Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Περί Διαφόρων Αποριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Περί Διαφόρων Αποριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

Σχόλιο στην επιστολή του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, επισκόπου Αθηνών, προς το θεραπευτή Γάιο

  Αγίου Μάξιμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Τόμος Α', Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1978, σελ. 83-111

ΣΤ΄

Σχόλιο στην επιστολή του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, επισκόπου Αθηνών, προς το θεραπευτή Γάιο· «Πώς μας λες ότι ο Ιησούς, που είναι πέρ' απ' όλα (επέκεινα όλων), είναι δεμένος κατά την ουσία με όλους τους ανθρώπους; Και ούτε που λέγεται άνθρωπος επειδή είναι αίτιος των ανθρώπων, αλλά γιατί είναι ο ίδιος αληθινά, σύμφωνα με ακέραια την ουσία του, άνθρωπος»(1).

Επειδή κατά την απλή εκδοχή της αγίας Γραφής ως αίτιος των όλων ο Θεός σημαίνεται με όλα τα ονόματα όσων ο ίδιος έχει δημιουργήσει (2), ο θεραπευτής Γάιος νομίζει ότι τάχα και μετά τη σάρκωση απ' αυτή μόνο την άποψη λέγεται άνθρωπος ο Θεός [ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ]. Γι' αυτό ο πολύς Διονύσιος τον διορθώνει με τους λόγους του, διδάσκοντας ότι δε λέγεται με το γενικό αυτό νόημα άνθρωπος μετά τη σάρκωση του ο Θεός των όλων, αλλά επειδή είναι άνθρωπος αληθινά κατά την ουσία του ολόκληρη. Της ουσίας αυτής μόνη κι αληθινή απόδειξη είναι η φυσική συστατική της δύναμη και που δε θα πέσει κανένας έξω αν τη ονομάσει ενέργεια φυσική, που βασικά και πρώτιστα τη χαρακτηρίζει, σαν ειδοποιός κίνηση, κοινή σε κάθε περιεκτική ιδιότητα που ιδιάζει φυσικά σ' αυτήν(3). Χωρίς αυτήν υπάρχει μόνο το μη ον, γιατί το μη ον μονάχα, σύμφωνα με τον μεγάλο δάσκαλο, δεν έχει καθόλου ούτε κίνηση ούτε ύπαρξη. 

Διδάσκει λοιπόν μεγαλόφωνα ότι κανένα απολύτως από τα δικά μας δεν έχει αρνηθή ο Θεός, όταν έλαβε σάρκα, παρά μόνο την αμαρτία, που δεν ανήκε στη φύση μας. Αποφάνθηκε ρητά ότι δεν είναι απλά άνθρωπος, αλλά σε όλη του την ουσία άνθρωπος αληθινά. Κι ως προς το όνομα, που έλαβε μετά την ανθρώπινη ουσίωση του (την ενανθρώπησή του), διακηρύσσει: «Εμείς όμως δεν αφορίζουμε τον Ιησού σαν άνθρωπο»(4). Γιατί δεν τον διδάσκουμε ονομαστικά μόνο απλό άνθρωπο (δεν αποφαινόμαστε πως είναι απλός άνθρωπος) διασπώντας τη υπέρλογη ένωση(5). Όχι βέβαια από το γεγονός ότι είναι αιτία των ανθρώπων αλλά από την άποψη της ουσίας αποδίνουμε το όνομα άνθρωπος σ' εκείνον, που είναι Θεός κατά φύση κι έλαβε αληθινά τη δική μας ουσία. Ούτε είναι άνθρωπος μόνο, γιατί είναι ο ίδιος και Θεός, «ούτε υπερούσιος μόνο»(6), γιατί ο ίδιος είναι συνάμα και άνθρωπος, αφού δεν είναι ονομαστικά μόνο απλός άνθρωπος ούτε γυμνός (καθαρός) Θεός, «αλλά άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν (εξαιρετικά) φιλάνθρωπος»(7). Γιατί με τον άπειρο έρωτά του προς τους ανθρώπους έγινε αυτό ακριβώς που ήταν το αντικείμενο του πόθου του, χωρίς να πάθει τίποτε ο ίδιος στην ουσία του από την άρρητη κένωση, ούτε εξαιτίας της άρρητης πρόσληψης ν' αλλάξει κάτι ή να μειώσει στο σύνολο την ανθρώπινη φύση· ο λόγος τούτων έγινε η πραγματική σύστασή της. 

«Πέρα από τον άνθρωπο»(8), επειδή γεννήθηκε θεϊκά χωρίς άνδρα, και «κατά άνθρωπο»(9), με ανθρώπινο τρόπο, επειδή γεννήθηκε με το νόμο της κύησης. «Πήρε σαν ουσία του την ουσία των ανθρώπων ο περ' από την ουσία (ο υπερούσιος)»(10).

Γιατί δεν μας έδωσε στον εαυτό του σαν κούφιο φάντασμα τη μορφοποίησή του στο σχήμα της σάρκας, όπως λένε τα μανιχαϊκά φληναφήματα, ούτε κατέβασε μαζί του από τον ουρανό την σάρκα, ενωμένη με την ουσία του, κατά τα μυθολογήματα του Απολιναρίου· έχει γίνει ακριβώς τούτο, άνθρωπος δηλαδή σ' όλη την ουσία του, με την πρόσληψη της σάρκας που έχει ψυχή νοερή κι έχει ενωθή μαζί του με υποστασιακή ένωση.

«Πολύ περισσότερο δεν παύει ο πάντοτε υπερούσιος να είναι υπερπλήρης από υπερουσιότητα»(11). Γιατί δεν εμπήκε στο ζυγό της φύσης, όταν έγινε άνθρωπος, το αντίθετο μάλλον έγινε· συνεπήρε στον εαυτό του και την φύση κάνοντάς την ένα άλλο μυστήριο, ενώ ο ίδιος έμεινε ολότελα ακατάληπτος.

Έδειξε τη σάρκωσή του με την υπερούσια γέννηση του περισσότερο ακατανόητη από κάθε μυστήριο κι έγινε τόσο πιο πολύ κατανοητός εξαιτίας της όσο ακατανόητος φάνηκε μέσα σ' αυτή. «Παραμένει κρυμμένος και μετά την φανέρωσή του», λέει ο δάσκαλος, «ή, για να πω το αρμοδιώτερο για το Θεό, και μέσα στη φανέρωσή του(12). Και τούτο το χαρακτηριστικό του Ιησού έχει αποκρυβή και με κανένα λόγο και κανένα νου δεν κοινοποιήθηκε το μυστήριό του, αλλά και όταν το λέη κάποιος μένει ανείπωτο και όταν το συλλογίζεται παραμένει άγνωστο». (13) Τι άλλο από τούτο θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη αποδεικτικήν ισχύ, για την θεϊκήν υπερουσιότητα που δηλοποιεί το κρυφό με τη φανέρωση, με το λόγο το άρρητο, με το νου την κατ' εξοχήν αγνωσία και, για να πω το μεγαλύτερο, που φανερώνει με την ουσίωσή του το υπερουσιο; «Άφησε το ξεχείλισμα της υπερουσιότητός του. Αλλά και ουσία όταν έλαβε αληθινά, την έλαβε πέρα από την ουσία»(14). Εκαινοτόμησε δηλαδή τους νόμους της φυσικής γέννησης κι έγινε αληθινός άνθρωπος δίχως την ανδρικήν ας πούμε σπορά. Το φανερώνει τούτο η Παρθένος που εκυοφόρησε υπερφυσικά δίχως άνδρα (15) τον υπερούσιο Λόγο, που διαπλάσθηκε σε άνθρωπο από τα παρθενικά αίματα μ' ένα παράξενο, που εξουδετερώνει τη φύση, νόμο.

«Και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες με υπεράνθρωπη δύναμη (16)», ανανεώνοντας από τη ρίζα τη φύση των στοιχείων. Το δείχνει ολοκάθαρα το άστατο νερό, που κρατάει το βάρος των υλικών και χωμάτινων ποδιών του χωρίς να υποχωρή αλλά με μιαν υπερφυσική δύναμη πήζει και γίνεται συμπαγές. Αν στ' αλήθεια με στεγνά πόδια που έχουν όγκο σωματικό και υλικό βάρος περπάτησε και πέρασε την υγρή και άστατη ουσία βαδίζοντας πάνω στη θάλασσα σα να ήταν έδαφος και με το βάδισμα φανέρωνε τη φυσική ενέργεια του σώματος του αχώριστην από τη δύναμη της θεότητάς του. Αν βέβαια η κίνηση του βαδίσματος ανήκε στη σωματική του φύση κι όχι στη υπεράπειρη και υπερούσια θεότητα την ενωμένη μαζί της σε μιαν υπόσταση. Γιατί μετά τη ουσίωσή του σε άνθρωπο ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την ανθρώπινη ουσία κράτησε απαραμείωτη σαν δική του τη γενική κίνηση της ουσίας, που τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο και που γίνεται ειδική σε κάθε τι που ενεργούσε σαν άνθρωπος. Αν βέβαια έγινε αληθινά άνθρωπος που ανάπνεε, μιλούσε, βάδιζε, χειρονομούσε, χρησιμοποιούσε κατάλληλα τις αισθήσεις του για να αντιλαμβάνεται τα αισθητά, που πεινούσε και διψούσε, έτρωγε, κοιμόταν, κοπίαζε, δάκρυζε, αγωνιούσε -μόλο που ήταν δύναμη αυτοϋπόστατη- και κάνοντας αυτοδύναμα όλα τα λοιπά, όπως η ψυχή κινεί φυσικά το σύμφυτο μ' αυτή σώμα, ενεργοποιούσε κι εκείνος τη φύση που είχε προσλάβει και που έγινε αληθινά και λέγεται δική του. Για να κυριολεκτήσω, ο ίδιος χωρίς μεταβολή έγινε πραγματικά αυτό ακριβώς που είναι η φύση κι όχι εικονικά κι ολοκλήρωσε την οικονομία για μας. Για να κυριολεκτήσω, ο ίδιος χωρίς μεταβολή έγινε πραγματικά αυτό ακριβώς που είναι η φύση κι όχι εικονικά κι ολοκλήρωσε την οικονομία για μας. 

Δεν αφάνισε λοιπόν τη συστατική ενέργεια της ουσίας που έχει προσλάβει, καθώς δεν αφάνισε ούτε την ίδια την ουσία ο δάσκαλος όταν είπε: «έλαβε ουσία πέρ' από την ουσία και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες πέρ ' από τον άνθρωπο»(17), αλλά έδειξε και στις δύο περιπτώσεις την καινότητα των τρόπων που σώζεται στη μονιμότητα των φυσικών λόγων, που χωρίς αυτούς κανένα από τα όντα δεν είναι αυτό που είναι.

Αν όμως ισχυρισθούμε ότι θέση της ουσίας που έχει προσληφθή και αφαιρέση της συστατικής της ενέργειας είναι η άρνηση που γίνεται με νόημα υπεροχής (η υπεροχική αποφατική διατύπωση), με ποια δικαιολογία, αυτήν που ορίσθηκε εξ ίσου και για τις δύο θα την παρουσιάσωμε να σημαίνη την ύπαρξη της μιας και οπωσδήποτε την αναίρεση της άλλης; (18).Ή αλλιώς, αφού δεν είναι αυτοκίνητη η φύση που έχει προσληφθή, αλλά κινείται από τη θεότητα που έχει συνδεθεί μαζί της αληθινά με υποστασιακή ένωση, κι αν αφαιρέσωμε τη συστατική κίνησή της, δε θα ομολογήσουμε ούτε την ίδια την ουσία που φανερώθηκε ότι δεν είναι αυτοϋπόστατη, δηλαδή δεν υπάρχει καθεαυτή, αλλά έλαβε την ύπαρξη μέσα στο Θεό Λόγο που αληθινά την έκανε ουσία του και τότε η αιτία της παραίτησής μας από την ομολογία θα είναι ίση και για τις δυο περιπτώσεις.  Αλλιώς θα συναποδεχθούμε μαζί με τη φύση και τη κίνηση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει και η φύση, έχοντας υπόψη ότι άλλος είναι ο λόγος κι άλλος ο τρόπος της ύπαρξης κι ότι ο ένας βεβαιώνει τη φύση, ενώ ο άλλος την οικονομία (19). Η συνάντηση των δύο τούτων, αφού αποτέλεσε το μέγα μυστήριο της υπερφυσικής φυσιολογίας του Ιησού, έδειξε ότι σώζεται μέσα σ' αυτό και η διαφορά και η ένωση των ενεργειών. Τη μία τη βλέπουμε χωρίς διαίρεση (αδιαιρέτως) στο φυσικό λόγο των ενωμένων, την άλλη την αναγνωρίζομε χωρίς σύγχυση (ασυγχύτως) στον ενικό τρόπο των πράξεων.

Γιατί τι λογής και ποια, που και πως θα είναι μία φύση χωρίς τη συστατική δύναμή της; Γιατί το γενικό (το καθόλου), επειδή δεν έχει καμμίαν ολότελα δύναμη, ούτε αυτό υπάρχει, ούτε είναι κάτι, ούτε έχει πουθενά καμμιά δική του θέση(20), μας λέει ο πολύς τούτος δάσκαλος. Και αν είναι τούτα αβάσιμα, τότε πρέπει να ομολογήσουμε μ' ευλάβεια και τις φύσεις του Χριστού που αυτός αποτελεί υπόστασή τους και τις φυσικές ενέργειές του, που αυτός είναι η αληθινή ένωσή τους κατά τις δύο φύσεις. Αν βέβαια σύμφωνα με τον εαυτό του ενεργή μοναδικά, δηλαδή ενικά και διά μέσου όλων αδιάσπαστα παρουσιάζει μαζί με τη θεϊκή δύναμη την ενέργεια της σάρκας του. Πως θα είναι κατά φύση Θεός και πάλι κατά φύση άνθρωπος ο ίδιος, χωρίς να έχη το κατά φύση και στις δύο περιπτώσεις και χωρίς αυτό να λείπη από καμμιά ; Και τί θ' αναγνωρίσουμε πώς είναι και τί λογής, αν δεν πιστοποιούσε με όσα ενεργούσε φυσικά, αυτό που χωρίς τροπή είναι; Και πως θα πιστευθή ως προς καθένα από αυτά που τον αποτελούν, όπου περιέχεται και που έχει την ουσία τους, αν μείνη ακίνητος και δεν εκδηλώση καμμιάν ενέργεια; 

Έλαβε λοιπόν ουσία πέρα από την ουσία και δημιούργησε νέα αρχή γένεσης (δημιουργίας) και γέννησης διαφορετική μέσα στη φύση.

Η σύλληψη του έγινε με σπορά από τον ίδιο της σάρκας του και όταν γεννήθηκε, έγινε επισφράγιση της παρθενίας εκείνης που τον γέννησε και έδειξε να αληθεύη στην περίπτωσή της η αντίφαση των αντιθέτων. Φάνηκε η ίδια παρθένος και μητέρα καινοτομώντας τη φύση με τη σύμπτωση των αντιθέτων, αν βέβαια η παρθενία και η γέννηση ανήκουν στα αντίθετα, που με τα φυσικά δεδομένα δεν μπορεί να εννοηθεί κανένας συμβιβασμός τους. Γι' αυτό και η παρθένος είναι αληθινά Θεοτόκος που με τρόπο υπερφυσικό, όπως με σπορά, συνέλαβε κι εγέννησε τον υπερούσιο Λόγο· γιατί εκείνου που εσπάρθηκε και κυοφορήθηκε γνήσια μητέρα είναι εκείνη που τον γέννησε. 

