Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (12)

Συνέχεια από Σάββατο 20. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 12

LUIGI SCARAVELLI

ΜΕΤΑΒΑΣΗ
ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

"η αίσθηση είναι τροποποίηση",
για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν. 
Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό.

Η φυσική, ως επιστήμη, συνίσταται, όπως είναι γνωστό, όχι στην απλή διαπίστωση ενός φυσικού γεγονότος —το νερό βράζει— ούτε στην απλή μέτρηση αυτού του γεγονότος —αυτό το νερό βράζει στους 100 βαθμούς—, αλλά στη διαμόρφωση μιας θεωρίας που μας επιτρέπει να προβλέψουμε, μέσω της παρούσας διαπίστωσης και μέτρησης, τη μελλοντική μέτρηση της μελλοντικής διαπίστωσης. Αυτή η παρούσα διαπίστωση και μέτρηση, καθώς και η μελλοντική, είναι και θα είναι διαπίστωση και μέτρηση ενός γεγονότος· το γεγονός είναι κάτι παρατηρήσιμο, δηλαδή μια αίσθηση, και η αίσθηση είναι μια τροποποίηση· έτσι, εφόσον κάθε παρατηρήσιμο είναι τροποποίηση, η φυσική επιστήμη είναι υφασμένη, σε κάθε ελάχιστη ίνα της, από τροποποιήσεις. Οι τρόποι με τους οποίους συμβαίνουν αυτές οι τροποποιήσεις, δηλαδή οι τρόποι ή οι μορφές με τις οποίες η τροποποίηση πραγματοποιείται, είναι λοιπόν οι θεμελιώδεις ιδιότητες εκείνου με το οποίο ασχολείται η φυσική.

Το ίδιο πράγμα, με τρόπο πιο εμφανώς προσαρμοσμένο στις ιστορικές συνθήκες της φυσικής, μπορεί να εκφραστεί ως εξής: ονομάστηκε παρατηρήσιμο, με τη στενή έννοια, από τον Heisenberg και τη σχολή του, εκείνο που προκύπτει πειραματικά, για να διακριθεί από εκείνο το εννοιολογικό πλαίσιο που δεν προκύπτει στα όργανα με τα οποία γίνονται τα πειράματα. Δεν συμφωνούν απολύτως όλοι οι φυσικοί με τον Heisenberg ως προς τον προσδιορισμό της σχέσης που εγκαθιστά ο επιστήμονας ανάμεσα στο παρατηρήσιμο και σε εκείνο το σύστημα εννοιών ή αξιολογήσεων μέσα στο οποίο οφείλει να το εντάξει. Εδώ το πρόβλημα αυτό δεν μας ενδιαφέρει, διότι, ως προς το γεγονός ότι κάθε φυσική εμπειρία πρέπει απολύτως να καταλήγει σε κάτι που παρατηρείται —δηλαδή σε ένα παρατηρήσιμο—, όλοι οι φυσικοί συμφωνούν· τόσο οι μεν όσο και οι δε δέχονται το παρατηρήσιμο με αυτή την ευρύτερη έννοια, η οποία άλλωστε είναι και η θεμελιώδης. Η διαφωνία αρχίζει έπειτα, όταν θα τεθεί το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να σταματήσει κανείς σε αυτό το παρατηρήσιμο, ή καλύτερα όταν θα τεθεί το ζήτημα του τρόπου και της μεθόδου επεξεργασίας του υλικού αυτών των παρατηρήσεων. Αλλά αυτές οι διαφορές, επαναλαμβάνω, δεν θίγουν στο ελάχιστο το θεμελιώδες ζήτημα: η φυσική είναι επιστήμη του παρατηρησίμου, το παρατηρήσιμο είναι ή περιέχει την αίσθηση, η αίσθηση είναι τροποποίηση. Έτσι, εκείνο που καθιστά τη φυσική φυσική είναι η παρουσία της τροποποίησης. Αν αυτή καταργηθεί, δεν βρισκόμαστε πλέον στη φυσική.

«Η αντίληψη», λέει ο Kant —και με την αντίληψη εννοεί εκείνο που περιέχει μέσα του την τροποποίηση ή αίσθηση—, «είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»¹. «Και επειδή η δεκτική ικανότητα του υποκειμένου να τροποποιείται [να έχει αισθήσεις] από τα αντικείμενα προηγείται κατ’ ανάγκην όλων των εποπτειών αυτών των αντικειμένων»², δηλαδή προηγείται και καθορίζει αφ’ εαυτής όλες τις γνώσεις που μπορούν να υπάρξουν για τα αντικείμενα, έπεται ότι αυτές οι τροποποιήσεις της αισθητικότητας, μαζί με τη δομή ή μορφή της —τον χώρο και τον χρόνο—, «δεν μπορούν παρά να εισέρχονται κάθε φορά και στην έννοια αυτών των αντικειμένων»³. Δηλαδή: έπεται ότι τα αντικείμενα που γνωρίζουμε περιέχουν αναγκαία, ως εσωτερική τους δομή ή ύφανση, αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εκείνα βάσει των οποίων μπορούν να μας εμφανίζονται.

Δεδομένου λοιπόν ότι χωρίς αντίληψη, δηλαδή χωρίς τροποποίηση, δεν έχουμε πραγματικότητα, και δεδομένου ότι αυτή η τροποποίηση εισέρχεται ως μέρος όλων των αντικειμένων, δηλαδή σχηματίζει την εσωτερική τους σύσταση, το θέμα αυτό της φύσης της «τροποποίησης» και του τρόπου ή της μορφής με την οποία πραγματοποιείται είναι θεμελιώδες θέμα στη φυσική. Οι ίδιες οι έννοιες της μονιμότητας, της αιτίας, της αμοιβαιότητας κ.λπ., όσο κι αν έχουν αξία καθαυτές, δεν έχουν εντούτοις πραγματική σημασία παρά μόνο αν αναφέρονται σε αυτή την αίσθηση.

Επειδή όλες αυτές οι έννοιες έλκονται γύρω από την αίσθηση ως τροποποίηση, και επειδή αυτή η αίσθηση ή τροποποίηση είναι, όπως λέει ο Kant, «ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας», έθεσα ολόκληρο το ζήτημα που πραγματευόμαστε υπό το έμβλημα της φράσης του Planck: «το μόνο νόμιμο σημείο εκκίνησης όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις».

Ας περάσουμε λοιπόν στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η «τροποποίηση».

Σημειώσεις:

Ανάμεσα στα σχεδόν αναρίθμητα χωρία αυτού του είδους, δίπλα στο ήδη παρατεθέν —«η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»— βρίσκεται η πρόταση που περιέχεται στις πρώτες σελίδες των Postulati: «Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσε κανείς να τη σκεφθεί in concreto, χωρίς να προσφύγει στη βοήθεια της εμπειρίας, αφού αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας» [Critica, D. 227 (B 188)].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Μπορούν να αποδοθούν σε ένα αντικείμενο τόσες διαστάσεις όσες είναι οι διαφορετικές ποσότητες που βρίσκονται σε αυτό προς μέτρηση
Καρτέσιος

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στην παράγραφο 36 των Prolegomeni, που έχει ως τίτλο «πώς είναι δυνατή η φύση», ο Kant συνοψίζει όλο το πρόβλημα που εξέτασε, συζήτησε και έλυσε στην Κριτική του καθαρού λόγου —καθώς και στις παραγράφους των Prolegomeni που αντιστοιχούν σε αυτήν— σχετικά με τη δυνατότητα της φυσικής. Αυτό το πρόβλημα, που είναι το υψηλότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει η υπερβατολογική φιλοσοφία... περιέχει στην πραγματικότητα δύο προβλήματα:

Πρώτον: πώς είναι δυνατή η φύση με την υλική σημασία [αραιογραμμένο στον Kant], δηλαδή σύμφωνα με την εποπτεία, ως σύνολο των φαινομένων· πώς είναι, γενικά, δυνατά ο χώρος, ο χρόνος και εκείνο που πληροί και τα δύο, το αντικείμενο της αίσθησης; Η απάντηση είναι: μέσω της σύστασης της αισθητικότητάς μας, σύστασης σύμφωνα με την οποία αυτή διεγείρεται, με τον τρόπο που της είναι ίδιος, από αντικείμενα τα οποία, καθαυτά, της είναι άγνωστα και είναι εντελώς διακριτά από εκείνα τα φαινόμενα. Αυτή η απάντηση δόθηκε: στο βιβλίο [δηλαδή στην Κριτική], στην Υπερβατολογική Αισθητική· εδώ, στα Prolegomeni, με τη λύση του πρώτου θεμελιώδους προβλήματος»¹.

Σύμφωνα με τον Kant, λοιπόν, η διερεύνηση του χρόνου, του χώρου και εκείνου που πληροί και τα δύο, δηλαδή η διερεύνηση της αίσθησης, ανήκει στην Υπερβατολογική Αισθητική. Στην Υπερβατολογική Αισθητική, αντιθέτως, αφού έχει ειπωθεί, ξαναειπωθεί και επαναληφθεί ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, ο Kant εξετάζει τον χώρο και τον χρόνο· και για την αίσθηση, για τις εσωτερικές της ιδιότητες, δεν προσθέτει τίποτε περισσότερο. Μάλιστα εκθέτει τα πράγματα με τρόπο που φαίνεται να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε περισσότερο γι’ αυτήν: διότι κάθε τι επιπλέον, πέρα από τη βεβαίωση ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, φαίνεται να αναφέρεται σε εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori —όπως, π.χ., η γεύση, το χρώμα ή η ευχαρίστηση που μπορεί να δώσει η αίσθηση— και γι’ αυτό μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο· και, πράγμα ακόμη σημαντικότερο, δεν προσφέρει τις εσωτερικές ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα επιστημονικό αντικείμενο, και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι στοιχείο επιστήμης 3.

Πράγματι, η ανάλυση κάθε συγκεκριμένης γνώσης, που γίνεται στην § 1 της Υπερβατολογικής Αισθητικής, εκτυλίσσεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Αν από την παράσταση ενός σώματος [δηλαδή από τη συγκεκριμένη, πραγματική και επίκαιρη γνώση ενός καθορισμένου αντικειμένου] χωρίσω ό,τι σκέπτεται γι’ αυτό η διάνοια, όπως ουσία, δύναμη, διαιρετότητα κ.λπ.· και χωρίσω ταυτόχρονα ό,τι ανήκει στην αίσθηση, όπως αδιαπερατότητα, σκληρότητα, χρώμα κ.λπ., μου απομένει ωστόσο κάτι από αυτή την εμπειρική εποπτεία, δηλαδή η έκταση» —και παρακάτω θα πει ότι απομένει επίσης ο χρόνος. Και με αυτή την έκταση, δηλαδή με τον χώρο, και έπειτα με τον χρόνο, ασχολείται η Υπερβατολογική Αισθητική, χωρίς να μιλά πλέον για την εμπειρική αίσθηση, σχεδόν σαν να μην ήταν δυνατόν να βρεθεί σε αυτήν τίποτε επιστημονικά έγκυρο —στην καντιανή γλώσσα: τίποτε a priori.

Και έτσι φαίνεται ότι πρέπει να είναι. Διότι, αφού διακρίνει κανείς σε μια αντίληψη τα χαρακτηριστικά που ανήκουν ιδιαιτέρως σε εκείνη τη δομή της αισθητικότητας που είναι πάντοτε η ίδια —και αφού ονομάσει αυτήν: μορφή— από εκείνο που κάθε φορά αισθάνεται πράγματι μέσα σε εκείνη την αισθητικότητα, αλλά που μεταβάλλεται κάθε φορά, και είναι υποκειμενικό —και αφού ονομάσει αυτό περιεχόμενο—, είναι σαφές ότι μπορεί κανείς να εξετάσει a priori τη μορφή, αλλά όχι το περιεχόμενο. Αυτό το τελευταίο στοιχείο αναφύεται κατά περίπτωση και κάθε φορά: δεν μπορώ να το προβλέψω ούτε να το υπολογίσω· μπορώ μόνο να το διαπιστώσω όταν παρουσιάζεται, και να το καθορίσω μόνο αφού έχει παρουσιαστεί. Με μία λέξη, και με όρο αυστηρά καντιανό: δεν μπορώ να το κατασκευάσω —όπως μπορώ, αντιθέτως, να κατασκευάσω τους γεωμετρικούς προσδιορισμούς, δηλαδή τα σχήματα στον χώρο.

Έτσι φαίνεται αυτονόητο ότι μπορεί να υποβληθεί σε κριτική διερεύνηση μόνο εκείνο που είναι a priori, η μορφή, και ότι πρέπει να αφεθεί το περιεχόμενο, το οποίο είναι a posteriori, στις εμπειρικές διαπιστώσεις. Θα φαινόταν μάλιστα αντίφαση ακόμη και λεκτική να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο, διότι, αν εκείνο που είναι a priori είναι «μορφή», το να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο θα ήταν σαν να λέει ότι το περιεχόμενο είναι μορφή ακριβώς καθόσον είναι το περιεχόμενο 5.


Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ακριβώς με αυτό το περιεχόμενο ασχολείται ο Kant, και μάλιστα πλήρως a priori, στην ενότητα της Υπερβατολογικής Λογικής που τιτλοφορείται Anticipazioni della percezione, η οποία είναι ακριβώς η ενότητα που εξετάζουμε σε αυτή την εργασία.
Πρέπει να κοιτάξουμε αυτή την καντιανή «αίσθηση» πολύ από κοντά και να θυμηθούμε ότι ο Kant είναι ακριβώς εκείνος που μας επαναλάμβανε συνεχώς να δυσπιστούμε απέναντι στα απλουστευτικά aut aut. Και εδώ ακριβώς, η αίσθηση, τοποθετημένη αρχικά γενικά από την πλευρά του περιεχομένου, όταν αντιπαραβαλλόταν προς τη γενική δομή της αισθητικότητας —ή μορφή της αισθητικότητας—, τώρα, ύστερα από μια λεπτομερή και ιδιαίτερη διερεύνηση, αποκαλύπτεται ότι αποτελείται η ίδια από δύο στοιχεία: το ένα από τα οποία είναι εμπειρικό ή a posteriori, ενώ το άλλο όχι.
Και εκείνο που δεν είναι a posteriori είναι, μέσα στην ίδια την αίσθηση, η πλευρά ή όψη χάρη στην οποία αυτή αποκαλύπτει ή πραγματοποιεί εκείνη την καθαρή δυνατότητα να τροποποιείται κανείς, η οποία συνιστά τη δομή της αισθητικότητας και η οποία, ως τέτοια, είναι καθαρά a priori· όπως είδαμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Αυτή η όψη της αίσθησης είναι γι’ αυτό αντικειμενικώς έγκυρη, αφού εκφράζει ή είναι η «παρουσία» εκείνου που, εφόσον η αισθητικότητα τροποποιήθηκε, αποτελεί μέρος του πλαισίου της αισθητής εμπειρίας —και ακριβώς γι’ αυτό έχει ονομαστεί, από κάποιον σχολιαστή, ο a priori «παρουσιαστικός» χαρακτήρας της αίσθησης, ή της σύλληψης. Αλλά αυτός ο a priori χαρακτήρας της αισθητικότητας, ως απλής «παρουσιαστικής μορφής», δίπλα στις μορφές του χώρου και του χρόνου, αποδεικνύεται πολύ λιγότερο αναλύσιμος καθαυτόν από αυτές τις δύο, απομονωμένος από εκείνες τις λειτουργίες της διάνοιας με τις οποίες συνθέτει· και έξω από αυτές φαίνεται να εξαφανίζεται, ώστε να μη αφήνει να φανεί από αυτόν παρά μόνο ο καθαρά συγκινησιακός χαρακτήρας, ή χαρακτήρας αισθήματος…


Σημειώσεις:

1 Ο Kant (Prolegomeni, § 24) λέει ότι αυτή η εφαρμογή της μαθηματικής στη φυσική, που είναι ο βαθμός, είναι η «δεύτερη», όχι ως προς τη σημασία, αλλά ως προς τη σειρά των σελίδων, διότι στις προηγούμενες πραγματεύθηκε τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» τον χώρο και τον χρόνο· δηλαδή την εφαρμογή της μαθηματικής στο εκτατό χωροχρονικό. Εδώ πραγματεύεται τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» την αίσθηση —ή αισθητή τροποποίηση— στην εσωτερική της φύση, η οποία είναι άχωρη και άχρονη. Αυτό είναι το κλειδί του θόλου της φυσικής και της διαφοράς της από τη γεωμετρία. Τώρα, επειδή στη φυσική τα διαφορετικά μεγέθη ή ποσότητες γράφονται με διαφορετικές παραμέτρους, δηλαδή με διαφορετικές διαστάσεις —όπως λέγεται από τον Descartes στις παρατεθείσες γραμμές, επιστολή της 30ής Απριλίου 1639 προς τον M. de Beaune—, και σε αυτό το ιδιαίτερο μέγεθος αντιστοιχεί η δική του διάσταση.

2 Το δεύτερο πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατή η φύση με τη «μορφική σημασία»· αλλά αυτό βρίσκεται έξω από την έρευνα στην οποία είναι αφιερωμένη η παρούσα εργασία.

3 Η καλή γεύση ενός κρασιού δεν ανήκει στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς του και επομένως ενός αντικειμένου... αλλά στην ιδιαίτερη διαμόρφωση της αίσθησης στο υποκείμενο που το γεύεται. Τα χρώματα δεν είναι καθόλου ποιότητες των σωμάτων... αλλά μόνο τροποποιήσεις της αίσθησης της όρασης, η οποία επηρεάζεται με ιδιαίτερο τρόπο από το φως... Η γεύση και τα χρώματα... δεν είναι παρά τυχαία και παρεπόμενα αποτελέσματα της ιδιαίτερης οργάνωσής μας —η οποία μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο και, στο ίδιο άτομο, από στιγμή σε στιγμή—... και θεμελιώνονται στην αίσθηση· η καλή γεύση, επιπλέον, και στο αίσθημα —ευχάριστο και δυσάρεστο—, ως αποτέλεσμα της αίσθησης» [Critica, σ. 74 στο κάτω μέρος, (A 34)]. Και επειδή αυτές οι αισθήσεις δεν ανήκουν στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς των πραγμάτων, δεν μας κάνουν να γνωρίσουμε κανένα αντικείμενο: «δεν είναι καθόλου γνώσεις» [Critica, σ. 89 (Β 69)].

4 Critica, σ. 66 (Β 50).

5 Θα δούμε παρακάτω ότι ο Kant έχει συνείδηση αυτού του παράξενου γεγονότος, δηλαδή ότι μπορεί να θεωρεί a priori εκείνο που είναι καθαυτό a posteriori.

Δεν υπάρχουν σχόλια: