Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 17 ( Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Τετάρτη 22. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 17
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ

β) Η ισότητα

της αγάπης. Όχι μία φορά, μέσα σε μια ρητορική έξαρση την οποία θα έπρεπε να ερμηνεύσουμε, αλλά με μια σχεδόν προκλητική επιμονή και χωρίς ποτέ την παραμικρή επιφύλαξη. «Οι άγιοι έχουν ένα μόνο αίσθημα απέναντι σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος: την αγάπη» (36). Αν εξαφανιζόταν η φιλαυτία, μαζί της θα εξαφανιζόταν και κάθε ανισότητα, κάθε εκούσια διάκριση, εκτός από μία: «την αξιέπαινη ανισότητα, η οποία θα ωθούσε τον καθένα να προτιμά τον πλησίον από τον εαυτό του στον ίδιο βαθμό κατά τον οποίο προηγουμένως έτεινε να προτιμά τον εαυτό του από τον πλησίον» (37).

Έτσι, ο Αβραάμ, απορρίπτοντας τον ατομικισμό που συνδέεται με τις διαιρέσεις και τη διαιρετότητα, δεν θεωρούσε πλέον ως άλλον τον άνθρωπο που ήταν διαφορετικός από αυτόν, αλλά έβλεπε όλους μέσα στον ένα και τον ένα μέσα σε όλους· δεν εξέταζε, επομένως, πλέον τα πράγματα από την οπτική της ελεύθερης προαιρέσεως, η οποία προκαλεί συγκρούσεις και διαιρέσεις όσο δεν συμμορφώνεται προς τη φύση, αλλά αποκλειστικά από την οπτική της φύσεως, η οποία είναι έργο του Θεού και αρχή της ενότητας (38).

«Μακάριος, λοιπόν, ο άνθρωπος που είναι ικανός να αγαπά εξίσου κάθε άνθρωπο» (39). Και αυτό δεν αποτελεί για τον Μάξιμο ένα ουτοπικό ιδεώδες: «Αν προς αυτούς αισθάνεσαι αποστροφή, προς εκείνους ούτε αγάπη ούτε αποστροφή, προς άλλους κάποια συμπάθεια, αλλά μέτρια, και προς άλλους ακόμη έντονη αγάπη, αναγνώρισε από αυτή την ανισότητα ότι βρίσκεσαι μακριά από την τέλεια αγάπη, αρχή της οποίας είναι να αγαπά κανείς εξίσου κάθε άνθρωπο» (40). «Δεν είναι δυνατόν να κατέχει κανείς αυτό το ύψιστο αγαθό, την τέλεια αγάπη, όσο δεν αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους, κατά μίμηση του Θεού, ο οποίος αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους» (41).

Μια διδασκαλία που διατυπώνεται τόσο καθαρά, τόσο συχνά —και τόσο αυστηρά— αξίζει να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε. Δεν λέγω να την εξορκίσουμε. Δεν έχει ανάγκη από κάτι τέτοιο, ακόμη και αν δεν συμφωνεί με τις δικές μας ιδέες.

Το κλειδί του προβλήματος βρίσκεται στη διαδοχή δύο μακαρισμών: εκείνου που μόλις παραθέσαμε, «Μακάριος ο άνθρωπος που είναι ικανός να αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους», και του επομένου: «Μακάριος εκείνος που δεν έχει καμία προσκόλληση σε κάτι φθαρτό και πρόσκαιρο» (42). Αυτοί οι δύο μακαρισμοί αναφέρονται στον ίδιο άνθρωπο· δεν είναι δυνατόν να έχει κανείς τον έναν χωρίς τον άλλον· εκφράζουν δύο όψεις της ίδιας ψυχικής καταστάσεως, της ίδιας πνευματικής βαθμίδας.

Γνωρίζουμε ότι η μοναδική πηγή της διαιρέσεως είναι η προσκόλληση στην ύλη, η φιλαυτία, η οποία μας απομακρύνει από το κέντρο της ενότητας, τον Θεό. Η αγάπη, αντιθέτως, μας ενώνει και μας εξομοιώνει με Αυτόν. Διότι «ο Θεός, επειδή είναι αγαθός και απαθής εκ φύσεως, αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους, τα έργα των χεριών Του· κατά τον ίδιο τρόπο και ο αγαθός και απαθής άνθρωπος, ο οποίος έγινε τέτοιος με την ελεύθερη επιλογή του, έχει ίση αγάπη προς όλους τους ανθρώπους» (43).

Η ίση αγάπη όμως, ακριβώς λόγω της ισότητάς της, θα εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο, επειδή θα προσαρμόζεται στις ανάγκες εκείνου που αποτελεί το αντικείμενό της και όχι στις ευκολίες του υποκειμένου. Δεν αναζητεί τα δικά της συμφέροντα· δεν είναι φίλαυτη, αλλά φιλάδελφη και φιλόθεη.

Ο Θεός, ακριβώς επειδή αγαπά εξίσου όλα τα λογικά δημιουργήματά Του, «δοξάζει τον δίκαιο, επειδή είναι ενωμένος μαζί Του όχι μόνο κατά τη φύση, αλλά και κατά τη θέληση. Απέναντι στον αμαρτωλό, η αγαθότητά Του γίνεται έλεος και επιδιώκει να τον επαναφέρει μέσω της διορθώσεως. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος που είναι εκουσίως αγαθός και απαθής, ακριβώς επειδή αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους, θα αγαπά τους ενάρετους χάρη στην κοινή φύση και στις αγαθές ηθικές διαθέσεις τους· τον αμαρτωλό, χάρη στην κοινή φύση και εξαιτίας της συμπόνιας που αισθάνεται για έναν παράφρονα ο οποίος περιπλανιέται μέσα στο σκοτάδι» (44).

Για τον ίδιο λόγο, όταν οι ανάγκες είναι ίσες, παύει κάθε διαφορά στις μορφές της αγάπης: «Εκείνος που ελεεί κατά μίμηση του Θεού δεν γνωρίζει διαφορά ανάμεσα σε καλό και κακό, σε έντιμο και ανέντιμο άνθρωπο, εφόσον βρίσκονται σε ανάγκη. Δίνει σε όλους εξίσου, σύμφωνα με τις ανάγκες τους, μολονότι εκτιμά περισσότερο τον ενάρετο εξαιτίας της αγαθής του προαιρέσεως» (45).

Επομένως, όποιο κι αν είναι το διαφορετικό εξωτερικό έργο που επιβάλλουν αποκλειστικά οι ανάγκες του πλησίον, η ισότητα της αγάπης πραγματοποιείται εσωτερικά, με τον θάνατο κάθε φιλαυτίας. Κατανοημένη κατ’ αυτόν τον τρόπο και με απόλυτη εντιμότητα, η διδασκαλία του Μαξίμου χάνει κάθε τι που φαινόταν υπερβολικό. Δεν απαγορεύει να υπάρχουν προνομιακές συμπάθειες, μολονότι δηλώνει ότι ακόμη και εκείνες που θεμελιώνονται στη φύση είναι καθ’ εαυτές αδιάφορες (46). Απαγορεύει μόνο να έχει κανείς είτε εχθρούς, στους οποίους αρνείται όσα τους οφείλει σύμφωνα με τον τριπλό νόμο της φύσεως, της γραπτής εντολής και της χάριτος, είτε φίλους, τους οποίους χρησιμοποιεί για τη δική του ικανοποίηση. Δείχνει μάλιστα μεγαλύτερη κατανόηση απ’ όση θα περιμέναμε αρχικά για τη βραδύτητα της μεταστροφής μας:

«Είναι κατά κάποιον τρόπο φυσικό, ιδίως στα πρώτα στάδια, η γνώση να έχει ως δευτερεύον αποτέλεσμα την υπερηφάνεια και τον φθόνο· την υπερηφάνεια μόνο εσωτερικά· τον φθόνο και εσωτερικά και εξωτερικά. Εσωτερικά, μας στρέφει προς εκείνους που έχουν τη γνώση· εξωτερικά, μας απομακρύνει από αυτούς. Η αγάπη, λοιπόν, καταργεί τρία ελαττώματα: την υπερηφάνεια, επειδή δεν φυσιοῦται· τον εσωτερικό φθόνο, επειδή δεν ζηλεύει· τον εξωτερικό φθόνο, επειδή μακροθυμεί και χρηστεύεται…» (47).

Παραμένει όμως αληθές ότι στην κορυφή της θεωρίας αυτές οι παρασιτικές διαφορές πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους στην τέλεια ισότητα.

«Η τέλεια αγάπη δεν διαιρεί τη μία και μοναδική ανθρώπινη φύση σύμφωνα με τις διαφορές των ηθικών διαθέσεων. Επειδή βλέπει πάντοτε μόνο αυτή την ενότητα, αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους: τους ζηλωτές ως φίλους· τους ράθυμους όπως αρμόζει να αγαπά κανείς τους εχθρούς, ευεργετώντας τους ακούραστα, υπομένοντας τις ενοχλήσεις που προκαλούν, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη το κακό· και χωρίς ακόμη να αρνείται να υποφέρει για χάρη τους, αν το απαιτούν οι περιστάσεις, με την πρόθεση να τους καταστήσει και αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον δεν εγκαταλείπει ποτέ τη στάση που της προσιδιάζει· οι καρποί της αγάπης παραμένουν πάντοτε οι ίδιοι για όλους τους ανθρώπους εξίσου. Άλλωστε, ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός φανέρωσε την αγάπη Του προς εμάς, υποφέροντας για ολόκληρη την ανθρωπότητα και δίνοντας σε όλους εξίσου την ελπίδα της αναστάσεως, μολονότι ο καθένας καθιστά ο ίδιος τον εαυτό του άξιο είτε της δόξας είτε της τιμωρίας» (48).

Τέτοια όμως κείμενα αναφέρονται στην ελευθερία που έχει ήδη κατακτηθεί, ενώ εμείς μιλούμε εδώ για την κατάκτηση της ελευθερίας. Ο αγώνας, επομένως, πρέπει να συνεχιστεί, αν δεν διαπιστώνουμε μέσα στην αγάπη μας αυτή την καθολικότητα, αυτή την ισότητα και αυτή τη

γ) Διάρκεια

Όταν πρόκειται για την αγάπη, οι μεταβολές μέσα στον χρόνο δεν αξίζουν περισσότερο από τις διαφοροποιήσεις μέσα στον χώρο. Ίσως μάλιστα αξίζουν λιγότερο, επειδή προσθέτουν στην επιπολαιότητα και την αστάθεια. Γι’ αυτό ο Μάξιμος επανέρχεται σε αυτό το θέμα ακόμη συχνότερα απ’ ό,τι στα προηγούμενα. Η μεταβολή της διαθέσεως απέναντι στο ίδιο πρόσωπο είναι επίσης ευκολότερο να διαπιστωθεί: αποτελεί αναμφισβήτητο σημείο μιας ψυχής που παραμένει ακόμη εγκλωβισμένη μέσα στη φιλαυτία και στα μικρά της πάθη.

«Όσοι θεμελιώνουν την αμοιβαία στοργή τους επάνω στις αρχές του κόσμου έχουν ανάγκη, για να τη διατηρήσουν, από τη σωματική παρουσία· η λήθη μαραίνει φυσικά κάθε αγάπη που έχει σωματική βάση. Σε ανθρώπους με τέτοια διάθεση η αγάπη σβήνει και μαζί της σβήνει και η ανάμνηση. Μερικές φορές, μάλιστα, εκείνο ακριβώς που φαινόταν καταλληλότερο να διατηρήσει αυτή την αμοιβαία σχέση κοσμικού χαρακτήρα είναι εκείνο που τη διαλύει, εξαιτίας του κορεσμού που εκμηδενίζει κάθε προηγούμενη συμπάθεια. Συχνά, μια παράλειψη σχετική με έναν από τους λόγους υπάρξεώς της ή το πιο ασήμαντο περιστατικό χρησιμεύουν ως πρόφαση για να μεταβληθεί πολύ γρήγορα σε μίσος μια αγάπη που έχει σχηματιστεί με αυτόν τον τρόπο.

»Αντιθέτως, αδιάλυτος είναι ο δεσμός μιας αγάπης θεμελιωμένης στον Θεό· η παρουσία τον ενισχύει και το ίδιο κάνει και η απουσία. Ο Θεός, για χάρη του οποίου αγαπώνται οι άνθρωποι μεταξύ τους, είναι ο ίδιος Αγάπη και χαρίζει σε εκείνον που είναι άξιος την ικανότητα να γνωρίζει πώς να αγαπά. Τίποτε δεν είναι δικαιότερο, κατά τη γνώμη μου. Εκείνο που από τη φύση του ρέει παρασύρει φυσικά μέσα στη ροή του και τα αμοιβαία αισθήματα που εμπνέονται από αυτό. Εκείνο όμως που είναι σταθερό και πάντοτε όμοιο με τον εαυτό του διατηρεί άκαμπτη και αμετάβλητη την αμοιβαία στοργή που στηρίζεται σε αυτό· χάρη σε αυτό, μια τέτοια αγάπη τείνει προς το άπειρο, στον ίδιο βαθμό κατά τον οποίο ο Θεός, ο δημιουργός τέτοιων σχέσεων, ελκύει προς τον εαυτό Του τις ψυχές που είναι ενωμένες πνευματικά» (49).

Ο Μάξιμος γνωρίζει τον κόσμο για τον οποίο μιλά. Έχει διαβάσει στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη και σε πολλούς άλλους εξαιρετικά όμορφες σελίδες για την αγάπη και τη φιλία. Η εμπειρία του όμως, η γνώση του και οι στοχασμοί του τον οδηγούν να διακηρύξει:
«Πολλοί μίλησαν για την αγάπη και μίλησαν πολύ γι’ αυτήν. Αν όμως την αναζητήσεις προσεκτικά, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού. Διότι μόνο αυτοί έχουν την αληθινή Αγάπη ως διδάσκαλο της αγάπης» (50).

Εννοείται ότι μόνο οι χριστιανοί κατέχουν τη διδασκαλία της αγάπης. Όσο για την πρακτική της, την κατέχουν στον βαθμό κατά τον οποίο είναι αληθινοί μαθητές του Διδασκάλου τους, με την έννοια με την οποία ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας ονειρευόταν να γίνει μαθητής Του. Δυστυχώς, ο πειρασμός της αστάθειας δεν αφήνει ανεπηρέαστους ούτε τους ίδιους τους ασκητές. Και μεταξύ αυτών βρίσκει εφαρμογή το Donec eris felix: «Υπάρχουν πολλοί φίλοι, αλλά στον καιρό της ευημερίας. Στον καιρό της δοκιμασίας δύσκολα θα βρεις έστω και έναν» (51). Ο χριστιανός, ωστόσο, πρέπει να επιδιώκει τον τίτλο του πιστού φίλου, τον οποίο εγκωμιάζει η Γραφή: «Τίποτε δεν αξίζει όσο ένας πιστός φίλος» (52). Θεωρεί δικά του τα παθήματα του φίλου του· τα υπομένει μαζί του, κοπιάζοντας έως θανάτου (53).

Αλίμονο! Δεν πραγματοποιούμε αυτό το ιδεώδες, επειδή αναμειγνύουμε στις φιλίες μας την αναζήτηση της δικής μας ικανοποιήσεως. Και τότε τίθεται αλάνθαστα σε λειτουργία ο ψυχολογικός νόμος: κάθε επιθυμία που ματαιώνεται ανάβει την οργή. Καθώς και ένας άλλος: «Τα πάθη του θυμικού μέρους είναι δυσκολότερο να καταπολεμηθούν από εκείνα του επιθυμητικού μέρους» (54).

Γι’ αυτό οι φιλονικίες αποδεικνύουν με βεβαιότητα την απουσία ή την ατέλεια της αγάπης. Και πόσες μορφές μπορεί να λάβει αυτός ο ερεθισμός! Υποψίες, οι οποίες συχνά υποδαυλίζονται από κακολόγους: «Μην ανέχεσαι ούτε τις υποψίες ούτε εκείνους που σε ωθούν να απομακρυνθείς από τον έναν ή τον άλλον. Όσοι εξεγείρονται με οποιονδήποτε τρόπο εξαιτίας εκούσιων ή ακούσιων πράξεων δεν γνωρίζουν την οδό της ειρήνης, η οποία, μέσω της αγάπης, οδηγεί στη γνώση του Θεού όσους την αγαπούν» (55)….


Σημειώσεις:



(36) Ἀπορίαι, PG 91, 1205 A

(37) Ἐπιστολή 2, PG 91, 400 A

(38) Στο ίδιο, 400 C

(39) Περὶ ἀγάπης I, 17

(10) II, 10

(41) I, 61

(42) I, 17 και 18

(43) I, 25

(44) Περὶ ἀγάπης I, 25

(45) I, 24

(46) Περὶ ἀγάπης II, 9

(47) IV, 61

(48) I, 71

(49) Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C–D

(50) Περὶ ἀγάπης IV, 100

(51) IV, 94

(32) Σοφ. Σειρ. 4, 15

(53) Περὶ ἀγάπης IV, 93

(54) I, 66

(55) I, 69

Δεν υπάρχουν σχόλια: