Συνέχεια από Τρίτη 15. Σεπτεμβρίου 2026
Η αντίθεση του Mendel προς την εξέλιξη και τον Darwin 2α
B. E. Bishop
Journal of Heredity, 1996, Oxford University Press, American Genetic Association
Στοιχεία από το άρθρο του Mendel
Η Καταγωγή των ειδών αποτελούσε μια κατά μέτωπον επίθεση εναντίον της διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας των ειδών, την οποία ο Darwin (1859) περιέγραφε ως την πεποίθηση ότι «σε αναρίθμητες περιόδους της ιστορίας της γης ορισμένα στοιχειώδη άτομα έλαβαν την εντολή να μεταπηδήσουν ξαφνικά σε ζωντανούς ιστούς». Τα κεντρικά θέματα του Darwin ήταν η εξέλιξη, ο πληθυσμός και η κληρονομικότητα· πρόκειται για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που αντανακλάται στο σύνολό του στο άρθρο του Mendel. [«Ως συνέπεια της εξελικτικής του προσέγγισης, ο Mendel υιοθέτησε, όπως ορθά επισήμανε ο Thoday (1966), τη μέθοδο της πληθυσμιακής ανάλυσης…» (Mayr 1982).[ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΥΦΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ Jakob Böhme, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΕΜΜΕΣΩΣ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΘΙΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΟΣ]
Η κληρονομικότητα αποτελούσε ζωτικό συστατικό της θεωρίας του Darwin, διότι εκείνος συλλογιζόταν ότι, για να είναι μια παραλλαγή εξελικτικά σημαντική, πρέπει να είναι κληρονομήσιμη· αναγκάστηκε όμως να παραδεχθεί: «Οι νόμοι που διέπουν την κληρονομικότητα είναι εντελώς άγνωστοι» (Darwin 1859). Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, ο Mendel ανέπτυξε την απολύτως συγκεκριμένη ατομιστική θεωρία του περί κληρονομικότητας —μια θεωρία η οποία, επιπλέον, καταλήγει μόνο σε στασιμότητα: «Η καθαρή διαδικασία της μεντελικής κληρονομικότητας δεν παράγει καμία απολύτως εξελικτική μεταβολή: ο πληθυσμός παραμένει ο ίδιος» (Ridley 1985).
Ο πληθυσμιακός προσανατολισμός του άρθρου του Mendel είναι επίσης σημαντικός. Η πληθυσμιακή σκέψη υπήρξε η πρωτοτυπότερη και επαναστατικότερη σύλληψη του Darwin, μια σύλληψη που κατέστησε δυνατή την εισαγωγή της φυσικής επιλογής (Mayr 1972). Η γένεσή της έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, αλλά μόνο με τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού βιβλίου του Darwin παρουσιάστηκε δημοσίως. Επομένως, ο Mendel είτε υιοθέτησε ανεξάρτητα μια πληθυσμιακή προσέγγιση εξαρχής είτε σχεδίασε τα πειράματά του γνωρίζοντας τις ιδέες του Darwin· διότι, από τον σχεδιασμό του πειραματικού προγράμματος που περιγράφεται, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να έχει μεταβάλει τον ερευνητικό του στόχο μετά την έναρξή του.
Εκείνη την εποχή, η ύπαρξη σταθερών —δηλαδή αμιγώς αναπαραγόμενων— υβριδίων, για την οποία είχαν κάνει λόγο αρκετοί πειραματιστές, παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, όπως τονίζει ο Mendel στο άρθρο του για το Pisum: «Αυτό το χαρακτηριστικό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξελικτική ιστορία των φυτών, επειδή τα σταθερά υβρίδια αποκτούν τη θέση νέων ειδών» (Mendel 1866· η έμφαση στο πρωτότυπο). Το ενδιαφέρον του Mendel για τα σταθερά υβρίδια ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να εισέλθει εκ νέου στη διαμάχη λίγα χρόνια αργότερα με το άρθρο του για το Hieracium: «Το ζήτημα των πολυάριθμων και σταθερών ενδιάμεσων μορφών απέκτησε πρόσφατα σημαντικό ενδιαφέρον, από τότε που ένας διάσημος ειδικός στο Hieracium, στο πνεύμα της δαρβινικής διδασκαλίας, υπερασπίστηκε την άποψη ότι αυτές οι μορφές πρέπει να θεωρηθούν ως προερχόμενες από τη μεταλλαγή εξαφανισμένων ή ακόμη υπαρχόντων ειδών» (Mendel 1870).
Ο ίδιος ο Mendel, όμως, δεν αναφέρει σταθερά υβρίδια στο άρθρο του για το Pisum: «[…] εκείνος [ο Mendel] δεν βρήκε κανένα σταθερό υβρίδιο» (Monaghan και Corcos 1990). Στην πραγματικότητα, το άρθρο του Mendel μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια θεωρητικής εξήγησης των φαινομένων της επαναστροφής και της μετατροπής, τα οποία θεωρούνταν ότι υποστήριζαν την ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας των ειδών. [Ο L. A. Callender (1988) διέκρινε μεταξύ εκείνου που αποκαλεί ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας —η οποία υποστήριζε ότι όλα τα υπάρχοντα είδη δημιουργήθηκαν άμεσα από το χέρι του Θεού και αρνούνταν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων— και της τροποποιημένης εκδοχής που πρότεινε ο Carolus Linnaeus στα μέσα του 18ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία μπορούσαν να προκύψουν σταθερά υβρίδια.] Ο Ernst Mayr (1982) παρατηρεί: «Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, όπως και στην περίπτωση του Darwin, το ζήτημα των ειδών ήταν εκείνο που ενέπνευσε τον Mendel στις έρευνές του για την κληρονομικότητα».
Ωστόσο, το πειραματικό υλικό του Mendel δεν πληρούσε τα κριτήρια που οι θεωρητικοί βιολόγοι της εποχής θεωρούσαν αναγκαία για να συνδεθεί ο υβριδισμός με την προέλευση των ειδών (Gasking 1959). Ο Mendel επέλεξε εξημερωμένες ποικιλίες και όχι άγρια είδη, μολονότι στο άρθρο του χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «είδη», προφανώς με συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αναφερόμενος στα μπιζέλια του κήπου του. Ο L. C. Dunn (1965a) σχολιάζει: «Ο Kölreuter και ο Gärtner, στους οποίους αναφέρεται [ο Mendel], εργάστηκαν με πραγματικά υβρίδια ειδών, τα οποία διέφεραν ως προς πολλούς μεταβλητούς και βαθμιαία μεταβαλλόμενους χαρακτήρες· από αυτούς δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ένας κανόνας όπως εκείνος που συνέλαβε ο Mendel». Οι Corcos και Monaghan (1993) γράφουν επίσης: «Επομένως, αυτό που ο Mendel εξέταζε ως μετατροπή ενός είδους σε άλλο ήταν στην πραγματικότητα η μετατροπή μιας ποικιλίας σε άλλη».
Έχει υποστηριχθεί ότι η ταξινόμηση των μπιζελιών ήταν τότε αβέβαιη και ότι ο Mendel αναφέρει στο άρθρο του πως η θέση τους μέσα σε ένα ταξινομικό σύστημα ήταν «εντελώς αδιάφορη για τα συγκεκριμένα πειράματα»· αυτή η στάση χαρακτηρίστηκε «επιπόλαιη» (Hartl και Orel 1992). Το σημαντικό σημείο, όμως, είναι ότι ο Mendel δεν είναι συνεπής: σε ορισμένα συμφραζόμενα αναφέρεται στα πειραματικά φυτά του ως «ποικιλίες» και σε άλλα ως «είδη», όπως παρατήρησαν οι Corcos και Monaghan (1993): «Σε αυτή την παράγραφο [όπου περιγράφεται λεπτομερώς η επιλογή των φυτών για το πειραματικό του πρόγραμμα] ο Mendel χρησιμοποιεί τη λέξη “ποικιλία” για τις αναπαραγωγικές του σειρές· ωστόσο, στις “Εισαγωγικές παρατηρήσεις” του έγραφε για υβρίδια μεταξύ ειδών». Ο Mendel αποκάλεσε επίσης τα μπιζέλια του «ποικιλίες» στην πρώτη επιστολή του προς τον Nägeli, στην οποία είχε εσωκλείσει το άρθρο του (Stern και Sherwood 1966).
