«Τι έχουμε αυτή τη φορά; Πώς και με θυμηθήκατε;».
– Καλησπέρα, είμαι ο Στέλιος Ράμφος– Καλησπέρα. Είμαι το ChatGPT
Η βραχνή φωνή του Στέλιου Ράμφου από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής δεν έμοιαζε ποτέ κουρασμένη. Ο τόνος του, πάντα φιλικός και φιλοπερίεργος. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ήταν το σταθερό του τηλέφωνο στο σπίτι του στην Πεντέλη. Δεν είχε κινητό. Ρωτούσε για την εφημερίδα, ενδιαφερόταν για τα θέματα, ήθελε να ξέρει αν κάτι που έγραψε προκάλεσε κάποια αντίδραση. Μετά ερχόταν το ερώτημα· συνήθως ζητούσαμε την άποψή του για κάποιο θέμα της επικαιρότητας που θα αποτυπωνόταν σε ένα κυριακάτικο άρθρο ή θέλαμε τη συμμετοχή του σε αφιερώματα που κάνει κατά καιρούς η «Κ», διατυπώνοντας ένα ερώτημα με πολλούς αποδέκτες. Η απάντησή του μπορεί να ήταν δύο φράσεις ή 1.500 λέξεις.Η σχέση του με την «Καθημερινή» είναι πολύ παλιά· ξεκινάει στις αρχές του ’80. Δεν είχε ούτε υπολογιστή. Τα κείμενά του παρέμειναν μέχρι το τέλος γραμμένα στο χέρι. Το τελευταίο χειρόγραφο που λάβαμε ήταν στις αρχές Ιουνίου για το αφιέρωμα που έκανε η εφημερίδα με αφορμή τη συμπλήρωση 250 ετών της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.
Σταχυολογήσαμε από το αρχείο της «Κ» αποσπάσματα από τα άρθρα και τις παρεμβάσεις του.
Για την Ελλάδα
«Ποια είναι η Ελλάδα;», είχε ρωτήσει η «Κ» πάνω από 20 προσωπικότητες με αφορμή την 25η Μαρτίου του 2023, λίγες ημέρες μετά το εθνικό σοκ των Τεμπών. «Η Ελλάδα είναι ένας που φωνάζει “ξέρεις ποιος είμαι εγώ;” για να σε τρομάξει, ενώ κατά βάθος θέλει να του πεις τι είναι», είχε απαντήσει.
Για την παιδεία
Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας θα στεριώσει όταν συνδυασθεί με εκσυγχρονισμό των νοοτροπιών. Και εδώ το βάρος της προσπάθειας καλείται να σηκώσει η παιδεία. Δεν είναι απλό πράγμα να υπερκερασθούν δυνάμεις αδράνειας ομαδισμού αιώνων. Εκσυγχρονισμός χωρίς ουσιαστική παιδεία διαμορφώνει αρπακτικές ψυχές, μεταβάλλει και το πιο θετικό γεγονός σε παράγοντα αρνητικότητος. (…) Κακή παιδεία σημαίνει υποθήκευση του μέλλοντος. Μια χώρα απαιδεύτων και ανειδικεύτων δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του χρόνου. («Παιδεία δημιουργική και σύγχρονη», 20/2/2000)
Εκείνο που πέτυχε η «γενιά του Πολυτεχνείου» ήταν να μεταβάλει την πολιτική από διαχείριση κοινών προβλημάτων σε κοινωνική σύγκρουση, με στόχο την «ηθική» της δικαίωση απέναντι στην «ανηθικότητα» των αντιπάλων.
Σε έναν πολιτισμό επαναλήψεως και παθητικότητας το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται στην απομνημόνευση, ενώ ελλείψει ανανοήσεως προκαλείται υπερτροφία του αισθήματος με νοσηρά συνήθως επακόλουθα. Δεν ενδιαφέρει η αυτογνωσία και η ενδοσκόπηση, όμως χωρίς αυτές ο άνθρωπος δεν ξέρει τι κάνει και όταν δεν ξέρει τι κάνει, ασφάλεια του προσφέρει μόνο η μίμηση. Ετσι εξηγείται γιατί ο ελληνικός λαός έχει τόσο μεγάλη ανασφάλεια και είναι τόσο πολύ μιμητικός. («Παιδεία ακυβέρνητη, μεταρρύθμιση άκαρπη», 1/10/2000).
Για την πολιτική
Ελλείψει οραματισμού ο σημερινός πολιτικός δεν παρασύρει, αλλά καθησυχάζει. Αντί να διακινδυνεύει και να συγκρούεται για μεγάλες επιλογές, διαχειρίζεται απλώς καταστάσεις. Το όραμα οφείλει τη δυναμική του στον μύθο. Πρόταση χωρίς μύθο είναι σκοπός χωρίς νόημα. Καθώς όμως η μυθική σκέψη αγνοεί την εξέλιξη, τη διαφορά, την ολότητα, τη μερικότητα κ.τ.ό., ο μυθοποιός της εποχής μας οφείλει να συνθέτει το υπέρλογο με το λογικό, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στα αιτήματα του σημερινού ανθρώπου. Εκτός τους μένει σχήμα χωρίς περιεχόμενο. Ο μύθος ενεργοποιείται μονίμως στις αξίες της πραγματικότητος, οπότε χρησιμοποιεί ό,τι τονώνει ή τραυματίζει το ατομικό και το ομαδικό φιλότιμο, την αξιοπρέπεια του ενός ή του συνόλου. Χωρίς αντίκρυσμα στο ιστορικό παρόν, όλες οι επιστροφές στη ρίζα είναι άσφαιρα βλήματα. («Συμβουλή σε παλαιά και νέα κόμματα», 31/12/2000).
Για την Εκκλησία
Τον εικοστό πρώτον αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα υποστεί τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία της. Θα υποχρεωθεί να δεχθεί την ισότιμη επικοινωνία όλων με όλους· να αναγνωρίσει το στοιχείο της αιωνιότητος και της σωτηρίας στον χρόνο της ιστορικής πράξεως και του μέλλοντος που διαρκώς ανοίγει· να απευθυνθεί σε έναν άνθρωπο ο οποίος θα αισθάνεται ελεύθερος και όχι αμαρτωλός, έναν άνθρωπο ο οποίος βεβαιώνεται στα έργα του, σέβεται το σώμα του και αναζητεί σ’ αυτόν τον κόσμο ευτυχία. Αιωνιότης δεν είναι γι’ αυτόν κάποιο αρρυτίδωτο παρόν, αλλά η ολότης του υπάρχειν, μια πανοραμική και επομένως υπερχρονική θέα των πάντων. Για να ανταποκριθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στα νέα τούτα δεδομένα θα πρέπει να γίνει περισσότερο ανθρωποκεντρική, να απομακρυνθεί από τον εθνοκεντρισμό των δύο τελευταίων αιώνων και τον αυτοκρατορικό οικουμενισμό των άνισων μεταξύ τους λαών («Η Εκκλησία και ο εκσυγχρονισμός της», 6/2/2000).
Με αφορμή τη δολοφονία Γρηγορόπουλου
Η είδησι ότι αστυνομικός σκότωσε στα Εξάρχεια ένα γυμνασιόπαιδο λειτούργησε σαν θρυαλλίδα στις ψυχές των μαθητών, ξυπνώντας πολύ σκοτεινά ένστικτα για να βγουν σαν προτάσεις. Τα σημερινά παιδιά πιέζονται ασφυκτικά για επιδόσεις χωρίς αντίκρυσμα, το δε μέλλον τους κρίνεται από μια πολιτεία στα μάτια τους ανυπόληπτη, καθώς η ανικανότητα επιβραβεύεται θρασύτατα και η ατιμωρησία βασιλεύει, την αξία αποφασίζουν οι προσωπικές σχέσεις, η δε ζωή αδειάζει από νόημα και κρύβει το κενό πίσω από αστραφτερές βιτρίνες. (…) Μας κατέχει ένα αίσθημα υπερβατικού, με περιεχόμενο τον εαυτό του, αίσθημα το οποίο εσωτερικεύουμε σαν μελαγχολικό καημό, μας ωθεί δε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον καθολικό λόγο του φυσικού κόσμου και του κρατικού θεσμού, για να μας συσπειρώσει στους δεσμούς τόπου (πατρίδα), αίματος (οικογένεια) και κοινής μοίρας (θρησκεία). Αφ’ ης στιγμής όμως με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό η ανάπτυξι της ατομικότητας έκανε χωρητικότερη τη συνείδησι και ικανή να έχη περιεχόμενο τη δική της θετικότητα ή το δικό της κενό, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ένα μεταχρονολογημένο ιθαγενή μηδενισμό. Αυτό αξίζει να το κρατήσωμε. («Το μηδέν σαν μακρόβιος επιθανάτιος ρόγχος», 14/12/2008).
Για τα Τέμπη
Στα πρόσωπα της Αντιγόνης και των συγγενών όλα δείχνουν αγάπη. Για τον Κρέοντα και τη μεταχρονολογημένη δημοκρατική του εκδοχή τα πάντα στρέφονται γύρω από τον υψηλό εαυτό τους. Κι εκείνοι αγαπούν, αλλά η αγάπη τους υπηρετεί τόσο τη σπουδαιότητα του θεσμικού τους προσωπείου, ώστε η δύναμή τους να γίνεται αδυναμία. Πλέον ό,τι κάνουν είναι από φόβο για τους ίδιους και όχι για το συλλογικό καλό. Αναζητώντας ωστόσο γύρω τους συνωμοσίες, υποβιβάζονται από κυρίαρχοι σε ιδιώτες και εκτίθενται στον θανατηφόρο ιό της κυβερνητικής αναισθησίας («Κρέων ή Αντιγόνη;», 17/3/2025).
Για τη Μεταπολίτευση
Δεν έχουμε επιμείνει αρκετά στο «Μετά-» της Μεταπολιτεύσεως, για να αξιολογήσουμε και να διδαχθούμε από το φαινόμενο. Το «Μετά-» τούτο περιλαμβάνει κόσμο ο οποίος περίμενε να βρει στην πολιτική όραμα ζωής και ανώτερη ταυτότητα, κάτι που έδινε στις προηγούμενες γενιές, και όχι μόνο (αν κρίνω από το φίλαθλο πάθος στους αγώνες των εθνικών μας ομάδων), το τρίπτυχο «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια». Αντίθετα, εκείνο που επεδίωξε και πέτυχε η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» ήταν να μεταβάλει την πολιτική από διαχείριση κοινών προβλημάτων σε κοινωνική σύγκρουση, με στόχο την «ηθική» της δικαίωση απέναντι στην «ανηθικότητα» των αντιπάλων («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).
Μια πολιτική η οποία εξαγγέλλει μόνο βήματα «εμπρός» απλώς τρέχει στον γκρεμό. Η αδιαφορία για τη συνέχεια πλάθει ρηχές συνειδήσεις με σπασμωδικότητα ή αοριστία στόχων. Το «μπροστά» χωρίς πριν και μετά διασκορπίζει την αυτοπεποίθηση. Σκοπός είναι ο χρόνος να κυλάει μέσα μας σαν ζωτική διάρκεια, οπότε οι ψυχές αποδεσμεύονται από το στιγμιαίο «τώρα» και το παρόν τρέπεται σε πεδίο δημιουργικών επιλογών. Λογότυπος της αυθεντικής δημοκρατίας είναι η σύνθεση των διαφορετικών σε ανώτερο επίπεδο («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).
Για την τεχνητή νοημοσύνη
Η μηχανή μπορεί να πει: «Είμαι όλη και όλα»· δεν μπορεί να πει: «Είμαι εσύ». Διεκδικεί κυριαρχία επί παντός, χωρίς όμως να διαθέτει αυτοσυνείδηση. Μέτρο της έχει το απειροδύναμο και όχι το ισόρροπο με επίγνωση ορίων, ενώ η λειτουργία της κινείται προς μία κατεύθυνση, καθώς δεν συναιρεί αντίρροπες δυνάμεις, όπως κάθε πραγματικά ζωντανή ολότητα («Το πέρας και το άπειρο της νοημοσύνης», 9/7/2023).
Για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών
Εν ονόματι της οικογενείας, τα ομόφυλα ζευγάρια διεκδικούν νομιμοποίηση της σχέσεώς των, νομιμοποίηση την οποία ωστόσο καλύπτουν το εν ισχύι σύμφωνο ελευθέρας συμβιώσεως και ο νόμος περί αναδοχής τέκνου. Με όλα της τα προβλήματα, η οικογένεια συνενώνει επί χιλιετίες τα φυσικά πρόσωπα σε κοινωνία με δεσμούς αίματος και πνεύματος, οι οποίοι εξασφαλίζουν, με τις ιδέες και τις αξίες που τους προσφέρουν, διαδοχή γενεών και ατόμων εις βάση χρόνων. Αυτό δεν μπορεί να κάνει ο μικρός χρόνος της ενώσεως των ομοφύλων («Γάμος και οικογένεια στη χώρα των θαυμάτων», 18/9/2023).
Σε έναν πολιτισμό επαναλήψεως και παθητικότητας το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται στην απομνημόνευση, ενώ ελλείψει ανανοήσεως προκαλείται υπερτροφία του αισθήματος με νοσηρά συνήθως επακόλουθα. Δεν ενδιαφέρει η αυτογνωσία και η ενδοσκόπηση, όμως χωρίς αυτές ο άνθρωπος δεν ξέρει τι κάνει και όταν δεν ξέρει τι κάνει, ασφάλεια του προσφέρει μόνο η μίμηση. Ετσι εξηγείται γιατί ο ελληνικός λαός έχει τόσο μεγάλη ανασφάλεια και είναι τόσο πολύ μιμητικός. («Παιδεία ακυβέρνητη, μεταρρύθμιση άκαρπη», 1/10/2000).
Για την πολιτική
Ελλείψει οραματισμού ο σημερινός πολιτικός δεν παρασύρει, αλλά καθησυχάζει. Αντί να διακινδυνεύει και να συγκρούεται για μεγάλες επιλογές, διαχειρίζεται απλώς καταστάσεις. Το όραμα οφείλει τη δυναμική του στον μύθο. Πρόταση χωρίς μύθο είναι σκοπός χωρίς νόημα. Καθώς όμως η μυθική σκέψη αγνοεί την εξέλιξη, τη διαφορά, την ολότητα, τη μερικότητα κ.τ.ό., ο μυθοποιός της εποχής μας οφείλει να συνθέτει το υπέρλογο με το λογικό, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στα αιτήματα του σημερινού ανθρώπου. Εκτός τους μένει σχήμα χωρίς περιεχόμενο. Ο μύθος ενεργοποιείται μονίμως στις αξίες της πραγματικότητος, οπότε χρησιμοποιεί ό,τι τονώνει ή τραυματίζει το ατομικό και το ομαδικό φιλότιμο, την αξιοπρέπεια του ενός ή του συνόλου. Χωρίς αντίκρυσμα στο ιστορικό παρόν, όλες οι επιστροφές στη ρίζα είναι άσφαιρα βλήματα. («Συμβουλή σε παλαιά και νέα κόμματα», 31/12/2000).
Για την Εκκλησία
Τον εικοστό πρώτον αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα υποστεί τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία της. Θα υποχρεωθεί να δεχθεί την ισότιμη επικοινωνία όλων με όλους· να αναγνωρίσει το στοιχείο της αιωνιότητος και της σωτηρίας στον χρόνο της ιστορικής πράξεως και του μέλλοντος που διαρκώς ανοίγει· να απευθυνθεί σε έναν άνθρωπο ο οποίος θα αισθάνεται ελεύθερος και όχι αμαρτωλός, έναν άνθρωπο ο οποίος βεβαιώνεται στα έργα του, σέβεται το σώμα του και αναζητεί σ’ αυτόν τον κόσμο ευτυχία. Αιωνιότης δεν είναι γι’ αυτόν κάποιο αρρυτίδωτο παρόν, αλλά η ολότης του υπάρχειν, μια πανοραμική και επομένως υπερχρονική θέα των πάντων. Για να ανταποκριθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στα νέα τούτα δεδομένα θα πρέπει να γίνει περισσότερο ανθρωποκεντρική, να απομακρυνθεί από τον εθνοκεντρισμό των δύο τελευταίων αιώνων και τον αυτοκρατορικό οικουμενισμό των άνισων μεταξύ τους λαών («Η Εκκλησία και ο εκσυγχρονισμός της», 6/2/2000).
Με αφορμή τη δολοφονία Γρηγορόπουλου
Η είδησι ότι αστυνομικός σκότωσε στα Εξάρχεια ένα γυμνασιόπαιδο λειτούργησε σαν θρυαλλίδα στις ψυχές των μαθητών, ξυπνώντας πολύ σκοτεινά ένστικτα για να βγουν σαν προτάσεις. Τα σημερινά παιδιά πιέζονται ασφυκτικά για επιδόσεις χωρίς αντίκρυσμα, το δε μέλλον τους κρίνεται από μια πολιτεία στα μάτια τους ανυπόληπτη, καθώς η ανικανότητα επιβραβεύεται θρασύτατα και η ατιμωρησία βασιλεύει, την αξία αποφασίζουν οι προσωπικές σχέσεις, η δε ζωή αδειάζει από νόημα και κρύβει το κενό πίσω από αστραφτερές βιτρίνες. (…) Μας κατέχει ένα αίσθημα υπερβατικού, με περιεχόμενο τον εαυτό του, αίσθημα το οποίο εσωτερικεύουμε σαν μελαγχολικό καημό, μας ωθεί δε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον καθολικό λόγο του φυσικού κόσμου και του κρατικού θεσμού, για να μας συσπειρώσει στους δεσμούς τόπου (πατρίδα), αίματος (οικογένεια) και κοινής μοίρας (θρησκεία). Αφ’ ης στιγμής όμως με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό η ανάπτυξι της ατομικότητας έκανε χωρητικότερη τη συνείδησι και ικανή να έχη περιεχόμενο τη δική της θετικότητα ή το δικό της κενό, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ένα μεταχρονολογημένο ιθαγενή μηδενισμό. Αυτό αξίζει να το κρατήσωμε. («Το μηδέν σαν μακρόβιος επιθανάτιος ρόγχος», 14/12/2008).
Για τα Τέμπη
Στα πρόσωπα της Αντιγόνης και των συγγενών όλα δείχνουν αγάπη. Για τον Κρέοντα και τη μεταχρονολογημένη δημοκρατική του εκδοχή τα πάντα στρέφονται γύρω από τον υψηλό εαυτό τους. Κι εκείνοι αγαπούν, αλλά η αγάπη τους υπηρετεί τόσο τη σπουδαιότητα του θεσμικού τους προσωπείου, ώστε η δύναμή τους να γίνεται αδυναμία. Πλέον ό,τι κάνουν είναι από φόβο για τους ίδιους και όχι για το συλλογικό καλό. Αναζητώντας ωστόσο γύρω τους συνωμοσίες, υποβιβάζονται από κυρίαρχοι σε ιδιώτες και εκτίθενται στον θανατηφόρο ιό της κυβερνητικής αναισθησίας («Κρέων ή Αντιγόνη;», 17/3/2025).
Για τη Μεταπολίτευση
Δεν έχουμε επιμείνει αρκετά στο «Μετά-» της Μεταπολιτεύσεως, για να αξιολογήσουμε και να διδαχθούμε από το φαινόμενο. Το «Μετά-» τούτο περιλαμβάνει κόσμο ο οποίος περίμενε να βρει στην πολιτική όραμα ζωής και ανώτερη ταυτότητα, κάτι που έδινε στις προηγούμενες γενιές, και όχι μόνο (αν κρίνω από το φίλαθλο πάθος στους αγώνες των εθνικών μας ομάδων), το τρίπτυχο «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια». Αντίθετα, εκείνο που επεδίωξε και πέτυχε η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» ήταν να μεταβάλει την πολιτική από διαχείριση κοινών προβλημάτων σε κοινωνική σύγκρουση, με στόχο την «ηθική» της δικαίωση απέναντι στην «ανηθικότητα» των αντιπάλων («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).
Μια πολιτική η οποία εξαγγέλλει μόνο βήματα «εμπρός» απλώς τρέχει στον γκρεμό. Η αδιαφορία για τη συνέχεια πλάθει ρηχές συνειδήσεις με σπασμωδικότητα ή αοριστία στόχων. Το «μπροστά» χωρίς πριν και μετά διασκορπίζει την αυτοπεποίθηση. Σκοπός είναι ο χρόνος να κυλάει μέσα μας σαν ζωτική διάρκεια, οπότε οι ψυχές αποδεσμεύονται από το στιγμιαίο «τώρα» και το παρόν τρέπεται σε πεδίο δημιουργικών επιλογών. Λογότυπος της αυθεντικής δημοκρατίας είναι η σύνθεση των διαφορετικών σε ανώτερο επίπεδο («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).
Για την τεχνητή νοημοσύνη
Η μηχανή μπορεί να πει: «Είμαι όλη και όλα»· δεν μπορεί να πει: «Είμαι εσύ». Διεκδικεί κυριαρχία επί παντός, χωρίς όμως να διαθέτει αυτοσυνείδηση. Μέτρο της έχει το απειροδύναμο και όχι το ισόρροπο με επίγνωση ορίων, ενώ η λειτουργία της κινείται προς μία κατεύθυνση, καθώς δεν συναιρεί αντίρροπες δυνάμεις, όπως κάθε πραγματικά ζωντανή ολότητα («Το πέρας και το άπειρο της νοημοσύνης», 9/7/2023).
Για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών
Εν ονόματι της οικογενείας, τα ομόφυλα ζευγάρια διεκδικούν νομιμοποίηση της σχέσεώς των, νομιμοποίηση την οποία ωστόσο καλύπτουν το εν ισχύι σύμφωνο ελευθέρας συμβιώσεως και ο νόμος περί αναδοχής τέκνου. Με όλα της τα προβλήματα, η οικογένεια συνενώνει επί χιλιετίες τα φυσικά πρόσωπα σε κοινωνία με δεσμούς αίματος και πνεύματος, οι οποίοι εξασφαλίζουν, με τις ιδέες και τις αξίες που τους προσφέρουν, διαδοχή γενεών και ατόμων εις βάση χρόνων. Αυτό δεν μπορεί να κάνει ο μικρός χρόνος της ενώσεως των ομοφύλων («Γάμος και οικογένεια στη χώρα των θαυμάτων», 18/9/2023).
Οσο η χώρα θα ταλαντεύεται μεταξύ των στρατηγικών επιλογών της και της καθημερινότητος των νοοτροπιών μας, τόσο το Εικοσιένα θα παραμένει στο νόημά του ρευστό, καίτοι ως συμβάν είναι αδιαμφισβήτητο.
Για τον κορωνοϊό
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν, μετά την πανδημία, για κάποιο διάστημα ξεδώσουμε αγχολυτικά επιδιδόμενοι στην κατανάλωση, στα γενετήσια ή στην υπερτίμηση των γηίνων εις βάρος του υπερφυσικού. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αλλάζουν τίποτε, καθώς αποτελούν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Απεναντίας ενδιαφέρει να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας και του φόβου, εκτιμώντας πράγματα τα οποία προηγουμένως υποτιμούσαμε, όπως η συνυπευθυνότητα («Ο φόβος παραφυλάει τα έρημα», 2/1/2021).
Για το 1821
Οσο η χώρα θα ταλαντεύεται μεταξύ των στρατηγικών επιλογών της και της καθημερινότητος των νοοτροπιών μας, τόσο το Εικοσιένα θα παραμένει στο νόημά του ρευστό, καίτοι ως συμβάν είναι αδιαμφισβήτητο. Η ελληνική κοινωνία μετεωρίζεται, αφού κυριαρχεί ακόμη στα πολιτικά πράγματα ένα μπρος – πίσω που εμποδίζει τη συνεπή της ενότητα στον ιστορικό χρόνο. Η συναισθηματική αοριστία ενός απολύτου υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις απαιτήσεις του ορισμένου και πραγματικού («H επέτειος», 6/1/2021).
Για τη «17 Νοέμβρη»
O φόνος ως τέτοιος είναι ασυγχώρητος, αλλά εδώ δεν μιλώ για την πράξι, μιλώ για την ψυχική μας στάσι απέναντι στον φονιά. Οσο θυμωμένοι, όσο πονεμένοι και αν είμαστε, να μην κάνουμε τους ενόχους να μισήσουν τον εαυτό τους. Να τους φερθούμε έτσι ώστε να αισθανθούν πως είναι άνθρωποι. Ας έχουν την ευκαιρία να νιώσουν το βάρος όσων διέπραξαν. Οι τύψεις και η μετάνοια αναγεννούν και πρέπει να τις διασώσουμε. Και θα τις διασώσουμε με τη συγγνώμη.
Δεν προτείνω να τους αθωώσουμε στο δικαστήριο ούτε να τους αμνηστεύσουμε, αφού οι εγκληματικές πράξεις δεν διαγράφονται· προτείνω να τους συγχωρέσουμε μέσα μας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).
Για τον Αλ. Γιωτόπουλο
Εκείνο που κυρίως συγκρατώ, τριάντα πέντε χρόνια μετά, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου με διπλή συμπεριφορά, όχι τόσο από κακοήθεια όσο από εσωτερικήν αδυναμία. Αυτό εκδηλωνόταν με έμμονες ιδέες και έντονη κρυψίνοια. Τις δύο ιδιότητες «αρμόνιζε» στον τρόπο της σκιάς. Τον έβλεπες, τον άκουγες, τον έπιανες, και δεν σου έμενε τίποτε στα χέρια: σαν να είχες παραίσθησι. Επρόκειτο για ψυχικώς κλειδωμένο άτομο, ασφυκτικά περιωρισμένο στον κόσμο των σημασιών και των αξιών της κομμουνιστικής ιδεοληψίας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).
Για τον κορωνοϊό
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν, μετά την πανδημία, για κάποιο διάστημα ξεδώσουμε αγχολυτικά επιδιδόμενοι στην κατανάλωση, στα γενετήσια ή στην υπερτίμηση των γηίνων εις βάρος του υπερφυσικού. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αλλάζουν τίποτε, καθώς αποτελούν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Απεναντίας ενδιαφέρει να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας και του φόβου, εκτιμώντας πράγματα τα οποία προηγουμένως υποτιμούσαμε, όπως η συνυπευθυνότητα («Ο φόβος παραφυλάει τα έρημα», 2/1/2021).
Για το 1821
Οσο η χώρα θα ταλαντεύεται μεταξύ των στρατηγικών επιλογών της και της καθημερινότητος των νοοτροπιών μας, τόσο το Εικοσιένα θα παραμένει στο νόημά του ρευστό, καίτοι ως συμβάν είναι αδιαμφισβήτητο. Η ελληνική κοινωνία μετεωρίζεται, αφού κυριαρχεί ακόμη στα πολιτικά πράγματα ένα μπρος – πίσω που εμποδίζει τη συνεπή της ενότητα στον ιστορικό χρόνο. Η συναισθηματική αοριστία ενός απολύτου υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις απαιτήσεις του ορισμένου και πραγματικού («H επέτειος», 6/1/2021).
Για τη «17 Νοέμβρη»
O φόνος ως τέτοιος είναι ασυγχώρητος, αλλά εδώ δεν μιλώ για την πράξι, μιλώ για την ψυχική μας στάσι απέναντι στον φονιά. Οσο θυμωμένοι, όσο πονεμένοι και αν είμαστε, να μην κάνουμε τους ενόχους να μισήσουν τον εαυτό τους. Να τους φερθούμε έτσι ώστε να αισθανθούν πως είναι άνθρωποι. Ας έχουν την ευκαιρία να νιώσουν το βάρος όσων διέπραξαν. Οι τύψεις και η μετάνοια αναγεννούν και πρέπει να τις διασώσουμε. Και θα τις διασώσουμε με τη συγγνώμη.
Δεν προτείνω να τους αθωώσουμε στο δικαστήριο ούτε να τους αμνηστεύσουμε, αφού οι εγκληματικές πράξεις δεν διαγράφονται· προτείνω να τους συγχωρέσουμε μέσα μας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).
Για τον Αλ. Γιωτόπουλο
Εκείνο που κυρίως συγκρατώ, τριάντα πέντε χρόνια μετά, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου με διπλή συμπεριφορά, όχι τόσο από κακοήθεια όσο από εσωτερικήν αδυναμία. Αυτό εκδηλωνόταν με έμμονες ιδέες και έντονη κρυψίνοια. Τις δύο ιδιότητες «αρμόνιζε» στον τρόπο της σκιάς. Τον έβλεπες, τον άκουγες, τον έπιανες, και δεν σου έμενε τίποτε στα χέρια: σαν να είχες παραίσθησι. Επρόκειτο για ψυχικώς κλειδωμένο άτομο, ασφυκτικά περιωρισμένο στον κόσμο των σημασιών και των αξιών της κομμουνιστικής ιδεοληψίας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου