Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (1)

                                                                        ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ


                                                                             ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

                                                                        ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

                                                                                 Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ


Εἰσαγωγή - Περίληψη


Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζί του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:

Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.
Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεση, γιατὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὸ μόνο ποὺ ἀλλάζει σ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ θάνατο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεώς της. Ἀκόμη καὶ τότε ἡ σχέση της μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα δὲν διακόπτεται, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα του λόγω τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως. Οὔτε ὁ χῶρος (ἀπόσταση) οὔτε ὁ χρόνος ἐμποδίζει τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ ποὺ περιμένει τοὺς ἀνθρώπους μετὰ θάνατον εἶναι ἡ κάθαρση, ἡ ἀνανέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀνάσταση ὅλων. Ὁ Δημιουργὸς δὲν θέλει νὰ μείνουμε ἁπλὰ ἔμβρυα. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς φύσεώς μας δὲν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς νηπιακῆς ἡλικίας οὔτε οἱ ἑπόμενες ἡλικίες οὔτε ἀκόμη ἡ καταστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μέρος τῆς ὁδοῦ ποὺ διανύουμε. Τὸ ἔσχατο τέρμα αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασή μας στὴν ἀρχέγονη κατάστασή μας. Ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀνάσταση θὰ ἐπιστρέψει στὸ σῶμα. Οἱ δίκαιες ψυχὲς θὰ δοξασθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἁμαρτωλὲς θὰ τιμωρηθοῦν. Ἡ καθαρὴ ψυχὴ θ᾿ ἀπολαύσει τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.


Στὴν ἐποχή μας ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἰδιαίτερα ὁ λόγος, διότι θέτει τὸ θέμα τοῦ θανάτου, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ὁδηγεῖ τὸν ἀναγνώστη σὲ πρακτικὰ συμπεράσματα, ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο στὴν προσαρμογὴ τῆς καθημερινῆς του ζωῆς στὴν προοπτική της αἰώνιας ζωῆς, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως

1. Όταν ο μεγάλος μεταξύ των Αγίων Βασίλειος έφυγε από την παρούσα ζωή προς το Θεό, αποτέλεσε ο θάνατός του την αφορμή για γενικό πένθος στις Εκκλησίες. Ζούσε τότε ακόμη η αδελφή και δασκάλα μου (Μακρίνα) και πήγα κοντά της για να μετάσχω μαζί της στη συμφορά του θανάτου του αδελφού μας. Η ψυχή μου ήταν πολύ θλιμμένη, επειδή πονούσε γι’ αυτή τη μεγάλη απώλεια· ζητούσα κάποιον που θα έχυνε δάκρυα μαζί μου και θα σήκωνε το ίδιο βάρος της θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, η παρουσία της δασκάλας μου αναζωπύρωσε τη θλίψη μου· διότι ήδη και εκείνη υπέφερε από θανατηφόρα ασθένεια.
Εκείνη τότε, αφού υποχώρησε, μιμούμενη τους δασκάλους της ιππικής τέχνης, και παραδόθηκε μαζί μου στο πάθος της θλίψεως, στη συνέχεια προσπάθησε με το λόγο της να με σταματήσει· σαν χαλινάρι χρησιμοποίησε τη σκέψη της, για να ηρεμήσει την ταραγμένη ψυχή μου. Ανέφερε το λόγο του Αποστόλου, ότι δεν πρέπει να λυπούμαστε για τους κεκοιμημένους· διότι αυτό το πάθος (της λύπης) χαρακτηρίζει μόνον όσους δεν έχουν ελπίδα (στον Κύριο).
2. ΓΡΗΓ. Εγώ τότε, επειδή η θλίψη πλάκωνε την καρδιά μου, είπα: «Πώς είναι δυνατόν να το πετύχουν αυτό (να μην λυπούνται) οι άνθρωποι, αφού όλοι αισθάνονται φυσική απέχθεια προς το θάνατο; Και δεν μπορούν ν’ αντέξουν εύκολα στη θέα αυτών που είναι ετοιμοθάνατοι· αλλά, και όσοι συμβαίνει να τους πλησιάζει ο θάνατος, τον αποφεύγουν όσο μπορούν. Ακόμη και οι ισχύοντες νόμοι θεωρούν το θάνατο ως τη μεγαλύτερη αδικία και την έσχατη τιμωρία. Με ποιό τρόπο, λοιπόν, όταν έλθει ο θάνατος, θα θεωρήσουμε την αναχώρηση από την παρούσα ζωή ως ένα τίποτε, έστω και για ένα ξένο πρόσωπο; Και πολύ περισσότερο για συγγενικό μας πρόσωπο;
Και συνέχισα: «Παρατηρούμε άλλωστε ότι όλος ο ανθρώπινος μόχθος αποβλέπει σ᾿ αυτό, πώς δηλαδή θα διατηρηθούμε στη ζωή. Γι᾿ αυτό το λόγο έχουμε επινοήσει και τα σπίτια για διαμονή, για να μην καταπονείται το σώμα είτε από την ψύχρα είτε από τη ζέστη.
Η γεωργία τί άλλο είναι παρά η μέριμνα για τη ζωή; Και η φροντίδα πάλι για τη ζωή γίνεται σίγουρα από φόβο για το θάνατο. Εξάλλου, για ποιό λόγο εκτιμούν οι άνθρωποι την ιατρική επιστήμη; Δεν είναι επειδή καταπολεμεί με τις μεθόδους της το θάνατο;
Και για ποιό λόγο χρησιμοποιούμε τους θώρακες, τους θυρεούς, τις κνημίδες, τα κράνη και τα αμυντικά όπλα; Για ποιό λόγο γίνονται τα τείχη γύρω από τις πόλεις, οι σιδερόφρακτες πόρτες, οι ασφαλείς τάφροι και τα παρόμοια; Για τί άλλο γίνονται, αν όχι για το φόβο του θανάτου; Έτσι, λοιπόν, ενώ είναι από τη φύση του φοβερός ο θάνατος, πώς είναι εύκολο να μας πείσει εκείνος που μας προτρέπει να μη λυπούνται οι επιζώντες για τους πεθαμένους;».
3. ΜΑΚΡ. Και η δασκάλα απάντησε: «Γιατί σου φαίνεται ιδιαίτερα λυπηρό αυτό καθ᾿ αυτό το γεγονός του θανάτου; Διότι δεν μπορεί η συνήθεια των χαμηλής νοημοσύνης ανθρώπων ν᾿ αποτελεί κριτήριο για τη στάση απέναντι στο θάνατο».
ΓΡΗΓ
. Και εγώ είπα προς αυτήν: «Πώς δεν είναι άξιο λύπης, όταν βλέπουμε αυτόν που προηγουμένως ήταν ζωντανός και μιλούσε, να μένει ξαφνικά χωρίς πνοή, άφωνος και ακίνητος; Να σταματούν οι φυσικές του αισθήσεις; Να μην ενεργεί ούτε η όραση ούτε η ακοή ούτε τίποτε άλλο απ᾿ αυτά που αντιλαμβάνονται τα αισθητήρια;
Κι αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις με το ξίφος ή το ρίξεις σε σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις στο χώμα, απέναντι σ᾿ όλα αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος).
Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής –ο,τιδήποτε είναι αυτό– φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση, όπως συμβαίνει με σβησμένο λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα ούτε στο φυτίλι δεν διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται, πώς είναι δυνατόν μια τέτοια μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη σε κανέναν, που δεν έχει προφανώς και που να στηριχθεί;
Διότι ακούσαμε να βγαίνει η ψυχή από το σώμα και βλέπουμε να μένει το πτώμα· δεν γνωρίζουμε αυτό που έφυγε, ούτε τί ήταν στη φύση του ούτε πού πήγε. Και κανένα από τα στοιχεία του κόσμου μας –ούτε η γη ούτε ο αέρας ούτε το νερό– δείχνει να δέχτηκε μέσα του τη δύναμη που έφυγε από το σώμα· αυτήν, που με την έξοδό της άφησε νεκρό το υπόλοιπο μέρος του ανθρώπου (το σώμα) και έτοιμο να διαλυθεί».

Ενώ έλεγα αυτά, η δασκάλα κούνησε το χέρι της και μου είπε:

4. ΜΑΚΡ
«Μήπως σε τρομάζει και κυριαρχεί στη σκέψη σου ένας τέτοιος φόβος, ότι η ψυχή δεν ζει αιώνια, αλλά διαλύεται μαζί με το σώμα;».

ΓΡΗΓ.
 Εγώ τότε, επειδή ο λογισμός ήταν βυθισμένος στο πάθος της θλίψεως, απάντησα με κάποια θρασύτητα, χωρίς να σκεφτώ τι λέω. Είπα ότι οι θείες φωνές μοιάζουν σαν διαταγές που μας αναγκάζουν να πιστέψουμε ότι η ψυχή ζει πάντοτε· σ’ αυτή την πίστη όμως δεν καταλήξαμε με τη λογική. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο νους δέχεται την άποψη αυτή από μέσα του, επειδή φοβάται σαν δούλος· δεν συγκατατίθεται στα λεγόμενα με τη θέλησή του. Γι’ αυτό το λόγο και η λύπη μας για τους νεκρούς γίνεται πιο βαρειά, επειδή δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια, εάν εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη αυτή η αιτία της ζωής (η ψυχή), και πού είναι, και πώς είναι· ούτε πάλι, αν δεν υπάρχει πουθενά καθόλου. Η αβεβαιότητα αυτή για την πραγματική κατάσταση εξισώνει τις αντιλήψεις για την κάθε άποψη (αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ψυχή). Άλλοι πιστεύουν τη μία άποψη κι άλλοι την άλλη. Και μερικοί Έλληνες, που έχουν μεγάλη φήμη στη φιλοσοφία, είναι που τα σκέφτηκαν και εξέφρασαν άποψη γι’ αυτά.

5. ΜΑΚΡ. «Άφησε, μου είπε, τις ανοησίες των εχθρών (ειδωλολατρών), με τις οποίες πολύ πιθανά ο εφευρέτης του ψεύδους (διάβολος) επινοεί τις απατηλές φιλοσοφίες, για να προσβάλλει την αλήθεια. Συ πρόσεξε το εξής, ότι μια τέτοια άποψη για την ψυχή δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά απομάκρυνση από την αρετή και προσκόλληση στην ηδονή του παρόντος· σημαίνει απόρριψη της ελπίδας για την αιώνια ζωή, στην οποία κυριαρχεί μόνον η αρετή».
ΓΡΗΓ.
 «Και πώς, απάντησα, θα έχουμε σταθερή και αμετάβλητη πίστη ότι η ψυχή παραμένει και μετά το θάνατο; Διότι αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος ότι, εάν δεν κυριαρχήσει μέσα μας χωρίς αμφιβολία η πίστη γι’ αυτό (αιωνιότητα ψυχής), τότε ο βίος των ανθρώπων χάνει το καλύτερό του στη ζωή, την αρετή. Διότι, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει αρετή εκεί που η ύπαρξη περιορίζεται μόνον στην παρούσα ζωή, και μετά απ’ αυτήν δεν ελπίζουμε σε τίποτε;».

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (3)

  Συνέχεια από: Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

9. ΓΡΗΓ. «Αυτό ακριβώς, είπα εγώ, θέλω να μάθω: πώς είναι δυνατόν αυτοί που έχουν αντιρρήσεις να πιστέψουν χωρίς αμφιβολία ότι ο Θεός έκανε τα πάντα; Να πιστέψουν ότι Αυτός όλα τα κυβερνά και ότι γενικά υπάρχει Θεός, ο οποίος ξεπερνά τη φύση των δημιουργημάτων;».

ΜΑΚΡ. Εκείνη απάντησε: «Είναι προτιμότερο να σιωπά κανείς σ’ αυτές τις αντιρρήσεις· ν’ απαξιοί ν’ απαντά σε ανόητες και ασεβείς απόψεις, επειδή και ο θείος λόγος δεν επιτρέπει ν’ απαντάμε στην ανοησία ενός ανόητου· διότι, σύμφωνα με τον Προφήτη, είναι ανόητος όποιος λέει ότι δεν υπάρχει Θεός.

Επειδή, όμως, πρέπει κι σ’ αυτό να απαντήσω, θα σου πω όχι δικό μου λόγο ούτε κάποιου άλλου ανθρώπου· διότι θα ήταν πολύ λίγος, όποιος κι αν ήταν. Θα σου πω λόγο που διηγείται η δημιουργία των κτισμάτων με τα θαύματά της· θα σου πω για τα φαινόμενα που βλέπει το μάτι και γι’ αυτά που ηχούν με σοφία και καλλιτεχνία μέσα στην καρδιά. Διότι η δημιουργία φωνάζει καθαρά για το δημιουργό της· όπως λέει ο Προφήτης, ο ίδιος ο ουρανός με ανείπωτες φωνές διηγείται τη δόξα του Θεού (Ψαλμ. 18,2).

Διότι, ποιός βλέπει την αρμονία του σύμπαντος και τα θαυμάσια φαινόμενα του ουρανού και της γης; Ότι δηλαδή, ενώ τα στοιχεία τους είναι από τη φύση αντίθετα μεταξύ τους, όμως όλα συνδέονται με αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ τους για τον ίδιο σκοπό; Ποιός δεν βλέπει ότι το καθένα συνεισφέρει τη δική του δύναμη για τη συντήρηση του σύμπαντος; Ποιός δεν βλέπει ότι δεν χωρίζονται οι άμικτες και ακοινώνητες ατομικές ιδιότητες του ενός από το άλλο; Αλλά ούτε διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο με την ανάμιξη αντίθετων ιδιοτήτων; Διότι συμβαίνει, όσα η φύση τους τα οδηγεί προς τα πάνω να πηγαίνουν προς τα κάτω, όπως η ηλιακή θερμότητα που πέφτει προς τα κάτω με τις ακτίνες του ήλιου. Τα βαριά πάλι σώματα ανυψώνονται με την ελαφρύτητα των ατμών, όπως το νερό που αντίθετα στη φύση του ανεβαίνει προς τα πάνω και το σπρώχνει ο αέρας με τα σύννεφα. Η φωτιά επίσης, που είναι αέρας, γίνεται γήϊνο σώμα, για να μη μένει το βάθος τής γης χωρίς θερμότητα. Από την άλλη, η υγρασία που πέφτει στη γη με τις βροχές, ενώ έχει μία φυσική ιδιότητα, προκαλεί μυριάδες είδη διαφορετικών φυτών, προσφέροντας στο καθένα την κατάλληλη συνθήκη αναπτύξεως. Βλέπει ακόμη κανείς την ταχύτατη περιστροφή του πόλου και την αντίστροφη κίνηση μέσα στους αστρικούς κύκλους, τις εκλείψεις, τις συνδρομές και τις αρμονικές αποστάσεις των αστέρων.

Αυτός που τα βλέπει αυτά με το νοερό οφθαλμό της ψυχής του, άραγε δεν μαθαίνει ξεκάθαρα από τα φαινόμενα, ότι υπάρχει κάποια θεία δύναμη, δημιουργική και σοφή, που φανερώνεται στα όντα; Μια δύναμη που διαπερνά όλα τα μέρη ώστε να συναπαρτίζουν το όλο, και συμπληρώνει το όλο με τα μέρη; Δεν μαθαίνει ότι μια δύναμη τα συγκρατεί όλα; Ότι όλα μένουν στον εαυτό τους και κινούνται γύρω του· δεν σταματούν ποτέ την κίνηση και δεν αλλάζουν τόπο πέρα απ’ αυτόν που βρίσκονται;».

10. ΓΡΗΓ. «Και πώς, ρώτησα, η πίστη στο Θεό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής; Διότι η ψυχή δεν είναι κάτι το ίδιο με το Θεό ώστε, εάν ομολογηθεί ότι υπάρχει το ένα, να παραδεχτούμε οπωσδήποτε ότι υπάρχει και το άλλο».

ΜΑΚΡ. Εκείνη τότε μου απάντησε: «Λένε οι σοφοί ότι ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος καθώς περιέχει μέσα του στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα όντα. Αν ο λόγος αυτός, όπως φαίνεται, είναι αληθινός, τότε δεν θα χρειαζόμασταν καμμιά επιπλέον απόδειξη για να βεβαιώσουμε αυτό που πιστεύουμε για την ψυχή.

Πιστεύουμε ότι η ψυχή υπάρχει καθ’ εαυτή με φύση ιδιαίτερη και διαφορετική από την παχύτητα του σώματος. Διότι, όπως αντιλαμβανόμαστε όλο τον κόσμο με τις αισθήσεις, με την ίδια την ενέργεια των αισθητηρίων οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής και νοητής πραγματικότητας· τότε γίνεται το μάτι μας ερμηνευτής της παντοδύναμης σοφίας (του Θεού), την οποία θεωρούμε στο κάθε ον και η οποία μας φανερώνει Εκείνον που συγκρατεί το σύμπαν. Με τον ίδιο τρόπο κι εμείς, βλέποντας τον εσωτερικό μας κόσμο, δεν έχουμε και λίγες αφορμές να στοχαστούμε μέσα από τα φαινόμενα αυτό που κρύβεται από πίσω. Και κρύβεται εκείνο το οποίο, όντας από τον εαυτό του νοητό και αόρατο, ξεφεύγει από την κατανόηση των αισθήσεων».

11. ΓΡΗΓ. Είπα κι εγώ: «Σίγουρα είναι δυνατόν να δεχθούμε με το συλλογισμό τη σοφία που ξεπερνά κάθε ον, με τη θεωρία των σοφών και καλλιτεχνικών ιδιοτήτων που υπάρχουν στη φύση των όντων και αποτελεί την αρμονική διακόσμησή τους. Ποιά όμως γνώση της ψυχής είναι δυνατόν να προέλθει από τις σωματικές ιδιότητες σ’ αυτούς που ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα;».

ΜΑΚΡ. «Βέβαια, λέει η παρθένα, για εκείνους που, σύμφωνα με το σοφό παράγγελμα, επιθυμούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, η ίδια η ψυχή γίνεται δασκάλα για τα ζητήματα της ψυχής· διότι, ενώ είναι άϋλη και ασώματη, ενεργεί και κινείται ανάλογα στη φύση της και με τα όργανα του σώματος μαρτυρεί τις κινήσεις της.

ΓΡΗΓ. Η κατασκευή αυτή των οργάνων του σώματος διατηρείται το ίδιο και σ’ αυτούς που έχουν ήδη πεθάνει· μένει όμως ακίνητη και ανενέργητη, διότι δεν υπάρχει μέσα της η δύναμη της ψυχής. Τότε μόνον κινείται, όταν υπάρχουν οι αισθήσεις στα σωματικά όργανα και μέσω των αισθήσεων διαπερνά η νοητική δύναμη (της ψυχής) με την ορμή της και κινεί τις σωματικές αισθήσεις εκεί που θέλει».

Συνεχίζεται

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

Ο ΕΧΩΝ ΩΤΑ, ΝΟΥ. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ.

ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΟΤΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΥΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΜΑΣ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΑΣ, ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΚΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΕΣ ΣΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ, ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΝΑ ΠΟΔΗΓΕΤΕΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ. ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
ΣΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΟΜΩΣ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΜΑΣ  ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ Η ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΨΥΧΗ ΚΑΙ Ο ΝΟΥΣ, ΔΙΟΤΙ Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΣΤΟΝ ΝΟΥ. 
Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΕΣΕ ΚΑΙ ΕΣΠΑΣΕ. ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ  ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ, ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ-ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ- ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ, ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΙΝΗΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΑΞΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ.

Αρχαίο κείμενο


Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (2)

  Συνέχεια από Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

                                                                                                                ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
                                                                     ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ                      
                                                                                                              ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ
                                                                                                                           Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ



6. ΜΑΚΡ. «Λοιπόν, πρέπει να αναζητήσουμε, λέει η δασκάλα, ποιό είναι το κατάλληλο σημείο, για ν’ αρχίσει η συνομιλία μας. Και αν θέλεις, μπορείς να υπερασπιστείς τα αντίθετα επιχειρήματα· διότι, παρατηρώ ότι η σκέψη σου προς αυτά γέρνει. Έπειτα, μετά την έκθεση των αντίθετων επιχειρημάτων, θ’ αναζητήσουμε την αλήθεια.

ΓΡΗΓ. Επειδή εκείνη έδωσε αυτή την εντολή, την παρακάλεσα να μην νομίζει ότι θεωρούσα τις αντιρρήσεις ως αληθείς· αλλά χρησιμοποιούσα τις απόψεις των αντιτιθεμένων σκόπιμα, για να αποδειχθεί απόλυτα στέρεο το δόγμα για την αθανασία της ψυχής.

«Στ’ αλήθεια, ρώτησα, όσοι δέχονται τις αντίθετες απόψεις δεν λένε ότι το σώμα είναι σύνθετο και διαλύεται οπωσδήποτε στα μέρη από τα οποία συνίσταται;

Και όταν το σώμα διαλυθεί στα συστατικά του στοιχεία, το καθένα πηγαίνει προς το όμοιό του σύμφωνα με τη φυσική του ροπή και αποδίδει το όμοιο στο όμοιο με βάση τον φυσικό προσανατολισμό του. Η θερμότητα π.χ. του δικού μας (σώματος) θα ενωθεί πάλι με τη θερμότητα, και το γήϊνο στοιχείο με τα στερεά στοιχεία· και τα υπόλοιπα στοιχεία θα ενωθούν με τα συγγενικά τους.

Η ψυχή, όμως, μετά τη διάλυση, πού θα είναι; Εάν κάποιος πει ότι είναι με τα στοιχεία, τότε υποχρεωτικά θα έχει την ίδια σύσταση μ’ αυτά. Διότι δεν μπορεί να γίνει ανάμειξη δύο διαφορετικών στη φύση τους στοιχείων· και αν γίνει μεταξύ αυτών, τότε η ψυχή θα φανεί να έχει ποικιλία στη φύση της, διότι θα είναι αναμειγμένη με πολλά αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία· και το ποικίλο δεν είναι απλό, αλλά σύνθετο σε κάθε περίπτωση. Και κάθε σύνθετο αναγκαστικά διαλύεται· και η διάλυση αποτελεί τη φθορά του συνθέτου όντος.

Και ό,τι φθείρεται δεν είναι αθάνατο. Διαφορετικά, και το σώμα θα ήταν αθάνατο, εφόσον ως σύνθετο θα διαλύονταν στα στοιχεία του. Εάν όμως υπάρχει κάτι άλλο εκτός απ’ αυτά (τα διαλυόμενα στοιχεία), δηλαδή η ψυχή, πού θα τη βάλει να υπάρχει η σκέψη μας; Διότι, μέσα στα στοιχεία, λόγω της ανομοιότητας της φύσεώς της, δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Δεν υπάρχει επίσης τίποτε άλλο στον κόσμο, στο οποίο μέσα να μπορεί να ζήσει η ψυχή σύμφωνα με τη φύση της. Και εκείνο που δεν υπάρχει πουθενά, δεν υφίσταται και καθόλου.

7. ΜΑΚΡ. Και η δασκάλα, ακούγοντας αυτά, αφού αναστέναξε απάντησε ήρεμα: «Ίσως αυτά και παρόμοια μ’ αυτά έλεγε η σύναξη των Στωϊκών και οι Επικουρείων στον Απόστολο (Παύλο) στην Αθήνα. Διότι ακούω ότι ο Επίκουρος υποστήριζε αυτές τις θεωρίες, ότι δηλαδή η φύση των όντων δημιουργήθηκε αυτόματα και τυχαία και ότι καμία πρόνοια δεν μεριμνά για τα πράγματα. Γι’ αυτό το λόγο, ως συνέπεια αυτής της θεωρίας, θεωρούσε την ανθρώπινη ζωή σαν μια φούσκα από αέρα· θεωρούσε το σώμα ως περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, για να κρατάει καλά ως περιέχον το πνεύμα· και όταν ο όγκος του σώματος θα κατέρρεε, κι αυτό που υπήρχε μέσα (περιεχόμενο) χανόταν.

Γι’ αυτόν (τον Επίκουρο) βάση της φύσεως των όντων αποτελούσε το φαινόμενο· και μέτρο της κατανοήσεως όλων ήταν η αίσθηση. Είχε κλείσει εξ ολοκλήρου τα αισθητήρια της ψυχής και γι’ αυτό δεν μπορούσε να δει κανένα νοητό ή ασώματο ον· όπως αυτός που είναι κλεισμένος σ’ ένα σπιτάκι και δεν μπορεί να δει κανένα από τα ουράνια θαύματα, διότι τον εμποδίζουν οι τοίχοι και η οροφή να δει προς τα έξω. Όλα τα αισθητά που φαίνονται είναι σαν γήϊνοι τοίχοι, οι οποίοι εμποδίζουν τους πιο μικρόψυχους να δουν με τον εαυτό τους τη θεωρία των νοητών.

8. Ο Επίκουρος βλέπει μόνο γη, νερό, αέρα και φωτιά. Από μικροψυχία όμως δεν μπορεί να δει από που προέρχεται το καθένα ή σε τί είναι ή από ποιο κρατιέται γύρω γύρω. Και όταν δει κάποιος ένα ρούχο, σκέφτεται τον υφαντουργό που το έκανε· και με το πλοίο σκέφτεται τον ναυπηγό· με τη θέα πάλι του οικοδομήματος, έρχεται στο νου όσων το βλέπουν το χέρι του οικοδόμου.

Αλλά αυτοί, ενώ βλέπουν προς τον κόσμο, κλείνουν τα μάτια προς Αυτόν τον οποίο φανερώνουν τα πάντα· έτσι παρουσιάζονται αυτά τα δήθεν σοφά και έξυπνα δόγματα από εκείνους που διδάσκουν ότι η ψυχή χάνεται· λένε ότι το σώμα είναι από τα στοιχεία και τα στοιχεία από το σώμα· ότι δεν μπορεί η ψυχή να υπάρξει από μόνη της, εάν δεν είναι ένα από τα στοιχεία ή μέσα σ’ αυτά.

Διότι, εάν νομίζουν οι αντιρρησίες ότι δεν υπάρχει πουθενά η ψυχή, εφόσον δεν έχει την ίδια φύση με τα στοιχεία, πρέπει αυτοί πρώτα πρώτα να δεχτούν ότι και η ζωή του σώματος είναι άψυχη. Διότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σύνθεση στοιχείων. Ας μη λένε, λοιπόν, ότι η ψυχή υπάρχει μέσα στα στοιχεία και ότι από μόνη της δίνει τη ζωή στο σύνθετο σώμα· διότι εάν, όπως νομίζουν, δεν είναι δυνατό μετά (τη διάλυση) να υπάρχει η ψυχή, εφόσον υπάρχουν μόνο τα στοιχεία, τότε οι ίδιοι αποδεικνύουν ότι η ζωή μας είναι νεκρή.

Εάν όμως δεν αμφιβάλλουν ότι υπάρχει τώρα η ψυχή μέσα στο σώμα, τότε πώς διδάσκουν την απώλειά της, ενώ το σώμα διατηρείται στα στοιχεία; Εξάλλου, πρέπει στη συνέχεια να τολμήσουν να πουν τα ίδια και για τη φύση του Θεού. Διότι πώς θα πουν ότι η νοερή, άϋλη και αιώνια Φύση εισχωρεί στα υγρά, τα μαλακά και τα σκληρά, για να δίνει συνοχή στα όντα, ενώ ούτε συγγενεύει μ’ αυτά που έρχεται σε επαφή, αλλά ούτε και αδυνατεί να είναι μέσα σ’ αυτά με τα οποία διαφέρει στη φύση. Λοιπόν, ας πετάξουν έξω από το πιστεύω τους και το Θεό, ο οποίος κυβερνά όλα τα όντα». [ΠΩΣ ΕΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ; ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ!!!]

Συνεχίζεται

                                                         Γρηγορίου Νύσσης
                                      Επιστολή για τον βίο της Οσίας Μακρίνας

                                                                           Απόσπασμα

17. Όταν με είδε να πλησιάζω στην πόρτα, ανασηκώθηκε στον αγκώνα – δεν ήταν σε θέση να προστρέξει καθώς η δύναμή της είχε παραλύσει από τον πυρετό. Στερέωσε τα χέρια της στο χώμα κι όσο μπορούσε σύρθηκε έξω από το στρωσίδι εκπληρώνοντας την τιμή της υποδοχής.

Κι εγώ έτρεξα, έπιασα με τα χέρια μου το πρόσωπό της, το γυρισμένο κατά το χώμα, την ανασήκωσα και την έβαλα ξαπλωτή στη συνηθισμένη της στάση. Αυτή τότε ύψωσε το χέρι της στον Θεό και είπε· «Και τούτο το δώρο μου χάρισες, Θεέ μου, και δεν στερήθηκα αυτό που λαχταρούσα, γιατί οδήγησες τον υπηρέτη σου να επισκεφθεί τη δούλη σου».

Για να μη μου δημιουργήσει δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, μαλάκωσε τον αναστεναγμό και πίεζε κάπως τον εαυτό της να κρύβει το πυκνό άσθμα προσπαθώντας να γίνεται χαρούμενη και να κάνει εκείνη την αρχή στους ευχάριστους λόγους προκαλώντας αφορμές σε μας για θέματα που με ρωτούσε.

Κι όταν θυμηθήκαμε με το κύλισμα του χρόνου τον μεγάλο Βασίλειο, δεν άντεχε η ψυχή μου και το πρόσωπό μου θλιβόταν κι από τα βλέφαρα χύνονταν τα δάκρυα. Εκείνη όμως μακριά στεκόταν από το να καμφθεί μαζί μου απ’ τη δική μου λύπη.

Αφού πήρε σαν αφορμή για υψηλότερη πνευματική συζήτηση τη μνήμη του αγίου, με οδηγό το άγιο Πνεύμα, εξέθετε τον λόγο για τη μέλλουσα ζωή, παίρνοντας σαν αφετηρία την ανθρώπινη φύση αλλά και τη θεϊκή οικονομία, που είναι κρυμμένη κάτω από τα θλιβερά περιστατικά κι έτσι μου φαινόταν πως η ψυχή μου βρισκόταν σχεδόν έξω από την ανθρώπινη φύση συνεπαρμένη από τα λεγόμενα και εγκατεστημένη με τον θεόπνευστο λόγο της μέσα στα ουράνια άδυτα.

Από το βιβλίο του Δημητρίου Τσάμη, «Μητερικόν», τόμος Α’, έκδοση της Αδελφότητας «Η Αγία Μακρίνα», Θεσσαλονίκη 1990.


ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ  ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΥΓΚΡΑΤΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΟΣΑ ΚΙ'ΑΝ ΑΚΟΥΜΕ. ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΝΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΞΑΝΑΒΡΟΥΜΕ ΚΑΘΟΤΙ ΤΟΝ ΧΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ, ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣΕ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. ΖΩΝΤΑΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΘΟΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

Ο ΕΧΩΝ ΩΤΑ, ΝΟΥ. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (1)

                                                                               ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

                                                                             ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

                                                                        ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

                                                                                 Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ


Εἰσαγωγή - Περίληψη


Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζί του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:

Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.
Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεση, γιατὶ εἶναι ἁπλὴ καὶ ἀσύνθετη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὸ μόνο ποὺ ἀλλάζει σ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸ θάνατο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεώς της. Ἀκόμη καὶ τότε ἡ σχέση της μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα δὲν διακόπτεται, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα του λόγω τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως. Οὔτε ὁ χῶρος (ἀπόσταση) οὔτε ὁ χρόνος ἐμποδίζει τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάσταση.
Αὐτὸ ποὺ περιμένει τοὺς ἀνθρώπους μετὰ θάνατον εἶναι ἡ κάθαρση, ἡ ἀνανέωση καὶ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀνάσταση ὅλων. Ὁ Δημιουργὸς δὲν θέλει νὰ μείνουμε ἁπλὰ ἔμβρυα. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς φύσεώς μας δὲν εἶναι ἡ κατάσταση τῆς νηπιακῆς ἡλικίας οὔτε οἱ ἑπόμενες ἡλικίες οὔτε ἀκόμη ἡ καταστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ ἔρχεται μὲ τὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μέρος τῆς ὁδοῦ ποὺ διανύουμε. Τὸ ἔσχατο τέρμα αὐτῆς τῆς κινήσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασή μας στὴν ἀρχέγονη κατάστασή μας. Ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἀνάσταση θὰ ἐπιστρέψει στὸ σῶμα. Οἱ δίκαιες ψυχὲς θὰ δοξασθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἁμαρτωλὲς θὰ τιμωρηθοῦν. Ἡ καθαρὴ ψυχὴ θ᾿ ἀπολαύσει τὴ θέα τοῦ Θεοῦ.

Στὴν ἐποχή μας ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἰδιαίτερα ὁ λόγος, διότι θέτει τὸ θέμα τοῦ θανάτου, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ θέματος ὁδηγεῖ τὸν ἀναγνώστη σὲ πρακτικὰ συμπεράσματα, ποὺ ἔχουν ἀντίκτυπο στὴν προσαρμογὴ τῆς καθημερινῆς του ζωῆς στὴν προοπτική της αἰώνιας ζωῆς, δηλαδὴ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως

1. Όταν ο μεγάλος μεταξύ των Αγίων Βασίλειος έφυγε από την παρούσα ζωή προς το Θεό, αποτέλεσε ο θάνατός του την αφορμή για γενικό πένθος στις Εκκλησίες. Ζούσε τότε ακόμη η αδελφή και δασκάλα μου (Μακρίνα) και πήγα κοντά της για να μετάσχω μαζί της στη συμφορά του θανάτου του αδελφού μας. Η ψυχή μου ήταν πολύ θλιμμένη, επειδή πονούσε γι’ αυτή τη μεγάλη απώλεια· ζητούσα κάποιον που θα έχυνε δάκρυα μαζί μου και θα σήκωνε το ίδιο βάρος της θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, η παρουσία της δασκάλας μου αναζωπύρωσε τη θλίψη μου· διότι ήδη και εκείνη υπέφερε από θανατηφόρα ασθένεια.
Εκείνη τότε, αφού υποχώρησε, μιμούμενη τους δασκάλους της ιππικής τέχνης, και παραδόθηκε μαζί μου στο πάθος της θλίψεως, στη συνέχεια προσπάθησε με το λόγο της να με σταματήσει· σαν χαλινάρι χρησιμοποίησε τη σκέψη της, για να ηρεμήσει την ταραγμένη ψυχή μου. Ανέφερε το λόγο του Αποστόλου, ότι δεν πρέπει να λυπούμαστε για τους κεκοιμημένους· διότι αυτό το πάθος (της λύπης) χαρακτηρίζει μόνον όσους δεν έχουν ελπίδα (στον Κύριο).
2. ΓΡΗΓ. Εγώ τότε, επειδή η θλίψη πλάκωνε την καρδιά μου, είπα: «Πώς είναι δυνατόν να το πετύχουν αυτό (να μην λυπούνται) οι άνθρωποι, αφού όλοι αισθάνονται φυσική απέχθεια προς το θάνατο; Και δεν μπορούν ν’ αντέξουν εύκολα στη θέα αυτών που είναι ετοιμοθάνατοι· αλλά, και όσοι συμβαίνει να τους πλησιάζει ο θάνατος, τον αποφεύγουν όσο μπορούν. Ακόμη και οι ισχύοντες νόμοι θεωρούν το θάνατο ως τη μεγαλύτερη αδικία και την έσχατη τιμωρία. Με ποιό τρόπο, λοιπόν, όταν έλθει ο θάνατος, θα θεωρήσουμε την αναχώρηση από την παρούσα ζωή ως ένα τίποτε, έστω και για ένα ξένο πρόσωπο; Και πολύ περισσότερο για συγγενικό μας πρόσωπο;
Και συνέχισα: «Παρατηρούμε άλλωστε ότι όλος ο ανθρώπινος μόχθος αποβλέπει σ᾿ αυτό, πώς δηλαδή θα διατηρηθούμε στη ζωή. Γι᾿ αυτό το λόγο έχουμε επινοήσει και τα σπίτια για διαμονή, για να μην καταπονείται το σώμα είτε από την ψύχρα είτε από τη ζέστη.
Η γεωργία τί άλλο είναι παρά η μέριμνα για τη ζωή; Και η φροντίδα πάλι για τη ζωή γίνεται σίγουρα από φόβο για το θάνατο. Εξάλλου, για ποιό λόγο εκτιμούν οι άνθρωποι την ιατρική επιστήμη; Δεν είναι επειδή καταπολεμεί με τις μεθόδους της το θάνατο;
Και για ποιό λόγο χρησιμοποιούμε τους θώρακες, τους θυρεούς, τις κνημίδες, τα κράνη και τα αμυντικά όπλα; Για ποιό λόγο γίνονται τα τείχη γύρω από τις πόλεις, οι σιδερόφρακτες πόρτες, οι ασφαλείς τάφροι και τα παρόμοια; Για τί άλλο γίνονται, αν όχι για το φόβο του θανάτου; Έτσι, λοιπόν, ενώ είναι από τη φύση του φοβερός ο θάνατος, πώς είναι εύκολο να μας πείσει εκείνος που μας προτρέπει να μη λυπούνται οι επιζώντες για τους πεθαμένους;».
3. ΜΑΚΡ. Και η δασκάλα απάντησε: «Γιατί σου φαίνεται ιδιαίτερα λυπηρό αυτό καθ᾿ αυτό το γεγονός του θανάτου; Διότι δεν μπορεί η συνήθεια των χαμηλής νοημοσύνης ανθρώπων ν᾿ αποτελεί κριτήριο για τη στάση απέναντι στο θάνατο».
ΓΡΗΓ
. Και εγώ είπα προς αυτήν: «Πώς δεν είναι άξιο λύπης, όταν βλέπουμε αυτόν που προηγουμένως ήταν ζωντανός και μιλούσε, να μένει ξαφνικά χωρίς πνοή, άφωνος και ακίνητος; Να σταματούν οι φυσικές του αισθήσεις; Να μην ενεργεί ούτε η όραση ούτε η ακοή ούτε τίποτε άλλο απ᾿ αυτά που αντιλαμβάνονται τα αισθητήρια;
Κι αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις με το ξίφος ή το ρίξεις σε σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις στο χώμα, απέναντι σ᾿ όλα αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος).
Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής –ο,τιδήποτε είναι αυτό– φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση, όπως συμβαίνει με σβησμένο λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα ούτε στο φυτίλι δεν διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται, πώς είναι δυνατόν μια τέτοια μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη σε κανέναν, που δεν έχει προφανώς και που να στηριχθεί;
Διότι ακούσαμε να βγαίνει η ψυχή από το σώμα και βλέπουμε να μένει το πτώμα· δεν γνωρίζουμε αυτό που έφυγε, ούτε τί ήταν στη φύση του ούτε πού πήγε. Και κανένα από τα στοιχεία του κόσμου μας –ούτε η γη ούτε ο αέρας ούτε το νερό– δείχνει να δέχτηκε μέσα του τη δύναμη που έφυγε από το σώμα· αυτήν, που με την έξοδό της άφησε νεκρό το υπόλοιπο μέρος του ανθρώπου (το σώμα) και έτοιμο να διαλυθεί».

Ενώ έλεγα αυτά, η δασκάλα κούνησε το χέρι της και μου είπε:

4. ΜΑΚΡ
. «Μήπως σε τρομάζει και κυριαρχεί στη σκέψη σου ένας τέτοιος φόβος, ότι η ψυχή δεν ζει αιώνια, αλλά διαλύεται μαζί με το σώμα;».

ΓΡΗΓ.
Εγώ τότε, επειδή ο λογισμός ήταν βυθισμένος στο πάθος της θλίψεως, απάντησα με κάποια θρασύτητα, χωρίς να σκεφτώ τι λέω. Είπα ότι οι θείες φωνές μοιάζουν σαν διαταγές που μας αναγκάζουν να πιστέψουμε ότι η ψυχή ζει πάντοτε· σ’ αυτή την πίστη όμως δεν καταλήξαμε με τη λογική. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο νους δέχεται την άποψη αυτή από μέσα του, επειδή φοβάται σαν δούλος· δεν συγκατατίθεται στα λεγόμενα με τη θέλησή του. Γι’ αυτό το λόγο και η λύπη μας για τους νεκρούς γίνεται πιο βαρειά, επειδή δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια, εάν εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη αυτή η αιτία της ζωής (η ψυχή), και πού είναι, και πώς είναι· ούτε πάλι, αν δεν υπάρχει πουθενά καθόλου. Η αβεβαιότητα αυτή για την πραγματική κατάσταση εξισώνει τις αντιλήψεις για την κάθε άποψη (αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ψυχή). Άλλοι πιστεύουν τη μία άποψη κι άλλοι την άλλη. Και μερικοί Έλληνες, που έχουν μεγάλη φήμη στη φιλοσοφία, είναι που τα σκέφτηκαν και εξέφρασαν άποψη γι’ αυτά.

5. ΜΑΚΡ. «Άφησε, μου είπε, τις ανοησίες των εχθρών (ειδωλολατρών), με τις οποίες πολύ πιθανά ο εφευρέτης του ψεύδους (διάβολος) επινοεί τις απατηλές φιλοσοφίες, για να προσβάλλει την αλήθεια. Συ πρόσεξε το εξής, ότι μια τέτοια άποψη για την ψυχή δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά απομάκρυνση από την αρετή και προσκόλληση στην ηδονή του παρόντος· σημαίνει απόρριψη της ελπίδας για την αιώνια ζωή, στην οποία κυριαρχεί μόνον η αρετή».
ΓΡΗΓ.
«Και πώς, απάντησα, θα έχουμε σταθερή και αμετάβλητη πίστη ότι η ψυχή παραμένει και μετά το θάνατο; Διότι αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος ότι, εάν δεν κυριαρχήσει μέσα μας χωρίς αμφιβολία η πίστη γι’ αυτό (αιωνιότητα ψυχής), τότε ο βίος των ανθρώπων χάνει το καλύτερό του στη ζωή, την αρετή. Διότι, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει αρετή εκεί που η ύπαρξη περιορίζεται μόνον στην παρούσα ζωή, και μετά απ’ αυτήν δεν ελπίζουμε σε τίποτε;».

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (7)

  Συνέχεια από Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

24. ΓΡΗΓ. Ρώτησα τότε κι εγώ στη δασκάλα: «Τί, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτά; Διότι δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω, πώς είναι δυνατόν να δεχθώ ως ξένα στη φύση μας εκείνα τα οποία υπάρχουν μέσα μας».

ΜΑΚΡ. «Βλέπεις, μου απάντησε εκείνη, ότι υπάρχει μάχη του νου προς αυτά και προσπάθεια ν’ απομονωθεί, όσο είναι δυνατόν, η ψυχή απ’ αυτά. Και υπάρχουν ορισμένοι που (το) κατόρθωσαν (την απομόνωση), όπως ακούμε π.χ. για το Μωϋσή, ότι ήταν εκείνος ανώτερος και του θυμού και της επιθυμίας. Και τα δύο τα μαρτυρεί γι’ αυτόν η ιστορία, ότι δηλαδή ήταν πράος περισσότερο από κάθε άνθρωπο –με την πραότητα μάλιστα η αοργησία δείχνει και την αποχή από το θυμό– και ότι, επίσης, δεν επιθύμησε τίποτε απ’ όσα βλέπουμε στους περισσότερους ανθρώπους να κινεί το επιθυμητικό.

Κι αυτό δεν θα γινόταν, εάν αυτά ήταν ίδια της φύσεως και υπαγόταν στην ουσία του ανθρώπου. Διότι δεν μπορεί αυτός που βγήκε έξω από τη φύση να παραμένει και στην ύπαρξη. Επομένως, εάν ο Μωϋσής ήταν στην ύπαρξη αλλά δεν ήταν μέσα σ’ αυτά, αυτό σημαίνει ότι αυτά είναι κάτι άλλο και όχι φύση. Διότι, εάν πράγματι φύση είναι αυτό με το οποίο κατανοείται η ύπαρξη της ουσίας, ενώ η αποξένωση από εκείνα (θυμό και επιθυμία) εξαρτάται από τη διάθεσή μας, τότε ο αφανισμός τους δεν είναι μόνον έλλειψη ζημίας αλλά και κέρδος για τη φύση. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αυτά τα πάθη της φύσεως έρχονται απέξω και δεν είναι ουσία της. Διότι ουσία είναι εκείνο το οποίο υπάρχει.

Πολλοί θεωρούν ότι ο θυμός είναι αποτέλεσμα εξάψεως του αίματος γύρω από την καρδιά. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι είναι ένστικτο άμυνας στη λύπη που προκαλεί πρώτος ο άλλος. Και όπως εμείς πιστεύουμε, θυμός είναι η ορμή για κακοποίηση εκείνου που μας εξόργισε. Τίποτε όμως απ’ αυτά δεν συμφωνεί με τον ορισμό της ψυχής.

Κι αν δώσουμε με τη σειρά της τον ορισμό της επιθυμίας, θα λέγαμε ότι είναι αναζήτηση εκείνου που λείπει, ή πόθος για απόλαυση ηδονών, ή λύπη για την μη κατοχή των επιθυμητών, ή κάποια σχέση με το ευχάριστο από το οποίο όμως απουσιάζει η απόλαυση. Όλα αυτά και τα παρόμοια φανερώνουν βέβαια τον ορισμό της επιθυμίας, αλλά δεν συνδέονται με τον ορισμό της ψυχής.

Αλλά και όσα άλλα παρατηρούνται στην ψυχή και βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, όπως η δειλία και το θάρρος, η λύπη και η ηδονή, ο φόβος και η αφοβία και όλα τα παρόμοια, που το καθένα φαίνεται να έχει σχέση με το επιθυμητικό ή το θυμικό, παρουσιάζουν τη φύση τους με ιδιαίτερο ορισμό.

Διότι το θάρρος και η αφοβία δηλώνουν κάποια ένταση της ορμής του θυμού· ενώ η σχέση που βασίζεται στη δειλία και το φόβο παρουσιάζει ελάττωση και ύφεση της ορμής του ίδιου (θυμού). Η λύπη πάλι έχει το περιεχόμενό της και από τα δύο. Διότι η ατονία του θυμού σ’ αυτόν που αδυνατεί να εκδικηθεί όσους τον λύπησαν καταντά λύπη· το ίδιο και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και η στέρηση των ποθητών δημιουργεί στην ψυχή τη γνωστή σκυθρωπή διάθεση. Και το αντίθετο της λύπης, εννοώ την έννοια της ηδονής, μοιράζεται εξίσου κι αυτή ανάμεσα στο θυμό και την επιθυμία. Διότι η ηδονή εξουσιάζει το καθένα απ’ αυτά εξίσου.

Όλα αυτά και έχουν σχέση με την ψυχή, και ψυχή δεν είναι· αλλά είναι σαν κάποιες μυρμηγκιές που φυτρώνουν στο διανοητικό μέρος της ψυχής. Θεωρούνται βέβαια μέρη της ψυχής, επειδή εμφανίζονται μ’ αυτήν· πλην όμως, δεν είναι εκείνο το οποίο είναι η ψυχή στην ουσία της».

25. ΓΡΗΓ. Ανταπαντώ τότε στην παρθένο: «Κι όμως βλέπουμε ότι η συνεισφορά αυτών (θυμού και επιθυμίας) για την πρόοδο των εναρέτων δεν είναι μικρή. Στον Δανιήλ, για παράδειγμα, η επιθυμία έγινε έπαινος· και ο Φινεές με το θυμό εξιλέωσε το Θεό. Μάθαμε ακόμη ότι ο φόβος αποτελεί την αρχή της σοφίας· και ακούσαμε από τον Παύλο ότι το τέρμα τής κατά Θεόν λύπης είναι η σωτηρία. Το Ευαγγέλιο, επίσης, μας νουθετεί να περιφρονούμε τα δεινά. Και το να μη φοβόμαστε την περιφρόνηση τίποτε άλλο δεν το εξασφαλίζει από το θάρρος, το οποίο η Σοφία το κατατάσσει ανάμεσα στα αγαθά. Φανερώνει, λοιπόν, ο λόγος μ’ αυτά τα παραδείγματα ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτά (το θυμό και την επιθυμία) ως πάθη· διότι τα πάθη δεν συντελούν στην επιτυχία της αρετής».

26. ΜΑΚΡ. Και η δασκάλα μου είπε: «Μου φαίνεται ότι εγώ είμαι η υπεύθυνη για τη σύγχυση που παρουσιάζουν οι σκέψεις σου· διότι, δεν έκανα διάκριση στο λόγο μου γι’ αυτά, ώστε να μπει κάποια τάξη στην έκθεση της θεωρίας. Τώρα όμως, όσο είναι δυνατό, πρέπει να βάλουμε κάποια τάξη στη συζήτηση, ώστε να προχωρεί με συνέπεια η θεωρία και να μην προβάλλονται πλέον τέτοιες αντιθέσεις στις θέσεις μας.

Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι η θεωρητική, διακριτική και εποπτική των όντων δύναμη της ψυχής είναι οικεία και φυσική ιδιότητά της· και με τη θεία χάρη, διατηρεί με αυτές (τις δυνάμεις) μέσα της την εικόνα (του Θεού). Επειδή και το Θεό –ό,τι κι αν είναι στη φύση του–, τον στοχάζεται ο νους να υπάρχει με αυτές (τις δυνάμεις): να εποπτεύει, δηλαδή, το σύμπαν και να διακρίνει το καλό από το κακό.

Όσα πάλι βρίσκονται στο σύνορο της ψυχής, έχουν από τη φύση τους τη ροπή προς κάθετι το αντίθετο. Και η χρήση τους φέρνει αποτέλεσμα ή προς το καλό ή προς το κακό· για παράδειγμα, ο θυμός, ο φόβος ή κάποιο άλλο παρόμοιο. Όλα αυτά αποτελούν κινήσεις της ψυχής· χωρίς αυτές δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ανθρώπινη φύση. Πιστεύουμε ότι αυτές εισήλθαν απέξω στην ψυχή· διότι, η αρχέτυπη ομορφιά (ο Θεός) δεν έχει μέσα της καμιά τέτοια ιδιότητα. Ο λόγος, λοιπόν, γι’ αυτά όλα ας θεωρηθεί ως άσκηση, που θα ξεφεύγει από τις επιρροές όσων ακούν κακοπροαίρετα, για να συκοφαντούν.

27. Η Αγία Γραφή διηγείται ότι ο Θεός προχώρησε στη δημιουργία του ανθρώπου με μέθοδο και συνεπή τάξη. Αφού δημιουργήθηκε το σύμπαν, όπως το διηγείται η ιστορία, δεν παρουσιάζεται ευθύς αμέσως ο άνθρωπος στη γη· αλλά προηγήθηκε απ’ αυτόν η δημιουργία της φύσεως των ζώων· και πριν από εκείνα, τα φυτά. Μ’ αυτή τη σειρά δείχνει, νομίζω, ο λόγος ότι η ζωτική δύναμη ενώνεται με τη σωματική φύση με ορισμένη διαβάθμιση: πρώτα παρουσιάζεται σ’ όσα δεν έχουν αισθήσεις, έπειτα προχωρεί σ’ όσα έχουν (αισθήσεις) και, τέλος, ανεβαίνει στα νοερά και λογικά όντα.

Επομένως, από τα όντα άλλα είναι σωματικά και άλλα νοερά· και από τα σωματικά άλλα είναι έμψυχα και άλλα άψυχα. Έμψυχα εννοώ αυτά που μετέχουν στη ζωή· κι από τα ζωντανά άλλα έχουν αισθήσεις κι άλλα στερούνται. Απ’ όσα πάλι έχουν αισθήσεις, άλλα είναι λογικά και άλλα άλογα.

Επειδή όμως η ζωή των αισθήσεων δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη, ούτε ο νους με άλλο τρόπο στο σώμα παρά εάν συνυπάρχουν και οι αισθήσεις, γι’ αυτούς τους λόγους περιγράφεται τελευταία η δημιουργία του ανθρώπου· διότι αυτός συμπεριλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της ζωής που παρατηρούνται και στα φυτά αλλά και στα άλογα όντα. (Ο άνθρωπος έχει) τη θρεπτική και αυξητική δύναμη από τη ζωή των φυτών· διότι μπορεί να δούμε τις δυνάμεις αυτές και στα φυτά, που παίρνουν την τροφή από τις ρίζες και την αποβάλλουν με τους καρπούς και τα φύλλα. Την αισθητική δύναμη την έχει (ο άνθρωπος) από τα ζώα. Η διανοητική όμως και η λογική δύναμη, που είναι μοναδικές ιδιότητες, παρατηρούνται μόνον σ’ αυτήν την (ανθρώπινη) φύση.

Αλλά η φύση έχει και την ελκυστική επιθυμία για τα απαραίτητα της υλικής ζωής· αυτήν στην περίπτωσή μας την ονομάζουμε όρεξη. Και αυτή όμως λέμε ότι ανήκει στη βαθμίδα της φυτικής ζωής. Διότι και στα φυτά μπορεί να δούμε ένα είδος ορμών που ενεργούν με τρόπο φυσικό, για να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους και να οργιάζουν από βλάστηση. Έτσι, και όσα χαρακτηρίζουν την άλογη φύση αναμειγνύονται και με τη νοερή φύση της ψυχής.

Άλλα, λέει (η δασκάλα) έχουν θυμό, άλλα φόβο και άλλα όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις που ενεργούν μέσα μας, εκτός από τη λογική και διανοητική δύναμη· διότι μόνον αυτή, όπως είπαμε, είναι το εξαιρετικό γνώρισμα της ζωής μας και αποτελεί στον εαυτό μας μίμηση των ιδιοτήτων του Θεού. Αλλά επειδή, σύμφωνα με το επιχείρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν μπορούσε με άλλο τρόπο η λογική δύναμη να συνδεθεί με τη ζωή του σώματος, παρά μόνον μέσω των αισθήσεων· γι’ αυτό οι αισθήσεις προϋπήρχαν στη φύση των ζώων. Έτσι, υποχρεωτικά μέσω του ενός εκπληρώνεται η κοινωνία της ψυχής μας και με όλα όσα έχουν συνδεθεί μ’ αυτό.

28. Κι αυτά (που συνδέονται μέσω του ενός με την ψυχή) είναι τα λεγόμενα πάθη μας, τα οποία πάντως δεν συνάφθηκαν με την ανθρώπινη ζωή για κάποιο κακό σκοπό. Διότι πράγματι τότε, εάν τα σφάλματα υποχρεωτικά ήταν από κει συνδεδεμένα με τη φύση, αίτιος των κακών θα ήταν ο Δημιουργός. Αντίθετα όμως, αυτές οι κινήσεις της ψυχής γίνονται όργανα της αρετής ή της κακίας ανάλογα με τη χρήση της προαιρέσεως (ελευθερία βουλήσεως).

Όπως ακριβώς, όταν το σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα με τη γνώμη του τεχνίτη, παίρνει το σχήμα που συνέλαβε η φαντασία τού τεχνίτη και γίνεται ή ξίφος ή κάποιο γεωργικό εργαλείο. Έτσι ακριβώς συμβαίνει, εάν η λογική, η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσεώς μας, ηγεμονεύει σε όσα εισχωρούν μέσα μας απέξω· αποφθεγματικά μάλιστα το δηλώνει ο λόγος της Αγίας Γραφής, όταν μας δίνει την εντολή να κυριαρχούμε σε όλα τα άλογα. Τότε καμία απ’ αυτές τις κινήσεις δεν θα ενεργούσε μέσα μας, για να υπηρετεί την κακία· ο φόβος θα γεννούσε υπακοή, ο θυμός ανδρεία, η δειλία ασφάλεια και η ορμή της επιθυμίας θα μας προξενούσε τη θεϊκή και αγία ηδονή.

Εάν όμως η λογική χάσει τα χαλινάρια, γίνεται σαν τον αρματηλάτη που μπλέκεται κάτω από το άρμα· και τον σέρνει αυτό οπουδήποτε τον οδηγεί το ακυβέρνητο τρέξιμο των υποζυγίων. Τότε οι ορμές καταντούν πάθη, όπως ακριβώς μπορούμε να δούμε ότι συμβαίνει στα άλογα ζώα. 

Διότι, επειδή η λογική δεν διευθύνει την κίνηση που υπάρχει από τη φύση σ’ αυτά, τα πιο θυμώδη από τα ζώα αλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα από το θυμό· τα παχύσαρκα πάλι και τα πιο δυνατά ζώα, δεν ωφελούνται καθόλου από τη δύναμή τους, διότι λόγω ελλείψεως λογικότητας γίνονται υπόδουλα σ’ όποιον έχει λογική· και η ενέργεια της επιθυμίας και της ηδονής δεν στρέφεται σε κανένα από τα σπουδαία· ούτε καμμία άλλη ενέργειά τους αποβαίνει με τη χρήση της λογικής σε κάποια ωφέλεια.

Ετσι και σε μας, εάν οι κινήσεις αυτές δεν οδηγούνται από τη λογική εκεί που πρέπει, αλλά αντίθετα τα πάθη καταδυναστεύουν το νου, τότε ο άνθρωπος από τη λογικότητα και την ομοιότητα προς το Θεό μεταβαίνει προς την αλογία και την ανοησία, και με την ορμή τέτοιων παθών αποκτηνώνεται».

Συνεχίζεται

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (6)

  Συνέχεια από Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

19. ΓΡΗΓ. Κι εγώ είπα: «Κανείς βέβαια δεν αντιλέγει ότι τα στοιχεία ενώνονται μεταξύ τους και πάλι χωρίζονται, και αυτό αποτελεί τη σύσταση αλλά και τη διάλυση του σώματος. Επειδή μάλιστα αυτά απέχουν πολύ μεταξύ τους και διαφέρουν το ένα από το άλλο και σχετικά με τη θέση τους στο χώρο και με τη διαφορετική και ιδιαίτερη ποιότητά τους· όταν, λοιπόν, συγκεντρωθούν μεταξύ τους όλα τα στοιχεία στο υποκείμενο, είναι επόμενο να έχουν σύμφυτη προς αυτή την ενότητα την ίδια τη νοερή και αδιαίρετη φύση, την οποία την ονομάζουμε ψυχή.

Όταν όμως αυτά τα στοιχεία χωριστούν μεταξύ τους και πάει το καθένα εκεί που η φύση το οδηγεί, τότε τί θα πάθει η ψυχή που το όχημά της (το σώμα)θά σκορπίσει σε πολλά σημεία; Συμβαίνει ό,τι μ’ ένα ναύτη, που διαλύεται το πλοίο του σε ναυάγιο· αδυνατεί να κολυμπάει συγχρόνως σε όλα τα μέρη του πλοίου που σκόρπισαν σε πολλά σημεία του πελάγους· θα πιάσει εκείνο που θα τύχει μπροστά του και τα υπόλοιπα θα τ’ αφήσει στην τύχη των κυμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο και η ψυχή, επειδή από τη φύση της δεν μπορεί να διασπαστεί ανάλογα με τα στοιχεία, αλλά και επειδή δεν μπορεί ν’ αποχωριστεί το σώμα, πάντως σίγουρα θα προσδεθεί σ’ ένα από τα στοιχεία και θα χωριστεί από τα υπόλοιπαΜάλιστα, η λογική δεν επιτρέπει να πιστεύουμε ότι η ψυχή γίνεται λιγότερο αθάνατη επειδή ζει σ’ ένα στοιχείο, αλλά ούτε κι ότι γίνεται θνητή επειδή δεν ζει σε περισσότερα στοιχεία.

20. ΜΑΚΡ. «Αλλά, λέει εκείνη, το νοητό και αδιάστατο ούτε συστέλλεται ούτε διαστέλλεται – διότι η συστολή και η διαστολή είναι χαρακτηριστικό των σωμάτων· καθόσον (η ψυχή), σύμφωνα με την αΐδιο και ασώματη φύση της, παραβρίσκεται εξίσου και στη σύσταση των στοιχείων γύρω στο σώμα και στη διάλυσή τους· ούτε στενοχωρείται όταν τα στοιχεία συνθέτουν το σώμα ούτε όταν διαλύονται στα οικεία τους και γυρίζουν στη φύση απ’ όπου προήλθαν· παρά το ότι θεωρείται πολύ μεγάλη η απόσταση μεταξύ των στοιχείων, λόγω της ετερότητας της φύσεώς τους.

Διότι, πράγματι, είναι μεγάλη η διαφορά του ελαφρού και άδειου από το βαρύ και στέρεο· του θερμού από το ψυχρό, του υγρού από το αντίθετό του. Καμιά δυσκολία όμως δεν υπάρχει στο να βρίσκεται η νοερή φύση σε καθένα απ’ αυτά, με τα οποία μια και μοναδική φορά ενώθηκε με μίξη, και δεν κομματιάζεται εξαιτίας της αντίθεσης των στοιχείων μεταξύ τους.

Δηλαδή, επειδή θεωρείται ότι τα στοιχεία απέχουν μεταξύ τους πολύ και τοπικά και ποιοτικά, γι’ αυτό δεν κουράζεται η αχώριστη φύση να συνδέεται μ’ αυτά που απέχουν τοπικά μεταξύ τους. Επειδή και τώρα επιτρέπεται στο νου να θεωρεί και τον ουρανό αλλά και να επεκτείνεται στα πέρατα του κόσμου με την πολυπραγμοσύνη του· και παρ’ όλ’ αυτά, η θεωρητική δύναμη της ψυχής μας, με την επέκτασή της σε τόσο μεγάλες αποστάσεις, δεν διασπάται.

Επομένως, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει στην ψυχή να παραβρίσκεται εξίσου στα στοιχεία του σώματος, και όταν συγκροτούν τη σύνθεση και όταν σκορπίζουν με τη διάλυση. Όπως ακριβώς συμβαίνει, όταν λειώνουν μαζί το χρυσάφι και το ασήμι· υπονοείται ότι υπάρχει κάποια τεχνική δύναμη που έλιωσε τις δύο ύλες. Κι όταν πάλι μετά το λιώσιμο η μία ύλη χωριστεί από την άλλη, η δύναμη της τεχνικής διατηρείται εξίσου και στις δύο· η ύλη, λοιπόν, χωρίστηκε, ενώ η τεχνική δεν ακολούθησε το χωρισμό των υλών. Διότι, πώς θα διαιρεθεί το αδιαίρετο;

Κατά τον ίδιο τρόπο και η νοερή φύση της ψυχής συνυπάρχει με τα στοιχεία που ενώνονται (στο σώμα)· κι όταν αυτά διαλυθούν, δεν διασπάται αλλά διατηρείται σ’ αυτά· μετά το χωρισμό τους, επεκτείνεται μαζί τους χωρίς να διακόπτει την επαφή μ’ αυτά, και χωρίς να κομματιάζεται σε μικρά τεμάχια ανάλογα με τον αριθμό των στοιχείων. Διότι η διαίρεση αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της σωματικής και διαιρετής φύσεως· ενώ η νοερή και αχώριστη φύση δεν επιδέχεται τις ιδιότητες της διαίρεσης.

Υπάρχει, επομένως, η ψυχή μέσα σ’ αυτά, που μία και μοναδική φορά εισήλθε· και καμιά δύναμη δεν την αποσπά από την ένωσή της μ’ αυτά. Ποιό σκοτεινό σημείο, λοιπόν, υπάρχει σ’ αυτά; Ότι το αόρατο ανταλλάσσεται με το ορατό; Γιατί έχει επηρεαστεί τόσο αρνητικά ο νους σου προς το θάνατο;».

21. ΓΡΗΓ. Εγώ τότε, αφού έλαβα υπόψη μου τον ορισμό για την ψυχή που εκείνη προηγουμένως είχε πει, απάντησα: «τα επιχειρήματά σου δεν μου απέδειξαν επαρκώς τις δυνάμεις που θεωρούμε ότι κατέχει η ψυχή. Ο ορισμός λέει ότι η ψυχή είναι νοερή ουσία και ότι εισάγει στον οργανισμό του σώματος δύναμη ζωής για να ενεργούν οι αισθήσεις. Διότι η ενέργεια της ψυχής δεν περιορίζεται μόνο στην επιστημονική και θεωρητική έρευνα, εργαζόμενη μόνο στα όρια της νοερής ουσίας της· ούτε πάλι χρησιμοποιεί τις αισθήσεις για να ενεργεί με αυτές σύμφωνα με τα όρια της φύσεως. Αλλά, παρατηρείται στη φύση μεγάλη ενεργοποίηση τόσο του επιθυμητικού όσο και του θυμικού της ψυχής. Επειδή και οι δύο (ενέργεια επιθυμητικού και θυμικού) υπάρχουν γενικά μέσα μας, παρατηρούμε την κίνηση τους να προχωρεί σε ενέργειες με πολλές και ποικίλες διαφορές.

Διότι βλέπουμε πολλές ενέργειες στις οποίες αίτιο είναι το επιθυμητικό· πολλές πάλι έχουν σαν αιτία το θυμικό· ούτε όμως το ένα ούτε το άλλο είναι σώμα. Το ασώματο πάντως είναι νοερό· και ο ορισμός χαρακτήρισε την ψυχή νοερό πράγμα. Επομένως, σύμφωνα με το συλλογισμό, από τα δύο άτοπα ισχύει το ένα: ή το θυμικό και το επιθυμητικό αποτελούν άλλες ψυχές μέσα μας και έχουμε αντί μία πολλές ψυχές ή ότι δεν πρέπει να θεωρούμε και το διανοητικό μας ως ψυχή. Διότι, εάν εφαρμόσουμε σε όλα εξίσου το νοερό, ή θ’ αποδείξει ότι όλα αυτά είναι ψυχές ή το καθένα απ’ αυτά θα εξαιρεθεί εξίσου από την ιδιότητα της ψυχής».

22. ΜΑΚΡ. Εκείνη απάντησε: «Κι άλλοι πολλοί ήδη είχαν θέσει αυτό το ζήτημα· τώρα το κάνεις και συ· δηλαδή, τί τάχα πρέπει να θεωρούμε ότι είναι αυτά, το επιθυμητικό και το θυμικό· ή έχουν την ίδια ουσία με την ψυχή και αμέσως με τη δημιουργία της συνυπάρχουν μ’ αυτήν ή είναι κάτι άλλο έξω απ’ αυτήν και ύστερα προστίθενται σε μας (στην ψυχή μας).

Όλοι βέβαια παραδέχονται ότι αυτά φαίνονται να συνυπάρχουν στην ψυχή. Δεν έχει βρει όμως ακόμη η λογική σκέψη τί πρέπει να πιστεύουμε γι’ αυτά, έτσι ώστε να έχουμε αποκρυσταλλωμένη την αντίληψη τους. Διότι οι περισσότεροι αμφιταλαντεύονται ακόμη σε πλανεμένες και διαφορετικές γι’ αυτά αντιλήψεις.

Εάν για μας αρκούσε για απόδειξη της αλήθειας η κοσμική φιλοσοφία, η οποία εξετάζει όλα αυτά μεθοδικά, θα ήταν ίσως περιττό να θέτουμε για συζήτηση το θέμα της ψυχής. Σ’ εκείνους όμως η θεωρία για την ψυχή προήλθε ελεύθερα, όπως τους φαινόταν ορθό· εμείς όμως δεν έχουμε μια τέτοιου είδους εξουσία ελευθερίας, να λέμε δηλαδή ό,τι θέλουμε· διότι χρησιμοποιούμε ως κανόνα και νόμο κάθε δόγματος την Αγία Γραφή. Υποχρεωτικά ανατρέχουμε σ’ αυτήν· και δεχόμαστε μόνον ό,τι είναι σύμφωνο με τον σκοπό όσων αυτή καταγράφει.

Παραμερίζουμε, λοιπόν, το πλατωνικό άρμα και την υποζευγμένη σ’ αυτό δυάδα των αλόγων, τα οποία δεν έχουν ορμές το ένα έναντι του άλλου ούτε έχουν τον αρματηλάτη πάνω σ’ αυτά· είναι όλα εκείνα με τα οποία αυτός (ο Πλάτων) φιλοσοφεί παραβολικά για την ψυχή.

Ας παραμερίσουμε, επίσης, τις αρχές που εφαρμόζει ο μετά από εκείνον (τον Πλάτωνα) φιλόσοφος (εννοεί, τον Αριστοτέλη), που παρακολουθεί μεθοδικά τα φαινόμενα και εξετάζει με επιμέλεια το προκείμενο θέμα μας· βάσει αυτών αποφάνθηκε ότι η ψυχή είναι θνητή. Ας παραμερίσουμε και όλους τους φιλοσόφους, τους πριν και μετά απ’ αυτούς, που φιλοσόφησαν είτε με πεζό λόγο είτε με ποιητικό, με ρυθμό και μέτρο. Ας θέσουμε κριτήριο του λόγου μας τη θεόπνευστη Αγία Γραφή, η οποία αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία εξαιρετική ιδιότητα της ψυχής που να μην είναι και ιδιότητα της φύσεως του Θεού.

Εκείνος μάλιστα που είπε ότι η ψυχή αποτελεί ομοίωμα του Θεού, διακήρυξε επίσης ότι, ό,τι είναι ξένο προς το Θεό, αυτό βρίσκεται και έξω από την ψυχή. Διότι, όπου υπάρχει παραλλαγή, δεν διατηρείται η ομοιότητα. Επειδή, λοιπόν, δεν βλέπουμε να υπάρχει κανένα απ’ αυτά στη φύση του Θεού, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι αυτά ούτε και με την ουσία της ψυχής συνυπάρχουν.

23. Η έρευνα των δικών μας δογμάτων, με τη διαλεκτική μέθοδο της επιστήμης του συλλογισμού και της αναλύσεως, αποτελεί σαν τέτοιο είδος συλλογισμού σαθρό και ύποπτο μέσο για απόδειξη της αλήθειας, και θα την αφήσουμε στην άκρη. Διότι είναι σε όλους φανερό ότι η διαλεκτική μέθοδος έχει ίση ικανότητα και στα δύο, τόσο για ν’ ανατρέπει την αλήθεια, όσο και για να καταδικάζει το ψέμα. Γι’ αυτό πολλές φορές, όταν η ίδια η αλήθεια αποδεικνύεται με μια τέτοια μέθοδο, την υποψιαζόμαστε, διότι αυτή η φοβερή μεθοδολογία εξαπατά τη διάνοιά μας και την κάνει να χάνει την αλήθεια.

Εάν πάλι κάποιος μας παρουσίαζε απλό και αστόλιστο συλλογισμό, θ’ απαντήσουμε παρουσιάζοντας κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, την θεωρία γι’ αυτά. Τί εννοούμε μ’ αυτό που λέμε; Ότι το λογικό αυτό ον, ο άνθρωπος, είναι δεκτικός και του νου και της επιστήμης· μας το βεβαιώνουν οι φιλόσοφοι της κοσμικής σοφίας. Και δεν θα όριζε έτσι τη φύση μας ο ορισμός (της ψυχής), εάν θεωρούσε το θυμικό και το επιθυμητικό και όλα τα παρόμοια συνουσιωμένα στη φύση μας. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να δοθεί ορισμός κάποιου υποκειμένου, εάν το κοινό χαρακτηριστικό οριζόταν σαν ιδιαίτερο.

Επειδή, λοιπόν, και το επιθυμητικό και το θυμικό υπάρχουν εξίσου τόσο στην άλογη όσο και στη λογική φύση, δεν θα ήταν εύλογο να θεωρήσει κάποιος το κοινό χαρακτηριστικό ως ιδιαίτερο. Και ό,τι είναι περιττό και απορριπτέο για ορισμό της φύσεως, πώς παρουσιάζεται ως μέρος της φύσεως και ισχύει ανατρέποντας τον ορισμό; Διότι, κάθε ορισμός της φύσεως αναφέρεται στο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του υποκειμένου. Και ό,τι δεν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, βγαίνει έξω από τον ορισμό σαν ξένο.

Και βέβαια, όλοι παραδέχονται ότι η ενέργεια του θυμικού και επιθυμητικού είναι κοινή και στην άλογη και στη λογική φύση. Και κάθε κοινό δεν ταυτίζεται με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Είναι επομένως ορθό, αυτά (τα δύο) να μην προσμετρώνται στα διακριτικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση. Αλλά, όπως ακριβώς όταν δει κανείς στη φύση μας το χαρακτηριστικό της αισθήσεως, της θρέψεως και της αυξήσεως δεν καταργεί μ’ αυτά τον ορισμό της ψυχής (ότι τάχα δεν συμπεριλαμβάνονται) –διότι δεν σημαίνει ότι, επειδή κάποιο υπάρχει στην ψυχή, το άλλο δεν υπάρχει–· έτσι, κι όταν κατανοήσει τις σχετικές με το θυμικό και επιθυμητικό κινήσεις της φύσεώς μας, δεν θα ήταν εύλογο ν’ αρνηθεί τον ορισμό, ότι τάχα ορίζει ελλιπώς τη φύση της ψυχής μας».

Συνεχίζεται

ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ  ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, Ο ΝΟΥΣ, ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ. ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΔΗΛ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ,  ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ.

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (5)

 Συνέχεια από  Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

Εάν, λοιπόν, τίποτε απ’ αυτά δεν γίνεται αυτόματα και δεν ενεργεί από τα ίδια τα στοιχεία της φύσεως, αλλά το καθένα ενεργείται σύμφωνα με τη θέληση, με τη δύναμη της τέχνης· και τέχνη είναι διάνοια σταθερή που ενεργεί για κάποιο σκοπό μέσω της ύλης, ενώ διάνοια είναι φυσική κίνηση και ενέργεια του νου· επομένως, απέδειξε η εξέταση των αντιθέτων επιχειρημάτων στα δικά μας, ότι ο νους είναι κάτι το διαφορετικό από τα φαινόμενα (ορατά)».

15. ΓΡΗΓ. «Κι εγώ παραδέχομαι, είπα, ότι έτσι έχουν τα πράγματα· δηλαδή, το μη φαινόμενο δεν είναι το ίδιο με το φαινόμενο. Όμως δεν βρίσκω στο επιχείρημα αυτό την απάντηση που ζητώ. Διότι δεν μου είναι ακόμη ξεκάθαρο, τί είναι εκείνο που πρέπει να θεωρούμε ως μη φαινόμενο. Ότι δεν είναι ύλη, το έμαθα απ’ όσα λέχθηκαν. Δεν έμαθα όμως ακόμη τί ακριβώς πρέπει να λέω γι’ αυτό. Και θα επιθυμούσα πολύ περισσότερο να μάθω το εξής, τί είναι ακριβώς και όχι τί δεν είναι».

16. ΜΑΚΡ. Κι εκείνη απάντησε: «Μαθαίνουμε πολλά για πολλά πράγματα με τον εξής τρόπο· εξηγούμε ότι υπάρχει το ζητούμενο, χωρίς να λέμε ποτέ ότι αυτό ακριβώς είναι η ουσία του ζητουμένου. Όταν π.χ. λέμε κάποιον απόνηρο τον παρουσιάζουμε ως αγαθό· λέγοντας κάποιον άνανδρο τον χαρακτηρίζουμε ως δειλό· και πολλά παρόμοια παραδείγματα μπορούμε ν’ αναφέρουμε. Με αυτά ή παρουσιάζουμε την πιο ορθή έννοια με αποφατικό τρόπο (αναφέρουμε τι δεν είναι) ή πάλι παρουσιάζουμε τις κακές έννοιες και δείχνουμε το κακό με την μη αναφορά των καλών.

Έτσι, λοιπόν, και στον παρόντα λόγο εάν κανείς κατανοήσει έτσι τα πράγματα, δεν θα πέσει έξω στην ορθή έννοια αυτού που ψάχνει. Και ψάχνει τί πρέπει να πιστεύουμε ότι είναι ο νους στην ουσία του. Εκείνος λοιπόν που δεν αμφιβάλλει ότι υπάρχει αυτός (ο νους) για τον οποίο συζητάμε και το στηρίζει στην ενέργεια που δείχνει σε μας· αλλά επιπλέον να μάθει τί ακριβώς είναι, θα ικανοποιούνταν εάν μάθαινε ότι δεν είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις, ότι δεν είναι χρώμα ή σχήμα ή σκληρό ή βάρος ή ποιότητα ή τρισδιάστατο, μήτε καταλαμβάνει χώρο, μήτε γενικά μπορεί να γίνει αντιληπτό με τα χαρακτηριστικά της ύλης ή είναι κάτι άλλο πέρα αυτά».

17 ΓΡΗΓ. Εγώ τότε, ενώ συνέχιζε αυτή να μιλάει, πετάχτηκα και είπα: «Δεν γνωρίζω πώς είναι δυνατόν, εάν όλα αυτά αφαιρεθούν από τον ορισμό (του νου), να μην γίνεται να εξαλειφθεί και αυτό που ζητάμε. Διότι, χωρίς αυτά, που θα βασιστεί η αντιληπτική ικανότητα; Πουθενά δεν βλέπω εγώ, σύμφωνα με την αντίληψή μου. Διότι παντού, στην αναζήτηση των όντων με την ερευνητική ικανότητα της διάνοιας, σχετικά με το ζητούμενο, όπως οι τυφλοί πιανόμαστε στους τοίχους, για να βρούμε την πόρτα· έτσι κι εδώ ακουμπάμε σ’ ένα από αναφερθέντα στοιχεία, είτε είναι χρώμα είτε σχήμα είτε ποιότητα είτε κάτι άλλο απ’ αυτά που απαρίθμησες παραπάνω. Όταν λοιπόν λέμε ότι το ζητούμενο δεν είναι κανένα απ’ αυτά, τότε από μικροψυχία οδηγούμαστε να πιστεύουμε ότι αυτό (ο νους) δεν είναι απολύτως τίποτε».

ΜΑΚΡ. Εκείνη στενοχωρήθηκε και στο μέσο του λόγου μου είπε: «Τί ανοησία! Σε ποιο επίπεδο πέφτει η στενόμυαλη και χαμηλή αυτή αντίληψη για τα όντα! Διότι, αν αφαιρεθεί από τα όντα κάθε τι που δεν γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις, τότε εκείνος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει να παραδεχτεί ότι δεν υπάρχει ούτε αυτή η δύναμη (Θεός) που επιστατεί και συγκρατεί τα όντα. Αλλά, αφού μάθει ότι η θεία φύση είναι ασώματη και αόρατη, θα συμπεράνει σύμφωνα μ’ αυτή τη συλλογιστική ότι δεν υπάρχει και καθόλου. Εάν όμως εκεί (στο Θεό), το ότι δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν σημαίνει ότι και Αυτός δεν υπάρχει, πώς ο νους του ανθρώπου αποκλείεται να υπάρχει σαν να χάνεται μαζί με τις σωματικές ιδιότητες που αποκλείστηκαν»;

18. ΓΡΗΓ. «Λοιπόν, είπα, με τη σειρά αυτή των επιχειρημάτων πηγαίνουμε από άτοπο σε άτοπο. Διότι τα επιχειρήματα του λόγου μας στρέφονται γύρω από την ταύτιση και του δικού μας νου με τη θεία φύση, αφού νοούμε και τον ένα και την άλλη με την αφαίρεση των ιδιοτήτων των αισθήσεων».

ΜΑΚΡ. Και η δασκάλα απάντησε: «Μη λές ότι ταυτίζονται (ο νους και ο Θεός)· αυτός ο λόγος είναι ασέβεια. Αλλά, όπως σε δίδαξε η Αγία Γραφή, να λές οτι αυτός (ο νους) είναι όμοιος μ’ εκείνον (το Θεό). Διότι εκείνο που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα έχει ομοιότητα σε όλα με το αρχέτυπο: το νοερό με το νοερό, το ασώματο με το ασώματο· είναι απαλλαγμένο από κάθε όγκο όπως εκείνο· και δεν μετριέται με καμμία μέτρηση πάλι όπως εκείνο (αρχέτυπο)· αλλά στη φύση του είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο.

Διότι, αν ήταν σε όλα ίδιο μ’ εκείνο, δεν θα ήταν εικόνα του· αλλά, όπως στις ιδιότητες της ακτίστου φύσεως βλέπουμε εκείνο (το κτιστό), παρόμοια και η κτιστή φύση δείχνει αυτό (άκτιστο). Και όπως πολλές φορές συμβαίνει σε μικρό γυάλινο κατασκεύασμα, όταν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ήλιου, βλέπουμε όλο το δίσκο του ήλιου, όχι βέβαια στο πραγματικό του μέγεθος αλλ’ όσο το μικρό μέγεθος του αντικειμένου επιτρέπει τη θέα του ηλιακού δίσκου· έτσι γίνεται να καθρεφτίζονται στα μικρά όρια της δικής μας φύσεως εκείνες οι ανείπωτες ιδιότητες του Θεού· γίνεται έτσι, ώστε η σκέψη να καθοδηγείται απ’ αυτές (θείες ιδιότητες) και να μην αστοχεί να κατανοήσει το νου στην ουσία του, επειδή καθαρίζεται στην πορεία της έρευνάς της από τις σωματικές ιδιότητες. Ούτε πάλι να εξισώνει τη μικρή και πρόσκαιρη (ανθρώπινη) φύση με την αόρατη και καθαρή (θεία) φύση· αλλά, να θεωρεί ότι (ο νους) έχει νοητή ουσία. Επειδή όμως αυτός αποτελεί εικόνα νοητής ουσίας, να μην λέει ότι ταυτίζεται η εικόνα με το αρχέτυπο.

Συμβαίνει, λοιπόν, όπως με την άρρητη σοφία του Θεού που φαίνεται παντού· δεν αμφιβάλλουμε ότι η θεία φύση και δύναμη βρίσκεται μέσα σ’ όλα τα όντα, για να διατηρούνται αυτά στην ύπαρξη. Βέβαια, αν απαιτούσες τον ορισμό της θείας φύσεως, η ουσία του Θεού απέχει άπειρα από κάθε φαινόμενο και νοούμενο της κτίσεως. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, όλοι δέχονται ότι αυτό που διαφέρει στη φύση (άκτιστο) βρίσκεται μέσα σ’ αυτά (κτιστά).

Έτσι, δεν είναι καθόλου απίστευτο ότι και η ουσία της ψυχής –η οποία οτιδήποτε κι αν υποθέτουμε ότι είναι, είναι κάτι άλλο καθ’ εαυτήν–, να μη συναντά εμπόδια υπάρξεως· παρόλο που, όσα στοιχειωδώς παρατηρούνται στον κόσμο, δεν συμβαίνουν και στη δική της φύση. Ούτε στα ζωντανά σώματα στα οποία, όπως είπαμε παραπάνω, η υπόσταση προέρχεται από τη σύγκραση των στοιχείων, υπάρχει από την πλευρά της ουσίας κάποια κοινωνία της απλής και χωρίς μορφή ψυχής με την παχύτητα του σώματος. Όμως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι και σ’ αυτά (τα σώματα) βρίσκεται η ζωτική ενέργεια της ψυχής, η οποία αναμίχθηκε μ’ αυτά με τρόπο που ξεπερνά την ανθρώπινη αντίληψη.

Επομένως, ούτε όταν διαλυθούν μεταξύ τους τα στοιχεία που αποτελούν το σώμα, δεν χάνεται αυτό που τα συνδέει με τη ζωτική ενέργεια. Αλλ’ όπως, όταν το συγκρότημα που αποτελείται από τα στοιχεία παίρνει τη σύστασή του, τότε και το κάθε στοιχείο του σώματος παίρνει τη δύναμη της ψυχής· διότι η ψυχή εξίσου και με όμοιο τρόπο εισέρχεται σε όλα τα μέρη που συναποτελούν το σώμα· και κανείς δεν μπορεί να πει (για την ψυχή) ούτε ότι είναι στερεή και σκληρή καθώς είναι ενωμένη με τα γεώδη στοιχεία, ούτε ότι είναι υγρή ή ψυχρή ή ποιότητα αντίθετη στην ψυχρότητα· κι όλα αυτά, παρόλο που βρίσκεται μέσα σ’ όλα αυτά (τα στοιχεία) και μεταδίδει στο καθένα τη ζωτική της δύναμη.

Έτσι, κι όταν διαλυθεί η σύνθεση του σώματος και τα στοιχεία του πηγαίνουν όπου ανήκουν, είναι εύλογο να θεωρούμε ότι, και μετά τη διάλυση, εκείνη η απλή και ασύνθετη φύση (της ψυχής) βρίσκεται σε κάθε διαλυόμενο μέρος. Και είναι εύλογο να θεωρούμε ότι (η ψυχή), που συνδέθηκε άπαξ με τρόπο απερίγραπτο με τα συστατικά στοιχεία του σώματος, θα παραμένει για πάντα μ’ αυτά που αναμίχθηκε, χωρίς ν’ αποσπάται με κανένα τρόπο με τη μία και μοναδική ένωσή της (με το σώμα). Διότι δεν συμβαίνει, επειδή διαλύεται η σύσταση των σωματικών στοιχείων, να κινδυνεύει να διαλυθεί ταυτόχρονα μαζί με το σύνθετο και το άμικτο και ασύνθετο (της ψυχής)».

Συνεχίζεται

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΟΥ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΔΗΛ.ΜΕ ΤΙΣ ΚΤΙΣΤΕΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ, ΧΑΣΑΜΕ ΚΑΘΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΗΔΗ ΕΨΑΧΝΕ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΤΟΥ Ο ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ. ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΜΕ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ, ΜΕ ΤΟ ΧΙΜΑΙΡΙΚΟ ΕΓΩ.