Οι πειραματιστές των διασταυρώσεων φυτών στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα φαίνεται ότι χωρίζονταν σε δύο διακριτές ομάδες: σε εκείνους που διερευνούσαν την «ουσία του είδους ως συνόλου» (Mayr 1982) και σε εκείνους —όπως οι Gallesio, Knight, Goss, Seton και Sageret— που παρακολουθούσαν την πορεία επιμέρους φυτικών χαρακτήρων και, επομένως, όπως ο Mendel, εργάζονταν αναγκαστικά με ποικιλίες. Παρ’ όλα αυτά, ο Mendel θεωρούσε προφανώς ότι τα συμπεράσματά του αφορούσαν και την πρώτη ομάδα, αρκετά μέλη της οποίας μνημονεύει στο άρθρο του —Kölreuter, Gärtner, Herbert, Lecoq και Wichura—, ενώ δεν αναγνωρίζει τη συμβολή των πρωτοπόρων του δικού του πεδίου. Ο Mayr (1982) παρατηρεί: «Μολονότι ο Mendel αποκαλεί περιστασιακά τον εαυτό του υβριδιστή και στο άρθρο του αναφέρεται συχνά στον Kölreuter, στον Gärtner και σε άλλους υβριδιστές φυτών, ο ίδιος δεν ανήκει καθόλου σε αυτή την παράδοση».
Από την εποχή των πειραμάτων του Kölreuter με το φυτό του καπνού κατά τη δεκαετία του 1760, οι ερευνητές του υβριδισμού επιδίωκαν να επιλύσουν πειραματικά το ζήτημα της αμεταβλησίας και της δημιουργίας. Όπως υποστήριξε ο Callender (1988), για την ερμηνεία του άρθρου του Mendel είναι αναγκαία η ορθή κατανόηση σημαντικών θεωρητικών κατηγοριών, όπως η επαναστροφή και η μετατροπή· πρόκειται για δύο φαινόμενα που ο Kölreuter ισχυριζόταν ότι είχε ανακαλύψει κατά τις πειραματικές του έρευνες και τα οποία αναιρούσαν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ως επαναστροφή νοούνταν η επιστροφή ενός υβριδίου, μέσω αυτογονιμοποίησης, στους δύο αρχικούς τύπους που είχαν διασταυρωθεί. Ως μετατροπή νοούνταν η μεταβολή ενός είδους σε ένα άλλο ήδη υπάρχον είδος, μέσω επανειλημμένων επαναδιασταυρώσεων του υβριδίου με τη μία ή την άλλη από τις δύο αρχικές γονικές μορφές. Σκοπός αυτών των πειραμάτων δεν ήταν να ανασκευαστεί η σταθερότητα των ειδών, όπως ίσως φαίνεται σήμερα, αλλά να υποστηριχθεί η ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας, δεδομένου ότι δεν παραγόταν κανένα νέο είδος.
Ο Joseph Gottlieb Kölreuter (1733–1806) και ο διάδοχός του Carl Gärtner (1772–1850), στους οποίους ο Mendel αναφέρεται επανειλημμένα, ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της ορθόδοξης διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας. [«Οι σταθερές υβριδικές φυτικές μορφές, υποστήριζαν, δεν μπορούσαν να υπάρχουν και πράγματι δεν υπήρχαν» (Callender 1988).] Ο Darwin τους είχε αναφέρει στην Καταγωγή των ειδών ως αντιπάλους. [Ο Darwin περιέγραφε τον Gärtner ως «τόσο καλό παρατηρητή και τόσο εχθρικό μάρτυρα» (Darwin 1859).]
Το πρώτο μισό του άρθρου του Mendel (1866, σ. 1–23) αφιερώνεται αποκλειστικά στην εξαγωγή του «γενικώς εφαρμόσιμου νόμου» του, ο οποίος ποσοτικοποιεί την επαναστροφή —κατά την οποία ο πληθυσμός επιστρέφει στις καθαρές γονικές μορφές, ενώ το υβρίδιο αντιπροσωπεύει ένα ολοένα μικρότερο ποσοστό των απογόνων—, ενώ οι τελευταίες σελίδες (σ. 44–48) αφιερώνονται αποκλειστικά στα πειράματα μετατροπής.
Ο Mendel γράφει —η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο—: «Τέλος, αξίζουν ιδιαίτερη μνεία τα πειράματα που πραγματοποίησαν ο Kölreuter, ο Gärtner και άλλοι σχετικά με τη μετατροπή ενός είδους σε άλλο μέσω τεχνητής γονιμοποίησης. Στα πειράματα αυτά αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία· ο Gärtner τα συγκαταλέγει μεταξύ “των δυσκολότερων στην παραγωγή υβριδίων”» (Mendel 1866).
Στη συνέχεια, ο Mendel προτείνει την εφαρμογή του «νόμου που ισχύει για το Pisum»: «Εάν επιτρέπεται να υποθέσουμε ότι η ανάπτυξη των μορφών σε αυτά τα πειράματα προχώρησε κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον που παρατηρείται στο Pisum, τότε ολόκληρη η διαδικασία της μετατροπής θα μπορούσε να εξηγηθεί σχετικά απλά».
Στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου του ο Mendel δηλώνει: «Η επιτυχία των πειραμάτων μετατροπής οδήγησε τον Gärtner να διαφωνήσει με εκείνους τους επιστήμονες που αμφισβητούν τη σταθερότητα των φυτικών ειδών και δέχονται μια συνεχή εξέλιξη των φυτικών μορφών. Στην πλήρη μετατροπή ενός είδους σε άλλο βρίσκει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ένα είδος διαθέτει σταθερά όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορεί να μεταβληθεί. Μολονότι αυτή η άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ όρων έγκυρη, στα πειράματα που πραγματοποίησε ο Gärtner πρέπει να αναγνωριστεί σημαντική επιβεβαίωση της υπόθεσης που διατυπώθηκε προηγουμένως σχετικά με τη μεταβλητότητα των καλλιεργούμενων φυτών» (Mendel 1866).
Η τελευταία πρόταση δείχνει προφανώς ότι ο Mendel θεωρούσε πως ο «γενικώς εφαρμόσιμος νόμος» που είχε ανακαλύψει υποστήριζε τη θέση του Gärtner. Ωστόσο, η πρόταση αυτή ερμηνεύθηκε ως εάν να σήμαινε ακριβώς το αντίθετο, όπως επισήμανε ο L. A. Callender:
«Παρά τη σαφήνειά της, αυτή η παράγραφος αποτέλεσε πηγή ατελείωτης σύγχυσης στη βιβλιογραφία. Εάν η δήλωση αυτή ληφθεί κατά γράμμα —όπως ασφαλώς επιθυμούσε ο Mendel να ληφθεί—, τότε λέει πολύ απλά ότι εκείνος αποδεχόταν υπό όρους την άποψη του Gärtner “ότι τα είδη είναι σταθερά μέσα σε όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορούν να μεταβληθούν”. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο. Παρ’ όλα αυτά, έχουν προταθεί ερμηνείες αυτού του χωρίου οι οποίες αποκλίνουν εντυπωσιακά και σε ακραίο βαθμό από την καθιερωμένη χρήση τόσο της γερμανικής όσο και της αγγλικής γλώσσας» (Callender 1988· η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο).
Συνεχίζεται
B. E. Bishop
Journal of Heredity, 1996, Oxford University Press, American Genetic Association
Στοιχεία από το άρθρο του Mendel
Η Καταγωγή των ειδών αποτελούσε μια κατά μέτωπον επίθεση εναντίον της διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας των ειδών, την οποία ο Darwin (1859) περιέγραφε ως την πεποίθηση ότι «σε αναρίθμητες περιόδους της ιστορίας της γης ορισμένα στοιχειώδη άτομα έλαβαν την εντολή να μεταπηδήσουν ξαφνικά σε ζωντανούς ιστούς». Τα κεντρικά θέματα του Darwin ήταν η εξέλιξη, ο πληθυσμός και η κληρονομικότητα· πρόκειται για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που αντανακλάται στο σύνολό του στο άρθρο του Mendel. [«Ως συνέπεια της εξελικτικής του προσέγγισης, ο Mendel υιοθέτησε, όπως ορθά επισήμανε ο Thoday (1966), τη μέθοδο της πληθυσμιακής ανάλυσης…» (Mayr 1982).[ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΥΦΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ Jakob Böhme, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΕΜΜΕΣΩΣ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΘΙΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΟΣ]
Η κληρονομικότητα αποτελούσε ζωτικό συστατικό της θεωρίας του Darwin, διότι εκείνος συλλογιζόταν ότι, για να είναι μια παραλλαγή εξελικτικά σημαντική, πρέπει να είναι κληρονομήσιμη· αναγκάστηκε όμως να παραδεχθεί: «Οι νόμοι που διέπουν την κληρονομικότητα είναι εντελώς άγνωστοι» (Darwin 1859). Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, ο Mendel ανέπτυξε την απολύτως συγκεκριμένη ατομιστική θεωρία του περί κληρονομικότητας —μια θεωρία η οποία, επιπλέον, καταλήγει μόνο σε στασιμότητα: «Η καθαρή διαδικασία της μεντελικής κληρονομικότητας δεν παράγει καμία απολύτως εξελικτική μεταβολή: ο πληθυσμός παραμένει ο ίδιος» (Ridley 1985).
Ο πληθυσμιακός προσανατολισμός του άρθρου του Mendel είναι επίσης σημαντικός. Η πληθυσμιακή σκέψη υπήρξε η πρωτοτυπότερη και επαναστατικότερη σύλληψη του Darwin, μια σύλληψη που κατέστησε δυνατή την εισαγωγή της φυσικής επιλογής (Mayr 1972). Η γένεσή της έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, αλλά μόνο με τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού βιβλίου του Darwin παρουσιάστηκε δημοσίως. Επομένως, ο Mendel είτε υιοθέτησε ανεξάρτητα μια πληθυσμιακή προσέγγιση εξαρχής είτε σχεδίασε τα πειράματά του γνωρίζοντας τις ιδέες του Darwin· διότι, από τον σχεδιασμό του πειραματικού προγράμματος που περιγράφεται, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να έχει μεταβάλει τον ερευνητικό του στόχο μετά την έναρξή του.
Εκείνη την εποχή, η ύπαρξη σταθερών —δηλαδή αμιγώς αναπαραγόμενων— υβριδίων, για την οποία είχαν κάνει λόγο αρκετοί πειραματιστές, παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, όπως τονίζει ο Mendel στο άρθρο του για το Pisum: «Αυτό το χαρακτηριστικό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξελικτική ιστορία των φυτών, επειδή τα σταθερά υβρίδια αποκτούν τη θέση νέων ειδών» (Mendel 1866· η έμφαση στο πρωτότυπο). Το ενδιαφέρον του Mendel για τα σταθερά υβρίδια ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να εισέλθει εκ νέου στη διαμάχη λίγα χρόνια αργότερα με το άρθρο του για το Hieracium: «Το ζήτημα των πολυάριθμων και σταθερών ενδιάμεσων μορφών απέκτησε πρόσφατα σημαντικό ενδιαφέρον, από τότε που ένας διάσημος ειδικός στο Hieracium, στο πνεύμα της δαρβινικής διδασκαλίας, υπερασπίστηκε την άποψη ότι αυτές οι μορφές πρέπει να θεωρηθούν ως προερχόμενες από τη μεταλλαγή εξαφανισμένων ή ακόμη υπαρχόντων ειδών» (Mendel 1870).
Ο ίδιος ο Mendel, όμως, δεν αναφέρει σταθερά υβρίδια στο άρθρο του για το Pisum: «[…] εκείνος [ο Mendel] δεν βρήκε κανένα σταθερό υβρίδιο» (Monaghan και Corcos 1990). Στην πραγματικότητα, το άρθρο του Mendel μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια θεωρητικής εξήγησης των φαινομένων της επαναστροφής και της μετατροπής, τα οποία θεωρούνταν ότι υποστήριζαν την ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας των ειδών. [Ο L. A. Callender (1988) διέκρινε μεταξύ εκείνου που αποκαλεί ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας —η οποία υποστήριζε ότι όλα τα υπάρχοντα είδη δημιουργήθηκαν άμεσα από το χέρι του Θεού και αρνούνταν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων— και της τροποποιημένης εκδοχής που πρότεινε ο Carolus Linnaeus στα μέσα του 18ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία μπορούσαν να προκύψουν σταθερά υβρίδια.] Ο Ernst Mayr (1982) παρατηρεί: «Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι, όπως και στην περίπτωση του Darwin, το ζήτημα των ειδών ήταν εκείνο που ενέπνευσε τον Mendel στις έρευνές του για την κληρονομικότητα».
Ωστόσο, το πειραματικό υλικό του Mendel δεν πληρούσε τα κριτήρια που οι θεωρητικοί βιολόγοι της εποχής θεωρούσαν αναγκαία για να συνδεθεί ο υβριδισμός με την προέλευση των ειδών (Gasking 1959). Ο Mendel επέλεξε εξημερωμένες ποικιλίες και όχι άγρια είδη, μολονότι στο άρθρο του χρησιμοποιεί συχνά τη λέξη «είδη», προφανώς με συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αναφερόμενος στα μπιζέλια του κήπου του. Ο L. C. Dunn (1965a) σχολιάζει: «Ο Kölreuter και ο Gärtner, στους οποίους αναφέρεται [ο Mendel], εργάστηκαν με πραγματικά υβρίδια ειδών, τα οποία διέφεραν ως προς πολλούς μεταβλητούς και βαθμιαία μεταβαλλόμενους χαρακτήρες· από αυτούς δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ένας κανόνας όπως εκείνος που συνέλαβε ο Mendel». Οι Corcos και Monaghan (1993) γράφουν επίσης: «Επομένως, αυτό που ο Mendel εξέταζε ως μετατροπή ενός είδους σε άλλο ήταν στην πραγματικότητα η μετατροπή μιας ποικιλίας σε άλλη».
Έχει υποστηριχθεί ότι η ταξινόμηση των μπιζελιών ήταν τότε αβέβαιη και ότι ο Mendel αναφέρει στο άρθρο του πως η θέση τους μέσα σε ένα ταξινομικό σύστημα ήταν «εντελώς αδιάφορη για τα συγκεκριμένα πειράματα»· αυτή η στάση χαρακτηρίστηκε «επιπόλαιη» (Hartl και Orel 1992). Το σημαντικό σημείο, όμως, είναι ότι ο Mendel δεν είναι συνεπής: σε ορισμένα συμφραζόμενα αναφέρεται στα πειραματικά φυτά του ως «ποικιλίες» και σε άλλα ως «είδη», όπως παρατήρησαν οι Corcos και Monaghan (1993): «Σε αυτή την παράγραφο [όπου περιγράφεται λεπτομερώς η επιλογή των φυτών για το πειραματικό του πρόγραμμα] ο Mendel χρησιμοποιεί τη λέξη “ποικιλία” για τις αναπαραγωγικές του σειρές· ωστόσο, στις “Εισαγωγικές παρατηρήσεις” του έγραφε για υβρίδια μεταξύ ειδών». Ο Mendel αποκάλεσε επίσης τα μπιζέλια του «ποικιλίες» στην πρώτη επιστολή του προς τον Nägeli, στην οποία είχε εσωκλείσει το άρθρο του (Stern και Sherwood 1966).
Οι πειραματιστές των διασταυρώσεων φυτών στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα φαίνεται ότι χωρίζονταν σε δύο διακριτές ομάδες: σε εκείνους που διερευνούσαν την «ουσία του είδους ως συνόλου» (Mayr 1982) και σε εκείνους —όπως οι Gallesio, Knight, Goss, Seton και Sageret— που παρακολουθούσαν την πορεία επιμέρους φυτικών χαρακτήρων και, επομένως, όπως ο Mendel, εργάζονταν αναγκαστικά με ποικιλίες. Παρ’ όλα αυτά, ο Mendel θεωρούσε προφανώς ότι τα συμπεράσματά του αφορούσαν και την πρώτη ομάδα, αρκετά μέλη της οποίας μνημονεύει στο άρθρο του —Kölreuter, Gärtner, Herbert, Lecoq και Wichura—, ενώ δεν αναγνωρίζει τη συμβολή των πρωτοπόρων του δικού του πεδίου. Ο Mayr (1982) παρατηρεί: «Μολονότι ο Mendel αποκαλεί περιστασιακά τον εαυτό του υβριδιστή και στο άρθρο του αναφέρεται συχνά στον Kölreuter, στον Gärtner και σε άλλους υβριδιστές φυτών, ο ίδιος δεν ανήκει καθόλου σε αυτή την παράδοση».
Από την εποχή των πειραμάτων του Kölreuter με το φυτό του καπνού κατά τη δεκαετία του 1760, οι ερευνητές του υβριδισμού επιδίωκαν να επιλύσουν πειραματικά το ζήτημα της αμεταβλησίας και της δημιουργίας. Όπως υποστήριξε ο Callender (1988), για την ερμηνεία του άρθρου του Mendel είναι αναγκαία η ορθή κατανόηση σημαντικών θεωρητικών κατηγοριών, όπως η επαναστροφή και η μετατροπή· πρόκειται για δύο φαινόμενα που ο Kölreuter ισχυριζόταν ότι είχε ανακαλύψει κατά τις πειραματικές του έρευνες και τα οποία αναιρούσαν την ύπαρξη σταθερών υβριδίων.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ως επαναστροφή νοούνταν η επιστροφή ενός υβριδίου, μέσω αυτογονιμοποίησης, στους δύο αρχικούς τύπους που είχαν διασταυρωθεί. Ως μετατροπή νοούνταν η μεταβολή ενός είδους σε ένα άλλο ήδη υπάρχον είδος, μέσω επανειλημμένων επαναδιασταυρώσεων του υβριδίου με τη μία ή την άλλη από τις δύο αρχικές γονικές μορφές. Σκοπός αυτών των πειραμάτων δεν ήταν να ανασκευαστεί η σταθερότητα των ειδών, όπως ίσως φαίνεται σήμερα, αλλά να υποστηριχθεί η ορθόδοξη διδασκαλία περί χωριστής δημιουργίας, δεδομένου ότι δεν παραγόταν κανένα νέο είδος.
Ο Joseph Gottlieb Kölreuter (1733–1806) και ο διάδοχός του Carl Gärtner (1772–1850), στους οποίους ο Mendel αναφέρεται επανειλημμένα, ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της ορθόδοξης διδασκαλίας περί χωριστής δημιουργίας. [«Οι σταθερές υβριδικές φυτικές μορφές, υποστήριζαν, δεν μπορούσαν να υπάρχουν και πράγματι δεν υπήρχαν» (Callender 1988).] Ο Darwin τους είχε αναφέρει στην Καταγωγή των ειδών ως αντιπάλους. [Ο Darwin περιέγραφε τον Gärtner ως «τόσο καλό παρατηρητή και τόσο εχθρικό μάρτυρα» (Darwin 1859).]
Το πρώτο μισό του άρθρου του Mendel (1866, σ. 1–23) αφιερώνεται αποκλειστικά στην εξαγωγή του «γενικώς εφαρμόσιμου νόμου» του, ο οποίος ποσοτικοποιεί την επαναστροφή —κατά την οποία ο πληθυσμός επιστρέφει στις καθαρές γονικές μορφές, ενώ το υβρίδιο αντιπροσωπεύει ένα ολοένα μικρότερο ποσοστό των απογόνων—, ενώ οι τελευταίες σελίδες (σ. 44–48) αφιερώνονται αποκλειστικά στα πειράματα μετατροπής.
Ο Mendel γράφει —η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο—: «Τέλος, αξίζουν ιδιαίτερη μνεία τα πειράματα που πραγματοποίησαν ο Kölreuter, ο Gärtner και άλλοι σχετικά με τη μετατροπή ενός είδους σε άλλο μέσω τεχνητής γονιμοποίησης. Στα πειράματα αυτά αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία· ο Gärtner τα συγκαταλέγει μεταξύ “των δυσκολότερων στην παραγωγή υβριδίων”» (Mendel 1866).
Στη συνέχεια, ο Mendel προτείνει την εφαρμογή του «νόμου που ισχύει για το Pisum»: «Εάν επιτρέπεται να υποθέσουμε ότι η ανάπτυξη των μορφών σε αυτά τα πειράματα προχώρησε κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον που παρατηρείται στο Pisum, τότε ολόκληρη η διαδικασία της μετατροπής θα μπορούσε να εξηγηθεί σχετικά απλά».
Στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου του ο Mendel δηλώνει: «Η επιτυχία των πειραμάτων μετατροπής οδήγησε τον Gärtner να διαφωνήσει με εκείνους τους επιστήμονες που αμφισβητούν τη σταθερότητα των φυτικών ειδών και δέχονται μια συνεχή εξέλιξη των φυτικών μορφών. Στην πλήρη μετατροπή ενός είδους σε άλλο βρίσκει αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ένα είδος διαθέτει σταθερά όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορεί να μεταβληθεί. Μολονότι αυτή η άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ όρων έγκυρη, στα πειράματα που πραγματοποίησε ο Gärtner πρέπει να αναγνωριστεί σημαντική επιβεβαίωση της υπόθεσης που διατυπώθηκε προηγουμένως σχετικά με τη μεταβλητότητα των καλλιεργούμενων φυτών» (Mendel 1866).
Η τελευταία πρόταση δείχνει προφανώς ότι ο Mendel θεωρούσε πως ο «γενικώς εφαρμόσιμος νόμος» που είχε ανακαλύψει υποστήριζε τη θέση του Gärtner. Ωστόσο, η πρόταση αυτή ερμηνεύθηκε ως εάν να σήμαινε ακριβώς το αντίθετο, όπως επισήμανε ο L. A. Callender:
«Παρά τη σαφήνειά της, αυτή η παράγραφος αποτέλεσε πηγή ατελείωτης σύγχυσης στη βιβλιογραφία. Εάν η δήλωση αυτή ληφθεί κατά γράμμα —όπως ασφαλώς επιθυμούσε ο Mendel να ληφθεί—, τότε λέει πολύ απλά ότι εκείνος αποδεχόταν υπό όρους την άποψη του Gärtner “ότι τα είδη είναι σταθερά μέσα σε όρια, πέρα από τα οποία δεν μπορούν να μεταβληθούν”. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο. Παρ’ όλα αυτά, έχουν προταθεί ερμηνείες αυτού του χωρίου οι οποίες αποκλίνουν εντυπωσιακά και σε ακραίο βαθμό από την καθιερωμένη χρήση τόσο της γερμανικής όσο και της αγγλικής γλώσσας» (Callender 1988· η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο).
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου