Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ - Hegel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ - Hegel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

ΣTIΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.


Από τον Hegel ξεκινά η πιο τολμηρή πρωτοβουλία, και η πιο επικίνδυνη ταυτόχρονα, αναστοχασμού της χριστιανικής τριάδος στην προοπτική μιας πρωτότυπης συλλήψεως του προσώπου, η οποία δέχεται και οδηγεί ταυτοχρόνως σε πληρότητα την κληρονομιά της σκέψης. Η βάση του διαλόγου γύρω από την Persona Dei στον “ιδεαλισμό” του Φίχτε και του Σέλλινγκ είναι ο κριτικισμός και η φιλοσοφία της θρησκείας του Kant. Συγκρουόμενος με τον Kant ακριβώς, προτείνει την “συμμαχία” της πίστεως με την γνώση με το φιλοσοφικό του “σύστημα”, μέσα στο οποίο περιέχεται μια γοητευτική και ιδιόρρυθμη ανάγνωση του Τριαδικού Χριστιανικού δόγματος!Διαχωρίζοντας βίαια πίστη και γνώση, ο Kant καταλήγει να θεωρεί όχι μόνον ανόητη την πίστη αλλά και ά-πιστη την γνώση! Αυτή είναι η κριτική του Hegel εναντίον του εμπνευστού της Κριτικής! Από νωρίς εξάλλου, από τα νεανικά του γραπτά, όπως «Το πνεύμα του Χριστιανισμού και η μοίρα του» (1799), ο Hegel βλέπει στον Kant την επανάκαμψη της αρχαίας Ιουδαϊκής διαχωρίσεως ανάμεσα στο πέρας και στο άπειρο, στο είναι και στο δέον, στην αισθησιακή ροπή και στον νόμο. Η περιπέτεια αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από τον Διαφωτισμό, όταν ο πόλεμος συγκεντρώθηκε ενάντια στην θρησκεία, καθώς αυτή κατανοείτο σαν κάτι “θετικό”, απόλυτο.

Με την σειρά του ο Hegel πιστεύει πως η θρησκεία πρέπει να εννοηθεί με “ιδεαλιστικό” τρόπο, δηλαδή σαν «στιγμή, στάδιο» το οποίο η νόηση να μπορεί να αναγνωρίσει σαν δικό της. Βεβαίως και ο Καντ δείχνει την τάση να εννοιολογήσει αυτόν τον ίδιο τον κόσμο της πίστεως. Δεν προσπάθησε μήπως να μεταφράσει με τον τρόπο του αυτό το ίδιο το τριαδικό δόγμα; Αλλά όμως, κατά την κρίση του Hegel, η πίστη χωρίς την γνώση καταλήγει να καταφέρει την πιο μεγάλη νίκη της εναντίον της γνώσεως! Η νίκη του Διαφωτισμού είναι μια φαινομενική νίκη. Η θρησκεία σαν κάτι απόλυτο αφήνει στην νόηση το πεπερασμένο και το εμπειρικό, ενώ το αιώνιο παραμένει στο επέκεινα, ασύλληπτο από την γνώση.

Ο κενός χώρος τότε που αφήνει η γνώση, μπορεί να γεμίσει μόνον από την νοσταλγία του αιωνίου.

Κατά τον Hegel, το αποτέλεσμα της επιθέσεως του Διαφωτισμού όπως εμφανίζεται στον Kant, είναι ο θρίαμβος του υποκειμενικού συναισθήματος. Στην απόλυτη αντιπαράθεση πίστεως και νοήσεως ο θεός καταλήγει μακρινός και άγνωστος, απομακρύνεται από τα όρια της νοήσεως. Αντιθέτως λοιπόν από τον Kant, η αληθινή Αρχή της νοήσεως πρέπει να ιδρυθεί στην ίδια την στιγμή κατά την οποία ο θεός δεν είναι για την σκέψη άγνωστος και άρρητος, αλλά συλλαμβάνεται σαν «Ιδέα», όταν δηλαδή αναγνωρίζεται σαν σκέψη και ακόμη καλύτερα, σαν δική μας σκέψη. Πρέπει δηλαδή ο θεός να γίνει δικό μου πράγμα, σκέψη μου, αυτοσυνείδηση μου! Τί συμβαίνει λοιπόν όταν ο θεός, ο Τριαδικός χριστιανικός θεός δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν Εκκλησιαστική πίστη, σαν “θετικό” δεδομένο (αντικειμενικό), σαν ένα πράγμα “εις εαυτόν”, αλλά ένα στάδιο «προς εαυτόν» της σκέψης μου, της αυτοσυνειδησίας μου;

Οι θεολόγοι των τελευταίων πενήντα χρόνων, γράφει ο Hegel στην «Φιλοσοφία της θρησκείας», έκαναν τα πάντα για να εκμηδενίσουν το περιεχόμενο της θρησκείας, τόσο πολύ μάλιστα πέτυχαν τον σκοπό τους, ώστε δεν διαθέτουν πλέον τίποτε από το περιεχόμενό της, που θα ήταν δυνατόν να καταστραφεί. Υπάρχει μια γενική αδιαφορία για το κεντρικό δόγμα του χριστιανισμού, και ιδιαιτέρως για το τριαδικό, που είναι η βάση της πίστεως. Εάν λοιπόν η θεολογία δεν αναγνωρίζει την σπουδαιότητα αυτού του δόγματος, παρακάμπτεται και το τελευταίο εμπόδιο για την προσπάθεια εννοιολογικής επεξεργασίας του δόγματος εκ μέρους της Φιλοσοφίας.

Δεν πρόκειται βεβαίως να ερευνηθεί ιστορικά το δόγμα, αλλά να ερευνηθεί η αλήθεια του, δηλαδή τι πράγμα αντιπροσωπεύει αυτό το δόγμα για την νόηση! Δεν ανήκει και η νόηση στην θεία αποκάλυψη; Μπορεί η Εκκλησία και οι θεολόγοι της να αρνηθούν την βοήθεια της νοήσεως; Οι προσπάθειες της φιλοσοφίας δεν κατευθύνονται εναντίον της θρησκείας, αλλά επιθυμούν αντιθέτως να εμβαθύνουν την αλήθεια της!

Τί λέει λοιπόν η Φιλοσοφία του Hegel για το τριαδικό δόγμα και συγκεκριμένα για την πραγματοποίηση του προσώπου στον θεό;

Εν και παν: Αυτό έγραψε στο άλμπουμ του Hegel ο φίλος του Χαίλντερλιν στις 12 Φεβρουαρίου 1791. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ασίγαστη πείνα και δίψα του Hegel υπήρξε η ενότης, η συμφιλίωση, η “φιλοσοφία της ενοποιήσεως” (Vereinigungs philosophie). Γι’ αυτό και στον Hegel η φιλοσοφία γίνεται Σύστημα, ένα σύστημα μέσα στο οποίο δεν αποκτάται μόνον η γνώση, αλλά μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται η αλήθεια. Υπερβαίνοντας την πληγή που κατάφερε στο πνεύμα ο διαφωτισμός, η θρησκεία εισέρχεται στο σύστημα σαν ένα στάδιο ουσιώδες, μόνο που εισέρχεται για να υπερβαθεί. Στην θρησκεία, κατά τον Hegel, ανήκει η «αναπαράσταση», ενώ στην φιλοσοφία ανήκει η «έννοια». Οι απλές και απλοϊκές μορφές της αναπαραστάσεως πρέπει να μεταφραστούν στην εννοιολογική σκέψη!

Ο Χριστιανισμός είναι για τον Hegel η “θρησκεία par excellence”, η “αποκεκαλυμένη θρησκεία” στην οποία ο θεός γνωρίζεται γι’ αυτό που Αυτός είναι, δηλαδή σαν απόλυτο και σαν πνεύμα. Στο Χριστιανικό δόγμα του τριαδικού θεού παρουσιάζεται λοιπόν ο θεός όπως είναι, αλλά στην μορφή της αναπαραστάσεως. Η φιλοσοφία του Hegel πρέπει να μεταφέρει στην έννοια αυτή την ίδια αναπαράσταση, έτσι ώστε ο θεός να μπορέσει να εμφανιστεί στην συνείδηση και μέσα στην συνείδηση να φανερωθεί εκείνο που είναι “εις εαυτόν”!

Η νόηση είναι για τον Hegel το όργανο της θεωρητικής γνώσεως που πρέπει να εγκαταλείψει τις παιδικές αναπαραστάσεις της θρησκείας, ενώ ταυτοχρόνως πρέπει να δώσει ζωή και κίνηση στις σκληρές και ακίνητες έννοιες του νου!

Αμέθυστος

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Γ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

 Συνέχεια από:  Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXIIΙ)

Τί σημαίνει
 όμως σ’ αυτό το σημείο, εμβαθύνοντας τον στοχασμό, ότι ο θεός είναι «τρία πρόσωπα»; Σημαίνει, απαντά ο Hegel, πως ο θεός σαν άπειρη υποκειμενικότης περιέχει την αντίφαση και μαζί και την λύση της: «Λύση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίφαση, αλλά πως αυτή η αντίφαση λύνεται για να αποδείξει ότι πρέπει να γίνει κατανοητή η απόλυτη αντίθεση. Διότι η προσωπικότης είναι αυτός ο ακραίος όρος, ο οποίος στην αφαιρετικότητά του διατηρείται μόνον σαν λυμένος, αλλά που στήν ουσία του δεν είναι απομονωμένος. Καθορισμός τής μορφής εδώ είναι η άπειρη μορφή και κάθε στιγμή είναι σαν ένα υποκείμενο. Η προσωπικότης είναι ελευθερία και γι’ αυτό στο άπειρο Eίναι της δι’ εαυτήν, είναι αληθινή στην ίδια της τήν έννοια, και γι’ αυτό είναι ο καθορισμός τής ταυτότητος καθ’ εαυτής, τής καθολικότητος. Αυτό το στοιχείο τού στοχασμού είναι αυτή καθ’ εαυτή η παραίτηση η ίδια στην πιο υψηλή της στιγμή και η αιώνια κίνηση είναι η έννοιά της». Ο θεός είναι ένας και Τριαδικός, κατά τον Hegel, επειδή είναι πνεύμα ή άπειρη υποκειμενικότης, η οποία παρότι είναι μία, μάλιστα δε για να μπορεί να είναι μία, γίνεται σε τρεις στιγμές ή σε τρία πρόσωπα.


Ας δούμε τώρα πώς προσπαθεί να εξηγήσει το ξεδίπλωμα αυτής τής προόδου τού θεού στον θεό. Προσπαθεί να δώσει λύση από τρεις οπτικές γωνίες: (1) της υποκειμενικής συνειδήσεως, (2) του χώρου και του διαστήματος, (3) του χρόνου.

Κατ’ αρχάς, δηλώνει ο Hegel, ο θεός είναι πατήρ, (1) υποκείμενο καθ’ εαυτό, μορφή τής αφηρημένης καθολικότητος η οποία καθ’ εαυτή περιλαμβάνει τα πάντα, ουσία η οποία αποκαλύπτεται αλλά δεν φανερούται. (2) έξω από τον κόσμο και την περατότητά του (3) έξω από τον χρόνο και μέσα στην καθαρή σκέψη τής αιωνιότητος.

΄Υστερα υπάρχει ο θεός Υιός(1) αντικείμενο καθ’ εαυτό, άπειρη Ιδιαιτερότης, μορφή τής φαινομενικής φανερώσεως, τής συγκεκριμενοποιήσεως τού Είναι για το άλλο, στο στοιχείο τής αναπαραστάσεως, συνείδηση συλλαμβανόμενη σε σχέση με το άλλο(2) μορφή σαν κόσμος(3) θεία Ιστορία, καθότι πραγματική μέσα στην πλήρη ύπαρξη, μείωση έτσι ώστε να εμφανισθεί σαν φαινόμενο, σαν κατεξοχήν Ιστορικό φαινόμενο, άμεση ύπαρξη, αλλά ταυτοχρόνως παρελθούσα, καθώς απερρίφθη!

Τέλος υπάρχει ο θεός άγιο πνεύμα, ο τρίτος που είναι και ο πρώτος, διότι και οι τρεις είναι πνεύμα, ο θεός τής μορφής τής επιστροφής εις εαυτόν και δι’ εαυτόν: (1) Καθαρή υποκειμενικότης, ο μόνος ελεύθερος μέσω τής επιστροφής εις εαυτόν, (2) εσωτερικός τόπος, κοινότης, κατ’ αρχάς μέσα στον κόσμο, η οποία έχει αυτόν τον ίδιο τον θεό πάνω στη γη, επομένως εκκλησία, (3) παρών σαν κάτι περιορισμένο το οποίο διαφοροποιεί τον εαυτό του από το παρελθόν και από το μέλλον και στην συνέχεια σαν παρών το οποίο υψούται και ξαναβρίσκεται, ολοκληρωμένο στην άρνηση της αμεσότητός του, στο όχι ακόμα και επομένως στο μέλλον.

Έτσι λοιπόν ο θεός ή το πνεύμα ή η υποκειμενικότης είναι Μονάς και Τριάς, αιώνια ζωή, ανάπτυξη τής Ιδέας, διαλεκτική πρόοδος, εννοιολογική ιστορία τής διαφοροποιήσεως, τής ασυμφωνίας και τής επανευρέσεως εις εαυτόν. Για όλα αυτά ο θεός είναι κατά τον Hegel και αγάπη. Έτσι λοιπόν λέγοντας πως ο θεός είναι πνεύμα ή υποκειμενικότης ισοδυναμεί με το να πούμε πως ο θεός είναι Μονάς και Τριάς, διότι ακριβώς είναι αγάπη.

Κατά τον Hegel η λογική αποδεικνύει πως το αφηρημένο Ένα είναι μια κακή κατηγορία. Διότι ένα μόνον πρόσωπο είναι καθ’ εαυτό σκληρό, άκαμπτο. Όμως στην αγάπη το πρόσωπο εγκαταλείπει την ιδιαιτερότητά του πλατύνοντάς την στην καθολικότητα: Στην αγάπη προσφέρω την αφηρημένη μου προσωπικότητα και κερδίζω μια προσωπικότητα πραγματική. «Η αλήθεια τής προσωπικότητος είναι ακριβώς αυτή: Κερδίζεται με την εμβάθυνση, με το να βυθιστούμε μέσα στον άλλο. Τί είναι δηλαδή η αγάπη; Η αγάπη, λέει ο Hegel, είναι μια διαφοροποίηση υπάρξεων οι οποίες δεν είναι αναγκαίως διαφορετικές η μία για την άλλη. Η συνείδηση, το αίσθημα αυτής της ταυτότητος, δηλαδή το να είσαι έξω από τον εαυτό και μέσα στον άλλον, αυτό είναι η αγάπη. Έχω την αυτοσυνειδησία μου, όχι σε μένα, αλλά στον άλλον, στον οποίον και μόνον είμαι πεπληρωμένος, έχω την ησυχία μου. Αυτός δε ο άλλος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, καθώς είναι έξω από τον εαυτό του, έχει μόνον σε μένα την αυτοσυνειδησία του και έτσι είμαστε και οι δυο μαζί αυτή μόνον η συνείδηση τής εξωτερικότητος και τής ταυτότητος, αυτή η διαίσθηση, αυτό το αίσθημα, αυτή η γνώση τής ενότητος. Αυτή είναι η αγάπη και αν δεν γνωρίζουμε πως η αγάπη είναι ακριβώς η διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής τής διαφοράς, ο λόγος μας είναι κενός».

[Για πρώτη φορά ο άνθρωπος δηλώνει ότι μπορεί να αγαπήσει τον άλλον χωρίς να έχει προηγουμένως αγαπήσει εξ' όλης της ψυχής του και της διανοίας του τον Θεό].

Όταν λέμε λοιπόν πως ο θεός είναι αγάπη, θέλουμε να πούμε, κατά τον Hegel, πως αυτός είναι μια διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής της διαφοράς, ένα παιχνίδι του διαφορετικού χωρίς καμμία σοβαρότητα, καθώς η διαφορά έχει υπερβαθεί σαν απλή αιώνια Ιδέα.

Ο Hegel τώρα πια είναι ευτυχισμένος. Στην σκέψη του το πνεύμα έδωσε μαρτυρία στο πνεύμα. Έδειξε πως η φιλοσοφία του είναι θεολογία και πως σαν τέτοια, είναι μια αληθινή υπηρεσία στον θεό. Ο θεός φανερώθηκε στον Hegel όπως ακριβώς είναι, στην αλήθεια του, διότι ο φιλόσοφος στην έννοιά του τον σκέφτηκε σαν ενότητα και τριαδικότητα προσώπων. Ο Hegel αναγνωρίζει σαν πρόδρομό του τον Böhme. Βεβαίως ο τρόπος έκφρασης του Böhme ήταν φανταστικός και πρωτόγονος, διότι δεν κατόρθωσε να εξυψωθεί στην καθαρή μορφή τής σκέψης, αλλά η βάση που κυριάρχησε στην προσπάθειά του, ήταν η πλήρης αναγνώριση της Τριάδος. Αντιθέτως ο Hegel συνέλαβε την “έννοια” του θεού στον θεό, έτσι ώστε κατόρθωσε να αναγνωρίσει πως ο θεός φανερώθηκε σ' αυτόν σαν σε έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, ο οποίος κρατά στην σιωπή, παραμερίζει τον εαυτό του εις εαυτόν. Επιστρέφει εις εαυτόν. Σ' αυτό που οι αρχαίοι είχαν ονομάσει ενθουσιασμό και που είναι η καθαρή αφηρημένη μεσότης, η πιο υψηλή ησυχία της σκέψης, αλλά και η πιο υψηλή δραστηριότης ταυτοχρόνως, ικανή για να συλληφθεί η πιο καθαρή ιδέα του θεού και να έλθει εις συνειδητοποίησιν αυτής. Έτσι στο δόγμα του περί του θεού, και πάνω απ' όλα του θεού σαν Τριάδα, το αληθινό κατορθώθηκε να είναι ένας Βακχικός θρίαμβος καθώς κανένα μέλος δεν λείπει από το ενθουσιώδες παιχνίδι· και καθώς επιπλέον κάθε μέλος, ενώ απομονώνεται ταυτόχρονα διανοίγει με τέτοιον τρόπο ώστε θα μπορούσαμε επίσης να πούμε πως είναι η απλή και διαφανής ησυχία!


Αμέθυστος

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

B) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

 Συνέχεια από: Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXII)

Το σύστημα τού Hegel, όπως δηλώνεται στην εισαγωγή τής Φαινομενολογίας τού πνεύματος (1807), εννοεί και εκφράζει «το αληθινό όχι μόνον σαν ουσία αλλά και σαν υποκείμενο». Το γεγονός πώς το αληθινό πραγματοποιείται μόνον σαν σύστημα ή το ότι η ουσία είναι ουσιωδώς υποκείμενο εκφράζονται στην αναπαράσταση η οποία αναγγέλλει το Απόλυτο σαν πνεύμα, «η υψηλότερη έννοια η οποία ανήκει στην μοντέρνα εποχή και στην θρησκεία της»Προτιμά να ομιλεί για πνεύμα και όχι για θεό, διότι αυτή η τελευταία λέξη δεν είναι αμέσως και ταυτοχρόνως έννοια, αλλά είναι το όνομα που λέγεται, είναι ακίνητη-αιώνια ησυχία [Νιρβάνα] εκείνου του υποκειμένου στο οποίο αποτελεί το υπόβαθρο. Αντιθέτως το Είναι για παράδειγμα, ή το Ένα, η Μονάδα, το Υποκείμενο, παραπέμπουν από μόνα τους σε έννοιες. Ο θεός είναι προσιτός –κατά τον Hegel– μόνον στην καθαρή θεωρητική γνώση (στοχασμό) και μόνον σ’ αυτή την γνώση και είναι μόνον αυτή η ίδια η Γνώση, διότι είναι πνεύμα, και αυτή η θεωρητική Γνώση είναι Γνώση της αποκεκαλυμένης θρησκείας.

Ο Hegel μπορεί τώρα πια να δηλώσει πως το πνεύμα καθ’ εαυτό είναι η Tριάδα και είναι κίνηση τής απολύτου ουσίας τών εννοιών που δεν ησυχάζουν «το είναι τών οποίων βρίσκεται μόνον σ’ αυτό το γεγονός, στο ότι είναι ως προς τον εαυτό τους το αντίθετό τους και ησυχάζουν στο ΟΛΟΝ». Η κοινότης τής αποκεκαλυμένης θρησκείας δηλαδή η Εκκλησία, όσον αφορά την Tριάδα δεν διαθέτει παρά μόνον αναπαραστάσεις, δεν διαθέτει εννοιολογική σκέψη. Οι πιστοί και αυτοί οι ίδιοι οι θεολόγοι δεν βλέπουν την Tριάδα παρά μόνον σαν ένα σύνολο φυσικών σχέσεων, όπως όταν μιλούν για παράδειγμα για Πατέρα και για Υιό. Εδώ η ουσία της Tριάδος φανερώνεται οπωσδήποτε, αλλά τα στάδιά της είναι αποκομμένα μεταξύ τους, διαλυμέναΤα θεία πρόσωπα εκλαμβάνονται από τους πιστούς και τους θεολόγους, κατά τον Hegel, σαν αιώνιες ουσίες ή υποκείμενα, αντί για μεταβατικά στάδια, για κίνηση τής έννοιας! Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως υποβαθμίζεται η Tριάδα σε Ιστορική αναπαράσταση, σε κληρονομημένο περίσσευμα της παραδόσεως.

Διατηρείται τοιουτοτρόπως μόνον η εξωτερικότης τής πίστεως σαν κάτι νεκρό (quid mortuum) χωρίς καμμία γνώση, χάνεται όμως η εσωτερικότης αυτής τής πίστεως, διότι αυτή η εσωτερικότης είναι η έννοια η οποία αναγνωρίζεται σαν έννοια.

Ο Hegel λοιπόν αποφασίζει να πάρει στις πλάτες του τον «μόχθο τής έννοιας». Συγκεκριμένα στα μαθήματα τού Βερολίνου, για τέσσερις χρονιές (1821, 1824, 1827, 1831), τα οποία έχουν εκδοθεί σαν “Φιλοσοφία τής θρησκείας”στοχάζεται και μεταφράζει σε έννοιες που ρέουν ανήσυχα, το αρχαίο Tριαδικό δόγμα. Εάν ο θεός ορίζετο μόνον μέσω τών ιδιοτήτων τού αγαθού, της σοφίας κ.τ.λ. κατά τον Hegel δεν θα ορίζετο ακόμη σαν ζωντανός θεός. Ο θεός είναι ζωντανός μόνον όταν συλλαμβάνεται σαν πνεύμα: «αυτή είναι η αλήθεια, και η θρησκεία η οποία διαθέτει αυτό το περιεχόμενο είναι η αληθινή. Αυτό ονομάζεται Tριάδα στην χριστιανική θρησκεία. Τριαδική ενότης καλείται αυτό το καθολικό πνεύμα, καθώς στηρίζεται στην κατηγορία του αριθμού».

Έτσι λοιπόν, εάν είναι δύσκολο για την διάνοια να συλλάβει τις φόρμες που έχει λάβει ο αριθμός, δηλαδή την ενότητα και τριαδικότητα του θεού, δεν θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να συλλάβει ότι αυτή η ενότης είναι Τριάδα προσώπων; Για να οικειοποιηθεί λοιπόν αυτό το ίδιο το περιεχόμενο τής αποκεκαλυμένης θρησκείας, μεταφράζοντάς το στην θεωρητική έννοια τού συστήματος, είναι υποχρεωμένος να απορρίψει τις λύσεις που βρήκαν για την Persona Dei και ο Καντ και ο Φίχτε και ο Σέλλινγκ. Ταυτοχρόνως δε πιστεύει πως τού είναι εύκολο να υπερβεί την αναπαράσταση τού δόγματος τών τριών προσώπων στον ένα θεό. O Hegel πιστεύει απολύτως στην δύναμη τής θεωρίας του για να αποφύγει την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Στ’ αλήθεια, δηλώνει, «ο πιο υψηλός ορισμός τής διαφοράς μέσα στην απόλυτη ιδέα είναι η Προσωπικότης. Τα στάδια τής Ιδέας περιγράφονται σαν Πρόσωπα μέσα στην θεότητα, και αν στην αφαιρετική διάνοια φαίνεται αδύνατος και μόνον ο ορισμός του Ενός, είναι ακόμη πιο αδύνατος ο ορισμός του Προσώπου». Στο δόγμα τής Τριάδος «το είναι προς εαυτόν στο αποκορύφωμά του δεν είναι μόνον το ΕΝΑ, αλλά το Πρόσωπο, η Προσωπικότης. Τοιουτοτρόπως δε και η αντίφαση έχει προωθηθεί τόσο πολύ ώστε δεν είναι πλέον δυνατή καμμία λύση, καμμία εκμηδένιση του Προσώπου. Αυτή η αντίφαση υπάρχει μόνο και μόνο επειδή ο θεός είναι μοναδικός και τα τρία Πρόσωπα τίθενται σαν τρεις διαφορετικές στιγμές. Η Προσωπικότης εκφράζει πως η αντίθεση πρέπει να συλληφθεί απολύτως και πως είναι λογική και μετρημένη και υπερβαίνει τον εαυτό της μόνον σ’ αυτό το αποκορύφωμα».

Ο Hegel διακρίνει το αφηρημένο Πρόσωπο από το συγκεκριμένο και αυτό το ορίζει σαν υποκειμενικότητα: Μόνον έτσι ελπίζει να παράγει μια θεωρητική έννοια για την Τριάδα. Το πρόσωπο είναι μια αφαίρεση όταν είναι απλώς εις εαυτόν, όπως συμβαίνει ακριβώς στην περίπτωση του προσώπου τού δικαίου. Ερευνώντας το ρωμαϊκό δίκαιο ο Hegel είχε πει ότι το Πρόσωπο ή είναι εις εαυτόν ή δι’ εαυτόν και τοιουτοτρόπως «απόλυτος σκοπός ή δεν είναι τίποτα, ένα παιχνίδι στα χέρια τής τύχης». Το Πρόσωπο όμως εις εαυτόν και δι’ εαυτόν είναι υποκειμενικότης: Μόνον έτσι είναι πραγματικό. Εάν στο θεό διατηρείτο η αφηρημένη προσωπικότης θα είχαμε τρεις θεούς: Και μ’ αυτόν τον τρόπο θα χανόταν η υποκειμενικότης και η πιο αληθινή σημασία τού Προσώπου. Στον θεό, που είναι πνεύμα, πρέπει να βρεθεί η υποκειμενικότης για να μπορέσουμε να δηλώσουμε την πραγματικότητα των τριών Προσώπων. Πιστεύει πως δεν πρέπει να απωθήσουμε το σκάνδαλο ενός θεού που είναι Μονάς και Τριάς!

Πρέπει να κατορθώσουμε να εκφράσουμε αυτό το σκάνδαλο και αυτή την τρέλλα σε όλη της τήν δυνατή δραματικότητα. Τότε μόνον θα φανερωθεί πως η αντίφαση ενός θεού που είναι τρία Πρόσωπα ισχύει μόνον για την διάνοια και την αισθητικότητα, δεν ισχύει για την νόηση. Η νόηση, με την «σκεπτόμενη διαμεσολάβηση» που πέτυχε ο Hegel, ανακαλύπτει πως το περιεχόμενο τού Μυστηρίου τού αποκεκαλυμένου θεού είναι το πιο λογικό. Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα τής θρησκευτικής αναπαραστάσεως, στην θεωρητική τους έννοια συλλαμβάνονται σαν ζωντανός θεός, σαν κίνηση ζωής, Ιδέα, υποκειμενικότης και τέλος πνεύμα: «ο θεός είναι πνεύμα, η απόλυτη δραστηριότης, actus purus, δηλαδή υποκειμενικότης, άπειρη προσωπικότης, άπειρη διαφοροποίηση του εαυτού του από τον ίδιο, εξαντικειμενοποιημένη θεότης εις εαυτόν». Το ότι ο θεός είναι Ένας σημαίνει για τον Χέγκελ πως ο θεός είναι το καθόλου. Ο θεός όμως δεν παραμένει Ένας: Είναι πέρα από την ενότητα σαν άμεση, αρνητική καθ’ εαυτή ταυτότητα!

Επειδή ο θεός είναι πνεύμα, ο θεός είναι Ένας σαν άπειρη υποκειμενικότης, Ένας και σαν άπειρη αντικειμενικότης των διαφορών. Ο θεός παραμένει ολότης και στην ενότητά του και στις διαφορές του, σαν θεία έννοια, ακριβώς επειδή είναι τρία Πρόσωπα. Αυτό ομολογεί o Hegel στην αισθητική του, στον «Χριστιανισμό ο θεός αναπαρίσταται στην αλήθεια του, επομένως σαν κάτι πραγματικό καθ’ εαυτό, σαν ένα πρόσωπο, σαν υποκείμενο και μ’ έναν ακριβέστερο προσδιορισμό, σαν πνεύμα! Αυτό που είναι σαν πνεύμα, χάριν της θρησκευτικής κατανοήσεως αναπτύσσεται σαν Τριάδα προσώπων, τα οποία είναι ταυτοχρόνως, ενότης ως προς εαυτόν. Εδώ υπάρχει ουσιαστικότης, καθολικότης και ιδιαιτερότης και ταυτόχρονα η ενότης τους και μόνον αυτή η ενότης είναι πραγματική».

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

A) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

Από τον Hegel ξεκινά η πιο τολμηρή πρωτοβουλία, και η πιο επικίνδυνη ταυτόχρονα, αναστοχασμού της χριστιανικής τριάδος στην προοπτική μιας πρωτότυπης συλλήψεως του προσώπου, η οποία δέχεται και οδηγεί ταυτοχρόνως σε πληρότητα την κληρονομιά της σκέψης. Η βάση του διαλόγου γύρω από την Persona Dei στον “ιδεαλισμό” του Φίχτε και του Σέλλινγκ είναι ο κριτικισμός και η φιλοσοφία της θρησκείας του Kant. Συγκρουόμενος με τον Kant ακριβώς, προτείνει την “συμμαχία” της πίστεως με την γνώση με το φιλοσοφικό του “σύστημα”, μέσα στο οποίο περιέχεται μια γοητευτική και ιδιόρρυθμη ανάγνωση του Τριαδικού Χριστιανικού δόγματος!Διαχωρίζοντας βίαια πίστη και γνώση, ο Kant καταλήγει να θεωρεί όχι μόνον ανόητη την πίστη αλλά και ά-πιστη την γνώση! Αυτή είναι η κριτική του Hegel εναντίον του εμπνευστού της Κριτικής! Από νωρίς εξάλλου, από τα νεανικά του γραπτά, όπως «Το πνεύμα του Χριστιανισμού και η μοίρα του» (1799), ο Hegel βλέπει στον Kant την επανάκαμψη της αρχαίας Ιουδαϊκής διαχωρίσεως ανάμεσα στο πέρας και στο άπειρο, στο είναι και στο δέον, στην αισθησιακή ροπή και στον νόμο. Η περιπέτεια αυτή είχε ξεκινήσει ήδη από τον Διαφωτισμό, όταν ο πόλεμος συγκεντρώθηκε ενάντια στην θρησκεία, καθώς αυτή κατανοείτο σαν κάτι “θετικό”, απόλυτο.

Με την σειρά του ο Hegel πιστεύει πως η θρησκεία πρέπει να εννοηθεί με “ιδεαλιστικό” τρόπο, δηλαδή σαν «στιγμή, στάδιο» το οποίο η νόηση να μπορεί να αναγνωρίσει σαν δικό της. Βεβαίως και ο Καντ δείχνει την τάση να εννοιολογήσει αυτόν τον ίδιο τον κόσμο της πίστεως. Δεν προσπάθησε μήπως να μεταφράσει με τον τρόπο του αυτό το ίδιο το τριαδικό δόγμα; Αλλά όμως, κατά την κρίση του Hegel, η πίστη χωρίς την γνώση καταλήγει να καταφέρει την πιο μεγάλη νίκη της εναντίον της γνώσεως! Η νίκη του Διαφωτισμού είναι μια φαινομενική νίκη. Η θρησκεία σαν κάτι απόλυτο αφήνει στην νόηση το πεπερασμένο και το εμπειρικό, ενώ το αιώνιο παραμένει στο επέκεινα, ασύλληπτο από την γνώση.

Ο κενός χώρος τότε που αφήνει η γνώση, μπορεί να γεμίσει μόνον από την νοσταλγία του αιωνίου.

Κατά τον Hegel, το αποτέλεσμα της επιθέσεως του Διαφωτισμού όπως εμφανίζεται στον Kant, είναι ο θρίαμβος του υποκειμενικού συναισθήματος. Στην απόλυτη αντιπαράθεση πίστεως και νοήσεως ο θεός καταλήγει μακρινός και άγνωστος, απομακρύνεται από τα όρια της νοήσεως. Αντιθέτως λοιπόν από τον Kant, η αληθινή Αρχή της νοήσεως πρέπει να ιδρυθεί στην ίδια την στιγμή κατά την οποία ο θεός δεν είναι για την σκέψη άγνωστος και άρρητος, αλλά συλλαμβάνεται σαν «Ιδέα», όταν δηλαδή αναγνωρίζεται σαν σκέψη και ακόμη καλύτερα, σαν δική μας σκέψη. Πρέπει δηλαδή ο θεός να γίνει δικό μου πράγμα, σκέψη μου, αυτοσυνείδηση μου! Τί συμβαίνει λοιπόν όταν ο θεός, ο Τριαδικός χριστιανικός θεός δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν Εκκλησιαστική πίστη, σαν “θετικό” δεδομένο (αντικειμενικό), σαν ένα πράγμα “εις εαυτόν”, αλλά ένα στάδιο «προς εαυτόν» της σκέψης μου, της αυτοσυνειδησίας μου;

Οι θεολόγοι των τελευταίων πενήντα χρόνων, γράφει ο Hegel στην «Φιλοσοφία της θρησκείας», έκαναν τα πάντα για να εκμηδενίσουν το περιεχόμενο της θρησκείας, τόσο πολύ μάλιστα πέτυχαν τον σκοπό τους, ώστε δεν διαθέτουν πλέον τίποτε από το περιεχόμενό της, που θα ήταν δυνατόν να καταστραφεί. Υπάρχει μια γενική αδιαφορία για το κεντρικό δόγμα του χριστιανισμού, και ιδιαιτέρως για το τριαδικό, που είναι η βάση της πίστεως. Εάν λοιπόν η θεολογία δεν αναγνωρίζει την σπουδαιότητα αυτού του δόγματος, παρακάμπτεται και το τελευταίο εμπόδιο για την προσπάθεια εννοιολογικής επεξεργασίας του δόγματος εκ μέρους της Φιλοσοφίας.

Δεν πρόκειται βεβαίως να ερευνηθεί ιστορικά το δόγμα, αλλά να ερευνηθεί η αλήθεια του, δηλαδή τι πράγμα αντιπροσωπεύει αυτό το δόγμα για την νόηση! Δεν ανήκει και η νόηση στην θεία αποκάλυψη; Μπορεί η Εκκλησία και οι θεολόγοι της να αρνηθούν την βοήθεια της νοήσεως; Οι προσπάθειες της φιλοσοφίας δεν κατευθύνονται εναντίον της θρησκείας, αλλά επιθυμούν αντιθέτως να εμβαθύνουν την αλήθεια της!

Τί λέει λοιπόν η Φιλοσοφία του Hegel για το τριαδικό δόγμα και συγκεκριμένα για την πραγματοποίηση του προσώπου στον θεό;

Εν και παν: Αυτό έγραψε στο άλμπουμ του Hegel ο φίλος του Χαίλντερλιν στις 12 Φεβρουαρίου 1791. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ασίγαστη πείνα και δίψα του Hegel υπήρξε η ενότης, η συμφιλίωση, η “φιλοσοφία της ενοποιήσεως” (Vereinigungs philosophie). Γι’ αυτό και στον Hegel η φιλοσοφία γίνεται Σύστημα, ένα σύστημα μέσα στο οποίο δεν αποκτάται μόνον η γνώση, αλλά μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται η αλήθεια. Υπερβαίνοντας την πληγή που κατάφερε στο πνεύμα ο διαφωτισμός, η θρησκεία εισέρχεται στο σύστημα σαν ένα στάδιο ουσιώδες, μόνο που εισέρχεται για να υπερβαθεί. Στην θρησκεία, κατά τον Hegel, ανήκει η «αναπαράσταση», ενώ στην φιλοσοφία ανήκει η «έννοια». Οι απλές και απλοϊκές μορφές της αναπαραστάσεως πρέπει να μεταφραστούν στην εννοιολογική σκέψη!

Ο Χριστιανισμός είναι για τον Hegel η “θρησκεία par excellence”, η “αποκεκαλυμένη θρησκεία” στην οποία ο θεός γνωρίζεται γι’ αυτό που Αυτός είναι, δηλαδή σαν απόλυτο και σαν πνεύμα. Στο Χριστιανικό δόγμα του τριαδικού θεού παρουσιάζεται λοιπόν ο θεός όπως είναι, αλλά στην μορφή της αναπαραστάσεως. Η φιλοσοφία του Hegel πρέπει να μεταφέρει στην έννοια αυτή την ίδια αναπαράσταση, έτσι ώστε ο θεός να μπορέσει να εμφανιστεί στην συνείδηση και μέσα στην συνείδηση να φανερωθεί εκείνο που είναι “εις εαυτόν”!

Η νόηση είναι για τον Hegel το όργανο της θεωρητικής γνώσεως που πρέπει να εγκαταλείψει τις παιδικές αναπαραστάσεις της θρησκείας, ενώ ταυτοχρόνως πρέπει να δώσει ζωή και κίνηση στις σκληρές και ακίνητες έννοιες του νου!

Αμέθυστος

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Δ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

 Συνέχεια από: Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020


Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXIV)

Το να δοκιμάσουμε να αποτιμήσουμε την γιγάντια προσπάθεια τού Hegel με συντομία και σε λίγες γραμμές είναι απολύτως παρακινδυνευμένο. Δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε την ειλικρινή πίστη τού Hegel πως το Τριαδικό δόγμα αποτελεί την συνθετική αναπαράσταση τής προόδου τής αυτοπραγματώσεως τού Θεού και επομένως το κεντρικό θέμα τού στοχασμού του. Η επεξεργασία τού κύκλου ζωής (Lebenslanf) τού Τριαδικού θεού μέσω τής έννοιας: Αυτή είναι η αποστολή που αναθέτει στη φιλοσοφία του για να μπορεί να είναι ο εαυτός της και επομένως να μπορεί να γίνει αυτοσυνειδησία και θεία αυτοσυνειδησία.

Δεν δοκιμάζει στ’ αλήθεια ο Ηegel να περιγράψει την Τριάδα σαν μια γενεαλογία a priori δηλαδή σαν μια καθαρή λογική πρόοδο; Με πανίσχυρη μαγεία ο Hegel ανακατεύει και μειώνει καθ’ εαυτές όλες τις πτυχές τής φιλοσοφικής όσο και της θεολογικής σκέψεως τής Δύσεως. Από τον Παρμενίδη στον Αριστοτέλη, από τον Καρτέσιο στον Σπινόζα, αλλά επίσης και από τον Αυγουστίνο στον Λούθηρο και στον Μπαίμε, αφομοιώνει τα πάντα και ταυτοχρόνως τα αναπαράγει μέσα στην κίνηση τού συστήματός του. 

Αλλά όπως ο Θεός δεν είναι Θεός χωρίς τον κόσμο, τοιουτοτρόπως για τον Ηegel ο Υιός του Θεού δεν είναι Υιός χωρίς την ενσάρκωση, και το Άγιο πνεύμα δεν υπάρχει χωρίς Χριστιανική κοινότητα. Δεν υπάρχει εσωτερική ζωή χωρίς εξωτερική δραστηριότητα. Οι αιώνιες πρόοδοι δεν πραγματοποιούνται χωρίς τις έγχρονες αποστολές. Σε ένα είδος στοχαστικού παραληρήματος ο ενδοτριαδικός δυναμισμός συλλαμβάνεται σαν ένας αναγκαίος κύκλος ανάλογος εκείνου της δημιουργίας, καταλλαγής και εσχατολογικής επιστροφής στον Θεό. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει αιώνια Τριάδα χωρίς την οικονομική! Ο κόσμος είναι η αλήθεια του Θεού. Η ιστορία είναι η πραγματικότητα της Τριάδος και σαν τέτοια η δίκη, η πρόοδος, η δικαίωση του θεού. Η διαλεκτική του γίγνεσθαι είναι αυτή η ίδια η θεοδικία.

Επιπλέον στήν Τριαδική έκφραση το πρόσωπο σαν υποκείμενο μοιάζει να προηγείται των τριών θείων προσώπων, καθένα από τα οποία πραγματοποιείται στο άλλο, ενώ από το άλλο μέρος τα Τριαδικά πρόσωπα λόγω της ίδιας τους τής λογικής δομής φαίνονται εξατομικευμένα ανεξαρτήτως τής προσωπικής τους κοινωνίας. Ο Ηegel δηλαδή φαίνεται να υπολογίζει την Τριάδα τόσο σαν καθολικό υποκείμενο όσο και σαν ενότητα τριών προσώπων.

Από αυτή την δεύτερη άποψη το Απόλυτο δεν φαίνεται να αποτελεί ένα μόνο θεϊκό πρόσωπο (Persona Dei) αλλά φαίνεται περισσότερο σαν μια δομή τής προσωπικότητος. Παρότι ταυτοχρόνως στη “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Ηegel φαίνεται να σκέπτεται το Απόλυτο σαν υποκείμενο και επομένως με τον τρόπο του, σαν μια και μοναδική Persona Dei. Παρότι λοιπόν λείπει καταρχάς από τον Ηegel μια ξεκάθαρη Τριαδική διαφοροποίηση των θείων προσώπων, ξεπερνά την κριτική τής Persona Dei που ξεκίνησε με τον Καντ και συνέχισε με τον Φίχτε, καθώς φθάνει να συλλάβει το υποκείμενο όπως ξαναβρίσκεται στον άλλον αντί να περιορίζεται από τον άλλον και να μειώνεται τοιουτοτρόπως σε πεπερασμένο. Συγκεκριμένα στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” φαίνεται να περνά αποφασιστικά από την υποκειμενικότητα τού Απολύτου στην πολλαπλότητα των προσώπων τού Απολύτου, αποκαλύπτοντας την δομή τού υποκειμένου το οποίο ξαναβρίσκει τον εαυτό του στον άλλον. Η προσωπικότης τού προσώπου φαίνεται τώρα πια ξεκάθαρα βασισμένη στην αναγκαία διαπροσωπική κοινωνία. Στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” λοιπόν αναπτύσσεται η έννοια τού προσώπου με τέτοιον τρόπο ώστε η ζωή τού θεού να γίνεται κατανοητή ξεκινώντας ακριβώς από τις σχέσεις τών θεϊκών προσώπων. Εδώ, παρατηρεί ο Pannenberg, ο Φιλόσοφος συνέλαβε την ενότητα τού θεού με μια ένταση και ενέργεια απλησίαστες μέχρι τότε, και μάλιστα όχι μέσω τής μειώσεως τής τριπλής προσωπικότητος αλλά μέσω του πιο λεπτού τονισμού τής ιδέας τής προσωπικότητας τού Πατρός, τού Υιού και τού Πνεύματος. Μέσω αυτής της βαθειάς ιδέας, κατά την οποία το Είναι του προσώπου υπάρχει στο δόσιμο του εαυτού του σ' ένα άλλο πρόσωποο Ηegel κατανόησε την τριάδα σαν ενότητα η οποία πραγματοποιείται μόνον στην πρόοδο τού αμοιβαίου δοσίματος. Όχι μειώνοντας λοιπόν ή αδειάζοντας από νόημα τις προσωπικές διαφορές, αλλά αντιθέτως τονίζοντας την ιδέα της προσωπικότητας του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ο Ηegel κατορθώνει να συλλάβει με νέο τρόπο την ενότητα του Θεού.

Παρότι όμως κάθε στιγμή ή κάθε υποκείμενο τού Τριαδικού κύκλου είναι πρόσωπο, και αυτή η ίδια η κοινωνία τους είναι επίσης πρόσωπο και υποκειμενικότης. Με άλλα λόγια παραμένει μία ένταση ανάμεσα στα βασικά μέρη τού συστήματος, ανάμεσα σ’ εκείνο που απαιτεί την υποκειμενικότητα τού Απολύτου και σ’ εκείνο που περιλαμβάνει μέσα στο απόλυτο την Τριαδική υποκειμενικότητα. Υπάρχουν και άλλες εντάσεις (άλυτα ή αδιάφανα μέρη) στο Εγελιανό σύστημα, τα οποία προέρχονται π.χ. από τη θολή διάκριση τής συνειδήσεως τού εαυτού, από την αγάπη ή την ταυτοποίηση υποκειμένου και εννοίας. Εάν δεν διακριθεί η αυτοσυνειδησία από την αγάπη και δεν απομακρυνθεί το υποκείμενο από την έννοια, πώς θάχουμε την σοβαρότητα του Είναι του προσώπου στην κοινωνία του με το άλλο;

Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί λοιπόν την μεγαλοφυή έμπνευση η οποία συλλαμβάνει το πρόσωπο σαν υποκειμενικότητα πραγματοποιημένη στον δυναμισμό τής αγάπης; Αλλά την ίδια στιγμή ποιος μπορεί να αντέξει την απεριόριστη φιλοδοξία μιας καθησυχαστικής εννοίας η οποία φαντάζεται ότι σβύνει κάθε παραδοξότητα που συναντά η ανθρώπινη σκέψη στοχαζόμενη γύρω από τον Θεό; Στο τέλος-τέλος το πρόσωπο τού Hegel δεν είναι πρόσωπο παρά μέσα στη συνείδηση. Στην “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Hegel περιγράφει την διαδρομή που διατρέχει το ΕΓΩ μέχρι να γίνει αυθεντικά πρόσωπο, κάτι που κατορθώνεται μόνο με τη βοήθεια της φιλοσοφίας. Συμπεραίνεται τοιουτοτρόπως, όπως παρατηρεί ο Bouhoffer, πώς ο θεός δεν μπορεί να «είναι» παρά μόνον μέσα στο συνειδητό πνεύμα το οποίο έρχεται εις εαυτόν.

Για να πάρουμε στα σοβαρά τον Hegel, πρέπει να συμπεράνουμε πως ο θεός «είναι» μόνον στο πνεύμα που γνωρίζει τον εαυτό του και επομένως στην φιλοσοφία, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση όχι σαν αντικειμενικό ον, αλλά μέσα στην ολοκλήρωση της Φιλοσοφίας.

Ενώ αντιθέτως η καθαρή υπερβατική φιλοσοφία, όπως έδειξε ο Σλάϊερμαχερ, βρίσκεται σε σχέση με την υπερβατικότητα δηλαδή είναι καταρχάς ανοιχτή, η Εγελιανή Ιδεαλιστική Φιλοσοφία εμπλέκει το σύστημα, μέσα στο οποίο κατοικεί αυτός ο Ίδιος Θεός. Έτσι όμως η φιλοσοφία του Ιδεαλισμού αποκαλύπτεται σαν μία πυκνή κίνηση στο εσωτερικό μίας πληρότητοςδοσμένης ήδη καθεαυτής! Βρίσκω τον θεό καθώς συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου. Συνειδητοποιούμαι, βρίσκω τον εαυτό μου δηλαδή, βρίσκω τον Θεό. Γι’ αυτόν τον λόγο για τον Hegel ο Θεός είναι όπως ακριβώς τον σκέπτομαι.
Και ακόμη παραπάνω ο Θεός σκέφτεται τον εαυτό του μέσα στην σκέψη μου και μέσα σ' αυτήν τη σκέψη μου ο Θεός γίνεται ΘεόςΟ Τριαδικός Θεός γίνεται Τριάδα μέσα μου. Δεν είναι αλήθεια πως μέσα στην οργιαστική έκσταση του Εγελιανού στοχασμού ή αν προτιμούμε «στην λογική αυτοκρατορία τής έννοιας» καταλήγει προβληματικός αν όχι και αδύνατος ο Θεός του Αβραάμ και του Ιησού Χριστού εφόσον χαρακτηρίζεται υποκείμενο, Ιδέα, Πνεύμα;

Οπωσδήποτε ο Hegel ταύτισε την γνώση του Θεού με την γνώση αυτής της ίδιας της Αλήθειας. Αυτή η γνώση είναι δυνατή μόνον ακολουθώντας την κίνηση της αλήθειας και έτσι πρέπει να διαθέτει αυτή η ίδια κίνηση. Φαίνεται λοιπόν πως μ' αυτόν τον τρόπο ο Hegel ελευθέρωσε από τις ψεύτικες βεβαιότητες κάθε θρησκευτικού a-priori τονίζοντας τον αντιφατικό χαρακτήρα της αλήθειας. Όμως ο Hegel ο ίδιος, δεν εξίσωσε την αλήθεια με την αλήθεια που μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος; Δοκίμασε μήπως να φέρει στ' αλήθεια τον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο με την δυνατότητα συνάντησης με το Μυστήριο του Θεού; Αναγνώρισε ποτέ την Ελευθερία τής Κυριότητος του Θεού; Ειπώθηκε πολύ σωστά πως ο Εγελιανός λόγος δεν επιτρέπει να σκεφτούμε το τυχαίο γεγονός μέσα στην Ιστορία σαν ένα γεγονός γενναιοδωρίας. Από τον Kant στον Σέλλινγκ και τον Hegel έχουμε μια συνεχή αύξηση τού Θεού σαν απόλυτο, αλλά μόνο για να τον χάσουμε σαν προσωπικό Θεό, ή ακόμη καλύτερα σαν Τριάδα προσώπων ενυπάρχουσα σε αιώνια περιχώρηση.

Επιτέλους βλέπουμε με τον Hegel, την μυστική φιλοδοξία τού Καρτεσιανού cogito να πραγματοποιείται. Δοξάζοντας την αποθέωσί της, η συνείδηση ενεργεί σαν φανέρωση αυτού του ίδιου του Θεού στον άνθρωπο. Επειδή όμως αυτή η συνείδηση τελικώς δεν μπορεί να είναι η παρουσία τής ανθρώπινης δραστηριότητας καθ`εαυτής, να που η κορυφαία έκφραση τής θεολογικής σκέψης στην μοντέρνα σκέψη, όπως είναι η Εγελιανή, συμπίπτει κατά βάθος με την ανεπανόρθωτη άρνηση της υπερβατικότητας δηλ. με τον πιό ριζοσπαστικό αθεϊσμό! Χάριν ακριβώς του Hegel η εμπιστοσύνη της νοήσεως στον Θεό μπορεί να αντιστραφεί στον τιτανισμό της νοήσεως χωρίς Θεό ή ακόμη χειρότερα εναντίον του Θεού!

Πιο συγκεκριμένα ο Hegel κατόρθωσε να σπάσει την αντίσταση τής άκαμπτης ουσίας με μία υποκειμενικότητα ζωντανή και διαθέτουσα επιπλέον εσωτερική κίνηση. Και κατόρθωσε να σκεφτεί την Τριάδα σαν κίνηση της απολύτου φύσεως σε ευκίνητες και ρέουσες έννοιες. 

Κατέκτησε μ' αυτόν τον τρόπο την Persona Dei, σαν καθίδρυσή της στον άλλο, αλλά έχασε το πρόσωπο του Θεού σαν αγάπη που υπάρχει καθ' εαυτή. Και εάν η θεία αγάπη δεν ενυπάρχει καθ' εαυτή, όπως και η Persona Dei, και είναι μια απλή λογική πρόοδος χωρίς αυτονομία, υπέρτατη οντολογική αρχή, τότε με ποιόν τρόπο θα μπορέσει να είναι για μας η αγάπη που μας σώζει και μας ελευθερώνει;

Και ακόμη, ποιά είναι η ιστορική κληρονομιά τού Εγελιανισμού, κατασπαραγμένου απο την δεξιά, το κέντρο και μια αριστερά; Δεν έχει καμμιά σχέση η κληρονομιά αυτή με τον αθεϊσμό τού Φώϋερμπαχ;


Αμέθυστος

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

B) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL-13

Συνέχεια από:Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Στις πηγές τής νεωτερικής θεολογίας (ΧXII)

Το σύστημα τού Hegel, όπως δηλώνεται στην εισαγωγή τής Φαινομενολογίας τού πνεύματος (1807), εννοεί και εκφράζει «το αληθινό όχι μόνον σαν ουσία αλλά και σαν υποκείμενο». Το γεγονός πώς το αληθινό πραγματοποιείται μόνον σαν σύστημα ή το ότι η ουσία είναι ουσιωδώς υποκείμενο εκφράζονται στην αναπαράσταση η οποία αναγγέλλει το Απόλυτο σαν πνεύμα, «η υψηλότερη έννοια η οποία ανήκει στην μοντέρνα εποχή και στην θρησκεία της». Προτιμά να ομιλεί για πνεύμα και όχι για θεό, διότι αυτή η τελευταία λέξη δεν είναι αμέσως και ταυτοχρόνως έννοια, αλλά είναι το όνομα που λέγεται, είναι ακίνητη-αιώνια ησυχία [Νιρβάνα] εκείνου του υποκειμένου στο οποίο αποτελεί το υπόβαθρο. Αντιθέτως το Είναι για παράδειγμα, ή το Ένα, η Μονάδα, το Υποκείμενο, παραπέμπουν από μόνα τους σε έννοιες. Ο θεός είναι προσιτός –κατά τον Hegel– μόνον στην καθαρή θεωρητική γνώση (στοχασμό) και μόνον σ’ αυτή την γνώση και είναι μόνον αυτή η ίδια η Γνώση, διότι είναι πνεύμα, και αυτή η θεωρητική Γνώση είναι Γνώση της αποκεκαλυμένης θρησκείας.

Ο Hegel μπορεί τώρα πια να δηλώσει πως το πνεύμα καθ’ εαυτό είναι η Tριάδα και είναι κίνηση τής απολύτου ουσίας τών εννοιών που δεν ησυχάζουν «το είναι τών οποίων βρίσκεται μόνον σ’ αυτό το γεγονός, στο ότι είναι ως προς τον εαυτό τους το αντίθετό τους και ησυχάζουν στο ΟΛΟΝ». Η κοινότης τής αποκεκαλυμένης θρησκείας δηλαδή η Εκκλησία, όσον αφορά την Tριάδα δεν διαθέτει παρά μόνον αναπαραστάσεις, δεν διαθέτει εννοιολογική σκέψη. Οι πιστοί και αυτοί οι ίδιοι οι θεολόγοι δεν βλέπουν την Tριάδα παρά μόνον σαν ένα σύνολο φυσικών σχέσεων, όπως όταν μιλούν για παράδειγμα για Πατέρα και για Υιό. Εδώ η ουσία της Tριάδος φανερώνεται οπωσδήποτε, αλλά τα στάδιά της είναι αποκομμένα μεταξύ τους, διαλυμένα. Τα θεία πρόσωπα εκλαμβάνονται από τους πιστούς και τους θεολόγους, κατά τον Hegel, σαν αιώνιες ουσίες ή υποκείμενα, αντί για μεταβατικά στάδια, για κίνηση τής έννοιας! Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως υποβαθμίζεται η Tριάδα σε Ιστορική αναπαράσταση, σε κληρονομημένο περίσσευμα της παραδόσεως.

Διατηρείται τοιουτοτρόπως μόνον η εξωτερικότης τής πίστεως σαν κάτι νεκρό (quid mortuum) χωρίς καμμία γνώση, χάνεται όμως η εσωτερικότης αυτής τής πίστεως, διότι αυτή η εσωτερικότης είναι η έννοια η οποία αναγνωρίζεται σαν έννοια.

Ο Hegel λοιπόν αποφασίζει να πάρει στις πλάτες του τον «μόχθο τής έννοιας». Συγκεκριμένα στα μαθήματα τού Βερολίνου, για τέσσερις χρονιές (1821, 1824, 1827, 1831), τα οποία έχουν εκδοθεί σαν “Φιλοσοφία τής θρησκείας”, στοχάζεται και μεταφράζει σε έννοιες που ρέουν ανήσυχα, το αρχαίο Tριαδικό δόγμα. Εάν ο θεός ορίζετο μόνον μέσω τών ιδιοτήτων τού αγαθού, της σοφίας κ.τ.λ. κατά τον Hegel δεν θα ορίζετο ακόμη σαν ζωντανός θεός. Ο θεός είναι ζωντανός μόνον όταν συλλαμβάνεται σαν πνεύμα: «αυτή είναι η αλήθεια, και η θρησκεία η οποία διαθέτει αυτό το περιεχόμενο είναι η αληθινή. Αυτό ονομάζεται Tριάδα στην χριστιανική θρησκεία. Τριαδική ενότης καλείται αυτό το καθολικό πνεύμα, καθώς στηρίζεται στην κατηγορία του αριθμού».

Έτσι λοιπόν, εάν είναι δύσκολο για την διάνοια να συλλάβει τις φόρμες που έχει λάβει ο αριθμός, δηλαδή την ενότητα και τριαδικότητα του θεού, δεν θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να συλλάβει ότι αυτή η ενότης είναι Τριάδα προσώπων; Για να οικειοποιηθεί λοιπόν αυτό το ίδιο το περιεχόμενο τής αποκεκαλυμένης θρησκείας, μεταφράζοντάς το στην θεωρητική έννοια τού συστήματος, είναι υποχρεωμένος να απορρίψει τις λύσεις που βρήκαν για την Persona Dei και ο Καντ και ο Φίχτε και ο Σέλλινγκ. Ταυτοχρόνως δε πιστεύει πως τού είναι εύκολο να υπερβεί την αναπαράσταση τού δόγματος τών τριών προσώπων στον ένα θεό. O Hegel πιστεύει απολύτως στην δύναμη τής θεωρίας του για να αποφύγει την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Στ’ αλήθεια, δηλώνει, «ο πιο υψηλός ορισμός τής διαφοράς μέσα στην απόλυτη ιδέα είναι η Προσωπικότης. Τα στάδια τής Ιδέας περιγράφονται σαν Πρόσωπα μέσα στην θεότητα, και αν στην αφαιρετική διάνοια φαίνεται αδύνατος και μόνον ο ορισμός του Ενός, είναι ακόμη πιο αδύνατος ο ορισμός του Προσώπου». Στο δόγμα τής Τριάδος «το είναι προς εαυτόν στο αποκορύφωμά του δεν είναι μόνον το ΕΝΑ, αλλά το Πρόσωπο, η Προσωπικότης. Τοιουτοτρόπως δε και η αντίφαση έχει προωθηθεί τόσο πολύ ώστε δεν είναι πλέον δυνατή καμμία λύση, καμμία εκμηδένιση του Προσώπου. Αυτή η αντίφαση υπάρχει μόνο και μόνο επειδή ο θεός είναι μοναδικός και τα τρία Πρόσωπα τίθενται σαν τρεις διαφορετικές στιγμές. Η Προσωπικότης εκφράζει πως η αντίθεση πρέπει να συλληφθεί απολύτως και πως είναι λογική και μετρημένη και υπερβαίνει τον εαυτό της μόνον σ’ αυτό το αποκορύφωμα».

Ο Hegel διακρίνει το αφηρημένο Πρόσωπο από το συγκεκριμένο και αυτό το ορίζει σαν υποκειμενικότητα: Μόνον έτσι ελπίζει να παράγει μια θεωρητική έννοια για την Τριάδα. Το πρόσωπο είναι μια αφαίρεση όταν είναι απλώς εις εαυτόν, όπως συμβαίνει ακριβώς στην περίπτωση του προσώπου τού δικαίου. Ερευνώντας το ρωμαϊκό δίκαιο ο Hegel είχε πει ότι το Πρόσωπο ή είναι εις εαυτόν ή δι’ εαυτόν και τοιουτοτρόπως «απόλυτος σκοπός ή δεν είναι τίποτα, ένα παιχνίδι στα χέρια τής τύχης». Το Πρόσωπο όμως εις εαυτόν και δι’ εαυτόν είναι υποκειμενικότης: Μόνον έτσι είναι πραγματικό. Εάν στο θεό διατηρείτο η αφηρημένη προσωπικότης θα είχαμε τρεις θεούς: Και μ’ αυτόν τον τρόπο θα χανόταν η υποκειμενικότης και η πιο αληθινή σημασία τού Προσώπου. Στον θεό, που είναι πνεύμα, πρέπει να βρεθεί η υποκειμενικότης για να μπορέσουμε να δηλώσουμε την πραγματικότητα των τριών Προσώπων. Πιστεύει πως δεν πρέπει να απωθήσουμε το σκάνδαλο ενός θεού που είναι Μονάς και Τριάς!

Πρέπει να κατορθώσουμε να εκφράσουμε αυτό το σκάνδαλο και αυτή την τρέλλα σε όλη της τήν δυνατή δραματικότητα. Τότε μόνον θα φανερωθεί πως η αντίφαση ενός θεού που είναι τρία Πρόσωπα ισχύει μόνον για την διάνοια και την αισθητικότητα, δεν ισχύει για την νόηση. Η νόηση, με την «σκεπτόμενη διαμεσολάβηση» που πέτυχε ο Hegel, ανακαλύπτει πως το περιεχόμενο τού Μυστηρίου τού αποκεκαλυμένου θεού είναι το πιο λογικό. Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα τής θρησκευτικής αναπαραστάσεως, στην θεωρητική τους έννοια συλλαμβάνονται σαν ζωντανός θεός, σαν κίνηση ζωής, Ιδέα, υποκειμενικότης και τέλος πνεύμα: «ο θεός είναι πνεύμα, η απόλυτη δραστηριότης, actus purus, δηλαδή υποκειμενικότης, άπειρη προσωπικότης, άπειρη διαφοροποίηση του εαυτού του από τον ίδιο, εξαντικειμενοποιημένη θεότης εις εαυτόν». Το ότι ο θεός είναι Ένας σημαίνει για τον Χέγκελ πως ο θεός είναι το καθόλου. Ο θεός όμως δεν παραμένει Ένας: Είναι πέρα από την ενότητα σαν άμεση, αρνητική καθ’ εαυτή ταυτότητα!

Επειδή ο θεός είναι πνεύμα, ο θεός είναι Ένας σαν άπειρη υποκειμενικότης, Ένας και σαν άπειρη αντικειμενικότης των διαφορών. Ο θεός παραμένει ολότης και στην ενότητά του και στις διαφορές του, σαν θεία έννοια, ακριβώς επειδή είναι τρία Πρόσωπα. Αυτό ομολογεί o Hegel στην αισθητική του, στον «Χριστιανισμό ο θεός αναπαρίσταται στην αλήθεια του, επομένως σαν κάτι πραγματικό καθ’ εαυτό, σαν ένα πρόσωπο, σαν υποκείμενο και μ’ έναν ακριβέστερο προσδιορισμό, σαν πνεύμα! Αυτό που είναι σαν πνεύμα, χάριν της θρησκευτικής κατανοήσεως αναπτύσσεται σαν Τριάδα προσώπων, τα οποία είναι ταυτοχρόνως, ενότης ως προς εαυτόν. Εδώ υπάρχει ουσιαστικότης, καθολικότης και ιδιαιτερότης και ταυτόχρονα η ενότης τους και μόνον αυτή η ενότης είναι πραγματική».

Αμέθυστος

ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΟ ΣΑΒΕΛΛΙΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΝΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΕΘΕΞΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΟΧΑΣΜΟ ΘΕΩΣΗ. ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ  ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ ΣΕ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΑ.
 ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ ΣΕ ΠΛΕΟΝΕΚΤΙΚΗ ΘΕΣΗ. ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΛΟΥΘΗΡΑΝΙΣΜΟ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕΤΕΧΟΥΝ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΓΙΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟ ΧΕΡΙ ΑΥΤΑ  ΠΟΥ ΨΕΛΛΙΖΕΙ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Δ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

Image result for hegelΣτις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIV)

Το να δοκιμάσουμε να αποτιμήσουμε την γιγάντια προσπάθεια του Hegel με συντομία και σε λίγες γραμμές είναι απολύτως παρακινδυνευμένο. Δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε την ειλικρινή πίστη του Hegel πως το Τριαδικό δόγμα αποτελεί την συνθετική αναπαράσταση της προόδου της αυτοπραγματώσεως του Θεού και επομένως το κεντρικό θέμα του στοχασμού του. Η επεξεργασία του κύκλου ζωής (Lebenslanf) του Τριαδικού θεού μέσω της έννοιας: Αυτή είναι η αποστολή που αναθέτει στη φιλοσοφία του για να μπορεί να είναι ο εαυτός της και επομένως να μπορεί να γίνει αυτοσυνειδησία και θεία αυτοσυνειδησία.
Δεν δοκιμάζει στ’ αλήθεια ο Ηegel να περιγράψει την Τριάδα σαν μια γενεαλογία a priori δηλαδή σαν μια καθαρή λογική πρόοδο; Με πανίσχυρη μαγεία ο Hegel ανακατεύει και μειώνει καθ’ εαυτές όλες τις πτυχές της φιλοσοφικής όσο και της θεολογικής σκέψεως της Δύσεως. Από τον Παρμενίδη στον Αριστοτέλη, από τον Καρτέσιο στον Σπινόζα, αλλά επίσης και από τον Αυγουστίνο στον Λούθηρο και στον Μπαίμε, αφομοιώνει τα πάντα και ταυτοχρόνως τα αναπαράγει μέσα στην κίνηση του συστήματός του. 
Αλλά όπως ο Θεός δεν είναι Θεός χωρίς τον κόσμο, τοιουτοτρόπως για τον Ηegel ο Υιός του Θεού δεν είναι Υιός χωρίς την ενσάρκωση, και το Άγιο πνεύμα δεν υπάρχει χωρίς Χριστιανική κοινότητα. Δεν υπάρχει εσωτερική ζωή χωρίς εξωτερική δραστηριότητα. Οι αιώνιες πρόοδοι δεν πραγματοποιούνται χωρίς τις έγχρονες αποστολές. Σε ένα είδος στοχαστικού παραληρήματος ο ενδοτριαδικός δυναμισμός συλλαμβάνεται σαν ένας αναγκαίος κύκλος ανάλογος εκείνου της δημιουργίας, καταλλαγής και εσχατολογικής επιστροφής στον Θεό. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει αιώνια Τριάδα χωρίς την οικονομική! Ο κόσμος είναι η αλήθεια του Θεού. Η ιστορία είναι η πραγματικότητα της Τριάδος και σαν τέτοια η δίκη, η πρόοδος, η δικαίωση του θεού. Η διαλεκτική του γίγνεσθαι είναι αυτή η ίδια η θεοδικία.

Επιπλέον στήν Τριαδική έκφραση το πρόσωπο σαν υποκείμενο μοιάζει να προηγείται των τριών θείων προσώπων, καθένα από τα οποία πραγματοποιείται στο άλλο, ενώ από το άλλο μέρος τα Τριαδικά πρόσωπα λόγω της ίδιας τους τής λογικής δομής φαίνονται εξατομικευμένα ανεξαρτήτως της προσωπικής τους κοινωνίας. Ο Ηegel δηλαδή φαίνεται να υπολογίζει την Τριάδα τόσο σαν καθολικό υποκείμενο όσο και σαν ενότητα τριών προσώπων.
Από αυτή την δεύτερη άποψη το Απόλυτο δεν φαίνεται να αποτελεί ένα μόνο θεϊκό πρόσωπο (Persona Dei) αλλά φαίνεται περισσότερο σαν μια δομή της προσωπικότητος. Παρότι ταυτοχρόνως στη “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Ηegel φαίνεται να σκέπτεται το Απόλυτο σαν υποκείμενο και επομένως με τον τρόπο του, σαν μια και μοναδική Persona Dei. Παρότι λοιπόν λείπει καταρχάς από τον Ηegel μια ξεκάθαρη Τριαδική διαφοροποίηση των θείων προσώπων, ξεπερνά την κριτική της Persona Dei που ξεκίνησε με τον Καντ και συνέχισε με τον Φίχτε, καθώς φθάνει να συλλάβει το υποκείμενο όπως ξαναβρίσκεται στον άλλον αντί να περιορίζεται από τον άλλον και να μειώνεται τοιουτοτρόπως σε πεπερασμένο. Συγκεκριμένα στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” φαίνεται να περνά αποφασιστικά από την υποκειμενικότητα του Απολύτου στην πολλαπλότητα των προσώπων του Απολύτου, αποκαλύπτοντας την δομή τού υποκειμένου το οποίο ξαναβρίσκει τον εαυτό του στον άλλον. Η προσωπικότης του προσώπου φαίνεται τώρα πια ξεκάθαρα βασισμένη στην αναγκαία διαπροσωπική κοινωνία. Στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” λοιπόν αναπτύσσεται η έννοια του προσώπου με τέτοιον τρόπο ώστε η ζωή του θεού να γίνεται κατανοητή ξεκινώντας ακριβώς από τις σχέσεις των θεϊκών προσώπων. Εδώ, παρατηρεί ο Pannenberg, ο Φιλόσοφος συνέλαβε την ενότητα του θεού με μια ένταση και ενέργεια απλησίαστες μέχρι τότε, και μάλιστα όχι μέσω της μειώσεως της τριπλής προσωπικότητος αλλά μέσω του πιο λεπτού τονισμού της ιδέας της προσωπικότητας του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος. Μέσω αυτής της βαθειάς ιδέας, κατά την οποία το Είναι του προσώπου υπάρχει στο δόσιμο του εαυτού του σ' ένα άλλο πρόσωπο, ο Ηegel κατανόησε την τριάδα σαν ενότητα η οποία πραγματοποιείται μόνον στην πρόοδο του αμοιβαίου δοσίματος. Όχι μειώνοντας λοιπόν ή αδειάζοντας από νόημα τις προσωπικές διαφορές, αλλά αντιθέτως τονίζοντας την ιδέα της προσωπικότητας του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ο Ηegel κατορθώνει να συλλάβει με νέο τρόπο την ενότητα του Θεού.

Παρότι όμως κάθε στιγμή ή κάθε υποκείμενο τού Τριαδικού κύκλου είναι πρόσωπο, και αυτή η ίδια η κοινωνία τους είναι επίσης πρόσωπο και υποκειμενικότης. Με άλλα λόγια παραμένει μία ένταση ανάμεσα στα βασικά μέρη τού συστήματος, ανάμεσα σ’ εκείνο που απαιτεί την υποκειμενικότητα του Απολύτου και σ’ εκείνο που περιλαμβάνει μέσα στο απόλυτο την Τριαδική υποκειμενικότητα. Υπάρχουν και άλλες εντάσεις (άλυτα ή αδιάφανα μέρη) στο Εγελιανό σύστημα, τα οποία προέρχονται π.χ. από τη θολή διάκριση της συνειδήσεως τού εαυτού, από την αγάπη ή την ταυτοποίηση υποκειμένου και εννοίας. Εάν δεν διακριθεί η αυτοσυνειδησία από την αγάπη και δεν απομακρυνθεί το υποκείμενο από την έννοια, πώς θάχουμε την σοβαρότητα του Είναι του προσώπου στην κοινωνία του με το άλλο;
Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί λοιπόν την μεγαλοφυή έμπνευση η οποία συλλαμβάνει το πρόσωπο σαν υποκειμενικότητα πραγματοποιημένη στον δυναμισμό της αγάπης; Αλλά την ίδια στιγμή ποιος μπορεί να αντέξει την απεριόριστη φιλοδοξία μιας καθησυχαστικής εννοίας η οποία φαντάζεται ότι σβύνει κάθε παραδοξότητα που συναντά η ανθρώπινη σκέψη στοχαζόμενη γύρω από τον Θεό; Στο τέλος-τέλος το πρόσωπο του Hegel δεν είναι πρόσωπο παρά μέσα στη συνείδηση. Στην “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Hegel περιγράφει την διαδρομή που διατρέχει το ΕΓΩ μέχρι να γίνει αυθεντικά πρόσωπο, κάτι που κατορθώνεται μόνο με τη βοήθεια της φιλοσοφίας. Συμπεραίνεται τοιουτοτρόπως, όπως παρατηρεί ο Bonhoffer, πώς ο θεός δεν μπορεί να «είναι» παρά μόνον μέσα στο συνειδητό πνεύμα το οποίο έρχεται εις εαυτόν.
Για να πάρουμε στα σοβαρά τον Hegel, πρέπει να συμπεράνουμε πως ο θεός «είναι» μόνον στο πνεύμα που γνωρίζει τον εαυτό του και επομένως στην φιλοσοφία, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση όχι σαν αντικειμενικό ον, αλλά μέσα στην ολοκλήρωση της Φιλοσοφίας.

Ενώ αντιθέτως η καθαρή υπερβατική φιλοσοφία, όπως έδειξε ο Σλάϊερμαχερ, βρίσκεται σε σχέση με την υπερβατικότητα δηλαδή είναι καταρχάς ανοιχτή, η Εγελιανή Ιδεαλιστική Φιλοσοφία εμπλέκει το σύστημα, μέσα στο οποίο κατοικεί αυτός ο Ίδιος Θεός. Έτσι όμως η φιλοσοφία του Ιδεαλισμού αποκαλύπτεται σαν μία πυκνή κίνηση στο εσωτερικό μίας πληρότητος δοσμένης ήδη καθεαυτής! Βρίσκω τον θεό καθώς συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου. Συνειδητοποιούμαι, βρίσκω τον εαυτό μου δηλαδή, βρίσκω τον ΘεόΓι’ αυτόν τον λόγο για τον Hegel ο Θεός είναι όπως ακριβώς τον σκέπτομαι.
Και ακόμη παραπάνω ο Θεός σκέφτεται τον εαυτό του μέσα στην σκέψη μου και μέσα σ' αυτήν τη σκέψη μου ο Θεός γίνεται ΘεόςΟ Τριαδικός Θεός γίνεται Τριάδα μέσα μου. Δεν είναι αλήθεια πως μέσα στην οργιαστική έκσταση του Εγελιανού στοχασμού ή αν προτιμούμε «στην λογική αυτοκρατορία της έννοιας» καταλήγει προβληματικός αν όχι και αδύνατος ο Θεός του Αβραάμ και του Ιησού Χριστού εφόσον χαρακτηρίζεται υποκείμενο, Ιδέα, Πνεύμα;

Οπωσδήποτε ο Hegel ταύτισε την γνώση του Θεού με την γνώση αυτής της ίδιας της Αλήθειας. Αυτή η γνώση είναι δυνατή μόνον ακολουθώντας την κίνηση της αλήθειας και έτσι πρέπει να διαθέτει αυτή η ίδια κίνηση. Φαίνεται λοιπόν πως μ' αυτόν τον τρόπο ο Hegel ελευθέρωσε από τις ψεύτικες βεβαιότητες κάθε θρησκευτικού a-priori τονίζοντας τον αντιφατικό χαρακτήρα της αλήθειας. Όμως ο Hegel ο ίδιος, δεν εξίσωσε την αλήθεια με την αλήθεια που μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος; Δοκίμασε μήπως να φέρει στ' αλήθεια τον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο με την δυνατότητα συνάντησης με το Μυστήριο του Θεού; Αναγνώρισε ποτέ την Ελευθερία της Κυριότητος του Θεού; Ειπώθηκε πολύ σωστά πως ο Εγελιανός λόγος δεν επιτρέπει να σκεφτούμε το τυχαίο γεγονός μέσα στην Ιστορία σαν ένα γεγονός γενναιοδωρίας. Από τον Kant στον Σέλλινγκ και τον Hegel έχουμε μια συνεχή αύξηση του Θεού σαν απόλυτο, αλλά μόνο για να τον χάσουμε σαν προσωπικό Θεό, ή ακόμη καλύτερα σαν Τριάδα προσώπων ενυπάρχουσα σε αιώνια περιχώρηση.
Επιτέλους βλέπουμε με τον Hegel, την μυστική φιλοδοξία του Καρτεσιανού cogito να πραγματοποιείται. Δοξάζοντας τήν αποθέωσί της, η συνείδηση ενεργεί σαν φανέρωση αυτού του ίδιου του Θεού στον άνθρωπο. Επειδή όμως αυτή η συνείδηση τελικώς δεν μπορεί να είναι η παρουσία της ανθρώπινης δραστηριότητας καθ`εαυτής, να που η κορυφαία έκφραση της θεολογικής σκέψης στην μοντέρνα σκέψη, όπως είναι η Εγελιανή, συμπίπτει κατά βάθος με την ανεπανόρθωτη άρνηση της υπερβατικότητας δηλ. με τον πιό ριζοσπαστικό αθεϊσμό! Χάριν ακριβώς του Hegel η εμπιστοσύνη της νοήσεως στον Θεό μπορεί να αντιστραφεί στον τιτανισμό της νοήσεως χωρίς Θεό ή ακόμη χειρότερα εναντίον του Θεού!
Πιο συγκεκριμένα ο Hegel κατόρθωσε να σπάσει την αντίσταση της άκαμπτης ουσίας με μία υποκειμενικότητα ζωντανή και διαθέτουσα επιπλέον εσωτερική κίνηση. Και κατόρθωσε να σκεφτεί την Τριάδα σαν κίνηση της απολύτου φύσεως σε ευκίνητες και ρέουσες έννοιες. 
Κατέκτησε μ' αυτόν τον τρόπο την Persona Dei, σαν καθίδρυσή της στον άλλο, αλλά έχασε το πρόσωπο του Θεού σαν αγάπη που υπάρχει καθ' εαυτή. Και εάν η θεία αγάπη δεν ενυπάρχει καθ' εαυτή, όπως και η Persona Dei, και είναι μια απλή λογική πρόοδος χωρίς αυτονομία, υπέρτατη οντολογική αρχή, τότε με ποιόν τρόπο θα μπορέσει να είναι για μας η αγάπη που μας σώζει και μας ελευθερώνει;

Και ακόμη, ποιά είναι η ιστορική κληρονομιά του Εγελιανισμού, κατασπαραγμένου απο την δεξιά, το κέντρο και μια αριστερά; Δεν έχει καμμιά σχέση η κληρονομιά αυτή με τον αθεϊσμό του Φώϋερμπαχ;


ΣΧΟΛΙΟ: Ας προσέξουμε λοιπόν καί τούτο, τό οποίο έγραψε ο π. Μεταλληνός.

"Η ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ τῶν συμβάντων στὴν Βοστίτσα στὸ τετραήμερο 26 – 29 Ἰανουαρίου 1821, ποὺ συστηματικότερα αὐτὴ τὴ φορὰ ἐπεχείρησα, μὲ ἔπεισε ὅτι πρόκειται γιὰ πλήρωση τῶν κανόνων τῆς ἑλληνικῆς διαλεκτικῆς καὶ ἐπαλήθευσή της. Ἡ ἑλληνικὴ διαλεκτική, ὡς ἀντιπαραβολὴ τῶν ἀντιθέσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ διαλόγου, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα
ὁδηγεῖ, κατὰ κανόνα, στὴν σύνθεση τῶν ἀντιθέτων (compositio oppositorum) καὶ ἐπίτευξη, μέσω αὐτῆς τῆς ἁρμονίας ὡς ὕψιστης πραγματικότητας. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα θὰ προσεγγίσουμε τὸ τιμώμενο σήμερα γεγονός."
Αυτή η διαλεκτική( θέση-αντίθεση-σύνθεση) είναι η διαλεκτική τού Χέγκελ, δέν είναι ελληνική.

Αμέθυστος

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Γ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

Image result for hegelΣτις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIIΙ)

Τί σημαίνει όμως σ’ αυτό το σημείο, εμβαθύνοντας τον στοχασμό, ότι ο θεός είναι «τρία πρόσωπα»; Σημαίνει, απαντά ο Hegel, πως ο θεός σαν άπειρη υποκειμενικότης περιέχει την αντίφαση και μαζί και την λύση της: «Λύση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίφαση, αλλά πως αυτή η αντίφαση λύνεται για να αποδείξει ότι πρέπει να γίνει κατανοητή η απόλυτη αντίθεση. Διότι η προσωπικότης είναι αυτός ο ακραίος όρος, ο οποίος στην αφαιρετικότητά του διατηρείται μόνον σαν λυμένος, αλλά που στην ουσία του δεν είναι απομονωμένος. Καθορισμός τής μορφής εδώ είναι η άπειρη μορφή και κάθε στιγμή είναι σαν ένα υποκείμενο. Η προσωπικότης είναι ελευθερία και γι’ αυτό στο άπειρο Eίναι της δι’ εαυτήν είναι αληθινή στην ίδια της την έννοια, και γι’ αυτό είναι ο καθορισμός της ταυτότητος καθ’ εαυτής, της καθολικότητος. Αυτό το στοιχείο του στοχασμού είναι αυτή καθ’ εαυτή η παραίτηση η ίδια στην πιο υψηλή της στιγμή και η αιώνια κίνηση είναι η έννοιά της». Ο θεός είναι ένας και Τριαδικός, κατά τον Hegel, επειδή είναι πνεύμα ή άπειρη υποκειμενικότης, η οποία παρότι είναι μία, μάλιστα δε για να μπορεί να είναι μία, γίνεται σε τρεις στιγμές ή σε τρία πρόσωπα.
Ας δούμε τώρα πως προσπαθεί να εξηγήσει το ξεδίπλωμα αυτής της προόδου του θεού στον θεό. Προσπαθεί να δώσει λύση από τρεις οπτικές γωνίες: (1) της υποκειμενικής συνειδήσεως, (2) του χώρου και του διαστήματος, (3) του χρόνου.
Κατ’ αρχάς, δηλώνει ο Hegel, ο θεός είναι πατήρ, (1) υποκείμενο καθ’ εαυτό, μορφή τής αφηρημένης καθολικότητος η οποία καθ’ εαυτή περιλαμβάνει τα πάντα, ουσία η οποία αποκαλύπτεται αλλά δεν φανερούται. (2) έξω από τον κόσμο και την περατότητά του (3) έξω από τον χρόνο και μέσα στην καθαρή σκέψη της αιωνιότητος.
Υστέρα υπάρχει ο θεός Υιός, (1) αντικείμενο καθ’ εαυτό, άπειρη Ιδιαιτερότης, μορφή τής φαινομενικής φανερώσεως, της συγκεκριμενοποιήσεως τού Είναι για το άλλο, στο στοιχείο τήςαναπαραστάσεως,συνείδηση συλλαμβανόμενη σε σχέση με το άλλο, (2) μορφή σαν κόσμος, (3) θεία Ιστορία καθότι πραγματική μέσα στην πλήρη ύπαρξη, μείωση έτσι ώστε να εμφανισθεί σαν φαινόμενο, σαν κατεξοχήν Ιστορικό φαινόμενο, άμεση ύπαρξη, αλλά ταυτοχρόνως παρελθούσα, καθώς απερρίφθη!
Τέλος υπάρχει ο θεός άγιο πνεύμα, ο τρίτος που είναι και ο πρώτος, διότι και οι τρεις είναι πνεύμα, ο θεός της μορφής της επιστροφής εις εαυτόν και δι’ εαυτόν: (1) Καθαρή υποκειμενικότης, ο μόνος ελεύθερος μέσω τής επιστροφής εις εαυτόν, (2) εσωτερικός τόπος, κοινότης, κατ’ αρχάς μέσα στον κόσμο, η οποία έχει αυτόν τον ίδιο τον θεό πάνω στη γη, επομένως εκκλησία, (3) παρόν σαν κάτι περιορισμένο το οποίο διαφοροποιεί τον εαυτό του από το παρελθόν και από το μέλλον και στην συνέχεια σαν παρόν το οποίο υψούται και ξαναβρίσκεται, ολοκληρωμένο στην άρνηση της αμεσότητός του, στο όχι ακόμα και επομένως στο μέλλον.
Έτσι λοιπόν ο θεός ή το πνεύμα ή η υποκειμενικότης είναι Μονάς και Τριάς, αιώνια ζωή, ανάπτυξη της Ιδέας, διαλεκτική πρόοδος, εννοιολογική ιστορία της διαφοροποιήσεως, της ασυμφωνίας και της επανευρέσεως εις εαυτόν. Για όλα αυτά ο θεός είναι κατά τον Hegel και αγάπη. Έτσι λοιπόν λέγοντας πως ο θεός είναι πνεύμα ή υποκειμενικότης ισοδυναμεί με το να πούμε πως ο θεός είναι Μονάς και Τριάς διότι ακριβώς είναι αγάπη.
Κατά τον Hegel η λογική αποδεικνύει πως το αφηρημένο Ένα είναι μια κακή κατηγορία. Διότι ένα μόνον πρόσωπο είναι καθ’ εαυτό σκληρό, άκαμπτο. Όμως στην αγάπη το πρόσωπο εγκαταλείπει την ιδιαιτερότητά του πλατύνοντάς την στην καθολικότητα: Στην αγάπη προσφέρω την αφηρημένη μου προσωπικότητα και κερδίζω μια προσωπικότητα πραγματική. «Η αλήθεια της προσωπικότητος είναι ακριβώς αυτή: Κερδίζεται με την εμβάθυνση, με το να βυθιστούμε μέσα στον άλλο. Τί είναι δηλαδή η αγάπη; Η αγάπη, λέει ο Hegel, είναι μια διαφοροποίηση υπάρξεων οι οποίες δεν είναι αναγκαίως διαφορετικές η μία για την άλληΗ συνείδηση, το αίσθημα αυτής της ταυτότητος, δηλαδή το να είσαι έξω από τον εαυτό και μέσα στον άλλον, αυτό είναι η αγάπη. Έχω την αυτοσυνειδησία μου, όχι σε μένα, αλλά στον άλλον, στον οποίον και μόνον είμαι πεπληρωμένος, έχω την ησυχία μου. Αυτός δε ο άλλος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, καθώς είναι έξω από τον εαυτό του, έχει μόνον σε μένα την αυτοσυνειδησία του και έτσι είμαστε και οι δυο μαζί αυτή μόνον η συνείδηση τής εξωτερικότητος και της ταυτότητος, αυτή η διαίσθηση, αυτό το αίσθημα, αυτή η γνώση της ενότητος. Αυτή είναι η αγάπη και αν δεν γνωρίζουμε πως η αγάπη είναι ακριβώς η διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής της διαφοράς, ο λόγος μας είναι κενός».

Όταν λέμε λοιπόν πως ο θεός είναι αγάπη, θέλουμε να πούμε, κατά τον Hegel, πως αυτός είναι μια διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής της διαφοράς, ένα παιχνίδι τού διαφορετικού χωρίς καμμία σοβαρότητα, καθώς η διαφορά έχει υπερβαθεί σαν απλή αιώνια Ιδέα.
Ο Hegel τώρα πια είναι ευτυχισμένος. Στην σκέψη του το πνεύμα έδωσε μαρτυρία στο πνεύμα. Έδειξε πως η φιλοσοφία του είναι θεολογία και πως σαν τέτοια, είναι μια αληθινή υπηρεσία στον θεό. Ο θεός φανερώθηκε στον Hegel όπως ακριβώς είναι, στην αλήθεια του, διότι ο φιλόσοφος στην έννοιά του τον σκέφτηκε σαν ενότητα και τριαδικότητα προσώπων. Ο Hegel αναγνωρίζει σαν πρόδρομό του τον Böhme. Βεβαίως ο τρόπος έκφρασης τού Böhme ήταν φανταστικός και πρωτόγονος, διότι δεν κατόρθωσε να εξυψωθεί στην καθαρή μορφή της σκέψης, αλλά η βάση που κυριάρχησε στην προσπάθειά του, ήταν η πλήρης αναγνώριση της Τριάδος. Αντιθέτως ο Hegel συνέλαβε την “έννοια” του θεού στον θεό, έτσι ώστε κατόρθωσε να αναγνωρίσει πως ο θεός φανερώθηκε σ' αυτόν σαν σε έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, ο οποίος κρατά στην σιωπή, παραμερίζει τον εαυτό του εις εαυτόν. Επιστρέφει εις εαυτόν. Σ' αυτό που οι αρχαίοι είχαν ονομάσει ενθουσιασμό και που είναι η καθαρή αφηρημένη μεσότης, η πιο υψηλή ησυχία της σκέψης, αλλά και η πιο υψηλή δραστηριότης ταυτοχρόνως, ικανή για να συλληφθεί η πιο καθαρή ιδέα του θεού και να έλθει εις συνειδητοποίησιν αυτής. Έτσι στο δόγμα του περί του θεού, και πάνω απ' όλα του θεού σαν Τριάδα, το αληθινό κατορθώθηκε να είναι ένας Βακχικός θρίαμβος καθώς κανένα μέλος δεν λείπει από το ενθουσιώδες παιχνίδι· και καθώς επιπλέον κάθε μέλος, ενώ απομονώνεται ταυτόχρονα διανοίγει με τέτοιον τρόπο ώστε θα μπορούσαμε επίσης να πούμε πως είναι η απλή και διαφανής ησυχία!


Αμέθυστος