῖ τὴν κάθαρση, δηλαδὴ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ὕλη,[ΤΗΝ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ] ἡ ὁποία μᾶς τραβᾶ αἰωνίως πρὸς τὰ κάτω καὶ ποτὲ δὲν συναρμόζεται πλήρως μὲ τὶς μορφὲς – ποθεῖ νὰ διαφύγει ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν αἰσθήσεων καὶ ἀπὸ τὴ ζωὴ μέσα στὸν χρόνο, καὶ νὰ μεταβεῖ σὲ ὅσα εἶναι αἰώνια καὶ ἔχουν ἀληθινὴ ἀξία: ἡ μεγάλη διαλεκτικὴ ἐργασία τοῦ ὕστερου Πλάτωνα δὲν ἐξάλειψε τὸν δυϊσμὸ αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀγγίζει τὸ ἀπόγειό του στὴν ἐν λόγω θεωρία γιὰ τὴ ζωή. Ἡ συγκεκριμένη θεωρία περὶ κοσμικῆς[ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΥΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΘΟΤΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΕΓΩ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΝΙΚΗΣΕ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ] ἀντιθετικότητας συνέχισε νὰ παίζει ἀποφασιστικότατο ρόλο στὴν ἐπίδραση ποὺ ἄσκησε ὁ Πλάτωνας κατὰ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἀκολούθησαν, ὣς τὸν ὕστερο Μεσαίωνα καὶ τοὺς Νεότερους Χρόνους. 

Ἡ ἄρνηση τοῦ Πλάτωνα νὰ ἀποδώσει πραγματικὸ «εἶναι» στὴν πρωτογενὴ ἀρχὴ τῆς ἄμορφης ὕλης δὲν ὑπονομεύει τὸν δυϊσμό. Γιατὶ ἀκόμα καὶ ἂν ἐδῶ ἔχουμε μὴ ὄν, τοῦτο τὸ «μὴ ὂν» δὲν εἶναι ἕνα «τίποτα» (οὐκ ὄν). Ὅταν οἱ Ἰδέες, σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὴ δική μας πραγματικότητα, ἀποκαλοῦνται «ὄντως ὄντα», ὁ ἐπιτατικὸς προσδιορισμὸς δείχνει μονάχα ὅτι ἀναζητᾶται ἕνας τρόπος νὰ συμπλακοῦν τὸ Ἀγαθὸ καὶ τὸ Τέλειο μὲ τὸ Ὂν βαθύτερα καὶ στενότερα ἀπ’ ὅσο συμπλέκονται μαζί του τὸ Κακὸ καὶ τὸ Ἀκάθαρτο. Ἀκόμα καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τελικὰ ἡ Ἰδέα τοῦ Ἀγαθοῦ κεῖται πέραν καὶ ἐπέκεινα τοῦ Ὄντος δὲν συνεπάγεται γιὰ τὸν Πλάτωνα ὅτι τὸ ἀρνητικὸ –καὶ παρ᾽ ὅλ’ αὐτὰ ἐνεργὸ στὴν ἀντίστασή του– στοιχεῖο τῆς ὕλης-χώρου πηγάζει ἀπὸ τὴν Ἰδέα αὐτή. Τὸ κακὸ αἰσθητὸ στοιχεῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ μὴ ὄν: τὸ γεγονὸς αὐτὸ δίνει καὶ πάλι ἐλπίδες στὸν ἠθικὸ ἀγώνα γιὰ ὑπέρβαση, στὴ θρησκευτικὴ ἀναζήτηση. Ὅμως αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ δὲν θὰ ἦταν ἔτσι ὅπως εἶναι, μεικτὰ καὶ ἀκάθαρτα, κυριαρχούμενα ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὴ χρεία ποὺ χαρακτηρίζουν τὰ αἰσθητά, ἂν τὸ μὴ ὂν δὲν ἦταν τίποτε καὶ μόνο τὸ Ἀγαθὸ διέθετε «εἶναι».[ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟΥ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΡΕΥ] 

Μολονότι στὸ πεδίο τῆς ἠθικῆς ὁ Ἀριστοτέλης δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀντίθεση μὲ τόσο ἀκραῖο τρόπο, μολονότι παραμένει πολὺ πιὸ κοντὰ στὰ ἐπίγεια, ὁ δικός του μεταφυσικὸς δυϊσμὸς παραμένει ἐξίσου ξεκάθαρος μὲ τὸν πλατωνικό. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ πραγματικὸ ποὺ νὰ μὴν ἀποτελεῖ μεῖγμα τῶν δύο στοιχείων, τῆς ὕλης καὶ τῆς μορφῆς. Ἡ ἀντίθεσή τους εἶναι ἀπόλυτη. Κανένα δὲν ἀνάγεται στὸ ἄλλο: ἡ μορφὴ δὲν δημιουργεῖ ὕλη καὶ ἡ ὕλη δὲν γεννᾶ ἀπὸ μόνη της μορφή. Πραγματικότητα προκύπτει μόνο ἐκεῖ ποὺ συναντοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη. 

Βέβαια, καὶ στὸν Ἀριστοτέλη, τὸ πρωτεῖο τὸ ἔχει τὸ Ἀγαθό. Μόνο ἡ μορφὴ φέρει ἤδη καθεαυτήν, κατὰ τὴν ὕψιστη ἐκδήλωσή της ὡς θεῖος νοῦς (τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ παραβάλουμε μὲ τὸ Ἓν Ὂν τοῦ Παρμενίδη ἢ μὲ τὴν Ἰδέα τοῦ Ἀγαθοῦ), πλῆρες καὶ αὔταρκες «εἶναι». Στὶς συνήθεις περίπτωσεις, ὅμως, ἡ ὕπαρξη μπορεῖ νὰ ὑφίσταται μόνο ὡς μείξη τῶν δύο ἀρχῶν: καθεαυτές, τόσο ἡ καθαρὴ μορφὴ ὅσο καὶ ἡ καθαρὴ ὕλη ἀποτελοῦν προϊόντα ἀφαίρεσης. Ἡ καθαρὴ ὕλη δὲν διαθέτει αὐθεντικὸ «εἶναι» καὶ συγκεκριμένη πραγματικότητα: εἶναι ἁπλή, ἀόριστη δυνατότητα, χωρὶς σκοπὸ καὶ δύναμη, πρότερη κάθε πραγματικότητας, μὴ ὄν. Μὲ τὴ μορφή, ὅμως, τὰ πράγματα ἔχουν ἀλλιῶς. Στὸ ἀνώτατο τρόπον τινὰ ὅριο τοῦ ὄντος –μὲ τὸ κατώτατο νὰ εἶναι ἡ ὕλη– ἡ μορφὴ εἶναι• ἀποτελεῖ πλῆρες καὶ ἀπόλυτο ὄν, μορφὴ τοῦ ἑαυτοῦ της, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε πρόσμιξη μὲ τὴν ὕλη: εἶναι ὁ ἕνας, ἀποτραβηγμένος ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, Θεός. Πρὸς αὐτόν τὸν Θεό, τὸν νοῦν, ποὺ νοεῖ μόνο τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ ὄχι τὸν κόσμο, ποὺ ἐμμένει στὸν ἑαυτό του καὶ ποὺ ἡ ὕλη τοῦ εἶναι ἀπολύτως ξένη καὶ ἀχρείαστη, τείνουν τὰ πάντα ὡς στὸ ὑπέρτατο ὄν.[ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΟΜΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ]

Καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἐνῶ ἡ ἀντίθεση θεωρεῖται ὡς κάτι τὸ ἔσχατο, δίνεται τὸ προβάδισμα στὸ ἕνα της μέλος, τὸ ὁποῖο ὑπερέχει σὲ «εἶναι»: ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς νοῦς εἶναι ὂν μὲ πληρέστερη ἔννοια ἀπὸ καθετὶ ἄλλο. Ἀντιθέτως, ἡ ὕλη δὲν εἶναι ὄν, καὶ δὲν φτάνει στὸ ἐπίπεδο τῆς πραγματικότητας• ἁπλῶς αἰωρεῖται ὡς ἀόριστη δυνα τότητα καὶ εἰσάγεται σὲ κάποια ὑπόσταση τὴν ὁποία συνέχει μιὰ μορφή. Ὅμως οὔτε καὶ ὁ θεϊκὸς νοῦς εἶναι ἀπὸ μόνος του ὁλόκληρο τὸ Ὂν καὶ ἡ μοναδικὴ ἀρχὴ ὅλων τῶν πραγμάτων. Πάντοτε, μέσα στὰ πράγματα, τὸ στοιχεῖο τῆς μορφῆς συνυπάρχει μὲ τὴν ὕλη.[ΦΥΤΕΥΕΤΑΙ ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ, ΣΑΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΟΝ] Ἡ μορφὴ ἀποτυπώνεται στὴν ὕλη σὰν σὲ κάτι ποὺ τῆς ἀντιστέκεται παθητικὰ καὶ τὸ ὁποῖο, τελικά, ἀποφεύγει νὰ πάρει σχῆμα. Ὅλα ὅσα γεννιοῦνται καὶ ζοῦν, φέρουν τὸ σημάδι τῆς διττῆς καταγωγῆς τους.[Η ΜΟΡΦΗ ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΘΕΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΣΑΝ ΨΥΧΗ, ΔΟΞΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ].

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΕΟ ΣΑΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥΣ.

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2023

Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023


ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

HEIMSOETH HEINZ


ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ ― Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

1. Τὸ μεταφυσικὸ θέμα τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀντίθεσης

 Τὸ πιὸ εὔλογο καὶ πρωταρχικὸ φιλοσοφικὸ ἐρώτημα, τὸ ἐρώτημα ποὺ τέθηκε ἀπὸ νωρὶς στὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα καὶ ἀπὸ τότε δὲν ἔπαψε νὰ τὸ ἀπασχολεῖ, ἀφορᾶ τὴν κρυφὴ ἑνότητα τοῦ Ὄντος στὸ σύνολό του: τοῦ Ὄντος, ποὺ μᾶς φανερώνεται πάντοτε μέσα στὴν πολλαπλότητα καὶ τὴ διαίρεση, μέσα στὴν πολύχρωμη ποικιλομορφία τῆς ἐμπειρίας. Τὸ θεμελιῶδες αὐτὸ ἐρώτημα, τότε μονάχα ἀναδεικνύεται σὲ ὅλη του τὴν ἔκταση, ὅταν συνειδητοποιήσουμε τὶς ἀντιθέσεις τῆς πραγματικότητας καὶ τὴ σφοδρὴ πίεση ποὺ αὐτὲς ἀσκοῦν ἐπάνω μας ὡς ἔσχατοι καθοριστικοὶ παράγοντες τῆς ζωῆς τοῦ πνεύματος. 

Ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ἁπλὴ παρατήρηση τῆς φύσης, ξεχώριζαν πάντοτε καθαρά, μέσα στὴν πολύχρωμη μάζα τῶν ἀντιληπτικῶν δεδομένων, τὰ δίπολα τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους• καὶ ὅσο περισσότερο ὡρίμαζε ἡ σκέψη, τόσο ἀκολουθοῦσε τὸν νόμο τῆς ἀντίθεσης σὲ βαθύτερα ἐπίπεδα. Ἔτσι, ἤδη στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς φυσικῆς φιλοσοφίας, ὁ Ἀναξίμανδρος ἔθεσε τὸ ἐρώτημα ἀναφορικὰ μὲ τὴ μία καὶ μοναδικὴ πηγὴ καὶ ἀρχὴ ὄχι μόνο τῆς πολλαπλότητας καὶ τῆς ποικιλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀντίθεσης. Ἡ σκέψη ποὺ στοχάζεται τὴν ἀντίθεση, ὅμως, τότε μονάχα ὁλοκληρώνεται καὶ ἀγγίζει τὰ ὅριά της, ὅταν τεθεῖ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ ἐνταχθεῖ σὲ μιὰ κοσμοαντίληψη. 

Ἡ ζωὴ εἶναι διχασμένη: περιέχει τὸ ὄμορφο καὶ τὸ ἄσχημο, τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἁμαρτία, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἐδῶ μοιάζει νὰ κάνει τὴν ἐμφάνισή της μιὰ διττότητα ἔσχατη, ἀξεπέραστη, κάθετη καὶ καταστρεπτικὴ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς ὕπαρξης. Πιὸ εὔκολα θὰ ἑνώνονταν ἡ φωτιὰ καὶ τὸ νερὸ ἂν τὰ βάζαμε μαζί, παρὰ αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἡ πρώτη σημαίνει –καὶ θέλει πάντα νὰ σημαίνει– τὴν ἐκμηδένιση τῆς δεύτερης· τὸ καλὸ συναντάει ἐνθουσιώδη ἀποδοχή, τὸ κακὸ παθιασμένη ἄρνηση. Μολονότι καὶ οἱ δύο αὐτὲς δυνάμεις εἶναι ἐξίσου πραγματικὲς καὶ μολονότι δροῦν μέσα στὸν κόσμο ἡ μία πλάι στὴν ἄλλη, αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συμβαίνει. Ἔτσι, στὶς ἀντιθέσεις ποὺ περιέχει ὁ κόσμος προστίθεται καὶ ὁ ἀπόλυτος διαχωρισμὸς ἀξίας καὶ ἀπαξίας, καὶ μαζί μ᾽ αὐτὸν ἡ τεταμένη μεταξύ τους σχέση. 

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πὼς κάθε ἀξιολογικὴ κοσμοθεώρηση τείνει ἀναπόφευκτα πρὸς τὸν δυϊσμό, πρὸς μιὰ ἔσχατη καὶ ἀσυμφιλίωτη διττότητα. Ὁ ὅρος «δυϊσμὸς» μπορεῖ νὰ παραπέμπει σὲ μιὰ θεωρία γιὰ τὴν ἀνεξάλειπτη διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ δύο αὐτοτελεῖς «τρόπους τοῦ εἶναι» (π.χ. στὸν Ντεκάρτ: ἀνάμεσα στὸ «εἶναι» τῶν σωμάτων καὶ στὸ «εἶναι» τῶν συνειδητῶν ὄντων) ἢ σὲ κάποιο δίπολο ἔσχατων φυσικῶν δυνάμεων. Ὅ,τι ὅμως καὶ νὰ ἐννοεῖται μὲ τὸν ὅρο αὐτό, πρόκειται πάντοτε γιὰ χλωμὸ ἀπείκασμα τοῦ ἀβυσσαλέου χάσματος μεταξὺ ἀξίας καὶ ἀπαξίας, χάσματος ποὺ ριζώνει σὲ ἐμπειρίες τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ὅταν οἱ παρατηρούμενες ἢ ἀνακαλυπτόμενες φυσικὲς ἀντιθέσεις ὁδηγοῦν σὲ ἕναν ἄκαμπτο δυϊσμό, αὐτὸ συμβαίνει κατὰ κανόνα ἐπειδή, εἴτε ἀνοιχτὰ εἴτε συγκαλυμμένα, μὲ κάποιον τρόπο συσχετίζονται μὲ τὴν πρωταρχικὴ διττότητα ποὺ χαρακτηρίζει τὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος: τὸ ψύχος καὶ τὸ σκοτάδι, π.χ., συσχετίζονται μὲ τὸ κακό· οἱ ἀρνητικοὶ πόλοι συσχετίζονται μὲ τὴν ἀπαξία. Ὅσο βαθύτερα ἀντλεῖ μιὰ φιλοσοφία τὶς κατευθύνσεις της ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες τέτοιων ἀξιακῶν βιωμάτων, τόσο ἰσχυρότερα βλασταίνουν μέσα της ὁ σπόρος κι ἡ κλίση πρὸς τὸν δυϊσμό. 

Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, ὁ Λόγος ἀπαιτεῖ τὴν ἑνότητα, τὴ συνάφεια ὅλων ὅσα ὑπάρχουν. Ἡ ἔσχατη διττότητα ἀφήνει ἀναπάντητο τὸ ἔσχατο ἐρώτημα. Τὸ πνεῦμα ποὺ καταγίνεται μὲ τὴν ἔρευνα δὲν ἡσυχάζει ποτὲ ἂν δὲν βρεθεῖ ἡ ἑνότητα τῶν ἀντιθέτων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ Λόγος ποὺ πιέζει πρὸς τὴ συμφιλίωση καὶ πρὸς μιὰν ὁριστικὴ λύση, ἀλλὰ καὶ ἡ καρδιά. Γιατὶ ἡ σκέψη ποὺ καθορίζεται ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καὶ τὴ θρησκεία προσπαθεῖ πάντοτε νὰ παραβλέψει τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κακὸ εἶναι καθαυτὸ ἀνυπέρβλητο, ὅτι συνιστᾶ πρωταρχικὸ νόμο τοῦ Ὄντος μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἔννοια ποὺ τοῦτο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν ἀντίποδά του, τὸ καλό. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, εἶναι ἐξαιρετικὰ σπάνιο νὰ καταλήξει ἡ σκέψη στὸν ἀπόλυτο δυϊσμό, στὸν δυϊσμὸ ποὺ παραιτεῖται ρητὰ ἀπὸ κάθε ὁλόπλευρη καὶ συμφιλιωτικὴ ἑνότητα, στὸν θρίαμβο τῆς ἀντίθεσης ἐπὶ τῆς ἑνότητας ποὺ δὲν τὸν μετριάζει καμία τελικὴ μεταστροφή. Στὴν πραγματικότητα, κανένας τέτοιος δυϊσμὸς δὲν ἐξελίχθηκε ποτὲ σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ θρησκευτικὲς διδασκαλίες τοῦ Ζωροάστρη, οἱ μυθολογικὲς θεωρήσεις τῶν Μανιχαίων καὶ ἄλλων Γνωστικῶν τῆς ἐποχῆς τους, κατέληγαν σὲ ἕναν τέτοιο ριζικὸ δυϊσμὸ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Διαβόλου. Ὁ δυϊσμὸς αὐτός, ὅμως, ὑπῆρξε μεμονωμένο φαινόμενο τόσο στὴ σφαίρα τῆς σκέψης ὅσο καὶ σὲ ἐκείνη τοῦ βιώματος, καὶ ποτὲ δὲν στηρίχτηκε κάποιο μεταφυσικὸ οἰκοδόμημα σὲ τόσο ἀντίρροπα μεταξύ τους θεμέλια. Παντοῦ καὶ πάντοτε, μαζὶ μὲ τὰ δυϊστικὰ μοτίβα συμπλέκονταν καὶ τὰ νήματα ποὺ ἀποκάλυπτε καὶ ὕφαινε ἡ βούληση γιὰ ἑνότητα. Ὡστόσο, τὰ μεταφυσικὰ συστήματα, οἱ ἀντιλήψεις γιὰ τὸν κόσμο καὶ οἱ ἔννοιες περὶ τοῦ ὑπαρκτοῦ διχάζονταν ὡς πρὸς τὸ τί τελικὰ καθορίζει τὴ δομὴ καὶ τὸ χρῶμα τοῦ ὑφαδιοῦ στὸ σύνολό του – ἂν τὸ στοιχεῖο ποὺ ἔχει τὸ προβάδισμα εἶναι ἡ ἑνότητα ἢ ἡ ἀντίθεση. Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπάντηση, διαφοροποιοῦνται τόσο τὰ ἐπιμέρους συστήματα ὅσο καὶ οἱ ἐποχὲς μέσα στὴν ἱστορία.

2. Ὁ δυϊσμὸς στὴν πρώιμη ἑλληνικὴ φιλοσοφία 

Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦταν ἐξαρχῆς προσανατολισμένη πρὸς τὴν ἑνότητα, ὅσο καμία ἄλλη. Ὡστόσο, ἡ δυϊστικὴ τάση τὴ συνόδευε σταθερὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ πυθαγόρειοι ἔθεσαν στὸ ἐπίκεντρο τοῦ μεταφυσικοῦ στοχασμοῦ τὸν ἀντιθετικὸ χαρακτήρα τῆς ζωῆς, τότε ποὺ ἐπιχειρήθηκε γιὰ πρώτη φορά, μὲ τὸν πίνακα τῶν ἀντιθέτων, ἡ σύλληψη τῶν κοσμικῶν ἀρχῶν στὰ πλαίσια μιᾶς δομικῆς δυαδικότητας καὶ διάζευξης τῶν ἀξιῶν. Ὁ Ἡράκλειτος εἶχε βέβαια ἄλλη ἄποψη. Ὁ «σκοτεινὸς» Ἐφέσιος συνέλαβε τὴ μεγαλειώδη ἰδέα μιᾶς ἑνότητας ἡ ὁποία δὲν αἰωρεῖται ὑπεράνω τῶν ἀντιθέσεων ἐξισορροπώντας τες καὶ δίνοντας τέλος στὴ διαμάχη, ἀλλὰ ἀσκεῖ τὴν ἐπίδρασή της ἀκριβῶς μέσα ἀπὸ τὴν ἔνταση τῶν ἀντιθέσεων αὐτῶν. Ὁ νόμος τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ κοσμικὴ ἑνότητα, ἡ ἁρμονία τῶν ἀντίρροπων δυνάμεων – ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ τόξο καὶ τὴ λύρα. Ὡστόσο, γιὰ καιρὸ ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν ἔγινε κατανοητὴ καὶ δὲν εἶχε πραγματικὴ συνέχεια: τὸ ἐγχείρημα τοῦ Ἡράκλειτου δὲν ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴ μεταφυσικὴ κοσμοαντίληψη τῶν συστημάτων τῆς κλασικῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. 

Ἡ δυαδικότητα ξεπρόβαλε καὶ πάλι μὲ νέα δριμύτητα, ὅταν ὁ Παρμενίδης, μέσω ἑνὸς διατάγματος τοῦ Λόγου, θέλησε νὰ τελειώνει μὲ κάθε ἀντίθεση (ὅπως ἐπίσης καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴν ποικιλομορφία καὶ τὴν πολλαπλότητα), ἐξαγγέλλοντας τὴν ἀπόλυτη, ἀνέφελη, ἀκίνητη ἑνότητα τοῦ ὁλοστρόγγυλου καὶ συμπαγοῦς ὄντος. Ὡστόσο, ἂν ἡ πολλότητα τῶν πραγμάτων εἶναι ἁπλῶς ἐπίφαση, τότε ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο: καὶ τὸ Εἶναι, καὶ ἡ ἐπίφαση. Τὸ πρῶτο ἀρνεῖται ὅ,τι ἡ δεύτερη ἀποδέχεται. Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ πειστοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν μέσα στὰ πολλὰ καὶ τὸν χωρισμὸ ὅτι ἡ ἐπίφαση δὲν εἶναι, ὅτι εἶναι ἕνα οὐκ ὄν, ἕνα τίποτα.

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

Heinz Heimsoeth - ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ (1)

ΤΑ ΕΞΙ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

HEIMSOETH HEINZ


Ο Heinz Heimsoeth (1886-1975) σπούδασε φιλοσοφία στο Βερολίνο με τους Βίλχελμ Ντίλταϋ και Έρνστ Κασσίρερ, στο Μαρβούργο με τους Χέρμαν Κοέν καί Πάουλ Νάτορπ και στο Παρίσι με τον Ανρί Μπερξόν. Δίδαξε στα πανεπιστήμια του Μαρβούργου, της Καινιξβέργης και της Κολωνίας. Η ιστορικοφιλοσοφική του εργασία αποτελεί επιφανές δείγμα της παράδοσης της Problemgeschichte. Σημαντικότερα έργα του: “Metaphysik der Neuzeit” (1929)· “Metaphysische Voraussetzungen und Antriebe in Nietzsches “Immoralismus”” (1955)· “Transzendentale Dialektik: Ein Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft”, 4 τόμοι (1966-1971). Στα ελληνικά κυκλοφορεί το “Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας” (3 τόμοι, μτφ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, ΜΙΕΤ 1980) που συνέγραψε με τον Β. Βίντελμπαντ.
Παρουσίαση
Πρωτοδημοσιευμένο το 1922 και οργανωμένο πάνω στη βάση έξι μεγάλων θεματικών ενοτήτων, το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα σχεδόν εξαντλητικό πανόραμα όλων όσα μπόρεσε να πει και να στοχαστεί η Δύση αναφορικά με τον Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο, από την Αρχαιότητα ως τους Νεότερους Χρόνους ή, ακριβέστερα, από το τέλος της Αρχαιότητας ως τις απαρχές των Νεότερων Χρόνων.
Θα μπορούσε κανείς να αρκεστεί στο να θαυμάζει τη γνώση πού επιδαψιλεύει ο συγγραφέας, την τόσο εντυπωσιακή σε όγκο και αυτοπεποίθηση την πυκνότητα και την κομψότητα της γραφής του, καθώς ανασυγκροτεί τα διάφορα επιχειρήματα της ατέρμονης εκείνης διαμάχης στην οποία συνίσταται ο διάλογος μεταξύ των φιλοσόφων - βοηθούμενος βέβαια σε αυτό από την ηθελημένη αποφυγή κάθε είδους υποσημειώσεων και παραπομπών.
Το πράγμα όμως δεν σταματά εδώ. Ακόμη κι ο λιγότερο εξειδικευμένος αναγνώστης θα αντιληφθεί γρήγορα ότι τούτο το βιβλίο -βιβλίο δίχως προηγούμενο και δίχως όμοιό του- αποτελεί μια πρόκληση απέναντι στους επαγγελματίες ιστορικούς της φιλοσοφίας. Διότι αυτό πού θέτει υπό αμφισβήτηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κυρίαρχη αντίληψη αναφορικά με τις λεγόμενες "τομές" ή "επαναστάσεις" που υποτίθεται πως καθόρισαν την Ιστορία της φιλοσοφίας. [Από τον πρόλογο του Πιέρ Ομπένκ]

Ο στόχος του Χάιντς Χάιμζετ στα "Έξι μεγάλα ερωτήματα της δυτικής μεταφυσικής" είναι ρηξικέλευθος και συνάμα θεμελιακός: να οργανώσει το σύνολο του φιλοσοφικού προβληματισμού της δυτικής σκέψης, από την ελληνική αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, σε έξι κεντρικές θεματικές ενότητες, αναδεικνύοντας τα μείζονα ερωτήματα που κινούν τον προβληματισμό αυτό, και φέρνοντας στο φως, μέσα από μια πανοραμική προοπτική, τόσο τους προβεβλημένους όσο και τους λίγο ή πολύ αφανείς μαιάνδρους που σχημάτισε στην μακραίωνη πορεία του ο ευρωπαϊκός στοχασμός. "Τα έξι μεγάλα ερωτήματα της δυτικής μεταφυσικής" αποτελούν μια γενική ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, με πρωταγωνιστές τα ίδια τα φιλοσοφικά ερωτήματα, και όχι τους επιμέρους φιλοσόφους. (Εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ", 20/3/2012)
Περιεχόμενα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του Πιέρ Ωμπένκ
ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
Η συνήθης τριμερής διαίρεση της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας
"Μεσαίωνας" και "Αναγέννηση"
Ιταλία και Γερμανία
Ο γερμανικός μυστικισμός και η νεότερη γερμανική φιλοσοφία
"Η εποχή της παρακμής" της σχολαστικής φιλοσοφίας
Θρησκεία, φιλοσοφία και επιστήμη
Η ζωτική ενότητα Μεσαίωνα και Νεότερων Χρόνων
Η αντιπαράθεση με την κληρονομιά της αρχαίας μεταφυσικής
Ι. ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ - Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ
Το μεταφυσικό θέμα της ενότητας και της αντίθεσης
Ο δυϊσμός στην πρώιμη ελληνική φιλοσοφία
Πλάτωνας και Αριστοτέλης
Ανέλιξη και Απορροή: από τον Αριστοτέλη στον Πλωτίνο
Το χριστιανικό δόγμα της Κτίσεως και οι μεταφυσικές του συνέπειες
Δυϊστικά μοτίβα στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και στη σχολαστική φιλοσοφία
Η διδασκαλία του Μάιστερ Έκχαρτ για το Εν Είναι
Θεότητα, Θεός και κόσμος
Θρησκευτικός δοξασμός του κόσμου και νεότερη φυσική επιστήμη
Ο γερμανικός μυστικισμός και η φιλοσοφία της φύσης
Ο Νικόλαος Κουζανός και η ενότητα των αντιθέτων
Η επίδραση του Κουζανού μέχρι τον Χέγκελ
Explication Dei και ο βέλτιστος των δυνατών κόσμων
Κτίση και ύλη
Μια ριζική μεταβολή της έννοιας της ύλης
Η νεότερη έννοια της φύσης
Ύλη και κοσμική τάξη στον Καντ
Η κοσμολογία των Νεότερων Χρόνων: η ομοιογένεια του σύμπαντος
Ανατίμηση του σώματος και της αισθητικότητας
Καντ και Φίχτε
Η ενότητα του κόσμου και η αντιθετικότητα της ηθικοθρησκευτικής ζωής
Η κατά Καντ "πραγματική απώθηση"
Άρνηση της αντίθεσης: Σπινόζα
Η ελευθερία από την αντίθεση στην νιτσεϊκή κατάφαση των πάντων
ΙΙ. ΑΠΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ
Το αξιακό προβάδισμα του πεπερασμένου στην Αρχαιότητα
Περιοδικότητα και απειρία του κόσμου
Η κοσμολογία του Αριστοτέλη
Το ολοκληρωμένο άπειρο στην όψιμη Αρχαιότητα
Η απειρότητα του Θεού στους Πατέρες της Εκκλησίας
Η περατότητα του κόσμου στον Μεσαίωνα
Μια άπειρη δύναμη μέσα στην ψυχή
Έκχαρτ, Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς
Η θέση του Κουζανού για την απειρότητα του κόσμου
Από τον Κοπέρνικο στον Μπρούνο
Πανθεϊσμός: Σπινόζα
Ο Λάιμπνιτς και το ενεργεία άπειρο
Το άπειρο στο ελάχιστο
Το άπειρο στην κοσμική εξελικτική διαδικασία
Η ιδεατότητα του πεπερασμένου κατά τον Χέγκελ
III. ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Ψυχή και κόσμος στην αρχαία σκέψη
Η μετάβαση στην ψυχή ως συνείδηση
Η ψυχή στον χριστιανισμό
Ο ιδιάζων χαρακτήρας της ψυχής στους Πατέρες της Εκκλησίας
Ο Αυγουστίνος και το Είναι του εξωτερικού κόσμου
Έννοιες της ψυχής στη σχολαστική φιλοσοφία
Μεταλλάξεις στον όψιμο σχολαστικισμό
Διαχωρισμός της ψυχής από τη χωρική-σωματική πραγματικότητα
Η αυτάρκεια της ψυχής και ο εσωτερικός κόσμος
Ο κόσμος κι ο Θεός μέσα στην ψυχή
Κατάλυση του εξωτερικού κόσμου: ο "ιδεαλισμός"
Μπέρκλεϋ και Φίχτε
IV. ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΖΩΗ
Γίγνεσθαι και Είναι στην αρχαία σκέψη
Παρμενίδης, Πλάτων, Πλωτίνος
Η έννοια της κίνησης στον Αριστοτέλη
Το κινούν ακίνητο
Ο "ζων Θεός" του χριστιανισμού
Η εξέλιξη της βασιλείας του Θεού
Η ζωή του Θεού και η ιστορία του κόσμου στους Πατέρες της Εκκλησίας
Η μεταγενέστερη επίδραση του αρχαίου στατικού Όντος στον Μεσαίωνα
Η νεότερη ιστορική σκέψη
Η διδασκαλία του Μάιστερ Έκχαρτ για το γίγνεσθαι του Θεού
Η ζωή ως αυταξία στον Μάιστερ Έκχαρτ
Η νεότερη έννοια της κίνησης
Ο Νικόλαος Κουζανός και η κοσμολογία
Η επιστήμη της κίνησης: Μπρούνο, Γαλιλαίος, Ντεκάρτ, Μαλεμπράνς
Υπόσταση και δραστηριότητα στον Λάιμπνιτς
Πορεία του κόσμου και ανθρώπινη ιστορία: Καντ, Λέσσινγκ, Χέρντερ
Η φιχτεϊκή μεταφυσική της δημιουργικής ζωής
Σέλλινγκ, Χέγκελ, Σοπενάουερ
Ο κόσμος ως γίγνεσθαι στον Νίτσε
V. ΤΟ ΑΤΟΜΟ
Η μεταφυσική ανωτερότητα του καθολικού στην Αρχαιότητα
Ιδέα και αθανασία
Η θρησκευτική αξία της ατομικότητας στον χριστιανισμό
Καθολικότητα και αρχή της εξατομίκευσης στον Μεσαίωνα
Η μορφική αρχή της ατομικότητας στην όψιμη σχολαστική φιλοσοφία
Ο νομιναλισμός
Το άτομο ως μικρόκοσμος και ως "θεϊκό κάλεσμα" στον Νικόλαο Κουζανό
Μοναδολογικές θεωρίες: Παράκελσος, Μπρούνο, Βάιγκελ [...]
VI. ΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ
Πηγή: https://www.cup.gr/book/ta-exi-megala-erotimata-tis-ditikis-mec/

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Τὰ Ἕξι μεγάλα ἐρωτήματα τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς καταλαμβάνουν μιὰ ξεχωριστὴ θέση στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφικῆς ἱστοριογραφίας. Ὁ συγγραφέας του βιβλίου, Χάιντς Χάιμζετ (1886-1975), ὁ ὁποῖος
τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του δίδαξε στὴν Κολωνία, εἶναι ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους πανεπιστημιακοὺς ποὺ τὸ γερμανικὸ πανεπιστήμιο δὲν ἔπαψε νὰ παράγει κατὰ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ
αἰώνα, παρὰ τὴ μεσολάβηση τῶν δύο καταστροφικῶν παγκόσμιων πολέμων.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του στὸ Μαρβοῦργο, ὁ Χάιμζετ δέχτηκε τὴν ἐπιρροὴ τοῦ νεοκαντιανισμοῦ ποὺ ἄνθιζε σὲ αὐτὴ τὴν πόλη. Γρήγορα, ὅμως, γύρισε τὶς πλάτες του στὸν νεοκαντιανισμό, στρεφόμενος, ὅπως καὶ ὁ συγκαιρινός του καὶ φίλος του Νικολάι Χάρτμαν, σὲ μιὰ φιλοσοφία περισσότερο ρεαλιστική, μιὰ φιλοσοφία ποὺ ἐπικεντρώνεται λιγότερο στὰ γνωσιολογικὰ ἐρωτήματα καὶ ἑστιάζει μᾶλλον τὸ ἐνδιαφέρον της στὴν ἴδια τὴν πραγματικότητα τῶν φαινομένων καὶ στὰ προβλήματα ποὺ αὐτὰ γεννοῦν. Τοῦτα τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα συχνὰ δὲν ἐπιδέχονται ἐπίλυση, ἢ ποὺ –τουλάχιστον– δὲν μποροῦν νὰ ἐπιλυθοῦν παρὰ μονάχα στὸ πλαίσιο μιᾶς προσεγγιστικῆς διαδικασίας ἄπειρης καί, συνεπῶς, μὴ ὁλοκληρώσιμης, συγκροτοῦν τὴ βασικὴ δομὴ αὐτοῦ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε «ἱστορία τῶν φιλοσοφικῶν προβλήματων». Μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο μιᾶς εἰδικοῦ τύπου ἔρευνας, τῆς Problemgeschichte [ἱστορίας τῶν προβλημάτων], ὅπου τὸ ἱστορικὸ ὑλικὸ δὲν ταξινομεῖται χρονολογικά, δηλαδὴ μὲ βάση τὴ διαδοχικὴ ἐναλλαγὴ τῶν διανοητῶν καὶ τὴν ἐξέλιξη τῶν φιλοσοφικῶν θεωριῶν· ἀντίθετα, ἐδῶ τὸ ἱστορικὸ ὑλικὸ ταξινομεῖται «δομικά», λαμβάνοντας ὑπόψη τὴ μονιμότητα τῶν προβλημάτων καὶ τὴν ἀντίσταση ποὺ αὐτὰ προβάλλουν σὲ κάθε ἀπόπειρα ὁριστικῆς ἐπίλυσης. Ὁ στοχαστὴς δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιήσει τὰ προβλήματα προκειμένου νὰ ἐπιβάλει σὲ αὐτὰ τὴ δική του λύση, ἀλλὰ ἀντίθετα ὀφείλει νὰ τὰ ὑπηρετήσει ἐπιχειρώντας νὰ τοὺς προσδώσει ἕναν ὑψηλότερο βαθμὸ σαφήνειας καὶ ἀκρίβειας.

Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτό, ὅμως, δείγματα τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ συναντήσουμε καὶ ἀλλοῦ, δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ διαφανεῖ ἡ πρωτοτυπία τοῦ βιβλίου τοῦ Χάιμζετ. Τοῦτο τὸ βιβλίο, πρωτοδημοσιευμένο τὸ 1922 καὶ ὀργανωμένο πάνω στὴ βάση ἕξι μεγάλων θεματικῶν ἑνοτήτων, ἀποτελεῖ ἕνα σχεδὸν ἐξαντλητικὸ πανόραμα ὅλων ὅσα μπόρεσε νὰ πεῖ καὶ νὰ στοχαστεῖ ἡ Δύση ἀναφορικὰ μὲ τὸν Θεό, τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ὣς τοὺς Νεότερους Χρόνους ἤ, ἀκριβέστερα, ἀπὸ τὸ τέλος τῆς Ἀρχαιότητας ὣς τὶς ἀπαρχὲς τῶν Νεότερων Χρόνων. Καὶ ὅμως, δὲν πρόκειται γιὰ ἔργο συνθετικό, ἄρα γραμμένο ἀπὸ ἕναν φιλόσοφο προχωρημένης ἡλικίας, ἀλλὰ γιὰ ἕνα κατὰ κάποιον τρόπο προγραμματικὸ δοκίμιο, γραμμένο ἀπὸ ἕναν φιλόσοφο ἀκόμα νέο, στὴ ζωντάνια τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρορμητικότητα καὶ τὴν ἀνυπομονησία τῆς νιότης. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀρκεστεῖ στὸ νὰ θαυμάζει τὴ γνώση ποὺ ἐπιδαψιλεύει ὁ συγγραφέας, τὴν τόσο ἐντυπωσιακὴ σὲ ὄγκο καὶ αὐτοπεποίθηση• τὴν πυκνότητα καὶ τὴν κομψότητα τῆς γραφῆς του, καθὼς ἀνασυγκροτεῖ τὰ διάφορα ἐπιχειρήματα τῆς ἀτέρμονης ἐκείνης διαμάχης στὴν ὁποία συνίσταται ὁ διάλογος μεταξὺ τῶν φιλοσόφων – βοηθούμενος βέβαια σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἠθελημένη ἀποφυγὴ κάθε εἴδους ὑποσημειώσεων καὶ παραπομπῶν. Τὸ πράγμα ὅμως δὲν σταματᾶ ἐδῶ. Ἀκόμη κι ὁ λιγότερο ἐξειδικευμένος ἀναγνώστης θὰ ἀντιληφθεῖ γρήγορα ὅτι τοῦτο τὸ βιβλίο –βιβλίο δίχως προηγούμενο καὶ δίχως ὅμοιό του– ἀποτελεῖ μιὰ πρόκληση ἀπέναντι στοὺς ἐπαγγελματίες ἱστορικοὺς τῆς φιλοσοφίας. Διότι αὐτὸ ποὺ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ κυρίαρχη ἀντίληψη ἀναφορικὰ μὲ τὶς λεγόμενες «ρήξεις» ἢ «ἐπαναστάσεις » ποὺ ὑποτίθεται πὼς καθόρισαν τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα στὸν Μεσαίωνα καί, κυρίως, τὴ μετάβαση ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα στοὺς Νεότερους Χρόνους, ἡ ὁποία τάχα συντελέστηκε στὸ πλαίσιο αὐτοῦ ποὺ συμβατικὰ ἀποκαλοῦμε «Ἀναγέννηση».
Ἀντιτιθέμενος σὲ αὐτὴ τὴ διπλὴ σχηματοποίηση, ἡ ὁποία, ὡστόσο, γίνεται σχεδὸν ὁμόφωνα ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς, ἰδίως δὲ ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς φιλοσοφίας, ὁ Χάιμζετ τοποθετεῖται ὑπὲρ τῆς συνέχειας – μιᾶς συνέχειας, ὅμως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προϊὸν τῆς μονιμότητας τῶν προβλημάτων καὶ ὄχι μιᾶς ἀνεπίστρεπτης προόδου τῆς σκέψης. Ἐδῶ, ἡ ἱστορία ἀνακαταλαμβάνει τὴ δικαιωματική της θέση, τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἐπιλογὲς τοῦ ἱστορικοῦ ἑρμηνευτῆ.

Ἡ κεντρικὴ θέση τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ ἑξῆς: ἡ ἐπίσημη ἱστοριογραφία, δίνοντας ἔμφαση στὴν ἀρχικὴ συνεισφορὰ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, στὸν ἐκχριστανισμὸ (ἢ τὸν ἐξισλαμισμὸ) αὐτῆς στὸ πλαίσιο τῶν μεγάλων μεσαιωνικῶν συνθέσεων, στὸ ἀνώτατο σκαλὶ τῶν ὁποίων βρίσκεται ἡ σύνθεση τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκυινάτη, κατόπιν στὴν ἐπανανακάλυψή της, ὑπὸ μιὰ ἐκρομανισμένη μορφή, στὴν Ἀναγέννηση, πρωτίστως τὴν ἰταλική, χάνει ἀπὸ τὸ βλέμμα της τὸν πλοῦτο καὶ τὴ γονιμότητα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσει σὲ ὁρισμένες ἄλλες πηγές, πηγές οἱ ὁποῖες δὲν ἀνήκουν σὲ τούτη τὴν τάχα κυρίαρχη γραμμή. Ἡ ἑλληνο-ρωμαιο-χριστιανικὴ μεταφυσικὴ εἶναι, μὲ μιὰ λέξη, λογοκεντρική• κορυφώνεται σὲ μιὰ ὀντο-θεο-λογία, ὅπου ἕνας ἀρχετυπικὸς καὶ ἱδρυτικὸς Θεός, ὄντας ὁ ἴδιος ἀνώτατο Ὄν, ἐπιμερίζει βαθμιδωτά, μὲ βάση μιὰ ἀνεπισκίαστη δικαιοσύνη, τὴ νοητότητά του στὴν ὁλότητα τῶν ὄντων. Σύμφωνα μὲ τὸν Χάιντεγκερ, καὶ ἤδη σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χάιμζετ, τούτη ἡ κοινὴ βάση ἀναφορᾶς ἔρχεται πλήρως στὸ φῶς μὲ τὴν ἐγελιανὴ σύνθεση: τὴν ἀνυπέρβλητη ὁλοκλήρωση «τῆς» μεταφυσικῆς, ὅπως λέμε συνήθως, ἡ ὁποία ὅμως στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ὁρισμένη μεταφυσική.

Διότι ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη μεταφυσική, μιὰ μὴ ἀριστοτελικὴ μεταφυσική, ἡ ὁποία εἶναι γιὰ τὴν κλασικὴ μεταφυσικὴ ὅ,τι οἱ μὴ εὐκλείδειες γεωμετρίες γιὰ τὴ γεωμετρία τοῦ Εὐκλείδη: ἕνα πρόγραμμα ἢ μιὰ σειρὰ ἀπὸ προγράμματα, ποὺ θὰ μπορούσαμε σήμερα νὰ χαρακτηρίσουμε «ἐναλλακτικά», καὶ τὰ ὁποῖα προῆλθαν ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ σημεῖο ἀφετηρίας: ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ βίωμα τοῦ Εἶναι. Ὁ Χάιμζετ, μὲ λεπτότητα καὶ ὑπομονή, ἀναδεικνύει τοὺς μαιάνδρους αὐτοῦ τοῦ διαφορετικοῦ, «ὑπόγειου» (ὅπως ὁ ἴδιος λέει) ποταμοῦ: τὸν Αὐγουστίνο, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἀντιστάθηκε στὸν ἐξελληνισμὸ τοῦ χριστιανισμοῦ, τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (τουλάχιστον ὁρισμένους), στὸν Μεσαίωνα τὴ λεγόμενη Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Βίκτωρος, τὴ φραγκισκανικὴ σχολή, κατόπιν, καὶ πρωτίστως, αὐτὸ ποὺ οἱ Γερμανοὶ ὀνομάζουν «γερμανικὸ μυστικισμὸ» (καὶ ποὺ οἱ Γάλλοι ἀποκαλοῦν «ρηνανικὸ μυστικισμό», καθὼς ἕνα ἀπὸ τὰ κέντρα αὐτοῦ τοῦ ρεύματος ἦταν τὸ Στρασβοῦργο), τοῦ ὁποίου ἡγετικὲς φυσιογνωμίες ἦταν ὁ Μάιστερ Ἔκχαρτ, ὁ Σοῦσο, ὁ Τάουλερ καί, στὴν κορυφή, ὁ μέγας Νικόλαος Κουζανός• παράλληλα, τὸν Ἰωάννη Σκῶτο τοῦ Δοὺνς καὶ τὸν νομιναλισμὸ τοῦ Γουλιέλμου τοῦ Ὄκκαμ. Σὲ συνάφεια μὲ τὶς ἕξι μεγάλες θεματικὲς ἑνότητες, στὴ βάση τῶν ὁποίων εἶναι διαρθρωμένο τὸ πάρον βιβλίο, οἱ συγγραφεῖς αὐτοὶ ὑπερασπίζονται, ρητὰ ἢ ὑπόρρητα, θέσεις ποὺ ἀντίκεινται εὐθέως στὶς θέσεις τῆς κλασικῆς μεταφυσικῆς: τὴν ἑνότητα καὶ τὴ σύμπτωση τῶν ἀντιθέτων, τὸ πρωτεῖο τοῦ ἀπείρου ἔναντι τοῦ πεπερασμένου, τὴν αὐτοτέλεια τῆς ψυχῆς ἀπέναντι στὴν ὁλότητα τοῦ σύμπαντος, τὸν δυναμικὸ καὶ ἐξελικτικὸ χαρακτήρα τῆς θείας κτίσεως, συνεπῶς, τὴν ὑπαγωγὴ τῆς αἰωνιότητας στὴ χρονικότητα, τέλος, τὸ πρωτεῖο τοῦ ἀτόμου ἔναντι τῆς καθολικότητας καὶ τὸ πρωτεῖο τῆς βούλησης ἔναντι τῆς νόησης.

Ὁ Χάιντς Χάιμζετ –πρόκειται ἄραγε γιὰ ἔκφραση τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς ἢ τοῦ genius loci;– ἔχει τὴν τάση νὰ χαρακτηρίζει αὐτὸ τὸ ἐναλλακτικὸ ἤ, ὅπως εἴδαμε, ὑπόγειο ρεῦμα ὡς πρωτευόντως «γερμανικὸ» ἤ, ἐν πάση περιπτώσει, ὡς προϊὸν τῆς «γερμανικῆς πνευματικότητας». Ἡ ἀπόληξή του εἶναι, μᾶς λέει, γερμανική, πράγμα λιγότερο ἀμφισβητήσιμο ἂν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη ἀφ᾽ ἑνὸς τὸν Λάιμπνιτς (ὁ ὁποῖος βέβαια ἔγραφε στὰ γαλλικά) κι ἀφ᾽ ἑτέρου τὴ μεταφυσικὴ τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ, τὴν ὁποία προετοίμασε ὁ Κὰντ (διατηρώντας ὥστόσο ἐπιφυλάξεις ἀπέναντί της) καὶ ἡ οποία κορυφώθηκε στὰ συστήματα τοῦ Φίχτε, τοῦ Σέλλινγκ καὶ τοῦ Χέγκελ (σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν Χέγκελ, μὲ τὴν κρίσιμη ἐπιφύλαξη ποὺ εἴδαμε προηγουμένως). Μὲ ἕνα γοητευτικὸ ἅλμα ὁ Χάιμζετ ἐντοπίζει μιὰ τελικὴ συνάφεια ἀνάμεσα στὴν κατάφαση τῆς βούλησης ἀπὸ μέρους τοῦ Φίχτε καὶ στὴ βούληση γιὰ δύναμη τοῦ Νίτσε, ὁ ὁποῖος, στὴν ἀπόληξη αὐτοῦ τοῦ ρεύματος καὶ σηματοδοτώντας ἕνα εἶδος κυκλικῆς ἐπιστροφῆς, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μπόρεσε, ἐπιτυχέστερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, νὰ κοιτάξει τοὺς Ἕλληνες μέσα ἀπὸ ἕνα νέο πρίσμα, ἀπελευθερώνοντάς τους ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς νεοτερικότητας.

Ἡ συγκεκριμένη ἱστορικοφιλοσοφικὴ ἀντίληψη εἶναι, ἑπομένως, περισσότερο ριζοσπαστικὴ ἀπ᾽ ὅσο φανερώνει ὁ πάντοτε μετρημένος τόνος τοῦ συγγραφέα. Προκάλεσε –καὶ θὰ συνεχίσει νὰ προκαλεῖ– ἀντιδράσεις. Ὅμως, ὁ Χάιντς Χάιμζετ ἤθελε, πρὶν ἀπ᾽ ὅλα, νὰ ἀνοίξει μὲ τὸ βιβλίο του αὐτὸ νέους δρόμους γιὰ τὴν ἔρευνα, ἰδίως σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ φιλοσοφία τοῦ ὄψιμου Μεσαίωνα. Ἡ εὐχή του πραγματοποιήθηκε. Οἱ ἐργασίες τοῦ Μωρὶς ντὲ Γκαντιγιὰκ καὶ τοῦ Ἀλαὶν ντὲ Λιμπερὰ στὴν Γαλλία, τὶς ὁποῖες εἶχαν ἤδη προετοιμάσει οἱ παρατηρήσεις τοῦ Πιὲρ Ντυέμ, αὐτὲς τοῦ Λοῦντγκερ Χοννεφέλντερ στὴν Γερμανία, γιὰ νὰ περιοριστοῦμε σὲ λίγα παραδείγματα, ἔδωσαν νέα ζωὴ σὲ μορφὲς ὅπως ὁ Μάιστερ Ἔκχαρτ, ὁ Ἰωάννης Σκῶτος τοῦ Δούνς, ὁ Γουλιέλμος τοῦ Ὄκκαμ, ὁ Νικόλαος Κουζανός, βγάζοντάς τες ἀπὸ τὸ περιθώριο στὸ ὁποῖο ἦταν γιὰ καιρὸ ἐγκλωβισμένες (τὸν δρόμο αὐτὸ εἶχε ἤδη ἀνοίξει ὁ Ἐτιὲν Ζιλσὸν –ἰδίως μὲ τὸ μεγάλο βιβλίο του γιὰ τὸν Ἰωάννη Σκῶτο τοῦ Δούνς–, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ κρύψει τὴν προτίμησή του γιὰ τὴ θωμικὴ σύνθεση οὔτε καὶ νὰ θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὸν κεντρικό της χαρακτήρα).

Ἕνας νέος Μεσαίωνας γεννήθηκε γιὰ τὴ φιλοσοφία: πιὸ ποικιλόμορφος, πιὸ πλούσιος, ἕνας Μεσαίωνας ποὺ ὁδηγεῖ στοὺς Νεότερους Χρόνους μέσω ἀνεπαίσθητων μεταβάσεων, δίχως κοπερνίκειες ἐπαναστάσεις. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀμφισβητήσει κανεὶς τὴν ἑρμηνευτικὴ γονιμότητα τούτης τῆς ἀναθεώρησης τοῦ κυρίαρχου στερεοτύπου. Ὁ Χάιντς Χάιμζετ ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ βασικότερους συντελεστὲς τῆς ἀναθεώρησης αὐτῆς.

Πιὲρ Ὠμπὲνκ
Σεπτέμβριος 2003