Συνέχεια από: Δευτέρα 20. Ιουλίου 2026
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (246)
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (9η συνέχεια)
Έτσι, οι ασπίδες αυτές αποτελούν απλές, τυπικές συνοψίσεις ενός ακόμη ιδεώδους Dasein, όνειρα του ανθρώπου εκείνης της εποχής που έγιναν τέχνη. Μια ύπαρξη διαφορετική από εκείνη του ομηρικού ανθρώπου φανερώνουν ήδη, εντελώς ανεξάρτητα από τη ζοφερή εισαγωγή, οι διδαχές των Ησιόδειων Ἔργων καὶ Ἡμερῶν¹⁴³. Το γεγονός ότι υπήρχε ένας λαός δεκτικός σε αυτή τη γνωμολογική διδασκαλία και ότι παρέλαβε την παράδοση σε ποιητική μορφή φαίνεται εξαιρετικά ιδιότυπο.
Θα μπορούσε κανείς να θέσει το ερώτημα σε ποιον βαθμό η κάθοδος των Δωριέων, μαζί με τις συνέπειές της, κατέστησε το Dasein βιαιότερο και ζοφερότερο· και πάντως η αυστηρή διαμόρφωση της πόλεως συντελέστηκε μόνον ύστερα από αυτήν. Ο Όμηρος όμως, ο οποίος φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί καθόλου από μια τέτοια σκοτεινιά, έζησε επίσης αργότερα.
Ασφαλώς, όμως, ακούμε εδώ, από τον ποιητή του οποίου ο πατέρας είχε κάποτε φύγει από την αιολική Κύμη —«όχι από τον πλούτο, αλλά από την ολέθρια φτώχεια»— και είχε καταφύγει στο άθλιο χωριό Άσκρη του Ελικώνα, με το κακό του κλίμα (στ. 637 κ.ε.), μια πανάρχαια φωνή από την εποχή κατά την οποία η εργασία θεωρούνταν μεν ήδη βάσανο, δεν ονομαζόταν όμως ακόμη βαναυσία, αλλά τιμούνταν ως η μοναδική σωτηρία· και κατά την οποία, δίπλα στον ανελεύθερο δήμο, είχαν ακόμη τη θέση τους ο ρωμαλέος ελεύθερος εργάτης της γης (στ. 441 κ.ε.), ο ημερομίσθιος και η μισθωτή υπηρέτρια (στ. 602 κ.ε.).
Δίπλα στους ήρωες και στους απογόνους τους, εμφανίζεται εδώ μπροστά μας ένα γένος γεωργών, το οποίο στενάζει ζητώντας μόνο δίκαιους κριτές και εξυμνεί το δίκαιο με κάθε τρόπο, τόσο μυθικά όσο και άμεσα¹⁴⁴· αυτό βέβαια, όπως πρέπει να υποθέσουμε, επειδή, από την άλλη πλευρά, οι κριτές της αριστοκρατικής εποχής, οι οποίοι ανήκαν στη μεγάλη τάξη των ιδιοκτητών —οι δωροφάγοι βασιλῆες—, διαστρέβλωναν το δίκαιο και η ελληνική δικομανής στρεψοδικία είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Η περιουσία αποτελεί, βέβαια, ήδη το κυριότερο πράγμα στον κόσμο του Ησιόδου¹⁴⁵. Εγκωμιάζεται όμως μόνο η έντιμη απόκτησή της, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση (στ. 298 κ.ε.). Οι καλοί γείτονες έχουν ύψιστη σημασία, είναι μάλιστα σημαντικότεροι από τους συγγενείς (στ. 342 κ.ε.). Στους τελευταίους δεν πρέπει να έχει κανείς απόλυτη εμπιστοσύνη· ακόμη και κατά τη σύναψη συμφωνίας με αδελφό πρέπει, σαν να επρόκειτο για αστείο, να καλείται μάρτυρας (στ. 371)¹⁴⁶.
Οι οικογένειες δεν πρέπει να είναι πολυμελείς· συνιστάται στον γεωργό εκείνη η πολιτική του ενός ή των δύο παιδιών, την οποία αργότερα ο Πλούταρχος αισθάνθηκε την ανάγκη να ερμηνεύσει με τον ευνοϊκότερο δυνατό τρόπο¹⁴⁷. Εναντίον της θαλασσοπορίας διατυπώνεται εδώ προειδοποίηση πολύ πριν από τον Πλάτωνα· στην ευτυχία των πολιτών μιας πόλεως που αγαπά το δίκαιο ανήκει ακόμη και το ότι δεν «πλέουν με πλοία» (στ. 236 κ.ε.). Παρ’ όλα αυτά, ο ποιητής, με αφορμή τους κανόνες για το σπίτι και τη γεωργία που συνδέονται με τις εποχές του έτους, παρέχει κάθε δυνατή σχετική διδασκαλία.
Ως τόποι συναντήσεως του χωριού ή ενός τόπου όπως η Άσκρη, η οποία δεν εμφανίζεται ως πόλις, παρουσιάζονται η λέσχη και το εργαστήριο του χωρικού σιδηρουργού· ο εργατικός άνθρωπος προειδοποιείται επίμονα να μην παρασυρθεί εκεί στην αργία (στ. 493 κ.ε.). Προς το τέλος ακολουθούν γενικοί κανόνες ζωής και ηθικής, λαϊκές δεισιδαιμονίες, καθώς και μια επισκόπηση των ημερών του μήνα, με σκοπό την επιλογή των κατάλληλων ημερών για όσα πρέπει ή δεν πρέπει να πράττονται.
Ολόκληρη αυτή η γνωμολογική διδασκαλία είναι απολύτως αστική και αγροτική· το γεγονός ότι διατηρήθηκε ζωντανή μια τέτοια εικόνα του Dasein και των καθηκόντων μαρτυρεί, όπως ειπώθηκε προηγουμένως¹⁴⁸, πολλά υπέρ των Βοιωτών γεωργών. Χαριτωμένες επιμέρους εικόνες είναι, παραδείγματος χάριν, η περιγραφή της κόρης που προστατεύεται καλά κατά τη διάρκεια της σφοδρής χειμερινής παγωνιάς (στ. 519 κ.ε.) και εκείνη του συμποσίου μετά τον θερισμό (στ. 528 κ.ε.).
Τέλος, εμφανίζεται πολύ αργά, στολισμένος με όλα τα χαρίσματα της υψηλής μυθικής εποπτείας, ο όψιμος βλαστός των ηρωικών ανθρώπων, ο Μεσσήνιος Αριστομένης¹⁴⁹. Πρόκειται για μια ουσιωδώς οδυσσειακή φύση: δεν έχει μόνο να πολεμήσει, αλλά κυρίως να ενοχλεί τους Σπαρτιάτες με το κύριο γνώρισμά του, ότι δεν είναι δυνατόν να κρατηθεί αιχμάλωτος επί μακρόν και ότι διασώζεται εκεί όπου οποιοσδήποτε άλλος θα είχε χαθεί¹⁵⁰.
Συγχρόνως, αποτελεί τη συμβολική μορφή ενός λαού που αγωνίζεται ήδη χωρίς καμία ελπίδα, αλλά είναι προορισμένος όχι για τη δουλεία, παρά για τη μετανάστευση· μια μορφή της φαντασίας που, όπως φαίνεται, εξακολούθησε να ζει όχι μόνο μεταξύ των μεταναστών, αλλά, προς μεγάλη ενόχληση των Σπαρτιατών, και στη λαϊκή παράδοση των υποταγμένων και μεταβλημένων σε είλωτες Μεσσηνίων. Μολονότι είναι Αιπυτίδης και ίσως θεϊκής καταγωγής, δεν είναι βασιλιάς· αντιθέτως, αποποιείται το βασιλικό αξίωμα, το οποίο μόνο θα περιόριζε έναν εθνικό ήρωα που οφείλει να εκπροσωπεί τους πάντες. Και με αυτό το γνώρισμα θυμίζει τον Μάρκο και τον Σιντ.
Αντιθέτως, σε κάθε μάχη είναι ο πρώτος· συνοδευόμενος από περίπου ογδόντα εκλεκτούς πολεμιστές, μετακινείται γρήγορα από το ένα πλήγμα στο άλλο και εξοντώνει πότε το ένα και πότε το άλλο σπαρτιατικό σώμα, ώστε κατορθώνει δύο ή τρεις φορές να τελέσει ἑκατομφόνια, δηλαδή ευχαριστήριες θυσίες για τη θανάτωση εκατό εχθρών¹⁵¹.
Παντού αποτελεί το είδωλο των γυναικών. Κατά την επιστροφή του στην Ανδανία, εκείνες του ρίχνουν νικητήριες ταινίες και καρπούς και τραγουδούν ένα δίστιχο, το οποίο εξακολουθούσε να τραγουδιέται ακόμη και στην εποχή του Παυσανία. Όταν οι Σπαρτιάτισσες, τις οποίες αιφνιδιάζει κατά την εορτή της Δήμητρας στην Αίγιλα, τον χτυπούν με πυρσούς και έτσι τον συλλαμβάνουν, η ιέρεια, που είναι ερωτευμένη μαζί του, τον ελευθερώνει κρυφά και κατόπιν ισχυρίζεται ότι εκείνος έκαψε τα δεσμά του. Επίσης, όταν τον συλλαμβάνουν οι Κρήτες, μια νεαρή γυναίκα, η οποία παρακινήθηκε γι’ αυτό από ένα όνειρο, λύνει τα δεσμά του· αυτή γίνεται κατόπιν σύζυγος του γιου του. Και ο ίδιος όμως σώζει την τιμή των Σπαρτιατισσών παρθένων που είχαν αρπαχθεί στις Καρυές και απειλούνταν από τους μεθυσμένους συντρόφους του.
Πολύ εντονότερα απ’ ό,τι στους ομηρικούς ήρωες προβάλλει εδώ η σχέση με τον μάντη. Βέβαια, μερικές φορές παρακούει και την προειδοποίησή του: περνώντας δίπλα από την αχλαδιά, επάνω στην οποία ο Θεόκλος βλέπει καθισμένους τους Διοσκούρους, χάνει ως τιμωρία την ασπίδα του· την ανακτά αργότερα από τον Τροφώνιο στη Λεβάδεια και τελικά την αφιερώνει εκεί. Οι δυο τους όμως βρίσκονται μαζί κάθε ώρα και πηγαίνουν, μεταξύ άλλων, από κοινού και στους Δελφούς.
Όταν εκπληρώνεται ο μοιραίος χρησμός¹⁵², ο Θεόκλος είναι ο πρώτος που το αντιλαμβάνεται· οδηγεί κατόπιν κρυφά και τον Αριστομένη στον τόπο όπου εμφανίστηκε το θεϊκό σημείο, τον πείθει ότι η νίκη της Σπάρτης επίκειται πλέον και κρύβει μαζί του τα μυστικά ενέχυρα που εγγυώνται τη μελλοντική ανασύσταση του κράτους· μια σκηνή που στην παλαιά εκδοχή της αφήγησης ίσως ήταν εξαιρετικά όμορφη.
Όταν πλέον επέρχεται η έσχατη συμφορά, η οποία, «όπως στην Τροία», αρχίζει με μια μοιχεία, και οι δύο, παρά την πρόγνωσή τους, καλούν τον λαό να προβάλει την ύστατη αντίσταση. Μόνο έπειτα από τριήμερη μάχη διατάζει ο μάντης τον Αριστομένη να σώσει τον εαυτό του και όσους απέμειναν· ο ίδιος κατόπιν ορμά ανάμεσα στους εχθρούς, για να πεθάνει.
Ο Αριστομένης και οι δικοί του, έχοντας τοποθετήσει στη μέση τις γυναίκες και τα παιδιά, επιβάλλουν διά της μάχης την ασφαλή αποχώρησή τους· ο γιος του και ο γιος του μάντη καλύπτουν τα νώτα. Ενώ αργότερα αυτοί εγκαθίστανται στη Ζάγκλη και τη μετονομάζουν σε Μεσσήνη —τη σημερινή Μεσσήνη της Σικελίας—, ο Αριστομένης ακολουθεί στην Ιαλυσό τον γαμπρό του, τον Ρόδιο ηγεμόνα Δαμάγητο, ο οποίος είχε ζητήσει σε γάμο την κόρη του αρίστου μεταξύ των Ελλήνων· και εκεί, μετά τον θάνατό του, απολαμβάνει ηρωικές τιμές¹⁵³.
Τέλος, πρέπει να ειπωθεί εδώ ακόμη ένας λόγος για μια πολύ σημαντική πλευρά του πρωτοέλληνα, δηλαδή για τον πειρατικό άνθρωπο. Παντού όπου υπάρχουν ακτές και νησιά, στους λαούς όλων των φυλών, ο θαλασσοπειρατής εμφανίζεται από νωρίς και συχνά δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί μέχρι σήμερα. Αν στους δικούς μας πολιτισμένους λαούς επικρατούσε, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, γενική αναστάτωση, θα εμφανιζόταν πάλι στις θάλασσές μας και θα ήταν πολύ τρομερός· διότι είναι δελεαστικό, και για πληθυσμούς που κατοικούν σε βραχώδεις ακτές εξαιρετικά φτωχές σε ψάρια σχεδόν αυτονόητο, να πραγματοποιούν κάπου επιδρομές σε γεωργικές περιοχές και να αρπάζουν σιτηρά, ζώα, ακόμη και ανθρώπους. Έτσι ενεργούσαν οι Κίλικες κ.ά. κατά τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και οι Νορμανδοί κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα.
Ιδίως όμως το Αρχιπέλαγος ήταν ασφαλώς από πολύ νωρίς σαν πλασμένο για την πειρατεία. Όσοι λιμοκτονούσαν λήστευαν εκείνους που εργάζονταν, και γι’ αυτό οι τελευταίοι προτιμούσαν να κατοικούν στην ενδοχώρα και να οχυρώνονται εκεί. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι περισσότερες αρχαίες πόλεις είχαν οικοδομηθεί μακριά από την ακτή· σε αυτήν διέθεταν όλες τον λιμενικό τους οικισμό, το ἐπίνειον, από τα οποία ο Παυσανίας μνημονεύει πλήθος.
Ο μεγαλύτερος τύπος πειρατή είναι ήδη μέσα στον μύθο ο Οδυσσέας· μάλιστα, η Οδύσσεια προϋποθέτει από την αρχή έως το τέλος τη θαλάσσια ληστεία, και ήδη συγκεντρώνονται με αρπαγές πλούτη, ώστε με αυτά να αποκτήσει κανείς υπόσταση και κύρος στον κόσμο. Επίσης, «υιοί του Ποσειδώνος» του μύθου, δηλαδή αρχηγοί θαλασσοπειρατών, παραμένουν ενίοτε στη λεηλατημένη περιοχή, νυμφεύονται τη θυγατέρα κάποιου τοπικού βασιλιά και γίνονται Έλληνες ηγεμόνες, των οποίων η πόλις θεωρείται κατόπιν δικό τους ίδρυμα· ακριβώς όπως έπραξε στον Μεσαίωνα ο ένας ή ο άλλος Νορμανδός.
Αργότερα, κατά την εποχή της ήδη διαμορφωμένης πόλεως, παρατάξεις που είχαν εκδιωχθεί από αυτήν πρέπει ασφαλώς να στράφηκαν συχνά στη θαλάσσια ληστεία· όπως κατά τους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα η εκάστοτε εξόριστη παράταξη της Γένοβας, η οποία συνήθιζε να διατηρεί υπό την κατοχή της ένα μέρος των κάστρων της Ριβιέρας και από εκεί να παρενοχλεί ακόμη και τα πλοία της μητρόπολης.
Υποσημειώσεις…
Συνεχίζεται με:
III. Ο αποικιακός άνθρωπος και ο άνθρωπος της άμιλλας
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (9η συνέχεια)
Έτσι, οι ασπίδες αυτές αποτελούν απλές, τυπικές συνοψίσεις ενός ακόμη ιδεώδους Dasein, όνειρα του ανθρώπου εκείνης της εποχής που έγιναν τέχνη. Μια ύπαρξη διαφορετική από εκείνη του ομηρικού ανθρώπου φανερώνουν ήδη, εντελώς ανεξάρτητα από τη ζοφερή εισαγωγή, οι διδαχές των Ησιόδειων Ἔργων καὶ Ἡμερῶν¹⁴³. Το γεγονός ότι υπήρχε ένας λαός δεκτικός σε αυτή τη γνωμολογική διδασκαλία και ότι παρέλαβε την παράδοση σε ποιητική μορφή φαίνεται εξαιρετικά ιδιότυπο.
Θα μπορούσε κανείς να θέσει το ερώτημα σε ποιον βαθμό η κάθοδος των Δωριέων, μαζί με τις συνέπειές της, κατέστησε το Dasein βιαιότερο και ζοφερότερο· και πάντως η αυστηρή διαμόρφωση της πόλεως συντελέστηκε μόνον ύστερα από αυτήν. Ο Όμηρος όμως, ο οποίος φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί καθόλου από μια τέτοια σκοτεινιά, έζησε επίσης αργότερα.
Ασφαλώς, όμως, ακούμε εδώ, από τον ποιητή του οποίου ο πατέρας είχε κάποτε φύγει από την αιολική Κύμη —«όχι από τον πλούτο, αλλά από την ολέθρια φτώχεια»— και είχε καταφύγει στο άθλιο χωριό Άσκρη του Ελικώνα, με το κακό του κλίμα (στ. 637 κ.ε.), μια πανάρχαια φωνή από την εποχή κατά την οποία η εργασία θεωρούνταν μεν ήδη βάσανο, δεν ονομαζόταν όμως ακόμη βαναυσία, αλλά τιμούνταν ως η μοναδική σωτηρία· και κατά την οποία, δίπλα στον ανελεύθερο δήμο, είχαν ακόμη τη θέση τους ο ρωμαλέος ελεύθερος εργάτης της γης (στ. 441 κ.ε.), ο ημερομίσθιος και η μισθωτή υπηρέτρια (στ. 602 κ.ε.).
Δίπλα στους ήρωες και στους απογόνους τους, εμφανίζεται εδώ μπροστά μας ένα γένος γεωργών, το οποίο στενάζει ζητώντας μόνο δίκαιους κριτές και εξυμνεί το δίκαιο με κάθε τρόπο, τόσο μυθικά όσο και άμεσα¹⁴⁴· αυτό βέβαια, όπως πρέπει να υποθέσουμε, επειδή, από την άλλη πλευρά, οι κριτές της αριστοκρατικής εποχής, οι οποίοι ανήκαν στη μεγάλη τάξη των ιδιοκτητών —οι δωροφάγοι βασιλῆες—, διαστρέβλωναν το δίκαιο και η ελληνική δικομανής στρεψοδικία είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Η περιουσία αποτελεί, βέβαια, ήδη το κυριότερο πράγμα στον κόσμο του Ησιόδου¹⁴⁵. Εγκωμιάζεται όμως μόνο η έντιμη απόκτησή της, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση (στ. 298 κ.ε.). Οι καλοί γείτονες έχουν ύψιστη σημασία, είναι μάλιστα σημαντικότεροι από τους συγγενείς (στ. 342 κ.ε.). Στους τελευταίους δεν πρέπει να έχει κανείς απόλυτη εμπιστοσύνη· ακόμη και κατά τη σύναψη συμφωνίας με αδελφό πρέπει, σαν να επρόκειτο για αστείο, να καλείται μάρτυρας (στ. 371)¹⁴⁶.
Οι οικογένειες δεν πρέπει να είναι πολυμελείς· συνιστάται στον γεωργό εκείνη η πολιτική του ενός ή των δύο παιδιών, την οποία αργότερα ο Πλούταρχος αισθάνθηκε την ανάγκη να ερμηνεύσει με τον ευνοϊκότερο δυνατό τρόπο¹⁴⁷. Εναντίον της θαλασσοπορίας διατυπώνεται εδώ προειδοποίηση πολύ πριν από τον Πλάτωνα· στην ευτυχία των πολιτών μιας πόλεως που αγαπά το δίκαιο ανήκει ακόμη και το ότι δεν «πλέουν με πλοία» (στ. 236 κ.ε.). Παρ’ όλα αυτά, ο ποιητής, με αφορμή τους κανόνες για το σπίτι και τη γεωργία που συνδέονται με τις εποχές του έτους, παρέχει κάθε δυνατή σχετική διδασκαλία.
Ως τόποι συναντήσεως του χωριού ή ενός τόπου όπως η Άσκρη, η οποία δεν εμφανίζεται ως πόλις, παρουσιάζονται η λέσχη και το εργαστήριο του χωρικού σιδηρουργού· ο εργατικός άνθρωπος προειδοποιείται επίμονα να μην παρασυρθεί εκεί στην αργία (στ. 493 κ.ε.). Προς το τέλος ακολουθούν γενικοί κανόνες ζωής και ηθικής, λαϊκές δεισιδαιμονίες, καθώς και μια επισκόπηση των ημερών του μήνα, με σκοπό την επιλογή των κατάλληλων ημερών για όσα πρέπει ή δεν πρέπει να πράττονται.
Ολόκληρη αυτή η γνωμολογική διδασκαλία είναι απολύτως αστική και αγροτική· το γεγονός ότι διατηρήθηκε ζωντανή μια τέτοια εικόνα του Dasein και των καθηκόντων μαρτυρεί, όπως ειπώθηκε προηγουμένως¹⁴⁸, πολλά υπέρ των Βοιωτών γεωργών. Χαριτωμένες επιμέρους εικόνες είναι, παραδείγματος χάριν, η περιγραφή της κόρης που προστατεύεται καλά κατά τη διάρκεια της σφοδρής χειμερινής παγωνιάς (στ. 519 κ.ε.) και εκείνη του συμποσίου μετά τον θερισμό (στ. 528 κ.ε.).
Τέλος, εμφανίζεται πολύ αργά, στολισμένος με όλα τα χαρίσματα της υψηλής μυθικής εποπτείας, ο όψιμος βλαστός των ηρωικών ανθρώπων, ο Μεσσήνιος Αριστομένης¹⁴⁹. Πρόκειται για μια ουσιωδώς οδυσσειακή φύση: δεν έχει μόνο να πολεμήσει, αλλά κυρίως να ενοχλεί τους Σπαρτιάτες με το κύριο γνώρισμά του, ότι δεν είναι δυνατόν να κρατηθεί αιχμάλωτος επί μακρόν και ότι διασώζεται εκεί όπου οποιοσδήποτε άλλος θα είχε χαθεί¹⁵⁰.
Συγχρόνως, αποτελεί τη συμβολική μορφή ενός λαού που αγωνίζεται ήδη χωρίς καμία ελπίδα, αλλά είναι προορισμένος όχι για τη δουλεία, παρά για τη μετανάστευση· μια μορφή της φαντασίας που, όπως φαίνεται, εξακολούθησε να ζει όχι μόνο μεταξύ των μεταναστών, αλλά, προς μεγάλη ενόχληση των Σπαρτιατών, και στη λαϊκή παράδοση των υποταγμένων και μεταβλημένων σε είλωτες Μεσσηνίων. Μολονότι είναι Αιπυτίδης και ίσως θεϊκής καταγωγής, δεν είναι βασιλιάς· αντιθέτως, αποποιείται το βασιλικό αξίωμα, το οποίο μόνο θα περιόριζε έναν εθνικό ήρωα που οφείλει να εκπροσωπεί τους πάντες. Και με αυτό το γνώρισμα θυμίζει τον Μάρκο και τον Σιντ.
Αντιθέτως, σε κάθε μάχη είναι ο πρώτος· συνοδευόμενος από περίπου ογδόντα εκλεκτούς πολεμιστές, μετακινείται γρήγορα από το ένα πλήγμα στο άλλο και εξοντώνει πότε το ένα και πότε το άλλο σπαρτιατικό σώμα, ώστε κατορθώνει δύο ή τρεις φορές να τελέσει ἑκατομφόνια, δηλαδή ευχαριστήριες θυσίες για τη θανάτωση εκατό εχθρών¹⁵¹.
Παντού αποτελεί το είδωλο των γυναικών. Κατά την επιστροφή του στην Ανδανία, εκείνες του ρίχνουν νικητήριες ταινίες και καρπούς και τραγουδούν ένα δίστιχο, το οποίο εξακολουθούσε να τραγουδιέται ακόμη και στην εποχή του Παυσανία. Όταν οι Σπαρτιάτισσες, τις οποίες αιφνιδιάζει κατά την εορτή της Δήμητρας στην Αίγιλα, τον χτυπούν με πυρσούς και έτσι τον συλλαμβάνουν, η ιέρεια, που είναι ερωτευμένη μαζί του, τον ελευθερώνει κρυφά και κατόπιν ισχυρίζεται ότι εκείνος έκαψε τα δεσμά του. Επίσης, όταν τον συλλαμβάνουν οι Κρήτες, μια νεαρή γυναίκα, η οποία παρακινήθηκε γι’ αυτό από ένα όνειρο, λύνει τα δεσμά του· αυτή γίνεται κατόπιν σύζυγος του γιου του. Και ο ίδιος όμως σώζει την τιμή των Σπαρτιατισσών παρθένων που είχαν αρπαχθεί στις Καρυές και απειλούνταν από τους μεθυσμένους συντρόφους του.
Πολύ εντονότερα απ’ ό,τι στους ομηρικούς ήρωες προβάλλει εδώ η σχέση με τον μάντη. Βέβαια, μερικές φορές παρακούει και την προειδοποίησή του: περνώντας δίπλα από την αχλαδιά, επάνω στην οποία ο Θεόκλος βλέπει καθισμένους τους Διοσκούρους, χάνει ως τιμωρία την ασπίδα του· την ανακτά αργότερα από τον Τροφώνιο στη Λεβάδεια και τελικά την αφιερώνει εκεί. Οι δυο τους όμως βρίσκονται μαζί κάθε ώρα και πηγαίνουν, μεταξύ άλλων, από κοινού και στους Δελφούς.
Όταν εκπληρώνεται ο μοιραίος χρησμός¹⁵², ο Θεόκλος είναι ο πρώτος που το αντιλαμβάνεται· οδηγεί κατόπιν κρυφά και τον Αριστομένη στον τόπο όπου εμφανίστηκε το θεϊκό σημείο, τον πείθει ότι η νίκη της Σπάρτης επίκειται πλέον και κρύβει μαζί του τα μυστικά ενέχυρα που εγγυώνται τη μελλοντική ανασύσταση του κράτους· μια σκηνή που στην παλαιά εκδοχή της αφήγησης ίσως ήταν εξαιρετικά όμορφη.
Όταν πλέον επέρχεται η έσχατη συμφορά, η οποία, «όπως στην Τροία», αρχίζει με μια μοιχεία, και οι δύο, παρά την πρόγνωσή τους, καλούν τον λαό να προβάλει την ύστατη αντίσταση. Μόνο έπειτα από τριήμερη μάχη διατάζει ο μάντης τον Αριστομένη να σώσει τον εαυτό του και όσους απέμειναν· ο ίδιος κατόπιν ορμά ανάμεσα στους εχθρούς, για να πεθάνει.
Ο Αριστομένης και οι δικοί του, έχοντας τοποθετήσει στη μέση τις γυναίκες και τα παιδιά, επιβάλλουν διά της μάχης την ασφαλή αποχώρησή τους· ο γιος του και ο γιος του μάντη καλύπτουν τα νώτα. Ενώ αργότερα αυτοί εγκαθίστανται στη Ζάγκλη και τη μετονομάζουν σε Μεσσήνη —τη σημερινή Μεσσήνη της Σικελίας—, ο Αριστομένης ακολουθεί στην Ιαλυσό τον γαμπρό του, τον Ρόδιο ηγεμόνα Δαμάγητο, ο οποίος είχε ζητήσει σε γάμο την κόρη του αρίστου μεταξύ των Ελλήνων· και εκεί, μετά τον θάνατό του, απολαμβάνει ηρωικές τιμές¹⁵³.
Τέλος, πρέπει να ειπωθεί εδώ ακόμη ένας λόγος για μια πολύ σημαντική πλευρά του πρωτοέλληνα, δηλαδή για τον πειρατικό άνθρωπο. Παντού όπου υπάρχουν ακτές και νησιά, στους λαούς όλων των φυλών, ο θαλασσοπειρατής εμφανίζεται από νωρίς και συχνά δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί μέχρι σήμερα. Αν στους δικούς μας πολιτισμένους λαούς επικρατούσε, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, γενική αναστάτωση, θα εμφανιζόταν πάλι στις θάλασσές μας και θα ήταν πολύ τρομερός· διότι είναι δελεαστικό, και για πληθυσμούς που κατοικούν σε βραχώδεις ακτές εξαιρετικά φτωχές σε ψάρια σχεδόν αυτονόητο, να πραγματοποιούν κάπου επιδρομές σε γεωργικές περιοχές και να αρπάζουν σιτηρά, ζώα, ακόμη και ανθρώπους. Έτσι ενεργούσαν οι Κίλικες κ.ά. κατά τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και οι Νορμανδοί κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα.
Ιδίως όμως το Αρχιπέλαγος ήταν ασφαλώς από πολύ νωρίς σαν πλασμένο για την πειρατεία. Όσοι λιμοκτονούσαν λήστευαν εκείνους που εργάζονταν, και γι’ αυτό οι τελευταίοι προτιμούσαν να κατοικούν στην ενδοχώρα και να οχυρώνονται εκεί. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι περισσότερες αρχαίες πόλεις είχαν οικοδομηθεί μακριά από την ακτή· σε αυτήν διέθεταν όλες τον λιμενικό τους οικισμό, το ἐπίνειον, από τα οποία ο Παυσανίας μνημονεύει πλήθος.
Ο μεγαλύτερος τύπος πειρατή είναι ήδη μέσα στον μύθο ο Οδυσσέας· μάλιστα, η Οδύσσεια προϋποθέτει από την αρχή έως το τέλος τη θαλάσσια ληστεία, και ήδη συγκεντρώνονται με αρπαγές πλούτη, ώστε με αυτά να αποκτήσει κανείς υπόσταση και κύρος στον κόσμο. Επίσης, «υιοί του Ποσειδώνος» του μύθου, δηλαδή αρχηγοί θαλασσοπειρατών, παραμένουν ενίοτε στη λεηλατημένη περιοχή, νυμφεύονται τη θυγατέρα κάποιου τοπικού βασιλιά και γίνονται Έλληνες ηγεμόνες, των οποίων η πόλις θεωρείται κατόπιν δικό τους ίδρυμα· ακριβώς όπως έπραξε στον Μεσαίωνα ο ένας ή ο άλλος Νορμανδός.
Αργότερα, κατά την εποχή της ήδη διαμορφωμένης πόλεως, παρατάξεις που είχαν εκδιωχθεί από αυτήν πρέπει ασφαλώς να στράφηκαν συχνά στη θαλάσσια ληστεία· όπως κατά τους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα η εκάστοτε εξόριστη παράταξη της Γένοβας, η οποία συνήθιζε να διατηρεί υπό την κατοχή της ένα μέρος των κάστρων της Ριβιέρας και από εκεί να παρενοχλεί ακόμη και τα πλοία της μητρόπολης.
Υποσημειώσεις…
Συνεχίζεται με:
III. Ο αποικιακός άνθρωπος και ο άνθρωπος της άμιλλας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου