Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (13)

Συνέχεια από Τρίτη 7. Ιουλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 13

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Μπορούν να αποδοθούν σε ένα αντικείμενο τόσες διαστάσεις όσες είναι οι διαφορετικές ποσότητες που βρίσκονται σε αυτό προς μέτρηση
Καρτέσιος

Ας ξαναδιαβάσουμε τη σημείωση 3 στη σ. 72 σχετικά με τη γεύση ενός κρασιού, η οποία δεν ανήκει στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς του και γι’ αυτό δεν ανήκει στους προσδιορισμούς ενός αντικειμένου, αλλά είναι υποκειμενική και θεμελιωμένη στο αίσθημα· έτσι ώστε κανείς δεν μπορεί να έχει a priori ούτε μια παράσταση χρώματος ούτε μια παράσταση γεύσης. Ας διαβάσουμε αυτή την ανάλογη φράση: «Η κωνική μορφή μπορεί να φανερωθεί χωρίς κανένα εμπειρικό βοήθημα, απλώς σύμφωνα με την έννοια· αλλά το χρώμα αυτού του κώνου θα πρέπει πρώτα να δοθεί σε μια ή σε άλλη εμπειρία»7· και ας τις πλησιάσουμε σε αυτήν: «Το πράσινο χρώμα των λιβαδιών ανήκει στην αντικειμενική αίσθηση [αραιογραμμένο από τον Kant], ως αντίληψη ενός αντικειμένου της αίσθησης· η ευχαρίστηση που αυτό παράγει αναφέρεται, αντιθέτως, στην υποκειμενική αίσθηση [ό.π.], με την οποία δεν παριστάνεται κανένα αντικείμενο: δηλαδή στο αίσθημα». Ενώ εκεί τόσο η ευχαρίστηση μιας γεύσης ή ενός χρώματος όσο και η ίδια η γεύση και το χρώμα αποδίδονται στο αίσθημα, δηλαδή στον συγκινησιακό τόνο —υποκειμενικό, a posteriori, από τον οποίο δεν μπορεί να γίνει επιστήμη—, εδώ αντιθέτως μόνο η ευχαρίστηση είναι αίσθημα, είναι υποκειμενική, ενώ το χρώμα, παρότι παραμένει αίσθηση, ανήκει στα χαρακτηριστικά ή στις ιδιότητες του αντικειμένου, και μπορεί να γίνει επιστήμη γι’ αυτό. Και αν μπορεί να γίνει επιστήμη γι’ αυτό, σημαίνει ότι δεν είναι ριζικά υποκειμενικό, αλλά έχει και αντικειμενική αξία· δηλαδή δεν είναι εσωτερικά και ολοκληρωτικά a posteriori.

Το καθαρά υποκειμενικό, συγκινησιακό —αμιγώς a posteriori— χαρακτηριστικό της αίσθησης προσδιορίζεται με σαφήνεια στην επιστολή προς τον Marcus Herz της 26ης Μαΐου 1789, στην οποία βλέπει κανείς τι θα ήταν αυτή η αίσθηση καθόσον υπάρχει αποκομμένη από τη σύνδεση με τη δομή της διάνοιας, δηλαδή έξω από εκείνη τη «σύνθεση» με τη διάνοια, την οποία ο Kant ονομάζει «σύνθεση a priori», ακριβώς για να δηλώσει ότι στην πραγματικότητα, δηλαδή κοιτάζοντας τα πράγματα συγκεκριμένα, η ενότητά τους, διάνοιας και αισθητικότητας, προηγείται —λογική προτεραιότητα— κάθε αντικειμένου για το οποίο έχουμε συγκεκριμένη εμπειρία· έτσι ώστε κάθε αντικείμενο να είναι εξαρτημένο από αυτή τη συνθετική ενότητα.

Η αίσθηση, απομονωμένη από τη διάνοια, δεν θα αποκάλυπτε κανένα αντικείμενο· θα έδινε, αντιθέτως... αλλά ας διαβάσουμε την επιστολή του Kant: «Αν μπορούμε να καταδείξουμε ότι η γνώση μας των πραγμάτων, ακόμη και εκείνη της εμπειρίας, δεν είναι δυνατή παρά μόνο υπό εκείνες τις προϋποθέσεις [δηλαδή: τη μορφή της αισθητικότητας και τη σύνδεσή της με τη μορφή ή δομή της διάνοιας, δηλαδή με τις λειτουργίες της], τότε όχι μόνο όλες οι άλλες έννοιες των πραγμάτων —οι οποίες δεν είναι εξαρτημένες κατ’ αυτόν τον τρόπο— είναι για μας κενές και δεν μπορούν να χρησιμεύσουν σε καμία γνώση, αλλά και όλα τα δεδομένα των αισθήσεων [δηλαδή οι καθαρές αισθήσεις] σε μια δυνατή γνώση χωρίς αυτές [τις έννοιες] δεν θα παρίσταναν ποτέ αντικείμενα» —οι αισθήσεις λοιπόν, και αυτό είναι σημαντικότατο και πρέπει πάντοτε να το έχουμε υπόψη, αν δεν ήταν συνδεδεμένες με τη δομή της διάνοιας, δεν θα ήταν ικανές να μας προσφέρουν την παρουσία «αντικειμένων»—. «Εγώ», συνεχίζει ο Kant, «δεν θα μπορούσα ούτε καν να γνωρίζω ότι τα [εκείνα τα δεδομένα των αισθήσεων] κατέχω· συνεπώς, αυτά για μένα, ως γνωστικό ον, θα ήταν απολύτως τίποτε· ενώ αυτά —αν στη σκέψη μετατρέψω τον εαυτό μου σε ζώο—, ως παραστάσεις που θα συνδέονταν σύμφωνα με έναν εμπειρικό νόμο του συνειρμού, και έτσι θα είχαν επίσης επίδραση στο αίσθημα και στην ορεκτική δύναμη, θα μπορούσαν πάντοτε να παίζουν κανονικά το παιχνίδι τους μέσα μου, ενώ εγώ θα ήμουν ασυνείδητος του είναι μου... χωρίς, εξαιτίας αυτού, να γνωρίζω στο ελάχιστο κάτι, ούτε καν αυτή την κατάστασή μου».

Οι αισθήσεις λοιπόν, απομονωμένες από την ενότητα της διάνοιας και από τις μορφές ή λειτουργίες της, δεν θα μας έκαναν να γνωρίσουμε κανένα πράγμα, δεν θα μας έδιναν την παρουσία ενός «αντικειμένου»· θα μπορούσαν μόνο να έχουν επίδραση στο αίσθημα και να αφυπνίζουν και να ασκούν τις ζωώδεις ορέξεις μας· χωρίς, όμως, να γνωρίζει κανείς ότι είναι... ζώο —δηλαδή χωρίς να μας δίνουν τη «συνείδηση» αυτής της κατάστασης, χωρίς δηλαδή να κάνουν ώστε να είμαστε ένα «υποκείμενο». Οι αισθήσεις θα ήταν, δηλαδή, είτε μια σκοτεινή κίνηση και ανατάραξη τυφλών ενστικτωδών τάσεων είτε ακόμη και το τυφλό, σχεδόν καρτεσιανό παιχνίδι ενός είδους μηχανισμού προορισμένου να διατηρεί στην ύπαρξη έναν φυσικό οργανισμό.

Όταν, αντιθέτως, οι αισθήσεις συνδέονται, συντίθενται με τις λειτουργίες της διάνοιας, αποκαλύπτουν καθαρά, πέρα από αυτόν τον «ζωώδη» χαρακτήρα τους που παραμένει, ένα νέο νόημα, μια νέα ιδιότητα· και ακριβώς αυτό καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό, την παρουσία και τη γνώση ενός αντικειμένου. Αυτή η ιδιότητα χορηγείται από τις λειτουργίες της διάνοιας. Και χορηγείται σε εκείνο το στοιχείο που, μέσα στην ίδια την αίσθηση ως καθαρή δυνατότητα τροποποίησης, είναι a priori σε σχέση με τον τόνο του αισθήματος.


Αν οι λειτουργίες που ονομάζονται αρχή της αιτίας, της αμοιβαιότητας κ.λπ. προσδιορίζουν τη σύνδεση ή τη σύνθεση του αισθητού ιστού, υπάρχει μία λειτουργία που διεισδύει στο εσωτερικό κάθε μικρής ίνας που σχηματίζει αυτόν τον ιστό, στο εσωτερικό κάθε, θα λέγαμε, μεμονωμένης αίσθησης ή τροποποίησης, και κάνει ώστε καθεμία από αυτές να είναι ήδη συγκροτημένη a priori —δηλαδή μόλις είναι πράγματι παρούσα στη συνείδηση ως αίσθηση— με τρόπο ώστε να περιέχει μέσα της ή, καλύτερα, με τρόπο ώστε να είναι η ίδια, ως τροποποίηση, εφοδιασμένη με βαθμό ή με «μέγεθος ή ποσότητα».

Αυτή η λειτουργία είναι η λειτουργία της κατηγορίας της «πραγματικότητας»· η οποία, ενώ κάνει ώστε η αίσθηση να συνδέεται με τη διάνοια και να προκύπτει έτσι ως πραγματικά υπάρχουσα στη συνείδηση, κάνει επίσης ώστε αυτή να αποκτά a priori έναν βαθμό, δηλαδή ένα μέγεθος ή μια ποσότητα. Και αυτό το μέγεθος, εσωτερικό στην τυφλή αισθητή ποιότητα —ευχάριστη, οδυνηρή κ.λπ.— 10 είναι εκείνο που την καθιστά φωτεινή για την επιστήμη, δηλαδή ικανή να εγγυηθεί την παρουσία ενός επιστημονικά γνωρίσιμου αντικειμένου.

Αυτός ο χαρακτήρας ή η ιδιότητα της συγκεκριμένης αίσθησης, που δεν είναι τυφλά συγκινησιακή, αυτός ο εγγενώς ποσοτικός χαρακτήρας της, έρχεται καθαρά στο φως αν φέρει κανείς κοντά τη διατύπωση αυτής της υποενότητας με τη διατύπωση της προηγούμενης. Εκείνη της προηγούμενης λέει: «όλα τα φαινόμενα είναι, ως προς την εποπτεία τους, εκτατικά μεγέθη»· αυτή λέει: «σε όλα τα φαινόμενα, η αίσθηση και το πραγματικό που της αντιστοιχεί στο αντικείμενο (realitas phaenomenon) έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό» ". Δηλαδή, η πρώτη: όλα τα φαινόμενα, όσον αφορά την εποπτεία, η οποία είναι μορφή, έχουν μέγεθος ή ποσότητα εκφράσιμη στον χώρο και στον χρόνο· η δεύτερη: όλα τα φαινόμενα, όσον αφορά την αίσθηση, η οποία είναι περιεχόμενο, έχουν μέγεθος ή ποσότητα μη εκφράσιμη στον χώρο και στον χρόνο, αλλά μέσω του βαθμού. Και συνοψίζοντας: όλα τα φαινόμενα, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο, είναι δεκτικά μαθηματικών προσδιορισμών: ως προς τη μορφή, μέσω της μαθηματικής, με μεγέθη που δηλώνουν τον χώρο και τον χρόνο· ως προς το περιεχόμενο, μέσω της μαθηματικής, αλλά με μεγέθη που δεν δηλώνουν ούτε χώρο ούτε χρόνο.

Φαίνεται από μόνο του ότι η σημασία αυτών των δύο σημείων —των χωροχρονικών μεγεθών ή ποσοτήτων που αποδίδονται στα αισθητά αντικείμενα ως προς τη μορφή τους, και των μη χωροχρονικών μεγεθών ή ποσοτήτων αυτών των ίδιων αισθητών αντικειμένων ως προς το περιεχόμενο, δηλαδή την πραγματική αίσθηση ή τροποποίηση— είναι ισότιμη στη φυσική: καμία από τις δύο δεν μπορεί να παραμεληθεί ή να υποτιμηθεί. Παρ’ όλα αυτά, αν σκεφθεί κανείς ότι χωρίς αίσθηση δεν έχουμε, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ούτε αντίληψη ούτε το πραγματικό των φαινομένων, δηλαδή δεν υπάρχει ο φυσικός κόσμος, βλέπει επίσης ότι αυτό το ζήτημα είναι, θα λέγαμε, το σημείο εκκίνησης της φυσικής. Διότι χωρίς αίσθηση ή τροποποίηση —το επαναλαμβάνω— δεν υπάρχει φυσική.

II. ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Σημειώσεις:


7 Κριτική, σ. 549 (B 470).
8 Κριτική της κριτικής δύναμης, § 3.
9 Στην Κριτική, όπου διατηρείται εδώ κι εκεί η οπτική της Διατριβής του 1770, στην οποία υπήρχαν φαινόμενα και εποπτείες ανεξάρτητα από τον νου, ο Kant εξακολουθεί να γράφει φράσεις αυτού του είδους [σ. 128 (B 103)]: «Το ότι τα αντικείμενα της αισθητής εποπτείας πρέπει πράγματι να είναι σύμφωνα προς τους μορφικούς όρους της αισθητικότητας, οι οποίοι βρίσκονται a priori στο πνεύμα, είναι σαφές, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να είναι αντικείμενα για εμάς· δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να κατανοήσουμε ότι πρέπει επιπλέον να είναι σύμφωνα προς τους όρους τους οποίους χρειάζεται ο νους για τη συνθετική ενότητα της σκέψης».
(Ολόκληρο το § 13, στο οποίο ανήκει αυτό το χωρίο, καθώς και το § 14, θεωρούνται από πολλούς σχολιαστές ότι αντιπροσωπεύουν ένα παλαιότερο στάδιο συγγραφής σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της Αναλυτικής των εννοιών. Ανάλογες φράσεις όμως απαντούν και αλλού).
Πιστεύω, ωστόσο, ότι η επιβίωση διατυπώσεων αυτού του είδους —ότι δηλαδή τα φαινόμενα μπορούν να παρουσιάζουν αντικείμενα στην εποπτεία μας, επειδή η εποπτεία «δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη από τις λειτουργίες της σκέψης»—, διατύπωση η οποία αντικρούεται ήδη στην ίδια τη σύνταξη της πρώτης έκδοσης της Υπερβατολογικής Παραγωγής και από ολόκληρη τη συγκρότηση της Υπερβατολογικής Παραγωγής της δεύτερης έκδοσης, πιστεύω, έλεγα, ότι η επιβίωση αυτής της διατύπωσης δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο σε ένα κατάλοιπο της Διατριβής, αλλά και σε μια απαίτηση την οποία ο Kant αισθανόταν ζωντανή και παρούσα.
Η απαίτηση αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι η αίσθηση δεν αποτελεί για τον Kant μόνο γνωστικό στοιχείο, αλλά περιέχει επίσης —όπως λεγόταν ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη— ένα ορεκτικό στοιχείο, το οποίο καταλήγει στην πράξη. Σχετικά με αυτό είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τη φράση του Kant που αναφέρθηκε ήδη: «καθετί που στη γνώση μας ανήκει στην εποπτεία —εξαιρουμένων, επομένως, του αισθήματος του ευχάριστου και του δυσάρεστου και της βούλησης, τα οποία δεν αποτελούν καθόλου γνώσεις—…» [Κριτική, σ. 89 (B 69)].
Αυτό είναι το στοιχείο που εξακολουθεί να υφίσταται έξω από τον νου ως συνθετική συνείδηση ή ως το υπερβατολογικό· και ο Kant ούτε μπορεί ούτε θέλει να το εξαλείψει. Και αν εδώ το αφήνει σε μια μετέωρη κατάσταση, το αποσαφηνίζει στην επιστολή που μόλις αναφέρθηκε και το διατηρεί παρόν, έστω και υπονοούμενο, μέσα στο συγκινησιακό και παθητικό στοιχείο στην Κριτική του πρακτικού λόγου —διότι ο άνθρωπος, για τον Kant, δεν θα μπορέσει ποτέ να καταστεί καθαρό γνωρίζειν— και στην Κριτική της κριτικής δύναμης.
10 Για να επιστρέψουμε στην παραπομπή του § 3 της Κριτικής της κριτικής δύναμης: η ευχαρίστηση που προκαλεί το πράσινο των λιβαδιών μπορεί να παρακινήσει ένα βόδι να φάει· και ίσως —λέω ίσως, διότι, ως προς το τι πραγματικά βιώνουν τα ζώα, μου φαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι έχουν γραφεί πολλά βιβλία γι’ αυτό το θέμα, από εκείνα του Fabre έως τα πιο πρόσφατα του von Uexküll, δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι— ίσως δεν «βλέπει» το λιβάδι ως «αντικείμενο», αλλά το «αισθάνεται», έστω και με τα μάτια, ως ορεκτικό άρωμα· το αισθάνεται ως σκοτεινή ροπή εκείνου που εμείς θα αποκαλούσαμε «ολόκληρο το είναι του».
Αυτό το αισθάνεσθαι θα ήταν, επομένως, καθαρά υποκειμενικό· πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι εδώ ως υποκείμενο δεν νοείται το «γνωρίζον» υποκείμενο, αλλά μια τυφλή… élan vital, μια ζωτική ορμή. Όπως επίσης ως «αντικείμενο» αυτής της τάσης δεν θα έπρεπε να νοηθεί ένα πραγματικό και κυριολεκτικό «αντικείμενο», όπως αυτό στέκεται απέναντι στον γνωρίζοντα νου.
Το πράσινο, αντιθέτως, απομονωμένο από την ευχαρίστηση και την επιθυμία, απομονωμένο από αυτή την ασυνείδητη λαχτάρα και τάση, θα μας έδινε την αληθινή θέαση ενός αντικειμένου· και γι’ αυτό βρίσκεται στην οδό όχι της τυφλής ζωής, αλλά της γνώσης.
11 Στην προηγούμενη ενότητα ο Kant είχε δείξει πώς η σύνθεση ή η παρουσία του νου μέσα στην αισθητικότητα, θεωρούμενη ως μορφή ή δομή, δημιουργεί τα χωρικά και τα χρονικά μεγέθη.
Παραθέτω τις διατυπώσεις όπως εμφανίζονται στην πρώτη έκδοση της Κριτικής, επειδή εκεί η σχέση προβάλλει με μεγαλύτερη σαφήνεια· και στη δεύτερη έκδοση όμως είναι σαφής και παραμένει η ίδια: «όλες οι εποπτείες είναι εκτατικά μεγέθη»· «σε όλα τα φαινόμενα το πραγματικό, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αίσθησης, έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό».
Η τροποποίηση της διατύπωσης δεν αφορά το σημείο που εξετάζουμε τώρα· τόσο μάλιστα, ώστε σε όλες τις σελίδες στις οποίες αναπτύσσεται η απόδειξη —εκτός από μία συνοπτική παράγραφο που προστέθηκε στην αρχή της δεύτερης έκδοσης— ο Kant δεν άλλαξε ούτε μία λέξη.
Είμαι αναγκασμένος να παραπέμψω στο § 5 την αναφορά στους λόγους της αλλαγής της διατύπωσης, μαζί με μια διευκρίνιση σχετικά με την έννοια της πραγματικότητας, η οποία, από άλλη άποψη, θα ταίριαζε καλά σε αυτό το σημείο. Θα καταστεί όμως σαφέστερη αφού εξετάσουμε τον άχωρο και άχρονο χαρακτήρα της αίσθησης, καθώς και τον χαρακτήρα της «μεταβολής» της ποσότητας ή του μεγέθους του βαθμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: