Αγίου Μάξιμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Τόμος Α', Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1978, σελ. 83-111
ΣΤ΄
Σχόλιο στην επιστολή του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, επισκόπου Αθηνών, προς το θεραπευτή Γάιο· «Πώς μας λες ότι ο Ιησούς, που είναι πέρ' απ' όλα (επέκεινα όλων), είναι δεμένος κατά την ουσία με όλους τους ανθρώπους; Και ούτε που λέγεται άνθρωπος επειδή είναι αίτιος των ανθρώπων, αλλά γιατί είναι ο ίδιος αληθινά, σύμφωνα με ακέραια την ουσία του, άνθρωπος»(1).
Επειδή κατά την απλή εκδοχή της αγίας Γραφής ως αίτιος των όλων ο Θεός σημαίνεται με όλα τα ονόματα όσων ο ίδιος έχει δημιουργήσει (2), ο θεραπευτής Γάιος νομίζει ότι τάχα και μετά τη σάρκωση απ' αυτή μόνο την άποψη λέγεται άνθρωπος ο Θεός [ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ]. Γι' αυτό ο πολύς Διονύσιος τον διορθώνει με τους λόγους του, διδάσκοντας ότι δε λέγεται με το γενικό αυτό νόημα άνθρωπος μετά τη σάρκωση του ο Θεός των όλων, αλλά επειδή είναι άνθρωπος αληθινά κατά την ουσία του ολόκληρη. Της ουσίας αυτής μόνη κι αληθινή απόδειξη είναι η φυσική συστατική της δύναμη και που δε θα πέσει κανένας έξω αν τη ονομάσει ενέργεια φυσική, που βασικά και πρώτιστα τη χαρακτηρίζει, σαν ειδοποιός κίνηση, κοινή σε κάθε περιεκτική ιδιότητα που ιδιάζει φυσικά σ' αυτήν(3). Χωρίς αυτήν υπάρχει μόνο το μη ον, γιατί το μη ον μονάχα, σύμφωνα με τον μεγάλο δάσκαλο, δεν έχει καθόλου ούτε κίνηση ούτε ύπαρξη.
Διδάσκει λοιπόν μεγαλόφωνα ότι κανένα απολύτως από τα δικά μας δεν έχει αρνηθή ο Θεός, όταν έλαβε σάρκα, παρά μόνο την αμαρτία, που δεν ανήκε στη φύση μας. Αποφάνθηκε ρητά ότι δεν είναι απλά άνθρωπος, αλλά σε όλη του την ουσία άνθρωπος αληθινά. Κι ως προς το όνομα, που έλαβε μετά την ανθρώπινη ουσίωση του (την ενανθρώπησή του), διακηρύσσει: «Εμείς όμως δεν αφορίζουμε τον Ιησού σαν άνθρωπο»(4). Γιατί δεν τον διδάσκουμε ονομαστικά μόνο απλό άνθρωπο (δεν αποφαινόμαστε πως είναι απλός άνθρωπος) διασπώντας τη υπέρλογη ένωση(5). Όχι βέβαια από το γεγονός ότι είναι αιτία των ανθρώπων αλλά από την άποψη της ουσίας αποδίνουμε το όνομα άνθρωπος σ' εκείνον, που είναι Θεός κατά φύση κι έλαβε αληθινά τη δική μας ουσία. Ούτε είναι άνθρωπος μόνο, γιατί είναι ο ίδιος και Θεός, «ούτε υπερούσιος μόνο»(6), γιατί ο ίδιος είναι συνάμα και άνθρωπος, αφού δεν είναι ονομαστικά μόνο απλός άνθρωπος ούτε γυμνός (καθαρός) Θεός, «αλλά άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν (εξαιρετικά) φιλάνθρωπος»(7). Γιατί με τον άπειρο έρωτά του προς τους ανθρώπους έγινε αυτό ακριβώς που ήταν το αντικείμενο του πόθου του, χωρίς να πάθει τίποτε ο ίδιος στην ουσία του από την άρρητη κένωση, ούτε εξαιτίας της άρρητης πρόσληψης ν' αλλάξει κάτι ή να μειώσει στο σύνολο την ανθρώπινη φύση· ο λόγος τούτων έγινε η πραγματική σύστασή της.
«Πέρα από τον άνθρωπο»(8), επειδή γεννήθηκε θεϊκά χωρίς άνδρα, και «κατά άνθρωπο»(9), με ανθρώπινο τρόπο, επειδή γεννήθηκε με το νόμο της κύησης. «Πήρε σαν ουσία του την ουσία των ανθρώπων ο περ' από την ουσία (ο υπερούσιος)»(10).
Γιατί δεν μας έδωσε στον εαυτό του σαν κούφιο φάντασμα τη μορφοποίησή του στο σχήμα της σάρκας, όπως λένε τα μανιχαϊκά φληναφήματα, ούτε κατέβασε μαζί του από τον ουρανό την σάρκα, ενωμένη με την ουσία του, κατά τα μυθολογήματα του Απολιναρίου· έχει γίνει ακριβώς τούτο, άνθρωπος δηλαδή σ' όλη την ουσία του, με την πρόσληψη της σάρκας που έχει ψυχή νοερή κι έχει ενωθή μαζί του με υποστασιακή ένωση.
«Πολύ περισσότερο δεν παύει ο πάντοτε υπερούσιος να είναι υπερπλήρης από υπερουσιότητα»(11). Γιατί δεν εμπήκε στο ζυγό της φύσης, όταν έγινε άνθρωπος, το αντίθετο μάλλον έγινε· συνεπήρε στον εαυτό του και την φύση κάνοντάς την ένα άλλο μυστήριο, ενώ ο ίδιος έμεινε ολότελα ακατάληπτος.
Έδειξε τη σάρκωσή του με την υπερούσια γέννηση του περισσότερο ακατανόητη από κάθε μυστήριο κι έγινε τόσο πιο πολύ κατανοητός εξαιτίας της όσο ακατανόητος φάνηκε μέσα σ' αυτή. «Παραμένει κρυμμένος και μετά την φανέρωσή του», λέει ο δάσκαλος, «ή, για να πω το αρμοδιώτερο για το Θεό, και μέσα στη φανέρωσή του(12). Και τούτο το χαρακτηριστικό του Ιησού έχει αποκρυβή και με κανένα λόγο και κανένα νου δεν κοινοποιήθηκε το μυστήριό του, αλλά και όταν το λέη κάποιος μένει ανείπωτο και όταν το συλλογίζεται παραμένει άγνωστο». (13) Τι άλλο από τούτο θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη αποδεικτικήν ισχύ, για την θεϊκήν υπερουσιότητα που δηλοποιεί το κρυφό με τη φανέρωση, με το λόγο το άρρητο, με το νου την κατ' εξοχήν αγνωσία και, για να πω το μεγαλύτερο, που φανερώνει με την ουσίωσή του το υπερουσιο; «Άφησε το ξεχείλισμα της υπερουσιότητός του. Αλλά και ουσία όταν έλαβε αληθινά, την έλαβε πέρα από την ουσία»(14). Εκαινοτόμησε δηλαδή τους νόμους της φυσικής γέννησης κι έγινε αληθινός άνθρωπος δίχως την ανδρικήν ας πούμε σπορά. Το φανερώνει τούτο η Παρθένος που εκυοφόρησε υπερφυσικά δίχως άνδρα (15) τον υπερούσιο Λόγο, που διαπλάσθηκε σε άνθρωπο από τα παρθενικά αίματα μ' ένα παράξενο, που εξουδετερώνει τη φύση, νόμο.
«Και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες με υπεράνθρωπη δύναμη (16)», ανανεώνοντας από τη ρίζα τη φύση των στοιχείων. Το δείχνει ολοκάθαρα το άστατο νερό, που κρατάει το βάρος των υλικών και χωμάτινων ποδιών του χωρίς να υποχωρή αλλά με μιαν υπερφυσική δύναμη πήζει και γίνεται συμπαγές. Αν στ' αλήθεια με στεγνά πόδια που έχουν όγκο σωματικό και υλικό βάρος περπάτησε και πέρασε την υγρή και άστατη ουσία βαδίζοντας πάνω στη θάλασσα σα να ήταν έδαφος και με το βάδισμα φανέρωνε τη φυσική ενέργεια του σώματος του αχώριστην από τη δύναμη της θεότητάς του. Αν βέβαια η κίνηση του βαδίσματος ανήκε στη σωματική του φύση κι όχι στη υπεράπειρη και υπερούσια θεότητα την ενωμένη μαζί της σε μιαν υπόσταση. Γιατί μετά τη ουσίωσή του σε άνθρωπο ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την ανθρώπινη ουσία κράτησε απαραμείωτη σαν δική του τη γενική κίνηση της ουσίας, που τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο και που γίνεται ειδική σε κάθε τι που ενεργούσε σαν άνθρωπος. Αν βέβαια έγινε αληθινά άνθρωπος που ανάπνεε, μιλούσε, βάδιζε, χειρονομούσε, χρησιμοποιούσε κατάλληλα τις αισθήσεις του για να αντιλαμβάνεται τα αισθητά, που πεινούσε και διψούσε, έτρωγε, κοιμόταν, κοπίαζε, δάκρυζε, αγωνιούσε -μόλο που ήταν δύναμη αυτοϋπόστατη- και κάνοντας αυτοδύναμα όλα τα λοιπά, όπως η ψυχή κινεί φυσικά το σύμφυτο μ' αυτή σώμα, ενεργοποιούσε κι εκείνος τη φύση που είχε προσλάβει και που έγινε αληθινά και λέγεται δική του. Για να κυριολεκτήσω, ο ίδιος χωρίς μεταβολή έγινε πραγματικά αυτό ακριβώς που είναι η φύση κι όχι εικονικά κι ολοκλήρωσε την οικονομία για μας. Για να κυριολεκτήσω, ο ίδιος χωρίς μεταβολή έγινε πραγματικά αυτό ακριβώς που είναι η φύση κι όχι εικονικά κι ολοκλήρωσε την οικονομία για μας.
Δεν αφάνισε λοιπόν τη συστατική ενέργεια της ουσίας που έχει προσλάβει, καθώς δεν αφάνισε ούτε την ίδια την ουσία ο δάσκαλος όταν είπε: «έλαβε ουσία πέρ' από την ουσία και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες πέρ ' από τον άνθρωπο»(17), αλλά έδειξε και στις δύο περιπτώσεις την καινότητα των τρόπων που σώζεται στη μονιμότητα των φυσικών λόγων, που χωρίς αυτούς κανένα από τα όντα δεν είναι αυτό που είναι.
Αν όμως ισχυρισθούμε ότι θέση της ουσίας που έχει προσληφθή και αφαιρέση της συστατικής της ενέργειας είναι η άρνηση που γίνεται με νόημα υπεροχής (η υπεροχική αποφατική διατύπωση), με ποια δικαιολογία, αυτήν που ορίσθηκε εξ ίσου και για τις δύο θα την παρουσιάσωμε να σημαίνη την ύπαρξη της μιας και οπωσδήποτε την αναίρεση της άλλης; (18).Ή αλλιώς, αφού δεν είναι αυτοκίνητη η φύση που έχει προσληφθή, αλλά κινείται από τη θεότητα που έχει συνδεθεί μαζί της αληθινά με υποστασιακή ένωση, κι αν αφαιρέσωμε τη συστατική κίνησή της, δε θα ομολογήσουμε ούτε την ίδια την ουσία που φανερώθηκε ότι δεν είναι αυτοϋπόστατη, δηλαδή δεν υπάρχει καθεαυτή, αλλά έλαβε την ύπαρξη μέσα στο Θεό Λόγο που αληθινά την έκανε ουσία του και τότε η αιτία της παραίτησής μας από την ομολογία θα είναι ίση και για τις δυο περιπτώσεις. Αλλιώς θα συναποδεχθούμε μαζί με τη φύση και τη κίνηση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει και η φύση, έχοντας υπόψη ότι άλλος είναι ο λόγος κι άλλος ο τρόπος της ύπαρξης κι ότι ο ένας βεβαιώνει τη φύση, ενώ ο άλλος την οικονομία (19). Η συνάντηση των δύο τούτων, αφού αποτέλεσε το μέγα μυστήριο της υπερφυσικής φυσιολογίας του Ιησού, έδειξε ότι σώζεται μέσα σ' αυτό και η διαφορά και η ένωση των ενεργειών. Τη μία τη βλέπουμε χωρίς διαίρεση (αδιαιρέτως) στο φυσικό λόγο των ενωμένων, την άλλη την αναγνωρίζομε χωρίς σύγχυση (ασυγχύτως) στον ενικό τρόπο των πράξεων.
Γιατί τι λογής και ποια, που και πως θα είναι μία φύση χωρίς τη συστατική δύναμή της; Γιατί το γενικό (το καθόλου), επειδή δεν έχει καμμίαν ολότελα δύναμη, ούτε αυτό υπάρχει, ούτε είναι κάτι, ούτε έχει πουθενά καμμιά δική του θέση(20), μας λέει ο πολύς τούτος δάσκαλος. Και αν είναι τούτα αβάσιμα, τότε πρέπει να ομολογήσουμε μ' ευλάβεια και τις φύσεις του Χριστού που αυτός αποτελεί υπόστασή τους και τις φυσικές ενέργειές του, που αυτός είναι η αληθινή ένωσή τους κατά τις δύο φύσεις. Αν βέβαια σύμφωνα με τον εαυτό του ενεργή μοναδικά, δηλαδή ενικά και διά μέσου όλων αδιάσπαστα παρουσιάζει μαζί με τη θεϊκή δύναμη την ενέργεια της σάρκας του. Πως θα είναι κατά φύση Θεός και πάλι κατά φύση άνθρωπος ο ίδιος, χωρίς να έχη το κατά φύση και στις δύο περιπτώσεις και χωρίς αυτό να λείπη από καμμιά ; Και τί θ' αναγνωρίσουμε πώς είναι και τί λογής, αν δεν πιστοποιούσε με όσα ενεργούσε φυσικά, αυτό που χωρίς τροπή είναι; Και πως θα πιστευθή ως προς καθένα από αυτά που τον αποτελούν, όπου περιέχεται και που έχει την ουσία τους, αν μείνη ακίνητος και δεν εκδηλώση καμμιάν ενέργεια;
Έλαβε λοιπόν ουσία πέρα από την ουσία και δημιούργησε νέα αρχή γένεσης (δημιουργίας) και γέννησης διαφορετική μέσα στη φύση.
Η σύλληψη του έγινε με σπορά από τον ίδιο της σάρκας του και όταν γεννήθηκε, έγινε επισφράγιση της παρθενίας εκείνης που τον γέννησε και έδειξε να αληθεύη στην περίπτωσή της η αντίφαση των αντιθέτων. Φάνηκε η ίδια παρθένος και μητέρα καινοτομώντας τη φύση με τη σύμπτωση των αντιθέτων, αν βέβαια η παρθενία και η γέννηση ανήκουν στα αντίθετα, που με τα φυσικά δεδομένα δεν μπορεί να εννοηθεί κανένας συμβιβασμός τους. Γι' αυτό και η παρθένος είναι αληθινά Θεοτόκος που με τρόπο υπερφυσικό, όπως με σπορά, συνέλαβε κι εγέννησε τον υπερούσιο Λόγο· γιατί εκείνου που εσπάρθηκε και κυοφορήθηκε γνήσια μητέρα είναι εκείνη που τον γέννησε.
Και ασκούσε τις ανθρώπινες ενέργειες πάνω από ό,τι άνθρωπος σε μιαν απόλυτη ένωση χωρίς καμμιά μεταβολή, φανερώνοντας ενωμένη με τη θεϊκή δύναμη την ανθρώπινη ενέργεια, αφού η δική μας φύση ασύγχυτα ενωμένη με τη δική του πραγματοποιήσε μιαν ολική περιχώρηση, χωρίς να έχη κανένα σημείο ανεξάρτητο και χωριστό από την ενωμένη μαζί της υποστατικά θεότητα. Γιατί, όταν ξεπερνώντας μας έλαβε αληθινά την ουσία μας ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την κατάφαση της φύσης συνένωσε και την απόφαση των στοιχείων της με δύναμη της υπεροχής του και έγινε άνθρωπος που έχει συνενωμένο τον υπερφυσικό τρόπο τού πως είναι, με το λόγο του «είναι» της φύσης(21), για να πιστοποιήση ότι και η φύση δεν δέχεται με την καινότητα των τρόπων αλλοίωση στο λόγο της ύπαρξης και για να δείξη την υπεράπειρη δύναμη, που αναγνωρίζεται εξίσου και στη γένεση των εναντίων. Βέβαια είχε μεταβάλει σαν έργα βούλησης τα πάθη της φύσης κι όχι όπως εμείς σαν αποτελέσματα φυσικής ανάγκης· αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε εμάς, ξεπέρασε τη φυσική παθητότητά μας παρουσιάζοντας εξουσιαστικά σαν κινούμενο της βούλησής του ό,τι συμβαίνει από τη φύση του είναι σ' εμάς της βούλησης μας κινητικό (22). Τούτο ο δάσκαλος διασαφηνίζει με τα εξής: «Προς τι να διαπραγματευθή κανένας τα λοιπά που είναι πάμπολλα; Όποιος έχει τη θεία όραση θα γνωρίση μέσω αυτών πέρα από το νου ότι οι καταφατικοί χαρακτηρισμοί της φιλανθρωπίας του Ιησού έχουν υπεροχική αποφατική δύναμη»(23).
Αφού κατά την άρρητη σύλληψή του μαζί με τη φύση ο υπερούσιος Λόγος έλαβε και κάθε τι που ανήκει σ' αυτή, δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο που να καταφάσκεται με το φυσικό λόγο, το οποίο να μην είναι συνάμα και θείο που αποφάσκεται με τον τρόπο τον υπερφυσικό.
Τούτων η γνώση, επειδή ήταν πάνω από το νου, ήταν αναπόδεικτη κι είχε μόνο τρόπο κατανόησης την πίστη όσων γνήσια σέβονται το μυστήριο του Χριστού. Αποδίδοντας συνοπτικά το νόημα του μυστηρίου σημειώνει· «Για να μιλήσωμε περιληπτικά, δεν ήταν ούτε άνθρωπος»(24), γιατί από τη φύση του ήταν ελεύθερος από φυσικές ανάγκες, αφού δεν είχε υποταχθή στη μοίρα της γέννησης που δεσμεύει εμάς. «Όχι επειδή δεν ήταν άνθρωπος»(25), γιατί κατά την ουσία του ολόκληρη ήταν αληθινά άνθρωπος υπομένοντας από τη φύση του όλες τις δικές μας φυσικές ιδιότητες. «Αλλά γιατί μόλο που προερχόταν από τους ανθρώπους»(26), αφού ήταν της ίδιας ουσίας μ' εμάς κι ήταν όπως είμαστε εμείς κατά τη φύση άνθρωπος, «ήταν πέρα από τους ανθρώπους»(27) με καινότητα τρόπων άγνωστή μας καθορίζοντας τη φύση (28).
«Και αληθινά έγινε άνθρωπος πέρ ' από τον άνθρωπο»(29), καθώς είχε συνενωμένους αφαλκίδευτα μεταξύ τους τους υπερφυσικούς τρόπους και τους φυσικούς λόγους, που ο συμβιβασμός τους ήταν αδύνατος, ενώ αυτός που τίποτε δεν του είναι αδύνατο έγινε η αληθινή ένωσή τους και με κανένα από τα δύο που αποτελεί υπόστασή τους δεν ενεργεί χωριστά από το άλλο, αλλά μάλλον με το ένα πιστοποιεί το άλλο. Αφού αυτός είναι αληθινά και τα δύο, σαν Θεός ήταν το κινητικό αίτιο της ανθρώπινης φύσης του, σαν άνθρωπος ήταν η φανέρωση της θεότητάς του. Είχε την ιδιότητα του πάθους με θεϊκό τρόπο, για να πω έτσι, επειδή ήταν εκούσια, αφού δεν ήταν ονομαστικά μόνο ανθρώπινη. Είχε την ιδιότητα της θαυματουργίας με ανθρώπινο τρόπο, αφού ενεργούσε μέσω της σάρκας, επειδή δεν ήταν καθαρός Θεός. Γι' αυτό είναι τα πάθη θαυμαστά, καθώς καινοποιούνται με την κατά φύση θεϊκή δύναμη και τα θαύματα παθητά, καθώς συμπληρώνονται με την κατά φύση παθητική δύναμη της σάρκας εκείνου που τα θαυματουργεί. Επειδή το γνώριζε τούτο ο δάσκαλος έλεγε: «Στο εξής δεν έπραξε τις θείες ενέργειες του σύμφωνα με την θεϊκή δύναμη»(30), γιατί αυτές δεν τις έπραξε θεϊκά χωρισμένες από τη σάρκα, αφού δεν είναι μόνο υπερούσιος· ούτε τις ανθρώπινες ενέργειες σύμφωνα με την ανθρώπινη δύναμη, γιατί αυτές δεν τις έπραξε σαρκικά μόνο, χώρια από τη θεότητα, αφού δεν ήταν μόνο άνθρωπος, «αλλά του Θεού που έγινε άνδρας» παρουσίασε ανάμεσά μας μία νέα ενέργεια, τη «θεανδρική» (31).
Με την πρόσληψη της σάρκας που είχε ψυχή νοερή έγινε άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν φιλάνθρωπος και είχε ανδρωμένη (εναθρωπισμένη) και θεϊκή ενέργεια κατά άρρητη συνένωση με τη σαρκική. Έτσι ολοκλήρωσε τη για χάρη μας οικονομία θεανδρικά, σαν Θεός δηλαδή και σαν άνδρας συνάμα ενεργώντας τα θεϊκά και τα ανθρώπινα ή, για να μιλήσω σαφέστερα, συνδυάζοντας στην πολιτεία του θεϊκή και ανθρώπινη μαζί ενέργεια.
Με την άρνηση λοιπόν της διαιρέσεως των θείων και των ανθρωπίνων μεταξύ τους εγκαθιστώντας ο σοφός την κατάφαση της ένωσής τους δεν αγνόησε τη βασική διαφορά των ενωμένων. Γιατί η ένωση απομακρύνοντας τη διαίρεση δεν εφαλκίδευσε τη διαφορά. Αν πάλι το λόγο της διαφοράς τον διασώζει ο τρόπος της ένωσης, τότε είναι περιφραστική διατύπωση ο λόγος του αγίου, που θέλει με την κατάλληλη κλήση του διπλού στη φύση Χριστού να μας δείξη τη διπλή του ενέργεια· αν βέβαια και κατά την φύση και κατά την ποιότητα με κανένα τρόπο δεν έχη ατονήσει από την ένωση ο ουσιαστικός λόγος των ενωμένων. Δεν επιχειρεί με μίαν άρνηση των άκρων την κατάφαση ενός μέσου, όπως κάνουν μερικοί. Γιατί δεν υπάρχει κάποιο μέσο στο Χριστό, που να καταφάσκεται μέ την απόφαση των άκρων(32). Έγραψε «καινούργια»(33), γιατί χαρακτηρίζει καινούργιο μυστήριο, που λόγο του αποτελεί ο απόρρητος τρόπος της συμφυΐας. Ποιος εννόησε πως ο Θεός γίνεται σάρκα κι ωστόσο παραμένει Θεός; Πως ενώ παραμένει Θεός αληθινός είναι και αληθινός άνθρωπος; Παρουσιάζει τον εαυτό του να είναι και τα δύο με φυσική ύπαρξη και καθένα από τα δύο διά μέσου του άλλου και να μη μεταβάλλεται σε κάποιο από τα δύο. Τα δέχεται αυτά μόνο η πίστη απονέμοντας τιμή σιωπηλή στο Λόγο, που στη φύση του κανένας λόγος των όντων δεν είναι φυτεμένος. Είπε « θεανδρική »(34) και δεν εννοούσε μιαν ενέργεια ούτε ένα πράγμα σύνθετο. Ούτε να είναι δηλαδή κατά τη φύση καθαρή θεότητα μόνο, ούτε σκέτη ανθρώπινη οντότητα. Ούτε πάλι ν' αρμόζη στο σύνθετο από τη φύση του μεταίχμιο δύο άκρων, αλλά να ταιριάζη ακριβώς στο Θεό που έγινε άνδρας, που τέλεια δηλαδή ενανθρώπησε. Ούτε πάλι την πρόβαλλε σαν «μία», επειδή όπως νόμισαν μερικοί δεν μπορεί να νοηθή αλλιώτικα η έννοια καινή , παρά σαν μόνο μία. Η «καινότητα» είναι έννοια ποιου και όχι ποσού, αλλιώς θα εισαγάγη μαζί της κατ' ανάγκη και ανάλογη φύση, αφού όρος κάθε φύσης είναι ο λόγος της ουσιώδους ενέργειάς της, που δε θα τη χαρακτήριζε βέβαια διπλή φτιάχνοντας φιλότιμα έναν τραγέλαφο.
Μα κι αν το δεχθούμε τούτο, πως αυτός που είναι έτσι από τη φύση του κι ενώ έχει μία ενέργεια και μάλιστα φυσική, θα πραγματοποιήση μ' αυτή την ίδια και τα θαύματα και τα πάθη, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά το λόγο της φύσης τους, χωρίς την έλλειψη που επισυμβαίνει μετά τη φθορά της ύλης; Γιατί κανένα από τα όντα δεν έχει στη φύση του τη δυνατότητα να πράττη τα αντίθετα· παραμένει στα όρια του και κυβερνάται από το λόγο της φύσης του.
Γι' αυτό δεν είναι θεμιτό να μιλούμε για μιαν απλή η φυσική ενέργεια από κοινού για τη θεότητα και τη σάρκα. Γιατί τότε θα δεχθούμε και μία φύση και τότε η τριάδα θα γίνει τετράδα(35). Δεν έχει ταυτισθή, μας λέει, με τη σάρκα ούτε κατά τη φύση ούτε κατά τη δύναμη ούτε κατά την ενέργεια. Κατ' αυτά ο υιός ταυτίσθηκε φυσικά με τον πατέρα και το πνεύμα εξαιτίας της μιας ουσίας. Για κανένα όμως απ' αυτά δεν ταυτίσθηκε με τη σάρκα εξαιτίας της ένωσης κι ας έχη με την ένωσή της μαζί του ζωοποιήσει τη σάρκα, ενώ έχει τη φυσική θνητότητα. Αλλιώς θα παρουσιασθή και μεταβλητή φύση ότι έχει, και ότι έχει μεταβάλει την ουσία της σάρκας σε κάτι που δεν ήταν πρώτα, και ότι έχει ταυτοποιήσει φύση και ένωση.
Τη θεανδρική ενέργεια ας τη στοχασθούμε όπως αποδόθηκε. Την επολιτεύθηκε για χάρη μας, όχι για χάρη του εαυτού του και εκαινοποίησε τη φύση μας με τα υπερφυσικά. Πολιτεία σημαίνει ζωή που βιώνεται κατά το νόμο της φύσης. Κι αφού ο Κύριος είναι διπλός στη φύση, παρουσιάσθηκε εύλογα να έχη κατάλληλο βίο, που υπακούει στο θείο κι ανθρώπινο νόμο και να είναι συγκροτημένος σε ασύγχυτη ταυτότητα. Βίο καινούργιο κι αυτόν, όχι μονάχα ξένο και παράδοξο για τους ανθρώπους και που ακόμα δεν έχει γνωρίσει η φύση των όντων, αλλά και που αποτελεί τον τύπο της νέας ενέργειας εκείνου που έζησε με τρόπο νέο. Ονόμασε ίσως την ενέργεια θεανδρική αυτός που βρήκε αρμόδια ονομασία στο μυστήριο αυτό, για να συγκεκριμενοποιήση τον τρόπο της αντίδοσης που πραγματοποιείται κατά την απόρρητη ένωση και κάνει ώστε ν' ανήκουν αμοιβαία οι ιδιότητες του ενός μέρους του Χριστού στο άλλο χωρίς τη μεταβολή και τη σύμφυση του ενός μέρους προς το άλλο κατά το φυσικό λόγο. Όπως δηλαδή του ξίφους που το πυρακτώσαμε η δύναμη που κόβει έγινε δύναμη που καίει και συνάμα η καυστική δύναμη έγινε δύναμη που κόβει- γιατί ενώθηκε όπως η φωτιά με το σίδερο- έτσι και η καυστική δύναμη της φωτιάς ενώθηκε με του ξίφους τη δύναμη που κόβει και ο σίδηρος και ο σίδηρος απόχτησε δύναμη που καίει με την ένωση του με τη φωτιά κι η φωτιά απόχτησε δύναμη που κόβει με την ένωσή της με το σίδερο. Κανένα από τα δύο δεν έπαθε μεταβολή προς το άλλο με την αντίδοση του ενός προς το άλλο κατά την ένωση, αλλά καθένα και μέσα στην ιδιότητα εκείνου που συντελείται κατά την ένωση δεν ξεπέφτει από τη δική του φυσική ιδιότητα. Έτσι και μέσα στο μυστήριο της θεϊκής σάρκωσης το θεϊκό και το ανθρώπινο ενώθηκαν υποστατικά, χωρίς κανένα από τα δύο να βγη από τη φυσική ενέργειά του εξαιτίας της ένωσης και χωρίς να έχη αποκτήσει μετά την ένωση την άσχετη του ενέργεια ξεχωριστή από εκείνην που είναι ενωμένη μαζί του και συνυπάρχει μ' αυτό.
Γιατί, αφού με όλη τη δραστική δύναμη(36) της θεότητας του ο Λόγος που έγινε σάρκα είχε συνενωμένη μαζί του με άλυτη ένωση όλη την παθητική δύναμη της ίδιας της ανθρωπότητάς του, ενεργούσε ανθρώπινα, αν και Θεός, τα θαύματα, που λάβαιναν την ολοκλήρωση τους μέσα σε σάρκα παθητή από τη φύση της. Και πάλι αν και άνθρωπος χειριζόταν θεϊκά τα πάθη της φύσης που διεκπαιρεώνονταν με θεϊκή εξουσία. Και τα δύο τα πραγματοποιούσε θεανδρικά, αφού ήταν Θεός μαζί και άνθρωπος· με τούτο μας αποδίνει στον εαυτό μας έτσι όπως φανήκαμε πως είμαστε και μ' εκείνα μας παραδίνει στον εαυτό του, αφού γίνωμε ό,τι μας έχει υποτυπώσει. Και με τα δύο μαζί πιστοποιεί την αλήθεια εκείνων, από τα οποία αποτελείται, μέσα στα οποία υπάρχει και των οποίων είχε την ουσία σαν ο μόνος αληθινός και αξιόπιστος, και θέλει να τον ομολογούμε ό,τι είναι στην ουσία του. (37)
Αφού έχετε μπροστά σας κι ολοκληρώνετε τη μορφή του, ω αγιασμένοι στο λόγο και στο βίο, μιμηθείτε τη μακροθυμία του κι όταν λάβετε τη γραφή μου αυτή, σταθήτε φιλάνθρωποι κριτές των στοχασμών μου. Παραβλέψετε με τη συμπάθεια σας τα παραστρατήματα του παιδιού σας, που μόνη αυτή την ανταμοιβή θέλει για την υπακοή του. Γίνετε οι μεσίτες μου για τη συμφιλίωσή μου μ' αυτόν δημιουργώντας την ειρήνη που ξεπερνά κάθε νου (38) κι άρχοντάς (39) της είναι ο ίδιος ο Σωτήρας, που με την έξη της πράξης ελευθερώνει από τον σάλο των παθών όσους τον φοβούνται κι είναι πατέρας του μελλοντικού αιώνα (40) γεννώντας μέσω της αγάπης και της γνώσης εκείνους που γέμισαν τον άνω κόσμο. Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, η μεγαλωσύνη, η εξουσία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες. Αμήν.
ΜΕ ΛΙΓΗ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΒΡΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ, ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ, ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ.
Σημειώσεις
