Συνέχεια από Τρίτη 28. Ιουλίου 2026
ΦΙΛΑΥΤΙΑ 19
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ
3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
...Ακόμη και οι εχθροί μας θα μας ήταν συμπαθείς, αν αγαπούσαμε τον Θεό περισσότερο από την ηδονή μας (84). Η αγάπη προς τον Θεό και η αποδέσμευση από τα αισθητά αναγνωρίζονται από αυτό το αλάνθαστο και αναγκαίο σημείο: την ίση αγάπη προς κάθε ανθρώπινο πλάσμα (85)....
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ
3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
...Ακόμη και οι εχθροί μας θα μας ήταν συμπαθείς, αν αγαπούσαμε τον Θεό περισσότερο από την ηδονή μας (84). Η αγάπη προς τον Θεό και η αποδέσμευση από τα αισθητά αναγνωρίζονται από αυτό το αλάνθαστο και αναγκαίο σημείο: την ίση αγάπη προς κάθε ανθρώπινο πλάσμα (85)....
Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην καρδιά της ουτοπίας; Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Μάξιμος αποκαλεί αυτό στρατηγική κατακτήσεως, τη στρατηγική του Χριστού, του νικητή του κόσμου (86). Έχουμε ακούσει αρκετά να εγκωμιάζεται η βούληση για δύναμη και να κατακρίνεται η χριστιανική έννοια της συγχωρήσεως ως αδυναμία, ώστε να έχει ενδιαφέρον να διαβάσουμε τη μαρτυρία ενός αυθεντικού Ομολογητή επάνω σε αυτό το θέμα —η λέξη «ήρωας» δεν είχε ακόμη εισέλθει στη χριστιανική γλώσσα. Καθώς διατρέχουμε αυτές τις σελίδες, ας έχουμε κατά νουν ότι ο συγγραφέας τους δεν αρκέστηκε να σκέπτεται ηρωικά για λογαριασμό των άλλων. Ας λάβουμε επίσης υπόψη την αφορμή που τον οδήγησε να εκθέσει αυτή τη θεωρία: έναν απλό σχολιασμό της Κυριακής Προσευχής· η διδασκαλία αυτή ισχύει για όλους όσοι λέγουν το «Πάτερ ἡμῶν».
«Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Πονηροῦ. Ο λόγος του Θεού μάς διδάσκει εδώ ότι εκείνος που δεν συγχωρεί ολοκληρωτικά εκείνους που τον προσέβαλαν, που δεν παρουσιάζει την καρδιά του καθαρή από κάθε πικρία και ολόφωτη από τη συμφιλίωση με τον πλησίον, θα στερηθεί τα αγαθά της χάριτος τα οποία ζητεί στην προσευχή του και θα παραδοθεί στον πειρασμό και στον Πονηρό, κατ’ εφαρμογήν μιας δίκαιης κρίσεως, ώστε να μάθει να καθαρίζεται από τα παραπτώματα, απαλλάσσοντας ο ίδιος τον εαυτό του από τις κατηγορίες που εγείρει εναντίον των άλλων. “Πειρασμός” σημαίνει εδώ τον νόμο της αμαρτίας, από τον οποίο ήταν ελεύθερος ο πρώτος άνθρωπος όταν ήλθε στην ύπαρξη. Ο “Πονηρός” είναι ο διάβολος, ο οποίος ενέσπειρε αυτόν τον νόμο στο ανθρώπινο γένος, ωθώντας τον άνθρωπο να μεταφέρει από το επιτρεπτό στο απαγορευμένο την επιθυμία της ψυχής του και να τη στρέψει προς την παράβαση της θείας εντολής· αποτέλεσμα αυτής της παραβάσεως υπήρξε η απώλεια της αφθαρσίας, του δώρου της χάριτος».
«Ή ακόμη: “πειρασμός” σημαίνει την εκούσια προσκόλληση της ψυχής στα πάθη της σάρκας. Ο “Πονηρός” είναι η συμπεριφορά που μεταφέρει στην πράξη την εμπαθή διάθεση. Από τίποτε όμως από όλα αυτά ο δίκαιος Κριτής δεν ελευθερώνει εκείνους που δεν συγχωρούν τα χρέη των οφειλετών τους, έστω και αν το ζητούν λεκτικά στην προσευχή τους. Πολύ περισσότερο, τους αφήνει να μολύνονται μέσα στον νόμο της αμαρτίας και παραδίδει τη σκληρή και αμείλικτη καρδιά στην κυριαρχία του Πονηρού, αφού άλλωστε αυτή προτίμησε τα αισχρά πάθη, τα οποία έσπειρε ο διάβολος, από τη φύση που δημιούργησε ο Θεός.
Εκείνον που επιλέγει αυτοπροαίρετα τα πάθη της σάρκας ο Θεός δεν τον εμποδίζει· ούτε τον αποσπά από τη συμπεριφορά που πραγματώνει την κλίση του προς αυτά. Δεν θεώρησε άραγε τη φύση ως κάτι μικρότερης αξίας από τα ανυπόστατα πάθη και, εξαιτίας της προτιμήσεώς του προς αυτά, δεν αγνόησε τον λόγο της φύσεως; Και όλα αυτά, ενώ θα έπρεπε να αφήνεται να καθοδηγείται από αυτόν, ώστε να γνωρίζει ποιος είναι ο νόμος της φύσεως και ποια έγινε, όχι εκ φύσεως αλλά μέσω μιας εκούσιας ιδιοποιήσεως, η τυραννία των παθών· να κρατεί τον πρώτο, ο οποίος διατηρείται με ενέργεια σύμφωνη προς τη φύση, και να απομακρύνει τη δεύτερη από τη θέλησή του· να διαφυλάσσει με τον λόγο τη φύση, η οποία καθ’ εαυτήν είναι καθαρή και άμεμπτη, απαλλαγμένη από μίσος και διαίρεση· και ακόμη να πορεύεται η θέλησή του μαζί με τη φύση, χωρίς να της επιτρέπει καμία επιβάρυνση από οτιδήποτε ξένο προς τον λόγο της φύσεως· συνεπώς, να απαγορεύει στον εαυτό του κάθε μίσος και κάθε απομάκρυνση από εκείνο που η φύση έχει καταστήσει συγγενικό προς αυτόν.
Και όλα αυτά, ώστε, όταν απαγγέλλει αυτή την προσευχή, να εισακούεται και, ως ανταπόδοση για τη μία χάρη που θα έχει παραχωρήσει, να λάβει δύο: την άφεση για τις περασμένες αμαρτίες του και τη φύλαξη και προστασία για το μέλλον· ώστε ο Θεός να μην επιτρέψει πλέον να εισέλθει σε πειρασμό ούτε να τον αφήσει να πέσει ξανά υπό την κυριαρχία του Πονηρού· διπλή ανταμοιβή για τη μοναδική αρετή τού να είναι πρόθυμος να συγχωρεί στον πλησίον τα χρέη του προς εμάς.
»Επομένως, για να συνοψίσουμε το νόημα αυτής της εκθέσεως: και εμείς, εάν θέλουμε να ελευθερωθούμε από τον Πονηρό και να μην εισέλθουμε σε πειρασμό, ας έχουμε πίστη στον Θεό και ας συγχωρούμε τα χρέη των οφειλετών μας· διότι έχει λεχθεί: “ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφήσει ὑμῖν” (87). Και τούτο όχι μόνο για να λάβουμε την άφεση των παραπτωμάτων μας, αλλά και για να θριαμβεύσουμε επί του νόμου της αμαρτίας, επειδή ο Θεός δεν θα μας αφήσει να εισέλθουμε σε αυτή τη δοκιμασία· για να καταπατήσουμε τον δημιουργό αυτού του νόμου, τον όφι, από τον οποίο παρακαλούμε να ελευθερωθούμε· ακολουθώντας τον Στρατηγό μας, τον Χριστό, τον νικητή του κόσμου» (88).
4. ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
Για να ελέγξουμε την ελευθερία της ψυχής μας, πρέπει επομένως να εξετάσουμε δύο πράγματα: την πληρότητα της αποδεσμεύσεώς μας και την καθολικότητα της αγάπης μας. Αντίφαση; Το χριστιανικό πνεύμα χαρακτηρίζεται από απλότητα στη θέληση και από αντιθέσεις στη διάνοια. Ο Ευάγριος είχε γράψει: «Μοναχός ή αυθεντικός χριστιανός είναι εκείνος που είναι χωρισμένος από όλους και ενωμένος με όλους» (89). Πολλές σελίδες του Μαξίμου θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως σχόλιο σε αυτή τη ρήση. Ιδού μία από αυτές:
«Εκείνος που θέλει να γίνει μαθητής του Χριστού και να καταστεί άξιός Του, κρατείται μακριά από κάθε σαρκική προσκόλληση και απογυμνώνεται από κάθε υλική σχέση. Χωρίς αυτή την απομάκρυνση και χωρίς αυτή την απογύμνωση κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει αληθινά ούτε τον Θεό ούτε τον πλησίον. Η προσκόλληση στην ύλη και η αγάπη του Θεού είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: “Οὐδεὶς δύναται Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ”. Και: “Οὐ δύνασθε δυσὶ κυρίοις δουλεύειν”. Όσο ο νους προσκολλάται στα πράγματα του κόσμου, τόσο υποδουλώνεται σε αυτά· περιφρονεί και παραβαίνει την εντολή του Θεού.
»Ο αδελφός είπε: Για ποια πράγματα μιλάς, πάτερ;
»Ο γέροντας απάντησε: Για την τροφή, τα χρήματα, τα κτήματα, τη δόξα, τους συγγενείς και όλα τα υπόλοιπα.
»Ο αδελφός είπε: Αλλά, πάτερ, δεν είναι ο Θεός που τα δημιούργησε και τα έδωσε στους ανθρώπους για να τα χρησιμοποιούν; Πώς μπορεί να προστάζει να τα στερούνται;
»Ο γέροντας απάντησε: Ασφαλώς ο Θεός τα δημιούργησε και τα έδωσε στους ανθρώπους για να τα χρησιμοποιούν. Και όλα τα κτίσματα του Θεού είναι αγαθά, ώστε να κάνουμε καλή χρήση τους με σκοπό να ευαρεστούμε τον Θεό. Εμείς όμως, επειδή είμαστε ασθενείς κατά τον νου και έχουμε ροπή προς την ύλη, προτιμήσαμε τα υλικά αντικείμενα από την αγάπη. Εξαιτίας της προσκολλήσεώς μας σε αυτά πολεμούμε τους ανθρώπους, ενώ θα έπρεπε να προτιμούμε από καθετί ορατό, ακόμη και από το ίδιο μας το σώμα, την αγάπη προς κάθε άνθρωπο, η οποία αποτελεί σημείο της αγάπης μας προς τον Θεό, όπως δείχνει ο Κύριος στα Ευαγγέλια: “Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρήσει”.
»Και ποια είναι η εντολή που πρέπει να τηρούμε για να αποδείξουμε την αγάπη μας προς Αυτόν; Άκουσε τι λέει: “Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους”. Βλέπεις ότι η αδελφική αγάπη φανερώνει την πραγματικότητα της αγάπης προς τον Θεό, η οποία αποτελεί το πλήρωμα του νόμου; Αυτός είναι λοιπόν ο λόγος για τον οποίο προστάζει να μην προσκολλώμαστε στα πράγματα, ακόμη και να παραιτούμαστε από όσα κατέχουμε, όταν επιθυμούμε να γίνουμε μαθητές Του».
«Ο αδελφός είπε: Είπες, πάτερ, ότι πρέπει να προτιμούμε από καθετί ορατό και από το ίδιο μας το σώμα την αγάπη προς οποιονδήποτε άνθρωπο. Πώς θα μπορούσα όμως να αγαπήσω εκείνον που με μισεί και με αποφεύγει; Και αν φθάνει στο σημείο να με καταδιώκει από φθόνο, να εκτοξεύει εναντίον μου ύβρεις, να μου στήνει παγίδες και να με παραμονεύει, πώς μπορώ να τον αγαπήσω; Σε εμένα, πάτερ, αυτό φαίνεται αδύνατον· διότι η λύπη έχει ως φυσικό αποτέλεσμα να απωθεί εκείνον που την προκαλεί.
»Ο γέροντας απάντησε: Στα ερπετά και στα άγρια θηρία, τα οποία ακολουθούν την ορμή της φύσεώς τους, είναι πράγματι αδύνατον να μην εξεγείρονται με όλη τους τη δύναμη εναντίον εκείνου που τους προκαλεί πόνο. Σε όντα όμως που δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα Θεού, τιμήθηκαν με τη γνώση του Θεού και έλαβαν από Αυτόν νόμο, είναι δυνατόν να μην απωθούν εκείνους που τα θλίβουν και να αγαπούν εκείνους που τα μισούν.
»Όταν ο Κύριος λέει: “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς” κ.λπ., δεν προστάζει κάτι αδύνατον, αλλά προφανώς κάτι που θεωρεί δυνατό· διαφορετικά δεν θα τιμωρούσε εκείνους που παραβαίνουν την εντολή. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος το φανερώνει με τις πράξεις Του· το ίδιο και όλοι οι μαθητές Του, οι οποίοι αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου από αγάπη προς τον πλησίον και προσεύχονταν με θέρμη για τους φονείς τους.
»Εμείς όμως είμαστε προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά και στις ηδονές, τις οποίες τοποθετούμε υπεράνω της εντολής, και αυτό μας εμποδίζει να αγαπούμε εκείνους που μας μισούν. Συχνά μάλιστα αποστρεφόμαστε ακόμη και εκείνους που μας αγαπούν, διάθεση χειρότερη από εκείνη των ερπετών και των άγριων θηρίων. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να βαδίσουμε στα ίχνη του Θεού μας ούτε να κατανοήσουμε την οικονομία Του, ώστε να αντλήσουμε από αυτήν δύναμη».
«Ο αδελφός είπε: Βλέπεις, πάτερ, εγώ εγκατέλειψα τα πάντα: συγγενείς, περιουσία, ανέσεις και τη δόξα του κόσμου· δεν μου απομένει πλέον σε αυτή τη ζωή παρά μόνο το σώμα μου· και όμως δεν είμαι ικανός να αγαπήσω τον αδελφό που με μισεί και με απωθεί, μολονότι βιάζω τον εαυτό μου να μην ανταποδίδω κακό αντί κακού. Πες μου, λοιπόν, τι πρέπει να κάνω, ώστε να κατορθώσω να αγαπήσω από καρδιάς εκείνον, καθώς και οποιονδήποτε με κάνει να υποφέρω ή με εχθρεύεται με οποιονδήποτε τρόπο.
»Ο γέροντας είπε: Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει εκείνον που του προκαλεί πόνο, παρά όλες τις εξωτερικές ενδείξεις της αποταγής του υλικού κόσμου, εάν δεν κατανοήσει αληθινά την οικονομία του Κυρίου. Αν όμως, με τη χάρη του Κυρίου, κατορθώσει να τη γνωρίσει και προσπαθήσει να τη μιμηθεί με τη διαγωγή του, θα μπορέσει να αγαπήσει από καρδιάς εκείνους που τον μισούν και τον κάνουν να υποφέρει, όπως ακριβώς αγάπησαν και οι απόστολοι, επειδή την κατανόησαν.
»Ο αδελφός είπε: Και ποια ήταν η οικονομία του Κυρίου; Σε παρακαλώ, πάτερ, δίδαξέ μου την.
»Ο γέροντας είπε: Εάν θέλεις να γνωρίσεις την οικονομία του Κυρίου, άκουσε με σύνεση. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όντας Θεός και καταδεχόμενος από φιλανθρωπία να γίνει άνθρωπος, γεννήθηκε από γυναίκα και υποτάχθηκε στον νόμο, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, ώστε, τηρώντας την εντολή, να ανατρέψει την κατάρα του Αδάμ. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο Κύριος ότι ολόκληρος ο Νόμος και οι Προφήτες εξαρτώνται από αυτές τις δύο εντολές: “Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου” και “τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν”, κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τις τηρήσει από την αρχή έως το τέλος, όπως άρμοζε σε άνθρωπο.
»Ο διάβολος όμως, ο οποίος εξαπάτησε εξαρχής τον άνθρωπο και γι’ αυτό κατείχε την εξουσία του θανάτου, βλέποντάς Τον κατά το βάπτισμα να αναγνωρίζεται από τον Πατέρα, να δέχεται από τον ουρανό, ως άνθρωπος, το Άγιο Πνεύμα, το ομοούσιό Του, και κατόπιν να μεταβαίνει στην έρημο για να πειραστεί, συγκέντρωσε εναντίον Του όλη τη δύναμη του πολέμου του, με την ελπίδα να Τον κάνει και Αυτόν να προτιμήσει την ύλη του κόσμου από την αγάπη προς τον Θεό. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο διάβολος ότι όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις περιστρέφονται γύρω από αυτά τα τρία πράγματα —την τροφή, τα χρήματα και τη δόξα—, επειδή από παλιά τα χρησιμοποιούσε για να ρίχνει τον άνθρωπο στην άβυσσο της απωλείας, Τον υπέβαλε στην έρημο σε αυτόν τον τριπλό πειρασμό· ο Κύριος όμως αποδείχθηκε ανώτερος και από τα τρία και διέταξε τον διάβολο να υποχωρήσει.
»Αφού, λοιπόν, απέτυχε στην προσπάθειά του να Τον κάνει, με τις υποσχέσεις του, να παραβεί την εντολή της αγάπης προς τον Θεό, στράφηκε εναντίον εκείνου που αποτελεί το σημείο της. Και όταν ο Κύριος επέστρεψε στις κατοικημένες περιοχές, υποκίνησε εναντίον Του εκείνους τους κακούργους Ιουδαίους, με σκοπό να Τον κάνει, μέσω των μηχανορραφιών τους, να παραβεί την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον.
»Για τον σκοπό αυτό, ενώ ο Ιησούς δίδασκε τις οδούς της ζωής, παρουσίαζε με το παράδειγμά Του έναν ουράνιο τρόπο ζωής, ανήγγελλε την ανάσταση των νεκρών, υποσχόταν στους πιστούς την αιώνια ζωή και τη βασιλεία των ουρανών, απειλούσε τους απίστους με την αιώνια τιμωρία, επιτελούσε προς επιβεβαίωση των λόγων Του τα εκπληκτικά θαύματά Του και καλούσε τα πλήθη στην πίστη, ο διάβολος ωθούσε τους εγκληματίες Φαρισαίους και γραμματείς στις πολυάριθμες συνωμοσίες τους εναντίον Του, επειδή πίστευε ότι ο Ιησούς δεν θα στεκόταν στο ύψος των δοκιμασιών και θα παρασυρόταν στο να μισήσει τους αντιπάλους Του. Έτσι ο μιαρός θα πετύχαινε τον σκοπό του: να καταστήσει τον Ιησού παραβάτη της εντολής της αγάπης προς τον πλησίον.
»Ο Κύριος όμως, ως Θεός, γνώρισε τους κρυφούς λογισμούς του. Δεν μίσησε εκείνους τους δαιμονισμένους Φαρισαίους —πώς θα μπορούσε, αφού ήταν αγαθός;—, αλλά, από αγάπη προς αυτούς, εκδικήθηκε εκείνον που τους υποκινούσε. Επειδή εκείνοι δέχονταν την υποκίνηση, ενώ θα μπορούσαν να την απορρίψουν, αν δεν ήταν δειλοί, τους προειδοποιούσε, τους επέπληττε, τους φανέρωνε την αισχύνη και τη δυστυχία τους· δεν έπαυε να τους ευεργετεί· όταν συκοφαντούνταν, μακροθυμούσε· όταν κακοποιούνταν, υπέμενε. Δεν παρέλειπε κανένα έργο αγάπης προς αυτούς· τον υποκινητή τους όμως τον εκδικούνταν με την αγαθότητά Του προς εκείνους που αυτός εξήγειρε.
»Παράδοξος πόλεμος, ο οποίος αντί για μίσος χρησιμοποιεί την αγάπη και καταβάλλει τον πατέρα του κακού με τα πλήγματα της αγαθότητας. Γι’ αυτόν τον σκοπό υπέμεινε τόσα κακά από αυτούς ή, ακριβέστερα, μέσω αυτών, και αγωνίστηκε μέχρι θανάτου, κατά τον ανθρώπινο τρόπο, για την εντολή της αγάπης. Έτσι κατήγαγε ολοκληρωτική νίκη εναντίον του διαβόλου και έλαβε για εμάς τον στέφανο της αναστάσεως. Έτσι ο νέος Αδάμ ανακαίνισε τον παλαιό. Και αυτό ακριβώς λέει ο Απόστολος: “Τοῦτο φρονεῖτε ἐν ὑμῖν, ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ” κ.λπ.
»Αυτή ήταν, λοιπόν, η οικονομία του Κυρίου: να υπακούσει ως άνθρωπος και για χάρη μας στον Πατέρα μέχρι θανάτου, τηρώντας την εντολή της αγάπης· να εκδικηθεί τον διάβολο, υποφέροντας εξαιτίας του για εκείνους που εμπνέονταν από αυτόν, τους Φαρισαίους και τους γραμματείς. Έτσι νίκησε, αφήνοντας εκουσίως να νικηθεί, εκείνον που ήλπιζε να Τον νικήσει, και άρπαξε τον κόσμο από την εξουσία του. Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός σταυρώθηκε από αδυναμία· με εκείνη την αδυναμία μέσω της οποίας θανάτωσε τον θάνατο και κατέστησε ανίσχυρο εκείνον που είχε την εξουσία του θανάτου. Με τον ίδιο τρόπο και ο Παύλος ήταν αδύναμος αφ’ εαυτού και καυχιόταν για τις αδυναμίες του, ώστε να κατοικήσει μέσα του η δύναμη του Χριστού» (90).
Ο Μάξιμος συνεχίζει ακόμη επί μακρόν· το θέμα το αξίζει, διότι αφορά ό,τι είναι κατεξοχήν χριστιανικό μέσα στον χριστιανισμό. Εμείς όμως θα σταματήσουμε εδώ. Αυτά αρκούν για να μας κάνουν να κατανοήσουμε την οικονομία του Κυρίου, τη στρατηγική του Χριστού Ιησού. Δεν μας απομένει παρά να πούμε μαζί με τον αδελφό:
«Αληθινά, πάτερ, έτσι είναι και όχι διαφορετικά… αλλά προσευχήσου για μένα, πάτερ, ώστε να αποκτήσω τη δύναμη να κατανοήσω πλήρως την οικονομία του Κυρίου και των αποστόλων Του, να μπορέσω να διατηρώ αυτή την ισορροπία της ψυχής στις στιγμές των πειρασμών και να μην αγνοώ τις προθέσεις του διαβόλου και των δαιμόνων του» (91).
V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
«Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Πονηροῦ. Ο λόγος του Θεού μάς διδάσκει εδώ ότι εκείνος που δεν συγχωρεί ολοκληρωτικά εκείνους που τον προσέβαλαν, που δεν παρουσιάζει την καρδιά του καθαρή από κάθε πικρία και ολόφωτη από τη συμφιλίωση με τον πλησίον, θα στερηθεί τα αγαθά της χάριτος τα οποία ζητεί στην προσευχή του και θα παραδοθεί στον πειρασμό και στον Πονηρό, κατ’ εφαρμογήν μιας δίκαιης κρίσεως, ώστε να μάθει να καθαρίζεται από τα παραπτώματα, απαλλάσσοντας ο ίδιος τον εαυτό του από τις κατηγορίες που εγείρει εναντίον των άλλων. “Πειρασμός” σημαίνει εδώ τον νόμο της αμαρτίας, από τον οποίο ήταν ελεύθερος ο πρώτος άνθρωπος όταν ήλθε στην ύπαρξη. Ο “Πονηρός” είναι ο διάβολος, ο οποίος ενέσπειρε αυτόν τον νόμο στο ανθρώπινο γένος, ωθώντας τον άνθρωπο να μεταφέρει από το επιτρεπτό στο απαγορευμένο την επιθυμία της ψυχής του και να τη στρέψει προς την παράβαση της θείας εντολής· αποτέλεσμα αυτής της παραβάσεως υπήρξε η απώλεια της αφθαρσίας, του δώρου της χάριτος».
«Ή ακόμη: “πειρασμός” σημαίνει την εκούσια προσκόλληση της ψυχής στα πάθη της σάρκας. Ο “Πονηρός” είναι η συμπεριφορά που μεταφέρει στην πράξη την εμπαθή διάθεση. Από τίποτε όμως από όλα αυτά ο δίκαιος Κριτής δεν ελευθερώνει εκείνους που δεν συγχωρούν τα χρέη των οφειλετών τους, έστω και αν το ζητούν λεκτικά στην προσευχή τους. Πολύ περισσότερο, τους αφήνει να μολύνονται μέσα στον νόμο της αμαρτίας και παραδίδει τη σκληρή και αμείλικτη καρδιά στην κυριαρχία του Πονηρού, αφού άλλωστε αυτή προτίμησε τα αισχρά πάθη, τα οποία έσπειρε ο διάβολος, από τη φύση που δημιούργησε ο Θεός.
Εκείνον που επιλέγει αυτοπροαίρετα τα πάθη της σάρκας ο Θεός δεν τον εμποδίζει· ούτε τον αποσπά από τη συμπεριφορά που πραγματώνει την κλίση του προς αυτά. Δεν θεώρησε άραγε τη φύση ως κάτι μικρότερης αξίας από τα ανυπόστατα πάθη και, εξαιτίας της προτιμήσεώς του προς αυτά, δεν αγνόησε τον λόγο της φύσεως; Και όλα αυτά, ενώ θα έπρεπε να αφήνεται να καθοδηγείται από αυτόν, ώστε να γνωρίζει ποιος είναι ο νόμος της φύσεως και ποια έγινε, όχι εκ φύσεως αλλά μέσω μιας εκούσιας ιδιοποιήσεως, η τυραννία των παθών· να κρατεί τον πρώτο, ο οποίος διατηρείται με ενέργεια σύμφωνη προς τη φύση, και να απομακρύνει τη δεύτερη από τη θέλησή του· να διαφυλάσσει με τον λόγο τη φύση, η οποία καθ’ εαυτήν είναι καθαρή και άμεμπτη, απαλλαγμένη από μίσος και διαίρεση· και ακόμη να πορεύεται η θέλησή του μαζί με τη φύση, χωρίς να της επιτρέπει καμία επιβάρυνση από οτιδήποτε ξένο προς τον λόγο της φύσεως· συνεπώς, να απαγορεύει στον εαυτό του κάθε μίσος και κάθε απομάκρυνση από εκείνο που η φύση έχει καταστήσει συγγενικό προς αυτόν.
Και όλα αυτά, ώστε, όταν απαγγέλλει αυτή την προσευχή, να εισακούεται και, ως ανταπόδοση για τη μία χάρη που θα έχει παραχωρήσει, να λάβει δύο: την άφεση για τις περασμένες αμαρτίες του και τη φύλαξη και προστασία για το μέλλον· ώστε ο Θεός να μην επιτρέψει πλέον να εισέλθει σε πειρασμό ούτε να τον αφήσει να πέσει ξανά υπό την κυριαρχία του Πονηρού· διπλή ανταμοιβή για τη μοναδική αρετή τού να είναι πρόθυμος να συγχωρεί στον πλησίον τα χρέη του προς εμάς.
»Επομένως, για να συνοψίσουμε το νόημα αυτής της εκθέσεως: και εμείς, εάν θέλουμε να ελευθερωθούμε από τον Πονηρό και να μην εισέλθουμε σε πειρασμό, ας έχουμε πίστη στον Θεό και ας συγχωρούμε τα χρέη των οφειλετών μας· διότι έχει λεχθεί: “ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφήσει ὑμῖν” (87). Και τούτο όχι μόνο για να λάβουμε την άφεση των παραπτωμάτων μας, αλλά και για να θριαμβεύσουμε επί του νόμου της αμαρτίας, επειδή ο Θεός δεν θα μας αφήσει να εισέλθουμε σε αυτή τη δοκιμασία· για να καταπατήσουμε τον δημιουργό αυτού του νόμου, τον όφι, από τον οποίο παρακαλούμε να ελευθερωθούμε· ακολουθώντας τον Στρατηγό μας, τον Χριστό, τον νικητή του κόσμου» (88).
4. ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
Για να ελέγξουμε την ελευθερία της ψυχής μας, πρέπει επομένως να εξετάσουμε δύο πράγματα: την πληρότητα της αποδεσμεύσεώς μας και την καθολικότητα της αγάπης μας. Αντίφαση; Το χριστιανικό πνεύμα χαρακτηρίζεται από απλότητα στη θέληση και από αντιθέσεις στη διάνοια. Ο Ευάγριος είχε γράψει: «Μοναχός ή αυθεντικός χριστιανός είναι εκείνος που είναι χωρισμένος από όλους και ενωμένος με όλους» (89). Πολλές σελίδες του Μαξίμου θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως σχόλιο σε αυτή τη ρήση. Ιδού μία από αυτές:
«Εκείνος που θέλει να γίνει μαθητής του Χριστού και να καταστεί άξιός Του, κρατείται μακριά από κάθε σαρκική προσκόλληση και απογυμνώνεται από κάθε υλική σχέση. Χωρίς αυτή την απομάκρυνση και χωρίς αυτή την απογύμνωση κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει αληθινά ούτε τον Θεό ούτε τον πλησίον. Η προσκόλληση στην ύλη και η αγάπη του Θεού είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: “Οὐδεὶς δύναται Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ”. Και: “Οὐ δύνασθε δυσὶ κυρίοις δουλεύειν”. Όσο ο νους προσκολλάται στα πράγματα του κόσμου, τόσο υποδουλώνεται σε αυτά· περιφρονεί και παραβαίνει την εντολή του Θεού.
»Ο αδελφός είπε: Για ποια πράγματα μιλάς, πάτερ;
»Ο γέροντας απάντησε: Για την τροφή, τα χρήματα, τα κτήματα, τη δόξα, τους συγγενείς και όλα τα υπόλοιπα.
»Ο αδελφός είπε: Αλλά, πάτερ, δεν είναι ο Θεός που τα δημιούργησε και τα έδωσε στους ανθρώπους για να τα χρησιμοποιούν; Πώς μπορεί να προστάζει να τα στερούνται;
»Ο γέροντας απάντησε: Ασφαλώς ο Θεός τα δημιούργησε και τα έδωσε στους ανθρώπους για να τα χρησιμοποιούν. Και όλα τα κτίσματα του Θεού είναι αγαθά, ώστε να κάνουμε καλή χρήση τους με σκοπό να ευαρεστούμε τον Θεό. Εμείς όμως, επειδή είμαστε ασθενείς κατά τον νου και έχουμε ροπή προς την ύλη, προτιμήσαμε τα υλικά αντικείμενα από την αγάπη. Εξαιτίας της προσκολλήσεώς μας σε αυτά πολεμούμε τους ανθρώπους, ενώ θα έπρεπε να προτιμούμε από καθετί ορατό, ακόμη και από το ίδιο μας το σώμα, την αγάπη προς κάθε άνθρωπο, η οποία αποτελεί σημείο της αγάπης μας προς τον Θεό, όπως δείχνει ο Κύριος στα Ευαγγέλια: “Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρήσει”.
»Και ποια είναι η εντολή που πρέπει να τηρούμε για να αποδείξουμε την αγάπη μας προς Αυτόν; Άκουσε τι λέει: “Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους”. Βλέπεις ότι η αδελφική αγάπη φανερώνει την πραγματικότητα της αγάπης προς τον Θεό, η οποία αποτελεί το πλήρωμα του νόμου; Αυτός είναι λοιπόν ο λόγος για τον οποίο προστάζει να μην προσκολλώμαστε στα πράγματα, ακόμη και να παραιτούμαστε από όσα κατέχουμε, όταν επιθυμούμε να γίνουμε μαθητές Του».
«Ο αδελφός είπε: Είπες, πάτερ, ότι πρέπει να προτιμούμε από καθετί ορατό και από το ίδιο μας το σώμα την αγάπη προς οποιονδήποτε άνθρωπο. Πώς θα μπορούσα όμως να αγαπήσω εκείνον που με μισεί και με αποφεύγει; Και αν φθάνει στο σημείο να με καταδιώκει από φθόνο, να εκτοξεύει εναντίον μου ύβρεις, να μου στήνει παγίδες και να με παραμονεύει, πώς μπορώ να τον αγαπήσω; Σε εμένα, πάτερ, αυτό φαίνεται αδύνατον· διότι η λύπη έχει ως φυσικό αποτέλεσμα να απωθεί εκείνον που την προκαλεί.
»Ο γέροντας απάντησε: Στα ερπετά και στα άγρια θηρία, τα οποία ακολουθούν την ορμή της φύσεώς τους, είναι πράγματι αδύνατον να μην εξεγείρονται με όλη τους τη δύναμη εναντίον εκείνου που τους προκαλεί πόνο. Σε όντα όμως που δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα Θεού, τιμήθηκαν με τη γνώση του Θεού και έλαβαν από Αυτόν νόμο, είναι δυνατόν να μην απωθούν εκείνους που τα θλίβουν και να αγαπούν εκείνους που τα μισούν.
»Όταν ο Κύριος λέει: “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς” κ.λπ., δεν προστάζει κάτι αδύνατον, αλλά προφανώς κάτι που θεωρεί δυνατό· διαφορετικά δεν θα τιμωρούσε εκείνους που παραβαίνουν την εντολή. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος το φανερώνει με τις πράξεις Του· το ίδιο και όλοι οι μαθητές Του, οι οποίοι αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου από αγάπη προς τον πλησίον και προσεύχονταν με θέρμη για τους φονείς τους.
»Εμείς όμως είμαστε προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά και στις ηδονές, τις οποίες τοποθετούμε υπεράνω της εντολής, και αυτό μας εμποδίζει να αγαπούμε εκείνους που μας μισούν. Συχνά μάλιστα αποστρεφόμαστε ακόμη και εκείνους που μας αγαπούν, διάθεση χειρότερη από εκείνη των ερπετών και των άγριων θηρίων. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να βαδίσουμε στα ίχνη του Θεού μας ούτε να κατανοήσουμε την οικονομία Του, ώστε να αντλήσουμε από αυτήν δύναμη».
«Ο αδελφός είπε: Βλέπεις, πάτερ, εγώ εγκατέλειψα τα πάντα: συγγενείς, περιουσία, ανέσεις και τη δόξα του κόσμου· δεν μου απομένει πλέον σε αυτή τη ζωή παρά μόνο το σώμα μου· και όμως δεν είμαι ικανός να αγαπήσω τον αδελφό που με μισεί και με απωθεί, μολονότι βιάζω τον εαυτό μου να μην ανταποδίδω κακό αντί κακού. Πες μου, λοιπόν, τι πρέπει να κάνω, ώστε να κατορθώσω να αγαπήσω από καρδιάς εκείνον, καθώς και οποιονδήποτε με κάνει να υποφέρω ή με εχθρεύεται με οποιονδήποτε τρόπο.
»Ο γέροντας είπε: Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει εκείνον που του προκαλεί πόνο, παρά όλες τις εξωτερικές ενδείξεις της αποταγής του υλικού κόσμου, εάν δεν κατανοήσει αληθινά την οικονομία του Κυρίου. Αν όμως, με τη χάρη του Κυρίου, κατορθώσει να τη γνωρίσει και προσπαθήσει να τη μιμηθεί με τη διαγωγή του, θα μπορέσει να αγαπήσει από καρδιάς εκείνους που τον μισούν και τον κάνουν να υποφέρει, όπως ακριβώς αγάπησαν και οι απόστολοι, επειδή την κατανόησαν.
»Ο αδελφός είπε: Και ποια ήταν η οικονομία του Κυρίου; Σε παρακαλώ, πάτερ, δίδαξέ μου την.
»Ο γέροντας είπε: Εάν θέλεις να γνωρίσεις την οικονομία του Κυρίου, άκουσε με σύνεση. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όντας Θεός και καταδεχόμενος από φιλανθρωπία να γίνει άνθρωπος, γεννήθηκε από γυναίκα και υποτάχθηκε στον νόμο, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, ώστε, τηρώντας την εντολή, να ανατρέψει την κατάρα του Αδάμ. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο Κύριος ότι ολόκληρος ο Νόμος και οι Προφήτες εξαρτώνται από αυτές τις δύο εντολές: “Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου” και “τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν”, κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τις τηρήσει από την αρχή έως το τέλος, όπως άρμοζε σε άνθρωπο.
»Ο διάβολος όμως, ο οποίος εξαπάτησε εξαρχής τον άνθρωπο και γι’ αυτό κατείχε την εξουσία του θανάτου, βλέποντάς Τον κατά το βάπτισμα να αναγνωρίζεται από τον Πατέρα, να δέχεται από τον ουρανό, ως άνθρωπος, το Άγιο Πνεύμα, το ομοούσιό Του, και κατόπιν να μεταβαίνει στην έρημο για να πειραστεί, συγκέντρωσε εναντίον Του όλη τη δύναμη του πολέμου του, με την ελπίδα να Τον κάνει και Αυτόν να προτιμήσει την ύλη του κόσμου από την αγάπη προς τον Θεό. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο διάβολος ότι όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις περιστρέφονται γύρω από αυτά τα τρία πράγματα —την τροφή, τα χρήματα και τη δόξα—, επειδή από παλιά τα χρησιμοποιούσε για να ρίχνει τον άνθρωπο στην άβυσσο της απωλείας, Τον υπέβαλε στην έρημο σε αυτόν τον τριπλό πειρασμό· ο Κύριος όμως αποδείχθηκε ανώτερος και από τα τρία και διέταξε τον διάβολο να υποχωρήσει.
»Αφού, λοιπόν, απέτυχε στην προσπάθειά του να Τον κάνει, με τις υποσχέσεις του, να παραβεί την εντολή της αγάπης προς τον Θεό, στράφηκε εναντίον εκείνου που αποτελεί το σημείο της. Και όταν ο Κύριος επέστρεψε στις κατοικημένες περιοχές, υποκίνησε εναντίον Του εκείνους τους κακούργους Ιουδαίους, με σκοπό να Τον κάνει, μέσω των μηχανορραφιών τους, να παραβεί την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον.
»Για τον σκοπό αυτό, ενώ ο Ιησούς δίδασκε τις οδούς της ζωής, παρουσίαζε με το παράδειγμά Του έναν ουράνιο τρόπο ζωής, ανήγγελλε την ανάσταση των νεκρών, υποσχόταν στους πιστούς την αιώνια ζωή και τη βασιλεία των ουρανών, απειλούσε τους απίστους με την αιώνια τιμωρία, επιτελούσε προς επιβεβαίωση των λόγων Του τα εκπληκτικά θαύματά Του και καλούσε τα πλήθη στην πίστη, ο διάβολος ωθούσε τους εγκληματίες Φαρισαίους και γραμματείς στις πολυάριθμες συνωμοσίες τους εναντίον Του, επειδή πίστευε ότι ο Ιησούς δεν θα στεκόταν στο ύψος των δοκιμασιών και θα παρασυρόταν στο να μισήσει τους αντιπάλους Του. Έτσι ο μιαρός θα πετύχαινε τον σκοπό του: να καταστήσει τον Ιησού παραβάτη της εντολής της αγάπης προς τον πλησίον.
»Ο Κύριος όμως, ως Θεός, γνώρισε τους κρυφούς λογισμούς του. Δεν μίσησε εκείνους τους δαιμονισμένους Φαρισαίους —πώς θα μπορούσε, αφού ήταν αγαθός;—, αλλά, από αγάπη προς αυτούς, εκδικήθηκε εκείνον που τους υποκινούσε. Επειδή εκείνοι δέχονταν την υποκίνηση, ενώ θα μπορούσαν να την απορρίψουν, αν δεν ήταν δειλοί, τους προειδοποιούσε, τους επέπληττε, τους φανέρωνε την αισχύνη και τη δυστυχία τους· δεν έπαυε να τους ευεργετεί· όταν συκοφαντούνταν, μακροθυμούσε· όταν κακοποιούνταν, υπέμενε. Δεν παρέλειπε κανένα έργο αγάπης προς αυτούς· τον υποκινητή τους όμως τον εκδικούνταν με την αγαθότητά Του προς εκείνους που αυτός εξήγειρε.
»Παράδοξος πόλεμος, ο οποίος αντί για μίσος χρησιμοποιεί την αγάπη και καταβάλλει τον πατέρα του κακού με τα πλήγματα της αγαθότητας. Γι’ αυτόν τον σκοπό υπέμεινε τόσα κακά από αυτούς ή, ακριβέστερα, μέσω αυτών, και αγωνίστηκε μέχρι θανάτου, κατά τον ανθρώπινο τρόπο, για την εντολή της αγάπης. Έτσι κατήγαγε ολοκληρωτική νίκη εναντίον του διαβόλου και έλαβε για εμάς τον στέφανο της αναστάσεως. Έτσι ο νέος Αδάμ ανακαίνισε τον παλαιό. Και αυτό ακριβώς λέει ο Απόστολος: “Τοῦτο φρονεῖτε ἐν ὑμῖν, ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ” κ.λπ.
»Αυτή ήταν, λοιπόν, η οικονομία του Κυρίου: να υπακούσει ως άνθρωπος και για χάρη μας στον Πατέρα μέχρι θανάτου, τηρώντας την εντολή της αγάπης· να εκδικηθεί τον διάβολο, υποφέροντας εξαιτίας του για εκείνους που εμπνέονταν από αυτόν, τους Φαρισαίους και τους γραμματείς. Έτσι νίκησε, αφήνοντας εκουσίως να νικηθεί, εκείνον που ήλπιζε να Τον νικήσει, και άρπαξε τον κόσμο από την εξουσία του. Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός σταυρώθηκε από αδυναμία· με εκείνη την αδυναμία μέσω της οποίας θανάτωσε τον θάνατο και κατέστησε ανίσχυρο εκείνον που είχε την εξουσία του θανάτου. Με τον ίδιο τρόπο και ο Παύλος ήταν αδύναμος αφ’ εαυτού και καυχιόταν για τις αδυναμίες του, ώστε να κατοικήσει μέσα του η δύναμη του Χριστού» (90).
Ο Μάξιμος συνεχίζει ακόμη επί μακρόν· το θέμα το αξίζει, διότι αφορά ό,τι είναι κατεξοχήν χριστιανικό μέσα στον χριστιανισμό. Εμείς όμως θα σταματήσουμε εδώ. Αυτά αρκούν για να μας κάνουν να κατανοήσουμε την οικονομία του Κυρίου, τη στρατηγική του Χριστού Ιησού. Δεν μας απομένει παρά να πούμε μαζί με τον αδελφό:
«Αληθινά, πάτερ, έτσι είναι και όχι διαφορετικά… αλλά προσευχήσου για μένα, πάτερ, ώστε να αποκτήσω τη δύναμη να κατανοήσω πλήρως την οικονομία του Κυρίου και των αποστόλων Του, να μπορέσω να διατηρώ αυτή την ισορροπία της ψυχής στις στιγμές των πειρασμών και να μην αγνοώ τις προθέσεις του διαβόλου και των δαιμόνων του» (91).
V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Σημειώσεις:
(84) Ἀσκητικὸς λόγος, αρ. 8, PG 90, 917 B–C
(85) Στο ίδιο, 917 A
(86) Ἐξήγησις τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, PG 90, 905 C.
(87) Ματθ. 6, 15.
(88) Ἐξήγησις τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, PG 90, 904 B κ.ε.
(89) Περὶ προσευχῆς, 124.
(90) Ἀσκητικὸς λόγος, αρ. 5–13, PG 90, 916 A–921 C.
(91) Στο ίδιο, αρ. 16, στ. 924 D.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου