Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vincenzo Nuzzo - Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vincenzo Nuzzo - Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Συνέχεια από Τρίτη 17. Φεβρουαρίου 2026


ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Vincenzo Nuzzo (*)

Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme.

Ένα ακόμη ειδικό γνώρισμα της εξωτεριστικής-σωματιστικής οντολογίας του είναι ότι υπήρξε ριζικά ολοποιητική ως προς τη θέση της έννοιας του «Είναι»47. Πράγματι, η έννοιά του περί Θεού-Είναι χαρακτηρίσθηκε ανεξίτηλα από την πεποίθηση ότι Εκείνος είναι πρωτίστως «ό,τι είναι» και συνεπώς «είναι παντού», για τον απλό λόγο ότι η αυθεντικότερη φύση Του συνοψίζεται στο ότι είναι Ζωή περισσότερο από καθετί άλλο (τουλάχιστον κατά την εμμενή διάσταση). Από αυτό απορρέει και η διάσταση ενός «τα πάντα εν Θεώ», που διαμορφώνει στον Böhme έναν σαφή πανενθεϊσμό (αντί ενός χυδαίου πανθεϊσμού).

Πέραν τούτου, ο Θεός ως Ζωή παρουσιάζεται επίσης και στην αρχέγονη φάση Του ως προ-φυσική και προ-οργανική Ζωή. Ένας τέτοιος Θεός βρίσκεται, λοιπόν, στη ρίζα κάθε γενέσεως. Ταυτοχρόνως όμως, στην ήδη πραγματοποιημένη Του διάσταση, είναι ο Ζων Θεός, δηλαδή ο Θεός-Πρόσωπο προς τον οποίο σχετιζόμαστε με την πίστη. Είναι δηλαδή στην πράξη ο Χριστός. Και ακριβώς αυτό αποδεικνύει για τον Böhme ότι ο Θεός δεν μπορεί να διαθέτει μόνο πνευματική ζωή (ενώ αντιθέτως η Stein Του αποδίδει αποκλειστικά αυτήν), αλλά, για να είναι αυτό που είναι για εμάς τους ανθρώπους, οφείλει να διαθέτει και οργανική ζωή. Πρέπει ακόμη να υπογραμμισθεί σχετικώς ότι αυτό επιτρέπει στον θεοσοφιστή αφενός να αποφύγει την απόλυτη διάκριση μεταξύ Θεού και κόσμου (Θεός Υπερβατικός), αφετέρου και την καθαρή Του εμμένεια, όπως αυτή θεωρητικοποιήθηκε από τον Spinoza (Θεός Εμμενής).

Εν γένει πάντως πρέπει κυρίως να αναγνωρισθεί ότι, κατά τον Böhme, ο Θεός είναι κατά βάθος Ζωή ήδη από τις απαρχές. Επιπλέον, αυτή η πεποίθηση συμβαδίζει με τη διευκρίνισή του ότι ο Θεός οφείλει κατ’ ανάγκην να έχει «φύση», ακριβώς επειδή είναι στην πραγματικότητα η ίδια η Φύση, ως το εμμενές «σώμα» της48. Για εκείνον όμως ο Θεός διαθέτει πράγματι φύση μόνο όταν έχει φθάσει στην τελική Του πραγμάτωση ως καθαρό Πνεύμα, δηλαδή όταν έχει τελικώς καταστεί Θεός-Πρόσωπο, Ζων Θεός, και συνεπώς και Θεός ενεργών με την κυριολεκτική σημασία του όρου.

Και αυτός είναι σαφώς ο χριστιανικός Θεός της Αγάπης ως πρωταγωνιστής της «θείας βοηθείας» και όλων όσων συνιστούν «θαύμα». Ακριβέστερα, ο Koyré δηλώνει σχετικώς ότι «η θεία φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η οργανική ζωή ή το οργανικό σώμα του Θεού».

Όλα αυτά θέτουν έντονα υπό αμφισβήτηση και τις σύγχρονες θεολογικο-χριστιανικές θέσεις που εντάσσονται στο λεγόμενο «μετα-θεϊσμό»49. Ο Böhme δεν ομιλεί ρητώς περί «θείας βοηθείας», αλλά η έννοια αυτή συνάγεται απολύτως από την ιδέα του ότι ο πραγματοποιημένος Θεός ενεργεί συγκεκριμένα και πραγματικά μέσα στον κόσμο. Πράγματι, θεωρητικοποιεί τόσο τη δυνατότητα του θαύματος όσο και το ότι, χάρη στη δράση του Θεού στον κόσμο, μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να Τον θεωρήσουμε κατ’ ουσίαν κακό Θεό, δηλαδή έναν Θεό που όχι μόνο επιτρέπει το κακό αλλά ακόμη και το θέλει.

Η τελευταία οντολογική έννοια που απομένει προς εξέταση είναι εκείνη της «ουσίας» (sostanza).

Θα μπορούσε να φανεί σχεδόν αναγκαίως συνεπαγόμενη από μια ρεαλιστική και εξωτεριστική-σωματιστική οντο-μεταφυσική. Διότι αυτή είναι εκ των πραγμάτων αντικειμενοκρατική με πολύ κυριολεκτική έννοια (ίσως και υλιστική), δηλαδή θέτει στο προσκήνιο έναν κόσμο εξωτερικών αντικειμένων (αναγκαστικά υλικών και σωματικών) που υπερβαίνει τη συνείδηση του υποκειμένου· δηλαδή, για ακόμη μία φορά, τον τόσο κλασικά ρεαλιστικό «κόσμο έξω από εμάς». Είναι πάντως γνωστό ότι εντός της θωμιστικο-αριστοτελικής οντο-μεταφυσικής σε αυτήν την εξωτερική αντικειμενικότητα αποδόθηκε η πλήρως μεταφυσική ένδυση της «ουσίας», και συγκεκριμένα (στον Αριστοτέλη) αυτή διακρίθηκε σε «πρώτη ουσία» (πραγματικό είναι) και «δεύτερη ουσία» (ιδεατό ή λογικό είναι)50.

Ο Θωμάς φρόντισε κατόπιν να ορίσει όλα αυτά ως ένα θεμελιώδες «ον» (πρωταρχικώς υπάρχον), του οποίου το παράδειγμα εδράζεται στον Θεό51.


Λοιπόν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε γενικές γραμμές η Stein προσχώρησε σε αυτήν την τελευταία σύλληψη του «είναι» και συνεπώς ουδέποτε έθεσε ριζικά υπό αμφισβήτηση την έννοια της «ουσίας». Ωστόσο, ταυτοχρόνως, η οντολογία της υπήρξε αναμφίβολα πολύ περισσότερο ουσιοκρατική παρά ουσιοκρατικά-υποστασιοκρατική (sostanzialista)52. Και έτσι, ως προς αυτό, υπάρχει κάποια αμυδρή ομοιότητα μεταξύ της οντολογίας της και εκείνης του Böhme. Ο οποίος (όπως είδαμε), στο πλέον αποφατικό τμήμα της οντο-μεταφυσικής του, έθεσε στη ρίζα των πάντων ακριβώς τη θεία ουσία.

Πλην όμως, πέραν αυτού, απέφυγε επιμελώς την έννοια της «ουσίας» πρωτίστως διότι η οντολογία του υπήρξε ριζικά δυναμιστική. Συνεπώς, ό,τι (στην κλασική και παραδοσιακή οντο-μεταφυσική) εμφανίζεται ως αντικειμενικότητα υπό τη μορφή ουσίας, στη σκέψη του παρουσιάζεται μάλλον ως «πράξη», δηλαδή ως ενέργεια τεθειμένη σε ενέργεια από δυνάμεις-ισχείς-ουσίες εκπορευόμενες από τον Θεό53.

Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν η αντικειμενικότητα (έστω και αν γίνεται αποδεκτή και μάλιστα θεωρείται θεμελιώδης στην οντολογία) δεν είναι παρά ένας ιστός δυνάμεων. Κάτι που είναι εξαιρετικά υποβλητικό μιας έντονα νεωτερικής σύλληψης του «είναι», και συνεπώς εκπληκτικά οραματικό. Σχεδόν θα έλεγε κανείς ότι ακούει τον Einstein και την κβαντική φυσική.

Ως προς αυτό, λοιπόν, ο Böhme και η Stein αποκλίνουν αποφασιστικά.

II.2- Μια πνευματοκρατική οντολογία.


Ο Πνευματοκρατισμός του Böhme είναι τόσο ρεαλιστικός και συγκεκριμενοκρατικός όσο είναι και η τείνουσα εξωτερικιστική-σωματιστική οντολογία του. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινισθεί ότι — ακριβώς όπως και ο Nicolai Hartmann54, ένας από τους εκπροσώπους της σύγχρονης οντολογίας αποδίδει τον ίδιο βαθμό πραγματικότητας (και οντολογικής αξιοπρέπειας) τόσο στο κοσμικό (ή πραγματικό) Είναι όσο και στο ιδεατό Είναι (το οποίο αντιστοιχεί κατά κάποιον τρόπο στο «είναι της συνείδησης», και συνεπώς στο υποκειμενικο-διανοητικό είναι).

Ήδη αυτό εισάγει στην όρασή του μια σημαντική πνευματοκρατική συνιστώσα. Επομένως η εξωτερικιστική-σωματιστική οντολογία του δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ο ειδικός του Πνευματοκρατισμός. Διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος να παραχαραχθεί η σκέψη του.

Ωστόσο αυτό θα ανέδεικνυε σε αυτόν έναν κατεξοχήν φιλοσοφικό Πνευματοκρατισμό. Αλλά ο Πνευματοκρατισμός του υπερβαίνει κατά πολύ αυτό το επίπεδο, καθώς είναι επίσης στενά διαπλεκόμενος με τη θεολογία και με μια εξαιρετικά ισχυρή μεταφυσική. Διότι γι’ αυτόν ο Θεός δεν είναι αυθεντικός εάν δεν καταστεί πραγματικός, και συνεπώς εάν δεν αποκτήσει σώμα, ταυτιζόμενος έτσι με τη Φύση.

Αυτό σημαίνει ότι και το καθαρό Πνεύμα υπόκειται σε αυτήν την αναγκαιότητα. Και αυτό, πράγματι, δεν θα υπήρχε ποτέ εάν δεν καθίστατο πραγματικό και δεν αποκτούσε σώμα. Είναι αυτονόητο, βεβαίως, ότι ο Πνευματοκρατισμός συνεπάγεται στη σκέψη του και ότι ο Θεός είναι καθαρό Πνεύμα στην αρχική του ουσία.

Εν πάση περιπτώσει, ο Böhme υποστήριξε επίσης ότι το Πνεύμα είναι κάτι που υψώνεται πάνω από την οργανικο-ζωτική διάσταση και συνεπώς κατά κάποιον τρόπο θεμελιώνεται επάνω σε αυτήν55.

Orbene, και εδώ είναι εμφανή τα σημεία σύγκλισης μεταξύ της οντολογίας του Böhme και εκείνης της Stein. Και στην τελευταία υφίσταται πράγματι αναμφίβολα ένας Πνευματοκρατισμός, αν και η φιλόσοφος δεν έθεσε ποτέ ρητά την έμφαση σε αυτήν την όψη.

Ο Πνευματοκρατισμός αυτός βασίζεται, άλλωστε, και σε αυτήν κυρίως στη αναγκαία σύνδεση μεταξύ Ιδεατού Είναι και Πραγματικού Είναι. Η οποία, για τη Stein, συνίσταται σε ένα είδος «ρεαλιστικού ιδεαλισμού» — στον οποίο επιχειρήσαμε να επιστήσουμε την προσοχή των ερμηνευτών της στη διδακτορική μας διατριβή56.

Αυτός στηρίζεται σε δύο συνακόλουθες όψεις. Από τη μία πλευρά, για τη φιλόσοφο, η Ιδέα δεν διαθέτει καμία οντικότητα (και συνεπώς πραγματικότητα) εάν δεν συγκεκριμενοποιηθεί σε ένα πραγματικό και κοσμικό πράγμα57. Από την άλλη πλευρά, όμως (εντός της ανάλυσής της περί των Υπερβατικών), μας υποδεικνύει στην Υπερβατική Ιδέα (δηλαδή την υπέρτατη ουσία ή «Wesenheit») ένα είδος πραγματικού υπερβατικού ιδεατού ατόμου, και συνεπώς μια Ιδέα όχι μόνο ήδη εφοδιασμένη με πλήρη οντικότητα αλλά και ριζικά παραδειγματική για την οντικότητα της κοσμικής αντικειμενικότητας58.

Και αυτό, κατά την άποψή μας, συμπίπτει απολύτως με την οντολογία του Πλάτωνος59.

Επιπλέον, η Stein υποστήριξε, κατά τρόπο πολύ παρόμοιο με τον Böhme, ότι το Πνεύμα ανυψώνεται πάνω από την ψυχοσωματική (ή και οργανικο-ζωτική) διάσταση, συγκροτώντας έτσι κάτι που στην πραγματικότητα διαφεύγει από κάθε τοπικότητα, και καταλήγοντας με αυτόν τον τρόπο να διαμορφώνει εκείνο το «Pneuma», ή «Θείο Πνεύμα/Πνοή» («Hauch»), που εξ ορισμού «πνέει όπου θέλει»60. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα Πνεύμα που είναι απολύτως ελεύθερο από τον χωρικό δεσμό της υλικής σωματικότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι όλα αυτά, παρά τον ισχυρό ρεαλισμό — στον οποίο κατέληξε η Stein στην ώριμη φάση της σκέψης της, αρχίζοντας από τα έργα Der Aufbau der menschlichen Person (AMP) και Potenz und Akt (PA) — παρέμειναν πάντοτε σε στενή σχέση με έναν αυστηρά φιλοσοφικό και νεωτερικό Πνευματοκρατισμό (που υπήρξε άλλωστε και εκείνος του Husserl), ο οποίος ήταν ουσιαστικά διανοητικο-γνωσιολογικός, ορθολογιστικός και καθόλου μεταφυσικός.
Η φιλόσοφος τον ενσωμάτωσε βεβαίως — ιδίως από το δεύτερο μέρος του Endliches und ewiges Sein (EES) — με στοιχεία προερχόμενα κυρίως από την αυγουστίνειο και επίσης την παύλεια μεταφυσική. Και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζει η σύλληψή της περί του πνευματικού σώματος ως «Pneuma pneumatikon», δηλαδή κατ’ ουσίαν Πνεύμα ή «Θεία πνοή» («Hauch») (βλ. σημ. 60).
Και όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ πλήρως τον προσδιορισμό που της προερχόταν από έναν Πνευματοκρατισμό εντός του οποίου (ήδη από τον Maine de Biran στον 19ο αιώνα)61 το Πνεύμα είχε ταυτισθεί στενά με τη Θεία και ανθρώπινη Λογικότητα. Αυτό σηματοδοτεί συνεπώς μια σαφέστατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του Πνευματοκρατισμού της και εκείνου του Böhme, ο οποίος — όπως είδαμε — υπήρξε βαθύτατα μεταφυσικός.


II.3 – Μια προσωποκρατική οντολογία.

Όσον αφορά αυτήν την όψη, δεν υπάρχει καν ανάγκη να παρατεθούν τα χωρία που τεκμηριώνουν τον Προσωποκρατισμό της Stein — με μόνη εξαίρεση την έννοιά της περί «Όντος» («Seiende») ως οντο-προσωποκρατικού στοιχείου που συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό εντός της έννοιας της «ανθρωπο-θεότητας»62. Εν ολίγοις, ο Προσωποκρατισμός της Stein αποτελεί αναμφισβήτητο φιλοσοφικό γεγονός.

Θα παραθέσουμε λοιπόν μόνον τα χωρία του Koyré στα οποία καθίσταται σαφής η παρουσία του Προσωποκρατισμού του Böhme63. Όπου αυτή η όψη συσχετίζεται στον θεόσοφο με διάφορα θέματα — έρευνα περί της φύσεως του Θεού, δημιουργία, οντο-γένεση, τριαδικότητα του είναι κ.λπ.

Εν προκειμένω θα πούμε μόνον συνοπτικά ότι γι’ αυτόν το αποκορύφωμα της προσωπικής ουσίας ευρίσκεται πρωτίστως στον Ζώντα και πραγματοποιημένο Θεό, μάλλον παρά στον άνθρωπο. Περισσότερα δεν μπορούμε να αναπτύξουμε, διότι το θέμα αυτό διατρέχει πανταχού παρόν το έργο του θεοσόφου και δεν υπάρχει χώρος να αναλυθεί εντός του παρόντος άρθρου.

Εν πάση περιπτώσει, έχουμε ήδη δει ότι διέθετε μια πολύ πρωτότυπη και όχι ιδιαιτέρως ορθόδοξη αντίληψη περί των Θείων Προσώπων. Και αυτό διαφοροποιεί αισθητά την προσωποκρατική του οντολογία από εκείνη της Stein. Επιπλέον πρέπει να επαναληφθεί ότι — σε αντίθεση με τη Stein — για αυτόν το Πρόσωπο είναι περισσότερο Θεός παρά άνθρωπος.

II.4 – Μια δυναμιστική οντολογία (οντο-δυναμισμός).

Η οντολογία του Böhme υπήρξε σαφώς (και πολύ πρωτότυπα) δυναμιστική, και συνεπώς συγκρότησε έναν καθαρό οντο-δυναμισμό. Όμως υπήρξε τέτοια σε σχέση με όψεις πολύ διαφορετικές από εκείνες της κλασικής τομιστικο-αριστοτελικής οντο-μεταφυσικής, και συνεπώς με τρόπο πολύ τολμηρό και ακραίο σε μεταφυσικούς όρους. Η οντολογία της Stein, αντιθέτως, υπήρξε δυναμιστική με έναν μεταφυσικά πολύ συγκρατημένο και περιορισμένο τρόπο, ακριβώς επειδή βασιζόταν απλώς στην κλασική τομιστικο-αριστοτελική διδασκαλία δύναμις-ενέργεια64.

Ο Böhme συνέλαβε πάντως τον οντο-δυναμισμό βάσει διαφόρων όψεων (ορισμένες από τις οποίες συγκαταλέγονται σε εκείνες όπου αναγνωρίζεται σαφής επίδραση της σκέψης του στη νεότερη φιλοσοφία, ιδίως στη χεγκελιανή).

Πρώτη όψη είναι η διαλεκτικο-πολική του σύλληψη του «είναι», δυνάμει της οποίας το ίδιο το είναι αποτελεί γι’ αυτόν πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ αντιθέτων (ή εναντίων), η οποία όμως είναι πάντοτε αμοιβαία (δηλαδή μια αλληλέγγυα πάλη, που αποκλείει πλήρως κάθε λογική αρχή αντίφασης), και επιπλέον τείνει αδιαλείπτως προς τελική σύνθεση65. Με άλλα λόγια, για τον Böhme η πληρότητα του «είναι», δηλαδή η πραγμάτωση του καθαρού Ιδεατού Είναι και του Πνεύματος, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της διαλεκτικής αντιπαράθεσης των αντιθέτων. Και πρέπει να σημειωθεί ότι, σε τελική ανάλυση, και ο Πλάτων κατέληξε να σκέπτεται κάτι ανάλογο, συλλαμβάνοντας το «είναι» ως συγκροτούμενο από πολικές δυάδες66.

Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι (όπως ήδη υπαινιχθήκαμε σχετικά με το αντικείμενο ως «ενέργεια/πράξη») ο Böhme συνέλαβε τα αντίθετα ουσιαστικά ως δρώσες δυνάμεις (πρωτίστως αστρικής προέλευσης, κατά το αστρολογικό πρότυπο της εποχής του) — και αυτό μπορεί να θεωρηθεί η δεύτερη όψη της δυναμικής του οντολογίας. Αυτό όχι μόνο αντιφάσκει εκ νέου προς την έννοια της «ουσίας», αλλά επιπλέον αποδυναμώνει αισθητά και την ίδια τη θεμελιώδη οντική διάσταση (δηλαδή την αντικειμενική), περιορίζοντάς την έτσι στο εξαιρετικά εξευγενισμένο Ιδεατό και Πνευματικό Είναι. Κάτι που, για άλλη μια φορά, μας δείχνει τις πραγματικές πηγές της οντολογίας του και το μεταφυσικά ανώτερο επίπεδό της.

Και ακριβώς μέσω αυτής της οδού η διδασκαλία του περί δημιουργίας αναφέρεται σε έναν Θεό-Είναι που είναι πρωτίστως Μηδέν, και συνεπώς λαμβάνει σαφώς αποφατική μορφή. Επιπλέον, σε συνάφεια με αυτό, βρίσκεται η δική μας άποψη ότι πίσω από τον εμμενή και τον υπερβατικό Θεό (αμφότεροι ως Είναι) ο Böhme υπέθεσε μια «Αρχή» απολύτως όμοια με εκείνη που αναγνώρισε η νεοπλατωνική παγανιστική σκέψη, δηλαδή το απροσδιόριστο Έν.

Η τρίτη όψη της δυναμικής του οντολογίας συνίσταται στη διατύπωση μιας οντο-γενετικής που πρέπει, κατ’ αυτόν, να θεωρηθεί θεμελιώδης για την εξήγηση του «είναι»67. Αυτή προϋποθέτει ακριβώς ό,τι μόλις αναφέραμε, δηλαδή έναν ριζικά πρωταρχικό Θεό-Μηδέν από τον οποίο τα πάντα εκπορεύονται, και ο οποίος βαθμηδόν μετασχηματίζεται σε Ζωή, αφομοιώνοντας έτσι τη φύση του προς εκείνη των οντο-μορφοποιών δυνάμεων-δυνατοτήτων-ουσιών, μεταξύ των οποίων κυρίως το πυρ68. Πρόκειται για εκείνη την «προ-οντολογία» για την οποία ήδη μιλήσαμε. Και έτσι ο Θεός θα παρουσιασθεί στη Φύση ως «σπέρμα» και οργανική Ζωή. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός, ενδεδυμένος πλέον τη Φύση, θα εμφανισθεί ως το βαθύ γενεσιουργό κέντρο κάθε πράγματος.

Συνεπώς, στο πλαίσιο της οντο-δυναμικής του Böhme συγχωνεύονται αδιάρρηκτα οντολογία, Πνευματοκρατισμός και βιταλισμός.

Λοιπόν, πώς μπορούμε να κρίνουμε τον οντο-δυναμισμό της Stein σε σύγκριση με όλα αυτά;

Αυτό – καθόσον θεμελιώνεται αποκλειστικά στη δυναμική δύναμης-ενεργείας αριστοτελικού τύπου – είναι ασφαλώς μεταφυσικώς πολύ σημαντικό, διότι μας δείχνει μέσα στο «είναι» κάτι που στην πραγματικότητα ρέει διαρκώς. Επιπλέον, ανήκει ως προς αυτό και σε μια μεγάλη και ευγενή μεταφυσική παράδοση. Ωστόσο, το εύρος του βλέμματος της Stein πρέπει εδώ να υπήρξε σαφώς πολύ στενότερο από εκείνο του Böhme, ο οποίος, όπως είδαμε, αγκαλιάζει όψεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.

Ειδικότερα, φαίνεται να λείπει από τη Stein η ικανότητα να διεισδύσει σε βάθος στις συνέπειες του οντο-δυναμισμού, δηλαδή να συναγάγει από αυτόν μια οντολογική θεώρηση υψίστως αποφατικού τύπου. Έτσι, στην πράξη έχασε τη δυνατότητα να εξέλθει μέσω αυτής της οδού και από μια θεολογική οντο-μεταφυσική περιορισμένη αποκλειστικά στην έννοια του Θεού-Είναι, ώστε να καταλήξει σε ένα ευρύτατο πεδίο σκέψης στο οποίο εμφανίσθηκαν χριστιανοί στοχαστές μεγάλης σημασίας, όπως για παράδειγμα ο Scoto Eriugena, ο Eckhart και ο Cusano.

Επομένως, παρότι αυτή εμπλέκει πολύ άμεσα τον Θωμά (και άρα τη χριστιανική θεολογία), η διδασκαλία δύναμης-ενεργείας στη Stein παραμένει τελικώς επιπεδωμένη επάνω σε εκείνη την καθαρά φυσιοκρατική (αν όχι υλιστική) του Αριστοτέλη. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή διορθώθηκε και διευρύνθηκε από έναν στοχαστή πολύ κοντινό προς αυτήν, δηλαδή τον Przywara, ο οποίος έδωσε ένα εντελώς διαφορετικό και πολύ πλουσιότερο σε σημασίες πρόσωπο στη γυμνή μετάβαση από το Ιδεατό Είναι (δύναμη, ή δυνατό Είναι) στο Πραγματικό Είναι (ενέργεια, ή πραγματοποιημένη Δυνατότητα). Δεν είναι τυχαίο ότι ο γερμανός στοχαστής προσέδωσε στη δυναμική δύναμης-ενεργείας μια κάθετη και όχι μόνο οριζόντια διάσταση. Και επομένως της έδωσε ένα βάθος είναι το οποίο δεν είχε ούτε στον Αριστοτέλη ούτε στη Stein.

Λοιπόν, ακριβώς έτσι, δηλαδή δι-διαστασιακή, υπήρξε η δυναμιστική οντολογία του Böhme, θέτοντας τη Θεία Αρχή (όχι εμμενή αλλά υπερβατική, και άρα τοποθετημένη στην απαρχή του κάθετου άξονα και όχι του οριζόντιου) στη ρίζα κάθε κινήσεως του Είναι.


Σημειώσεις:


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ Ι

Vincenzo Nuzzo (*)

Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme.

Εισαγωγή.

Σε πολλούς φιλοσόφους και αναγνώστες το επιχείρημα αυτού του άρθρου μπορεί να φαίνεται εντελώς ανόητο.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία απολύτως άμεση τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ των δύο σκέψεων - ούτε ιστορικο-φιλοσοφική ούτε, ακόμη λιγότερο, δογματική. Και σε τελική ανάλυση, κάποιος θα μπορούσε επίσης να πει ότι η φιλοσοφία της Στάιν ήταν μια αληθινή «φιλοσοφία του όντος» (και μια φιλοσοφία με κάθε άλλο παρά παράλογους ομολόγους όπως ο Χουσέρλ και ο Θωμάς Ακινάτης), ενώ ο προβληματισμός του Böhme ήταν απλώς μια θεοσοφία ή μια εξαιρετικά σκοτεινή και μπερδεμένη σκέψη· και που επιπλέον δεν είχε καμία φιλοδοξία να τοποθετηθεί στην παράδοση της παραδοσιακής και σίγουρα πολύ ευγενούς φιλοσοφίας της ύπαρξης (του είναι). Η μόνη φιλοδοξία του θεοσοφιστή ήταν στην πραγματικότητα να απεικονίσει μέσω επαναλαμβανόμενων προσπαθειών (που αντιστοιχούν στα δικά του επόμενα έργα) τον περίεργο θεϊκό φωτισμό που πίστευε ότι είχε λάβει το 1600, με συνέπεια την απόκτηση μιας πολύ εκτεταμένης και βαθιάς σοφίας, καθότι προηγουμένως δεν ήταν παρά ένας σχεδόν αγράμματος τσαγκάρης.

Κάτι που επιβεβαιώνεται πλήρως από το Koyré 
[1] . Κάτι που επιβεβαιώνεται πλήρως από αυτό το απόφθεγμα του Böhme − «Εάν θέλετε να γίνετε φιλόσοφος και αληθινός λόγιος, δηλαδή να κατανοήσετε τον Θεό στη Φύση, τότε πρέπει να επικαλεστείτε το Άγιο Πνεύμα του για να σας δώσει φώτιση...».

Και αυτό μπορεί επίσης να κάνει αρκετούς φιλοσόφους και αναγνώστες να σηκώσουν τη μύτη τους, ειδικά μεταξύ των πιο κατηγορηματικά κομφορμιστών μελετητών της σκέψης της Στάιν.
Γεγονός είναι ότι, γράφοντας αυτό το άρθρο, δεν φαντασιωνόμαστε καθόλου.
Αντίθετα, βασιζόμαστε στο έργο αφιερωμένο στη σκέψη του Böhme, το οποίο γράφτηκε από έναν στοχαστή και μελετητή πολύ κοντά τόσο στήν Stein όσο και στον Husserl (μαθητής του οποίου ήταν για ένα διάστημα), δηλαδή τον Ρωσο-Γερμανο-Γάλλο φιλόσοφο Alexandre Koyré, ιδιοφυία εξαιρετικά πρωτότυπη και πολύπλευρη. Επιπλέον, δεν ήταν μόνο φαινομενολόγος, αλλά ήταν επίσης θρησκευόμενος και φιλόσοφος της ύπαρξης (υποστηρίζοντας τη θέση σύμφωνα με την οποία ακόμη και στον Καρτέσιο μια θρησκευτική οντολογία παρόμοια με τής Στάιν είναι ξεκάθαρα αναγνωρίσιμη, ενώ αυτό το έργο μεταφράστηκε από τον ίδιο τον στοχαστή μας) [2] . Επιπλέον, ήταν επίσης πολύ οξύς και πρωτότυπος μελετητής του Πλάτωνα [3] . Όπου αυτή η τελευταία πτυχή σίγουρα δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας στην έρευνα πού θα διεξαγάγουμε τώρα. 
Δεδομένου ότι αρκετές από τις έννοιες του Böhme μπορούν εύκολα να αναχθούν στον Πλάτωνα και τον Πλατωνισμό. Δεν είναι τυχαίο που εμείς οι ίδιοι γράψαμε τη διδακτορική μας διατριβή για την Edith Stein, υπερασπιζόμενοι ιδιαίτερα την υπόθεση ότι υπήρχε μια πλατωνική πλευρά στη σκέψη της [4].

Λοιπόν, σε αυτό το έργο ο Koyré υποστηρίζει τη θέση σύμφωνα με την οποία ο Böhme δεν ήταν απλώς ένας ευφάνταστος και παράλογος θεόσοφος, αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους και μεταφυσικούς που γεννήθηκαν ποτέ, και γι' αυτό είχε επηρεάσει βαθιά όλη τη σκέψη που ακολούθησε· αυτή τουλάχιστον μέχρι τον γερμανικό ιδεαλισμό (ειδικά με τον Χέγκελ και τον Σέλινγκ) [5]. Και μεταξύ άλλων αναφέρει τον Χέγκελ ως έναν από τους κύριους υποστηρικτές αυτής της διατριβής. Είναι επομένως αμφισβητήσιμο ότι η Στάιν ήρθε ίσως σε επαφή με τις διατριβές του Koyré για τον Böhme - τόσο λόγω του γεγονότος ότι τον γνώριζε πολύ στενά όσο και λόγω του γεγονότος ότι υπογράμμισε αυτήν την πολύ υποβλητική ιστορικο-φιλοσοφική πτυχή, την οποία σίγουρα δεν μπορούσε να αδιαφορήσει. Πρέπει όμως να πούμε ότι δεν υπάρχει αντικειμενική τεκμηρίωση για όλα αυτά. Και επομένως, υποθέτοντας το, θα παραμείνουμε απλώς στο πεδίο μιας καθαρής υπόθεσης.

Ωστόσο, δεν θεωρούμε καθόλου αυτή την παρατήρηση ως καθοριστική για την υπεράσπιση της διατριβής μας.

Γεγονός είναι, πάνω απ' όλα, ότι η ανάγνωση του έργου του Koyré μας έδειξε ότι όχι μόνο είναι αναγνωρίσιμη μια σαφής και διακριτή οντολογία στον Γερμανό θεόσοφο, αλλά επιπλέον η τελευταία μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί παραδειγματική για ολόκληρη την οντολογία που ήρθε μετά τη σκέψη του, και ιδιαίτερα για τήν πιο σύγχρονη. Αυτή είναι η θέση που υποστηρίξαμε σε ένα δοκίμιο για τη σύγχρονη οντολογία που μόλις ολοκληρώσαμε και το οποίο ετοιμαζόμαστε να δημοσιεύσουμε το συντομότερο δυνατό [6].
Και επομένως - ακόμα και πέρα ​​από τη γνώση τής Stein (δυστυχώς μόνο υποθετική) για την έρευνα του Koyré για τον Böhme - η εξαιρετικά σημαντική παρουσία του στοχαστή στη μεγάλη αναβίωση της οντολογίας, που συνέβη τον 20ο αιώνα, κάνει (τουλάχιστον κατά τη γνώμη μας) τουλάχιστον τήν προσπάθεια να συγκριθεί η οντολογική της οπτική με αυτή του θεοσοφιστή νά είναι εύλογη. Με αυτό, ωστόσο, σίγουρα δεν θα αποκτήσουμε τεκμηρίωση μιας ανάγνωσης των έργων του Böhme από τήν Stein (η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί κατηγορηματικά ούτε αυτή), αλλά τουλάχιστον θα μπορέσουμε να μετρήσουμε ορισμένες οντολογικές ιδέες της στοχάστριας στο μέτρο που πιστεύω συνίστανται από το τόσο παραδειγματικό οντολογικό όραμα του θεοσοφιστή. Μια πτυχή για την οποία στη συνέχεια θα βγάλουμε τα συμπεράσματά μας στο τέλος αυτού του άρθρου.

Λοιπόν, μεταξύ άλλων, αυτή είναι μια δουλειά που σκοπεύουμε να κάνουμε σύντομα και για όλους τους στοχαστές που συζητήσαμε στο δοκίμιό μας που μόλις αναφέραμε, δηλαδή τους εξής: − 1) Francisco de Suárez και Nicolas Malebranche (μεταξύ των αρχαίων). 2) Jacques Maritain, Hedwig Conrad-Martius, Erich Przywara, Nicolai Hartmann, Louis Lavelle, Max Scheler, Karl Jaspers, Nikolaj Berdjaev, Peter Wust και Romano Guardini (από τους σύγχρονους).

Αυτή είναι, εν συντομία, η ορθολογική βάση της διατριβής που υποστηρίζεται σε αυτό το άρθρο. Στο οποίο θα δώσουμε τώρα ακριβές περιεχόμενο μέσω μιας ανάλυσης τού κειμένου του έργου του Koyré σε σύγκριση με τη σειρά του με τις ιδέες που εξέφρασε η Stein σε πολλά από τα έργα της.
Ωστόσο, πρέπει προκαταρκτικά να προειδοποιήσουμε τον αναγνώστη ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πρακτικά ποτέ ολοκληρωτικές συγκλίσεις μεταξύ της οντολογίας του Böhme και αυτής τής Stein. Ως εκ τούτου, θα μιλήσουμε για τήν τελευταία μόνο στο βαθμό που και αυτές πρέπει τουλάχιστον εν μέρει να σχετικοποιηθούν.
Και πρέπει επίσης να ειπωθεί προκαταρκτικά ότι κατά κάποιο τρόπο οι συνεχείς διαφορές μεταξύ των δύο οντολογιών παίζουν (από την άποψη της δογματικής ποιότητας) πολύ περισσότερο υπέρ του θεοσοφιστή παρά τής Στάιν.
Αλλά θα ασχοληθούμε με αυτό το ζήτημα σε μεγαλύτερο βάθος στα Συμπεράσματα.
Επιπλέον, πιστεύουμε ότι πρέπει να προειδοποιήσουμε τον αναγνώστη ότι, λόγω του υπερβολικού πλούτου των θεμάτων και των επιχειρημάτων στο βιβλίο του Koyré, για ορισμένες πτυχές της σκέψης του Böhme θα πρέπει να περιοριστούμε στην απλή αναφορά των θέσεων των κειμένων. Η συστηματική αντιμετώπιση ολόκληρης αυτής της σειράς τών πτυχών της σκέψης του θεοσοφιστή θα απαιτήσει στην πραγματικότητα ειδική διερεύνηση.

I- Συγκλίσεις μεταξύ της οντολογίας του Böhme και τής Stein.

Υπάρχουν ορισμένες πτυχές της οντολογίας του Böhme που φαίνεται να συγκλίνουν πλήρως με αυτή τής Stein, δηλαδή η τριαδική φύση, η ηθική φύση του «είναι», η έννοια του «Ungrund» (ή θεϊκή προέλευση του Είναι) και η έννοια του πνευματικού σώματος. Όπως είπαμε νωρίτερα, ωστόσο, αυτή η σύγκλιση δεν είναι τόσο συνολική όσο θα μπορούσαμε να πιστέψουμε με την πρώτη ματιά. Και επομένως, κατ' αρχήν, αυτές οι πτυχές πρέπει επίσης να εμπίπτουν στο δεύτερο τμήμα αυτής της παραγράφου.
Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να κατανοήσουμε καλύτερα τον λόγο για όλα αυτά στην επόμενη έκθεση.

I.1 – Μια ηθική οντολογία.

Σύμφωνα με τον Koyré, η οντολογία του Böhme κυριαρχείται απόλυτα από το ενδιαφέρον για το κοσμικό κακό [7]Το πρόβλημα του κακού όμως παρουσιάζεται στον θεόσοφο με εξαιρετικά πολύπλευρο τρόπο. Επομένως εδώ θα πούμε ότι συμπίπτει με τον «κόσμο» μόνο στο βαθμό που εξαρτάται αφενός από την ανθρώπινη ελευθερία και αφετέρου από το αν ο κόσμος τηρεί ή όχι την ιδανική τάξη (που είναι ξεκάθαρα θεϊκή).

Επομένως, αυτή η οντολογία δεν μπορεί να μην είναι βαθιά ηθική. Λοιπόν, λίγο πολύ το ίδιο μπορεί να ισχύει και για την οντολογία τής Stein. Για αυτήν, μάλιστα, το «είναι» αφορά πρωτίστως το Καλό.

Και σε αυτό σίγουρα ακολουθεί και τον Θωμά Ακινάτη και τον Αυγουστίνο (όπως και αυτόν τόν Max Scheler). Ωστόσο, μέσα στη σκέψη της, αυτό συνεπάγεται δύο πτυχές.
 Πρώτον, υπονοεί ότι τα εγκόσμια αντικείμενα ενσωματώνουν «αξίες». Και ακριβώς αυτό εγκαθιδρύει στη σκέψη της ένα είδος πνευματιστικής οντολογίας με την έννοια ότι τα εγκόσμια αντικείμενα δεν είναι απλώς υλικά αλλά αντίθετα έχουν μια πρωταρχική ηθική αξία (μίλησε ρητά ως προς αυτό για έναν «πνευματικό σύμπαν» ενώ προέβαλε ένα αληθινό αντικειμενικό πνεύμα στην υπακοή στην εγελιανή και Χουσερλική παράδοση) [8]Εν ολίγοις, είναι πολύ περισσότερο αξίες από ηθικά αδιάφορα και απλώς υλικά κοσμικά αντικείμενα. Δεύτερον, γι' αυτήν αυτό συνεπάγεται ότι η ψυχή, ως ο βαθύτερος «πυρήνας» της ανθρώπινης πραγματικότητας, χαρακτηρίζεται οντικά από μια σχεδόν αλάνθαστη ικανότητα να διακρίνει το καλό από το κακό και επομένως να λαμβάνει ηθικές αποφάσεις με βάση την ευθύνη [9].

Ειδικότερα, η υποκειμενική αντίληψη των αντικειμένων-ως-αξιών (εναλλακτική στην απλή αισθητή αντίληψη) διασφαλίζει, σύμφωνα με τήν Stein, ότι η τελευταία λειτουργεί ως οδηγός για την ψυχή στην άσκηση της δικής της ηθικής επιλογής.

Ωστόσο, αυτό εξακολουθεί να δημιουργεί μια άκρως υποκειμενική ηθική. Η οποία, όπως είπαμε προηγουμένως, θυμίζει πολύ στενά αυτή του Scheler, επικεντρωμένη όπως είναι στην εσωτερική σχολή του "Gesinnung" [10] . Εν ολίγοις, βρισκόμαστε ακόμη στη σφαίρα του τεταμένου Ιδεαλισμού της Φαινομενολογίας, που είναι επίσης αναπόφευκτα ένας διανοουμενισμός  και, επιπλέον, έντονα γνωσιολογικός. Και επομένως είμαστε αρκετά μακριά από το Είναι και πολύ πιο κοντά στη Γνώση.

Αλλά το γεγονός είναι ότι η οντολογία του Böhme είναι τόσο γεμάτη (πλήρης) όσο η ηθική της διάσταση είναι εντελώς αντικειμενιστική, δηλαδή, ασχολείται πολύ άμεσα με το αντικειμενικό εγκόσμιο κακό.

Αντίθετα, η Στάιν δεν φαίνεται ποτέ να θεματοποιεί άμεσα το τελευταίο. 
Αυτή η πτυχή επομένως σηματοδοτεί μάλλον ξεκάθαρα τη διαφορά στην ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ των δύο οντολογιών που εστιάζονται εξίσου στην ηθική.

I.2 – Μια Τριαδική οντολογία.


Η οντολογία του Böhme είναι πολύ σταθερά επικεντρωμένη στην Τριαδική πραγματικότητα. Επομένως εξ ορισμού συμπίπτει με αυτόν πολλών χριστιανών στοχαστών (ιδιαίτερα του Αυγουστίνου) [11], και επομένως προφανώς και με αυτήν τής Στάιν. Κάτι που στη συνέχεια θέτει μια αδιαμφισβήτητη αντικειμενική ομοιότητα μεταξύ των δύο δογμάτων.
Κι όμως αυτό συμβαίνει χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητές τους.
Πράγματι, πρώτα απ' όλα, η Τριαδική οντολογία του θεοσοφιστή αποκλίνει σε πολλά σημεία από τη δογματική-χριστιανική -
 ειδικά στο ότι δεν θεωρεί Πατέρα και Υιό οντολογικά ισοδύναμους, αλλά και στο ότι τα Τριαδικά Πρόσωπα δεν θεωρούνται οντολογικά ίσα [12] .

Όσο για το Σταϊνικό δόγμα της Τριάδας, συμπίπτει πλήρως με το δογματικό-χριστιανικό. Υπάρχει μόνο μία απόχρωση που πρέπει να επισημάνουμε ως προς αυτό, και είναι αυτή για την οποία θα μιλήσουμε σε σχέση με τον προβληματισμό της για τα Υπερβατικά.
 Στην πραγματικότητα, γι' αυτήν, ακριβώς στο επίπεδο της Τριάδας βρίσκεται η Ιδέα ως πράγμα και επίσης ως παραδειγματικό και υπερβατικό άτομο. Το οποίο πρέπει επομένως να γίνει κατανοητό ως η ρίζα του πράγματος και του ατόμου που στη συνέχεια θα βρεθεί σε ένα έμφυτο (στο ενυπάρχον) επίπεδο. Αλλά πρέπει να αναγνωριστεί ότι στη σκέψη του Böhme δεν υπάρχει ασφαλώς καμία αντιστοιχία με αυτόν τον προβληματισμό.

I.3 – Οι έννοιες «Urgrund» και «Ungrund».

Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πιθανή (αλλά πραγματικά ασυνήθιστη) ομοιότητα μεταξύ των δύο στοχαστών, η οποία είναι υποδηλωτική πάνω από όλα στο ότι είναι μάλλον μυστηριώδης επειδή είναι καθαρά ορολογική (και όχι δογματική). 
Αυτή είναι η αναλογία μεταξύ του όρου "Ungrund" του Μπάιμε και του όρου "Urgrund" τής Στάιν (μερικές φορές εκφράζεται ρητά ως "Abgrund", Abyss, Άβυσσος), ισοδύναμου με τη σειρά του (ακριβώς όπως στο Böhme) με αυτόν του "Ursprung" ή "Origine"» [ 13] – με τον οποίο κατάλαβε ένα θεμέλιο θεϊκού όντος του οποίου αναγνωρίζει τη βαθιά άβυσσο, δηλαδή ότι είναι μια «άβυσσος χωρίς πάτο, απύθμενη άβυσσος». Είναι προφανές ότι, διατυπώνοντας αυτό το αξίωμα, η στοχαστής πρέπει αναγκαστικά να έχει βρεθεί σε ένα πεδίο σκέψης που βρισκόταν έντονα έξω από τη Θωμιστική-Αριστοτελική οντο-μεταφυσική στην οποία δήλωνε ότι ανήκει.


Στην πραγματικότητα, όπως και στο Böhme, εδώ μιλάμε αν μη τι άλλο για μια εξαιρετικά πρωτότυπη «προ-οντολογία».

Λοιπόν, από πού συνήγαγε η φιλόσοφος αυτόν τον όρο; Πραγματικά προέρχεται από την κλασική και παραδοσιακή οντο-μεταφυσική που έκανε δική της;

Ειλικρινά δεν ξέρουμε με σιγουριά
. Αλλά τολμούμε να υποθέσουμε ότι δεν προέρχεται καθόλου από αυτήν την πηγή. Και συνεπώς, τολμούμε να υποθέσουμε ότι η Stein την προσέλαβε ακριβώς από τα κείμενα του Böhme, ή τουλάχιστον από 
το κείμενο του Koyré για τον θεόσοφο, ή ακόμα και από μια άλλη εξίσου θεοσοφική πηγή. Που στη συνέχεια (όπως θα δούμε καλύτερα αργότερα) συνδέει εντυπωσιακά τον προβληματισμό της με το πεδίο των παραδοσιακών σπουδών (σύγχρονων μαζί της) που στο μεταξύ είχε αναδείξει την πρωτοκαθεδρία μιας αρχέγονης και υπεράνθρωπης Ιερής Επιστήμης. Εν ολίγοις, θα μπορούσε ο Στάιν να γνώριζε και τις θεωρίες του Γκενόν;

Η παρατήρησή μας, ωστόσο, σταματά εδώ, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν λόγοι να υποθέσουμε ότι υπάρχει δογματική ομοιότητα μεταξύ των δύο στοχαστών ως προς αυτό.

Με τον όρο «Ungrund» ο Böhme [14] στην πραγματικότητα σήμαινε την πλήρη απουσία προσδιορισμού της θεϊκής Αρχής του Είναι, και επομένως επίσης την απουσία στο Είναι οποιασδήποτε αποτελεσματικής αιτίας, θεμελίωσης και αιτίας. Επομένως (όπως ακριβώς στήν Στάιν) αναφέρεται στην «Άβυσσο» («abîme»), δηλαδή στην «Abgrund» ή απύθμενη άβυσσο. Και ο όρος «Urgrund» τής Στάιν μπορεί επιπλέον να αναχθεί έντονα στόν τελευταίο.

Σε αυτό λοιπόν το Είναι (ως ριζικά πρωτότυπο θείο) είναι το ίδιο το αρχικό Τίποτα που από τη φύση του επιδιώκει να καταπιεί τα πάντα. Αμέσως αντιστοιχεί στην καταβροχθιστική φωτιά (διψασμένη για ύπαρξη) ως αρχή της ζωής και του θανάτου ταυτόχρονα. Εδώ με αυτόν τον τρόπο η έννοια του «είναι» επανέρχεται στην ακραία καταγωγή της, η οποία αντιστοιχεί ακριβώς στο Τίποτα ως απουσία προσδιορισμού. Το «Ungrund» του Böhme είναι επομένως το απολύτως απροσδιόριστο Απόλυτο, το οποίο αντιστοιχεί απόλυτα στο «θείο τίποτα» («θεϊκό μηδέν», «rien divin») του γερμανικού μυστικισμού.

Και με αυτό είμαστε σίγουρα (όπως θα δούμε αργότερα) σε ένα μεταφυσικό πλαίσιο εξαιρετικά κοντά σε αυτό που αναφερόταν στην αρχική και αρχέγονη Ιερή Επιστήμη, δηλαδή στην παραδοσιακή (με τη σειρά της θεμελιωμένη στον νεοπλατωνικό-ειδωλολατρικό προβληματισμό, ιδιαίτερα στον Πλωτινικό). Αλλά προφανώς (όπως μόλις είδαμε) οι αντανακλάσεις αυτού του προβληματισμού αντηχούν ασταμάτητα στον δυτικό μυστικισμό.

Τώρα σίγουρα δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η Στάιν κατανόησε το αρχικό θείο Είναι με αυτή την έννοια. Πολύ λιγότερο αυτό που επιτεύχθηκε. Γεγονός είναι ότι, ωστόσο, χρησιμοποίησε μια ορολογία πολύ παρόμοια με αυτή του Böhme για να το περιγράψει. Και πρέπει να αναρωτηθούμε τον λόγο για αυτό.

Ι-4 – Η σύλληψη του σώματος και ιδιαίτερα του πνευματικού σώματος.

Σε πολλά σημεία της οντολογίας του Böhme βρίσκουμε μια αντίληψη της πνευματικής και κινούμενης σωματικότητας (του πνευματικού και έμψυχου σώματος) που μοιάζει πολύ με αυτή τής Stein [15]. Για την ακρίβεια, αυτό συμβαίνει όταν ο Koyré αποδίδει κάτι πρωτόγονο στη Βοημική ιδέα της θείας Φύσης ως «οργανικής ζωής». Εν ολίγοις, φαίνεται ότι θέλει να βρει σε αυτή την ιδέα μια αντίληψη παρόμοια με την ανιμιστική που βρίσκεται στην καρδιά οποιουδήποτε δόγματος για τον «θείο κόσμο». Αλλά πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι γενικά είναι μια βασικά υλιστική ιδέα, αυτή δηλαδή σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα είναι μοναδικά σωματική. 
Ωστόσο, στον Böhme βασίζεται σε μια πολύ βαθύτερη βιταλιστική ιδέα - αυτή σύμφωνα με την οποία δεν μπορούμε να συλλάβουμε την οργανική ζωή χωρίς τα στοιχεία της ζωής.

Δηλαδή (λέμε με άλλα λόγια) δεν μπορούμε να συλλάβουμε την οργανική ζωή χωρίς πρώτα να υποθέσουμε την πραγματική ύπαρξη ενός ζωντανού σώματος («Leib»), το οποίο με τη σειρά του είναι το αποτέλεσμα της δράσης της αρχικής Ζωής. Μάλιστα, ακόμη ακριβέστερα, σύμφωνα με τον θεόσοφο, δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να συλλάβουμε μια «οργανική ζωή» χωρίς μια πρωτότυπη (και επομένως θεϊκή) Ζωή. Που βρίσκει έκφραση ακριβώς στο ζωντανό σώμα, δηλαδή στην τελευταία στιγμή της ενσάρκωσης του Πνεύματος.

Από όλα αυτά αναδύεται μέσα του μια έντονα εξωτεριαλιστική-σωματολιστική οντολογία αν και ταυτόχρονα ριζικά πνευματιστική.

Τώρα στήν Στάιν βρίσκουμε τόσο ένα ορισμένο δόγμα του «θεϊκού κόσμου» (που συμπίπτει με την ιδέα ενός πνευματικού εμποτισμού του κόσμου) όσο και ένα πολύ ισχυρό δόγμα του κινούμενου σώματος, και επομένως όχι απλώς υλικού («Körper»), δηλαδή το « Leib » [16] . Ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα συλλαμβάνει μια πραγματικά θεμελιώδη σωματικότητα που είναι «περισσότερο από σωματική». Και σε αυτό, τα δύο δόγματα συμπίπτουν πραγματικά. 
Μόνο και μόνο για το γεγονός ότι και οι δύο είναι βαθιά οντοπνευματιστές, δηλαδή αναγνωρίζουν την πνευματική διάσταση στο μέσο της απλής υλικής σωματικότητας.

Για να το σχετικοποιήσουμε, ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η πνευματιστική σωματική οντολογία του Στάιν δεν είναι καθόλου άμεση, δηλαδή κυριολεκτική και αυθεντική. Διότι ανάγεται στον γνωσιολογικό διανοητισμό της Φαινομενολογίας του Husserl, εντός τού οποίου η ανθρωπολογία πνεύμα-ψυχή-σωματική [17] − την οποία η ίδια η Στάιν συμμεριζόταν πάντα σχεδόν στο σύνολό της. όπως προκύπτει από όσα είπε για το έμψυχο σώμα (βλ. σημείωση 16) - 
δεν είναι τίποτα άλλο από το υπόβαθρο ενός δόγματος γνώσης στο πλαίσιο του οποίου η συνείδηση ​​έρχεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο ακριβώς μέσω του έμψυχου σώματος. Από την άλλη πλευρά, η πνευματιστική οντολογία του Böhme είναι εξαιρετικά άνευ όρων και επομένως πραγματικά κυριολεκτική. Δηλαδή, είναι πολύ περισσότερο οντολογία παρά θεωρία της γνώσης.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ειπωθεί ότι οι δύο οντολογίες συμπίπτουν σχεδόν τέλεια όταν πρόκειται για την ίδρυση μιας ανθρωπολογίας. Στην πραγματικότητα, για τον Böhme, ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τα υλικά όντα, από τα ζώα και άρα γενικά από τη λεγόμενη «τρίτη αρχή», δηλαδή εκείνη τού κόσμου που είναι και θεϊκός και οργανικός-υλικός. Αν και έχει ζωώδες και χονδροειδές σώμα. Γιατί είναι Πνεύμα και άρα στην πραγματικότητα έρχεται από τον ουρανό.

Από αυτή την άποψη, η οντολογία τής Στάιν συμπίπτει πλήρως με αυτό το δόγμα, ειδικά όπου προϋποθέτει μια οντολογική ιεραρχία (κάθετα ανερχόμενη από το φυτικό βασίλειο στο ανθρώπινο) της οποίας η διαβάθμιση συνίσταται ακριβώς στην αυξανόμενη πνευματικότητα του όντος [18].

Υπάρχει επίσης μια μεγάλη σύγκλιση μεταξύ των δύο πνευματιστικών οντολογιών όπου ο Böhme υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι η ψυχή είναι αυτή που δημιουργεί το σώμα. Και γι' αυτόν αυτό είναι θεμελιώδες: η έλλειψη διαχωρισμού μεταξύ Πνεύματος και ύλης-σώματος, και επομένως η ουσιαστική οργανική φύση της ψυχής.

Για άλλη μια φορά, ωστόσο, είναι απαραίτητο να επισημανθεί μια αναγκαία σχετικοποίηση αυτής της σύγκλισης, δεδομένου ότι ο θεόσοφος απορρίπτει αποφασιστικά αυτό το δόγμα του «σχηματισμού» [19] που αντίθετα με τήν Stein παρέμεινε βαθιά κοινό μεταξύ της φαινομενολογίας και της παραδοσιακής και δογματικής χριστιανικής οντο-μεταφυσικής. 
Για να είμαστε πιο ακριβείς, βασικά παραδέχεται έναν οντο-σχηματισμό (αποδίδοντάς τον ολοκληρωτικά στη θεία Σοφία), αλλά ταυτόχρονα αρνείται κατηγορηματικά ότι προέρχεται από το Πνεύμα ως ανθρώπινο Λόγο. Και σε αυτό για άλλη μια φορά ξεφεύγει από τη φαινομενολογική γνωσιολογία (που δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τήν Στάιν) για να παραμείνει έτσι στο επίπεδο μιας πλήρους και κυριολεκτικής οντολογίας.

Σε όλα αυτά πρέπει επίσης να προστεθεί ότι τόσο για τον Böhme όσο και για τήν Stein η ψυχή και το Πνεύμα είναι μόνο σχετικά «απτά», καθώς τελικά και τα δύο είναι έξω από τον κόσμο, αν και τα δύο είναι ενσαρκωμένα [20]. Η σχετικοποίηση αυτής της σύγκλισης, όμως, συνίσταται στο γεγονός ότι, σε αυτή τη βάση, για τον θεόσοφο, η ψυχή και το Πνεύμα είναι λογικά άπιαστες ουσίες. Ενώ για τήν Στάιν είναι ακριβώς το αντίθετο. 
Για αυτήν, μάλιστα, η γνώση του «είναι» είναι ουσιαστική στιγμή στη διατύπωση μιας οντολογίας. Και αυτή η θέση παρέμεινε όρθια παρά την προοδευτική αποστασιοποίηση της σκέψης της από αυτή του Husserl [21].

Ένα περαιτέρω στοιχείο σύγκλισης βρίσκεται στη συνέχεια στην υπόθεση μιας «πνευματικής ψυχής» και από τους δύο στοχαστές. Αυτή η θέση βρίσκεται στον Böhme στο ίδιο μέρος του κειμένου του Koyré που μόλις αναφέρθηκε (βλ. σημείωση 20), ενώ στήν Stein βρίσκεται σχεδόν παντού στο έργο της [22] . Για την ακρίβεια, ο θεόσοφος πιστεύει ότι η πνευματική ψυχή «κατοικεί» στη ζωτική ψυχή (όρος που χρησιμοποιεί και η Στάιν). Και αυτό συμβαίνει γιατί γι' αυτόν μέσα στο Σύμπαν ως Κοσμικό Άνθρωπο κινούνται εκείνες οι  οντο-διαμορφωτικές 
αστρικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την ύπαρξη και που τελικά προέρχονται από τον ίδιο τον Θεό.

Ως εκ τούτου, αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως το ίδιο το Σύμπαν - το κεφάλι είναι ο ουρανός, οι φλέβες και οι αρτηρίες είναι εκείνες στις οποίες ρέουν οι δυνάμεις που προέρχονται από τον εγκέφαλο. Με λίγα λόγια, για αυτόν τα αστέρια είναι αυθεντικά «αγγεία» ή «αρτηρίες» («Quelladern») του θείου σώματος. Και από αυτή την άποψη βρίσκουμε μια πραγματικά συνολική και μάλλον εντυπωσιακή σύγκλιση μεταξύ των δύο σκέψεων. Εφόσον η Στάιν αντιλαμβανόταν τον άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο (δηλαδή ως Πρωτότυπο Άνθρωπο, «Μακροάνθρωπο» και «Αδάμ Κάδμων») [23]. Και ακόμη και τότε το έκανε αυτό εντελώς εκτός τόσο της φαινομενολογικής της κληρονομιάς όσο και της προσήλωσής της στην παραδοσιακή χριστιανική και σχολαστική οντο-μεταφυσική. Επίσης πραγματικά εντυπωσιακή είναι η για άλλη μια φορά σχεδόν πλήρης σύγκλιση μεταξύ των δύο οντολογιών όπου ο Böhme [24] περιγράφει το πνευματικό σώμα ως μια κρυσταλλική ουσία νερού-αέρα πολύ παρόμοια με τον αιθέρα, δηλαδή ένα αέριο.

Εν ολίγοις, είναι η ύλη ως εξαιρετικά στερεό αέριο, επομένως το πνεύμα ως ένα είδος στερεού αλλά και υγρού αέρα ταυτόχρονα. Κάτι που θυμίζει τον πραγματικά βαθύ προβληματισμό τής Stein σχετικά με τους διάφορους τύπους υλικών «ουσιών» («Stuffs»), δηλαδή στερεές, υδατικές και αέριες [25] .

Το ίδιο ισχύει επίσης - αν και αυτό δεν έχει άμεση σχέση με την οντολογία - για τη θέση τής Στάιν για μια θεϊκή Σοφία που αντιστοιχεί στο Θηλυκό  που συλλαμβάνεται στις βασικές αρετές του, δηλαδή την καλοσύνη και την τρυφερότητα [26]. Ένα περαιτέρω στοιχείο εντυπωσιακής ομοιότητας μεταξύ των δύο σκέψεων (αλλά αυτή τη φορά με μια ορισμένη σχέση με την οντολογία) είναι ο προβληματισμός του Böhme σχετικά με τα ονόματα ως ουσία των πραγμάτων [27]Που αντιστοιχεί σε έναν Steinian προβληματισμό που ήταν ταυτόχρονα γνωσιολογικός - η περιγραφή της διαδικασίας αναγνώρισης ενός αντικειμένου (το περίφημο "ανθισμένο κάστανο") μέσω της διαίσθησης της ουσίας του και ταυτόχρονα του ονόματός του [28] - και την ίδια στιγμή οντολογικός - η φιλοδοξία για μια φαινομενολογική έρευνα για την οντολογία ως την ουσία των εγκόσμιων πραγμάτων (την οποία μοιράστηκε όχι μόνο με τον Conrad-Martius αλλά και με όλους τους μαθητές του Husserl που επαναστάτησαν ενάντια στον ιδεαλισμό του Δασκάλου) [29] . Και ως προς αυτό η σύγκλιση μεταξύ των οντολογιών των δύο στοχαστών συμπίπτει πραγματικά απόλυτα με την πλατωνική σκέψη [30]. Επιπλέον, ο ίδιος ο Koyré εστίασε πολύ σε αυτή την πτυχή του στοχασμού του Πλάτωνα - ιδιαίτερα (συζητώντας χωρίς κανένα ορθολογιστικό αναγωγισμό, δηλαδή αποδεχόμενος πλήρως) τη θεωρία της ανάμνησης με τη σειρά της συνδεδεμένη με αυτή μιας προηγούμενης, πρωτότυπης και υπερβατικής επιστήμης [31] .

Σε αυτό το ίδιο μέρος του κειμένου του Koyré (βλ. σημείωση 24), ωστόσο, αναδύεται μια περαιτέρω ομοιότητα μεταξύ των δύο οντολογιών, δηλαδή αυτή που συνίσταται στη θέση τής Stein ότι τα καθαρά πνεύματα ή οι άγγελοι πρέπει απαραίτητα να έχουν σώμα [32].

II- Συγκλίσεις και ταυτόχρονες διαφορές μεταξύ της οντολογίας του Böhme και τής Stein.


Σε αυτό το κεφάλαιο θα συζητήσουμε τα στοιχεία για την πιο αυθεντική σύγκριση μεταξύ των δύο οντολογιών, δεδομένου ότι επισημαίνει συγκλίσεις μεταξύ τους που συμβαδίζουν πολύ πιο καθαρά με τις αποκλίσεις.

II.1- Η έννοια του «είναι» ως ρεαλιστικό και εξωτεριστικό-σωματικό.


Συνολικά (όπως έχουμε περιγράψει λεπτομερώς στο προαναφερθέν δοκίμιό μας για τη σύγχρονη οντολογία) o Böhme ερμήνευσε το «είναι» τουλάχιστον (κατ' αρχήν) με πολύ παρόμοιο τρόπο τόσο με τήν Stein όσο και με την οντο-μεταφυσική στην οποία στην πραγματικότητα εντάχθηκε, δηλαδή το ρεαλιστικό (η ρεαλιστική έννοια) του Θωμιστικού-Αριστοτελικού και δογματικού-Χριστιανικού καλουπιού. Αυτή ήταν η έννοια του Είναι που υποστήριζε ο μεσαιωνικός χριστιανικός σχολαστικισμός, αλλά είχε υιοθετηθεί από ένα τεράστιο ρεύμα μελετών (που ονομάζεται νεο-σχολαστικισμός ή νεοθωμισμός) μετά από την πρόσκληση που άσκησε το 1879 ο Πάπας Λέων ΙΓ' στην περίφημη εγκύκλιο "Aeterni Patris". Ως εκ τούτου, η Στάιν προσκολλήθηκε με την οντο-μεταφυσική της όχι μόνο στην αρχαία σκέψη αλλά και στη σύγχρονη σκέψη, στο πλαίσιο της οποίας ξεχώρισαν στοχαστές όπως ο Ζακ Μαριτέν, ο Χέντβιχ Κόνραντ-Μάρτιους και ο Erich Przywara.

Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, συνδυάζοντας τις οντολογίες του Böhme και τής Stein, πηγαίνουμε στη ρίζα αυτού που στη συνέχεια διαμορφώθηκε ως σύγχρονη οντολογία (και που περιελάμβανε όλους τους στοχαστές που αναφέρθηκαν παραπάνω).

Επομένως, η τάση ομοιότητας μεταξύ των δύο οντολογιών συνίσταται (τουλάχιστον εν μέρει) σε έναν φιλοσοφικό-μεταφυσικό ρεαλισμό για τον οποίο το «είναι» είναι πρώτα και κύρια εξωτερικό (που αντιστοιχεί σε εκείνον τον λεγόμενο «κόσμο έξω από εμάς» που υπάρχει αμετακίνητα έξω από τη συνείδηση) και επιπλέον είναι αντικειμενικό-σωματικό. Ο ρεαλισμός αυτής της αντίληψης είναι επομένως ριζικά αντίθετος με κάθε ιδεαλισμό, υποστηρίζοντας πάνω απ' όλα ότι το πράγμα υπάρχει με έναν εντελώς ανεξάρτητο τρόπο από την εμπειρία της συνείδησης, και επομένως υπάρχει με έναν απόλυτο όσο και έμφυτο τρόπο (εμμενώς).

Είναι σαφές ότι αυτό το όραμα περιλαμβάνει ένα ορισμένο ποσό υλισμού. Ωστόσο, ούτε ο Böhme ούτε ο Stein ήταν ποτέ υλιστές. Πράγματι, έχουμε δει και θα δούμε ότι και οι δύο φιγουράρουν πολύ καλά σε έναν τεράστιο και εξαιρετικά πολύπλευρο Πνευματισμό.

Ωστόσο, η οντολογία του Böhme προτείνει έναν τέτοιο ρεαλισμό από πολλές απόψεις, διαμορφώνοντας έτσι μια εξωτερική οντολογία που επικεντρώνεται στη σωματική αντικειμενικότητα και επιπλέον επικεντρώνεται στη χωρικότητα ή τον τόπο [33]. Και το αποκορύφωμα αυτού του οράματος είναι αυτό στο οποίο θεωρεί το «Corpus», το «Σώμα», (έβδομο και τελευταίο από τις δυνάμεις-ουσίες-δυνατότητες που εκπορεύονται από τον Θεό) είναι ακριβώς αυτό που προκαλεί την ύπαρξη ενός κόσμου της Φύσης, που είναι το ίδιο το «σώμα του Θεού». Εν ολίγοις, για αυτόν το τελευταίο είναι το πολύ παραγωγικό κέντρο της ρεαλιστικής οντολογίας. Επιπλέον, όλα αυτά βρίσκουν δυναμικά την πιο έγκυρο εικόνα τους σε αυτή την «επιθυμία» (μια άλλη θεμελιώδης δύναμη που γεννά, ή ακόμα και τα «επτά θεϊκά πνεύματα») που βρίσκεται στην τελική ρίζα κάθε σωματοποίησης (δηλαδή όντος) ως μια μανιώδης και ακόμη βασανιστική πείνα αποφασιστικότητας και εκπλήρωσης (πείνα για προσδιορισμό και πραγμάτωση), δηλ. η κυριολεκτική «πείνα να είσαι».

Επιπλέον, η οντολογία του εμπνέεται επίσης από αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως ισχυρός «θρησκευτικός ρεαλισμός» [34] . Ωστόσο, όχι με την έννοια της ουσίας, αλλά αντίθετα με την υπακοή στην έννοια του πνευματικού εμποτισμού που με τη σειρά του οδηγεί σε έναν «θείο κόσμο», χωρίς ωστόσο να δημιουργεί πανθεϊσμό. Αυτό επίσης κάνει εν μέρει την οντολογία του να συγκλίνει με τής Στάιν, δεδομένου ότι ο τελευταίος οδήγησε σε έναν ξεκάθαρο θεϊκό ρεαλισμό. Αλλά εν τω μεταξύ όχι μόνο σε ευθυγράμμιση με τη Θωμιστική-Αριστοτελική οντο-μεταφυσική δογματική αλλά και πνευματιστική, δηλ. με επίκεντρο τον πνευματικό εμποτισμό του όντος (ιδιαίτερα με ηθική έννοια, μέσω των αξιών) [35] .

Ωστόσο, σε αυτό ακριβώς συνίσταται ο πιο αυθεντικός θρησκευτικός ρεαλισμός του.


Ωστόσο, ο θεόσοφος ήταν πάντα προσεκτικός για να εμποδίσει αυτόν τον ρεαλισμό να γλιστρήσει στον πανθεϊσμό, μένοντας έτσι σταθερός στην αρχή σύμφωνα με την οποία ο Θεός είναι μεν η ίδια η Φύση, αλλά ποτέ δεν συμπίπτει με το πλάσμα [36].

Κάτι που επιπλέον συνεπάγεται όχι μόνο τη διαφορά του Θεού από το πλάσμα (δηλαδή την απουσία ενός χυδαίου και κυριολεκτικού πανθεϊσμού) αλλά και διάφορα άλλα πράγματα - την οντολογική ανεξαρτησία των πλασμάτων, άρα και την κατοχή της ύπαρξης από αυτά  (χάρη στην παρουσία του Θεού σε αυτά), καθώς και την απαραβίαστη ελευθερία τους· τη σχέση του Θεού που νοείται ως «θεότητα» με το ίδιο το πλάσμα, άρα και με τη γνώση του· το έργο/καθήκον/αποστολή που ανέθεσε ο Θεός στο πλάσμα να συνεργάζεται στη δημιουργία και να τη συνεχίζει (πάντα με βάση την παραχώρηση απαραβίαστης ελευθερίας τους).

Και σε αυτό η σκέψη του συμπίπτει με την αναμφισβήτητα αντι-θωμιστή και αντι-εντικιστική σκέψη του Έκχαρτ, σύμφωνα με την οποία «ο Θεός δεν είναι λεπίδα χόρτου» [37] . Κάτι που στη συνέχεια φέρνει τη σκέψη του θεοσοφιστή πιο κοντά σε ένα καλό μέρος του δυτικού μυστικισμού, όπως ξεκάθαρα τονίζει ο Koyré [38] .

Ωστόσο, παρόλα αυτά, ο Böhme κατανοούσε τον θρησκευτικό ρεαλισμό κυρίως με την έννοια ότι ο κόσμος πρέπει απαραίτητα να είναι θεϊκός, διαφορετικά κάποιος αναγκάζεται να θεωρήσει τον Θεό διαφορετικό από το Είναι. Και αυτό μπορεί να θεωρηθεί η ισχυρότερη δήλωση της οντολογίας του - γι' αυτόν ο Θεός δεν είναι μόνο το ίδιο το Είναι (Θεός-Ον), αλλά είναι έτσι με έναν αυστηρά απαραίτητο και άρα απολύτως αδιαμφισβήτητο τρόπο. Επιπλέον, ο θρησκευτικός του ρεαλισμός επηρεάστηκε έντονα από την ηθική (δηλαδή την προσπάθεια απαλλαγής του Θεού από το κοσμικό κακό) και ήταν επίσης με πάθος σύμφωνος με την έννοια της Ενσάρκωσης του Χριστού. Ειδικότερα όμως, σε σχέση με την πρώτη όψη, θεώρησε τον κόσμο ως ουσιαστική αναγκαιότητα σε σχέση με την αρχική Σοφία (ιδιότητα του ίδιου του αρχέγονου Θεού-Τίποτα) που είχε καθοδηγήσει από την αρχή τη θεία δημιουργία.

Κι όμως, όπως είπαμε προηγουμένως -όπως ακριβώς έκανε για να αποφύγει την πανθεϊστική μετατόπιση της εξωτεριαλιστικής-σωματαλιστικής οντολογίας του-, παρέμεινε πολύ προσεκτικός να μην μετατρέψει τον θρησκευτικό ρεαλισμό σε αφομοίωση (
εξομοίωση) του Θεού με το πλάσμα [39].


Τέλος, υπάρχει επίσης μια μη ιμανεντιστική αλλά αντίθετα έντονα υπερβατική ρίζα του θρησκευτικού του ρεαλισμού. Συνίσταται στην ιδέα σύμφωνα με την οποία ο Θεός (στην πιο οικεία και πρωτότυπη φύση του) είναι στην πραγματικότητα η «ουσία των ουσιών» («Wesen aller Wesen») - ως «πηγή, αιτία και προέλευση όλων των όντων», καθώς και κάθε ζωής και κάθε δυναμικής δύναμης που σχηματίζει (κάθε δυναμικής οντο-διαμορφωτικής δύναμης), δηλαδή του κόσμου και των πλασμάτων [40]. Και επομένως η εγκόσμια οντολογία ως «θείος κόσμος» πρέπει γι' αυτόν να παραμείνει σταθερά ριζωμένη στο Θεό ως Αιτία. Αλλά μόνο αν ο Θεός νοείται ως τέτοιος έξω από κάθε μεταφυσικό ορθολογισμό, όπως αυτός του Leibniz [41]Μάλιστα, αλλού στο κείμενό του είναι ξεκάθαρο ότι η έννοια του Θεού-Αιτίας τοποθετείται φυσικά σε ένα δογματικό πλαίσιο στο οποίο η πρωταρχικά «υπερουσιώδης» φύση της επιβεβαιώνεται στο μοντέλο (το οποίο εκτιμούσε αρκετά) της παγανιστικής οντο-μεταφυσικής  (πλωτινιακό είδος), επικεντρωμένη όπως ήταν στο θείο Ένα που τοποθετείται πολύ πάνω από οποιοδήποτε όν (δηλαδή ριζικά «υπερ-ουσιώδες») [42].

Πράγματι, ο Koyré επισημαίνει τη δήλωσή του σύμφωνα με την οποία οι ειδωλολάτρες σοφοί καταλάβαιναν πολύ περισσότερα από τους Εβραίους σχετικά με την κοσμογονία της θεϊκής προέλευσης.

Και αυτό είναι το πιο αποφατικό μέρος της οντολογίας του, και επομένως δεν συμπίπτει τυχαία με τη θέση του για ένα ριζικά πρωτότυπο Θεό-Τίποτα. Στην πραγματικότητα, γι' αυτόν ο Θεός είναι ριζικά πάνω από το Είναι καθώς στερείται οποιουδήποτε προσδιορισμού (επομένως είναι καθαρός απροσδιόριστος και εντελώς απαλλαγμένος από ιδιότητες και ποιότητες, όπως ακριβώς το πλωτίνιο «τίποτα των πάντων») [43]. Επομένως είναι ένα Τίποτα καθώς είναι μόνο καθαρή βούληση εκδήλωσης. Ως εκ τούτου, ο Θεός είναι γι' αυτόν πρωτίστως απόλυτη ηρεμία, σιωπή και ανάπαυση. Επομένως είναι ένας άγνωστος Θεός (absconditus) και επιπλέον είναι και «αγνό πνεύμα».

Και αυτό έρχεται ξεκάθαρα σε αντίθεση με τον οντοδυναμισμό του, επιβεβαιώνοντας έτσι την ταυτόχρονη απόδειξη μιας υπέρτατης θείας Στάσης [44] .

Εν ολίγοις, αυτό είναι ένα περαιτέρω στοιχείο ισχυρής σύγκλισης της σκέψης του με την παραδοσιακή ανακάλυψη μιας πρωτότυπης, αρχέγονης και υπεράνθρωπης Ιερής Επιστήμης.

Στο δοκίμιό μας για τη σύγχρονη οντολογία υπογραμμίσαμε πώς αυτό το όραμα του Θεού (και επομένως του αρχικού «υπέρ-οντος») συμπίπτει τέλεια με την ιδέα του Ενός ως ουσιαστικής «Αρχής», και επομένως επίσης έντονα απρόσωπο (στην πραγματικότητα μια καθαρή «θεότητα», όπως στον Πλάτωνα) [45].

Με λίγα λόγια, συνιστά μια απολύτως πρωτότυπη και μοναδική «προ-οντολογία» μέσα του.

Ασφαλώς αυτές οι πεποιθήσεις του συνεχώς σχετικοποιούνται (και μάλιστα ξεπερνιούνται) από το δόγμα του για την απολύτως αναγκαία θεία εκδήλωση, πραγμάτωση και αποκάλυψη (ως ουσιαστική «έκφραση») [46]. Στην πραγματικότητα, μόνο λόγω της φανέρωσης ο Θεός συνιστά μια ανυπόφορη και ασταμάτητη ώθηση προς την σωματοποίηση. Πέρα από αυτό υπάρχει η ασταμάτητη και επιβλητική θεία θέληση να εκδηλωθεί αποκλειστικά από αγάπη. Και τελικά για τον Böhme ο Θεός είναι γνωστός μόνο χάρη σε όλα αυτά, δηλαδή μέσω της εγκόσμιας πολλαπλότητας. Και πέρα ​​από αυτό, ο Koyré μας υπενθυμίζει επίσης ότι αυτό το δόγμα αναφέρεται άμεσα σε αυτό του Λόγου και της Ενσάρκωσης. Σε αυτό για τον Böhme είναι πάνω απ' όλα η Σκέψη που ενσαρκώνεται.

Ελλείψει αυτού, στην πραγματικότητα, ο Θεός δεν γίνεται ποτέ προσωπικός, πραγματικός και συγκεκριμένος, και επομένως παραμένει εντελώς έξω από την ανθρώπινη εμπειρία. Ακριβώς με αυτή την έννοια, η θεολογική-μεταφυσική οντολογία του οδηγεί σε έναν Προσωπισμό (Προσωποκεντρισμό) που μοιάζει πολύ με αυτόν τής Στάιν - αν και βασίζεται σε συχνά πολύ διαφορετικές υποθέσεις (όπως θα δούμε στη συνέχεια).

Μια άλλη ειδική πτυχή της εξωτεριαλιστικής-σωματολιστικής οντολογίας του είναι ότι ήταν ριζικά περιεκτική όταν θέτει την έννοια του «είναι» [47] . Στην πραγματικότητα, η αντίληψή του για το Θεό-ον χαρακτηριζόταν ανεξίτηλα από την πεποίθηση ότι είναι πρώτα και κύρια «ό,τι είναι» και επομένως «είναι παντού» για το απλό γεγονός ότι η πιο αυθεντική φύση του συνοψίζεται στο γεγονός ότι είναι η Ζωή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο (τουλάχιστον έμφυτα, εμμενώς). Από αυτό προκύπτει και η διάσταση ενός «όλα εν Θεώ» που διαμορφώνει στον Böhme έναν ξεκάθαρο πανθεϊσμό (αντί για έναν χυδαίο πανθεϊσμό). Επιπλέον, ο Θεός ως Ζωή παρουσιάζεται επίσης στην αρχική του φάση της προ-φυσικής και προ-οργανικής Ζωής. Αυτός ο Θεός είναι λοιπόν στη ρίζα κάθε γενιάς. Αλλά ταυτόχρονα, στην ήδη συνειδητοποιημένη του διάσταση, είναι ο Ζωντανός Θεός, δηλαδή ο Θεός-Πρόσωπο με τον οποίο αναφερόμαστε με πίστη. Δηλαδή στην πραγματικότητα είναι ο Χριστός. Και αυτό ακριβώς αποδεικνύει για τον Böhme ότι ο Θεός δεν μπορεί να έχει μόνο μια πνευματική ζωή (ενώ η Stein αποδίδει μόνο την τελευταία σε Αυτόν), αλλά αντίθετα, για να είναι αυτό που είναι για εμάς τους ανθρώπους, πρέπει να έχει και μια οργανική ζωή. Και θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί από αυτή την άποψη ότι αυτό επιτρέπει στον θεόσοφο τόσο να αποφύγει τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ Θεού και κόσμου (Υπερβατικός Θεός) όσο και την εμμένειά του, όπως θεωρεί ο Σπινόζα (Εμμενής Θεός). (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
(*) Διδακτορικό στη Φιλοσοφία στο FLUL στη Λισαβόνα

 https://www-nuovogiornalenazionale-com.translate.goog/index.php/italia/cultura/19799-analisi-critica-dellontologia-di-stein-sullo-sfondo-della-visione-di-bohme.html?_x_tr_sl=it&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp

 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ - ΜΕΡΟΣ II

Συνέχεια από: Πέμπτη 26 Σεπρεμβρίου 2024

                                                 ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑΙΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ BOHME - ΜΕΡΟΣ Ι

Vincenzo Nuzzo (*)

Κριτική ανάλυση της οντολογίας της Edith Stein με φόντο το θεοσοφικό-μεταφυσικό όραμα του Jakob Böhme.

Ωστόσο, γενικά πρέπει να αναγνωριστεί πάνω από όλα ότι, σύμφωνα με τον Böhmem, τελικά ο Θεός είναι Ζωή από την αρχή. Επιπλέον, αυτή η πεποίθηση συμβαδίζει με τη διευκρίνιση του γεγονότος ότι ο Θεός πρέπει απαραίτητα να έχει μια «φύση» ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι είναι στην πραγματικότητα η ίδια η Φύση, ως το ενυπάρχον «σώμα» της [1] . Γι' αυτόν, ωστόσο, ο Θεός κατέχει πραγματικά μια φύση μόνο όταν έχει φτάσει στην οριστική του συνειδητοποίηση του καθαρού Πνεύματος, δηλαδή όταν τελικά γίνει Θεό-Πρόσωπο, Ζωντανός Θεός, και επομένως και Θεός που ενεργεί με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Και αυτός είναι ξεκάθαρα ο χριστιανικός Θεός της Αγάπης ως πρωταγωνιστής της «θείας βοήθειας» και κάθε τι που είναι «θαύμα». Για την ακρίβεια, ο Koyré αναφέρει σχετικά ότι «η θεία φύση δεν είναι τίποτε άλλο από την οργανική ζωή ή το οργανικό σώμα του Θεού».

Λοιπόν, όλα αυτά που στη συνέχεια αμφισβητούν έντονα τις σημερινές θεολογικοχριστιανικές θέσεις που εμπίπτουν στον λεγόμενο «μεταθεϊσμό» [2] . Ο Böhme δεν μιλά ρητά για «θεϊκή βοήθεια», αλλά αυτή η έννοια μπορεί να συναχθεί τέλεια από την ιδέα του σύμφωνα με την οποία ο συνειδητοποιημένος Θεός δρα συγκεκριμένα και αληθινά στον κόσμο. Στην πραγματικότητα, από αυτή την άποψη θεωρεί τόσο τη δυνατότητα των θαυμάτων όσο και το γεγονός ότι, χάρη στη δράση του Θεού στον κόσμο, μπορούμε να ξεφύγουμε από τον πειρασμό να τον θεωρήσουμε έναν ουσιαστικά κακό Θεό, δηλαδή έναν Θεό που όχι μόνο επιτρέπει το κακό, αλλά ακόμη και τό θέλει.

Η τελευταία οντολογική έννοια που θα συζητηθεί παραμένει αυτή της «ουσίας».


Μπορεί να φαίνεται σχεδόν απαραίτητα ότι εμπλέκεται σε μια ρεαλιστική και εξωτεριστική-σωματοκρατική οντο-μεταφυσική. Η τελευταία είναι στην πραγματικότητα αναγκαστικά αντικειμενιστική με μια άκρως κυριολεκτική (και ίσως ακόμη και υλιστική) έννοια, δηλαδή, τοποθετεί σε πρώτο πλάνο έναν κόσμο εξωτερικών αντικειμένων (αναγκαστικά υλικών και σωματικών) που υπερβαίνει την υποκειμενική συνείδηση. δηλαδή για άλλη μια φορά ο τόσο κλασικά ρεαλιστικός «κόσμος έξω από εμάς». Εν τω μεταξύ, όμως, είναι ευρέως γνωστό ότι
στη Θωμιστική-Αριστοτελική επί της μεταφυσικής η εξ ολοκλήρου μεταφυσική κάλυψη της «ουσίας» αποδόθηκε σε αυτήν την εξωτερική αντικειμενικότητα και ακριβώς (στον Αριστοτέλη) η τελευταία διαφοροποιήθηκε σε «πρώτη ουσία» (πραγματικό ον) και «δεύτερη ουσία» (ιδανικό, ή λογικό ον) [3] . Στη συνέχεια ο Θωμάς προχώρησε στον ορισμό όλων αυτών ως ένα θεμελιώδες «ον» (πρωτίστως υπαρκτό) του οποίου το παράδειγμα ήταν στον Θεό [4] .

Τώρα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κατ' αρχήν η Στάιν προσχώρησε σε αυτή την τελευταία αντίληψη του «είναι», και ως εκ τούτου ουσιαστικά ποτέ δεν αμφισβήτησε ριζικά την έννοια της «ουσίας». Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η οντολογία της ήταν σίγουρα πολύ πιο ουσιώδης παρά ουσιοκρατική [5] . Και έτσι σε αυτό υπάρχει μια ορισμένη αόριστη ομοιότητα μεταξύ της οντολογίας της και αυτής του Böhme. Ο οποίος (όπως είδαμε), στο πιο αποφατικό μέρος της οντο-μεταφυσικής του, θέτει τη θεία ουσία στη ρίζα των πάντων. Αλλά στο μεταξύ, πέρα ​​από αυτό, απέφυγε προσεκτικά την έννοια της «ουσίας» κυρίως επειδή η οντολογία του ήταν ριζικά δυναμική.

Και επομένως αυτό που (στην κλασική και παραδοσιακή οντο-μεταφυσική) εμφανίζεται ως αντικειμενικότητα καθότι ουσία, στη σκέψη του παρουσιάζεται αντίθετα ως «πράξη», δηλαδή ως δράση που εκτελείται από τις δυνάμεις-βουλήσεις-ουσίες που απορρέουν από τον Θεό [6. ] . Επομένως, συνάγεται ότι για αυτόν η αντικειμενικότητα (αν και παραδεκτή και μάλιστα θεμελιώδης στην οντολογία) δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ιστός δυνάμεων. Κάτι που υποδηλώνει εξαιρετικά μια άκρως μοντέρνα αντίληψη του «είναι», και επομένως εκπληκτικά οραματιστικό. Εν ολίγοις, φαίνεται σαν να ακούω τον Αϊνστάιν και την κβαντική φυσική να μιλάνε.
Από αυτή την άποψη, εν ολίγοις, ο Böhme και ο Stein διίστανται σαφώς.

II.2- Μια πνευματιστική οντολογία.


Ο Πνευματισμός του Böhme είναι τόσο ρεαλιστικός και συγκεκριμένος όσο είναι η εξωτεριστική-σωματική οντολογία του.
Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι - ακριβώς όπως ο Nicolai Hartmann [7] , ένας από τους εκφραστές της σύγχρονης οντολογίας - αποδίδει τον ίδιο βαθμό πραγματικότητας (και οντολογικής αξιοπρέπειας) τόσο στο εγκόσμιο (ή πραγματικό) Είναι όσο και στο ιδανικό Είναι (που τότε αντιστοιχεί κατά κάποιο τρόπο στο «είναι της συνείδησης», άρα και στο υποκειμενικό-διανοητικό).
Αυτό από μόνο του, επομένως, εισάγει ένα σημαντικό πνευματιστικό συστατικό στο όραμά του.
Ως εκ τούτου, η εξωτεριστική-σωματική οντολογία του δεν μπορεί να συλληφθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ο συγκεκριμένος Πνευματισμός του. Διαφορετικά θα υπήρχε ο κίνδυνος να παραποιήσει τις σκέψεις του.
Ωστόσο, αυτό θα αναδείκνυε έναν ουσιαστικά φιλοσοφικό Πνευματισμό μέσα του. Αντίθετα όμως
Ο Πνευματισμός του ξεπερνά πολύ αυτό τό ενδεχόμενο, καθώς είναι επίσης στενά συνυφασμένος με τη θεολογία και την εξαιρετικά ισχυρή μεταφυσική.
Αφού γι' αυτόν ο Θεός δεν είναι αυθεντικός αν δεν γίνει πραγματικός, άρα αν δεν αποκτήσει σώμα, ταυτίζοντας έτσι τον εαυτό του με τη Φύση. Που σημαίνει ότι γι' αυτόν ακόμη και το αγνό Πνεύμα υπόκειται σε αυτήν την αναγκαιότητα. Στην πραγματικότητα και αυτό δεν θα υπήρχε ποτέ αν δεν γινόταν αληθινό και δεν αποκτούσε σώμα. Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι ο Πνευματισμός υπονοεί επίσης στη σκέψη του ότι ο Θεός είναι ένα καθαρό Πνεύμα στην αρχική του ουσία.

Σε κάθε περίπτωση, ο Böhme υποστήριξε επίσης ότι το Πνεύμα είναι κάτι που υψώνεται πάνω από την οργανική-ζωτική διάσταση, και επομένως κατά κάποιο τρόπο βασίζεται στην τελευταία [8] .
Τώρα και εδώ τα σημεία σύγκλισης μεταξύ της οντολογίας του Böhme και αυτής του Stein είναι εμφανή.
Στην πραγματικότητα, ακόμη και σ' αυτή τήν τελευταία ενυπάρχει αναμφίβολα ένας Πνευματισμός, αν και η φιλόσοφος δεν έδωσε ποτέ ρητά έμφαση σε αυτή την πτυχή.
Αυτός ο Πνευματισμός βασίζεται επίσης κυρίως στην απαραίτητη σύνδεση μεταξύ του ιδανικού Είναι και του πραγματικού Είναι. Το οποίο για τήν Stein αποτελείται από ένα είδος «ρεαλιστικού ιδεαλισμού» − στον οποίο προσπαθήσαμε να επιστήσουμε την προσοχή των ερμηνευτών της στη διδακτορική μας διατριβή [9] . Βασίζεται σε δύο παράλληλες πτυχές. Αφενός, μάλιστα, για τήν φιλόσοφο η Ιδέα δεν έχει οντότητα (και συνεπώς πραγματικότητα) από μόνη της αν δεν υλοποιείται σε ένα πραγματικό και εγκόσμιο πράγμα [10] . Από την άλλη όμως (μέσα στον στοχασμό της για τα Υπερβατικά) μας δείχνει στην υπερβατική Ιδέα (δηλαδή την υπέρτατη ουσία ή το «Wesenheit») ένα είδος πραγματικού υπερβατικού ιδανικού ατόμου, και επομένως μια Ιδέα όχι μόνο εφοδιασμένη με πλήρη οντικότητα αλλά και ριζικά παραδειγματική για την οντότητα της κοσμικής αντικειμενικότητας [11] . Και κατά τη γνώμη μας αυτό συμπίπτει απόλυτα με την οντολογία του Πλάτωνα [12] .

Επιπλέον, η Stein υποστήριξε, με πολύ παρόμοιο τρόπο με τον Böhme, ότι το Πνεύμα υψώνεται πάνω από την ψυχική-σωματική (ή ακόμα και οργανική-ζωτική) διάσταση, αποτελώντας έτσι κάτι που στην πραγματικότητα ξεφεύγει από κάθε τοποθεσία, και καταλήγοντας έτσι στη διαμόρφωση αυτού του «Πνεύματος», ή θεία «Πνοή» («Hauch»), που εξ ορισμού «πάει όπου θέλει» [13] . Εν ολίγοις, για αυτήν είναι ένα Πνεύμα που είναι εντελώς ελεύθερο από τους χωρικούς περιορισμούς της υλικής σωματικότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι όλα αυτά, παρά τον έντονο ρεαλισμό - στον οποίο έφτασε η Στάιν στην ώριμη φάση της σκέψης της ξεκινώντας από τα έργα Der Aufbau der menschlichen Person (AMP) και Potenz und Akt (PA) −, παρέμεινε πάντα σε ισχυρή σχέση με έναν αυστηρά φιλοσοφικό και σύγχρονο Πνευματισμό (που ήταν και αυτός του Husserl) και ο οποίος ήταν ουσιαστικά διανοητικός-επιστημολογικός, ορθολογιστικός και καθόλου μεταφυσικός.
Η φιλόσοφος σίγουρα τον ενσωμάτωσε –ιδίως ξεκινώντας από το δεύτερο μέρος του «Endliches und ewiges Sein» (EES)– με στοιχεία που προέρχονται πάνω από όλα από την Αυγουστινιακή αλλά και την Παυλική μεταφυσική.

Και ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζει η κατανόησή της για το πνευματικό σώμα ως «Πνεύμα πνευματικόν», δηλαδή ουσιαστικά Πνεύμα ή θεία «πνοή» («Hauch») (βλ. σημ. 60).
Ωστόσο, ποτέ δεν εγκατέλειψε τελείως τη ρύθμιση που προήλθε από έναν Πνευματισμό μέσα στον οποίο (ξεκινώντας από το Maine de Biran τον 19ο αιώνα) [14] το Πνεύμα είχε ταυτιστεί στενά με τον θεϊκό και ανθρώπινο Λόγο.
Αυτό επομένως σηματοδοτεί μια πολύ σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του Πνευματισμού της και εκείνου του Böhme. Ο οποίος όπως είδαμε ήταν έντονα μεταφυσικός.

II-3 Μια περσοναλιστική οντολογία.

Σχετικά με αυτήν την πτυχή, δεν χρειάζεται καν να αναφέρουμε τα κειμενικά μέρη που υποστηρίζουν τον Steinian Personalism - με μόνη εξαίρεση την αντίληψή της για το "Essent" ("Seiende") ως ένα οντο-περσοναλιστικό στοιχείο που ενισχύει τον άνθρωπο στον Θεό μέσα στην έννοια τής «άνθρωπο-θεϊκότητας» [15] .

Εν ολίγοις, ο Προσωπισμός του Στάιν είναι ένα αδιαμφισβήτητο φιλοσοφικό γεγονός.

Ως εκ τούτου, θα αναφέρουμε μόνο τις θέσεις τών κειμένων του Koyré στις οποίες είναι ξεκάθαρες οι αποδείξεις του Προσωπισμού του Böhme [16] . Όπου αυτή η πτυχή συσχετίζεται στη συνέχεια μεταξύ των θεοσοφιστών με διάφορα θέματα - διερεύνηση της φύσης του Θεού, δημιουργία, γενιές, τριαδική φύση του όντος, κ.λπ.

Λοιπόν, από αυτή την άποψη θα πούμε μόνο πολύ σύντομα ότι γι' αυτόν το αποκορύφωμα της προσωπικής ουσίας βρίσκεται πρώτα και κύρια στον Ζωντανό και συνειδητοποιημένο Θεό, παρά στον άνθρωπο.

Ωστόσο, δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα από αυτό δεδομένου ότι αυτό το θέμα είναι πανταχού παρόν στη σκέψη του θεοσοφιστή και ως εκ τούτου δεν υπάρχει χώρος να ασχοληθούμε με αυτό σε αυτό το άρθρο.

Σε κάθε περίπτωση έχουμε ήδη δει ότι είχε ένα πολύ πρωτότυπο και όχι πολύ ορθόδοξο όραμα των θείων Προσώπων. Και αυτό σίγουρα διαφοροποιεί πολύ σημαντικά την προσωπιστική του οντολογία από τη Σταϊνική. Επιπλέον, πρέπει να επαναληφθεί ότι -σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίστηκε η Στάιν-
για αυτόν το Πρόσωπο είναι περισσότερο Θεός παρά άνθρωπος.

II.4 Μια δυναμική οντολογία (onto-dynamism).


Η οντολογία του Böhme ήταν ξεκάθαρα (και πολύ αρχικά) δυναμική, και ως εκ τούτου διαμόρφωσε έναν σαφή οντοδυναμισμό.
Αλλά ήταν σε σχέση με πτυχές πολύ διαφορετικές από αυτές της κλασικής Θωμιστικής-Αριστοτελικής οντο-μεταφυσικής, και επομένως με πολύ τολμηρό και εξτρεμιστικό τρόπο, με μεταφυσικούς όρους. Η οντολογία τής Στάιν ήταν αντίθετα δυναμική με μεταφυσικά πολύ δειλό και περιορισμένο τρόπο, ακριβώς επειδή μετά βίας βασιζόταν στο κλασικό Θωμιστικό-Αριστοτελικό δόγμα της δύναμης- ενέργειας (πράξης) [17] .

Ωστόσο, ο Böhme συνέλαβε τον οντο-δυναμισμό με βάση διάφορες πτυχές (μερικές από τις οποίες εμφανίζονται μεταξύ εκείνων στις οποίες μπορεί να αναγνωριστεί μια σαφής επίδραση της σκέψης του στη σύγχρονη φιλοσοφία, ειδικά στην Εγελιανή).

Η πρώτη όψη είναι η διαλεκτικο-πολική αντίληψή του για το «είναι», λόγω της οποίας το ίδιο το Είναι αποτελεί γι' αυτόν το πεδίο μιας αντιπαράθεσης μεταξύ αντιθέτων (ή ενάντιων), η οποία όμως είναι πάντα αμφίδρομη (δηλαδή είναι ένας αγώνας αλληλεγγύης, ο οποίος επομένως ολοκληρωτικά αποκλείει κάθε λογική αρχή της αντίφασης) και επιπλέον τείνει σταθερά προς την τελική σύνθεση [18] . Εν ολίγοις, για τον Böhme η πληρότητα του «είναι», δηλαδή η συνειδητοποίηση του καθαρού ιδανικού Είναι και του Πνεύματος, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της διαλεκτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των αντιθέτων. Και πρέπει να ειπωθεί ότι τελικά και ο Πλάτων τό σκέφτηκε αυτό όταν συνέλαβε το «ον» ως αποτελούμενο από πολικές δυάδες [19] .

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι (όπως έχουμε ήδη αναφέρει σχετικά με το αντικείμενο ως «πράξη») ο Böhme αντιλήφθηκε αυτά τα αντίθετα ουσιαστικά ως δρώσες δυνάμεις (κυρίως αστρικής προέλευσης, κατά το πρότυπο της αστρολογίας της εποχής του) - και αυτό μπορεί να θεωρηθεί η δεύτερη πτυχή της δυναμικής οντολογίας του.
Που όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της «ουσίας» και πάλι, αλλά και λεπταίνει πολύ την ίδια τη θεμελιώδη οντική (δηλαδή την αντικειμενική) διάσταση, με αποτέλεσμα να την ανάγει στο εξαιρετικά σπάνιο ιδανικό και πνευματικό Είναι. Που για άλλη μια φορά μας δείχνει την πραγματική προέλευση της οντολογίας του αλλά και το μεταφυσικά υψηλότερο επίπεδό της.

Και είναι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο που το δόγμα του για τη δημιουργία αναφέρεται σε ένα Θεό-Όν που είναι πρώτα και κύρια το Τίποτα, και επομένως παίρνει μια αποφασιστικά αποφατική μορφή. Επιπλέον, η ιδέα μας σύμφωνα με την οποία, πίσω από τον έμφυτο και υπερβατικό Θεό (και τα δύο Είναι), ο Böhme υπέθεσε μια «Αρχή» εξ ολοκλήρου παρόμοια με αυτή που αναγνωρίζει ο παγανιστικός νεοπλατωνικός προβληματισμός, δηλαδή το απροσδιόριστο Ένα, βρίσκεται ακριβώς σε σχέση με αυτό.

Η τρίτη πτυχή της δυναμικής οντολογίας του συνίσταται στην θέσπιση μιας οντο-γενετικής που για αυτόν πρέπει να θεωρείται θεμελιώδης για να εξηγήσει το «είναι» [20] . Προϋποθέτει ακριβώς αυτό που μόλις είπαμε, δηλαδή ένα ριζικά πρωτότυπο Θεό-Τίποτα από τον οποίο προέρχονται τα πάντα, και το οποίο επομένως σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε Ζωή, αφομοιώνοντας έτσι τη δική του φύση με αυτή των διαμορφούμενων δυνάμεων-βουλήσεων- ουσιωδών-αποσταγμάτων, μεταξύ των τέτοιων όπως ειδικά η φωτιά [21] . Αυτή είναι η «προ-οντολογία» για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει. Και έτσι ο Θεός θα παρουσιαστεί στη Φύση ως «μικρόβιο» και οργανική Ζωή. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός, κάποτε ντυμένος με τη Φύση, θα παρουσιαστεί ως το βαθύ γεννητικό κέντρο των πάντων.

Επομένως, στο πλαίσιο της οντοδυναμικής του Böhme, η οντολογία, ο Πνευματισμός και ο βιταλισμός συγχωνεύονται άρρηκτα.
Τώρα, πώς μπορούμε να κρίνουμε τον οοντοδυναμισμό τής Στάιν σε σύγκριση με όλα αυτά;

-καθώς βασίζεται αποκλειστικά στην αριστοτελική δυνάμει ενεργεία-ενεργεία- είναι σίγουρα μεταφυσικά πολύ σχετικός, καθώς μας δείχνει ότι «είμαστε» κάτι που στην πραγματικότητα ρέει συνεχώς. Και επιπλέον ανήκει και σε μια μεγάλη και ευγενή μεταφυσική παράδοση. Ωστόσο, ο ορίζοντας βλέμματος τής Στάιν πρέπει σίγουρα να ήταν πολύ πιο στενός από αυτόν του Μπέμε. Ο οποίος περιλαμβάνει, όπως είδαμε, πολύ διαφορετικές πτυχές.

Συγκεκριμένα, η Στάιν φαίνεται να στερείται της ικανότητας να διεισδύσει βαθιά στις συνέπειες του οντοδυναμισμού, δηλαδή να συναγάγει από αυτόν ένα οντολογικό όραμα άκρως αποφατικού τύπου. Ως εκ τούτου, έχασε ουσιαστικά τη δυνατότητα να εξέλθει με αυτόν τον τρόπο και από μια θεολογική πάνω-μεταφυσική που περιορίζεται αποκλειστικά στην έννοια του Θεού-Είναι, για να μπορέσει έτσι να ρέει σε ένα τεράστιο πεδίο σκέψης που έχουν δει την παρουσία του στοχαστές Χριστιανοί μεγάλης σημασίας, όπως ο Scotus Eriugena, ο Eckhart και ο Cusanus.

Επομένως, παρόλο που εμπλέκει πολύ άμεσα τον Θωμά (και επομένως τη χριστιανική θεολογία), το δόγμα δυνητικής πράξης τής Στάιν τελικά παραμένει σταθερό στο εντελώς νατουραλιστικό (αν όχι υλιστικό) του Αριστοτέλη. Το οποίο, δεν αποτελεί έκπληξη, διορθώθηκε και επεκτάθηκε από έναν πολύ κοντινό της στοχαστή, τον Przywara. που έδωσε ένα εντελώς διαφορετικό και πολύ πλουσιότερο νόημα στο απλό πέρασμα από το ιδανικό Είναι (δύναμη, ή δυνατό Είναι) στο πραγματικό Είναι (πράξη, ή πραγματοποιημένη Δυνατότητα). Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γερμανός στοχαστής έδωσε στη δυναμική της πράξης εξουσίας μια κάθετη και όχι απλώς μια οριζόντια διάσταση. Και επομένως τής έδωσε ένα βάθος ύπαρξης που δεν είχε ούτε στον Αριστοτέλη ούτε στήν Στάιν.

Λοιπόν, ακριβώς έτσι, δηλ. δισδιάστατη, ήταν η δυναμική οντολογία του Böhme τοποθετώντας τη θεϊκή Προέλευση (όχι έμφυτη αλλά υπερβατική, και επομένως τοποθετημένη στην αρχή του κατακόρυφου άξονα και όχι στον οριζόντιο) στη ρίζα κάθε κίνησης του «Να είσαι.

III – Σαφείς αποκλίσεις μεταξύ της οντολογίας του Böhme και τής Stein.

Θα συζητήσουμε εδώ τις πτυχές στις οποίες οι δύο οντολογίες αποκλίνουν χωρίς καμία δυνατότητα σχετικοποίησης. Θα πρέπει μόνο να δηλωθεί ότι παραδόξως τουλάχιστον τό μέρος αυτών των αποκλίσεων λειτουργεί περισσότερο υπέρ τής Stein παρά του Böhme.

III.1 – Μια υπερφιλοσοφική οντολογία.

Η οντολογία του Böhme φαίνεται προφανώς υπερφιλοσοφική καθώς είναι ουσιαστικά υπερ-αν όχι αντι-ορθολογική. Και έτσι ακριβώς φαίνεται στο Koyré [22] .
Κάτι που μας δείχνει ξεκάθαρα ότι ο θεόσοφος (και λόγω των ορίων της σκέψης του, που δεν τρέφεται από μια πραγματική φιλοσοφική κουλτούρα) χρησιμοποιούσε πάντα μόνο εικόνες και σύμβολα παρά έννοιες. Και επιπλέον, όπου παρόλα αυτά χρησιμοποιούσε έννοιες, τις μετέτρεπε πάντα σε εικόνες και σύμβολα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η σκέψη του ήταν πολύ πιο διαισθητική-οραματική παρά ορθολογικά εικαστική. Επιπλέον, για τον Koyré αυτό τονίζει μια ικανότητα για «φαντασία» που βρίσκεται σε ριζικό ανταγωνισμό με τις συνηθισμένες αισθήσεις, και ως εκ τούτου καθιστά κάποιον ικανό να συλλάβει πραγματικά τον «θείο κόσμο», ή τον πνευματικό εμποτισμό της εγκόσμιας ύπαρξης και επομένως και της ύλης καί τής σωματικότητας.

Ωστόσο, αυτό είναι στην πραγματικότητα αδύνατο στο επίπεδο της αυστηρά ορθολογιστικής σκέψης.

Επιπλέον, ακριβώς επειδή το γνώριζε αυτό, ο Böhme θεωρούσε την ελληνοειδωλολατρική σοφία ανώτερη από τη μωσαϊκό-εβραϊκή σοφία.

Ο Koyré επισημαίνει επίσης ότι χάρη σε αυτή την ικανότητα να σκέφτεται ο θεόσοφος μπόρεσε να διαισθανθεί την ουσία της Ζωής. Και αναφέρει τον Bergson ως εκείνον που δήλωσε ότι για να γίνει αυτό ήταν απαραίτητο να υπάρχει μια σκέψη που ήξερε πώς να προχωρήσει μέσα από εικόνες και σύμβολα. Που στη συνέχεια για τον μελετητή αφαιρεί ρητά τη σκέψη από το πεδίο της λογικής.

Και είναι επομένως ακριβώς όλα αυτά που του έχουν δώσει μια απολύτως εξαιρετική διανοητική διείσδυση τόσο του Είναι όσο και του Θεού. ), έδειξε τη μέγιστη δύναμη της υπερ-ορθολογικής σκέψης του. καθώς φαίνεται ικανό να αγκαλιάσει εκ διαμέτρου αντίθετες πτυχές με μια μόνο ματιά. Αντίθετες πτυχές τις οποίες ο λεγόμενος «Λόγος Λόγου» αναπόφευκτα μόνο καταφέρνει να συλλάβει ως αυστηρά ξεχωριστές. Και επομένως κυριαρχείται πλήρως από τη λογική αρχή της αντίφασης. Που στη συνέχεια καθιστά τον στοχαστή εντελώς ανίκανο να συλλάβει το «είναι» ως μια αληθινή μεταφυσική Ολότητα. Το μόνο που του απομένει είναι να το συλλάβει ως μια γεγονότατη Ολότητα - αυτό ακριβώς που έγινε από τον Nicolai Hartmann.

Ο ίδιος ο Koyré θεωρεί αυτόν τον λογικό Λόγο ως το πεδίο αυτής της ανθρώπινης σκέψης που έχει πολύ συγκεκριμένα όρια (και με μια ρητά ελαττωματική έννοια). Επομένως πιστεύει ότι η μεταφυσική του Böhme είναι πράγματι μια εξήγηση του Σύμπαντος (όπως είναι η συνηθισμένη μεταφυσική), αλλά στο μεταξύ είναι εντελώς άπιαστη ορθολογικά. Ωστόσο, ο θεόσοφος το συνέλαβε, το κράτησε μέσα του και του επέτρεψε επίσης να ανθίσει και να καρποφορήσει. Πράγμα που μπορεί να έχει συμβεί μόνο χάρη στον θεϊκό-πνευματικό φωτισμό από τον οποίο ωφελήθηκε.

Λοιπόν, κατά τη γνώμη μας, αυτή η δύναμη της σκέψης είναι η καλύτερη δικαιολογία για την απόλυτη παραδειγματική φύση της οντολογίας του. Ο Koyré μιλά σχετικά για έναν «διαισθητικό λόγο».

Επιπλέον, ο μελετητής δεν διστάζει να τον ορίσει ως αληθινή «μεταφυσική ιδιοφυΐα», αν και δεν παραλείπει να αποδοκιμάζει συνεχώς την αφάνεια, τη σύγχυση και την αντιφατική φύση της σκέψης του.

Αλλά ακριβώς από αυτή την άποψη κάνει μια εξαιρετικά σημαντική παρατήρηση –
η σκέψη του Böhme δεν ήταν ποτέ αληθινό δόγμα (ή ακόμα και φιλοσοφικό σύστημα), αλλά αντιθέτως ήταν πρωτίστως μια «κοσμοθεωρία». Και αυτό επαναφέρει την προσοχή μας στην ερμηνεία του Karl Jaspers για τη φιλοσοφία του Είναι, προτείνοντας ωστόσο μια ευρύτερη και βαθύτερη έννοια του όρου "Weltanschauung" ως μια μορφή φιλοσοφικού οράματος του Είναι ως "κόσμος".

Επομένως (ακόμα και πέρα ​​από τις προθέσεις του Jaspers) αυτός ο όρος πρέπει να υποδηλώνει πολύ περισσότερα από τον απλό υποκειμενισμό, αλλά πολύ περισσότερο την ικανότητα του στοχαστή να διαισθάνεται βαθιά την αντικειμενική αίσθηση του «είναι» και επίσης να συλλαμβάνει το Όλον μέ μόνη την διαισθητική ματιά.

Τώρα δεν μπορεί να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το γεγονός ότι η Στάιν δεν είχε έστω και εξ αποστάσεως παρόμοια προσέγγιση στο «Είναι». Έχουμε ήδη εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό το γιατί.

Και επιπλέον η σκέψη της έγινε υπερφιλοσοφική και (τουλάχιστον εν μέρει) επίσης υπερορθολογική μόνο στην τελευταία της φάση, δηλαδή τη μυστικιστική και μοναστική [23] .
Αλλά σε αυτή τη φάση δεν αφορούσε πλέον το «Είναι», αλλά αντιθέτως σχεδόν αποκλειστικά τη «γνώση του Θεού» [24] , και αυτό είναι, ακριβέστερα, η άνοδος προς τον Θεό.

Ωστόσο - αν και εδώ μιλάμε για αυτό που διαφοροποιεί τους δύο στοχαστές μάλλον ξεκάθαρα - υπάρχει μια πτυχή που μας επιτρέπει ακόμα να τους προσεγγίσουμε. Για την ακρίβεια, αυτά είναι τα πιο ακραία συμπεράσματα του Böhme σχετικά με τη φύση του «είναι», και αυτό είναι η παρατήρηση ότι είναι τελικά ένα «μυστήριο», ή μάλλον ένα «Mysterium Magnum», επομένως το κατεξοχήν μυστήριο [25] .
Από αυτή την άποψη, ο θεόσοφος υποστήριξε επίσης την ταύτισή του μεταξύ του αρχικού Θεού και του Τίποτα, καθώς και την απόκλισή του από το Είναι, το οποίο όμως είναι και η πληρότητα του Είναι. Στην πραγματικότητα, γι 'αυτόν είναι απολύτως αδύνατο να πει τι είναι το θείο Τίποτα (είναι ένα μυστήριο), δεδομένου ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτα έξω από αυτό (και επομένως δεν υπάρχει τίποτα που να επιτρέπει να οριστεί ως διαφορετικό από τον εαυτό του). Που κατά τη γνώμη μας αντιπροσωπεύει μια από τις ισχυρότερες επιβεβαιώσεις αυτού του «επειδή κάτι και όχι τίποτα» για το οποίο μίλησαν επίσης οι Leibniz και Heidegger [26] . Συγκεκριμένα, ο Koyré αναφέρει τα εξής σχετικά: − «Τώρα, αν όλα γύρω μας είναι μυστηριώδη, αν το Μυστήριο αποτελεί την ουσία και τη βάση του κόσμου, της ζωής, του εαυτού μας και ακόμη και της λογικής μας, ίσως δεν είναι απαραίτητο. να τοποθετήσετε το Mysterium στο κέντρο του συστήματος. και, αντί να προσπαθήσετε να την εξαλείψετε, να την κάνετε την κατ’ εξοχήν αιτιολογική αρχή;». Πράγμα που υποδηλώνει στη συνέχεια ένα φιλοσοφικό-μεταφυσικό πρόγραμμα το οποίο η Stein σίγουρα προσέγγισε εν μέρει. Γεγονός όμως είναι ότι δεν είχε το θάρρος να το ακολουθήσει μέχρι τέλους όπως έκανε ο Böhme.

Επιπλέον, αυτό προσεγγίζει πολύ την οντολογία του θεοσοφιστή με αυτή του Berdjaev και τελικά επίσης του Jaspers [27] . Αλλά περιέργως το προσεγγίζει και με αυτή τής Στάιν, και επιπλέον πολύ πριν από τη μυστικιστική φάση της σκέψης της. Στην πραγματικότητα, αντιτιθέμενη κριτικά στην οντολογία του Χάιντεγκερ, όρισε το Είναι ως Μυστήριο «magis ignotum quam notum» και εξέφρασε τη λύπη της (σε συνεννόηση με τον Conrad-Martius) για το γεγονός ότι ο στοχαστής είχε πράγματι σπάσει μια πόρτα και αργότερα την έκλεισε βιαστικά. [28] . Με αυτό εννοούσε ότι η λεγόμενη επαναστατική φύση της οντολογίας του Χάιντεγκερ ήταν περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική. και αυτό ακριβώς γιατί αρνιόταν να είναι μεταφυσική όπως ισχυριζόταν ότι ήταν αθεϊστική.

Κατά τη γνώμη μας (όπως έχουμε υποστηρίξει σε πολλά από τα κριτικά μας γραπτά) αυτό σημαίνει ότι η Στάιν σκέφτηκε πολύ πιο βαθιά και αντισυμβατικά από ό,τι έγραψε. Και επομένως ήταν πολύ λιγότερο αυστηρά φιλοσοφική από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά - όπως αποδεικνύεται από την κριτική της στην χουσερλιανή έννοια της «φιλοσοφίας ως αυστηρής επιστήμης» [29] . Κάτι που επομένως καθιστά εντελώς απίθανο να ενδιαφερόταν επίσης για στοχαστές όπως ο Böhme, άρα και για τη θεοσοφία.

Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπόρεσε να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι μέχρι το τέλος.

III.2 Ανθρωπολογική οντολογία και θεοκεντρική οντολογία. Προσωπισμός(περσοναλισμός}.


Είπαμε (στο προαναφερθέν δοκίμιό μας για τη σύγχρονη οντολογία) ότι η οντολογία του Böhme είναι πολύτιμη ανθρωπολογικά όπως και του Berdjaev. Ωστόσο, ο Koyré δεν παρέλειψε να μας επισημάνει ότι ο θεόσοφος δεν μπόρεσε τελικά να βρει τη σωστή ισορροπία μεταξύ ανθρωποκεντρισμού και θεοκεντρισμού [30] . Επιπλέον, δεν είναι απίθανο να εμπνεύστηκε από τήν Στάιν σε αυτό το σχόλιο, δεδομένου ότι γνώριζε πολύ καλά τα γραπτά της. Μάλιστα, σε ένα από τα πιο διάσημα κείμενά της -το άρθρο στο οποίο δικαολογούσε και συγχρόνως σχετικοποιούσε τόν πιθανό συμβιβασμό μεταξύ Husserl και Thomas [31] - υποστήριξε (σε βάρος του Husserl) ότι ο φιλοσοφικός-μεταφυσικός θεοκεντρισμός είναι ο ορισμός της υπεροχής έναντι του ανθρωποκεντρισμού.

Τώρα παραμένουμε πεπεισμένοι ότι ο ανθρωποκεντρισμός έχει τεράστια αξία στην οντολογία. Αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο θεοκεντρισμός έχει σίγουρα το αξιοσημείωτο πλεονέκτημα να υποστηρίζει μια πραγματικά και ολοκληρωτικά θρησκευτική πάνω-μεταφυσική πολύ πιο συνεκτική.

Και επομένως, τουλάχιστον υπό αυτή την έννοια, η απόκλιση μεταξύ των δύο οντολογιών σηματοδοτεί σίγουρα ένα σημείο υπέρ της σκέψης τής Στάιν.

Μεταξύ άλλων, η πτυχή που μόλις συζητήθηκε παίζει ρόλο σε μια από τις σημαντικότερες συγκλίσεις μεταξύ των δύο στοχαστών, δηλαδή στον κοινό Προσωπισμό.
Στην πραγματικότητα, ο Koyré έκανε την κριτική του παρατήρηση αφού υπολόγισε την ισχυρή βοημική ιδέα της Persona ως μία από τις πτυχές του οράματός του που προσφέρονται καλύτερα για τη διαμόρφωση ενός φιλοσοφικού συστήματος μέσα του. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν -λόγω του γεγονότος ότι έχει υποστηρίξει σθεναρά τον θεοκεντρισμό ενάντια στον ανθρωποκεντρισμό- η Stein σημειώνει ένα βαθμό υπέρ της και στο να ιδρύσει το ανθρώπινο Πρόσωπο πολύ καλύτερα (και πιο αποφασιστικά) στο θείο Πρόσωπο.

Συμπεράσματα.

Συνοψίζοντας, η βοημική έννοια που πρέπει επιτέλους να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση είναι αυτή που αντιπροσωπεύεται από την εξίσωση του Θεού με τη Ζωή και ειδικότερα με τη λεγόμενη «οργανική ζωή». Που ενσωματώνει την αποκλειστική «πνευματική ζωή» Του που διαφορετικά από μόνη της θα έμενε μοιραία ημιτελής.
Είδαμε ότι η Στάιν σκέφτεται διαφορετικά, αφού αποδίδει μόνο πνευματική ζωή στον Θεό. Ωστόσο, όπως και ο Böhme, αντιλήφθηκε και αυτή την υποχρεωτική ανάγκη για τον Θεό (και μαζί Του ολόκληρο το ιδανικό Είναι) να ενσαρκωθεί στον κόσμο, στο σώμα και στην ύλη. Αυτό λοιπόν κάνει την οντολογία τής Στάιν να τείνει να συγκλίνει πολύ γενικά με αυτή του θεοσοφιστή - αν και αυτό συμβαίνει σε πολύ διαφορετικές φιλοσοφικές-μεταφυσικές βάσεις μεταξύ των δύο στοχαστών.

Κατά τη γνώμη μας, επομένως, ολόκληρη η σύγκριση μεταξύ Stein και Böhme θα πρέπει να μετρηθεί με βάση αυτά τα στοιχεία. Πράγμα που αναδεικνύει μια σύγκλιση που είναι μόνο τείνουσα, αλλά στο μεταξύ είναι εξαιρετικά ενδεικτική.

Αφού αποσαφηνιστεί αυτή η κεντρική πτυχή, τότε φαίνεται ξεκάθαρα ότι, από όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα, φαίνεται πρώτα απ' όλα ότι η σύγκριση μεταξύ της οντολογίας του Böhme και εκείνης τής Stein έχει νόημα πάνω απ' όλα επειδή μας δείχνει ποια ήταν η μεταφυσική βάση. αντικειμενική και απρόσωπη (σίγουρα και μη συγκεκριμένα ιστορικο-φιλοσοφικά) πάνω στην οποία κινήθηκε η φιλόσοφος. Κάτι που καθιστά εντελώς περιττό να αναρωτηθούμε εάν γνωρίζει σκόπιμα αυτό το θεμέλιο ή όχι.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της σχεδόν ολοκληρωτικής σύγκλισης στην απόκλιση, εξακολουθούν να υπάρχουν πτυχές της Σταϊνικής σκέψης που μοιάζουν με τη Βοημική με έναν πραγματικά εκπληκτικό τρόπο. Μιλάμε πάνω από όλα για τις ακόλουθες πτυχές: − 1) το δόγμα του Κοσμικού Ανθρώπου. 2) το δόγμα του πνευματικού σώματος ως υδατικού αερίου και επομένως παρόμοιο με το κρυσταλλικό νερό. 3) το δόγμα της θείας Σοφίας ως θεϊκής Θηλυκής, δηλαδή ως θεϊκής Γυναίκας που αντιστοιχεί στην Παναγία. 4) στοχασμός για τις ουσίες των πραγμάτων όπως αντιστοιχούν στα ονόματά τους (η «ονομασία» της Γένεσης).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε συχνά αναγκαστεί να υποθέσουμε ότι η φιλόσοφος μερικές φορές ανέφερε τις πηγές της ενώ οικειοθελώς παρέλειψε κάποιες.

Κάτι που στη συνέχεια μας οδήγησε επίσης να υποθέσουμε ότι - πέρα ​​από την εξαιρετικά δυνατή της  πίστη στην χουσερλιανή φαινομενολογία και τη θωμιστική-αριστοτελική οντο-μεταφυσική -
η Στάιν πρέπει να είχε ένα βασικό όραμα (που δεν αποκαλύφθηκε καθόλου από αυτήν) που πλησιάζει την Ιερή Επιστήμη πρωτότυπη και αρχέγονη ( όπως ο ίδιος ο Böhme) πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς.

Που βρίσκει στη συνέχεια έναν εντυπωσιακό συσχετισμό στην πολύ πιθανή αναφορά και του θεοσοφιστή σε αυτήν την υπεράνθρωπη σφαίρα γνώσης, ειδικά όπου αντιλαμβάνεται τον αρχικό Θεό ως ένα ξεκάθαρα «υπερουσιώδες» Τίποτα.

Σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία της σκέψης του Böhme που μας παρείχε ο Koyré αποδείχθηκε βασικός παράγοντας για να υποθέσουμε αυτή την προσκόλληση (με τη μεσολάβηση του μελετητή). Αφού, όπως είπαμε, ήταν συνεχώς πολύ κοντά στήν Στάιν.

Ωστόσο, από τη στιγμή που όλα αυτά έχουν διευκρινιστεί, από τη συνολική συγκριτική εξέταση που κάναμε είναι ξεκάθαρο ότι οι συνεχείς διαφορές (αν και ακόμα στην ομοιότητα) που υπάρχουν μεταξύ των δύο οντολογιών υπογραμμίζουν μια ορισμένη «ανεπάρκεια» (αν και μόνο σχετική και μεταφορική). της Steinian οντολογίας σε σύγκριση με αυτή του Böhme. Έχουμε επίσης υποστηρίξει το ίδιο πράγμα όταν συγκρίναμε τη σκέψη τής Στάιν με άλλους στοχαστές της εποχής της [32] . Και αυτό αφορά ιδιαίτερα την οντολογία. Κατά τη γνώμη μας, στην πραγματικότητα, ακόμη και η μεγάλη, λαμπρή και πρωτότυπη γερμανοεβραία φιλόσοφος πλήρωσε το τίμημα για μια πολύ ευγενή πίστη που ήταν απολύτως άκαμπτη. Τη συνέδεσε άρρηκτα πρώτα με τον Husserl και μετά με τον Thomas. Κάτι που λυτρώθηκε μόνο στην τελευταία μυστικιστική φάση της σκέψης της.
Στην οποία όμως δυστυχώς (όπως είπαμε) δεν ασχολήθηκε πια με την οντολογία, αλλά αντίθετα μόνο με τον μυστικιστικό ασκητισμό προς τον Θεό και επομένως στην πραγματικότητα ασχολήθηκε κυρίως με τη θεωρία της γνώσης.

Επομένως, για άλλη μια φορά, η παρατήρηση της τάσης ανεπάρκειας της οντολογίας τής Στάιν δεν υποτιμά καθόλου το μεγαλείο της ως στοχαστή, αλλά αν κάτι κάνει τήν εξυψώνει.
Και αυτό οφείλεται κυρίως στην τάση της προς μια ηθική σκέψη (που επικεντρώνεται στην απόλυτη πίστη στους δασκάλους) που πραγματικά δεν έχει όμοιο μεταξύ των σύγχρονων φιλοσόφων. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι πλήρωσε πολύ υψηλό τίμημα για αυτήν την πίστη. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο έπεσε στη λήθη για πολλά χρόνια στην ιστορία της φιλοσοφίας. Και ακόμη και σήμερα αναφέρεται περιφρονητικά από τους κοσμικούς φιλοσόφους ως «η μοναχή». Κάτι που στη συνέχεια ισοδυναμεί με μια απερίγραπτη καταδίκη κάθε είδους θρησκευτικού φιλοσόφου, συμπεριλαμβανομένων και των μη χριστιανών.

Λοιπόν, για εμάς, η σύγκριση της οντολογίας της με αυτή του Böhme πρέπει πάνω απ' όλα να κάνει τον αναγνώστη και τον μελετητή να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο της ως φιλοσόφου. Το αν γνώριζε πραγματικά ή όχι τα κείμενα του θεοσοφιστή είναι ένα ερώτημα που αναπόφευκτα προορίζεται να παραμείνει ανοιχτό.

Συμπερασματικά - και λαμβάνοντας επίσης υπόψη όλες τις πιθανές σχετικοποιήσεις αυτής της θέσης μας, με βάση όλα όσα έχουμε επισημάνει - θα θέλαμε να πούμε ότι σχεδόν πάντα η σύγκριση μεταξύ «αρχαίων» στοχαστών (με απόλυτη ή και σχετική έννοια) και «μοντέρνων» αναδεικνύει πώς οι πρώτοι είναι σαφώς ανώτεροι από τους δεύτερους. Και αυτό ακόμη και ανεξάρτητα από τη μεγάλη αντικειμενική αξία που έχουν ορισμένοι σύγχρονοι στοχαστές, όπως στην πραγματικότητα συμβαίνει με την Edith Stein.
Το οποίο στη συνέχεια υποστηρίζει πλήρως τη θέση της προοδευτικής παρακμής της ανθρώπινης γνώσης που υποστηρίζεται από παραδοσιακούς μελετητές, συμπεριλαμβανομένου ειδικότερα του Guénon και επίσης του Ρώσου κοινωνιολόγου Sorokin [33] . Όπου τα στοιχεία αυτής της παρακμής σε σύγκριση με την αρχική τελειότητα είναι ένας άλλος τρόπος να τεθεί η αρχέγονη και υπεράνθρωπη Ιερή Επιστήμη στο προσκήνιο ως το υπέρτατο παράδειγμα γνώσης. Πιο συγκεκριμένα, όμως, αυτό το δόγμα μεταφράζεται σε σαφή καταδίκη της Νεωτερικότητας (ως τόπου αναπόφευκτου εκφυλισμού) αλλά και της ιδεολογίας της Προόδου.

Επομένως, το πρόβλημα είναι ότι, ξεκινώντας από τον Καρτέσιο και μετά (και ίσως ξεκινώντας επίσης από τους μετα-αναγεννησιακούς φιλοσόφους της φύσης) - ακολουθούμενος από τον Καντ με ακόμη πιο καταστροφικό τρόπο - ξεκίνησε μια προοδευτική και μοιραία μετατόπιση στην ποιότητα της σκέψης που λίγο σταδιακά οδήγησε σε ακραίες αρνητικές εξελίξεις. Αυτό αποδεικνύεται από την έρημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η πιο σύγχρονη φιλοσοφία ή για την ακρίβεια η μεταμοντέρνα [34] .

Όλα αυτά λοιπόν αφήνουν για άλλη μια φορά την αληθινά γιγάντια παρουσία του Πλάτωνα να διαφαίνεται πίσω από ολόκληρη την παλαιότερη σκέψη (παρακάμπτοντας έτσι ακόμη και την ίδια τη σχολαστική πάνω-μεταφυσική). Ο οποίος, όπως είπε καλά ο Friedländer και επίσης ο ίδιος ο χριστιανός στοχαστής Γκουαρντίνι [35] , παραμένει ακόμα σήμερα αυτός που προσωποποίησε τη Φιλοσοφία ολοκληρωτικά, τέλεια και μια για πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι μπορέσαμε να δούμε ότι όλες οι πιο πολύτιμες γνώσεις του Böhme (ακόμα και μερικές από τον Stein) ανάγονται πάντα άμεσα ή έμμεσα στον απολύτως αξεπέραστο Αθηναίο στοχαστή.

 ΤΕΛΟΣ

(*) Διδακτορικό στη Φιλοσοφία στο FLUL στη Λισαβόνα

 Τώρα παραμένουμε πεπεισμένοι ότι ο ανθρωποκεντρισμός έχει τεράστια αξία στην οντολογία.

Σημειώσεις