Και ασκούσε τις ανθρώπινες ενέργειες πάνω από ό,τι άνθρωπος σε μιαν απόλυτη ένωση χωρίς καμμιά μεταβολή, φανερώνοντας ενωμένη με τη θεϊκή δύναμη την ανθρώπινη ενέργεια, αφού η δική μας φύση ασύγχυτα ενωμένη με τη δική του πραγματοποιήσε μιαν ολική περιχώρηση, χωρίς να έχη κανένα σημείο ανεξάρτητο και χωριστό από την ενωμένη μαζί της υποστατικά θεότητα. Γιατί, όταν ξεπερνώντας μας έλαβε αληθινά την ουσία μας ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την κατάφαση της φύσης συνένωσε και την απόφαση των στοιχείων της με δύναμη της υπεροχής του και έγινε άνθρωπος που έχει συνενωμένο τον υπερφυσικό τρόπο τού πως είναι, με το λόγο του «είναι» της φύσης(21), για να πιστοποιήση ότι και η φύση δεν δέχεται με την καινότητα των τρόπων αλλοίωση στο λόγο της ύπαρξης και για να δείξη την υπεράπειρη δύναμη, που αναγνωρίζεται εξίσου και στη γένεση των εναντίων. Βέβαια είχε μεταβάλει σαν έργα βούλησης τα πάθη της φύσης κι όχι όπως εμείς σαν αποτελέσματα φυσικής ανάγκης· αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε εμάς, ξεπέρασε τη φυσική παθητότητά μας παρουσιάζοντας εξουσιαστικά σαν κινούμενο της βούλησής του ό,τι συμβαίνει από τη φύση του είναι σ' εμάς της βούλησης μας κινητικό (22). Τούτο ο δάσκαλος διασαφηνίζει με τα εξής: «Προς τι να διαπραγματευθή κανένας τα λοιπά που είναι πάμπολλα; Όποιος έχει τη θεία όραση θα γνωρίση μέσω αυτών πέρα από το νου ότι οι καταφατικοί χαρακτηρισμοί της φιλανθρωπίας του Ιησού έχουν υπεροχική αποφατική δύναμη»(23).

Αφού κατά την άρρητη σύλληψή του μαζί με τη φύση ο υπερούσιος Λόγος έλαβε και κάθε τι που ανήκει σ' αυτή, δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο που να καταφάσκεται με το φυσικό λόγο, το οποίο να μην είναι συνάμα και θείο που αποφάσκεται με τον τρόπο τον υπερφυσικό.

Τούτων η γνώση, επειδή ήταν πάνω από το νου, ήταν αναπόδεικτη κι είχε μόνο τρόπο κατανόησης την πίστη όσων γνήσια σέβονται το μυστήριο του Χριστού. Αποδίδοντας συνοπτικά το νόημα του μυστηρίου σημειώνει· «Για να μιλήσωμε περιληπτικά, δεν ήταν ούτε άνθρωπος»(24), γιατί από τη φύση του ήταν ελεύθερος από φυσικές ανάγκες, αφού δεν είχε υποταχθή στη μοίρα της γέννησης που δεσμεύει εμάς. «Όχι επειδή δεν ήταν άνθρωπος»(25), γιατί κατά την ουσία του ολόκληρη ήταν αληθινά άνθρωπος υπομένοντας από τη φύση του όλες τις δικές μας φυσικές ιδιότητες. «Αλλά γιατί μόλο που προερχόταν από τους ανθρώπους»(26), αφού ήταν της ίδιας ουσίας μ' εμάς κι ήταν όπως είμαστε εμείς κατά τη φύση άνθρωπος, «ήταν πέρα από τους ανθρώπους»(27) με καινότητα τρόπων άγνωστή μας καθορίζοντας τη φύση (28).

«Και αληθινά έγινε άνθρωπος πέρ ' από τον άνθρωπο»(29), καθώς είχε συνενωμένους αφαλκίδευτα μεταξύ τους τους υπερφυσικούς τρόπους και τους φυσικούς λόγους, που ο συμβιβασμός τους ήταν αδύνατος, ενώ αυτός που τίποτε δεν του είναι αδύνατο έγινε η αληθινή ένωσή τους και με κανένα από τα δύο που αποτελεί υπόστασή τους δεν ενεργεί χωριστά από το άλλο, αλλά μάλλον με το ένα πιστοποιεί το άλλο. Αφού αυτός είναι αληθινά και τα δύο, σαν Θεός ήταν το κινητικό αίτιο της ανθρώπινης φύσης του, σαν άνθρωπος ήταν η φανέρωση της θεότητάς του. Είχε την ιδιότητα του πάθους με θεϊκό τρόπο, για να πω έτσι, επειδή ήταν εκούσια, αφού δεν ήταν ονομαστικά μόνο ανθρώπινη. Είχε την ιδιότητα της θαυματουργίας με ανθρώπινο τρόπο, αφού ενεργούσε μέσω της σάρκας, επειδή δεν ήταν καθαρός Θεός. Γι' αυτό είναι τα πάθη θαυμαστά, καθώς καινοποιούνται με την κατά φύση θεϊκή δύναμη και τα θαύματα παθητά, καθώς συμπληρώνονται με την κατά φύση παθητική δύναμη της σάρκας εκείνου που τα θαυματουργεί. Επειδή το γνώριζε τούτο ο δάσκαλος έλεγε: «Στο εξής δεν έπραξε τις θείες ενέργειες του σύμφωνα με την θεϊκή δύναμη»(30), γιατί αυτές δεν τις έπραξε θεϊκά χωρισμένες από τη σάρκα, αφού δεν είναι μόνο υπερούσιος· ούτε τις ανθρώπινες ενέργειες σύμφωνα με την ανθρώπινη δύναμη, γιατί αυτές δεν τις έπραξε σαρκικά μόνο, χώρια από τη θεότητα, αφού δεν ήταν μόνο άνθρωπος, «αλλά του Θεού που έγινε άνδρας» παρουσίασε ανάμεσά μας μία νέα ενέργεια, τη «θεανδρική» (31).

Με την πρόσληψη της σάρκας που είχε ψυχή νοερή έγινε άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν φιλάνθρωπος και είχε ανδρωμένη (εναθρωπισμένη) και θεϊκή ενέργεια κατά άρρητη συνένωση με τη σαρκική. Έτσι ολοκλήρωσε τη για χάρη μας οικονομία θεανδρικά, σαν Θεός δηλαδή και σαν άνδρας συνάμα ενεργώντας τα θεϊκά και τα ανθρώπινα ή, για να μιλήσω σαφέστερα, συνδυάζοντας στην πολιτεία του θεϊκή και ανθρώπινη μαζί ενέργεια.

Με την άρνηση λοιπόν της διαιρέσεως των θείων και των ανθρωπίνων μεταξύ τους εγκαθιστώντας ο σοφός την κατάφαση της ένωσής τους δεν αγνόησε τη βασική διαφορά των ενωμένων. Γιατί η ένωση απομακρύνοντας τη διαίρεση δεν εφαλκίδευσε τη διαφορά. Αν πάλι το λόγο της διαφοράς τον διασώζει ο τρόπος της ένωσης, τότε είναι περιφραστική διατύπωση ο λόγος του αγίου, που θέλει με την κατάλληλη κλήση του διπλού στη φύση Χριστού να μας δείξη τη διπλή του ενέργεια· αν βέβαια και κατά την φύση και κατά την ποιότητα με κανένα τρόπο δεν έχη ατονήσει από την ένωση ο ουσιαστικός λόγος των ενωμένων. Δεν επιχειρεί με μίαν άρνηση των άκρων την κατάφαση ενός μέσου, όπως κάνουν μερικοί. Γιατί δεν υπάρχει κάποιο μέσο στο Χριστό, που να καταφάσκεται μέ την απόφαση των άκρων(32). Έγραψε «καινούργια»(33), γιατί χαρακτηρίζει καινούργιο μυστήριο, που λόγο του αποτελεί ο απόρρητος τρόπος της συμφυΐας. Ποιος εννόησε πως ο Θεός γίνεται σάρκα κι ωστόσο παραμένει Θεός; Πως ενώ παραμένει Θεός αληθινός είναι και αληθινός άνθρωπος; Παρουσιάζει τον εαυτό του να είναι και τα δύο με φυσική ύπαρξη και καθένα από τα δύο διά μέσου του άλλου και να μη μεταβάλλεται σε κάποιο από τα δύο. Τα δέχεται αυτά μόνο η πίστη απονέμοντας τιμή σιωπηλή στο Λόγο, που στη φύση του κανένας λόγος των όντων δεν είναι φυτεμένος. Είπε « θεανδρική »(34) και δεν εννοούσε μιαν ενέργεια ούτε ένα πράγμα σύνθετο. Ούτε να είναι δηλαδή κατά τη φύση καθαρή θεότητα μόνο, ούτε σκέτη ανθρώπινη οντότητα. Ούτε πάλι ν' αρμόζη στο σύνθετο από τη φύση του μεταίχμιο δύο άκρων, αλλά να ταιριάζη ακριβώς στο Θεό που έγινε άνδρας, που τέλεια δηλαδή ενανθρώπησε. Ούτε πάλι την πρόβαλλε σαν «μία», επειδή όπως νόμισαν μερικοί δεν μπορεί να νοηθή αλλιώτικα η έννοια καινή , παρά σαν μόνο μία. Η «καινότητα» είναι έννοια ποιου και όχι ποσού, αλλιώς θα εισαγάγη μαζί της κατ' ανάγκη και ανάλογη φύση, αφού όρος κάθε φύσης είναι ο λόγος της ουσιώδους ενέργειάς της, που δε θα τη χαρακτήριζε βέβαια διπλή φτιάχνοντας φιλότιμα έναν τραγέλαφο. 

Μα κι αν το δεχθούμε τούτο, πως αυτός που είναι έτσι από τη φύση του κι ενώ έχει μία ενέργεια και μάλιστα φυσική, θα πραγματοποιήση μ' αυτή την ίδια και τα θαύματα και τα πάθη, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά το λόγο της φύσης τους, χωρίς την έλλειψη που επισυμβαίνει μετά τη φθορά της ύλης; Γιατί κανένα από τα όντα δεν έχει στη φύση του τη δυνατότητα να πράττη τα αντίθετα· παραμένει στα όρια του και κυβερνάται από το λόγο της φύσης του.

Γι' αυτό δεν είναι θεμιτό να μιλούμε για μιαν απλή η φυσική ενέργεια από κοινού για τη θεότητα και τη σάρκα. Γιατί τότε θα δεχθούμε και μία φύση και τότε η τριάδα θα γίνει τετράδα(35). Δεν έχει ταυτισθή, μας λέει, με τη σάρκα ούτε κατά τη φύση ούτε κατά τη δύναμη ούτε κατά την ενέργεια. Κατ' αυτά ο υιός ταυτίσθηκε φυσικά με τον πατέρα και το πνεύμα εξαιτίας της μιας ουσίας. Για κανένα όμως απ' αυτά δεν ταυτίσθηκε με τη σάρκα εξαιτίας της ένωσης κι ας έχη με την ένωσή της μαζί του ζωοποιήσει τη σάρκα, ενώ έχει τη φυσική θνητότητα. Αλλιώς θα παρουσιασθή και μεταβλητή φύση ότι έχει, και ότι έχει μεταβάλει την ουσία της σάρκας σε κάτι που δεν ήταν πρώτα, και ότι έχει ταυτοποιήσει φύση και ένωση.

Τη θεανδρική ενέργεια ας τη στοχασθούμε όπως αποδόθηκε. Την επολιτεύθηκε για χάρη μας, όχι για χάρη του εαυτού του και εκαινοποίησε τη φύση μας με τα υπερφυσικά. Πολιτεία σημαίνει ζωή που βιώνεται κατά το νόμο της φύσης. Κι αφού ο Κύριος είναι διπλός στη φύση, παρουσιάσθηκε εύλογα να έχη κατάλληλο βίο, που υπακούει στο θείο κι ανθρώπινο νόμο και να είναι συγκροτημένος σε ασύγχυτη ταυτότητα. Βίο καινούργιο κι αυτόν, όχι μονάχα ξένο και παράδοξο για τους ανθρώπους και που ακόμα δεν έχει γνωρίσει η φύση των όντων, αλλά και που αποτελεί τον τύπο της νέας ενέργειας εκείνου που έζησε με τρόπο νέο. Ονόμασε ίσως την ενέργεια θεανδρική αυτός που βρήκε αρμόδια ονομασία στο μυστήριο αυτό, για να συγκεκριμενοποιήση τον τρόπο της αντίδοσης που πραγματοποιείται κατά την απόρρητη ένωση και κάνει ώστε ν' ανήκουν αμοιβαία οι ιδιότητες του ενός μέρους του Χριστού στο άλλο χωρίς τη μεταβολή και τη σύμφυση του ενός μέρους προς το άλλο κατά το φυσικό λόγο. Όπως δηλαδή του ξίφους που το πυρακτώσαμε η δύναμη που κόβει έγινε δύναμη που καίει και συνάμα η καυστική δύναμη έγινε δύναμη που κόβει- γιατί ενώθηκε όπως η φωτιά με το σίδερο- έτσι και η καυστική δύναμη της φωτιάς ενώθηκε με του ξίφους τη δύναμη που κόβει και ο σίδηρος και ο σίδηρος απόχτησε δύναμη που καίει με την ένωση του με τη φωτιά κι η φωτιά απόχτησε δύναμη που κόβει με την ένωσή της με το σίδερο. Κανένα από τα δύο δεν έπαθε μεταβολή προς το άλλο με την αντίδοση του ενός προς το άλλο κατά την ένωση, αλλά καθένα και μέσα στην ιδιότητα εκείνου που συντελείται κατά την ένωση δεν ξεπέφτει από τη δική του φυσική ιδιότητα. Έτσι και μέσα στο μυστήριο της θεϊκής σάρκωσης το θεϊκό και το ανθρώπινο ενώθηκαν υποστατικά, χωρίς κανένα από τα δύο να βγη από τη φυσική ενέργειά του εξαιτίας της ένωσης και χωρίς να έχη αποκτήσει μετά την ένωση την άσχετη του ενέργεια ξεχωριστή από εκείνην που είναι ενωμένη μαζί του και συνυπάρχει μ' αυτό.

Γιατί, αφού με όλη τη δραστική δύναμη(36) της θεότητας του ο Λόγος που έγινε σάρκα είχε συνενωμένη μαζί του με άλυτη ένωση όλη την παθητική δύναμη της ίδιας της ανθρωπότητάς του, ενεργούσε ανθρώπινα, αν και Θεός, τα θαύματα, που λάβαιναν την ολοκλήρωση τους μέσα σε σάρκα παθητή από τη φύση της. Και πάλι αν και άνθρωπος χειριζόταν θεϊκά τα πάθη της φύσης που διεκπαιρεώνονταν με θεϊκή εξουσία. Και τα δύο τα πραγματοποιούσε θεανδρικά, αφού ήταν Θεός μαζί και άνθρωπος· με τούτο μας αποδίνει στον εαυτό μας έτσι όπως φανήκαμε πως είμαστε και μ' εκείνα μας παραδίνει στον εαυτό του, αφού γίνωμε ό,τι μας έχει υποτυπώσει. Και με τα δύο μαζί πιστοποιεί την αλήθεια εκείνων, από τα οποία αποτελείται, μέσα στα οποία υπάρχει και των οποίων είχε την ουσία σαν ο μόνος αληθινός και αξιόπιστος, και θέλει να τον ομολογούμε ό,τι είναι στην ουσία του. (37)

Αφού έχετε μπροστά σας κι ολοκληρώνετε τη μορφή του, ω αγιασμένοι στο λόγο και στο βίο, μιμηθείτε τη μακροθυμία του κι όταν λάβετε τη γραφή μου αυτή, σταθήτε φιλάνθρωποι κριτές των στοχασμών μου. Παραβλέψετε με τη συμπάθεια σας τα παραστρατήματα του παιδιού σας, που μόνη αυτή την ανταμοιβή θέλει για την υπακοή του. Γίνετε οι μεσίτες μου για τη συμφιλίωσή μου μ' αυτόν δημιουργώντας την ειρήνη που ξεπερνά κάθε νου (38) κι άρχοντάς (39) της είναι ο ίδιος ο Σωτήρας, που με την έξη της πράξης ελευθερώνει από τον σάλο των παθών όσους τον φοβούνται κι είναι πατέρας του μελλοντικού αιώνα (40) γεννώντας μέσω της αγάπης και της γνώσης εκείνους που γέμισαν τον άνω κόσμο. Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, η μεγαλωσύνη, η εξουσία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες. Αμήν.

ΜΕ ΛΙΓΗ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΒΡΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ, ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ, ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ.

Σημειώσεις

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (5)

 Συνέχεια από: Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ

5

Σχόλιο στην επιστολή του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, επισκόπου Αθηνών, προς το θεραπευτή Γάιο· «Πώς μας λες ότι ο Ιησούς, που είναι πέρ' απ' όλα (επέκεινα όλων), είναι δεμένος κατά την ουσία με όλους τους ανθρώπους; Και ούτε που λέγεται άνθρωπος επειδή είναι αίτιος των ανθρώπων, αλλά γιατί είναι ο ίδιος αληθινά, σύμφωνα με ακέραια την ουσία του, άνθρωπος»(1).

Επειδή κατά την απλή εκδοχή της αγίας Γραφής ως αίτιος των όλων ο Θεός σημαίνεται με όλα τα ονόματα όσων ο ίδιος έχει δημιουργήσει (2), ο θεραπευτής Γάιος νομίζει ότι τάχα και μετά τη σάρκωση απ' αυτή μόνο την άποψη λέγεται άνθρωπος ο Θεός [ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ]. Γι' αυτό ο πολύς Διονύσιος τον διορθώνει με τους λόγους του, διδάσκοντας ότι δε λέγεται με το γενικό αυτό νόημα άνθρωπος μετά τη σάρκωση του ο Θεός των όλων, αλλά επειδή είναι άνθρωπος αληθινά κατά την ουσία του ολόκληρη. Της ουσίας αυτής μόνη κι αληθινή απόδειξη είναι η φυσική (κατα φύσιν) συστατική της δύναμη και που δε θα πέσει κανένας έξω αν τη ονομάσει ενέργεια φυσική, που βασικά και πρώτιστα τη χαρακτηρίζει, σαν ειδοποιός κίνηση, κοινή σε κάθε περιεκτική ιδιότητα που ιδιάζει φυσικώς σ' αυτήν(3). Χωρίς αυτήν υπάρχει μόνο το μη ον, γιατί το μη ον μονάχα, σύμφωνα με τον μεγάλο δάσκαλο, δεν έχει καθόλου ούτε κίνηση ούτε ύπαρξη. 

Διδάσκει λοιπόν μεγαλόφωνα ότι κανένα απολύτως από τα δικά μας δεν έχει αρνηθεί ο Θεός, όταν έλαβε σάρκα, παρά μόνο την αμαρτία, που δεν ανήκε στη φύση μας. Αποφάνθηκε ρητά ότι δεν είναι απλά άνθρωπος, αλλά σε όλη του την ουσία άνθρωπος αληθινά. Κι ως προς το όνομα, που έλαβε μετά την ανθρώπινη ουσίωση του (την ενανθρώπησή του), διακηρύσσει: «Εμείς όμως δεν αφορίζουμε τον Ιησού σαν άνθρωπο»(4)Γιατί δεν τον διδάσκουμε ονομαστικά μόνο απλό άνθρωπο (δεν αποφαινόμαστε πως είναι απλός άνθρωπος) διασπώντας τη υπέρλογη ένωση(5). Όχι βέβαια από το γεγονός ότι είναι αιτία των ανθρώπων αλλά από την άποψη της ουσίας αποδίνουμε το όνομα άνθρωπος σ' εκείνον, που είναι Θεός κατά φύση κι έλαβε αληθινά τη δική μας ουσία. Ούτε είναι άνθρωπος μόνο, γιατί είναι ο ίδιος και Θεός, «ούτε υπερούσιος μόνο»(6), γιατί ο ίδιος είναι συνάμα και άνθρωπος, αφού δεν είναι ονομαστικά μόνο απλός άνθρωπος ούτε γυμνός (καθαρός) Θεός, «αλλά άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν (εξαιρετικά) φιλάνθρωπος»(7). Γιατί με τον άπειρο έρωτά του προς τους ανθρώπους έγινε αυτό ακριβώς που ήταν το αντικείμενο του πόθου του όπως ήταν στη φύση του, χωρίς να πάθει τίποτε ο ίδιος στην ουσία του από την άρρητη κένωση, ούτε εξαιτίας της άρρητης πρόσληψης ν' αλλάξει κάτι ή να μειώσει στο σύνολο την ανθρώπινη φύση· ο λόγος τούτων έγινε η πραγματική σύστασή του. 

«Πέρα από τον άνθρωπο»(8), επειδή γεννήθηκε θεϊκά χωρίς άνδρα, και «κατά άνθρωπο»(9), με ανθρώπινο τρόπο, επειδή γεννήθηκε με το νόμο της κύησης. «Πήρε σαν ουσία του την ουσία των ανθρώπων ο περ' από την ουσία (ο υπερούσιος)»(10).

Γιατί δεν μας έδωσε στον εαυτό του σαν κούφιο φάντασμα τη μορφοποίησή του στο σχήμα της σάρκας, όπως λένε τα μανιχαϊκά φληναφήματα, ούτε κατέβασε μαζί του από τον ουρανό την σάρκα, ενωμένη με την ουσία του, κατά τα μυθολογήματα του Απολιναρίου· έχει γίνει ακριβώς τούτο, άνθρωπος δηλαδή σ' όλη την ουσία του, με την πρόσληψη της σάρκας που έχει ψυχή νοερή κι έχει ενωθεί μαζί του με υποστασιακή ένωση.

«Πολύ περισσότερο δεν παύει ο πάντοτε υπερούσιος να είναι υπερπλήρης από υπερουσιότητα»(11). Γιατί δεν εμπήκε στο ζυγό της φύσης, όταν έγινε άνθρωπος, το αντίθετο μάλλον έγινε· συνεπήρε στον εαυτό του και την φύση κάνοντάς την ένα άλλο μυστήριο, ενώ ο ίδιος έμεινε ολότελα ακατάληπτος.

Έδειξε τη σάρκωσή του με την υπερούσια γέννηση του περισσότερο ακατανόητη από κάθε μυστήριο κι έγινε τόσο πιο πολύ κατανοητός εξαιτίας της, όσο ακατανόητος φάνηκε μέσα σ' αυτή. «Παραμένει κρυμμένος και μετά την φανέρωσή του», λέει ο δάσκαλος, «ή, για να πω το αρμοδιώτερο για το Θεό, και μέσα στη φανέρωσή του(12). Και τούτο το χαρακτηριστικό του Ιησού έχει αποκρυβεί και με κανένα λόγο και κανένα νου δεν κοινοποιήθηκε το μυστήριό του, αλλά και όταν το λέει κάποιος μένει ανείπωτο και όταν το συλλογίζεται παραμένει άγνωστο»(13). Τι άλλο από τούτο θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη αποδεικτικήν ισχύ, για την θεϊκή υπερουσιότητα που δηλώνει το κρυφό με τη φανέρωση, με το λόγο το άρρητο, με το νου την κατ' εξοχήν αγνωσία και, για να πω το μεγαλύτερο, που φανερώνει με την ουσίωσή του το υπερουσιο; «Άφησε το ξεχείλισμα της υπερουσιότητός του. Αλλά και ουσία όταν έλαβε αληθινά, την έλαβε πέρα από την ουσία»(14). Εκαινοτόμησε δηλαδή τους νόμους της φυσικής γέννησης κι έγινε αληθινός άνθρωπος δίχως την ανδρικήν ας πούμε σπορά. Το φανερώνει τούτο η Παρθένος που εκυοφόρησε υπερφυσικά δίχως άνδρα (15) τον υπερούσιο Λόγο, που διαπλάσθηκε σε άνθρωπο από τα παρθενικά αίματα μ' ένα παράξενο, που εξουδετερώνει τη φύση, νόμο.

«Και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες με υπεράνθρωπη δύναμη (16)», ανανεώνοντας από τη ρίζα τη φύση των στοιχείων. Το δείχνει ολοκάθαρα το άστατο νερό, που κρατάει το βάρος των υλικών και χωμάτινων ποδιών του χωρίς να υποχωρεί αλλά με μιαν υπερφυσική δύναμη πυκνώνει και γίνεται συμπαγές. Αφού στ' αλήθεια με στεγνά πόδια που έχουν όγκο σωματικό και υλικό βάρος περπάτησε και πέρασε την υγρή και άστατη ουσία βαδίζοντας πάνω στη θάλασσα σα να ήταν έδαφος και με το βάδισμα φανέρωνε τη φυσική ενέργεια του σώματος του αχώριστην από τη δύναμη της θεότητάς του. Εφόσον βέβαια η κίνηση του βαδίσματος ανήκε στη σωματική του φύση κι όχι στη υπεράπειρη και υπερούσια θεότητα την ενωμένη μαζί της σε μιαν υπόσταση. Γιατί μετά τη ουσίωσή του σε άνθρωπο ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την ανθρώπινη ουσία κράτησε απαραμείωτη σαν δική του τη γενική κίνηση της ουσίας, που τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο και που γίνεται ειδική σε κάθε τι που ενεργούσε σαν άνθρωπος. Αφού βέβαια έγινε αληθινά άνθρωπος που ανάπνεε, μιλούσε, βάδιζε, χειρονομούσε, χρησιμοποιούσε κατάλληλα τις αισθήσεις του για να αντιλαμβάνεται τα αισθητά, που πεινούσε και διψούσε, έτρωγε, κοιμόταν, κοπίαζε, δάκρυζε, αγωνιούσε -μόλο που ήταν δύναμη αυτοϋπόστατη- και που εκτελούσε αυτοδύναμα όλα τα λοιπά, όπως η ψυχή κινεί φυσικά το σύμφυτο μ' αυτή σώμα, ενεργοποιούσε κι εκείνος τη φύση που είχε προσλάβει και που έγινε αληθινά και λέγεται δική του. Για να κυριολεκτήσω, ο ίδιος χωρίς μεταβολή έγινε πραγματικά αυτό ακριβώς που είναι η φύση κι όχι εικονικά κι ολοκλήρωσε την οικονομία για μας. 

Δεν αφάνισε λοιπόν τη συστατική ενέργεια της ουσίας που έχει προσλάβει, καθώς δεν αφάνισε ούτε την ίδια την ουσία ο δάσκαλος όταν είπε: «έλαβε ουσία πέρ' από την ουσία και εκτελούσε τις ανθρώπινες ενέργειες πέρ' από τον άνθρωπο»(17), αλλά έδειξε και στις δύο περιπτώσεις την καινότητα των τρόπων που σώζεται στη μονιμότητα των φυσικών λόγων, που χωρίς αυτούς κανένα από τα όντα δεν είναι αυτό που είναι.

Αν όμως ισχυρισθούμε ότι θέση της ουσίας που έχει προσληφθεί και αφαιρέση της συστατικής της ενέργειας είναι η άρνηση που γίνεται με νόημα υπεροχής (η υπεροχική αποφατική διατύπωση), με ποια δικαιολογία, αυτήν που ορίσθηκε εξ ίσου και για τις δύο θα την παρουσιάσωμε να σημαίνει την ύπαρξη της μιας και οπωσδήποτε την αναίρεση της άλλης(18); Ή αλλιώς, αφού δεν είναι αυτοκίνητη η φύση που έχει προσληφθή, αλλά κινείται από τη θεότητα που έχει συνδεθεί μαζί της αληθινά με υποστασιακή ένωση, κι αν αφαιρέσωμε τη συστατική κίνησή της, δε θα ομολογήσουμε ούτε την ίδια την ουσία που φανερώθηκε ότι δεν είναι αυτοϋπόστατη, δηλαδή δεν υπάρχει καθεαυτή, αλλά έλαβε την ύπαρξη μέσα στο Θεό Λόγο που αληθινά την έκανε ουσία του και τότε η αιτία της παραίτησής μας από την ομολογία θα είναι ίση και για τις δυο περιπτώσεις. Αλλιώς θα συναποδεχθούμε μαζί με τη φύση και τη κίνηση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει και η φύση, έχοντας υπόψη ότι άλλος είναι ο λόγος του είναι κι άλλος ο τρόπος της ύπαρξης (πώς είναι) κι ότι ο ένας βεβαιώνει τη φύση, ενώ ο άλλος την οικονομία(19). Η συνάντηση των δύο τούτων, αφού αποτέλεσε το μέγα μυστήριο της υπερφυσικής φυσιολογίας του Ιησού, έδειξε ότι σώζεται μέσα σ' αυτό και η διαφορά και η ένωση των ενεργειών. Τη μία τη βλέπουμε χωρίς διαίρεση (αδιαιρέτως) στο φυσικό λόγο των ενωμένων, την άλλη την αναγνωρίζουμε χωρίς σύγχυση (ασυγχύτως) στον ενικό τρόπο των πράξεων.

Γιατί τι λογής και ποια, που και πως θα είναι μία φύση χωρίς τη συστατική δύναμή της; Γιατί το γενικό (το καθόλου), επειδή δεν έχει καμμίαν ολότελα δύναμη, ούτε αυτό υπάρχει, ούτε είναι κάτι, ούτε έχει πουθενά καμμιά δική του θέση(20), μας λέει ο πολύς τούτος δάσκαλος. Και αν είναι τούτα αβάσιμα, τότε πρέπει να ομολογήσουμε μ' ευλάβεια και τις φύσεις του Χριστού που αυτός αποτελεί υπόστασή τους και τις φυσικές ενέργειές του, που αυτός είναι η αληθινή ένωσή τους κατά τις δύο φύσεις. Αν βέβαια σύμφωνα με τον εαυτό του ενεργεί μοναδικά, δηλαδή ενικά και διά μέσου όλων αδιάσπαστα παρουσιάζει μαζί με τη θεϊκή δύναμη την ενέργεια της σάρκας του. Πως θα είναι κατά φύση Θεός και πάλι κατά φύση άνθρωπος ο ίδιος, χωρίς να έχει το κατά φύση και στις δύο περιπτώσεις και χωρίς αυτό να λείπει από καμμιά; Και τί θ' αναγνωρίσουμε πώς είναι και τί λογής, αν δεν πιστοποιούσε με όσα ενεργούσε φυσικά, αυτό που χωρίς τροπή είναι; Και πως θα πιστευθεί ως προς καθένα από αυτά που τον αποτελούν, όπου περιέχεται και που έχει την ουσία τους, αν μείνει ακίνητος και δεν εκδηλώσει καμμιάν ενέργεια; 

Έλαβε λοιπόν ουσία πέρα από την ουσία και δημιούργησε νέα αρχή γένεσης (δημιουργίας) και γέννησης διαφορετική μέσα στη φύση.

Η σύλληψη του έγινε με σπορά από τον ίδιο της σάρκας του και όταν γεννήθηκε, έγινε επισφράγιση της παρθενίας εκείνης που τον γέννησε και έδειξε να αληθεύει στην περίπτωσή της η αντίφαση των αντιθέτων. Φάνηκε η ίδια παρθένος και μητέρα καινοτομώντας τη φύση με τη σύμπτωση των αντιθέτων, αν βέβαια η παρθενία και η γέννηση ανήκουν στα αντίθετα, που με τα φυσικά δεδομένα δεν μπορεί να εννοηθεί κανένας συμβιβασμός τους. Γι' αυτό και η παρθένος είναι αληθινά Θεοτόκος που με τρόπο υπερφυσικό, σαν από σπορά, συνέλαβε κι εγέννησε τον υπερούσιο Λόγο· γιατί εκείνου που εσπάρθηκε και κυοφορήθηκε γνήσια μητέρα είναι εκείνη που τον γέννησε. 

Και πάνω από ό,τι άνθρωπος ασκούσε τις ανθρώπινες ενέργειες, σε μιαν απόλυτη ένωση χωρίς καμμιά μεταβολή (τροπή), φανερώνοντας ενωμένη με τη θεϊκή δύναμη την ανθρώπινη ενέργεια, αφού η δική μας φύση ασύγχυτα ενωμένη με τη δική του πραγματοποιήσε μιαν ολική περιχώρηση, χωρίς να έχει κανένα σημείο ανεξάρτητο και χωριστό από την ενωμένη μαζί της υποστατικά θεότητα. Γιατί, όταν ξεπερνώντας μας έλαβε αληθινά την ουσία μας ο υπερούσιος Λόγος, μαζί με την κατάφαση της φύσης συνένωσε και την απόφαση των στοιχείων της με δύναμη της υπεροχής του και έγινε άνθρωπος που έχει συνενωμένο τον υπερφυσικό τρόπο τού πως είναι, με το λόγο του «είναι» της φύσης(21), για να πιστοποιήσει ότι και η φύση δεν δέχεται με την καινότητα των τρόπων αλλοίωση στο λόγο της ύπαρξης και για να δείξει την υπεράπειρη δύναμη, που αναγνωρίζεται εξίσου και στη γένεση των εναντίων (αντιθέτων). Βέβαια είχε μεταβάλει σαν έργα βούλησης τα πάθη της φύσης κι όχι όπως εμείς σαν αποτελέσματα φυσικής ανάγκης· αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε εμάς, ξεπέρασε τη φυσική παθητότητά μας παρουσιάζοντας εξουσιαστικά σαν κινούμενο της βούλησής του ό,τι συμβαίνει από τη φύση του είναι σ' εμάς της βούλησης μας κινητικό (22). 

Τούτο ο δάσκαλος διασαφηνίζει με τα εξής: «Προς τι να διαπραγματευθεί κανένας τα λοιπά που είναι πάμπολλα; Όποιος έχει τη θεία όραση θα γνωρίσει μέσω αυτών πέρα από το νου ότι οι καταφατικοί χαρακτηρισμοί της φιλανθρωπίας του Ιησού έχουν υπεροχική αποφατική δύναμη»(23).

Αφού κατά την άρρητη σύλληψή του μαζί με τη φύση ο υπερούσιος Λόγος έλαβε και κάθε τι που ανήκει σ' αυτή, δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο που να καταφάσκεται με το φυσικό λόγο, το οποίο να μην είναι συνάμα και θείο που αποφάσκεται με τον τρόπο τον υπερφυσικό.

Τούτων η γνώση, επειδή ήταν πάνω από το νου, ήταν αναπόδεικτη κι είχε μόνο τρόπο κατανόησης την πίστη όσων γνήσια σέβονται το μυστήριο του Χριστού. Αποδίδοντας συνοπτικά το νόημα του μυστηρίου σημειώνει· «Για να μιλήσουμε περιληπτικά, δεν ήταν ούτε άνθρωπος»(24), γιατί από τη φύση του ήταν ελεύθερος από φυσικές ανάγκες, αφού δεν είχε υποταχθεί στη μοίρα της γέννησης που δεσμεύει εμάς. «Όχι επειδή δεν ήταν άνθρωπος»(25), γιατί κατά την ουσία του ολόκληρη ήταν αληθινά άνθρωπος υπομένοντας από τη φύση του όλες τις δικές μας φυσικές ιδιότητες. «Αλλά γιατί μόλο που προερχόταν από τους ανθρώπους»(26), αφού ήταν της ίδιας ουσίας μ' εμάς κι ήταν όπως είμαστε εμείς κατά τη φύση άνθρωπος, «ήταν πέρα από τους ανθρώπους»(27) με καινότητα τρόπων άγνωστή μας καθορίζοντας τη φύση (28).

«Και αληθινά έγινε άνθρωπος πέρ' από τον άνθρωπο»(29), καθώς είχε συνενωμένους αφαλκίδευτα μεταξύ τους τους υπερφυσικούς τρόπους και τους φυσικούς λόγους, που ο συμβιβασμός τους ήταν αδύνατος, ενώ αυτός που τίποτε δεν του είναι αδύνατο έγινε η αληθινή ένωσή τους και με κανένα από τα δύο που αποτελεί υπόστασή τους δεν ενεργεί χωριστά από το άλλο, αλλά μάλλον με το ένα πιστοποιεί το άλλο. Αφού αυτός είναι αληθινά και τα δύο, σαν Θεός ήταν το κινητικό αίτιο της ανθρώπινης φύσης του, σαν άνθρωπος ήταν η φανέρωση της θεότητάς του. Είχε την ιδιότητα του πάθους με θεϊκό τρόπο, για να πω έτσι, επειδή ήταν εκούσια, αφού δεν ήταν ονομαστικά μόνο ανθρώπινη (δεν ήταν απλός άνθρωπος). Είχε την ιδιότητα της θαυματουργίας με ανθρώπινο τρόπο, αφού ενεργούσε μέσω της σάρκας, επειδή δεν ήταν καθαρός (γυμνός) Θεός. Γι' αυτό είναι τα πάθη θαυμαστά, καθώς καινοποιούνται με την κατά φύση θεϊκή δύναμη και τα θαύματα παθητά, καθώς συμπληρώνονται με την κατά φύση παθητική δύναμη της σάρκας εκείνου που τα θαυματουργεί. Επειδή το γνώριζε τούτο ο δάσκαλος έλεγε: «Στο εξής δεν έπραξε τις θείες ενέργειες του σύμφωνα με την θεϊκή δύναμη»(30), γιατί αυτές δεν τις έπραξε θεϊκά χωρισμένες από τη σάρκα, αφού δεν είναι μόνο υπερούσιος· ούτε τις ανθρώπινες ενέργειες σύμφωνα με την ανθρώπινη δύναμη, γιατί αυτές δεν τις έπραξε σαρκικά μόνο, χώρια από τη θεότητα, αφού δεν ήταν μόνο άνθρωπος, «αλλά του Θεού που έγινε άνδρας» παρουσίασε ανάμεσά μας μία νέα ενέργεια, τη «θεανδρική» (31).

Με την πρόσληψη της σάρκας που είχε ψυχή νοερή έγινε άνθρωπος αληθινά ο κατ' εξοχήν φιλάνθρωπος και είχε ανδρωμένη (εναθρωπισμένη) και θεϊκή ενέργεια κατά άρρητη συνένωση με τη σαρκική. Έτσι ολοκλήρωσε τη για χάρη μας οικονομία θεανδρικά, σαν Θεός δηλαδή και σαν άνδρας συνάμα ενεργώντας τα θεϊκά και τα ανθρώπινα ή, για να μιλήσω σαφέστερα, συνδυάζοντας στην πολιτεία του θεϊκή και ανθρώπινη μαζί ενέργεια.

Με την άρνηση λοιπόν της διαιρέσεως των θείων και των ανθρωπίνων μεταξύ τους εγκαθιστώντας ο σοφός την κατάφαση της ένωσής τους δεν αγνόησε τη βασική διαφορά των ενωμένων. Γιατί η ένωση απομακρύνοντας τη διαίρεση δεν εφαλκίδευσε τη διαφορά. Αν πάλι το λόγο της διαφοράς τον διασώζει ο τρόπος της ένωσης, τότε είναι περιφραστική διατύπωση ο λόγος του αγίου, που θέλει με την κατάλληλη κλήση του διπλού στη φύση Χριστού να μας δείξει τη διπλή του ενέργεια· αν βέβαια και κατά την φύση και κατά την ποιότητα με κανένα τρόπο δεν έχει ατονήσει από την ένωση ο ουσιαστικός λόγος των ενωμένων. Δεν επιχειρεί με μίαν άρνηση των άκρων την κατάφαση ενός μέσου, όπως κάνουν μερικοί. Γιατί δεν υπάρχει κάποιο μέσο στο Χριστό, που να καταφάσκεται μέ την απόφαση των άκρων(32). Έγραψε «καινή, καινούργια»(33), γιατί χαρακτηρίζει καινούργιο μυστήριο, που λόγο του αποτελεί ο απόρρητος τρόπος της συμφυΐας. Ποιος εννόησε πως ο Θεός γίνεται σάρκα κι ωστόσο παραμένει Θεός; Πως ενώ παραμένει Θεός αληθινός είναι και αληθινός άνθρωπος; Παρουσιάζει τον εαυτό του να είναι και τα δύο με φυσική ύπαρξη και καθένα από τα δύο διά μέσου του άλλου και να μη μεταβάλλεται σε κάποιο από τα δύο. Τα δέχεται αυτά μόνο η πίστη απονέμοντας τιμή σιωπηλή στο Λόγο, που στη φύση του κανένας λόγος των όντων δεν είναι φυτεμένος. Είπε «θεανδρική»(34) και δεν εννοούσε μιαν ενέργεια ούτε ένα πράγμα σύνθετο. Ούτε να είναι δηλαδή κατά τη φύση καθαρή θεότητα μόνο, ούτε σκέτη ανθρώπινη οντότητα. Ούτε πάλι ν' αρμόζει στο σύνθετο από τη φύση του μεταίχμιο δύο άκρων, αλλά να ταιριάζει ακριβώς στο Θεό που έγινε άνδρας, που τέλεια δηλαδή ενανθρώπησε. Ούτε πάλι την πρόβαλλε σαν «μία», επειδή όπως νόμισαν μερικοί δεν μπορεί να νοηθεί αλλιώτικα η έννοια καινή, παρά σαν μόνο μία. Η «καινότητα» είναι έννοια ποιου και όχι ποσού, αλλιώς θα εισαγάγει μαζί της κατ' ανάγκη και ανάλογη φύση, αφού όρος κάθε φύσης είναι ο λόγος της ουσιώδους ενέργειάς της, που δε θα τη χαρακτήριζε βέβαια διπλή φτιάχνοντας φιλότιμα έναν τραγέλαφο. 

Μα κι αν το δεχθούμε τούτο, πως αυτός που είναι έτσι από τη φύση του κι ενώ έχει μία ενέργεια και μάλιστα φυσική, θα πραγματοποιήσει μ' αυτή την ίδια και τα θαύματα και τα πάθη, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά το λόγο της φύσης τους, χωρίς την έλλειψη που επισυμβαίνει μετά τη φθορά της ύλης; Γιατί κανένα από τα όντα δεν έχει στη φύση του τη δυνατότητα να πράττει τα αντίθετα· παραμένει στα όρια του και κυβερνάται από το λόγο της φύσης του.

Γι' αυτό δεν είναι θεμιτό να μιλούμε για μιαν απλή ή φυσική ενέργεια από κοινού για τη θεότητα και τη σάρκα. Γιατί τότε θα δεχθούμε και μία φύση και τότε η τριάδα θα γίνει τετράδα(35). Δεν έχει ταυτισθεί, μας λέει, με τη σάρκα ούτε κατά τη φύση ούτε κατά τη δύναμη ούτε κατά την ενέργεια. Κατ' αυτά ο υιός ταυτίσθηκε φυσικά με τον πατέρα και το πνεύμα εξαιτίας της μιας ουσίας. Για κανένα όμως απ' αυτά δεν ταυτίσθηκε με τη σάρκα εξαιτίας της ένωσης κι ας έχει με την ένωσή της μαζί του ζωοποιήσει τη σάρκα, ενώ έχει τη φυσική θνητότητα. Αλλιώς θα παρουσιασθεί και μεταβλητή φύση ότι έχει, και ότι έχει μεταβάλει την ουσία της σάρκας σε κάτι που δεν ήταν πρώτα, και ότι έχει ταυτοποιήσει φύση και ένωση.

Τη θεανδρική ενέργεια ας τη στοχασθούμε όπως αποδόθηκε. Την επολιτεύθηκε για χάρη μας, όχι για χάρη του εαυτού του και εκαινοποίησε τη φύση μας με τα υπερφυσικά. Πολιτεία σημαίνει ζωή που βιώνεται κατά το νόμο της φύσης. Κι αφού ο Κύριος είναι διπλός στη φύση, παρουσιάσθηκε εύλογα να έχει κατάλληλο βίο, που υπακούει στο θείο κι ανθρώπινο νόμο και να είναι συγκροτημένος σε ασύγχυτη ταυτότητα. Βίο καινούργιο κι αυτόν, όχι μονάχα ξένο και παράδοξο για τους ανθρώπους και που ακόμα δεν έχει γνωρίσει η φύση των όντων, αλλά και που αποτελεί τον τύπο της νέας ενέργειας εκείνου που έζησε με τρόπο νέο. Ονόμασε ίσως την ενέργεια θεανδρική αυτός που βρήκε αρμόδια ονομασία στο μυστήριο αυτό, για να συγκεκριμενοποιήσει τον τρόπο της αντίδοσης που πραγματοποιείται κατά την απόρρητη ένωση και κάνει ώστε ν' ανήκουν αμοιβαία οι ιδιότητες του ενός μέρους του Χριστού στο άλλο χωρίς τη μεταβολή και τη σύμφυση του ενός μέρους προς το άλλο κατά το φυσικό λόγο. 

Όπως δηλαδή του ξίφους που το πυρακτώσαμε η δύναμη που κόβει έγινε δύναμη που καίει και συνάμα η καυστική δύναμη έγινε δύναμη που κόβει -γιατί ενώθηκε όπως η φωτιά με το σίδερο- έτσι και η καυστική δύναμη της φωτιάς ενώθηκε με την ιδιότητα του σιδήρου να κόβει. Και ο σίδηρος απόχτησε δύναμη που καίει με την ένωση του με τη φωτιά κι η φωτιά απόχτησε δύναμη που κόβει με την ένωσή της με το σίδερο. Κανένα από τα δύο δεν έπαθε μεταβολή προς το άλλο με την αντίδοση του ενός προς το άλλο κατά την ένωση, αλλά καθένα και μέσα στην ιδιότητα εκείνου που συντελείται κατά την ένωση δεν ξεπέφτει από τη δική του φυσική ιδιότητα. Έτσι και μέσα στο μυστήριο της θεϊκής σάρκωσης το θεϊκό και το ανθρώπινο ενώθηκαν υποστατικά, χωρίς κανένα από τα δύο να βγει από τη φυσική ενέργειά του εξαιτίας της ένωσης και χωρίς να έχει αποκτήσει μετά την ένωση την άσχετη του ενέργεια ξεχωριστή από εκείνην που είναι ενωμένη μαζί του και συνυπάρχει μ' αυτό.

Γιατί, αφού με όλη τη δραστική δύναμη(36) της θεότητας του ο Λόγος που έγινε σάρκα είχε συνενωμένη μαζί του με άλυτη ένωση όλη την παθητική δύναμη της ίδιας της ανθρωπότητάς του, ενεργούσε ανθρώπινα, αν και Θεός, τα θαύματα, που λάβαιναν την ολοκλήρωση τους μέσα σε σάρκα παθητή από τη φύση της. Και πάλι αν και άνθρωπος χειριζόταν θεϊκά τα πάθη της φύσης που διεκπαιρεώνονταν με θεϊκή εξουσία. Και τα δύο τα πραγματοποιούσε θεανδρικά, αφού ήταν Θεός μαζί και άνθρωπος· με τούτο μας αποδίνει στον εαυτό μας έτσι όπως φανήκαμε πως είμαστε και μ' εκείνα μας παραδίνει στον εαυτό του, αφού γίνωμε ό,τι μας έχει υποτυπώσει. Και με τα δύο μαζί πιστοποιεί την αλήθεια εκείνων, από τα οποία αποτελείται, μέσα στα οποία υπάρχει και των οποίων είχε την ουσία σαν ο μόνος αληθινός και αξιόπιστος, και θέλει να τον ομολογούμε ό,τι είναι στην ουσία του. (37)

Αφού έχετε μπροστά σας κι ολοκληρώνετε τη μορφή του, ω αγιασμένοι στο λόγο και στο βίο, μιμηθείτε τη μακροθυμία του κι όταν λάβετε τη γραφή μου αυτή, σταθήτε φιλάνθρωποι κριτές των στοχασμών μου. Παραβλέψετε με τη συμπάθεια σας τα παραστρατήματα του παιδιού σας, που μόνη αυτή την ανταμοιβή θέλει για την υπακοή του. Γίνετε οι μεσίτες μου για τη συμφιλίωσή μου μ' αυτόν δημιουργώντας την ειρήνη που ξεπερνά κάθε νου (38) κι άρχοντάς (39) της είναι ο ίδιος ο Σωτήρας, που με την έξη της πράξης ελευθερώνει από τον σάλο των παθών όσους τον φοβούνται κι είναι πατέρας του μελλοντικού αιώνα (40) γεννώντας μέσω της αγάπης και της γνώσης εκείνους που γέμισαν τον άνω κόσμο. Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, η μεγαλωσύνη, η εξουσία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες. Αμήν.

ΜΕ ΛΙΓΗ ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΒΡΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ, ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ, ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ.

Σημειώσεις

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (4)

 Συνέχεια από: Συνέχεια από Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ

4

Του ιδίου αγίου (Γρηγορίου) από το δεύτερο Λόγο του περί Υιού στα λεγόμενα· «Ως Λόγος λοιπόν δεν ήταν ούτε υπάκουος ούτε ανυπάκουος. Γιατί αυτά ανήκουν σ' εκείνους που βρίσκονται κάτω από εξουσία και στους κατώτερους· το ένα ανήκει στους καλοκάγαθους, και το άλλο σ᾽ εκείνους που είναι άξιοι για τιμωρία. Ως μορφή δούλου, συγκαταβαίνει στους ομόδουλούς του και τους δούλους και παίρνει τη μορφή του αλλότριού του, φέροντας στον εαυτό του όλον εμένα με όλα τα δικά μου, για να δαπανήσει στον εαυτο του το χειρότερο, όπως η φωτιά εξαφανίζει το κερί, ή όπως ο ήλιος την πρωινή δροσιά της γης, και να λάβω εγώ όλα εκείνου εξαιτίας της σύγκρασής μου μαζί του. Γι' αυτό τιμά έμπρακτα την υπακοή και τη δοκιμάζει στο πάθος. Γιατί δεν φτάνει η διάθεση μόνο, όπως βέβαια και σ' εμάς, αν δεν προχωρήσουμε στην πράξη. Γιατί το έργο είναι η απόδειξη της διάθεσης. Δεν είναι ίσως άσχημο να υποθέσουμε και το άλλο, ότι δοκιμάζει τη δική μας υπακοή κι ότι μετράει όλα τα δικά μας με τα δικά του πάθη, με κάποια τέχνη φιλανθρωπίας, ώστε να μπορεί να γνωρίζει από τα δικά του τα δικά μας, και πόσο πρέπει να μας απαιτούνται ευθύνες και πόσο να συγχωρούμαστε, λογαριάζοντας μαζί με το πάθος και την ασθένειά μας».

Ως Θεός από τη φύση του ο Λόγος είναι οπωσδήποτε ελεύθερος, λέει, από την υπακοή και την παρακοή, γιατί ως Κύριος είναι ο φυσικός δοτήρας και κάθε εντολής, της οποίας η υπακοή είναι τήρηση, ενώ η παρακοή παράβαση. Γιατί ο νόμος των εντολών και η εκπλήρωση η παράβασή του αφορά όσα χαρακτηρίζονται από κίνηση, όχι εκείνο που το φυσικό Είναι του είναι η στάση.

Ως μορφή δούλου, δηλαδή Θεός που έγινε άνθρωπος στη φύση, συγκατέβηκε στους ομόδουλους του και δούλους, παίρνοντας ως μορφή του το αλλότριο, αφού υποδύθηκε μαζί με τη φύση μας και την παθητότητά της. Γιατί είναι ξένο προς τον αναμάρτητο από τη φύση του το επιτίμιο εκείνου που αμάρτησε, κι αυτό είναι η παθητότητα, στο οποίο εξαιτίας της παράβασης κατακρίθηκε όλη η φύση.

Αν τώρα κενώθηκε στη μορφή του δούλου, δηλαδή έγινε άνθρωπος, και πήρε, δείχνοντας συγκατάβαση, ως μορφή το αλλότριο, δηλαδή έγινε άνθρωπος παθητός από τη φύση του, θεωρείται επομένως κένωσή του και συγκατάβαση ως αγαθού μαζί και φιλάνθρωπου· και η μεν τον δείχνει να έχει γίνει άνθρωπος αληθινά και η δε αληθινά από τη φύση του άνθρωπος παθητός. Γι' αυτό λέει ο διδάσκαλος· «έχοντας στον ευατό του ολόκληρον εμένα μαζί με τα δικά μου στοιχεία», δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, σε ένωση υποστασιακή μαζί της με τα αδιάβλητα πάθη της. Με αυτά, αφού εξαφάνισε το χειρότερο δικό μας στοιχείο, εξαιτίας του οποίου παρεισέφρησε στη φύση μας η παθητότητα, εννοώ το νόμο της αμαρτίας που πήγασε από την παρακοή, που ισχύς του είναι η παραφύση διάθεση της γνώμης μας, εισάγοντας τη δύναμη των παθών στην παθητότητα της φύσης μας άλλοτε χαλαρή και άλλοτε έντονη, όχι μόνο μας έσωσε από την κατοχή της αμαρτίας, αλλά μας μετέδωσε και θεία δύναμη καταργώντας το επιτίμιό μας, δύναμη που πραγματοποιεί την ατρεψία της ψυχής και την αφθαρσία του σώματος μέσα στην ταυτότητα της γνώμης σχετικά με το φυσικό καλό, γι' αυτούς που επιχειρούν σοβαρά να τιμήσουν τη χάρη με τα έργα τους. Αυτό νομίζω θέλοντας να διδάξει και ο άγιος λέει· «Για να εξαφανίσει στον εαυτό του το χειρότερο, όπως η φωτιά το κερί ή όπως ο ήλιος την πρωινή δροσιά στη γη, και να μεταλάβω εγώ τα δικά του εξαιτίας της σύγκρασής μου μ' αυτόν», να γίνω δηλαδή με τη δύναμη της χάριτος εξίσου μ' εκείνον καθαρός από πάθη.

Γνωρίζω και μια άλλη άποψη για το λεγόμενο, «παίρνει ως μορφή το αλλότριό του», που την άκουσα από κάποιον άγιο σοφό στο λόγο και στο βίο. Όταν ρωτήθηκε εκείνος έλεγε πως είναι αλλότριο στη φύση του Λόγου η υπακοή, όπως και η υποταγή, που την ανέχθηκε ολόκληρη για χάρη μας, επειδή καταπατήσαμε την εντολή, και πραγματοποίησε τη σωτηρία του γένους μας, κάνοντας δικό του το δικό μας. Γι' αυτό τιμά την υπακοή στην πράξη, με το να γίνει νέος Αδάμ στη φύση για χάρη του παλαιού, και την ασκεί με το πάθος του περνώντας θεληματικά από τα ίδια μ' εμάς παθήματα, εφόσον βέβαια σύμφωνα μ' αυτόν τον αληθινά μεγάλο δάσκαλο, «εκοπίασε και επείνασε και εδίψασε και εδοκίμασε αγωνία και εδάκρυσε», σύμφωνα με το νόμο του σώματος, πράγμα που αποτελεί σαφή απόδειξη ενεργητικής διάθεσης και τεκμήριο της συγκατάθεσης προς τους ομόδουλους και τους δούλους του. Γιατί έμεινε Δεσπότης στη φύση και έγινε δούλος για μένα το φυσικό δούλο, για να με κάνει κύριο εκείνου που με την απάτη με υπόταξε στην τυραννία του. Γι' αυτό ακριβώς, ενεργώντας τα δουλικά έργα σαν Δεσπότης, δηλαδή τα σαρκικά σαν Θεός, φανέρωνε την απαθή κι από τη φύση της κυρίαρχη δύναμη μέσα στα σαρκικά, που αφανίζει με το πάθος τη φθορά και δημιουργεί με το θάνατο την ανώλεθρη ζωή, και πράττοντας σαν δούλος τα δεσποτικά του έργα, δηλαδή σαρκικώς πράττοντας τα θεϊκά του έργα, αποδείκνυε την άφατη κένωση που θεοποιούσε όλο το γένος μας με παθητή σάρκα, το οποίο είχε γίνει γη με τη φθορά.

Γιατί με την εναλλαγή αυτών επιβεβαίωνε με σαφήνεια τόσο τις φύσεις που υπόστασή τους αποτελούσε ο ίδιος, όσο και τις ενέργειες της ουσίας τους, δηλαδή τις κινήσεις, που ένωνε ασύγχυτα στον εαυτό του, χωρίς να δέχεται διαίρεση στις δύο φύσεις που ήταν αυτός η υπόστασή τους, εφόσον προσφυώς στον εαυτό του ενεργούσε μοναδικώς, δηλαδή ενοειδώς, και με καθένα από όσα αυτός έπραττε με τη δύναμη της θεότητάς του συμφανέρωνε την ενέργεια της δικής του σάρκας. Γιατί από αυτόν, που είναι ένας, δεν υπάρχει άλλο ενικότερο, ούτε πάλι ήταν κάτι ολότελα πιο ενικό και πιο σωστικό από τα δικά του έργα. Γι' αυτό ήταν στ' αλήθεια ο ίδιος και Θεός πάσχων και στ' αλήθεια άνθρωπος που θαυματουργούσε, επειδή ήταν και αληθινή υπόσταση αληθινών φύσεων σε υπόσταση άρρητη. Σ' αυτές ενεργώντας με τρόπο κατάλληλο και προσφυή παρουσιαζόταν να σώζεται (σωζόμενος), διασώζοντάς αυτές (τις φύσεις) αληθινά ασύγχυτες, αφού βέβαια έμεινε απαθής και παθητός στη φύση, αθάνατος και θνητός, ορατός και νοητός (νοούμενος), επειδή είναι ο ίδιος φύσει Θεός και φύσει άνθρωπος.

Μ' αυτή την έννοια, κατά τη γνώμη μου, ο φύσει Δεσπότης τιμά την υπακοή και την επιχειρεί διά μέσου του πάθους, όχι για να σώσει μόνο με την ενέργειά του όλη τη φύση αποκαθαίροντάς την από το χειρότερο, αλλά για να δοκιμάσει και τη δική μας υπακοή μαθαίνοντας τα δικά μας με τη βίωση των δικών μας αυτός που περικλείει όλη τη γνώση στη φύση του, μαθαίνοντας δηλαδή κατά πόσο κρινόμαστε οφειλέτες και κατά πόσο συγχωρούμαστε ως προς την τέλεια υποταγή, με την οποία πρέπει να οδηγήσει στον Πατέρα του όσους αποδείχθηκαν ότι σώζονται από αυτόν με τη δύναμη της χάριτος. Γιατί είναι αληθινά μεγάλο και φρικτό το μυστήριο της σωτηρίας μας. Απαιτείται από μέρους μας τόσο, όσο εκείνος έχει λάβει από τη φύση, και συγχωρούμαστε τόσο, όσο αυτός μας παραχώρησε με την ένωσή του με εμάς, εάν βέβαια η έξη της φιλομαρτήμονας γνώμης δεν κάνει ύλη κακίας την ασθένεια της φύσης μας. Και φαίνεται να εννοεί κάτι τέτοιο ο μεγάλος αυτός δάσκαλος, βεβαιώνοντάς μας το με τα εξής. Γιατί λέει· «Αν το φως που φέγγει στο σκοτάδι, δηλαδη στη ζωή αυτή, διώχθηκε εξαιτίας του σωματικού σκεπάσματος από το άλλο σκοτάδι, εννοώ το σκοτάδι του πονηρού που μας πειράζει, πόσο είναι το σκοτάδι, αφού είναι πιο αδύναμο; Και γιατί είναι θαυμαστό, φεύγοντας εκείνο το φως εντελώς, να πιαστούμε εμείς; Γιατί είναι μεγαλύτερο για κείνον να διωχθεί, παρά να πιαστούμε εμείς, για όσους σκέπτονται ορθά αυτά τα πράγματα».

Το πρωτότυπο κείμενο
4
Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ δευτέρου περί Υἱοῦ Λόγου, εἰς τό· " Ὡς μέν γάρ Λόγος, οὔτε ὑπήκοος ἦν, οὔτε ἀνήκοος· τῶν γάρ ὑπό χεῖρα ταῦτα καί τῶν δευτέρων· τό μέν τῶν εὐγνωμονεστέρων, τό δέ τῶν ἀξίων κολάσεως. Ὡς δέ δούλου μορφή, συγκαταβαίνει τοῖς ὁμοδούλοις καί δούλοις, καί μορφοῦται τό ἀλλότριον, ὅλον ἐν ἑαυτῷ φέρων μετά τῶν ἐμῶν, ἵνα ἐν ἑαυτῷ δαπανήσῃ τό χεῖρον, ὡς κηρόν πῦρ, ἤ ὡς ἀτμίδα γῆς ἥλιος, κἀγώ μεταλάβω τῶν ἐκείνου διά τήν σύγκρασιν. Διά τοῦτο ἔργῳ τιμᾷ τήν ὑπακοήν καί πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν. Οὐ γάρ ἱκανόν ἡ διάθεσις, ὥσπερ οὐδέ ἡμῖν, εἰ μή καί διά τῶν πραγμάτων χωρήσαιμεν. Ἔργον γάρ ἀπόδειξις διαθέσεως. Οὐ χεῖρον δέ ἴσως κἀκεῖνο ὑπολαβεῖν, ὅτι δοκιμάζει τήν ἡμετέραν ὑπακοήν, καί πάντα μετρεῖ τοῖς ἑαυτοῦ πάθεσι τά ἡμέτερα, τέχνη φιλανθρωπίας, ὥστε ἔχειν εἰδέναι τοῖς ἑαυτοῦ τά ἡμέτερα, καί πόσον μέν ἀπαιτούμεθα, πόσον δέ συγχωρούμεθα, λογιζομένης μετά τοῦ πάσχειν καί τῆς ἀσθενείας."  

Ὡς μέν γάρ φύσει Θεός Λόγος, ὑπακοῆς, φησί, καί παρακοῆς πάντως ἐλεύθερος, ὅτι καί φύσει πάσης ἐντολῆς ὡς Κύριος ὑπάρχει δοτήρ, ἧς ἡ μέν ὑπακοή τήρησίς ἐστιν, ἡ δέ παρακοή παράβασις. Τῶν γάρ φύσει κινουμένων ὁ κατ᾿ ἐντολήν νόμος καί ἡ κατ᾿ αὐτόν πλήρωσίς ἐστι καί παράβασις, οὐχί οὗ φύσει τό εἶναι στάσις ἐστίν.  

Ὡς δέ δούλου μορφῇ, τουτέστιν ἄνθρωπος φύσει γενόμενος, συγκατέβη τοῖς ὁμοδούλοις καί δούλοις, φορφωθείς τό ἀλλότριον, ἅμα τῇ φύσει καί τό καθ᾿ ἡμᾶς τῆς φύσεως ὑποδύς παθητόν. Ἀλλότριον γάρ τοῦ κατά φύσιν ἀναμαρτήτου τό τοῦ ἁμαρτήσαντος ἐπιτίμιον, ὅπερ ἐστί τό διά τήν παράβασιν κατακριθέν τῆς ὅλης φύσεως παθητόν.  

Εἰ δέ κενωθείς μέν δούλου μορφῇ, τουτέστιν ἄνθρωπος συγκαταβάς δέ μορφοῦται τό ἀλλότριον, τουτέστιν ἄνθρωπος φύσει γίνεται παθητός, κένωσις ἅρα περί αὐτόν ὡς ἀγαθόν ὁμοῦ καί φιλάνθρωπον θεωρεῖται καί συγκατάβασις, ἡ μέν ἄνθρωπον ἀληθῶς, ἡ δέ φύσει παθητόν ἄνθρωπον ἀληθῶς ὄντα δεικνῦσα γεγενημένον. Διό φησιν ὁ διδάσκαλος· (1044)  "  Ὅλον ἐν ἑαυτῷ ἐμέ φέρων μετά τῶν ἐμῶν, " τουτέστι τήν ἀνθρωπείαν φύσιν ὁλόκληρον, ἑνώσει τῇ καθ᾿ ὑπόστασιν μετά τῶν αὐτῆς ἀδιαβλήτων παθῶν. Οἷς ἡμῶν δαπανήσας τό χεῖρον, διό τῇ φύσει τό παθητόν ἐπεισεκρίθη, λέγω δέ τόν ἐκ τῆς παρακοῆς νόμον τῆς ἁμαρτίας, οὗ  κράτος ἐστίν ἡ παρά φύσιν τῆς ἡμετέρας γνώμης διάθεσις, ἐμπάθειαν τῷ παθητῷ τῆς φύσεως ἐπεισάγουσα κατ᾿ ἄνεσιν καί ἐπίτασιν, οὐ μόνον σέσωκεν ὑπό τῆς ἁμαρτίας κατεχομένους, ἀλλά καί θείας δυνάμεως μεταδέδωκεν ἐν ἑαυτῷ λύσας ἡμῶν τό ἐπιτίμιον, ψυχῆς ἀτρεψίαν καί σώματος ἀφθαρσίαν ἐργαζομένης ἐν τῇ περί τό φύσει καλόν τῆς γνώμης ταυτότητι, τοῖς ἔργῳ τιμᾷν τήν χάριν σπουδάζουσιν. Ὅπερ οἶμαι διδάσκων ὁ ἅγιός φησιν· "Ἵνα ἐν ἑαυτῷ δαπανήσῃ τό χεῖρον, ὡς κηρόν πῦρ, ἤ ὡς ἀτμίδα γῆς ἥλιος, κἀγώ μεταλάβω τῶν ἐκείνου διά τήν σύγκρασιν·" καθαρός δηλαδή τῇ χάριτι πάθους ἴσως ἐκείνῳ γενόμενος. 

Οἶδα δέ καί λόγον ἕτερον περί τοῦ, "Μορφοῦται τό ἀλλότριον," παρά τινος ἁγίου σοφοῦ καί λόγον καί βίον μαθών. Ἔλεγε γάρ ἐρωτηθείς ἐκεῖνος ἀλλότριον εἶναι τοῦ Λόγου φύσει τήν ὑπακοήν, ὥσπερ καί τήν ὑποταγήν, ἥν ὑπέρ ἡμῶν παραβάντων τήν ἐντολήν ἐκτίσας ὅλην εἰργάσατο τοῦ γένους τήν σωτηρίαν, ἑαυτοῦ ποιούμενος τό ἡμέτερον. Διά τοῦτο ἔργῳ τιμᾷ τήν ὑπακοήν, νέος Ἀδάμ ὑπέρ τοῦ παλαιοῦ φύσει γενόμενος, καί πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν, διά τῶν αὐτῶν ἑκουσίως ἡμῖν ἐνεχθείς παθημάτων. Εἴπερ κατά τοῦτον ἀληθῶς τόν μέγαν διδάσκαλον, "Ἐκοπίασε, καί ἐπείνασε, καί ἐδίψησε, καί ἠγωνίασε, καί ἐδάκρυσε" νόμῳ σώματος, ὅ δή σαφής ἐνεργοῦς ἐστιν ἀπόδειξις διαθέσεως, καί τῆς προς τούς ὁμοδόλους τε καί δούλους τεκμήριον συγκαταβάσεως. Δεσπότης γάρ φύσει μεμένηκε, καί δοῦλος δ᾿ ἐμέ τόν φύσει δοῦλον γενόμενος, ἵνα ποιήσῃ δεσπότην τοῦ δι᾿ ἀπάτης τυραννικῶς κυριεύσαντος, διά τοῦτο τά μέν δουλικά δεσποτικῶς ἐνεργῶν, τουτέστι τά σαρκικά θεϊκῶς, τήν ἀπαθῆ καί φύσει δεσπόζουσαν ἐν τοῖς   σαρκικοῖς ἐπεδείκνυτο δύναμιν, διά πάθους,   τήν φθοράν ἀφανίζουσαν, καί διά θανάτου ζωήν δημιουργοῦσαν ἀνώλεθρον, τά δεσποτικά δέ πράττων δουλικῶς, τουτέστι τά θεῖα σαρκικῶς, τήν ἄφατον ἐνεδείκνυτο κένωσιν, διά σαρκός παθητῆς τό γένος ἅπαν τῇ φθορᾷ γεωθέν θεουργοῦσαν. 

Τῇ γάρ τούτων ἐπαλλαγῇ σαφῶς ἐπιστοῦτο τάς τε φύσεις ὧν αὐτός ὑπόστασις ἦν, καί τάς αὐτῶν οὐσιώδεις ἐνεργείας, ἤγουν κινήσεις, ὧν αὐτός ἕνωσις ἦν ἀσύγχυτος, μή δεχομένη διαίρεσιν κατ᾿ ἄμφω τάς φύσεις ὧν αὐτός ὑπόστασις ἦν, εἴπερ  ἑαυτῷ προσφυῶς μοναδικῶς, τουτέστιν ἑνοειδῶς ἐνεργῶν, καί δι᾿ ἑκάστου τῶν ὑπ' αὐτοῦ γινομένων τῇ δυνάμει τῆς ἑαυτοῦ θεότητος ἀχωρίστως συνεκφαίνων τῆς οἰκείας σαρκός τήν ἐνέργειαν.  Αὐτοῦ γάρ ἑνός ὄντος οὐδέν ἑνικώτερον, οὐδ᾿ αὐτοῦ πάλιν τῶν ἑαυτοῦ παντελῶς ἐνικώτερον ἤ σωστικώτερον. Διά τοῦτο καί πάσχω Θεός ἦν ἀληθῶς, καί θαυματουργῶν ἄνθρωπος ἦν ὁ αὐτός ἀληθῶς, ὅτι καί φύσεων ἀληθῶν καθ᾿ ἕνωσιν ἄῤῥητον ὑπόστασις ἦν ἀληθής. Αἷς καταλλήλως τε καί προσφυῶς ἐνεργῶν ἐδείκνυτο σώζων αὐτάς ἀληθῶς ἀσυγχύτους σωζόμενος· εἴπερ ἀπαθής μεμένηκε φύσει καί παθητός, ἀθάνατος καί θνητός, ὁρατός καί νοούμενος, ὡς φύσει Θεός καί φύσει ἄνθρωπος ὁ αὐτός. 

Οὕτω μέν οὖν, κατ᾿ ἐμέ φάναι, τιμᾷ τήν ὑπακοήν ὁ φύσει Δεσπότης, καί πειρᾶται ταύτης ἐκ τοῦ παθεῖν, οὐχ ἵνα σώσῃ μόνον τοῖς ἑαυτοῦ τήν ἅπασαν  φύσιν ἀποκαθάρας τοῦ χείρονος, ἀλλ᾿ ἵνα καί τήν ἡμετέραν ὑπακοήν δοκιμάσῃ μανθάνων τῇ πείρᾳ τῶν ἡμετέρων τά καθ᾿ ἡμᾶς, ὁ πᾶσαν γνῶσιν τῇ φύσει περιγράφων, πόσον μέν ἀπαιτούμεθα, πόσον δέ συγχωρούμεθα πρός τήν τελείαν ὑποταγήν, δι᾿ ἧς προσάγειν πέφυκε τῷ Πατρί τούς σωζομένους, κατ᾿ αὐτόν φανέντας τῇ δυνάμει τῆς χάριτος. Ὡς μέγα καί φρικτόν ὄντως τό τῆς ἡμῶν σωτηρίας μυστήριον. Ἀπαιτούμεθα γάρ ὅσον ἐκεῖνος φύσει τό καθ᾿ ἡμᾶς, συγχωρούμεθα δέ ὅσον αὐτός ὑπέρ ἡμᾶς ἑνώσει τό καθ᾿ ἡμᾶς. Εἰ μήπου γνώμης φιλαμαρτήμονος ἕξις ποιεῖται κακίας ὕλην τῆς φύσεως τήν ἀσθένειαν. Καί δῆλός ἐστι ταύτης ὑπάρχων τῆς ἐννοίας ὁ πολύς οὗτος διδάσκαλος, τοῖς ἑξῆς αὐτήν βεβαιῶν. Φησί γάρ· " Εἰ γάρ τό φῶς ἐδιώχθη διά τό πρόβλημα, φαῖνον ἐν τῇ σκοτίᾳ, τῷ βίῳ τούτῳ, ὑπό τῆς ἄλλης σκοτίας, τοῦ πονηροῦ λέγω καί τοῦ πειραστοῦ, τό σκότος πόσον, ὡς ἀσθενέστερον; Καί τί θαυμαστόν, εἰ ἐκείνου διαφυγόντος παντάπασιν ἡμεῖς ποσῶς καταληφθείημεν;  Μεῖζον γάρ ἐκείνῳ τό διωχθῆναι, ἤπερ ἡμῖν τό καταληφθῆναι, παρά τοῖς ὀρθῶς ταῦτα λογιζομένοις."  

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (3)

Συνέχεια από: Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ

3

Του ιδίου αγίου από τον ίδιο λόγο στο «Αυτός λοιπόν που τώρα εσύ τον καταφρονείς, κάποτε ήταν πάνω από εσένα. Αυτός που τώρα είναι άνθρωπος, ήταν και απλός (ασύνθετος)· αυτό που ήταν παρέμεινε και αυτό που δεν ήταν το προσέλαβε. Στην αρχή υπήρχε χωρίς αιτία (ποια πράγματι αιτία υπάρχει του Θεού;), ύστερα όμως έγινε άνθρωπος για κάποιο λόγο, και ο λόγος αυτός ήταν να σωθείς εσύ ο υβριστής, που γι' αυτό περιφρονείς τη θεότητα, που καταδέχθηκε δηλαδή τη σωματική σου παχύτητα, αφού ήρθε σε συνάφεια με τη σάρκα μέσω του νού κι αφού έγινε ο άνθρωπος ο κάτω Θεός, επειδή αναμίχθηκε με το Θεό και έγινε ένας, αφού νίκησε το ανώτερο, για να γίνω τόσο θεός, όσο εκείνος έγινε άνθρωπος».

Αυτός, λέει, που τώρα καταφρονείται από εσένα, ήταν κάποτε πριν από εσένα· προϋπήρχε δηλαδή από όλους τους αιώνες και ήταν από τον εαυτό του πέρα από όλη τη φύση, αν και τώρα για χάρη σου περιήλθε κάτω και από τα δύο. Αυτός που τώρα είναι άνθρωπος, ήταν ασύνθετος, απλός στη φύση και στην υπόσταση, επειδή ήταν Θεός μόνο, γυμνός από σώμα και όσα ανήκουν στο σώμα, αν και βέβαια τώρα με την πρόσληψη της σάρκας που έχει ψυχή νοερή έγινε αυτό που δεν ήταν, σύνθετος δηλαδή στην υπόσταση, παραμένοντας όμως εκείνο που ήταν, απλός δηλαδή στη φύση, για να σώσει εσένα τον άνθρωπο. Αυτή υπήρξε η μοναδική αιτία της σαρκικής γέννησής του, η σωτηρία της φύσης, της οποίας, αφού φόρεσε σαν ένα υλικό πάχος την παθητότητα, ήρθε διά μέσου του νού σε συνάφεια με τη σάρκα, και έγινε άνθρωπος ο κάτω Θεός, λαμβάνοντας για χάρη όλων μας όλα τα δικά μας στοιχεία, εκτός από την αμαρτία, το σώμα, την ψυχή, το νού, από όσα πέρασε ο θάνατος, κι έγινε το κοινό όλων αυτών, ο άνθρωπος, Θεός ορατός χάρη στη νόηση.

Αυτός λοιπόν χωρίς τροπή κατ' εξουσίαν ο Λόγος, αφού κενώθηκε στης δικής μας φύσης την παθητότητα κι αφού με τη σάρκωσή του μπήκε αληθινά κάτω από την εξουσία της φυσικής αίσθησης, ονομάσθηκε Θεός ορατός και Θεός κάτω, και με την από τη φύση της παθητή σάρκα φανέρωσε την υπεράπειρη δύναμή του, επειδή πρόδηλα η σάρκα συναναμίχθηκε με το Θεό κι έγινε ένας, αφού νίκησε το ανώτερο, που τη θέωσε εξουσιαστικά εξαιτίας της υποστατικής ταυτότητας ο Λόγος που την προσέλαβε. Και έγινε ένας, όχι ένα, μας είπε ο δάσκαλος, για να δείξει ότι και στην ταυτότητα ακόμα της μιάς υπόστασης παρέμεινε ασύγχυτη η φυσική ετερότητα των δύο φύσεων που ενώθηκαν, εφόσον το ένα δηλώνει την υπόσταση και το άλλο τη φύση. Γιατί το «για να γίνω τόσο θεός, όσο εκείνος έγινε άνθρωπος», δεν μπορώ να το πω εγώ, που έχω ρυπωθεί από την αμαρτία και δείχνω τέλεια αδιαφορία για την αληθινή ζωή, αλλ᾽ είναι στόχος δικός σας, που με την τέλεια απολαβή της φύσης αναγνωρίζεστε από τη χάρη μόνο και που μέλλετε ν' αναδειχθείτε τόσο πολύ από τη δύναμή της, όσο ο από τη φύση του Θεός με τη σάρκωσή του μετέβαλε τη δική μας αδυναμία, θέτοντας, όπως αυτός γνωρίζει, αντίρροπο της κένωσής του τη θέωση εκείνων που σώζονται με τη χάρη, που θα γίνουν ολόκληροι θεοειδείς και θα περιλάβουν ακέραιο το Θεό και μόνο αυτόν. Γιατί αυτό είναι η τελείωση προς την οποία σπεύδουν όσοι πίστεψαν ότι αληθινά θα εκπληρωθεί αυτή η επαγγελία.

Το πρωτότυπο κείμενο

Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου εἰς τό· "Οὗτος γάρ ὁ νῦν σοι καταφρονούμενος ἦν ὅτε καί ὑπέρ σέ ἦν· ὁ νῦν ἄνθρωπος καί ἀσύνθετος ἦν· (1040) ὁ μέν ἦν, διέμεινεν, ὁ δέ οὐκ ἦν, προσέλαβεν· ἐν ἀρχῇ ἦν ἀναιτίως (τίς γάρ αἰτία Θεοῦ;) · ἀλλά καί ὕστερον γέγονε δι᾿ αἰτίαν· ἡ δέ ἦν τό σέ σωθῆναι τόν ὑβριστήν, ὅς διά τοῦτο περιφρονεῖς θεότητα ὅτι τήν σήν παχύτητα κατεδέξατο, διά μέσου νούς ὁμιλήσας σαρκί καί γενόμενος ἄνθρωπος ὁ κάτω Θεός, ἐπειδή συνακεκράθη Θεῷ καί γέγονεν εἷς, τοῦ κρείττονος ἐκνικήσαντος, ἵνα γένωμαι τοσοῦτον Θεός ὅσον ἐκεῖνος ἄνθρωπος."

Οὗτος γάρ ὁ νῦν σοι καταφρονούμενος, φησίν, ἦν ὅτε καί ὑπέρ σέ ἦν, παντός αἰῶνος δηλονότι καί πάσης δι᾿ ἑαυτόν ὑπάρχων ἐπέκεινα φύσεως, κἄν ὑπ᾿ ἄμφω νῦν διά σέ γεγένηται θέλων. Ὁ νῦν ἄνθρωπος καί ἀσύνθετος ἦν, τήν τε φύσιν ἁπλοῦς καί τήν ὑπόστασιν, ἅτε δή μόνον Θεός, γυμνός σώματος καί τῶν ὅσα σώματος, κἄν νῦν προσλήψει σαρκός ψυχήν ἐχούσης νοεράν, ὅπερ οὐκ ἦν γέγονε, τήν ὑπόστασιν σύνθετος, διαμείνας ὅπερ ἦν, τήν φύσιν ἁπλοῦς, ἵνα σέ σώσῃ τόν ἄνθρωπον. Ταύτην γάρ τῆς σαρκικῆς αὐτοῦ μόνην αἰτίαν ἔσχε γεννήσεως, τήν σωτηρίαν τῆς φύσεως, ἧς ὑπελθών, καθάπερ τι πᾶχος, τό παθητόν διά μέσου νοός ὡμίλησε σαρκί, γενόμενος ἄνθρωπος ὁ κάτω Θεός, πάντα ὑπέρ πάντων γενόμενος ὅσα ἡμεῖς, πλήν τῆς ἁμαρτίας, σῶμα, ψυχή, νοῦς, δι᾿ ὅσων ὁ θάνατος, τό κοινόν ἐκ τούτων, ἄνθρωπος, Θεός ὁρώμενος διά τό νοούμενον. 

Αὐτός οὖν δίχα τροπῆς κυρίως πρός τό καθ᾿ ἡμᾶς φύσει παθητόν κενωθείς ὁ Λόγος, καί ὑπό τήν φυσικήν ἀληθῶς διά σαρκώσεως γενόμενος αἴσθησιν, Θεός ὁρατός καί κάτω Θεός προσηγορεύθη, διά σαρκός φύσει παθητῆς τήν ὑπεράπειρον ἐμφανῆ ποιησάμενος δύναμιν, ἐπειδή συνανεκράθη Θεῷ προδήλως ἡ σάρξ καί γέγονεν εἷς, τοῦ κρείττονος ἐκνικήσαντος, ὑποστατικῇ ταυτότητι κυρίως αὐτήν τοῦ προσλαβόντος Λόγου θεώσαντος. Εἷς δέ γέγονεν, ἀλλ᾿ οὐχ ἕν, ὁ διδάσκαλος εἶπεν, δεικνύς ὅτι κἄν τῇ ταυτότητι τῆς μιᾶς ὑποστάσεως μεμένηκεν ἡ φυσική τῶν ἡνωμένων ἑτερότης ἀσύγχυτος· εἴπερ τό μέν ὑποστάσεως, τό δέ φύσεως ὑπάρχει δηλωτικόν. Τό γάρ,  "Ἵνα γένωμαι τοσοῦτον θεός ὅσον ἐκεῖνος ἄνθρωπος," οὐκ ἐμόν λέγειν, τοῦ ῥυπωθέντος τῇ ἁμαρτίᾳ καί τελείως τῆς ὄντως οὔσης ἀνορεκτοῦντος ζωῆς, ἀλλ᾿ ὑμῶν, τῶν ἀπολήψει τελείᾳ τῆς φύσεως ἐκ μόνης γνωριζομένων τῆς χάριτος, καί μελλόντων ἐκ τῆς κατ᾿ αὐτήν τοσοῦτον διαδειχθῆναι δυνάμεως ὅσον ὁ φύσει Θεός τῆς ἡμῶν σαρκωθείς ἀσθενείας μετείληφεν, ἀντιμετρουμένης, ὡς οἶδεν αὐτός, τῇ αὐτοῦ κενώσει, τῆς τῶν χάριτι σωζομένων θεώσεως, ὅλων θεοειδῶν καί ὅλου Θεοῦ χωρητικῶν, καί μόνου γενησομένων. Τοῦτο γάρ ἡ τελείωσις πρός ἥν σπεύδουσιν οἱ ταύτην ἀληθῶς ἔσεσθαι τήν ἐπαγγελίαν πιστεύσαντες. 

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ, Ο ΘΕΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

 "Ο Καντ δεν δέχτηκε όλα αυτά, γιατί στην πραγματικότητα έρχονται σε αντίθεση με την ανθρώπινη «αυτονομία», το χρέος που έχουμε να σκεπτόμαστε για λογαριασμό μας. Ο νέος Θεός του ήταν ο Λόγος, τον οποίο η δυτική σκέψη είχε υπερβατικοποιήσει. Στην πραγματικότητα, η έννοια του Λόγου, με την νεωτερική σημασία της, γεννήθηκε από τον σχολαστικισμό, τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος και σκέφθηκε ότι αντικείμενο της ανθρώπινης λογικής μπορεί να γίνει και ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό λοιπόν έδωσε λογικά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι ο Θεός υπάρχει, και γενικά μίλησε για μια ενιαία σφαίρα του υπαρκτού, Θεό και κόσμο μαζί, την οποία μπορεί να διατρέξει ο Λόγος. Κατόπιν, με τον Ντεκάρτ είχαμε μια εξύψωση του Λόγου σε κυρίαρχη ανθρώπινη δύναμη, ενώ με τον Καντ φτάσαμε στην θεοποίησή του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καντ ζητούσε να γίνονται και γιορτές του λόγου".


Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (2)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ

2

Του ιδίου αγίου (Γρηγορίου Θεολόγου) από τον ίδιο Α΄ Λόγο στα λεγόμενα· «Συμπερασματικά λοιπόν τα υψηλότερα απόδωσέ τα στη θεότητα και στη φύση που είναι ανώτερη από τα πάθη και το σώμα, ενώ τα πιο ταπεινά απέδωσέ τα στον σύνθετο, που για χάρη σου έφθασε στην ταπείνωση αυτή και σαρκώθηκε και, δεν είναι καθόλου χειρότερο να πω, που έγινε άνθρωπος».

Ο του Θεού Λόγος όντας όλος, ως Θεός, ουσία πλήρης και όλος, ως Υιός, υπόσταση χωρίς έλλειψη, με την κένωσή του έγινε σπορά της ίδιας της σάρκας του κι αφού δέχτηκε τη σύνθεση με την άρρητη σύλληψή του έγινε υπόσταση της ίδιας της σάρκας που είχε προσλάβει. Κι αφού με το καινό αυτό μυστήριο έγινε όλος άνθρωπος αληθινά και χωρίς τροπή (κατ᾿ ἀλήθειαν ἀτρέπτως), έγινε ο ίδιος υπόσταση με δύο φύσεις, την άκτιστη και την κτιστή, την απαθή και την παθητή, και δεχόταν όλες ανεξαιρέτως τις φυσικές ιδιότητες (τούς φυσικούς λόγους) που αποτελούσε υπόστασή τους. Εφόσον λοιπόν δεχόταν ούσιωδώς όλους τους φυσικούς λόγους και ήταν υπόστασή τους, επειδή έγινε σύνθετος κατά την υπόσταση με την πρόσληψη της σάρκας, με πολλή σοφία ο διδάσκαλος(Γρηγόριος), για να μη θεωρηθεί υπόσταση απλή, του προσέδωσε τα πάθη της ίδιας του της σάρκας, γιατί και η σάρκα ήταν δική του και σύμφωνα μ' αυτήν έγινε αληθινά Θεός παθητός για να πολεμήσει την αμαρτία.

Της ουσίας λοιπόν κατά την οποία κι όταν σαρκώθηκε ο Λόγος έμεινε απλός, και της υπόστασης, κατά την οποία με την πρόσληψη της σάρκας χρημάτισε κατ' οικονομίαν σύνθετος, και Θεός που επιδέχεται (τα αδιάβλητα) πάθη, δείχνοντας ο διδάσκαλος τη διαφορά, λέει τους λόγους τούτους· «Για να μη συμβεί, αποδίδοντάς του τα γνωρίσματα της υπόστασης, να φθάσουμε από άγνοια, σύμφωνα με τους Αρειανούς, να προσκυνούμε ασυναίσθητα Θεό παθητό κατά τη φύση». Τόν λόγο δέ, «Και δεν είναι καθόλου χειρότερο να πω, που έγινε άνθρωπος», τον πρόσθεσε όχι μονάχα για τους Αρειανούς που δογματίζουν τη θεότητα ως ψυχή, και για τους Απολιναριστές που κηρύττουν την ψυχή δίχως νού και με τον τρόπο αυτόν περικόπτουν την τελειότητα της φύσης του Λόγου, όπως τον δεχομαστε εμείς, και τον παρουσιάζουν παθητό στη φύση της θεότητάς του, αλλά τον πρόσθεσε και για να δειχθεί ότι για χάρη μας έγινε αληθινά τέλειος άνθρωπος ο μονογενής Θεός, επειδή με ενεργό κατά τη φύση σάρκα με ψυχή νοερή και λογική πραγματοποίησε ο ίδιος τη σωτηρία μας, εφόσον βέβαια ως προς όλα, εκτός μόνο από την αμαρτία, της οποίας κανένας απολύτως λόγος δεν έχει ενσπαρεί στη φύση του, έγινε αληθινά άνθρωπος, όχι όμως χωρίς φυσική ενέργεια, της οποίας ο λόγος είναι όρος της ουσίας που χαρακτηρίζει την φύση εκείνων που είναι έμφυτη στην ουσία τους. Γιατί αυτό που αποδίδεται σε κάποια όντα ως κοινό και γενικό κατηγορούμενό τους, είναι όρος της ουσίας τους και η στέρησή του προκαλεί οπωσδήποτε κατάλυση της φύσης τους, εφόσον κανένα από τα όντα δεν παραμένει αυτό που είναι, αν στερηθεί το φυσικό του γνώρισμα.

Το πρωτότυπο κείμενο

Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ πρώτου λόγου εἰς τό· " Ἑνί δέ κεφαλαίῳ, τά μέν ὑψηλότερα πρόσαγε τῇ θεότητι καί τῇ κρείττονι φύσει (1037) παθῶν καί σώματος, τά δέ ταπεινοτερα τῷ συνθέτῳ καί διά σέ κενωθέντι καί σαρκωθέντι, οὐδέν δέ χεῖρον εἰπεῖν καί ἀνθρωπισθέντι. "

Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ὅλος οὐσία πλήρης ὑπάρχων, Θεός γάρ, καί ὑπόστασις ὅλος ἀνελλιπής, Υἱός γάρ, κενωθείς μέν σπορά γέγονε τῆς οἰκείας σαρκός, ἀῤῥήτῳ δέ συλλήψει συντεθείς αὐτῆς ὑπόστασις γέγονε τῆς προσληφθείσης σαρκός. Καί τούτῳ τῷ καινῷ μυστηρίῳ κατ᾿ ἀλήθειαν ἀτρέπτως ὅλος γενόμενος ἄνθρωπος, δύο φύσεων ἀκτίστου τε καί κτιστῆς, ἀπαθοῦς τε καί παθητῆς, ὁ αὐτός ὑπόστασις ἦν, πάντας ἀνελλιπῶς τούς φυσικούς, ὧν ὑπόστασις, ἦν λόγους ἐπιδεχόμενος. Εἰ δέ πάντας οὐσιωδῶς ὧν ὑπόστασις ἦν τούς φυσικούς ἐπεδέχετο λόγους, αὐτῷ συνθέτῳ γενομένῳ τῇ προσλήψει τῆς σαρκός κατά τήν ὑπόστασιν πάνυ ὁ διδάσκαλος, ἵνα μή ψιλά νομισθῇ, τά τῆς οἰκείας σαρκός ὑπαρχούσης καί κατ᾿ αὐτήν ἀληθῶς ὄντι Θεῷ παθητῷ κατά τῆς ἁμαρτίας.

Οὐσίας τοίνυν, καθ᾿ ἥν καί σαρκωθείς ἁπλοῦς ὁ Λόγος μεμένηκε, καί ὑποστάσεως, καθ᾿ ἥν προσλήψει σαρκός γέγονε σύνθετος, καί Θεός παθητός οἰκονομικῶς ἐχρημάτισε, δεικνύς τήν διαφοράν ὁ διδάσκαλος ταῦτά φησιν· "Ἵνα μή τά τῆς ὑποστάσεως κατηγοροῦντες ἐξ ἀγνοίας τῆς φύσεως λάθωμεν κατά τούς Ἀρειανούς Θεῷ φύσει παθητῷ προσκυνοῦντες." - "Οὐδέν δέ χεῖρον εἰπεῖν καί ἀνθρωπισθέντι," προσέθηκεν, οὐ μόνον διά τούς Ἀρειανούς ἀντί ψυχῆς τήν θεότητα, καί τούς Ἀπολιναριστάς ἄνουν τήν ψυχή δογματίζοντας, καί τούτῳ τῷ τρόπῳ τό τέλειον τῆς καθ᾿ ἡμᾶς τοῦ Λόγου περιτέμνοντας φύσεως, καί φύσει θεότητος παθητόν αὐτόν ποιουμένου, ἀλλ᾿ ἵνα καί δειχθῇ τέλειος ἡμῖν γεγονώς κατά ἀλήθειαν ἄνθρωπος ὁ μονογενής Θεός, ὡς δι᾿ ἐνεργοῦς φύσει σαρκός νοερῶς τε καί λογικῶς ἐψυχωμένης, αὐτουργῶν τήν ἡμῶν σωτηρίαν, εἴπερ κατά πάντα χωρίς μόνης ἁμαρτίας, ἧς οὐδείς τῇ φύσει παντελῶς ἐνέσπαρται λόγος, ἀλλ᾿ οὐ χωρίς φυσικῆς ἐνεργείας, ἀληθῶς γέγονεν ἄνθρωπος, ἧς ὁ λόγος, ὅρος τῆς οὐσίας ἐστί, πάντας χαρακτηρίζων φυσικῶς οἷς κατ᾿ οὐσίαν ἐμπέφυκε. Τό γάρ κοινῶς τε καί γενικῶς τινων κατηγορούμενον ὅρος τῆς αὐτῶν οὐσίας ἐστίν, οὗ πάντως ἡ στέρησις φθοράν ἐργάζεται φύσεως, εἴπερ οὐδέν τῶν ὄντων τοῦ φύσει πεφυκότος στερούμενον ὅπερ ἦν μένει σωζόμενον. 

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ (1)

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στον αγιασμένο δούλο του Θεού, πατέρα πνευματικό και διδάσκαλο κύριο Θωμά, εγώ ο Μάξιμος ταπεινός κι άμαρτωλός, ανάξιος δούλος και μαθητής.

Αφού από εμπεριστατωμένη σπουδή γύρω από τα θεία, πολυαγαπημένε του Θεού, επέτυχες την σταθερή απόκτηση της απλανούς θεωρίας, έγινες φρονιμότατος εραστής όχι απλώς της σοφίας, αλλά του κάλλους αυτής. Και κάλλος της σοφίας είναι η γνώση που συμπληρώνεται με πράξη (γνῶσις ἔμπρακτος), η η πράξη που ολοκληρώνεται με τη σοφία (πρᾶξις ἔνσοφος), που χαρακτήρας τους είναι, επειδή αποτελείται κι από τα δύο, ο λόγος της θείας πρόνοιας και της κρίσης. Σύμφωνα μ' αυτόν, αφού συνδύασες πνευματικά το νού με την αίσθηση, έδειξες όσο γίνεται αληθινά, πως ο Θεός δημιούργησε σύμφωνα με την εικόνα του τον άνθρωπο, και συνάμα μας γνώρισες τον πλούτο της αγαθότητάς του, δείχνοντας στον εαυτό σου λαμπρά με την αρμονική σύζευξη των αντίθετων το Θεό να παίρνει σωματική υπόσταση. Κι αφού, ως μιμητής του Θεού, έφερες την ταπείνωσή σου στα μέτρα του ύψους του, δεν επαξίωσες να κατεβείς ως εμένα, ζητώντας από εμένα εκείνα, όσα εσύ έχεις ζήσει και τα γνωρίζεις βιώνοντάς τα. Κι αυτά είναι κεφαλαιώδη θέματα εκείνων των υπερένδοξων και μακάριων αγίων (του Διονυσίου και Γρηγορίου), αληθινά Εκλεκτών, που ανέκαθεν κατά ένα αιώνιο προορισμό τούς έκανε δικούς του ο Θεός• αγίων, που δέχτηκαν μέσα τους όλην αληθινά τη χύση της σοφίας που είναι δυνατό να δεχτούν οι άγιοι και με την απόθεση της φυσικής ζωής έκαναν ουσία της ψυχής τους το Χριστό, και γι' αυτό είχαν αυτόν μόνο να ζει μέσα τους• και για να πω το σημαντικότερο, που έγινε γι' αυτούς η ψυχή της ψυχής τους και εμφανίζεται σε όλους με όλα τα έργα και τους λόγους και τα διανοήματά τους, ώστε να πιστεύεται ότι οι εκδηλώσεις τους δεν είναι δικές τους, αλλά έχει σ' αυτούς κατά χάρη ο Χριστος υποκαταστήσει τον εαυτό του.

Πως όμως ν' αναφέρω τον Κύριό μας Ιησού, χωρίς να έχω λάβει ακόμα πνεύμα αγιότητας; Πως να μιλήσω για τα θαυμαστά του Κυρίου, εγώ ο μουγγός, που έχω προσδέσει κυριολεκτικά τη διάνοιά μου στη σχέση μου με τα φθειρόμενα; Πως θα κάνω ν’ ακουστούν έστω και κάποιες μικρές δοξολογίες του, εγώ ο κουφός, που έχω αποστρέψει τελείως την ακοή της ψυχής μου, εξαιτίας της αγάπης μου προς τα πάθη, από τη μακάρια φωνή του Λόγου; Πως θα γίνει φανερός σ' εμένα ο Λόγος, σ' εμένα που μ' έχει νικήσει ο κόσμος, ώστε να νικά τον κόσμο και να μην εμφανίζεται δεμένος με τον κόσμο, τη στιγμή που από φιλόυλη διάθεση δεν μπορώ να γνωρίζω τη φύση του; Πως δεν είναι τολμηρό ν' απλώνω τα χέρια μου στα άγια εγώ ο βδελυρός και στα καθαρά εγώ ο ακάθαρτος; Γι' αυτό θα μπορούσα να παραιτηθώ από την εκτέλεση της διαταγής σου τρέμοντας την κατηγορία της αυθάδειας, αν δεν φοβόμουν περισσότερο τον κίνδυνο της απείθειας. Έχοντας λοιπόν βρεθεί ανάμεσα σ' αυτά τα δύο, προτιμώ την κατηγορία της αυθάδειας, θεωρώντας την πιο υποφερτή, κι αποφεύγω τον ασυγχώρητο κίνδυνο της απείθειας. Με τη μεσιτεία των αγίων και τη βοήθεια των ευχών σας κι έχοντας το Χριστό το μεγάλο Θεό και Σωτήρα μας να μου χορηγεί την ευσεβή κατανόηση και τον δέοντα λόγο, θα δώσω για κάθε θέμα όσο το δυνατό συντομότερη απάντηση (γιατί ο λόγος που απευθύνεται σε δάσκαλο με λίγα μπορεί να προσποριστεί μεγάλα κέρδη), άρχίζοντας από το Γρηγόριο το Θεολόγο, που είναι για μας πολύ πιο πλησιέστερος χρονικά.

Απορία 1η

Του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από τον Α' Λόγο του περί του Υιού απάντησις στο χωρίο «Γι' αυτό, ενώ ήταν από την αρχή μονάδα, προχώρησε στη δυάδα και σταμάτησε ως την Τριάδα». Και πάλι από τον δεύτερο Ειρηνικό του ιδίου στα λεγόμενα• «Εξαιτίας του πλούτου της κινήθηκε από τη Μονάδα, ξεπέρασε τη δυάδα, επειδή είναι πάνω από την ύλη και τη μορφή που συνιστούν τα σώματα, κι εγκαταστάθηκε στα όρια της Τριάδας εξαιτίας της τελειότητά της».

Αν προσέχοντας, δούλε του Θεού, τη φαινομενική διαφωνία, απορείς για την αληθινή συμφωνία, δεν είναι δυνατό να βρείς πιο ταυτόσημη έννοια από τις λέξεις αυτές. Γιατί είναι ταυτόσημη έννοια το να ξεπεραστεί η δυάδα και το να μη σταματήσει ως τη δυάδα, και επίσης να μείνει στα όρια της Τριάδας και το να σταματήσει η κίνηση της μονάδας ως την Τριάδα, εάν βέβαια πρεσβεύουμε μοναρχία (αρχή του ενός) όχι φτωχική (ασήμαντη), που να περιορίζεται σ' ένα πρόσωπο, ή πάλι ακατάστατη, που να διαχέεται στο άπειρο, αλλά αυτήν που είναι Τριάδα ομότιμη κι αποτελείται από τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, των οποίων πλούτος είναι η κοινή τους φύση και το ένα ανάβλυσμα της λαμπρότητας, που ούτε διαχέεται η θεότητα πάνω από αυτά για να μη δεχτούμε πλήθος θεών, ούτε πάλι περιορίζεται μέσα σ' αυτά, για να μην κατακριθούμε για πενία θεότητας. 

Αυτό βέβαια δεν είναι δικαιολόγηση της υπερούσιας αιτίας των όντων, αλλά απόδειξη ευσεβούς αντίληψης γι' αυτήν, εφόσον η θεότητα είναι Mονάδα και όχι δυάδα, και Τριάδα αλλά όχι πλήθος, ως άναρχη που είναι και ασώματη και ειρηνική.

Και είναι αληθινά μονάδα η Μονάδαγιατί δεν είναι αρχή των έπειτα από αυτήν, σύμφωνα με μια συστολή του απλώματός της (της διαστολής της), για να διαχυθεί προχωρώντας φυσικώς σε πλήθος, αλλά είναι ενυπόστατη οντότητα της ομοούσιας Τριάδας. Επίσης είναι αληθινά η Τριάδα, τριάδα, που δεν συμπληρώνεται με ανεξάρτητους αριθμούς (γιατί δεν είναι σύνθεση μονάδων, ώστε να υποστεί διαίρεση), αλλ᾽ είναι ενούσια ύπαρξη μονάδας τρισυπόστατης. Γιατί η Τριάδα είναι αληθινή μονάδα, γιατί αυτή είναι η ουσία της, και είναι αληθινή Τριάδα η μονάδα, γιατί αυτή είναι η υπόστασή της (οὕτως ὑφέστηκεν)· επειδή είναι και μια θεότητα με ουσία μοναδική και υφίσταται τριαδικώς (ἑνούσιος ὕπαρξις τρισυποστάτου μονάδος). Αν όμως ακούοντας τη λέξη κίνηση θαύμασες πως κινείται η υπεράπειρη θεότητα, η κίνηση δεν είναι πάθος της θεότητας, αλλά αίσθηση δική μας, που πρώτα δεχόμαστε την έλλαμψη του λόγου του είναι της, κι έτσι δεχόμαστε το φωτισμό για τον τρόπο του πως αυτή υφίσταται, αν βέβαια το είναι προηγείται από το πως είναι. Κίνηση λοιπόν της θεότητας είναι η προκαλούμενη από έκλαμψη γνώση προς εκείνους που μπορούν να τη δεχτούν σχετικά με την ουσία και τον τρόπο της υπόστασής της.

(Συνεχίζεται)

Το πρωτότυπο κείμενο

Τῷ ἡγιασμένῳ δούλῳ τοῦ Θεοῦ, Πατρί πνευματικῷ καί διδασκάλῳ κυρίῳ Θωμᾶ, Μάξιμος ταπεινός καί ἁμαρτωλός, ἀνάξιος δοῦλος καί μαθητής.

Ἀπλανοῦς θεωρίας ἐξ ἐμμελοῦς περί τά θεῖα σπουδῆς ἕξιν λαβών ἀναλλοίωτον, οὐχ ἁπλῶς σοφίας, ἀλλά τοῦ κάλλους αὐτῆς, Θεῷ λίαν ἠγαπημένε, γέγονας ἐραστής σωφρονέστατος. Σοφίας δέ κάλλος ἐστί γνῶσις ἔμπρακτος, ἤ πρᾶξις ἔνσοφος, ὧν ἐστι χαρακτήρ ὡς δι᾿ ἀμφοῖν συμπληρούμενος, ὁ τῆς θείας προνοίας καί κρίσεως λόγος. Καθ᾿ ὅν αἰσθήσει τόν νοῦν συμπλέξας διά τοῦ πνεύματος, ἔδειξας ὡς ἀληθῶς πῶς ὁ Θεός κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ποιεῖν πέφυκε τόν ἄνθρωπον, τόν τε πλοῦτον τῆς ἀγαθότητος κατέστησας γνώριμον, πολυτελῶς τῇ καλῇ μίξει τῶν ἐναντίων ἐν σεαυτῷ δεικνύς τόν Θεόν ταῖς ἀρεταῖς σωματούμενον, οὗ τῷ ὕψει συμμετρήσας μιμήσει τήν κένωσιν ἕως ἐμοῦ κατελθεῖν οὐκ ἀπηξίωσας, ἐκεῖνα ζητῶν ὧν πεπονθώς ἔχει τήν εἴδησιν. Εἰσί δέ Διονυσίου καί Γρηγορίου κεφάλαια τῶν ἁγίων ἐκείνων ὑπερευφήμων τε καί μακαρίων ἀνδρῶν, τῆς ὄντως ἐκλογῆς τῶν ἀνέκαθεν κατά πρόθεσιν τῶν αἰώνων τῷ Θεῷ προσθεμένων, τῶν πᾶσαν ὡς ἀληθῶς τήν ἐφικτήν τοῖς ἁγίοις χύσιν τῆς σοφίας εἰσδεξαμένων, καί τῇ ἀποθέσει τῆς κατά φύσιν ζωῆς ψυχῆς οὐσίαν πεποιημένων, καί διά τοῦτο ζῶντα μονώτατον τόν Χριστόν ἐσχηκότων, καί τό δή μεῖζον εἰπεῖν, ψυχήν αὐτοῖς τῆς ψυχῆς γεγενημένον καί διά πάντων ἔργων τε καί λόγων καί νοημάτων πᾶσιν ἐμφανιζόμενον ὡς ἐντεῦθεν ἐκείνων μέν οὐκ εἶναι πεπεῖσθαι τά προτεθέντα, Χριστοῦ δέ κατά χάριν αὐτοῖς ἑαυτόν ὑπαλλάξαντος.  Ἀλλά πῶς εἴπω Κύριον Ἰησοῦν, μήπω πνεῦμα λαβών ἁγιότητος; Πῶς λαλήσω τάς δυναστείας τοῦ Κυρίου, ὁ μογίλαλος, καί τόν νοῦν τῇ σχέσει προσηλώσας τῶν φθειρομένων; Πῶς ἀκουστάς ποιήσω κἄν τινας αἰνέσεις αὐτοῦ, ὁ κωφός, καί τό τῆς ψυχῆς ἀκουστικόν διά τήν πρός τά πάθη φιλίαν ἔχων παντελῶς ἀπεστραμμένον τοῦ λόγου τήν μακαρίαν φωνήν; Πῶς ἐμφανής ὁ λόγος γενήσεταί μοι, τῷ ἡττημένῳ τῷ κόσμῳ, νικᾷν τόν κόσμον, ἀλλ' οὐκ ἐμφανίζεσθαι τῷ κόσμῳ πεφυκώς, εἴπερ φιλύλῳ διαθέσει κατά φύσιν ἐστίν ἀνεπίγνωστος; Πῶς οὐ τολμηρόν, τοῖς ἁγίοις τόν ἐναγῆ, καί τοῖς καθαροῖς ἐγχειρεῖν τόν ἀκάθαρτον; Διό παρῃτησάμην ἄν τήν ἐπί τοῖς κεκελευσμένοις ἐγχείρησιν, τόν τῆς προπετείας ψόγον φοβούμενος, εἰ μή πλέον ἐδεδοίκειν τῆς ἀπειθείας τόν κίνδυνον. Δυοῖν οὖν τούτων μέσος ληφθείς τῆς προπετείας αἱροῦμαι μᾶλλον ψόγον ὡς ἀνεκτότερον, φεύγων ὡς ἀσύγγνωστον τῆς ἀπειθείας τόν κίνδυνον. Καί τῇ μεσιτείᾳ τῶν ἁγίων καί βοηθείᾳ τῶν ὑμετέρων εὐχῶν, Χριστοῦ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν χορηγοῦντος τό νοεῖν εὐσεβῶς καί λέγειν δεόντως, περί ἑκάστου κεφαλαίου τήν ἀπόκρισιν ὡς οἷόν τε ποιήσομαι σύντομον [πρός διδάσκαλον ὁ λόγος] μικροῖς πορίζεσθαι μεγάλα δυνάμενον), ἀρχόμενος ἀπό Γρηγορίου τοῦ θεόφρονος, ὡς μᾶλλον ἡμῖν ὄντος τῷ χρόνῳ προσεχεστέρου.  

1

Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκ τοῦ περί Υἱοῦ πρώτου λόγου εἰς τό•  "Διά τοῦτο μονάς ἀπ᾿ ἀρχῆς εἰς δυάδα κινηθεῖσα μέχρι Τριάδος ἔστη." Καί πάλιν τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ δευτέρου Εἰρηνικοῦ εἰς τό• "Μονάδος μέν κινηθείσης, διά τό πλούσιον, δυάδος δέ ὑπερβαθείσης• ὑπέρ γάρ τήν ὕλην καί τό εἶδος, ἐξ ὧν τά σώματα, Τριάδος δέ ὁρισθεῖσης, διά τό τέλειον." 

Εἰ μέν τήν δοκοῦσαν εἶναι διαφωνίαν, δοῦλε Θεοῦ, σκοπήσας τήν ἀληθῆ συμφωνίαν ἠπόρησας, οὐκ ἔστι κατ᾿ ἔννοιαν τούτων τῶν φωνῶν ἑνικωτέραν εὑρεῖν. Ταυτόν γάρ ἐστιν ὑπερβαθῆναι δυάδα καί μή στῆναι μέχρι δυάδος, καί πάλιν ὁρισθῆναι Τριάδα καί μέχρι Τριάδος στῆναι τῆς μονάδος τήν κίνησιν, εἴπερ μοναρχίαν πρεσβεύομεν οὐκ ἀφιλότιμον, ὡς ἑνί προσώπῳ περιγεγραμμένην, ἤ πάλιν ἄτακτον, ὡς εἰς ἄπειρον χεομένην, ἀλλ᾿ ἥν ὁμότιμος φύσει Τριάς Πατήρ καί Υἱός καί Πνεῦμα συνίστησιν ἅγιον, ὧν πλοῦτος ἡ συμφυΐα καί τό ἕν ἔξαλμα τῆς λαμπρότητος, οὔτε ὑπέρ ταῦτα τῆς θεότητος χεομένης, ἵνα μή δῆμον θεῶν εἰσαγάγωμεν, οὔτε ἐντός τούτων ὁριζομένης, ἵνα μή πενίαν θεότητος κατακριθῶμεν. Οὐκ ἔστιν οὖν αἰτιολογία τοῦτο τῆς ὑπερουσίου τῶν ὄντων αἰτίας, ἀλλ᾿ εὐσεβοῦς περί αὐτῆς δόξης ἀπόδειξις, εἴπερ μονάς, ἀλλ᾿ οὐ δυάς, καί Τριάς, ἀλλ᾿ οὐ πλῆθος, ἡ θεότης, ὡς ἄναρχος, ἀσώματός τε καί ἀστασίαστος. Μονάς γάρ ἀληθῶς ἡ μονάς• οὐ γάρ ἐστιν ἀρχή τῶν μετ᾿ αὐτήν, κατά διαστολῆς συστολήν, ἵνα χεθῇ φυσικῶς εἰς πλῆθος ὁδεύουσα, ἀλλ᾿ ἐνυπόστατος ὀντότης ὁμοουσίου Τριάδος. Καί Τριάς ἀληθῶς ἡ Τριάς, οὐκ ἀριθμῷ λυομένῳ συμπληρουμένη (οὐ γάρ ἐστι μονάδων σύνθεσις, ἵνα πάθῃ διαίρεσιν) , ἀλλ᾿ ἑνούσιος ὕπαρξις τρισυποστάτου μονάδος. Μονάς γάρ ἀληθῶς ἡ Τριάς, ὅτι οὕτως ἐστί, καί Τριάς ἀληθῶς ἡ μονάς, ὅτι οὕτως ὑφέστηκεν• ἐπειδή καί μία θεότης οὖσά τε μοναδικῶς, καί ὑφισταμένη τριαδικῶς. Εἰ δέ κίνησιν ἀκούσας ἐθαύμασας πῶς ὑπεράπειρος κινεῖται θεότης, ἡμῶν, οὐκ ἐκείνης τό πάθος, πρῶτον τόν τοῦ εἶναι λόγον αὐτῆς ἐλλαμπομένων, καί οὕτω τόν τοῦ πῶς αὐτήν ὑφεστάναι τρόπον φωτιζομένων, εἴπερ τό εἶναι τοῦ πῶς εἶναι πάντως προεπινοεῖται. Κίνησις οὖν θεότητος ἡ δι᾿ ἐκφάνσεως γινομένη περί τε τοῦ εἶναι αὐτήν καί τοῦ πῶς αὐτήν ὑφεστάναι τοῖς αὐτῆς δεκτικοῖς καθέστηκε γνῶσις.