Συνέχεια από: Τετάρτη 29. Απριλίου 2026
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (245)
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (8η συνέχεια)
Μέσα σε μια ιδιότυπη λάμψη, εντελώς ξεχωριστή, προβάλλει η ομηρική Ελένη, κατά βάση χωρίς δική της βούληση, αλλά συγχρόνως προικισμένη με ύψιστη χάρη. Στην πραγματικότητα είναι το αθώο θύμα της Αφροδίτης, και ο έρωτάς της για τον Πάρη μια Ἄτη σταλμένη από τη θεά. Επειδή αισθανόταν ότι είχε παραδοθεί στη μοίρα της με τρόπο καθαρά αντικειμενικό, είναι σε θέση να υφάνει μέσα στον ιστό της τις μάχες που διεξήγαγαν για χάρη της οι Τρώες και οι Αχαιοί120. Απευθύνει στη θεά φοβερές μομφές121, επειδή θεωρεί ότι εκείνη την καταχράται ως μέσο για να προσφέρει ευχαρίστηση στον ευνοούμενό της· κατόπιν, βέβαια, η θεά μπορεί αμέσως να την οδηγήσει, συμφιλιωμένη πλέον, στο παλάτι του Πάρη.
Κατά την επίσκεψη του Τηλέμαχου στη Λακεδαίμονα, εμφανίζεται ακτινοβολώντας από ομορφιά, εξαρχής εντελώς διαφορετική από την Πηνελόπη· και ο θρήνος της για όσα συνέβησαν εξαιτίας της —«όταν εσείς οι Αχαιοί ήρθατε στην Τροία για χάρη μου, της αναίσχυντης»— έχει, μέσα στην απόλυτη αφέλειά του, κάτι σχεδόν αυθάδες. Δεν διστάζει επίσης να διηγηθεί στον Τηλέμαχο και στον Μενέλαο κωμικά περιστατικά από την εποχή της πολιορκίας· παράλληλα όμως διαθέτει και ένα φάρμακο που καταπραΰνει τη θλίψη, και στο τέλος την καταλαμβάνει ακόμη και το πνεύμα της προφητείας. Στην Οδύσσεια διακρίνεται ακόμη ότι υπήρξε κάποτε θεά, ενώ η Πηνελόπη και η Ναυσικά δεν υπήρξαν.
Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι απλώς πράγματα· αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, κατά την επιστροφή της Βρισηίδας, ο Αγαμέμνονας οφείλει να ορκιστεί πως δεν την άγγιξε. Στην παρέλαση των μυθικών γυναικών στον Κάτω Κόσμο, την οποία παρουσιάζει η Οδύσσεια (XI, 225 κ.ε.), δίπλα στις ως επί το πλείστον λαμπρές συζύγους θεών και στις περίφημες καλλονές εμφανίζεται μόνο μία εξαιρετικά δυστυχισμένη γυναίκα, η Επικάστη, δηλαδή η Ιοκάστη· κατόπιν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, απλώς και μόνο το όνομα της Φαίδρας· μόνον η Εριφύλη μνημονεύεται με ρητή αποστροφή.
Η ανάπτυξη και η αιτιολόγηση του τρομερού στοιχείου μέσα στη γυναίκα έμελλε να αποτελέσει έργο της τραγωδίας, η οποία διαμόρφωσε τη μορφή της άκαρδης μάγισσας Μήδειας και τον τύπο της Φαίδρας. Ο μύθος, ωστόσο, τα είχε ήδη αφηγηθεί· και το πραγματικό διαζευκτήριο, τη ρήξη με την παλαιότερη αντίληψη, τη βρίσκει κανείς στο ίδιο βιβλίο της Οδύσσειας για τον Κάτω Κόσμο (XI, 433 κ.ε.), στα λόγια του Αγαμέμνονα ότι η Κλυταιμνήστρα επέφερε ατίμωση ακόμη και στις μελλοντικές γυναίκες, έστω κι αν κάποια από αυτές είναι επιδέξια στα όμορφα γυναικεία εργόχειρα· καθώς επίσης και στη γενική προειδοποίησή του να μην εμπιστεύεται ποτέ κανείς ολοκληρωτικά τη γυναίκα του, μολονότι η Πηνελόπη είναι διαφορετική και καλύτερη· και ακόμη στη συμβουλή του προς τον Οδυσσέα να αποβιβαστεί κρυφά στην Ιθάκη, αφού πλέον δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τις γυναίκες. Και πράγματι, ο Οδυσσέας κατόπιν υποβάλλει τη σύζυγό του σε αυστηρή δοκιμασία.
Ακόμη και η θεωρητική κρίση που διατυπώνει η ίδια η Αθηνά (XV, 20 κ.ε.) βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από την πραγματική συμπεριφορά της Πηνελόπης. Κηρύττει στον Τηλέμαχο τις πιο χονδροειδείς κοινότοπες αντιλήψεις: ότι οι γυναίκες είναι ευμετάβλητες, ότι ακολουθούν δουλικά εκείνον με τον οποίο συζούν, ότι λησμονούν τα παιδιά από τον προηγούμενο γάμο τους κ.ο.κ.· και τα παρουσιάζει όλα αυτά ως κάτι αυτονόητο127.
Αυτό που λείπει από τους Έλληνες είναι, αφενός, μια Σεμίραμις, δηλαδή μια μεγάλη θεά-βασίλισσα, μέσα στην οποία θα μπορούσε, λόγου χάρη, να έχει ενσαρκωθεί η Αφροδίτη, όπως στη Σεμίραμι είχε ενσαρκωθεί η Μύλιττα-Αστάρτη· διότι η Ελένη δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο. Ίσως να διέθεταν μια τέτοια μορφή, αν είχαν αποκτήσει ένα ενιαίο κράτος. Αφετέρου, λείπει επίσης η σωτήρια εθνική ηρωίδα, μια Μαριάμ, μια Ιαήλ, μια Δεββώρα, μια Ιουδίθ, μια Εσθήρ· και μάλιστα, παρά τη Μήδεια, την Κλυταιμνήστρα, την Εριφύλη κ.ο.κ., λείπει και η φοβερή ηγεμόνισσα, μια Ιεζάβελ ή μια Γοθολία, και αυτό επειδή και ο άνδρας εμφανίζεται ως ήρωας και όχι ως ηγεμόνας.
Αντί γι’ αυτό, οι Έλληνες διαθέτουν τις ανδροπρεπείς γυναίκες, τις viragines, την Αταλάντη και την Ιπποδάμεια· και στον κόσμο τους αναπτύσσεται ο αμαζονικός χαρακτήρας, καθώς και, πολύ σύντομα, ο χαρακτήρας της προδότριας, ο τύπος της Ταρπηίας.
Τέλος, η μεταγενέστερη εποχή απέδιδε ακόμη και στα μυθικά ζώα —ανεξάρτητα μάλιστα από τα τέρατα— την εντύπωση μιας ιδιαίτερης δύναμης. Ο Παυσανίας λέει, με αφορμή τον κρητικό ταύρο: «Στα παλαιά χρόνια τα ζώα ήταν φοβερότερα για τους ανθρώπους, όπως ο λέων της Νεμέας, ο λέων του Παρνασσού, ο κάπρος της Καλυδώνας και ο Ερυμάνθιος κάπρος, καθώς και η χοίρα της Κρομμυώνας· και λεγόταν ότι άλλα από αυτά τα είχε αναβλύσει η γη, άλλα ήταν ιερά στους θεούς, ενώ άλλα είχαν αφεθεί ελεύθερα ως τιμωρία εναντίον των ανθρώπων».
Η συνολική εικόνα όμως του ηρωικού κόσμου ήταν τόσο λαμπρή, ώστε μπορούσε κανείς να διατηρεί την αντίληψη ότι τουλάχιστον ένα μέρος των ηρώων, ιδίως εκείνων που είχαν βρεθεί μπροστά στο Ίλιον, δεν είχε πεθάνει καθόλου, αλλά είχε λάβει από τον Δία κατοικίες στα πέρατα του κόσμου, στα Νησιά των Μακάρων. Αυτή είναι η αντίληψη που εκφράζεται στα Έργα και Ημέρες (στ. 166 κ.ε.)· αμέσως όμως μετά τους ήρωες ακολουθεί εκεί το πέμπτο γένος και μαζί του η σφοδρότερη διακήρυξη αρχών του ελληνικού πεσιμισμού, έτσι ώστε οι προγενέστεροι ήρωες, παρά όλες τις πράξεις βίας και όλη τη δυστυχία που υπήρξαν και στη δική τους εποχή, να αποσύρονται ήδη εξαιτίας αυτού μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο.
Για εμάς οι μορφές αυτές, παρόλο που είναι μυθικές, είναι ιστορικές με την ύψιστη σημασία της λέξης· μας αποκαλύπτουν μετατοπίσεις και μεταμορφώσεις της ελληνικής συναισθηματικής νοοτροπίας, τις οποίες διαφορετικά δεν θα γνωρίζαμε.
Από τον ηρωικό άνθρωπο πρέπει να διακρίνουμε τον ομηρικό άνθρωπο, υπό την έννοια ότι μέσα στα δύο ποιήματα προδίδεται ιδιαιτέρως και ο πολιτισμός της εποχής κατά την οποία αυτά δημιουργήθηκαν· άλλωστε ο Όμηρος αντιπαραθέτει επανειλημμένα τους συγχρόνους του —«οἷοι νῦν βροτοί εἰσιν»— προς τους ήρωες, και μάλιστα ως κατώτερους από αυτούς. Χαρακτηριστικό όμως της εποχής του είναι, πάνω απ’ όλα, το ίδιο το γεγονός της υπάρξεως της Ιλιάδας και της Οδύσσειας· και ο αοιδός, όπως τον γνωρίσαμε, πρέπει κατά βάθος να ήταν σύγχρονος του ποιητή.
Επιπλέον, ο τρόπος της μάχης πρέπει αναγκαστικά να ήταν στην εποχή του ποιητή τέτοιος όπως τον περιγράφει· διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί εκείνη η ύψιστη ακρίβεια στην περιγραφή του στρατοπέδου των Ελλήνων, στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται η σκόπευση, η επιτυχία και η αστοχία, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται τα όπλα και τα τραύματα. Ήδη εδώ η απλή τοξοβολία απολαμβάνει μικρότερη εκτίμηση σε σύγκριση με τη ρίψη του δόρατος· ο τραυματισμένος Διομήδης λοιδορεί τον Πάρη ως τοξότη· το πλήγμα με βέλος δεν θεωρείται ανοιχτή μάχη άνδρα προς άνδρα, «ἀντίβιον».
Και τα αμυντικά όπλα ανταποκρίνονται ασφαλώς στην εποχή του ποιητή· από δύο κράνη, τα οποία στην αρχαιότερη παράδοση πρέπει ασφαλώς να καθιστούσαν αόρατους εκείνους που τα φορούσαν και τα οποία φέρουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας κατά τη νυχτερινή αναγνωριστική τους έξοδο, τόσο χαρακτηριστική και από άλλες απόψεις, έχουν προκύψει, παραδείγματος χάριν, στερεοί σκούφοι κράτος χάριν, στενους κατασκευασμένοι από τα δέρματα τηςτος χάριν, στενους κατα κεφαλής ενός ταύρου και ενός κάπρου.
Πάνω απ’ όλα όμως, ο αγών, ο οποίος χαρακτηρίζει την αγωνιστική εποχή, απαντά ήδη στους επιτάφιους αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου· και ο Ησίοδος έλαβε ήδη προσωπικά μέρος σε μουσικό αγώνα στη Χαλκίδα και κέρδισε εκεί έναν τρίποδα.
Επιπλέον, με τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας μεταφερόμαστε σκοπίμως σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον μυθικό. Εκεί παρουσιάζονται μπροστά μας κυνήγια και άλλες σκηνές από τη ζωή των ζώων, φαινόμενα του καιρού και της θάλασσας, αγροτικές εργασίες, ακόμη και ορισμένα φαινόμενα από τη ζωή των φυτών· πουθενά όμως δεν παρουσιάζονται αστικές ασχολίες, και οι ακροατές και θεατές στους οποίους απευθύνονται είναι βοσκοί και άνθρωποι της υπαίθρου.
Με θαυμαστή ζωντάνια περιγράφεται, παραδείγματος χάριν, πώς μέσα στο αγρόκτημα τα σκυλιά ανησυχούν, όταν μακριά ένα ισχυρό θηρίο, το οποίο ήδη καταδιώκουν σκυλιά και κυνηγοί, διασχίζει ορμητικά το δάσος (Χ, 183 κ.ε.)· και με ύψιστο ρεαλισμό ο ποιητής αφήνει το λιοντάρι να ορμήσει μέσα στο κοπάδι (Χ, 485 κ.ε. και ιδίως XI, 172 κ.ε.). Μεγαλοπρεπής και επιβλητική είναι επίσης η εικόνα των τσακαλιών, τα οποία κατασπαράζουν το ελάφι που τραυμάτισε ο κυνηγός, αλλά απομακρύνονται εξαιτίας της εμφανίσεως ενός λιονταριού (XI, 474 κ.ε.).
Ως εικόνα από την αγροτική ζωή παρουσιάζεται το όργωμα με ημιόνους, οι οποίοι αποδίδουν καλύτερα από τους ταύρους (Χ, 351 κ.ε.)· ακόμη, οι θεριστές που προχωρούν ο ένας προς τον άλλον από δύο αντίθετες πλευρές (XI, 67 κ.ε.), ο πεινασμένος ξυλοκόπος στο δάσος (στο ίδιο, 86 κ.ε.), οι δύο χωρικοί που φιλονικούν για τα όρια των αγρών τους (XII, 421 κ.ε.) και ο βοσκός που μεταφέρει μαλλί (στο ίδιο, 451 κ.ε.)· μόνον η γυναίκα που γνέθει μαλλί με μισθό και ζυγίζει το βάρος του (στο ίδιο, 433 κ.ε.) ανήκει ίσως στην πόλη.
Μία φορά αντλείται μια εικόνα και από τη ζωή του πολέμου (XVIII, 207 κ.ε.), όταν η φωτιά που λάμπει πάνω από το κεφάλι του Αχιλλέα, καθώς αυτός ορμά για εκδίκηση, συγκρίνεται με τα επείγοντα φωτεινά σήματα μιας πολιορκημένης νησιωτικής πόλης.
Τη γενική παράσταση αυτής της μεταμυθικής ζωής συμπληρώνουν μέσα στο έπος, ως οι αρχαιότερες και εκτενέστερες σκηνές καθημερινού βίου, οι απεικονίσεις των δύο ασπίδων: της ασπίδας που περιγράφεται στο δέκατο όγδοο βιβλίο της Ιλιάδας (478–608) και της ασπίδας του Ηρακλή στο μεταησιόδειο ποίημα136. Το δεύτερο αυτό έργο, μολονότι θεωρείται ότι δεν δημιουργήθηκε πολύ πριν από το 600 π.Χ. 137, μας ενδιαφέρει, επειδή διατηρεί ακόμη τον ορίζοντα της παλαιάς εποχής.
Πρώτα, λοιπόν, το θαυματουργό έργο της ασπίδας του Αχιλλέα. Στο κέντρο της βρίσκονται η γη, η θάλασσα και τα άστρα· κατόπιν, γύρω από αυτά, πρέπει να φανταστούμε ομόκεντρες ζώνες: την ευτυχισμένη πόλη με γαμήλιες πομπές και με τη δικαστική διαφορά στην αγορά138· έπειτα την πολιορκημένη πόλη, την ενέδρα έξω από αυτήν, τη μάχη που ξεσπά κατά την επιδρομή εναντίον των κοπαδιών, τους θεούς του πολέμου και τις Κήρες που αρπάζουν τη λεία τους· στη συνέχεια, το οργωμένο χωράφι, το χωράφι με τους θεριστές, τον αμπελώνα με τον τρύγο, το τραγούδι και τον χορό, την αγέλη των βοδιών στην οποία επιτίθενται λιοντάρια και τα πρόβατα που βόσκουν μέσα στη χαράδρα· τέλος, τον θαυμάσια διαμορφωμένο διπλό χορευτικό κύκλο και τους ακροβάτες.
Και ολόκληρη αυτή η εικόνα του κόσμου, μέσα στην οποία τα ευεργετικά χαρακτηριστικά της ζωής του λαού έχουν φθάσει στην τελείωσή τους, περιβάλλεται από τα νερά του Ωκεανού.
Στον Ησίοδο¹³⁹, ο καθιερωμένος καλλιτεχνικός χαρακτήρας της τεχνικής γίνεται πολύ σαφέστερος τόσο στην εισαγωγή όσο και στις επιμέρους παραστάσεις, ενώ ως ιδιαίτερο θαυμαστό έργο προστίθεται ο Περσεύς, ο οποίος αιωρείται χωριστά από την υπόλοιπη εικόνα¹⁴⁰.
Γύρω από το κέντρο, όπου παριστάνεται ένας φοβερός δράκοντας, διατάσσονται κατά ζώνες, πρώτα σκηνές μάχης χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο· έπειτα δώδεκα κεφαλές φιδιών, μάχες κάπρων και λεόντων, μια μάχη Λαπιθών και Κενταύρων με τον Άρη και την Αθηνά, οι θεοί μαζί με τον Απόλλωνα που παίζει και τις Μούσες που τραγουδούν, ένα θαλάσσιο λιμάνι με δελφίνια και έναν ψαρά¹⁴¹, καθώς και εκείνος ο Περσεύς που καταδιώκεται από τις Γοργόνες.
Κατόπιν ακολουθεί, προφανώς παρμένη από τον Όμηρο, η πολιορκημένη πόλη, η οποία όμως παρουσιάζεται με πολύ εντονότερη κίνηση, όπως και οι Κήρες περιγράφονται πολύ πιο διεξοδικά απ’ ό,τι εκεί¹⁴². Έπειτα έρχεται η ευτυχισμένη πόλη, με γαμήλια πομπή, χορό, τραγούδι, συμπόσιο και τη δραστηριότητα των πολιτών έξω από τα τείχη· και μπροστά στα μάτια του αναγνώστη παρουσιάζονται άλογα που καλπάζουν και χοροπηδούν, όργωμα, θερισμός, τρύγος —ο οποίος και πάλι περιγράφεται εκτενέστερα απ’ ό,τι στον Όμηρο—, πυγμαχία και πάλη, κυνήγι λαγού και, ως απόδειξη της σχετικά όψιμης σύνθεσης του έργου, μια αρματοδρομία, η οποία παρουσιάζεται με αρκετά μεγάλη έκταση και έχει ως έπαθλο έναν τρίποδα. Εδώ η αγωνιστική εποχή μάς μιλά ήδη απολύτως καθαρά.
Αυτό που απουσιάζει εντελώς από αυτές τις περιγραφές είναι οι βιοτεχνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Αντίθετα, η γεωργία και η ζωή της υπαίθρου έχουν —στον Όμηρο— ευγενικά και χαρούμενα χαρακτηριστικά και φέρουν επίσης τον χαρακτήρα της ευφορίας και της άνεσης: οι ποιμένες παίζουν τη σύριγγα· στους γεωργούς, κάθε φορά που φθάνουν στο τέλος της αυλακιάς, ένας άνδρας προσφέρει κρασί· κατά τον θερισμό, ο βασιλιάς παρακολουθεί σιωπηλός και με χαρούμενη καρδιά, κρατώντας το ηγεμονικό του σκήπτρο, ενώ κάτω από τη δρυ οι κήρυκες θυσιάζουν ήδη τον ταύρο για το γεύμα. Ο τρύγος και ο χορευτικός κύκλος είναι έργα εξαιρετικής ομορφιάς, ενώ στον Ησίοδο ο πρώτος παρουσιάζεται πολύ ψυχρότερα και ο δεύτερος υποδηλώνεται με λίγες μόνο λέξεις (στ. 280 κ.ε.).
Δεν έχει αφήσει κάθε λαός τόσο όμορφες παραστάσεις καθημερινής ζωής. Βέβαια, υπάρχουν και αιγυπτιακές απεικονίσεις αυτού του είδους στους τάφους του Μπενί Χασάν. Και εκεί, στα κτήματα των προσώπων βασιλικής καταγωγής που είναι θαμμένα στους τάφους αυτούς, σπέρνουν και οργώνουν· όλα όμως παρουσιάζονται με ακρίβεια και πληρότητα, σαν να ήταν αναγκαίο να γίνονται ακριβώς έτσι.
Στον Όμηρο, αντίθετα, όλα παρουσιάζονται σαν να τα επιθυμούσε κανείς έτσι· στη θέση της ακρίβειας βρίσκουμε στους Έλληνες χαρά και ελευθερία.
Συνεχίζεται
Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (8η συνέχεια)
Μέσα σε μια ιδιότυπη λάμψη, εντελώς ξεχωριστή, προβάλλει η ομηρική Ελένη, κατά βάση χωρίς δική της βούληση, αλλά συγχρόνως προικισμένη με ύψιστη χάρη. Στην πραγματικότητα είναι το αθώο θύμα της Αφροδίτης, και ο έρωτάς της για τον Πάρη μια Ἄτη σταλμένη από τη θεά. Επειδή αισθανόταν ότι είχε παραδοθεί στη μοίρα της με τρόπο καθαρά αντικειμενικό, είναι σε θέση να υφάνει μέσα στον ιστό της τις μάχες που διεξήγαγαν για χάρη της οι Τρώες και οι Αχαιοί120. Απευθύνει στη θεά φοβερές μομφές121, επειδή θεωρεί ότι εκείνη την καταχράται ως μέσο για να προσφέρει ευχαρίστηση στον ευνοούμενό της· κατόπιν, βέβαια, η θεά μπορεί αμέσως να την οδηγήσει, συμφιλιωμένη πλέον, στο παλάτι του Πάρη.
Κατά την επίσκεψη του Τηλέμαχου στη Λακεδαίμονα, εμφανίζεται ακτινοβολώντας από ομορφιά, εξαρχής εντελώς διαφορετική από την Πηνελόπη· και ο θρήνος της για όσα συνέβησαν εξαιτίας της —«όταν εσείς οι Αχαιοί ήρθατε στην Τροία για χάρη μου, της αναίσχυντης»— έχει, μέσα στην απόλυτη αφέλειά του, κάτι σχεδόν αυθάδες. Δεν διστάζει επίσης να διηγηθεί στον Τηλέμαχο και στον Μενέλαο κωμικά περιστατικά από την εποχή της πολιορκίας· παράλληλα όμως διαθέτει και ένα φάρμακο που καταπραΰνει τη θλίψη, και στο τέλος την καταλαμβάνει ακόμη και το πνεύμα της προφητείας. Στην Οδύσσεια διακρίνεται ακόμη ότι υπήρξε κάποτε θεά, ενώ η Πηνελόπη και η Ναυσικά δεν υπήρξαν.
Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι απλώς πράγματα· αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, κατά την επιστροφή της Βρισηίδας, ο Αγαμέμνονας οφείλει να ορκιστεί πως δεν την άγγιξε. Στην παρέλαση των μυθικών γυναικών στον Κάτω Κόσμο, την οποία παρουσιάζει η Οδύσσεια (XI, 225 κ.ε.), δίπλα στις ως επί το πλείστον λαμπρές συζύγους θεών και στις περίφημες καλλονές εμφανίζεται μόνο μία εξαιρετικά δυστυχισμένη γυναίκα, η Επικάστη, δηλαδή η Ιοκάστη· κατόπιν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, απλώς και μόνο το όνομα της Φαίδρας· μόνον η Εριφύλη μνημονεύεται με ρητή αποστροφή.
Η ανάπτυξη και η αιτιολόγηση του τρομερού στοιχείου μέσα στη γυναίκα έμελλε να αποτελέσει έργο της τραγωδίας, η οποία διαμόρφωσε τη μορφή της άκαρδης μάγισσας Μήδειας και τον τύπο της Φαίδρας. Ο μύθος, ωστόσο, τα είχε ήδη αφηγηθεί· και το πραγματικό διαζευκτήριο, τη ρήξη με την παλαιότερη αντίληψη, τη βρίσκει κανείς στο ίδιο βιβλίο της Οδύσσειας για τον Κάτω Κόσμο (XI, 433 κ.ε.), στα λόγια του Αγαμέμνονα ότι η Κλυταιμνήστρα επέφερε ατίμωση ακόμη και στις μελλοντικές γυναίκες, έστω κι αν κάποια από αυτές είναι επιδέξια στα όμορφα γυναικεία εργόχειρα· καθώς επίσης και στη γενική προειδοποίησή του να μην εμπιστεύεται ποτέ κανείς ολοκληρωτικά τη γυναίκα του, μολονότι η Πηνελόπη είναι διαφορετική και καλύτερη· και ακόμη στη συμβουλή του προς τον Οδυσσέα να αποβιβαστεί κρυφά στην Ιθάκη, αφού πλέον δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τις γυναίκες. Και πράγματι, ο Οδυσσέας κατόπιν υποβάλλει τη σύζυγό του σε αυστηρή δοκιμασία.
Ακόμη και η θεωρητική κρίση που διατυπώνει η ίδια η Αθηνά (XV, 20 κ.ε.) βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από την πραγματική συμπεριφορά της Πηνελόπης. Κηρύττει στον Τηλέμαχο τις πιο χονδροειδείς κοινότοπες αντιλήψεις: ότι οι γυναίκες είναι ευμετάβλητες, ότι ακολουθούν δουλικά εκείνον με τον οποίο συζούν, ότι λησμονούν τα παιδιά από τον προηγούμενο γάμο τους κ.ο.κ.· και τα παρουσιάζει όλα αυτά ως κάτι αυτονόητο127.
Αυτό που λείπει από τους Έλληνες είναι, αφενός, μια Σεμίραμις, δηλαδή μια μεγάλη θεά-βασίλισσα, μέσα στην οποία θα μπορούσε, λόγου χάρη, να έχει ενσαρκωθεί η Αφροδίτη, όπως στη Σεμίραμι είχε ενσαρκωθεί η Μύλιττα-Αστάρτη· διότι η Ελένη δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο. Ίσως να διέθεταν μια τέτοια μορφή, αν είχαν αποκτήσει ένα ενιαίο κράτος. Αφετέρου, λείπει επίσης η σωτήρια εθνική ηρωίδα, μια Μαριάμ, μια Ιαήλ, μια Δεββώρα, μια Ιουδίθ, μια Εσθήρ· και μάλιστα, παρά τη Μήδεια, την Κλυταιμνήστρα, την Εριφύλη κ.ο.κ., λείπει και η φοβερή ηγεμόνισσα, μια Ιεζάβελ ή μια Γοθολία, και αυτό επειδή και ο άνδρας εμφανίζεται ως ήρωας και όχι ως ηγεμόνας.
Αντί γι’ αυτό, οι Έλληνες διαθέτουν τις ανδροπρεπείς γυναίκες, τις viragines, την Αταλάντη και την Ιπποδάμεια· και στον κόσμο τους αναπτύσσεται ο αμαζονικός χαρακτήρας, καθώς και, πολύ σύντομα, ο χαρακτήρας της προδότριας, ο τύπος της Ταρπηίας.
Τέλος, η μεταγενέστερη εποχή απέδιδε ακόμη και στα μυθικά ζώα —ανεξάρτητα μάλιστα από τα τέρατα— την εντύπωση μιας ιδιαίτερης δύναμης. Ο Παυσανίας λέει, με αφορμή τον κρητικό ταύρο: «Στα παλαιά χρόνια τα ζώα ήταν φοβερότερα για τους ανθρώπους, όπως ο λέων της Νεμέας, ο λέων του Παρνασσού, ο κάπρος της Καλυδώνας και ο Ερυμάνθιος κάπρος, καθώς και η χοίρα της Κρομμυώνας· και λεγόταν ότι άλλα από αυτά τα είχε αναβλύσει η γη, άλλα ήταν ιερά στους θεούς, ενώ άλλα είχαν αφεθεί ελεύθερα ως τιμωρία εναντίον των ανθρώπων».
Η συνολική εικόνα όμως του ηρωικού κόσμου ήταν τόσο λαμπρή, ώστε μπορούσε κανείς να διατηρεί την αντίληψη ότι τουλάχιστον ένα μέρος των ηρώων, ιδίως εκείνων που είχαν βρεθεί μπροστά στο Ίλιον, δεν είχε πεθάνει καθόλου, αλλά είχε λάβει από τον Δία κατοικίες στα πέρατα του κόσμου, στα Νησιά των Μακάρων. Αυτή είναι η αντίληψη που εκφράζεται στα Έργα και Ημέρες (στ. 166 κ.ε.)· αμέσως όμως μετά τους ήρωες ακολουθεί εκεί το πέμπτο γένος και μαζί του η σφοδρότερη διακήρυξη αρχών του ελληνικού πεσιμισμού, έτσι ώστε οι προγενέστεροι ήρωες, παρά όλες τις πράξεις βίας και όλη τη δυστυχία που υπήρξαν και στη δική τους εποχή, να αποσύρονται ήδη εξαιτίας αυτού μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο.
Για εμάς οι μορφές αυτές, παρόλο που είναι μυθικές, είναι ιστορικές με την ύψιστη σημασία της λέξης· μας αποκαλύπτουν μετατοπίσεις και μεταμορφώσεις της ελληνικής συναισθηματικής νοοτροπίας, τις οποίες διαφορετικά δεν θα γνωρίζαμε.
Από τον ηρωικό άνθρωπο πρέπει να διακρίνουμε τον ομηρικό άνθρωπο, υπό την έννοια ότι μέσα στα δύο ποιήματα προδίδεται ιδιαιτέρως και ο πολιτισμός της εποχής κατά την οποία αυτά δημιουργήθηκαν· άλλωστε ο Όμηρος αντιπαραθέτει επανειλημμένα τους συγχρόνους του —«οἷοι νῦν βροτοί εἰσιν»— προς τους ήρωες, και μάλιστα ως κατώτερους από αυτούς. Χαρακτηριστικό όμως της εποχής του είναι, πάνω απ’ όλα, το ίδιο το γεγονός της υπάρξεως της Ιλιάδας και της Οδύσσειας· και ο αοιδός, όπως τον γνωρίσαμε, πρέπει κατά βάθος να ήταν σύγχρονος του ποιητή.
Επιπλέον, ο τρόπος της μάχης πρέπει αναγκαστικά να ήταν στην εποχή του ποιητή τέτοιος όπως τον περιγράφει· διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί εκείνη η ύψιστη ακρίβεια στην περιγραφή του στρατοπέδου των Ελλήνων, στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται η σκόπευση, η επιτυχία και η αστοχία, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται τα όπλα και τα τραύματα. Ήδη εδώ η απλή τοξοβολία απολαμβάνει μικρότερη εκτίμηση σε σύγκριση με τη ρίψη του δόρατος· ο τραυματισμένος Διομήδης λοιδορεί τον Πάρη ως τοξότη· το πλήγμα με βέλος δεν θεωρείται ανοιχτή μάχη άνδρα προς άνδρα, «ἀντίβιον».
Και τα αμυντικά όπλα ανταποκρίνονται ασφαλώς στην εποχή του ποιητή· από δύο κράνη, τα οποία στην αρχαιότερη παράδοση πρέπει ασφαλώς να καθιστούσαν αόρατους εκείνους που τα φορούσαν και τα οποία φέρουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας κατά τη νυχτερινή αναγνωριστική τους έξοδο, τόσο χαρακτηριστική και από άλλες απόψεις, έχουν προκύψει, παραδείγματος χάριν, στερεοί σκούφοι κράτος χάριν, στενους κατασκευασμένοι από τα δέρματα τηςτος χάριν, στενους κατα κεφαλής ενός ταύρου και ενός κάπρου.
Πάνω απ’ όλα όμως, ο αγών, ο οποίος χαρακτηρίζει την αγωνιστική εποχή, απαντά ήδη στους επιτάφιους αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου· και ο Ησίοδος έλαβε ήδη προσωπικά μέρος σε μουσικό αγώνα στη Χαλκίδα και κέρδισε εκεί έναν τρίποδα.
Επιπλέον, με τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας μεταφερόμαστε σκοπίμως σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον μυθικό. Εκεί παρουσιάζονται μπροστά μας κυνήγια και άλλες σκηνές από τη ζωή των ζώων, φαινόμενα του καιρού και της θάλασσας, αγροτικές εργασίες, ακόμη και ορισμένα φαινόμενα από τη ζωή των φυτών· πουθενά όμως δεν παρουσιάζονται αστικές ασχολίες, και οι ακροατές και θεατές στους οποίους απευθύνονται είναι βοσκοί και άνθρωποι της υπαίθρου.
Με θαυμαστή ζωντάνια περιγράφεται, παραδείγματος χάριν, πώς μέσα στο αγρόκτημα τα σκυλιά ανησυχούν, όταν μακριά ένα ισχυρό θηρίο, το οποίο ήδη καταδιώκουν σκυλιά και κυνηγοί, διασχίζει ορμητικά το δάσος (Χ, 183 κ.ε.)· και με ύψιστο ρεαλισμό ο ποιητής αφήνει το λιοντάρι να ορμήσει μέσα στο κοπάδι (Χ, 485 κ.ε. και ιδίως XI, 172 κ.ε.). Μεγαλοπρεπής και επιβλητική είναι επίσης η εικόνα των τσακαλιών, τα οποία κατασπαράζουν το ελάφι που τραυμάτισε ο κυνηγός, αλλά απομακρύνονται εξαιτίας της εμφανίσεως ενός λιονταριού (XI, 474 κ.ε.).
Ως εικόνα από την αγροτική ζωή παρουσιάζεται το όργωμα με ημιόνους, οι οποίοι αποδίδουν καλύτερα από τους ταύρους (Χ, 351 κ.ε.)· ακόμη, οι θεριστές που προχωρούν ο ένας προς τον άλλον από δύο αντίθετες πλευρές (XI, 67 κ.ε.), ο πεινασμένος ξυλοκόπος στο δάσος (στο ίδιο, 86 κ.ε.), οι δύο χωρικοί που φιλονικούν για τα όρια των αγρών τους (XII, 421 κ.ε.) και ο βοσκός που μεταφέρει μαλλί (στο ίδιο, 451 κ.ε.)· μόνον η γυναίκα που γνέθει μαλλί με μισθό και ζυγίζει το βάρος του (στο ίδιο, 433 κ.ε.) ανήκει ίσως στην πόλη.
Μία φορά αντλείται μια εικόνα και από τη ζωή του πολέμου (XVIII, 207 κ.ε.), όταν η φωτιά που λάμπει πάνω από το κεφάλι του Αχιλλέα, καθώς αυτός ορμά για εκδίκηση, συγκρίνεται με τα επείγοντα φωτεινά σήματα μιας πολιορκημένης νησιωτικής πόλης.
Τη γενική παράσταση αυτής της μεταμυθικής ζωής συμπληρώνουν μέσα στο έπος, ως οι αρχαιότερες και εκτενέστερες σκηνές καθημερινού βίου, οι απεικονίσεις των δύο ασπίδων: της ασπίδας που περιγράφεται στο δέκατο όγδοο βιβλίο της Ιλιάδας (478–608) και της ασπίδας του Ηρακλή στο μεταησιόδειο ποίημα136. Το δεύτερο αυτό έργο, μολονότι θεωρείται ότι δεν δημιουργήθηκε πολύ πριν από το 600 π.Χ. 137, μας ενδιαφέρει, επειδή διατηρεί ακόμη τον ορίζοντα της παλαιάς εποχής.
Πρώτα, λοιπόν, το θαυματουργό έργο της ασπίδας του Αχιλλέα. Στο κέντρο της βρίσκονται η γη, η θάλασσα και τα άστρα· κατόπιν, γύρω από αυτά, πρέπει να φανταστούμε ομόκεντρες ζώνες: την ευτυχισμένη πόλη με γαμήλιες πομπές και με τη δικαστική διαφορά στην αγορά138· έπειτα την πολιορκημένη πόλη, την ενέδρα έξω από αυτήν, τη μάχη που ξεσπά κατά την επιδρομή εναντίον των κοπαδιών, τους θεούς του πολέμου και τις Κήρες που αρπάζουν τη λεία τους· στη συνέχεια, το οργωμένο χωράφι, το χωράφι με τους θεριστές, τον αμπελώνα με τον τρύγο, το τραγούδι και τον χορό, την αγέλη των βοδιών στην οποία επιτίθενται λιοντάρια και τα πρόβατα που βόσκουν μέσα στη χαράδρα· τέλος, τον θαυμάσια διαμορφωμένο διπλό χορευτικό κύκλο και τους ακροβάτες.
Και ολόκληρη αυτή η εικόνα του κόσμου, μέσα στην οποία τα ευεργετικά χαρακτηριστικά της ζωής του λαού έχουν φθάσει στην τελείωσή τους, περιβάλλεται από τα νερά του Ωκεανού.
Στον Ησίοδο¹³⁹, ο καθιερωμένος καλλιτεχνικός χαρακτήρας της τεχνικής γίνεται πολύ σαφέστερος τόσο στην εισαγωγή όσο και στις επιμέρους παραστάσεις, ενώ ως ιδιαίτερο θαυμαστό έργο προστίθεται ο Περσεύς, ο οποίος αιωρείται χωριστά από την υπόλοιπη εικόνα¹⁴⁰.
Γύρω από το κέντρο, όπου παριστάνεται ένας φοβερός δράκοντας, διατάσσονται κατά ζώνες, πρώτα σκηνές μάχης χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο· έπειτα δώδεκα κεφαλές φιδιών, μάχες κάπρων και λεόντων, μια μάχη Λαπιθών και Κενταύρων με τον Άρη και την Αθηνά, οι θεοί μαζί με τον Απόλλωνα που παίζει και τις Μούσες που τραγουδούν, ένα θαλάσσιο λιμάνι με δελφίνια και έναν ψαρά¹⁴¹, καθώς και εκείνος ο Περσεύς που καταδιώκεται από τις Γοργόνες.
Κατόπιν ακολουθεί, προφανώς παρμένη από τον Όμηρο, η πολιορκημένη πόλη, η οποία όμως παρουσιάζεται με πολύ εντονότερη κίνηση, όπως και οι Κήρες περιγράφονται πολύ πιο διεξοδικά απ’ ό,τι εκεί¹⁴². Έπειτα έρχεται η ευτυχισμένη πόλη, με γαμήλια πομπή, χορό, τραγούδι, συμπόσιο και τη δραστηριότητα των πολιτών έξω από τα τείχη· και μπροστά στα μάτια του αναγνώστη παρουσιάζονται άλογα που καλπάζουν και χοροπηδούν, όργωμα, θερισμός, τρύγος —ο οποίος και πάλι περιγράφεται εκτενέστερα απ’ ό,τι στον Όμηρο—, πυγμαχία και πάλη, κυνήγι λαγού και, ως απόδειξη της σχετικά όψιμης σύνθεσης του έργου, μια αρματοδρομία, η οποία παρουσιάζεται με αρκετά μεγάλη έκταση και έχει ως έπαθλο έναν τρίποδα. Εδώ η αγωνιστική εποχή μάς μιλά ήδη απολύτως καθαρά.
Αυτό που απουσιάζει εντελώς από αυτές τις περιγραφές είναι οι βιοτεχνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Αντίθετα, η γεωργία και η ζωή της υπαίθρου έχουν —στον Όμηρο— ευγενικά και χαρούμενα χαρακτηριστικά και φέρουν επίσης τον χαρακτήρα της ευφορίας και της άνεσης: οι ποιμένες παίζουν τη σύριγγα· στους γεωργούς, κάθε φορά που φθάνουν στο τέλος της αυλακιάς, ένας άνδρας προσφέρει κρασί· κατά τον θερισμό, ο βασιλιάς παρακολουθεί σιωπηλός και με χαρούμενη καρδιά, κρατώντας το ηγεμονικό του σκήπτρο, ενώ κάτω από τη δρυ οι κήρυκες θυσιάζουν ήδη τον ταύρο για το γεύμα. Ο τρύγος και ο χορευτικός κύκλος είναι έργα εξαιρετικής ομορφιάς, ενώ στον Ησίοδο ο πρώτος παρουσιάζεται πολύ ψυχρότερα και ο δεύτερος υποδηλώνεται με λίγες μόνο λέξεις (στ. 280 κ.ε.).
Δεν έχει αφήσει κάθε λαός τόσο όμορφες παραστάσεις καθημερινής ζωής. Βέβαια, υπάρχουν και αιγυπτιακές απεικονίσεις αυτού του είδους στους τάφους του Μπενί Χασάν. Και εκεί, στα κτήματα των προσώπων βασιλικής καταγωγής που είναι θαμμένα στους τάφους αυτούς, σπέρνουν και οργώνουν· όλα όμως παρουσιάζονται με ακρίβεια και πληρότητα, σαν να ήταν αναγκαίο να γίνονται ακριβώς έτσι.
Στον Όμηρο, αντίθετα, όλα παρουσιάζονται σαν να τα επιθυμούσε κανείς έτσι· στη θέση της ακρίβειας βρίσκουμε στους Έλληνες χαρά και ελευθερία.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου