Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - Γνωρίζεις τον εαυτό σου;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Συμεών Κραγιόπουλος - Γνωρίζεις τον εαυτό σου;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (28)

Συνέχεια απο:Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση



Αντί ἐπιλόγου

Όπως καταλαβαίνουμε, μὲ ὅλα αὐτά πού λέ-χθηκαν στο βιβλίο αὐτό, βοηθιέται ὁ καθένας μας να γνωρίσει καλύτερα τὸν ἑαυτό του. Ἡ θεραπεία ὅμως τῆς ψυχῆς ἀπό τίς διάφορες ἀρρωστημένες καταστάσεις –ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὲς γιὰ τίς ὁποῖες ἔγινε λόγος ἐδῶ ἀλλά καί ἀπὸ ἄλλες– δέν εἶναι τόσο θέμα τῆς ἐπιστήμης τῆς ψυχολογίας. Γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς το θέμα μέσα στην Ἐκκλησία εἶναι ξεκάθαρο.

Υπάρχουν δύο βασικά πράγματα που πρέπει νὰ ἔχει ὁ καθένας μας ὑπ' ὄψιν του. Το ἕνα εἶναι ὅτι χρειάζεται να κάνουμε ὑπακοή μέσα στην Ἐκκλησία. Το δεύτερο εἶναι νὰ βλέπουμε, ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, μέσα στο ὅλο ἔργο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ για τη σωτηρία μας. Ἔτσι θα γίνουμε δεκτικοὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού πράγματι γιατρεύει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπό τίς ψυχολογικές καί ἀπό τίς πνευματικές ἀρρώστιες.

Θεωρήσαμε καλό να παραθέσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, ὅπου φαίνεται καθαρὰ αὐτό πού λέμε παραπάνω. Τὰ ἀποσπάσματα αὐτά εἶναι ἕνα μικρό μόνο δείγμα τῶν θέσεων του ὁμιλητοῦ πάνω στα θέματα αὐτά, για τις ὁποῖες θέσεις κάναμε λόγο καὶ στὸ εἰσαγωγικό σημείωμα

Υπακοή μέσα στην Εκκλησία


Στις ἡμέρες μας ὅποιος θέλει να σώσει την ψυχή του, πρέπει να κάνει ὑπακοή. Χωρίς νὰ εἶναι ἀπόλυτο αὐτό πού λέμε, πάντως ὁ κανόνας εἶναι αὐτός. Ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπακοή δεν ξέρω ἄν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἂν λοιπόν ὁ καθένας πρέπει να κάνει ὑπακοή, αὐτὸ ἰσχύει ἀκόμη περισσότερο γι' αὐτούς πού ἔχουν ἀρρωστημένες καταστάσεις.

Αμα κάνει κανείς ὑπακοή -ἀλλά ἀληθινή ύπα κοή- σιγά-σιγά θα ξεγλιτώσει ἀπὸ τὰ γρανάζια μέσα στὰ ὁποῖα ἔχει μπλέξει –ἀπὸ τις διάφορες ἀρρωστημένες καταστάσεις, ἀπὸ τὰ διάφορα κόμ πλεξ- θα κινηθεῖ πιὸ ἄνετα καὶ θὰ λυτρωθεί.

Σᾶς ἔλεγα, νομίζω, καὶ ἄλλη φορά μπορεί να κάνω λάθος, μπορεῖ νὰ πέφτω ἔξω· παίρνω πίσω τα λόγια μου ἀπό ἐκείνους ποὺ δὲν θὰ τὰ δέχον ταν ὅτι ἔχω προσέξει πώς, ὅσοι μέχρι σήμερα με ἄκουσαν μὲ ἐμπιστοσύνη, δὲν ἔπεσαν έξω. Βγήκε πολύ καλό. Έχουμε περιπτώσεις που με κάποιον γνωρισθήκαμε καί συνεργασθήκαμε γιὰ τὴν ψυχή του ἕνα χρόνο, δυό χρόνια, τρία χρόνια καί, καθώς ἔκανε φοβερή ὑπακοή καὶ ἔδειξε φοβερή έμπιστοσύνη, ἔγινε πολύ καλό στην ψυχή του (σσ. 107-109).

Ἂν ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνάγκη να κάνει ὑπακοή, πολύ περισσότερο ὁ ἀρρωστημένος τύπος. Καὶ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι σήμερα οἱ ἄνθρωποι, καί προπαντός οἱ νέοι, ἔχουν φοβερά ψυχολογικά προβλήματα, καί ὅταν ἀκόμη δέν φαίνεται αὐτό (σ. 183).

***

Εἶναι κατά τέτοιον τρόπο κυριευμένοι σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπό τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους, ἀπό τήν ὅλη ἁμαρτωλή καί ἀρρωστημένη κατάσταση πού ἔχουν μέσα τους –καθώς συνυπάρχουν ἁμαρτία καί ἀρρώστια- εἶναι τόσο μπερδεμένοι, τόσο αἰχμάλωτοι, πού μόνο ἡ ὑπακοή τούς σώζει. Μάλιστα, ὅλο αὐτό το μπέρδεμα τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἁμαρτία καί μὲ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση ὀφείλεται –ἄσχετα ἂν δὲν φαίνεται πάντοτε αὐτό- στο ὅτι ὑπάρχει βαθύτερα μιά συγκατάθεση τῆς ψυχῆς. Καί στήν ὑπακοή αὐτό δέν μπορεῖ νὰ μείνει θά φύγει. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, ἐφόσον θά ἀντέξει κανείς τὴν ὑπακοή, θα φύγει αὐτή ἡ συγκατάθεση. Τό θέμα εἶναι νὰ ἀντέξει κανείς τήν ὑπακοή. Νά ἀποφασίσει να κάνει ὑπακοή καί νά τήν ἀντέξει μέχρι τέλους (σ. 183).

***

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φίλαυτος, εἶναι ἐγωλάτρης. Δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, ἰδέα δέν ἔχουμε, ὅμως βουλιάξαμε ἐκεῖ μέσα, ὅπως βουλιάζουν οἱ ψυχοπαθεῖς μέσα στήν ἀρρώστια τους.

Ἔχει οἰκοδομηθεῖ ἕνας έρωτας, ἕνα μπλέξιμο -καί δέν ξεμπλέκουμε εύκολα με τη λατρεία τοῦ ἑαυτοῦ μας, μέ τή φροντίδα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, μὲ τή φιλαυτία. Αὐτό ἄλλοτε ἐκδηλώνεται σὰν ἕνας φόβος μήν πάθουμε τίποτε, σαν μια ἀνασφάλεια. μιά μοναξιά, μιά ἀνησυχία -μήπως δὲν πᾶνε καλά τα πράγματα στή ζωή, μήπως δέν πετύχω, μήπως πέσω ἔξω, μήπως με γελάσουν καὶ τί θα κάνω ἄλλοτε σαν μια μέριμνα μή χάσουμε τοῦτο, μὴ χά-σουμε ἐκεῖνο, νὰ προλάβουμε το ἕνα, να προλάβουμε το ἄλλο ἄλλοτε πάλι σὰν ἐπιθυμία να χαρούμε τὸ ἕνα, νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι ὅλα μιά ματαιότητα. Ἀπό μιά πλευρά ὅλα αὐτά δημιουργοῦνται, καί τὰ ζεῖ κανείς ἔτσι, διότι ἀγκαλιάσθηκε μὲ τὸ ἄθλιο ἐγώ. Μόλις λυτρωθεῖ ἀπό το ἐγώ, ἐξαφανίζονται.

Σᾶς εἶπα καὶ ἄλλη φορά, τό τονίζω και τώρα, ὅτι αὐτό φαίνεται ἰδιαίτερα στις ψυχοπάθειες. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό μιά πλευρά εἶναι, θα τολμούσαμε νὰ ποῦμε, ψυχοπαθεῖς. Ἀπὸ μια πλευ ρά. Καί ὑπάρχουν οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ εἶναι χτυπητές, καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ δοῦμε τί συμβαίνει σέ ὅλους μας. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις τὸ ἀποτελε-σματικό, το καίριο κτύπημα δίνεται –καὶ ἀνοίγει ὁ δρόμος, καί προχωρούν τα πράγματα- εάν κάνει κανείς ὑπακοή.

Ἔλεγα σε μιά συγκεκριμένη περίπτωση αὐτές τις μέρες: «Βρέ παιδί μου, ἔτσι ὅπως εἶναι τὰ πράγ-ματα τώρα, ἤδη ἔχεις μιά πείρα. Τὰ ἔκανες θάλασ-σα· τελείωσε. Ἐνήργησες ἔτσι, ἐνήργησες ἀλλιῶς, προσπάθησες ἔτσι, προσπάθησες ἀλλιῶς. Δὲν ἔγινε τίποτε ἄλλο, παρά μπερδεύτηκες ἀκόμη περισσότερο, ὅπως μπερδεύεται το ζωύφιο πού θα πέσει πάνω στον ἱστό τῆς ἀράχνης, καί, το καημένο, θέλει τάχα να φύγει, ἀλλά ὅσο προσπαθεῖ νὰ φύγει, τόσο περισσότερο τυλίγεται ἐκεῖ μέσα. Ἀφοῦ εἶσαι ἔτσι πού εἶσαι, τοῦ εἶπα, τί σε πειράζει νὰ πεῖς: “Εγώ τὰ ἔκανα θάλασσα. Ήλθα σ' αὐτὸν τὸν πάτερ. Γιὰ νὰ ἔλθω, τοῦ ἔχω μιὰ ἐμπιστοσύνη. Θά κάνω λοιπόν ὅ,τι μοῦ πεῖ”. Γιὰ ἕνα διάστημα τουλάχιστον. Δέν πρόκειται οὔτε νὰ σοῦ ἐπιβάλουν τίποτε οὔτε να χάσεις τίποτε». Δέν το κάνει ὅμως. Δέν το κάνει καί παιδεύεται. Ἡ πείρα ἔδειξε ἀτράνταχτα, κατά ἀπόλυτο τρόπο, ὅτι ὅποιος θελή-σει να πιστέψει σ' αὐτό πού τοῦ λένε -μέ τήν προ-ϋπόθεση βέβαια ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη, καί καθώς ἀπό τή δική του πλευρά δέν βλέπει και μιά προκοπή, ἀλλά μόνο θάλασσα τα κάνει- λυτρώνεται (σσ. 155-157).

Μέσα στήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ για τη σωτηρία μας

Εἶναι περιπτώσεις πού ἔχει κανείς, ἄς ἐπιτρα-πεῖ νὰ πῶ τὴ λέξη, ἕναν παλιοχαρακτήρα. Αμέσως θὰ πεῖ κανείς: «Γιατί ὁ Θεός νὰ ἐπιτρέψει νὰ ἔχω ἐγώ ἕναν τέτοιο χαρακτήρα και να παλεύω;» Δέν μπορεῖ κανείς εὔκολα να το δεχθεῖ αὐτό, καί γίνεται μεγάλο κακό στην ψυχή, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αἰσθάνεται σαν νὰ τὸν ἀδικεῖ ὁ Θεός. Εκτός αὐτοῦ, λειτουργεῖ στὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἕνας μηχανισμός αὐτοπροστασίας, ὁπότε τελικά συμμα χεῖ κανείς μὲ τὸν χαρακτήρα του, τὸν ὑποστηρίζει, και στην πράξη -θεωρητικά ἴσως ὄχι- προσπαθεί ἀπό δῶ, ἀπὸ κεῖ νὰ ἀποδείξει ὅτι εἶναι καλός ὁ χαρακτήρας του.

Καί ἐδῶ μπλέκονται τα πράγματα. Ἐνῶ, αὐτό πού χρειάζεται, εἶναι νὰ ταπεινωθεῖ κανείς καὶ νὰ πεῖ: «Φαίνεται, ἐγώ δέν θά σωζόμουν, ἄν εἶχα ἕναν πιό καθαρό, πιό καλό χαρακτήρα».

Διότι δέν εἶναι θέμα χαρακτήρος ή σωτηρία.

Ὁ Ἀδάμ μέσα στον παράδεισο ήταν ἅγιος, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔσωσε αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος δέν σώζε ται ἁπλῶς μὲ τὸν καλό χαρακτήρα. Ὑπάρχουν όρι-σμένοι ἄνθρωποι πού εἶναι ἐκ φύσεως καλοῦ χαρακτῆρος, ἀλλά δέν φθάνει αὐτό, γιά νά σωθεῖ κανείς. Μέσα στην κοινωνία βέβαια, στις σχέσεις μέτοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μπορεῖ νά φαίνεται καλός κανείς, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωτηρία.

Ὁ ἄλλος πάλι ὑποφέρει με τον κακό του χα-ρακτήρα. Καί αὐτό πού πρέπει να κάνει, ἐπανα-λαμβάνω, εἶναι νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ πεῖ: «Ὁ Θεός τὸ ἐπέτρεψε, γιατί, ἄν εἶχα καλό χαρακτήρα, ποιός ξέρει τί ὑπερηφάνεια θά μέ ἔπιανε. Ἐνῶ τώρα, κα-θώς εἶμαι αὐτό πού εἶμαι, θέλω δέν θέλω, ταπεινώνομαι. Πῶς θὰ ὑπερηφανευθῶ;» Ἂν το πάρει λοιπόν σωστά κανείς, ταπεινώνεται, ταπεινώνεται καί εὐγνωμονεῖ τόν Θεό: «Θεέ μου, πόσο κακό, τί συμφορά νόμιζα ὅτι εἶναι για μένα ὁ χαρακτήρας που ἔχω. Προβληματιζόμουν τί θα κάνω μὲ τέτοιο χαρακτήρα, καί τώρα εἶδα ὅτι αὐτό ἦταν για μένα σωτηρία. Σὲ εὐγνωμονῶ, Θεέ μου, σε εὐχαριστῶ» (σσ. 140-141).

***

Μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Καί ὡς Θεός πού ἀγαπᾶ τον καθένα, οἰκονόμησε, ἐπέτρεψε νὰ ἔλθουν ἔτσι τα πράγματα για σένα ἀπό ἀγάπη. Να το πιστέψεις αὐτό. Να πιστέψεις δηλαδή –ὅμως νά τό πιστέψεις τώρα- ὅτι τελικά ὅ,τι, ὅ,τι καὶ ἄν σοῦ συμβαίνει, θα βγεῖ σε καλό.

Νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἡ δική σου ψυχή δέν θά σωζόταν, ἐὰν δέν οἰκονομοῦσε τα πράγματα ὁ Θεός ἔτσι, ὥστε νὰ παγιδευθεῖς στην παγίδα πού εἶσαι παγιδευμένος. Δέν θά σωζόταν ἀλλιῶς ἡ ψυχή σου. Αὐτό ἄν τὸ μελετήσει κανείς καλά-καλά, ἂν τὸ δεῖ καλά-καλά, θὰ βρεῖ πολύ ὑλικό για να νιώσει την ἁμαρτία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί να ταπεινωθεῖ· να νιώσει τήν δυνάμει ὑπερηφάνεια πού ἔχει ἡ ψυχή του, τήν δυνάμει ἀνταρσία πού ἔχει, τήν δυνάμει ἀντίδραση πού ἔχει μέσα του ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Καί γι' αὐτό χρειάσθηκε ὁ Θεός νὰ οἰκονομήσει ἔτσι τα πράγματα, ὥστε νά τόν καθηλώσει. Γιατί, ἂν δὲν τὸν εἶχε καθηλώσει, ποιός ξέρει τί θά ἔκανε.

Καί μόνο να σκεφθεῖ κανείς ἔτσι, ἀμέσως θά σωριασθεί κάτω καί θὰ πεῖ: «Θεέ μου, εἶναι ἄλλος ἁμαρτωλός σάν κι ἐμένα;» Εἶναι βέβαια ἐνδεχόμενο νὰ τὸν πιάσει το παράπονο: «Γιατί ἐμένα ἔτσι;» Ἄν ὅμως το ξεπεράσει αὐτό, θὰ πεῖ: «Θεέ μου, ἐνῶ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι, ἐνῶ θά ἔκαμνα αὐτά πού θα ἔκαμνα, ἐσύ παρ' ὅλα αὐτά μὲ ἀγάπησες και βρῆκες τον τρόπο να με πιάσεις, νὰ μὲ δέσεις καὶ τελικά να με σώσεις». Αὐτό βέβαια εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο στοιχίζει.

Ἐάν μελετήσει κανείς τίς ἀλήθειες που λέμε τώρα, θὰ βρεῖ ὅτι ὅλα τὰ ἀρνητικά τῆς ζωῆς του εἶναι εὐλογίες Θεοῦ. Ὅλα τά ἀρνητικά. Αὐτά καθ' ἑαυτά βέβαια δέν εἶναι εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὅτι δυνάμει ἔχεις μέσα σου μιά κατάσταση πού ποιός ξέρει τί θὰ ἔκανε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ εἶναι κακό. Ποιός ξέρει τί θά ἔκανε καί τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο πού ἔχεις μέσα σου. Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἄσχη μα, αὐτά καθ' ἑαυτά εἶναι κακά ἀλλὰ ὅμως, ἔτσι ὅπως τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός, εἶναι εὐλογίες. Διότι ὁ Θεός τὰ πῆρε ὅλα αὐτά -λάθη, πάθη, ἀδυναμίες, ἀρρωστημένες καταστάσεις- τά ὁποῖα εἶναι δικά σου, καί τὰ οἰκονομεῖ κατά τέτοιον τρόπο, τά βάζει μέσα στο σχέδιό του κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε τελικά νὰ ἁγιάσεις.

Εὐγνωμονεῖς ἤ δέν εὐγνωμονεῖς μετά τόν Θεό γιὰ τὸ ὅποιο πάθημά σου, γιά τήν ὅποια ἀδυναμία σου, γιά τό ὅποιο ἐλάττωμά σου; Ἔτσι, περνά κανείς σε ἐντελῶς ἄλλη κατάσταση. Δέν κλαίει τή μοίρα του, ὅπως κάνουν οἱ πολλοί –ὅσοι ἔχουν τέτοια βιώματα μέσα τους καί κλαίνε, τρόπον τινά, τή μοίρα τους, γιατί ἔτσι, γιατί ἀλλιῶς– ἀλλά ἀρχίζει νὰ εὐγνωμονεῖ τὸν Θεό, νὰ εὐχαριστεῖ τόν Θεό καί νά τόν δοξάζει. Καί ἀρχίζει κιόλας νὰ ἀπολαμβάνει ὅλη αὐτὴ τὴν ἀγάπη που δείχνει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν εἰδική πρόνοια πού ἔλαβε γι' αὐτόν -πού ἐπέτρεψε δηλαδή νὰ ἔχει ὅλες αὐτές τις άσχημες καταστάσεις, γιά να τον οδηγήσει τελικά στη σωτηρία.

Ἐνῶ μοιάζουν νὰ εἶναι πολύ φοβερά αὐτά, ὅμως, καθώς τὰ λέμε ἔτσι, ἐὰν τελικά με πιστεύετε, ἐὰν μὲ καταλαβαίνετε, ἐγώ αἰσθάνομαι μήπως όμως κάνω λάθος- σὰν νὰ παίρνω ἀπό πάνω σας ασήκωτα δάρη, καὶ θὰ φύγετε ἀπό ἐδῶ με φτερά, ἄν βέβαια εἶναι μέσα στην ψυχή σας ή ταπείνωση. Ἄλλιῶς, ἂν δηλαδή, χωρίς νὰ εἶναι μέσα του ἡ ταπείνωση, φύγει κανείς με φτερά, θὰ εἶναι ξιπασμένος.

Τὸ αἰσθάνεσθε ἐσεῖς ἔτσι; (σσ. 315-317).

Γιά τούς πατέρες, τὸ κύριο καί πρώτιστο για κάθε ψυχή εἶναι να καθαρθεῖ, να ταπεινωθεί, να μάθει νὰ ὑποτάσσεται στον Θεό, να μάθει νὰ ἀγαπᾶ πραγματικά τον Θεό καί τούς ἀνθρώπους, να μάθει νὰ ἐργάζεται για τη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι νὰ ἐργάζεται καταναγκαστικά, για νὰ ἐξυπηρετήσει μια ἐσωτερική της ἀνάγκη.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (27)

Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


Κεφάλαιο Έ 10

Η ιδεατή εικόνα

Αὐτοπεριφρόνηση

Κάτι που τὸ ζοῦμε, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε

Αὐτὸν τὸν καιρό μιλᾶμε γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα καὶ εἰδικότερα γιὰ τὴν ἀπόσταση, για το χάσμα ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί λέγαμε ὅτι, ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἀποστάσεως πού ὑπάρχει, δημιουργείται ἐξ ἀντιδράσεως ἡ ἐξωτερίκευση, ἡ προβολή. Ἐξωτερικεύει δηλαδή κανείς μιά κατάσταση πού εἶναι μέσα του καί τὴν προβάλλει πάνω στούς ἄλλους.

Ὅσο πιο πολύ ὁ ἄνθρωπος, τὸ ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου, τό εἶναι μας δηλαδή, ταυτίζεται μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα καὶ ἑπομένως τὸ εἶναι μας εἶναι μακριά ἀπό τὸν πραγματικό ἑαυτό μας, καί ἔτσι ὑπάρχει αὐτό το χάσμα - τόσο ὅλη αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι ἀσυνείδητη μέσα μας. Δηλαδή, εἴδηση δέν παίρνουμε ὅτι ἔτσι συμβαίνει ἰδέα δέν ἔχουμε. Ὄχι μόνο δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, ἀλλά οὔτε τὸ ὑποψιαζόμαστε κάν.

Καί φυσικά, ὁ ἑαυτός μας ἀπό τὸ ἀσυνείδητο ἀντιδρᾶ, καὶ ἀντιδρᾶ κατά ἕναν ἀσυνείδητο τρόπο, χωρίς δηλαδή να το καταλαβαίνουμε. Ἡ ἀσυνείδητη αὐτή ἀντίδραση -λέει ἡ Κάρεν Χόρνεῦ, ἡ ὁποία, σᾶς ἔχω πεῖ, φαίνεται πώς εἶναι ἡ καλύτερη μεταξύ τῶν μεγάλων ψυχολόγων- ἐκδηλώνεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἴτε μὲ τὴν αὐτοπεριφρόνηση εἴτε μὲ τὴν ὀργή εἴτε μὲ ἕνα αἴσθημα ἐσωτερικῆς πιέσεως. Δηλαδή, ἡ ἄσχημη αὐτή κατάσταση που ὑπάρχει μέσα μας προβάλλεται πρὸς τὰ ἔξω, ἐξωτερικεύεται με τούς τρόπους αὐτούς. (Αὐτή βέβαια τὰ ἐξηγεῖ ἀπό καθαρώς ψυχολογικῆς ἀπόψεως. Κάπως ἔτσι ὅμως θὰ τὰ λέγαμε καὶ ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως. Πρέπει μάλιστα να τονίσουμε ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι μόνο ὀδυνηρά, ἀλλά καθιστούν τὸν ἄνθρωπο ἀνίκανο να ζεί.)

Ἡ αὐτοπεριφρόνηση μπορεῖ νὰ ἐκδηλώνεται εἴτε μὲ τὸ νὰ περιφρονούμε τοὺς ἄλλους εἴτε με το να περιφρονοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἀπό τὸ ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος.

Θυμάστε, εἴχαμε πεῖ, ἀναφερόμενοι στούς τύπους τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐπιθετικός τύπος, ὁ συμμορφούμενος τύπος καὶ αὐτὸς ποὺ ἀπομονώνεται. Ἕνας ἐπιθετικός τύπος πάντοτε τὴν περιφρόνηση τοῦ ἑαυτοῦ του θὰ τὴν ἐκδηλώνει ἐπάνω στούς ἄλλους· θα περιφρονεῖ δηλαδή τούς ἄλλους. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος περιφρονεί τους ἄλλους, κατά βάθος περιφρονεῖ τὸν ἑαυτό του. Ὁ συμμορφούμενος τύπος μᾶλλον νιώθει ὅτι περιφρονεῖται ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἂν ὑπῆρχαν πνευματικές ἀκτίνες Χ, γιὰ νὰ μᾶς δείξουν τί εἶναι ὁ καθένας μας, τί χάος θα βλέπαμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας!

Όσο πιο πολύ κανείς ἔχει καλλιεργήσει μια ἰδεατή εἰκόνα, καὶ εἶναι πιασμένος ἀπό αὐτὴν καὶ ταυτισμένος μὲ αὐτήν, τόσο πιο πολύ περιφρονεί τὸν ἑαυτό του. Διότι ὁ πραγματικός ἑαυτός του ὑπάρχει, καί, θέλει δὲν θέλει κανείς, αὐτή ἡ πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ του ἐκδηλώνεται. Ὁπότε ὑποσυνείδητα, ἀσυνείδητα, χωρίς πάντως νὰ τὸ καταλαβαίνει κανείς, νιώθει μια περιφρόνηση γιά τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτό το ζεῖ μόνο, χωρίς να καταλαβαίνει ὅτι τὸ ζεῖ. Καὶ πῶς ἐκδηλώνεται; Ἐκδηλώνεται, ὅπως ἐλέχθη, με το να περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους ἤ μὲ τὸ νὰ νιώθει ὅτι τὸν περιφρονοῦν οἱ ἄλλοι. Μάλιστα, ὅταν νιώθει κανείς ὅτι περιφρονεῖται ἀπό τούς ἄλλους, θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι χειρότερο. Ἄς φαίνεται ὅτι εἶναι καλύτερο.

Καί φυσικά, ἡ περιφρόνηση αὐτή εἶναι κάτι το ἄσχημο. Δὲν εἶναι ἡ περιφρόνηση γιά τήν ὁποία ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι καί οἱ ἀσκητές. Ἐδῶ, ὅπως βιώνουν καί διδάσκουν οἱ ἅγιοι, ὑπάρχει ὁ πραγματικός ἑαυτός μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁμαρτωλός, καί πρέπει ὁ ἄνθρωπος να βλέπει τόν ἅγιο Θεό καί τὸν ἁμαρτωλό ἑαυτό του και να ταπεινώνεται. Γιά παράδειγμα, ὁ ἀσκητής, πού κτυπάει τὸν ἑαυτό του κάτω σάν χταπόδι, ἀπό τή μια βλέπει ταπεινά τὸν ἑαυτό του, καὶ ἀπό τήν ἄλλη βλέπει μέ καθαρά μάτια τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, τη μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ, καὶ ζεῖ πράγματι μέσα σ' αὐτή τή διάσταση: μια βλέπει τὸν ἅγιο Θεό, μια βλέπει το ἄθλιο εἶναι του. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπό τὸ ἕνα μέρος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀπελπιστεῖ πλήρως ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἀπό τὸ ἄλλο μέρος νὰ ἐλπίσει τελείως στον Θεό, ἂν θέλει να σωθεῖ. Ἀλλιῶς, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεί. Αὐτό εἶναι ἕνα γνήσιο βίωμα.

Πέρα ὅμως ἀπό αὐτή τή γνήσια κατάσταση, ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη πραγματικότητα: Στίς ἡμέρες μας ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος –καί αὐτός ἀκόμη που θεωρείται καλός χριστιανός– αὐτό το γνήσιο το ἔχει διαστρέψει, τὸ ἔχει παραμορφώσει. Ἕνεκα τοῦ ἐγωισμοῦ του, τῆς ἐπάρσεώς του, τῆς οἰήσεώς του, τῆς ὑποκρισίας του –ἕνεκα τοῦ ὅτι ζοῦμε κατά ἕναν ψεύτικο τρόπο μέσα στη ζωή ἔχει φτιάξει μιά ἰδεατή εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Πιάνεται λοι πόν ἀπό αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, ποὺ εἶναι κατασκεύασμα τῆς φαντασίας –καί εἶναι ἔπαρση σατανική– καί καθώς θέλει νὰ εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα, ταυτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ αὐτήν. Ἐν τῷ μεταξύ ὑπάρχει ὁ πραγματικός ἑαυτός του, καί κατά βάθος ζεῖ αὐτό πού πραγματικά εἶναι ὁ ἑαυτός του. Ἔτσι, χωρίς να το καταλαβαίνει, παίρνει ἀρνητική, περιφρονητική στάση ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπό ἐγωισμό ὅμως καὶ ὄχι ἀπὸ πραγματική ταπείνωση περιφρονεῖ τὸν ἑαυτό του άρρωστημένα, δηλαδή ἐγωιστικά, ὑπερήφανα. Καί αὐτό ἐκδηλώνεται –δέν το συνειδητοποιεί βέβαια ὁ ἴδιος– ἢ μὲ τὸ νὰ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους ἢ μὲ τὸ νὰ νομίζει ὅτι περιφρονεῖται ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Και τονίσαμε ὅτι αὐτό το δεύτερο εἶναι ἀκόμη χειρότερο, γιατί κάνει τὸν ἄνθρωπο ντροπαλό, φοβισμένο, κάνει τὸν ἄνθρωπο να βρίσκεται σε άμηχανία, νὰ ἀπομονώνεται και να γίνεται θύμα τῶν ἀλαζόνων καί ἐγωιστῶν ἀνθρώπων, ποὺ ὑπάρχουν μέσα σ' αὐτὴ τὴν κοινωνία, καί φυσικά τον κάνει νὰ ὑποφέρει πάρα πολύ.

Ὅταν ξαφνικά ξεσκεπαστεί τὸ ἄθλιο εἶναι μας...

Ἀλλά το χειρότερο ἀπό ὅλα γι' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο –στόν ὁποῖο ἡ ἄσχημη αὐτή ἐσωτερική κατάσταση, που δημιουργεῖται ἕνεκα τοῦ χάσματος μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του, ἐκδηλώνεται ὡς αὐτοπεριφρόνηση το πιό ἄσχημο εἶναι τὸ νὰ ξεσκεπαστεί ξαφνικά ὅλο αὐτὸ τὸ ἄθλιο εἶναι του, και να πάψει, τρόπον τινά, να βλέπει αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, ἡ ὁποία τόν στηρίζει λίγο στη ζωή, καὶ νὰ δεῖ γυμνό τὸν ἑαυτό του, πού εἶναι ἡ πιὸ ἄθλια εἰκόνα που ὑπάρχει το ἄλλο ἄκρο -ἐν σχέσει μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα- πού ὑπάρχει μέσα του. Ὅταν δηλαδή ἀπότομα καί ξαφνικά το δεῖ αὐτό, τότε καταρρέει ὁ ἄνθρωπος, τσακίζεται κυριολεκτικά, ἀπελπίζεται, ἀπογοητεύεται. Τρόπον τινά, δέν βρίσκει κάτι μέσα του στό ὁποῖο νὰ μπορεῖ νὰ στηριχθεί, για να σταθεῖ λίγο στα πόδια του καὶ νὰ κάνει λίγο κουράγιο, λίγη προσπάθεια, ὥστε να μπορέσει να κάνει μια προσευχή στον Θεό. Ποῦ διάθεση για τέτοια! Ποῦ προσπάθεια!

Καὶ αὐτό, ξέρετε, εἶναι κάτι πού συμβαίνει συχνά πυκνά σήμερα, στήν κοινωνία αὐτή πού ζοῦμε. Ἀρκετοί ἄνθρωποι, ἀπό κεῖ πού ζοῦν καὶ βασιλεύουν ἀνάμεσά μας, ἀπό κεῖ πού κόβουν καί ράβουν, ἀπό κεῖ πού παρουσιάζονται ὅτι εἶναι πολύ σταθεροί, ὅτι ξέρουν πολλά, καί λένε πολλά, ξαφνικά καταρρέουν, ἀκριβῶς διότι ξεσκεπάζεται μπροστά στα μάτια τους ὁ πραγματικός ἑαυτός τους, και φεύγει τελείως ἡ ἰδεατή αὐτή εἰκόνα. Πῶς σωριάζεται ἕνα μέγαρο κάτω, καί δέν μένει τίποτε ὄρθιο; Ἔτσι καταρρέουν.

20-5-1972

Ἄφησε τίς ἰδεατές εἰκόνες καί μετανόησε εἰλικρινά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ταπεινώσου πραγματικά καί κοίταξε αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ εἶσαι.

Στηρίξου σ' αὐτό καί ζήτησε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ σοῦ δώσει το πολύ.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (26)

Συνέχεια από: Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Γνωρίζεις τον εαυτό σου
;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


Κεφάλαιο Έ 9


Η ιδεατή εικόνα

Ἡ ἐξωτερίκευση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας

Συνέπειες ἀπὸ τὸ χάσμα καί τή σύγκρουση

Με βάση αὐτὰ ποὺ ἔχουμε πεῖ μέχρι τώρα, καταλαβαίνουμε ὅτι δημιουργεῖται ἕνα ἀγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας που φτιάχνει ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του καί τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του.

Φυσικά, φτιάχνει κανείς τὴν ἰδεατή εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀποφύγει τίς συγκρούσεις που τον ταλαιπωροῦν, ἀλλὰ ἔπειτα εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη ἡ σύγκρουση μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ βρεῖ διάφορες λύσεις.

Καί ὅπως ἐξηγήσαμε τίς προηγούμενες Κυριακές, ὁ ἄνθρωπος πότε κάνει τοῦτο, πότε κάνει ἐκεῖνο, ἀλλά τελικά μπλέκει πιο πολύ. Καί ὅλο αὐτό συμβαίνει, γιατί συνδέεται πολύ μέ τήν ίδεα-τὴ εἰκόνα, πού εἶναι γι' αὐτόν τό πᾶν. Ἑπομένως, εἶναι σαν να καταστρέφει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, ἂν θελήσει νὰ ἀποβάλει τὴν ἰδεατή εἰκόνα, καὶ γι' αὐτὸ δὲν τὸ κάνει. Ἔτσι, ἐξακολουθεῖ νὰ μένει ἡ δεατή εἰκόνα καί νὰ ἔχει τὰ ἀποτελέσματα πού ἔχουμε πεῖ. Ἐν πάση περιπτώσει, καθώς ὑπάρχει ἡ ἰδεατή εἰκόνα, ἀλλὰ ὑπάρχει καί ὁ πραγματικός ἑαυτός μας, καί καθώς δημιουργείται χάσμα μεταξὺ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας, καί συνεχίζει νὰ ὑπάρχει αὐτό το χάσμα καὶ ἑπομένως αὐτή ἡ σύγκρουση, δέν βρίσκει ὁ ἄνθρωπος ἡσυχία καί ἀνάπαυση· δέν μένει εὐχαριστημένος, ἀλλά τρώγεται, τρόπον τινά, μὲ τὸν ἑαυτο του καὶ μὲ τοὺς ἄλλους.

Μιά ἀκόμη λύση στην ὁποία καταφεύγει ὁ ἄνθρωπος, καθώς ζεῖ αὐτή τη σύγκρουση μεταξύ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του, καί τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας, εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση ή προβολή, κατά τούς ψυχολόγους.

Εἴχαμε πεῖ παλαιότερα ἀρκετά για την προβολή. Χρειάζεται τώρα να πούμε πάλι μερικά σε σχέση μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα, σε σχέση με τη σύγκρουση αὐτή πού δημιουργείται μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καὶ ἄν φτιάξει μια ἰδεατή εἰκόνα μέσα του, ὅσο καὶ ἄν ταυτισθεῖ μὲ αὐτήν, δέν μπορεῖ νὰ ἀγνοήσει τον πραγματικό ἑαυτό του. Ὑπάρχει ὁ πραγματικός ἑαυτός του, αὐτός δηλαδή ὁ ὁποῖος ἔχει πάθη, ἐλαττώματα, ἐλλείψεις, ἀδυναμίες· ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλο τὸ κακό μέσα του. Καί, ἐφόσον ὑπάρχει αὐτή ἡ πραγματικότητα, ἐκδηλώνεται. Ὅσο καὶ ἂν θέλει κανείς νὰ τὰ ἐξιδανικεύσει τα πράγματα, ὅσο καὶ ἄν θέλει να τα καμουφλάρει, ὑπάρχει ἡ πραγματικότητα αὐτή. Ὁπότε, θέλει δέν θέλει κανείς, θὰ εἶναι ἄθυμος, ταραγμένος θέλει δὲν θέλει, θα θυμώνει, θέλει δέν θέλει, ὅλο κάτι θὰ τοῦ φταίει. Ἐφόσον δὲν ἀποφασίζει νὰ πετάξει τὴν ἰδεατή εἰκόνα, καὶ ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑπάρχει ὁ πραγματικός ἑαυτός του, το χάσμα ὑπάρχει μέσα του, ἡ σύγκρουση ὑπάρχει, ἡ ἄσχημη κατάσταση ὑπάρχει. Τί θα γίνει;

Ἀρχίζει λοιπόν κανείς, χωρίς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνει, νὰ ἐξωτερικεύει τὸν ἑαυτό του και να τον προβάλλει στούς ἄλλους. Δηλαδή, τα διάφορα ἐλαττώματά του ἤ τις διάφορες δύσκολες καταστάσεις πού ἔχει μέσα του, παύει νὰ τὰ βλέπει στόν ἑαυτό του ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα - νὰ τὰ ἀποδίδει στον ἑαυτό του, καί ἀρχίζει να τα βλέπει, τρόπον τινά, στούς ἄλλους, πού εἶναι ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἀπομακρύνεται ἔτσι κανείς ἀπό τόν ἑαυτό του.

Λέγεται, μάλιστα, ὅτι το πράγμα φθάνει σε μια τέτοια κατάσταση, ὥστε πολλές φορές αὐτοί οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται -κάνουν συλλαλητήρια, στέλνουν τηλεγραφήματα, κάνουν διαδηλώσεις, γράφουν, μιλοῦν ἀπὸ τὰ ραδιόφωνα κτλ.- για τις μικρές χώρες που καταπιέζονται, τὰ κάνουν ὅλα αὐτά, γιατί ὑπάρχει ἀνάλογη κατάσταση μέσα τους. Δεδομένου ὅτι μὲ τὴν ἐξωτερίκευση, μὲ τὸ νὰ προβάλλει κανείς τὸν ἑαυτό του στοὺς ἄλλους, δέν προβάλλει ἁπλῶς ὁρισμένα ἐλαττώματα, δὲν ἐξωτερικεύει καὶ ἐπιρρίπτει ἐπάνω στὸν ἄλλο ἁπλῶς ὀρισμένα σφάλματα, ἀλλά, τρόπον τινά, προβάλλει ὅλο τὸ εἶναι του καὶ τὰ αἰσθήματά του.

Ἕνας ἄνθρωπος λοιπόν ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐλεύθερος ἐσωτερικά, ἕνας ὁ ὁποῖος εἶναι δεμένος με διάφορα πάθη καί αἰσθάνεται ἕνα βάρος μέσα του και καταπιέζεται ἀπό αὐτό το βάρος, για να ξελαφρώσει λίγο, γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ λίγο ἀπό αὐτὴ τὴν κατάσταση στην ὁποία βρίσκεται, ἐπισημαίνει, τρόπον τινά, κάτι ἀνάλογο πού ὑπάρχει στούς ἄλλους. Φθάνει, π.χ., κανείς στο σημεῖο, ἐνῶ εἶναι ὁ ἴδιος θυμωμένος με τον ἑαυτό του ή μέτοὺς ἄλλους, να νομίζει ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι θυμωμένοι μαζί του. Ή ἀκόμη μπορεῖ νὰ φθάσει μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως εἴπαμε, να διαμαρτύρεται τάχα για χώρες πού καταπιέζονται ἀπό ἄλλες χώρες.

Θύματα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε

Ἡ ἄσχημη αὐτή κατάσταση μπορεῖ νὰ πάρει ἀκόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, καὶ, ἐὰν δὲν προσέξει κανείς, θὰ εἶναι θύμα της. Δηλαδή μπορεί, π.χ. να φροντίζει κανείς γιὰ ἕναν φυλακισμένο, για ἕναν φτωχό, γιὰ ἕναν πεινασμένο, γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε ἐνδεή, γιά ὅποιον τυχόν ἔχει ἀνάγκη. Καί ὄχι ἁπλῶς νὰ φροντίζει, ἀλλά καί νὰ μὴν ἔχει χρόνο να κοιμᾶται, ἐπειδή ἀσχολείται μὲ τὸ ἔργο αὐτό. Καί τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου του ἀκόμη μπορεῖ νὰ τὴ διαθέτει καὶ νὰ κινεῖ γῆ καὶ οὐρανό και να περιάγει γῆ καί θάλασσα γιὰ ἕνα τέτοιο ἔργο. Καὶ εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ τὰ κάνει ὅλα αὐτά, διότι βαθιά μέσα του εἶναι ἄρρωστος, διότι βαθιά μέσα του καταπιέζεται. Καθώς ἔχει τὴν ἰδεατή εἰκόνα καὶ εἶναι ταυτισμένος μὲ αὐτήν, καταπιέζεται ἀπὸ τὸν πραγματικό ἑαυτό του, ὁ ὁποῖος τὸν κάνει να αἰσθάνεται ὅτι εἶναι σε φυλακή, ὅτι εἶναι πεινασμένος, τὸν κάνει νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἐλεεινός, ὅτι βρίσκεται σὲ ὁποιαδήποτε ἀνάγκη. Ὁπότε, αὐτό τὸ ἐξωτερικεύει με το να φροντίζει ἀνθρώπους που πεινοῦν, πού εἶναι στη φυλακή κτλ. Χρειάζεται λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Το θέμα δέν εἶναι, ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλες φορές, τι κάνει κανείς. Το θέμα εἶναι γιατί το κάνει.

Βέβαια, ὅταν κάνουμε ἕνα καλό, το καλό εἶναι καλό. Δεν παύει νὰ εἶναι καλό αὐτό καθ' ἑαυτό. Ὁ Θεός βέβαια γνωρίζει πόσο καλό εἶναι. Ἀλλὰ ἐμεῖς ὅμως οἱ ὁποῖοι κάνουμε αὐτό τό καλό, ὅταν δέν το κάνουμε με κίνητρο τήν ἀγάπη, τὴν ἀρετή, ὅταν δέν το κάνουμε ἀπό ἀλτρουϊσμό, ἂν θέλετε νὰ πῶ, καὶ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ κάνουμε παρακινούμενοι ἀπό ἀρρωστημένα κίνητρα, ἀπό μιά ἀφύσικη ἐσωτερικὴ ἀνάγκη, τότε βρισκόμαστε σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση και εἴμαστε θύματα, ἄσχετα ἂν ἡ κατάστασή μας αὐτή ἐκδηλώνεται τάχα ὡς ἀρετή. Στην πραγματικότητα εἴμαστε θύματα μιᾶς ἀρρωστημένης καταστάσεως, μιᾶς συγκρούσεως ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας,

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος που οἱ πατέρες – οἱ ὁποῖοι τὰ ἤξεραν αὐτὰ καλύτερα ἀπὸ μᾶς – δὲν ἄφηναν κάποιον ἔτσι εὔκολα-εύκολα νὰ ἀρχίσει να κάνει ἕνα ἔργο πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους – κάποιον βέβαια ὁ ὁποῖος θὰ τούς συμβουλευόταν, θὰ τοὺς ρωτοῦσε, θὰ ἤθελε την καθοδήγησή τους. Σύμφωνα μὲ τοὺς πατέρες, ὅπως το γνωρίζουμε καλά, το κύριο καί πρώτιστο για κάθε ψυχή εἶναι νά καθαρθεῖ, νὰ ταπεινωθεῖ, να γίνει πνευματέμφορος· να μάθει ἡ ψυχή νὰ ὑποτάσσεται στον Θεό, να μάθει νὰ ἀγαπᾶ πραγματικά τον Θεό καὶ τοὺς ἀνθρώπους, να μάθει νὰ ἐργάζεται για τη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι νὰ ἐργάζεται καταναγκαστικῷ τῷ τρόπῳ, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει μιά ἐσωτερική της ἀνάγκη.

Μερικοί ἄνθρωποι δέν μποροῦν, τρόπον τινά, νὰ ἡσυχάσουν, ἐὰν δὲν φροντίζουν για τους ἄλλους. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «δέν μποροῦν νὰ ἡσυχάσουν» προέρχεται ἄραγε ἀπό πολλή ἁγιότητα, ἀπό πολλή ἀρετή, προέρχεται ἄραγε ἀπό πολλή ἀγάπη πού ἔχουν πρός τόν Θεό, προέρχεται ἄραγε ἀπὸ διάθεση να δοξαστεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ; Ἡ μήπως εἶναι μια ἀνάγκη ἐσωτερική, για να τακτοποιηθεῖ ἡ σύγκρουση πού ὑπάρχει μέσα τους και να ξεθυμάνει κάπως ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἑπομένως γίνεται χάριν τῆς ἀσθενείας, χάριν μιᾶς ἀδυναμίας, σε τελευταία ἀνάλυση γίνεται χάριν μιᾶς ἀμαρτωλῆς καταστάσεως;

Βλέπετε λοιπόν πόσα μπορεῖ ὁ παλαιός ἄνθρωπος να φτιάξει μέσα μας, καὶ πόσο μπορεῖ νὰ εἴμαστε θύματά του καὶ νὰ μὴν το καταλαβαίνουμε. Αὐτὸς ἑπομένως ὁ ὁποῖος φθάνει σὲ ἕνα τέτοιο σημείο -να κάνει αὐτὸ ποὺ ὀνομάσαμε εξωτερίκευση ἢ προβολή- εἶναι φανερό ὅτι προσδιορίζει τὴν ὅλη ζωή του πάντοτε σε σχέση μὲ τοὺς ἄλλους.

Ἐπηρεάζεται, θα λέγαμε, ἡ ζωή του ἀπὸ τοὺς ἄλλους· καὶ ἡ ἐσωτερική γενικά στάση του καὶ ἡ ὅλη κίνησή του καὶ οἱ ὅλες ἐκδηλώσεις του έξαρτῶνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Μπορεῖ δηλαδή κανείς νὰ ἔχει καλή διάθεση, ἐὰν καὶ οἱ ἄλλοι ἔχουν καλή διάθεση μαζί του. Η μπορεῖ νὰ μὴν αἰσθάνεται καλά, ἀκριβῶς διότι δὲν αἰσθάνονται οἱ ἄλλοι καλά μαζί του. Μέχρι ἐκεῖ φθάνει το πράγμα.

Υπάρχουν πολλές τέτοιες ψυχές, οἱ ὁποῖες ἔχουν μέσα τους εἰρήνη, γαλήνη, χαρά, εὐτυχία, ἐνόσῳ οἱ ἄλλοι τούς χαμογελοῦν καὶ γενικά ἐνόσῳ οἱ ἄλλοι βρίσκονται σε μια καλή σχέση μαζί τους. Ὅταν τυχόν οἱ ἄλλοι τρίξουν τα δόντια, ὅταν κάνουν γκριμάτσα, καθώς εἶναι αὐτοί ποὺ εἶναι, τότε χαλάει καί το δικό τους τὸ κέφι, ἀναποδογυρίζει ὅλη ἡ ἐξωτερική εἰρήνη πού εἶχαν.

Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι χριστιανική ζωή. Αὐτό δέν μπορεῖ νὰ συμβαίνει σε ἕνα νορμάλ, σε ἕνα φυσιολογικό ἄνθρωπο. Αυτό συμβαίνει μόνο σε ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, καθώς δέν εἶναι τακτοποιημένος ἐσωτερικά, προβάλλει ὅλες του τίς συγκρούσεις καί ὅλη τὴν ἄσχημη κατάστασή του στοὺς ἄλλους, μὲ ἀποτέλεσμα να ἐξαρτᾶται ψυχολογικά ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Το ψυχολογικό κενό

Κάτι να προσθέσουμε ἀκόμη καὶ νὰ τελειώσουμε σήμερα ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό. Ἡ ἐξωτερίκευση αὐτή, ἡ προβολή αὐτή φθάνει σε τέτοιο σημεῖο, ὥστε, ὅταν παίρνει κανείς μια τέτοια στάση καὶ κάπως ἔτσι ἐκδηλώνεται, τόσο πολύ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, που δημιουργείται, κατά κανόνα, ἕνα κενό μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Ὅταν μιλάμε γιὰ ἐξωτερίκευση ή προβολή, ἐννοοῦμε, ὅπως εἴπαμε, ὅτι, αὐτό πού εἶναι κανείς μέσα του, τὸ ἀποθέτει, τὸ ἐναποθέτει στούς ἄλλους, τὸ ἀποδίδει στούς ἄλλους αὐτό τό κακό πού εἶναι μέσα του νομίζει ὅτι εἶναι στοὺς ἄλλους. Ἡ ἐξωτερίκευση λοιπόν αὐτή φθάνει σε τέτοιο ση-μεῖο, που δημιουργεῖται, κατά κανόνα, μέσα στον ἄνθρωπο ἕνα κενό. Καί το κενό αὐτό τις πιο πολ λές φορές ἐκδηλώνεται ὡς αἴσθημα κενού στομαχιοῦ, καὶ γι' αὐτό τρώει καί ξανατρώει κανείς, για να γεμίσει το στομάχι του. Να μην παραξενεύεστε, ὅταν διαπιστώνετε μερικές φορές ὅτι ἔχετε μια ἀδικαιολόγητη, ἄς πῶ ἔτσι, λαιμαργία.

Φροντίζει κανείς για τη σιλουέτα του, ἔχει καὶ βάρος, παρά ταῦτα ὅμως λίγο ἀπὸ δῶ τρώει, λίγο ἀπό κεῖ, λίγο ἀπὸ τὸ ἕνα, λίγο ἀπὸ τὸ ἄλλο, λέτε καὶ ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι αδειανό μέσα του, και πρέπει να γεμίσει, γιὰ νὰ γίνεται ὁ ἄνθρωπος κάπως πιο νορμάλ, πιό φυσιολογικός, κάπως πιο ἀναπαυμένος καί γαλήνιος. Το κενό ποὺ ὑπάρχει μέσα του είναι πιο πολύ ψυχολογικό· δὲν εἶναι σωματικό. Παρ' ὅλα αὐτά προσπαθεῖ κανείς αὐτό τό ψυχολογικό κενό νὰ τὸ γεμίσει με κάτι τέτοια.

Ρίξτε μια ματιά καὶ θὰ δεῖτε πώς πάρα πολλές φορές τρώει κανείς ἄσκοπα πάρα πολλές φορές νιώθει κανείς σαν κάτι νὰ τοῦ λείπει καὶ γι' αὐτό θέλει να τρώει. Το ίδιο συμβαίνει γενικότερα, ὅταν κανείς ὅλο κάτι θέλει νὰ ἀκούσει, κάτι θέλει να μάθει, κάτι τάχα θέλει νὰ δεῖ. Εἶναι τὸ κενό γενικότερα τὸ ὁποῖο ὑπάρχει μέσα του, που τον κάνει ἔτσι νὰ ἐκδηλώνεται.

Ἀκόμη καί ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν χρημάτων μπορεῖ νὰ συμβεί κάτι τέτοιο. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι δὲν ἔχουν δώσει, θα λέγαμε, την ψυχή τους στα πολλά χρήματα οὔτε θέλουν νὰ ἔχουν πολλά χρήματα για να ξοδεύουν καὶ νὰ γλεντοῦν. Ἄλλοι εἶναι οἱ γλεντζέδες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἔχουν πολλά χρήματα να τα ξοδεύουν. Αὐτοί γιὰ τοὺς ὁποίους μιλοῦμε δὲν ἔχουν τέτοιες διαθέσεις. Παρά ταῦτα ὅμως ὑπάρχει μια τάση μέσα τους να πάρουν λίγα χρήματα ἀπό δῶ, λίγα ἀπό κεῖ, νὰ ἐξασφαλίσουν λίγα ἀπὸ δῶ, λίγα ἀπό κεῖ, γιὰ νὰ γεμίσουν ἕνα ψυχολογικό κενό πού ὑπάρχει μέσα τους. Καί νομίζουν ὅτι μὲ αὐτόν τον τρόπο θα γεμίσει.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀρχίσει νὰ ἀναγεννᾶται, βλέπει μὲ ἄλλα μάτια

Για να τελειώσω για σήμερα πάνω σ' αὐτό το θέμα, νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: Παρακαλῶ, ἄς προσέξουμε λίγο καλύτερα. Αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα μᾶς κάνει πάρα πολλές «δουλειές» καὶ μᾶς δημιουργεῖ ἄσχημες καταστάσεις.

Φυσικά, δὲν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὅλα αὐτά ξεκινοῦν καὶ καλλιεργοῦνται, τρέφονται, ὑπάρχουν καὶ παραμένουν, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ταπεινώνεται, δὲν ἀποφασίζει να παραδοθεῖ στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐμπιστευθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου σ' ἐκεῖνον καὶ γι' αὐτὸ πιάνεται, ἁρπάζεται ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.

Ἄλλος, ὅπως εἶπαμε, τή φτιάχνει πιο φουσκω μένη, ἄλλος τή φτιάχνει ἴσως λίγο κατώτερη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, φτιάχνει κανείς κάτι το φανταστικό, ἀλλά δέν παύει ὅμως στην πραγματικότητα ὁ καθένας νὰ εἶναι στο βάθος αὐτό πού εἶναι εἴμαστε καὶ ἰσχυρογνώμονες καὶ ὑπερήφανοι καὶ νευρικοί, εἴμαστε και θυμώδεις καί φιλόδοξοι, εἴμαστε καί πονηροί.

Ὅσο κι ἄν δέν θέλει κανείς νὰ τὰ δεῖ αὐτά στον ἑαυτό του, λίγο πολύ τα βλέπει, ὁπότε δημι ουργεῖται ἡ φοβερή σύγκρουση μεταξύ ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ αὐτῆς τῆς πραγματικότητος. Και τότε τί γίνεται; Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει αὐτά πού ἔχει ὁ ἴδιος νὰ τὰ βλέπει στούς ἄλλους. Ξέρετε, πόσα πράγματα ἀπό αὐτά πού βλέπουμε στοὺς ἄλλους, εἶναι μέσα μας;

Θὰ τὸ ἔχετε παρατηρήσει ὅλοι ὅτι, ὅταν ἔχου με μιά πνευματική εὐφορία μέσα μας, ὅταν κάπως ἔχει ἐπισκεφθεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴν ψυχή μας, ὅταν κάπως βρίσκεται ἡ ὕπαρξή μας σε μια ταπει νή κατάσταση, σαν να βλέπουμε μὲ ἄλλα μάτια Ὄχι ἁπλῶς τὴ θάλασσα, τα βουνά, τα δένδρα, τα πουλιά, ἀλλά τούς ἴδιους ἀνθρώπους που μέχρι πρό τινος τούς μισούσαμε καὶ εἴχαμε μια διάθεση νὰ τοὺς ἐκδικηθοῦμε, γιατί νομίζαμε ὅτι εἶναι ἐχθροί μας καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ χυμήξουν ἐπάνω μας, τούς βλέπουμε τώρα μέσα ἀπό τή νέα κατάσταση πού ἔχει δημιουργηθεί μέσα μας καί ἐπομένως τούς βλέπουμε διαφορετικά.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ πατέρες λένε και θὰ τὸ ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν σας- ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ταπεινός, ὁ μετανοημένος, ὁ ἄνθρωπος πού θά τον ἐπισκεφθεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτός πού λίγο-λίγο θὰ ἀρχίσει να μπαίνει στον δρόμο τοῦ Θεοῦ καί θὰ ἀρχίσει λίγο-λίγο νὰ ἀναγεννᾶται, ὅλους τούς βλέπει ὡς ἁγίους, γιατί βλέπει πράγματι μὲ ἄλλα μάτια. Αὐτό συμβαίνει, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός προβάλλει με την καλή τώρα ἔννοια- τον δικό του ἐσωτερικό κόσμο στούς ἄλλους.

Ἐνῶ, ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος παρα-δέρνει μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καί τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του –καί εἶναι θύμα αὐτῆς τῆς κα ταστάσεως- προβάλλει συνεχῶς τὸν ἄσχημο ἑαυτό του στοὺς ἄλλους καί ὅλα τὰ δικά του ἐλαττώματα τὰ βλέπει στοὺς ἄλλους. Πῶς αὐτός μετά νὰ βρεῖ ἡσυχία καὶ πῶς νὰ ἔλθει σε καλή σχέση με τους ἄλλους, να συνεννοηθεῖ, νὰ συνεργασθεῖ καὶ νὰ κάνει κάτι; Ὅταν λέμε «μέ τούς ἄλλους», δέν ἐννοοῦμε μακρινούς ἀνθρώπους, ἄγνωστους ἀνθρώπους. Ἐννοοῦμε νὰ ἔχει καλή σχέση ἡ μάνα με το παιδί της, ὁ ἀδελφός μὲ τὴν ἀδελφή του καὶ τὸν ἀδελφό του, ὁ πατέρας με τα παιδιά του. Πόσες φορές ὅμως ὁ ἕνας τὰ φορτώνει στον ἄλλο!

Πόσο πιό εἰρηνική, πιο γαλήνια θὰ ἦταν ἡ ζωή μας, πόσο πιὸ ἀληθινή ζωή θὰ ἦταν, ἐὰν ἤμα-σταν κάπως ἀπαλλαγμένοι ἀπό τή σύγκρουση πού δημιουργείται μεταξύ τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καὶ τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἐξωτε ρικεύουμε καὶ νὰ προβάλλουμε τὸν ἑαυτό μας –τά ἐλαττώματά μας καὶ ὅ,τι ἔχουμε μέσα μας- στούς ἄλλους. Ἐάν ἤμασταν ἀπαλλαγμένοι ἀπό αὐτή τή σύγκρουση, θὰ ἦταν ὄντως πολύ καλύτερη ή ζωή.

13-5-1972

Ἡ ἀλήθεια ἔρχεται μόνη της στὸν ἄνθρωπο δέν τή βρίσκει ὁ ἄνθρωπος.

Ἡ σωτηρία ἔρχεται μόνη της στὸν ἄνθρωπο δέν τή βρίσκει ὁ ἄνθρωπος.

Ὁ ἁγιασμός ἔρχεται μόνος του στὸν ἄνθρωπο.

Τον δίνει ὁ Θεός δὲν τὸν βρίσκει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (25)

Συνέχεια από: Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Γνωρίζεις τον εαυτό σου;


Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


Κεφάλαιο Έ 8

Η ιδεατή εικόνα

Ἡ ἰδεατή εἰκόνα πρέπει να πεθάνει


Το θέμα μας εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα, γιὰ τὴν ὁποία τόσο λόγο κάναμε φέτος.

Αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα πρέπει να πεθάνει. Ἐάν δὲν πεθάνει ἡ ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας, νά μή μιλάμε γιά τόν Σταυρό, γιά τό πάθος τοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν πιστεύουμε ὅτι γιορτάζουμε Μεγάλη Εβδομάδα, Σταύρωση καί Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, διότι μέσα μας κάποιο θεριό ζεῖ, τό ὁποῖο ἔπρεπε και πρέπει να πεθάνει.

Ἡ ἰδεατή εἰκόνα, λέγαμε την περασμένη Κυριακή, φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ μᾶς ξεγελάει. Τήν ὥρα, π.χ., πού ἐμπιστευόμαστε κάποιον ἄνθρωπο, τὴν ὥρα πού τόν βλέπουμε ὡς ἅγιο καί τόν πιστεύουμε καί τόν ἀκολουθοῦμε ὡς ἅγιο καί στηρίζουμε, τρόπον τινά, τὴν ὕπαρξή μας σ' αὐτόν, μᾶς ξεγελάει ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος. Μπορεῖ βέβαια κάτι νά εἶναι, κάτι νὰ ἔχει, ἀλλά να μήν ἔχει καθόλου ἁγιότητα, ὅπως νομίζουμε. Ἐμεῖς ὅμως δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε αὐτό, δέν μποροῦμε νὰ το καταλάβουμε.

Πόσες φορές μερικές ψυχές ἀποροῦν: «Γιατί νὰ μὴν το καταλάβω; Γιατί νὰ μὴν τὸ δῶ; Πῶς ἔπεσα ἔξω;» Ἔπεσες ἔξω, δέν τό κατάλαβες, εἶχες κλειστά τὰ μάτια σου, διότι μετέφερες στόν ἄνθρωπο αὐτόν τη δική σου ἰδεατή εἰκόνα. Ἐπειδή δέν ἄντεχε ὁ ἑαυτός σου νὰ ἔχεις μέσα σου τή φοβερή αὐτὴ ἰδεατή εἰκόνα, καθώς δέν μποροῦσες πολύ-πολύ νὰ τὰ συμβιβάσεις αὐτά τά πράγματα –τή φοβερή δηλαδή ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχεις καί αὐτό πού εἶσαι στην πραγματικότητα γι' αὐτό, αὐτή τὴν ἰδεατή εἰκόνα τὴν ἔβαλες ἐπάνω σ' αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Καί τώρα τον βλέπεις ὅπως ἀκριβῶς δείχνει αὐτή ἡ εἰκόνα πού ἔχεις φτιάξει, καί ὄχι ὅπως εἶναι αὐτός στήν πραγματικότητα, καί προσκολλᾶσαι καί στηρίζεσαι σ' αὐτόν κατά ἕναν τρόπο πού εἶναι ἐπιβλαβής καί γιά σένα καί γιά κεῖνον.

Μᾶς ἀποξενώνει ἀπό τὸν πραγματικό ἑαυτό μας

Ἡ ἰδεατή εἰκόνα κάνει κάτι ἀκόμη χειρότερο: ἀποξενώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἑαυτό του. Δηλαδή, ἐφόσον κανείς ταυτίζεται μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα, παύει νά εἶναι μέ τόν πραγματικό ἑαυτό του καί εἶναι μ' ἕναν φανταστικό, μ' ἕναν πλαστό ἑαυτό. Γι' αὐτό, φθάνει στο σημεῖο νά μήν καταλαβαίνει καλά-καλά τί τοῦ συμβαίνει, νά μήν καταλαβαίνει τί αἰσθάνεται, τί θέλει, τί ζητεῖ, τί ἐπιδιώκει.

Δέν εἶναι λίγες οἱ ψυχές πού παθαίνουν κάτι τέτοιο. Φθάνουν μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νά μήν ἔχουν κανένα ἐνδιαφέρον γιά τή ζωή. Καθώς ἔχουν ἀποξενωθεῖ ἀπό τὸν πραγματικό ἑαυτό τους, ἐν τῷ μεταξύ όμως συναντούν την πραγματικότητα καθημερινά μέσα στη ζωή, δέν ἔχουν κανένα ενδιαφέρον για τη ζωή, δέν μπορούν κάν να πάρουν άποφάσεις, να κάνουν τοῦτο ἤ ἐκεῖνο.

Καί τό ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅτι, καθώς ἐπιδεινώνονται τα πράγματα μέσα στή ζωή, φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου να δημιουργείται μέσα τους μιά τέτοια κατάσταση, σάν να βρίσκονται στὴν ἀνυπαρξία. Δηλαδή, σάν νά μήν ὑπάρχουν, καὶ σαν να εἶναι κάποιος ἄλλος αὐτός ὁ ἄνθρωπος –ὁ ἑαυτός τους πού ζεῖ καί κάνει τοῦτο, κάνει ἐκεῖνο. Εἶναι μιά φοβερή κατάσταση, καί δυστυχῶς ἀρκετές ψυχές φθάνουν σ' αὐτό τό σημεῖο καί δυσκολεύονται πάρα πολύ.

Ἕνας ἄρρωστος ἔλεγε κάποτε: «Θά ἤμουν πάρα πολύ θαυμάσια, θα περνοῦσα πάρα πολύ καλά, θὰ ἤμουν μιά χαρά, ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ πραγματικότητα». Ἡ πραγματικότητα, φαίνεται, κάνει τὸν ἄνθρωπο να βρίσκεται συνεχῶς σε μια σύγκρουση. Ἄν λοιπόν δέν ὑπῆρχε ἡ καθημερινή πραγματικότητα μέσα στή ζωή, αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά ἔνιωθε πάρα πολύ καλά. Καί αὐτό συμβαίνει, ἀκριβῶς διότι ζεῖ στα σύννεφα.

Ὅταν δὲν ἀντέχουμε τὸν ἑαυτό μας ἔτσι ὅπως εἶναι...

Καί κάτι ἀκόμη: ὁ ἄνθρωπος πού φτιάχνει μια ἰδεατή εἰκόνα, το κάνει αὐτό, μόνο καί μόνο διότι δὲν ἀντέχει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι. Δέν μπορεῖ δηλαδή να συμφωνήσει, δέν μπορεῖ νὰ συμβιώσει μὲ τὸν πραγματικό ἑαυτό του.

Μπορεῖ νὰ ἀρχίσει κανείς ἀπό μικρό παιδί να παθαίνει κάτι τέτοιο. Βλέπει τόν ἑαυτό του ὅπως εἶναι στην πραγματικότητα, καί κουράζεται. Ὄχι ἁπλῶς κουράζεται δέν μπορεῖ νὰ τὸν ἀντέξει. Δέν μπορεῖ νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι, καὶ δημιουργεῖ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Αλλά ὅταν φτιάχνει κανείς μιά ἰδεατή εἰκόνα καὶ ταυτίζεται μὲ αὐτήν, μπορεῖ βέβαια νὰ ἔχει ξεχάσει τόν ἑαυτό του, ωστόσο ὅμως ὁ ἑαυτός του ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει πλάι-πλάι μὲ αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα.

Αὐτό τί σημαίνει; Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἀπό ἐκεῖ χαμηλά πού ἦταν ὁ ἑαυτός του –ὅπως ἔβλεπε αὐτός την πραγματικότητά του τώρα, τρόπον τινά, τόν βλέπει ψηλά, ἐκεῖ ποὺ ἔχει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Καί καταλαβαίνετε τί δημιουργεῖται. Ἐκεῖ πού ἤθελε να τον ποδοπατεῖ τὸν ἑαυτό του, τώρα τόν καμαρώνει ψηλά. Καί δημιουργεῖται μιά φοβερή πάλη, μιά σύγκρουση. Διότι ναί μέν εἶναι κανείς πιασμένος ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα, ἀλλά ἐκεῖ δίπλα στην ἰδεατή εἰκόνα βλέπει καί τόν βρωμερό ἑαυτό του, ὅπως θα τολμοῦσε ἴσως νὰ τὸν χαρακτηρίσει. Τόν ὁποῖο τὸν ἀντιπαθεῖ, δὲν τὸν θέλει, δὲν τὸν ἀνέχεται, ὅμως τον βλέπει καί αὐτόν νὰ εἶναι ἐκεῖ.

Τι γίνεται τώρα; Καί ἀρχίζει το μεγάλο δράμα. Ἀπό τό ἕνα μέρος αὐτολατρεύεται, διότι ταυτίζεται μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ὅμως βλέπει το χάλι τοῦ ἑαυτοῦ του καί ζεῖ μὲ μιὰ διαρκὴ αὐτοπεριφρόνηση, μέ μιά διαρκή καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ του, με το να τρώγεται συνεχῶς μὲ τὰ ρούχα του. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι αὐτό -ἡ αὐτο-περιφρόνηση, ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ τους- εἶναι χριστιανικό, εἶναι ἀρετή. Καμιά φορά μάλιστα, καθώς βλέπουν καί στούς πατέρες κάτι τέτοια, νομίζουν πώς ζοῦν ἀκριβῶς ὅπως οἱ πατέρες. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ πατέρες δὲν ἄφηναν οὔτε λεπτό τόν ἑαυτό τους να βγεῖ ἀπό τήν πραγματικότητα. Δέν τούς ξέφευγε ποτέ ἀπό τά μάτια ὁ πραγματικός ἑαυτός τους, καί δέν ἄφηναν οὔτε λεπτό τόν ἑαυτό τους να περάσει σε μιά ἰδεατή εἰκόνα.

Ἄλλη λοιπόν εἶναι ἡ σκέψη τῶν πατέρων, ἄλλη εἶναι ἡ νοοτροπία τους, ἀλλιῶς κινοῦνται καί λειτουργοῦν οἱ ψυχές τους. Ἐμεῖς ἁπλῶς παίρνουμε μερικές φράσεις τους, γιά νά δικαιολογήσουμε τή δική μας ἄσχημη κατάσταση.

Μιά δικτατορία μέσα στόν ἄνθρωπο


Βλέπει κανείς μερικές ψυχές, ἀπό τὸ ἕνα μέρος νὰ ζοῦν μὲ μιὰ ἀγωνία να κρατήσουν αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος να ζοῦν ἕνα μαρτύριο, καθώς βλέπουν τόν ἑαυτό τους, τόν πραγματικό ἑαυτό τους, νά ἔχει καὶ τὸ ἕνα καί τό ἄλλο καί τό ἄλλο: ὅλα τά πάθη, ὅλα τά ἐλαττώματα, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δέν ἀνέχεται καί δέν ὑποφέρει ἡ ψυχή να τα βλέπει, καί ὅμως τα κουβαλάει κανείς μαζί του. Καί ἔτσι τελικά δημιουργείται μέσα στόν ἄνθρωπο μιά φοβερή σύγκρουση.

Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑπάρχουν οἱ πρῶτες ἐπιθυμίες, οἱ πρῶτες τάσεις, πού δέν εἶναι πάντοτε πρός μια κατεύθυνση, ἀλλά μπορεῖ νὰ εἶναι καί πρός διαφορετικές κατευθύνσεις, οἱ ὁποῖες τάσεις δημιουργοῦν τὴν πρώτη σύγκρουση καί κάνουν τον ἄνθρωπο νά δημιουργήσει τήν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος, ἀκριβῶς διότι συμβαίνει αὐτή ἡ σύγκρουση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας μέ τόν πραγματικό μας ἑαυτό, δημιουργεῖται ἕνα εἶδος δικτατορίας μέσα στὸν ἄνθρωπο, καί δέν το καταλαβαίνουμε.

Ἡ Κάρεν Χόρνεῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἀσχοληθεῖ ἰδιαίτερα μέ τά θέματα αὐτά, λέει ὅτι συμβαίνει καί σ' αὐτή τή δικτατορία ὅ,τι καί στίς πολιτικές δικτατορίες. Ἐκεῖ, ἤ ταυτίζεται κανείς μέ τή δικτατορία ἤ προσπαθεῖ νὰ φθάσει στο σημεῖο ἐκεῖνο που θα γίνει ἀρεστός ἤ γίνεται ἐπαναστάτης.

Ἔτσι καί ἐδῶ. Η ταυτίζεται κανείς μέ τή δικτατορία αὐτή πού δημιουργεῖ ἡ ἰδεατή εἰκόνα μέσα στόν ἄνθρωπο, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ναρκισσιστικός –αὐτολατρεύεται, αὐτο-ίκανοποιείται, αὐτο-εὐχαριστεῖται– ἤ ζεῖ μὲ μιά συνεχή δραστηριότητα, μέ μιά συνεχή προσπάθεια, ἀρρωστημένη ὅμως –μέ ἕνα ἀγκομαχητό, μέ ἕνα ἄγχος πού δέν τὸν ἀφήνει να ἡσυχάσει– προκειμένου να φθάσει σ' αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει φτιάξει, ἤ βρίσκεται κανείς σε μια κατάσταση ἐπαναστάσεως. Δηλαδή, καθώς βλέπει τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει θρονιαστεῖ μέσα του, διαρκῶς ἐπαναστατεῖ ἐναντίον της -μή σᾶς παραξενεύει αὐτό- ἀλλά αὐτή εἶναι πιά θρονιασμένη.

Να προσθέσω ὅτι, σε κάποιον πού ἔχει ἰδεατή εἰκόνα, μπορεῖ νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ οἱ τρεῖς παραπάνω στάσεις ἀπέναντι αὐτῆς, σὲ ἄλλον μπορεῖ νὰ ἐμφανισθοῦν οἱ δύο καί σέ ἄλλον μόνο ἡ μία. Νά μή μᾶς παραξενεύει αὐτό. Ὑπάρχουν ψυχές, οἱ ὁποῖες γιὰ ἕνα διάστημα δέν κοιμούνται, δὲν ἡσυχάζουν, δέν ἀναπαύονται, δέν ἀφήνουν κήρυγμα για κήρυγμα, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι -θὰ πᾶνε σὲ ὅλα τὰ κηρύγματα καί σέ ὅποια ἄλλη ἐκδήλωση γίνεται- καὶ ἐπὶσης ὑποτάσσονται, προσκολλώνται, προκειμένου να φθάσουν στην τελειότητα, καθώς είναι συνεπαρμένες ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα. Καθόλου βέβαια δέν προχωροῦν κατά ὁμαλό καί σωστό τρόπο. Μόλις ὅμως δοῦν ὅτι δέν γίνεται αὐτό τό ὁποῖο θέλησαν, ἀλλάζουν στάση ἀπέναντι τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας ἐπαναστατοῦν καὶ ἀνθίστανται σ' αὐτήν. Καὶ θὰ τοὺς δεῖτε, ἐκεῖ πού δέν κοιμούνταν καθόλου, τώρα να μὴν ξυπνοῦν καθόλου. Ἐκεῖ πού ἦταν αὐστηρότατοι ὡς πρὸς τὴν ἠθική, ὡς πρός τή νηστεία, ὡς πρός τήν ὑπακοή, ὡς πρός τόν ἐκκλησιασμό καὶ ὡς πρὸς ἄλλα θέματα, τώρα να παίρνουν τὴν ἐντελῶς ἀντίθετη στάση, σάν να θέλουν, τρόπον τινά, νὰ ἐκδικηθοῦν τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Μιά λοιπόν κανείς παίρνει τη μιά στάση ἀπέναντι τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας, μιὰ τὴν ἄλλη, καί τό μόνο πού δέν κάνει εἶναι τὸ νὰ πάρει τή σωστή στάση.

Ἐμπόδιο στην πνευματική ζωή

Ὅλα αὐτά γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε μιλήσει μέχρι τώρα εἶναι σάν ἕνα τεῖχος, τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ προχωρήσει ὁμαλά καὶ νὰ ἔχει μια ὁμαλὴ ἐξέλιξη καί μια πραγματική πρόοδο στην πνευματική ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι κυριευμένος καί ταυτισμένος, κατά κάποιον τρόπο, μέ τὴν ἰδεατή εἰκόνα, συνεχώς προσπαθεῖ νὰ φθάσει σε κάποια, τέλος πάντων, καλή πνευματική κατάσταση καί ποτέ, μα ποτέ, δὲν ἐπιτυγχάνει ἀπολύτως τίποτε, διότι εἶναι τὸ τεῖχος αὐτό, ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἔχει καμία πρόοδο.

Ἐκεῖνο λοιπόν που χρειάζεται εἶναι νὰ προσέξει κανείς ἰδιαιτέρως και να συνειδητοποιήσει την πλαστή, τη φανταστική, τήν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα ποὺ ἔχει φτιάξει. Καὶ νὰ τὴν ψάξει ἀπό δῶ, νὰ τὴν ψάξει ἀπό κεῖ, νὰ τὴ δεῖ στη μια της λεπτομέρεια, νὰ τὴ δεῖ στὴν ἄλλη της λεπτομέρεια καὶ νὰ καταλάβει καλά-καλά ὅτι, ὅταν ἔχει αὐτὴ τὴν εἰκόνα καί ἐφόσον ἔχει αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅλοι οἱ κόποι του, ὅλες οἱ προσπάθειές του γιά πνευματική πρόοδο καί ὅλα τά ξενύχτια του πᾶνε χαμένα.

Δυστυχῶς δὲν τὸ καταλαβαίνει εὔκολα κανείς αὐτό. Κάνει ἕνα σωρό σφάλματα καί δὲν τὰ βλέπει, δὲν τὰ καταλαβαίνει, καθώς εἶναι τυλιγμένα μέ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Επομένως, δέν μπορεῖ καὶ νὰ προχωρήσει. Ὅταν ὅμως το καταλάβει κανείς αὐτό, ὅτι ὅλα εἶναι χαμένα, ἐφόσον ἔχει μέσα του τὴν ἰδεατή εἰκόνα, ἴσως ἀποφασίσει, με τη βοήθεια βέβαια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀφορᾶ ἐμᾶς τούς χριστιανούς - να θανατώσει αὐτὴ τὴν εἰκόνα.

Θέλουμε νὰ εἴμαστε χριστιανοί χωρίς ὅμως να πεθάνουμε πάνω στον Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.

Μιλήσαμε στην ἀρχὴ γιὰ τὸν θάνατο καὶ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ παθαίνουμε, γιατί δέν θέλουμε να σταυρωθοῦμε μὲ τὸν Χριστό. Ὅλα αὐτά τά παθαίνουμε, γιατί, ὅπως λέγαμε κάποτε, θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, χωρίς ὅμως να πεθάνουμε πάνω στον Σταυρό τοῦ Χριστοῦ μαζί μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴν Ἀνάσταση. Θέλουμε να είμαστε χριστιανοί και συγχρόνως νὰ εἴμαστε ὅπως βγήκαμε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Αὐτὸ δὲν γίνεται.


Πρέπει να πάψουμε νὰ εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἀδάμ. Να γίνουμε πλέον παιδιά τοῦ Χριστοῦ. Καὶ παιδί τοῦ Χριστοῦ γίνεται κανείς, ὅταν πεθάνει ὡς πρός την προτέρα του κατάσταση. Ὅταν δηλαδή ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ πάψει νὰ εἶναι παιδί τοῦ Ἀδάμ, τότε γίνεται παιδί τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ πάλι για να γίνει, το να θανατωθεί δηλαδή ἡ ἰδεατή εἰκόνα, δὲν εἶναι κάτι εὔκολο. Εύκολο είναι να πάρει κανείς ἕνα μαχαίρι καὶ νὰ κόψει κάτι, ἀλλά ἐδῶ δὲν εἶναι τόσο εύκολα τα πράγματα.

Πρέπει κανείς να μπορέσει να καταλάβει ἀπό ποῦ ξεκίνησε, ἀπό ποῦ ἄρχισε ἡ δημιουργία αὐτῆς τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας. Καὶ ἂν καλοσκεφθούμε, ἄν καλοεξετάσουμε τα πράγματα, θὰ δοῦμε ὅτι ἴσως ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδικά μας ἀκόμη χρόνια. Βέβαια, βαπτιζόμαστε, ὅταν είμαστε μικρά παιδιά, ἀλλά τί γίνεται ἀπό κεῖ καὶ πέρα; Εἴτε διότι δὲν μᾶς προσέχουν οἱ γονεῖς μας ἢ οἱ ἱερεῖς, εἴτε διότι ἡ κοινωνία εἶναι τέτοια πού εἶναι, καί ἔτσι δέν ζοῦμε μέσα σε γνήσιο χριστιανικό περιβάλλον, εἴτε γιατί καιροφυλακτεῖ μέσα μας το κακό εἴτε γιὰ ἄλλους λόγους, ἀπό μικρά παιδιά, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἔτσι, ἀποφεύγουμε αὐτόν τον θάνατο.

Ὁ θάνατος αὐτός συντελεῖται στο βάπτισμα. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν βαπτισμένο κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτό πού γίνεται στο δένδρο πού μπολιάζεται. Το ἄγριο δένδρο πού μπολιάζουμε μπορεῖ νὰ γίνει ἥμερο, καινούργιο δένδρο, ἀλλά, ἂν τὸ ἐγκαταλείψει κανείς, πάλι μπορεῖ νὰ ζωντανέψει το ἄγριο δένδρο ἀπό τήν παλιά ρίζα· νὰ βγοῦν δηλαδὴ ἀπό αὐτήν πέντε ἕξι βλαστάρια, καί το μπόλι, το κλαράκι το ἥμερο πού ἔβαλε κανείς γιά νά μπολιάσει το δένδρο, νά φυτοζωεῖ. Ἔτσι καί ὁ χριστιανός, ἂν δὲν ζήσει σύμφωνα μέ τό βάπτισμα, θά εἶναι σὰν νὰ μὴν πέθανε, βαπτιζόμενος, μαζί μέ τόν Χριστό, καί θά ζωντανέψει ὁ παλαιός ἄνθρωπος.

Χρειάζεται λοιπόν κανείς, διά τῆς ἐπιστροφῆς, διά τῆς μετανοίας, διά τῆς ταπεινώσεως, δι' ὅλων τῶν ἄλλων μέσων καί διά τῶν μυστηρίων, να θανατωθεῖ ὡς παλαιός ἄνθρωπος καί συνεχῶς νὰ θανατώνεται, νὰ ζεῖ συνεχῶς τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ζήσει καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κάνουμε αὐτό, μιά φορά θα πονέσουμε, ἐάν ἐπιτρέπεται να πῶ, και θα τελειώσει. Ἐάν ὅμως δέν κάνουμε ἔτσι καί ἀποφύγουμε αὐτόν τον θάνατο ἢ ἀφήσουμε μέσα μας να ζωντανέψει αὐτό πού πρέπει νὰ εἶναι νεκρό, τότε συνεχῶς θά πονάμε, συνεχῶς θὰ ὑποφέρουμε, συνεχῶς θά δημιουργοῦνται προβλήματα ἄλυτα, χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ, ὅταν ταυτίσει κανείς τὸν ἑαυτό του μέτον Χριστό, ὅταν συσταυρωθεῖ μέ τόν Χριστό καί συμπάθει μὲ τὸν Χριστό καί μείνει σ' αὐτὸν τὸν θάνατο, μείνει στο πάθος αὐτό τοῦ Χριστοῦ, μια φορά κανείς πονάει, μιά φορά πεθαίνει, μιά φορά συσταυρώνεται μέ τόν Χριστό. Μιά φορά ἀλλά για πάντα, δηλαδή σέ ὅλη του τή ζωή.

Καί βέβαια δέν γίνεται κανείς ἀμέσως ἅγιος, δέν γίνεται ἀμέσως τέλειος, δέν φθάνει ἀμέσως στο τέλος τοῦ δρόμου, δέν γίνεται ἀμέσως -τὴν ἴδια μέρα, τὸν ἴδιο χρόνο- αὐτό πού λέει ὁ Κύριος: «Ἔσεσθε ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». Εἶναι ὅμως στὸν δρόμο αὐτόν – σήμερα λίγο, αύριο περισσότερο, την ἄλλη μέρα λίγο περισσσότερο. Καί προχωρεῖ κανείς.

...κι ἐμεῖς κοντεύουμε να ντροπιαστούμε!


Ἀκόμη μιά φορά, παρακαλῶ, να σκεφθούμε μήπως τυχόν δέν πήραμε σωστά τον δρόμο, μήπως δέν σκεφτόμαστε σωστά, μήπως τυχόν δὲν εἴμαστε χριστιανοί κατά σωστό καί γνήσιο τρόπο, ἐνῶ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε, καί μήπως τελικά θὰ εἴμαστε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων», οἱ πιὸ ἀξιοθρήνητοι ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Πιστέψαμε πού πιστέψαμε στον Χριστό. Τόν γνωρίσαμε πού τόν γνωρίσαμε. Ἄς κάνουμε μιά ἀναθεώρηση. Ἄς ξανακοιτάξουμε τα πράγματα -μήπως τυχόν πέσαμε ἔξω- γιά νά βροῦμε τόν σωστό δρόμο. Τόσοι, πιό μπροστά ἀπό μᾶς, πῆραν ἀληθινά τον δρόμο καί ἔφθασαν στο τέλος, κι ἐμεῖς κοντεύουμε να ντροπιαστοῦμε. Καί ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἐνώπιον τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε καί πρέπει να δώσουμε μιά μαρτυρία, κοντεύουμε να ντροπιαστοῦμε.

Ποιός μπορεῖ νά βεβαιώσει, πρῶτα τόν ἑαυτό του καί στη συνέχεια να πείσει μέ τήν πραγματικότητα τῆς ὑπάρξεώς του καί τούς ἄλλους, ὅτι ὄντως βρῆκε τὴν ἀλήθεια, βρῆκε τήν ἁγιότητα, βρῆκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; Ὅτι ὄντως βρῆκε αὐτό πού κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά βρεῖ καί νά δεχθεῖ, γιά να γίνει ἀληθινός ἄνθρωπος καί νά σωθεῖ;

Κοντεύουμε να μετανιώσουμε πού εἴμαστε χριστιανοί. Κοντεύουμε νά ἀρχίσουμε νά ἀμφιβάλλουμε ἐσωτερικά: «Μήπως δέν κάνουμε καλά; Μήπως πέφτουμε ἔξω; Μήπως οἱ ἄλλοι ἔχουν τήν ἀλήθεια;» Μήπως δηλαδή κάνουν πιο καλά ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν, οἱ ὁποῖοι δέν δίνουν σημασία στον Θεό. Αὐτό εἶναι φοβερό, ἀλλά εἶναι μιά πραγματικότητα. Νομίζω ὅτι δέν εἶμαι ἔξω ἀπό τά πράγματα, ὅταν τό λέω αὐτό καί τό τονίζω.

Δέν φοβάται ἡ Ἐκκλησία. Δέν πρέπει να φοβᾶται ἕνας χριστιανός. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία στο σύνολό της καί οἱ χριστιανοί –ὁ καθένας μας χωριστά ζοῦμε τὸν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουμε μέσα μας αὐτή τή ζωή πού δίνει ὁ Χριστός στον καθένα πού πεθαίνει μαζί του, κι ἄν τίποτε δὲν ἔχουμε ἀπό τά ἄλλα, οὔτε θά στενοχωρηθούμε οὔτε θα παραπονεθοῦμε οὔτε θα κλάψουμε γι' αὐτό οὔτε θά μετανιώσουμε πού ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό. Ἀλλά αὐτό, ὅτι κάτι ἔχουμε ἐμεῖς μέσα μας πού δέν τὸ ἔχουν οἱ ἄλλοι, θά τό δοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι τὸ ἔχουμε. Καί αὐτή θά εἶναι ἡ μαρτυρία πού θα δώσουμε στον σύγχρονο κόσμο ὡς Ἐκκλησία.

Καί, ὅσοι εἶναι καλῆς διαθέσεως ἄνθρωποι καί καλοπροαίρετοι, θα πιστέψουν καὶ θὰ γίνουν κι ἐκεῖνοι ὁπαδοί τοῦ Χριστοῦ.

Βέβαια, θα πιστέψουν ὅσοι θέλουν να πιστέψουν. Ὅσοι δέν θέλουν, δέν θέλουν. Ὁ Χριστός δέν ἔφερε διά τῆς βίας κανέναν κοντά του· ἐμεῖς θά φέρουμε;

26-3-1972

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (24)

Συνέχεια από: Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;


Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


Κεφάλαιο Έ 7


Η ιδεατή εικόνα


Ὑπηρετοῦμε ἕνα εἴδωλο; Παραμερισμός τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας


Ἔχουμε πεῖ σχετικά μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα ὅτι αὐτὴ εἶναι ὁ φανταστικός, ὁ πλαστός ἑαυτός μας, συγχρόνως ὅμως ἔχει καὶ στοιχεία πραγματικά

Ἀκόμη μία φορά νὰ πῶ κάτι που συμβαίνει με ἀρκετούς χριστιανούς. Ἕνας πιστεύει στον Θεό, πιστεύει στο Εὐαγγέλιο, πιστεύει στον χριστιανισμό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πραγματική ἀναζήτηση τῆς ψυχῆς αὐτή ἡ πίστη. Ἀλλά ἐπειδή ἡ ψυχή δέν κινεῖται σωστά - καί αὐτό συμβαίνει ἐπειδή δημιουργοῦνται μέσα της συγκρούσεις, λόγῳ τοῦ ὅτι δέν παίρνει μέσα της σωστή στάση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ τῶν ἄλλων ἀναζητεῖ μὲν, ὅμως τελικά αὐτό πού ἀναζητεῖ, αὐτό πού γυρεύει, δέν εἶναι αὐτό πού πράγματι πρέπει να γυρέψει και νὰ ἀναζητήσει, ἀλλά εἶναι κάτι που το φτιάχνει ἡ ψυχή μόνη της. Εἶναι δηλαδή μιά ἰδεατή εἰκόνα.

Ζητεῖ, π.χ., ἡ ψυχή τον ἁγιασμό της, ζητεῖ τὴν τελειότητα. «Ἔσεσθε ὑμεῖς τέλειοι, λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». «Διώκετε τὸν ἁγιασμόν», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Το κακό δέν εἶναι τό νά ἐπιδιώκει κανείς τόν ἀγιασμό, νὰ ἐπιδιώκει την τελειότητα. Ἐνῶ ὅμως ἡ ἁγιότητα εἶναι μια πραγματική ζήτηση καί ἔφεση τῆς ψυχῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν τὴν ἀναζητήσει σωστά, φτιάχνει τότε μιά ἰδεατή εἰκόνα, δηλαδή μια ψεύτικη, μιά πλαστή, μιά φανταστική εἰκόνα γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιά τήν τελειότητα, καί τήν ταυτίζει μὲ τὸν ἑαυτό του.

Καί σε τελευταία ἀνάλυση, ἐπειδή ὅλες οἱ ἐφέσεις καί οἱ ἀναζητήσεις τῆς ψυχῆς, ἐπειδή ὅλες οἱ λειτουργίες καί οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ψυχῆς κατευθύνονται πρός αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, παραμερίζεται ἡ προσωπικότητα, παραμερίζεται ὁ κύριος ἑαυτός μας. Ὁ πραγματικός ἑαυτός μας παραμερίζεται, μπαίνει στὴν ἄκρη, καί ἐκεῖνο πού μένει εἶναι αὐτό το πλαστό, αὐτό τό φανταστικό. Ἐμεῖς ὅμως νομίζουμε ὅτι ἐπιδιώκουμε πραγματικά τόν ἁγιασμό, την τελειότητα, αὐτό πού πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε καὶ νὰ ἐπιδιώκουμε, καί ὅτι σ' αὐτό δουλεύουμε, γι' αὐτό κουραζόμαστε καί αὐτό ὑπηρετοῦμε. Σε τελευταία ἀνάλυση ὅμως, ὑπηρετοῦμε καί λατρεύουμε κάτι φανταστικό, κάτι χιμαιρικό, κάτι που, ἄν θέλετε νὰ τὸ πῶ τώρα καί ἔτσι, εἶναι ἕνα εἴδωλο.

Βέβαια, αὐτά ὅλα δέν εἶναι τυχαῖα καί δέν γίνονται ἐντελῶς μόνα τους· κάτι φταίει στη ρίζα τοῦ ἀνθρώπου. Ἴσως ἀπό τά παιδικά χρόνια, ἴσως ἀπὸ τὰ ἐφηβικά χρόνια ὑπάρχουν οἱ διαταραχές καί οἱ συγκρούσεις αὐτές. Καί καθώς ἡ ψυχή δέν ἀντέχει νὰ ζεῖ μὲ αὐτές τις συγκρούσεις, μὲ αὐτή τὴν ἀκαταστασία πού ὑπάρχει μέσα της, ἀλλά καί συγχρόνως δέν μπορεῖ νά δώσει σωστή λύση, καταφεύγει στήν ἰδεατή εἰκόνα.

Γιατί ὁ ἄνθρωπος δένεται τόσο πολύ μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα;

Ἡ ἰδεατή αὐτή εἰκόνα κάνει καί καλό μέχρις ἑνός ὁρισμένου σημείου, ὅπως λέγαμε την περασμένη φορά. Δηλαδή, πάρα πολλοί ἄνθρωποι -καί δέν ἐννοοῦμε μόνο τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά εἰδικότερα τούς χριστιανούς, τούς καλούς χριστιανούς- πάρα πολλοί λοιπόν καλοί χριστιανοί, πού προσκολλώνται σ' αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι δεμένοι μέ αὐτήν, τα καταφέρνουν να φαίνονται ἄνθρωποι ἰσορροπημένοι, ἤρεμοι, ἀνώτεροι, καί νά ἔχουν ἔτσι ἀπαιτήσεις καί ἀξιώσεις ἀπό τούς ἄλλους μέσα στη ζωή.

Μόλις ὅμως κάτι, ἕνα περιστατικό, κάποιο γεγονός, ὑπονομεύσει αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα -γιατί αὐτή εἶναι φανταστική, πλαστή δέν εἶναι πραγματική- ἀναγκάζεται κανείς νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του. Ἄν πατάει κανείς σε ἕνα σανίδι το ὁποῖο δὲν στηρίζεται καλά, ἀκόμη κι ἂν αὐτός πού πατάει ἐκεῖ νομίζει ὅτι στηρίζεται θαυμάσια, μόλις κάποιος τραβήξει αὐτό τό σανίδι, θα πέσει κάτω. Ὅταν λοιπόν ὑπονομευτεῖ αὐτή ἡ εἰκόνα, ἀναγκάζεται κανείς νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του - νά δεῖ τὴ γυμνότητά του, τά ἐλαττώματά του, νὰ δεῖ τίς συγκρούσεις καί ὅλη τὴν ἀταξία πού ὑπάρχει μέσα του.

Ἀπό ὅ,τι λένε οἱ εἰδικοί, ἀλλά καί ἀπό ὅ,τι μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε μέσα ἀπό τά πράγματα, εἶναι κάτι πολύ σημαντικό νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος -ὕστερα ἀπό ἕνα περιστατικό, ὕστερα ἀπό ἕνα συγκλονιστικό γεγονός- ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ νόμιζε ὅτι εἶναι, και να βλέπει τον ἑαυτό του τέτοιον, πού δέν ἀντέχει πιὰ νὰ ζεῖ νὰ νιώσει ὅτι πέφτει, ὅτι χάνεται, ὅτι συντρίβεται.

Το να βρεθεῖ λοιπόν κανείς σε μια τέτοια κατάσταση, εἶναι καλό. Εἶναι μιά εὐκαιρία να πάψει νὰ ζεῖ μὲ τὸν φανταστικό, μέ τόν πλαστό ἑαυτό του, νὰ ἀποφασίσει να προσγειωθεῖ καὶ νὰ ἀρχίσει τή ζωή του ἀπό τήν ἀρχή. Καί στο ἑξῆς να ζήσει μέ τόν πραγματικό ἑαυτό του νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του καί μέ αὐτόν να κινηθεῖ πρός τόν Θεό, νὰ ἀναζητήσει τόν Θεό, νά ἀναζητήσει τὸν ἁγιασμό, την τελειότητα. Ἀλλά αὐτό εἶναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει πάρα πολύ δύσκολο.

Λέγαμε καί ἄλλη φορά: Φανταστεῖτε ὅτι εἴμαστε μέσα σε ἕνα ἀεροπλάνο, καί κάποια στιγμή μᾶς λένε· «Πηδήξτε ἀπό τό ἀεροπλάνο». Καί θά πηδήξει κανείς στο χάος. Ἕνας ἀλεξιπτωτιστής σιγά-σιγά, σιγά-σιγά ἐκπαιδεύεται καί τελικά μαθαίνει να πηδάει. Ἀλλά γιὰ ἕναν πού δέν ξέρει καί ἁπλῶς τοῦ δίνουν ἕνα ἀλεξίπτωτο καί τοῦ λένε «πήδηξε κάτω», εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Ακόμη κι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀποφασισμένος να αὐτοκτονήσει, ἴσως δέν θά τό ἔκανε. Θα φοβόταν, ὅταν μάλιστα τα πράγματα τὸν ἀναγκάζουν, τρόπον τινά, να πηδήξει ἀπό τὸ ἀεροπλάνο. Τόσο δύσκολο εἶναι.

Ὅσο δύσκολο λοιπόν εἶναι να πηδήξει κανείς ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο στο χάος, τόσο δύσκολο καί ἀκόμη δυσκολότερο εἶναι νὰ ἀφεθεῖ σ' αὐτό τό χάος πού δημιουργείται μέσα στην ὕπαρξή του, καθώς φεύγει ἀπό τή μέση ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Γι' αὐτό λοιπόν ὁ ἄνθρωπος πάρα πολύ δένεται μὲ αὐτή τὴν ἰδεατή εἰκόνα καὶ μέ κανέναν τρόπο δέν θέλει νὰ τὴν ἀφήσει.

Καί στον θάνατο ἀκόμη γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα

Καί ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά -καί πρέπει αὐτά νὰ τὰ λέμε, να τα ξαναλέμε καὶ νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουμε- ὅτι δέν πρέπει να παραξενευόμαστε καθόλου, ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο να εἶναι, ὅπως λέμε, ἀγύριστο κεφάλι καί νά μήν μπορεῖ νὰ καταλάβει κάτι, νά μήν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει γνώμη για κάτι.

Νὰ πῶ τώρα καί κάτι ἄλλο; Θὰ εἶναι πολύ ἄραγε; Δεν φαντάζομαι νὰ εἶναι πολύ. Καί στον θάνατο ἀκόμη μπορεῖ νὰ πάει κανείς, προκειμένου να σώσει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Γι' αὐτό μερικοί φθάνουν μέχρι αὐτοκτονίας· μπορεί να πέσουν καί στή φωτιά, ἄς ποῦμε. Δηλαδή, δέν θά εἶναι τόσο δύσκολο γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο να πέσει στη φωτιά να καεῖ, διότι ἔτσι τουλάχιστον φεύγει μέ τό φρόνημα ὅτι κάτι εἶναι. Φεύγει ἔχοντας τὴν ἀνωτερότητά του αὐτή, την τελειότητά του αὐτή. Φεύγει ὄντας ταυτισμένος μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει.

Ὅμως, θέλει δέν θέλει κανείς, κάποτε τά πράγματα τὸν ἀναγκάζουν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ὁπότε μερικοί βρίσκουν τελικά τόν ἑαυτό τους. Ἄλλοι τά καταφέρνουν να ξαναγυρίσουν στὴν ἰδεατή εἰκόνα, καί ἄλλοι παθαίνουν ψυχολογικά, καί ὁ Θεός ξέρει τί θα γίνει μὲ αὐτούς.

Αὐτός πού εἶναι ἔτσι δεμένος μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα, εἶναι σάν νὰ ἔχει ἕνα κτίριο, ἕνα σπίτι, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, πού το νιώθει να πατάει πάρα πολύ καλά, νὰ εἶναι καλά θεμελιωμένο, καί ὅμως αὐτὸ τὸ σπίτι εἶναι γεμάτο μέ δυναμίτη, πού ἀπό στιγμή σε στιγμή μπορεῖ νὰ ἐκραγεῖ, καί νά ἀνατιναχθεῖ τό σπίτι στόν ἀέρα. Γι' αὐτό ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ἤρεμος, πράος, ταπεινός, σπουδαῖος -ὄχι μόνο στά μάτια του, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι δυστυχῶς καμιά φορά ἔτσι τὸν βλέπουν- δέν δέχεται ἀντιρρήσεις, δέν σηκώνει παρατηρήσεις, δέν δέχεται νά ἀλλάξει γνώμη.

Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἀντέχει νὰ μήν τὸν ἀναγνωρίζουν, δέν ἀντέχει νά μήν τόν θαυμάζουν. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει τή ζωή, τίς κακοτοπιές· ἀποφεύγει νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Προσπαθεῖ πάντοτε να κάνει ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι σίγουρος ὅτι μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, καί ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά ἀποτύχει. Δέν ἀντέχει να ἐκτεθεῖ, νὰ φανεῖ ὅτι ἔπεσε ἔξω, να φανεῖ ὅτι εἶναι καί αὐτὸς ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀναπαύει, ἐκεῖνο πού τόν στηρίζει εἶναι να νομίζει ὁ ἴδιος, να νομίζουν καί οἱ ἄλλοι, ὅτι στέκεται πάρα πολύ ψηλά.

Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νὰ ζήσει παρά μόνο μὲ τὸ νὰ τὸν θαυμάζουν, μὲ τὸ νὰ τὸν κολακεύουν· καὶ εἶναι πάρα πολύ ἐξαρτημένος ἀπό τοὺς ἄλλους, πάρα πολύ δεμένος μέ τούς ἄλλους, ἄσχετα ἄν φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπομονωμένος.

Προβολή τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καί οἱ συνέπειες


Καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ἀκόμη μιά φορά ὅτι, σε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, μπορεῖ νὰ συμβεί κάτι ἀκόμη χειρότερο: νά ἀπωθήσει τὴν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι ταυτισμένος. Δηλαδή, δέν ἀναζητεῖ στόν ἑαυτό του οὔτε βλέπει στον ἑαυτό του τήν ἁγιότητα, τήν τελειότητα -βέβαια ἐκεῖνος ἔτσι νομίζει, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν συμβαίνει ἔτσι- ἀλλά ἔχει ἀπωθήσει, ἔχει σπρώξει βαθιά μέσα του τήν ἰδεατή εἰκόνα περί ἁγιότητος καί οὔτε πού τή σκέπτεται καθόλου αὐτή ὅμως, ἀπό ἐκεῖ βαθιά πού εἶναι, προβάλλεται σε ἕναν ἄλλο. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί το παθαίνουμε πάρα πολύ αὐτό. Εἰδικότερα ἐσεῖς, τα πνευματικά τέκνα, τὸ παθαίνετε πάρα πολύ αὐτό μ' ἐμᾶς τοὺς ἱερεῖς, ποὺ εἴμαστε τάχα πνευματικοί πατέρες. Μπορεί δηλαδή κάποιος ἀπό σᾶς νὰ μὴν ἀντέχει νὰ θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ταυτισμένο με μιά εἰκόνα ἁγιότητος, με μιά εἰκόνα τελειότητος, ἀλλά συγχρόνως ὅμως τὸ ἔχει αὐτό μέσα του, καί μή μπορώντας να ζήσει ἀλλιῶς, τελικά το βλέπει σε ἕναν ἄλλο.

Ἂς ποῦμε, κάποιο πνευματικό τέκνο, ὅπως συ-νηθίζουμε να λέμε, γνωρίζει ἕναν πνευματικό πατέρα, καί κάτι ἀπό αὐτόν τόν πνευματικό πατέρα κάνει ἐντύπωση στο πνευματικό τέκνο. Μετά, τήν πλαστή, τή φανταστική εἰκόνα πού ἔχει περί ἁγιότητος καί περί τελειότητος, τήν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα πού ἔχει μέσα του αὐτό τό πνευματικό τέκνο, χωρίς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, τήν προβάλλει στον πνευματικό πατέρα· καί ἑπομένως δέν τόν βλέπει ὅπως εἶναι, ἀλλά ὅπως τὸν ἔχει φτιάξει μέσα του ἡ ἰδεατή του εἰκόνα.

Καί ἔτσι ἐμφανίζεται ἡ προσκόλληση στον πνευματικό, ἀρχίζει ὁ θαυμασμός, ἀρχίζει να βλέπει κανείς καί τά ἐλαττώματα τοῦ πνευματικοῦ σὰν ἀρετές καί σάν μεγάλα κατορθώματα, ἀρχίζει τοῦτο, ἀρχίζει ἐκεῖνο. Καί, ὅπως καταλαβαίνετε, μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλές ἄσχημες συνέπειες. Ὅταν μάλιστα ὁ πνευματικός πατήρ -ἢ ὁ ὁποιοσδήποτε, στὸν ὁποῖο κανείς ἔχει προβάλει την ιδεατή του εἰκόνα καί ἔχει προσκολληθεῖ- συμβεῖ νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος καί ὄχι ἕνας ἅγιος καί τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως τόν νομίζει το πνευματικό αὐτό τέκνο, τότε αὐτό το πνευματικό τέκνο, πού τόσο πολύ εἶχε στηριχθεῖ ἐκεῖ, γκρεμίζεται, σωριάζεται κάτω. Δηλαδή -γιά να το καταλάβουμε καλύτερα- σάν να χάθηκε ὁ Θεός, σαν να γκρεμίστηκε ὁ Θεός. Τόσο πολύ παθαίνει ὁ ἄνθρωπος. Δέν εἶναι παράδοξα οὔτε παράξενα αὐτά. Εἶναι πράγματα πού συμβαίνουν ἀνάμεσά μας, καί πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε.

Νὰ ἀγαποῦμε τόν Θεό, να πιστεύουμε στον Θεό, νὰ ἀναζητοῦμε τόν Θεό ἀληθινά, σωστά. Καί μόλις δοῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος -εἴτε εἶναι ὁ ἑαυτός μας εἴτε κάποιος ἄλλος- παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ὕπαρξή μας, να ξέρουμε ὅτι κακό μεγάλο μᾶς βρῆκε, καί πάση θυσίᾳ καί με όποιονδήποτε τρόπο να κοιτάξουμε να βγάλουμε τον οἱονδήποτε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας -ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως εἶπα, τόν ψεύτικο ἑαυτό μας, τὴν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα- καί ἐκεῖ μέσα να μείνει μόνο ὁ Θεός.

Βρισκόμαστε σε κίνδυνο, ἄν δέν προσέξουμε

Ἄν λοιπόν αὐτά ὅλα πού λέμε ἀληθεύουν -καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι ἴσως κάτι ξέρω πάνω σ' αὐτά καί πιστεύω ὅτι λίγο πολύ ἀληθεύουν- καταλαβαίνετε σε τί κίνδυνο βρισκόμαστε, ἐάν δέν προσέξουμε.

Γενικότερα ἡ ζωή πού ζοῦμε ὡς ἄνθρωποι σ' αὐτόν τον κόσμο, ἀλλὰ ἰδιαίτερα ἡ χριστιανική ζωή, δέν εἶναι παιχνίδια καί γέλια. Ὁ Θεός εἶναι μεγάλος, καί εἶναι ἕτοιμος να βοηθήσει τόν ἄνθρωπο· δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία. Ἡ σωτηρία παρέχεται δωρεάν καί εἶναι πάρα πολύ εύκολη. Ἀλλά νὰ ὅμως ποὺ ἀπό τήν πλευρά του ὁ ἄνθρωπος τά μπερδεύει καί ἀναζητεῖ ἀλλοῦ τὴ σωτηρία, ἐπειδή στο βάθος ὑπάρχει τὸ ἐγώ, ἡ φιλαυτία· ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, πού ξεκινάει ἀπό τὴν ἡμέρα πού ἔπεσαν οἱ πρωτόπλαστοι. Αὐτό ήταν το μεγάλο κακό πού ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα: ἔπαψαν πιὰ οἱ πρωτόπλαστοι να βλέπουν τον Θεό καὶ ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὸν ἑαυτό τους· στράφηκαν πρός τόν ἑαυτό τους. Ἀπό κεῖ λοιπόν ἀρχίζουν ὅλα τὰ δεινά, πού φθάνουν μέχρι σήμερα. Καί ἐνῶ εἴμαστε βαπτισμένοι, καί θά ἔπρεπε κάπως ἀλλιῶς νὰ ζοῦμε, τελικά δέν τά καταφέρνουμε να ζοῦμε γνήσια χριστιανικά καί ζοῦμε λανθασμένα. Ἴσως καί ἡ ἐποχή νὰ εὐνοεῖ κάτι τέτοιες άρρωστημένες καταστάσεις.

***

Ἂς εὐχηθοῦμε, αὐτά πού λέμε, νὰ μᾶς βοηθήσουν λιγάκι, τώρα μάλιστα πού εἴμαστε καί σ' αὐτή την περίοδο, ὥστε φέτος να σταυρωθεῖ ἐπιτέλους ἡ ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχουμε μέσα μας. Νά ποῦμε: «Να πέσουμε, τρόπον τινά, καί ἀπό τό ἀεροπλάνο καί ἀπό ὅπου ἀλλοῦ, προκειμένου να σταυρωθεῖ τὸ ἐγώ, μαζί μέ τόν Χριστό βέβαια, καί νὰ ἀναστηθεῖ ὁ ἑαυτός μας μαζί μέ τόν Κύριο».

19-3-1972

Ὁ ἄνθρωπος που φτιάχνει μιά ἰδεατή εἰκόνα, το κάνει μόνο καί μόνο διότι δὲν ἀντέχει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (23)

Συνέχεια από: Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Γνωρίζεις τον εαυτό σου;


Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


Κεφάλαιο Έ 6

Η ιδεατή εικόνα

Ἰδεατή εἰκόνα: ἕνας φανταστικός ἑαυτός μας

Πλαστή εἰκόνα και στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος


Ἡ ἰδεατή εἰκόνα –το θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στις τελευταίες συνάξεις μας μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνας πλαστός ἤ φανταστικός ἑαυτός μας.

Δηλαδή, εἶναι κάτι που δὲν ὑπάρχει στην πραγματικότητα, ἀλλὰ τὸ ἔχουμε φτιάξει, τὸ ἔχουμε πλάσει, το ἔχουμε φαντασθεῖ ἐμεῖς. Το κακό εἶναι -ἴσως νὰ εἶναι καί καλό ποιός ξέρει ποῦ εἶναι πιο πολύ ἡ ἀλήθεια· ἀλλὰ ἄς τὸ πάρουμε ἔτσι- το κακό εἶναι ὅτι πολλές φορές μπερδεύονται μὲ αὐτή τή φανταστική και πλαστή εἰκόνα στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος.

Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Ἕνας ἀληθινά πιστεύει στον Θεό, θέλει να πιστεύει στον Θεό· ἀληθινά πιστεύει στήν Ἐκκλησία, θέλει να πιστεύει στήν Ἐκκλησία· ἀληθινά θέλει νὰ ζεῖ τή χριστιανική ζωή. Αὐτά εἶναι στοιχεία πραγματικά· εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του, εἶναι λειτουργίες τῆς ψυχῆς του. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος αὐτός, εἴτε διότι δὲν εἶναι πολύ εἰλικρινής ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων, εἴτε διότι εἶναι ἕνας ψυχολογικά ρρωστημένος τύπος, φτιάχνει μια ιδεατή εἰκόνα και δένεται με αυτήν. Καί ἔτσι τελικά μπερδεύεται ἡ ίδεατή, ή φανταστική, ή πλαστή αὐτή εἰκόνα με στοιχεία πραγματικά. Οπότε, δημιουργείται ἔτσι ἕνας λαβύρινθος, καί δέν βρίσκει ἄκρη κανείς. Τώρα τα συζητᾶμε ἐδῶ, τὰ λέμε κάθε τόσο καὶ μιλάμε πιο συγκεκριμένα γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.

Πόσοι ἀπό σᾶς ἴσως διερωτηθήκατε – καί ἀπ' ὅ,τι ξέρω ἀπό τίς κατ' ἰδίαν συναντήσεις, ἀρκετοί πρέπει νὰ ἔχετε διερωτηθεῖ: «Μήπως κι ἐγώ ἔχω ἰδεατὴ εἰκόνα;» Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά βλέπει κανείς τὸν ἑαυτό του καὶ ἔχει τὴν ἀπορία: «Ἀφοῦ ἀληθινά δέχομαι τὸ Εὐαγγέλιο, ἀληθινά πιστεύω, ἀληθινά ἀγωνίζομαι, ἀληθινά θέλω νὰ εἶμαι χριστιανός, ποῦ εἶναι, τέλος πάντων, αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνας»

Ἐδῶ μπερδεύεται ἀκόμη πιο πολύ το πράγμα, ἐπειδή εἶναι ἀνακατεμένα τα στοιχεῖα τὰ φανταστικά, τα πλαστά, με τα πραγματικά στοιχεία. Ωστόσο ὅμως, πάντοτε ἡ ἰδεατή εἰκόνα -αὐτό τό φανταστικό, το πλαστό, πού εἶναι ὁ φανταστικός και πλαστός ἑαυτός μας- ὑπερισχύει καί ἀντικαθιστᾶ τὸν πραγματικό ἑαυτό μας. Δηλαδή, ὁ ἀρρωστημένος τύπος θεωρεῖ τή φανταστική, τὴν ἰδεατή εἰκόνα ὡς πραγματική καί ταυτίζεται μὲ αὐτήν, καί τελικά αὐτή ἡ εἰκόνα ἡ πλαστή, ἡ ἰδεατή, ἐπισκιάζει τὸν πραγματικό ἄνθρωπο, τόν πραγματικό ἑαυτό μας. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἀρχίζουν πλέον ὅλα τά προβλήματα· καὶ ἐνῶ ἀγωνίζεται κανείς καί προσπαθεῖ νὰ εἶναι χριστιανός, τελικά οὔτε χριστιανός εἶναι οὔτε πιστός εἶναι οὔτε ἀρετή ἔχει οὔτε πνευ ματική ζωή ἔχει, καί διερωτάται τί συμβαίνει.

***

Προχωρώντας λίγο περισσότερο, να ποῦμε ὅτι ἡ ἰδεατή εἰκόνα ἐξασφαλίζει, στόν ἄνθρωπο πού τὴν ἔχει, μιὰ ἰσορροπία. Πολλοί ἄνθρωποι θά διαλύονταν κυριολεκτικά, θα τρελαίνονταν, θὰ ἔχαναν τελείως τὸν ἑαυτό τους, ἐὰν δὲν τοὺς ἔσωζε αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ὥς ἕνα σημεῖο δηλαδή κάτι κάνει, ἀλλὰ εἶναι ἕνα πλαστό πράγμα –πῶς νὰ τὸ κάνουμε;– καί δέν μπορεῖ νὰ μείνει για πάντα. Κάποια μέρα θα σκάσει ἡ βόμβα.

Ἀπώθηση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας

Στη συνέχεια θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σε κάτι ἀκόμη. Πολλές φορές αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει κάποιος καί μέ τήν ὁποία ταυτίζεται, τήν ἀπωθεῖ. Αὐτό εἶναι ἀκόμη χειρότερο. Σ' αὐτή τήν περίπτωση παύει πλέον κανείς νὰ εἶναι ταυτισμένος μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα του καί νά εἶναι συγκεντρωμένος καί δοσμένος σ' αὐτήν, καί τή μεταφέρει, καθώς εἶναι ἀπωθημένη, σε ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι παύει πλέον κανείς νὰ ἔχει καλή ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀντ᾿ αὐτοῦ δὲ ἀρχίζει να θαυμάζει ἕνα ἄλλο πρόσωπο.

Πόσες φορές –ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πιο πολύ το παθαίνουμε αὐτό- θαυμάζει κανείς ἕνα πρόσωπο, Ὅμως δέν θαυμάζει τό ἴδιο το πρόσωπο, δέν βλέπει κάν το ίδιο το πρόσωπο, ἀλλά ἀπλούστατα μεταφέρει σ' αὐτό την ιδεατή εἰκόνα πού ἔχει μέσα του. Καί ὅταν θαυμάζει το πρόσωπο αὐτό, ὅταν τό ἀγαπᾶ, ὅταν λιώνει ὑπηρετώντας το πρόσωπο αὐτό, ὅταν ὑποτάσσεται σ' αὐτό καί εἶναι ἕτοιμος να πέσει καί στή φωτιά ἀκόμη για χάρη του, δέν κάνει τίποτε ἄλλο παρά ἀγαπᾶ, λατρεύει καί θυμιάζει τη δική του ἰδεατή εἰκόνα, τήν ὁποία δέν εἶχε το κουράγιο νά τή βλέπει στόν ἑαυτό του καί τή μετέφερε σὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού κυριολεκτικά ἀπογοητεύονται μερικές ψυχές, ὅταν ἀποδείξουν τά πράγματα ὅτι, το πρόσωπο στό ὁποῖο τόσο πολύ στηρίχθηκαν, τό ὁποῖο τόσο πολύ λάτρευσαν, τόσο πολύ θαύμασαν, δέν εἶναι καθόλου ἔτσι ὅπως τό νόμιζαν. Δυστυχῶς, τά τελευταῖα χρόνια συνέβησαν ἀρκετά τέτοια πράγματα, καί παιδευόμαστε ἀκόμη να στηρίξουμε αὐτές τις ψυχές. Ὁπότε ἡ ψυχή αὐτή γκρεμίζεται κυριολεκτικά· ἀπογοητεύεται, σάν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, Χριστός, σάν νά μήν ὑπάρχει Ἐκκλησία, Εὐαγγέλιο. Διότι τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἦταν αὐτό τό πρόσωπο, τό ὁποῖο ἦταν σάν ἕνας θεός μέσα στην ψυχή του. Καί, ὅπως εἶπα, ἀπογοητεύεται ἡ ψυχή αὐτή, γκρεμίζεται ἐκτός ἄν μπορέσει, εἴτε μέ τή βοήθεια κάποιου εἴτε ἀπό μόνη της, να στηριχθεῖ, γιά νά μείνει τελικά πιστή στον Θεό καί νά μπορέσει ἔτσι νὰ βρεῖ τόν Θεό, καὶ ἐκεῖ νὰ δώσει ὅλο τὸ εἶναι της καί ἐκεῖ νὰ βρεῖ τὸ ἀληθινό, το πραγματικό ἰδανικό της. Καί ἀφοῦ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, να μπορέσει νὰ ἔχει προσωπική σχέση ἀπευθείας μέ τόν Θεό καί ὄχι διά μέσου ἄλλων προσώπων.

12-3-1972

Μόλις δοῦμε ότι ἕνας ἄνθρωπος -εἴτε εἶναι ὁ ἑαυτός μας εἴτε κάποιος ἄλλος-παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ὕπαρξή μας, πάση θυσίᾳ καί μέ ὁποιονδήποτε τρόπο να κοιτάξουμε να τον βγάλουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ἐκεῖ μέσα να μείνει μας μόνο ὁ Θεός.

Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 1
Karen Horney: Our inner conflicts

Εισαγωγή
Όποιο κι αν είναι το σημείο εκκίνησης και όσο δαιδαλώδης κι αν είναι η πορεία, καταλήγουμε τελικά σε μια διαταραχή της προσωπικότητας ως πηγή της ψυχικής νόσου. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτό, όπως και για σχεδόν κάθε άλλη ψυχολογική ανακάλυψη: στην πραγματικότητα πρόκειται για επανανακάλυψη.
 Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι όλων των εποχών γνώριζαν ότι ποτέ δεν είναι ο γαλήνιος, ισορροπημένος άνθρωπος που πέφτει θύμα ψυχικών διαταραχών, αλλά αυτός που βασανίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Με σύγχρονους όρους, κάθε νεύρωση, ανεξάρτητα από
τα συμπτώματα, είναι μια νεύρωση χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η προσπάθειά μας στη θεωρία και τη θεραπεία πρέπει να κατευθύνεται προς μια καλύτερη κατανόηση της νευρωτικής δομής του χαρακτήρα.

Στην πραγματικότητα, το μεγάλο πρωτοποριακό έργο του Freud συνέκλινε όλο και περισσότερο προς αυτή την έννοια —αν και η γενετική του προσέγγιση δεν του επέτρεψε να φτάσει στη ρητή διατύπωσή της. Άλλοι όμως, που συνέχισαν και ανέπτυξαν το έργο του Freud —ιδίως οι Franz Alexander, Otto Rank, Wilhelm Reich και Harald Schultz-Hencke— την όρισαν με μεγαλύτερη σαφήνεια. Κανένας τους, ωστόσο, δεν συμφωνεί ως προς την ακριβή φύση και τη δυναμική αυτής της δομής χαρακτήρα.

Το δικό μου σημείο εκκίνησης ήταν διαφορετικό. Οι διατυπώσεις του Freud σχετικά με τη γυναικεία ψυχολογία με έκαναν να σκεφτώ τον ρόλο των πολιτισμικών παραγόντων. Η επιρροή τους στις ιδέες μας για το τι συνιστά αρρενωπότητα ή θηλυκότητα ήταν προφανής, και εξίσου προφανές μου έγινε ότι ο Freud είχε καταλήξει σε ορισμένα εσφαλμένα συμπεράσματα επειδή δεν τους είχε λάβει υπόψη. Το ενδιαφέρον μου για το θέμα αυτό μεγάλωσε κατά τη διάρκεια δεκαπέντε ετών. Ενισχύθηκε εν μέρει από τη συνεργασία με τον Erich Fromm, ο οποίος, χάρη στη βαθιά γνώση του τόσο της κοινωνιολογίας όσο και της ψυχανάλυσης, με έκανε περισσότερο συνειδητή για τη σημασία των κοινωνικών παραγόντων πέρα από τη στενή εφαρμογή τους στη γυναικεία ψυχολογία. Και οι εντυπώσεις μου επιβεβαιώθηκαν όταν ήρθα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1932. Τότε διαπίστωσα ότι οι στάσεις και οι νευρώσεις των ανθρώπων σε αυτή τη χώρα διέφεραν από πολλές απόψεις από εκείνες που είχα παρατηρήσει στις ευρωπαϊκές χώρες, και ότι μόνο η διαφορά των πολιτισμών μπορούσε να το εξηγήσει αυτό. Τα συμπεράσματά μου βρήκαν τελικά την έκφρασή τους στο The Neurotic Personality of Our Time. Η κύρια θέση εκεί ήταν ότι οι νευρώσεις προκαλούνται από πολιτισμικούς παράγοντες — πιο συγκεκριμένα, ότι οι νευρώσεις γεννιούνται από διαταραχές στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα χρόνια πριν γράψω το βιβλίο «Η νευρωτική προσωπικότητα», ασχολήθηκα με μια άλλη ερευνητική κατεύθυνση που ήταν η λογική συνέχεια της προηγούμενης υπόθεσης. Εστίαζε στο ερώτημα ποιοι είναι οι κινητήριοι παράγοντες της νεύρωσης.
Ο Φρόιντ ήταν ο πρώτος που επισήμανε ότι αυτοί οι παράγοντες είναι οι καταναγκαστικές ορμές. Θεωρούσε αυτές τις ορμές ως  ενστικτώδεις, με στόχο την ικανοποίηση και μή ανεκτικές στη ματαίωση. Κατά συνέπεια, πίστευε ότι δεν περιορίζονταν στις
νευρώσεις καθεαυτές, αλλά λειτουργούσαν σε όλους τους ανθρώπους. Εάν, ωστόσο, οι νευρώσεις ήταν απόρροια διαταραγμένων ανθρώπινων σχέσεων, αυτή η υπόθεση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη. Οι έννοιες στις οποίες κατέληξα σχετικά με αυτό το θέμα ήταν, εν συντομία, οι εξής. Οι καταναγκαστικές ορμές είναι συγκεκριμένα νευρωτικές· γεννιούνται από συναισθήματα απομόνωσης, [[13]] ανικανότητας, φόβου και εχθρότητας και αντιπροσωπεύουν τρόπους αντιμετώπισης του κόσμου παρά τα συναισθήματα αυτά· δεν στοχεύουν πρωτίστως στην ικανοποίηση, αλλά στην ασφάλεια· ο καταναγκαστικός
τους χαρακτήρας οφείλεται στο άγχος που κρύβεται πίσω τους. Δύο από αυτές τις ορμές —η νευρωτική επιθυμία για αγάπη και για εξουσία— ξεχώρισαν αρχικά με σαφήνεια και παρουσιάστηκαν λεπτομερώς στο έργο «Η νευρωτική προσωπικότητα».


Διατηρώντας όσα θεωρούσα θεμελιώδη από τις διδασκαλίες του Freud, συνειδητοποίησα ωστόσο τότε ότι η αναζήτησή μου για μια καλύτερη κατανόηση με είχε οδηγήσει σε κατευθύνσεις που διέφεραν από εκείνες του Freud. Αν τόσοι πολλοί παράγοντες που ο Freud θεωρούσε ενστικτώδεις ήταν στην πραγματικότητα πολιτισμικά προσδιορισμένοι, αν τόσο μεγάλο μέρος εκείνου που ο Freud θεωρούσε λιμπιντινικό ήταν μια νευρωτική ανάγκη για στοργή, προκληθείσα από άγχος και στραμμένη προς το αίσθημα ασφάλειας με τους άλλους, τότε η θεωρία της λίμπιντο δεν ήταν πλέον βιώσιμη. Οι παιδικές εμπειρίες παρέμεναν σημαντικές, αλλά η επιρροή που ασκούσαν στη ζωή μας φαινόταν υπό ένα νέο φως. Αναπόφευκτα ακολούθησαν και άλλες θεωρητικές διαφορές. Έτσι κατέστη αναγκαίο να διαμορφώσω στο μυαλό μου με σαφήνεια τη θέση μου σε σχέση με τον Freud. Το αποτέλεσμα αυτής της αποσαφήνισης ήταν το New Ways in Psychoanalysis.

Στο μεταξύ, η αναζήτησή μου για τις κινητήριες δυνάμεις της νεύρωσης συνεχίστηκε. Ονόμασα τις καταναγκαστικές ωθήσεις «νευρωτικές τάσεις» και περιέγραψα δέκα από αυτές στο επόμενο βιβλίο μου. Ως τότε είχα κι εγώ φτάσει στο σημείο να αναγνωρίσω ότι η νευρωτική δομή του χαρακτήρα έχει κεντρική σημασία. Την αντιλαμβανόμουν τότε ως ένα είδος μακρόκοσμου, που σχηματίζεται από πολλούς μικρόκοσμους οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Στον πυρήνα κάθε μικρόκοσμου βρισκόταν μία νευρωτική τάση. Αυτή η θεωρία της νεύρωσης είχε και πρακτική εφαρμογή. Αν η ψυχανάλυση δεν συνίσταται πρωτίστως στο να συσχετίζουμε τις παρούσες δυσκολίες μας με τις παρελθούσες εμπειρίες μας, αλλά εξαρτάται μάλλον από την κατανόηση της αλληλεπίδρασης των δυνάμεων μέσα στην υπάρχουσα προσωπικότητά μας, τότε η αναγνώριση και η αλλαγή του εαυτού μας με ελάχιστη ή και χωρίς καμία ειδική βοήθεια είναι απολύτως εφικτή. Απέναντι σε μια ευρεία ανάγκη για ψυχοθεραπεία και σε μια έλλειψη διαθέσιμης βοήθειας, η αυτοανάλυση φαινόταν να προσφέρει την ελπίδα κάλυψης μιας ζωτικής ανάγκης. Εφόσον το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ασχολούνταν με τις δυνατότητες, τους περιορισμούς και τους τρόπους ανάλυσης του εαυτού μας, το ονόμασα Self-Analysis («Αυτοανάλυση»).

Ωστόσο, δεν ήμουν απολύτως ικανοποιημένη από την παρουσίαση των επιμέρους τάσεων. Οι ίδιες οι τάσεις περιγράφονταν με ακρίβεια· αλλά με στοίχειωνε η αίσθηση ότι, σε μια απλή απαρίθμηση, εμφανίζονταν υπερβολικά απομονωμένες. Μπορούσα να δω ότι η νευρωτική ανάγκη για στοργή, η καταναγκαστική μετριοφροσύνη και η ανάγκη για έναν «σύντροφο» ανήκαν μαζί. Εκείνο που δεν κατάφερνα να δω ήταν ότι, όλες μαζί, αντιπροσώπευαν μια βασική στάση απέναντι στους άλλους και απέναντι στον εαυτό, καθώς και μια ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής. Αυτές οι τάσεις αποτελούν τους πυρήνες αυτού που τώρα έχω συγκεντρώσει κάτω από τον όρο «κίνηση προς τους ανθρώπους». Είδα επίσης ότι η καταναγκαστική λαχτάρα για δύναμη και κύρος και η νευρωτική φιλοδοξία είχαν κάτι κοινό. Αποτελούν, σε γενικές γραμμές, τους παράγοντες εκείνους που εμπλέκονται σε αυτό που θα αποκαλέσω «κίνηση εναντίον των ανθρώπων». Η ανάγκη όμως για θαυμασμό και οι τελειοθηρικές ωθήσεις, αν και έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά των νευρωτικών τάσεων και επηρέαζαν τις σχέσεις του νευρωτικού με τους άλλους, φαίνονταν να αφορούν πρωτίστως τη σχέση του με τον εαυτό του. Επίσης, η ανάγκη για εκμετάλλευση έμοιαζε να είναι λιγότερο βασική από την ανάγκη για στοργή ή για δύναμη· φαινόταν λιγότερο περιεκτική από αυτές, σαν να μην αποτελούσε μια ξεχωριστή οντότητα αλλά να είχε αποσπαστεί από κάποιο μεγαλύτερο σύνολο.

Οι διερωτήσεις μου αποδείχθηκαν έκτοτε δικαιολογημένες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου μετατοπίστηκε στον ρόλο των συγκρούσεων στη νεύρωση. Στο The Neurotic Personality είχα πει ότι μια νεύρωση προκύπτει από τη σύγκρουση αποκλινουσών νευρωτικών τάσεων. Στο Self-Analysis είχα πει ότι οι νευρωτικές τάσεις όχι μόνο ενισχύουν η μία την άλλη, αλλά δημιουργούν και συγκρούσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκρούσεις είχαν παραμείνει δευτερεύον ζήτημα. Ο Freud είχε γίνει όλο και περισσότερο συνειδητός της σημασίας των εσωτερικών συγκρούσεων· τις έβλεπε όμως ως μια μάχη ανάμεσα σε καταπιεσμένες και καταπιεστικές δυνάμεις. Οι συγκρούσεις που άρχισα να διακρίνω ήταν διαφορετικού είδους. Δρούσαν ανάμεσα σε αντιφατικά σύνολα νευρωτικών τάσεων και, αν και αρχικά αφορούσαν αντιφατικές στάσεις απέναντι στους άλλους, με τον καιρό περιέλαβαν αντιφατικές στάσεις απέναντι στον εαυτό, αντιφατικές ιδιότητες και αντιφατικά συστήματα αξιών.

Μια κλιμάκωση των παρατηρήσεων άνοιξε τα μάτια μου στη σημασία τέτοιων συγκρούσεων. Εκείνο που αρχικά με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η τύφλωση των ασθενών απέναντι σε προφανείς αντιφάσεις μέσα τους. Όταν τις επισήμαινα, προέβαλαν υπεκφυγές και έμοιαζαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Ύστερα από επανειλημμένες εμπειρίες αυτού του είδους συνειδητοποίησα ότι αυτή η υπεκφυγή εξέφραζε μια βαθιά αποστροφή προς την αντιμετώπιση αυτών των αντιφάσεων. Τελικά, αντιδράσεις πανικού ως απάντηση σε μια αιφνίδια αναγνώριση μιας σύγκρουσης μου έδειξαν ότι δούλευα με δυναμίτη. Οι ασθενείς είχαν βάσιμους λόγους να αποφεύγουν αυτές τις συγκρούσεις: φοβούνταν τη δύναμή τους να τους διαμελίσουν.

Τότε άρχισα να αναγνωρίζω τον εκπληκτικό όγκο ενέργειας και νοημοσύνης που επενδυόταν σε περισσότερο ή λιγότερο απελπισμένες προσπάθειες να «λυθούν»¹ οι συγκρούσεις ή, ακριβέστερα, να αρνηθεί κανείς την ύπαρξή τους και να δημιουργήσει μια τεχνητή αρμονία. Διέκρινα τις τέσσερις κύριες απόπειρες επίλυσης περίπου με τη σειρά που παρουσιάζονται σε αυτό το βιβλίο. Η αρχική απόπειρα ήταν να επισκιαστεί ένα μέρος της σύγκρουσης και να αναχθεί το αντίθετό του σε κυρίαρχο. Η δεύτερη ήταν το «να απομακρυνθεί» κανείς από τους ανθρώπους. Η λειτουργία της νευρωτικής αποστασιοποίησης εμφανίστηκε τότε υπό νέο φως. Η αποστασιοποίηση ήταν μέρος της βασικής σύγκρουσης —δηλαδή μία από τις αρχικές συγκρουόμενες στάσεις απέναντι στους άλλους— αλλά ταυτόχρονα αντιπροσώπευε και μια απόπειρα λύσης, εφόσον η διατήρηση συναισθηματικής απόστασης ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους έθετε τη σύγκρουση εκτός λειτουργίας. Η τρίτη απόπειρα ήταν πολύ διαφορετικής φύσεως. Αντί να απομακρύνεται από τους άλλους, ο νευρωτικός απομακρυνόταν από τον ίδιο του τον εαυτό. Ολόκληρος ο πραγματικός του εαυτός γινόταν κάπως μη πραγματικός για εκείνον και στη θέση του δημιουργούσε μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του, μέσα στην οποία τα συγκρουόμενα μέρη είχαν μεταμορφωθεί έτσι ώστε να μην εμφανίζονται πλέον ως συγκρούσεις, αλλά ως διάφορες όψεις μιας πλούσιας προσωπικότητας. Αυτή η έννοια βοήθησε να αποσαφηνιστούν πολλά νευρωτικά προβλήματα που έως τότε βρίσκονταν πέρα από τα όρια της κατανόησής μας και, συνεπώς, της θεραπείας μας. Έθεσε επίσης στη σωστή τους θέση δύο νευρωτικές τάσεις που προηγουμένως αντιστέκονταν στην ενοποίηση. Η ανάγκη για τελειότητα εμφανίστηκε τώρα ως μια προσπάθεια να ανταποκριθεί κανείς στην εξιδανικευμένη εικόνα· η λαχτάρα για θαυμασμό μπορούσε να ιδωθεί ως η ανάγκη του ασθενούς για εξωτερική επιβεβαίωση ότι πράγματι ήταν η εξιδανικευμένη του εικόνα. Και όσο πιο μακριά βρισκόταν η εικόνα από την πραγματικότητα, τόσο πιο ακόρεστη θα ήταν λογικά αυτή η τελευταία ανάγκη. Από όλες τις απόπειρες λύσης, η εξιδανικευμένη εικόνα είναι πιθανότατα η σημαντικότερη, λόγω της εκτεταμένης επίδρασής της σε ολόκληρη την προσωπικότητα. Όμως, με τη σειρά της, γεννά ένα νέο εσωτερικό ρήγμα και, συνεπώς, απαιτεί περαιτέρω πρόχειρες επιδιορθώσεις. Η τέταρτη απόπειρα λύσης επιδιώκει πρωτίστως να εξαλείψει αυτό το ρήγμα, αν και συμβάλλει επίσης στο να εξαφανιστούν και όλες οι άλλες συγκρούσεις.

Μέσω αυτού που ονομάζω εξωτερίκευση, οι εσωτερικές διεργασίες βιώνονται σαν να λαμβάνουν χώρα έξω από τον εαυτό. Αν η εξιδανικευμένη εικόνα σημαίνει ένα βήμα απομάκρυνσης από τον πραγματικό εαυτό, η εξωτερίκευση αντιπροσωπεύει έναν ακόμη πιο ριζικό χωρισμό. Δημιουργεί εκ νέου συγκρούσεις ή, μάλλον, ενισχύει σε μεγάλο βαθμό την αρχική σύγκρουση — εκείνη ανάμεσα στον εαυτό και τον εξωτερικό κόσμο.

Τις ονόμασα αυτές τέσσερις κύριες απόπειρες λύσης, εν μέρει επειδή φαίνεται να λειτουργούν τακτικά σε όλες τις νευρώσεις —αν και σε διαφορετικό βαθμό— και εν μέρει επειδή επιφέρουν καθοριστικές μεταβολές στην προσωπικότητα. Δεν είναι όμως καθόλου οι μόνες. Άλλες, μικρότερης γενικής σημασίας, περιλαμβάνουν στρατηγικές όπως η αυθαίρετη ακαμψία, της οποίας η κύρια λειτουργία είναι να κατασιγάσει κάθε εσωτερική αμφιβολία· ο άκαμπτος αυτοέλεγχος, που συγκρατεί ένα διχασμένο άτομο με καθαρή δύναμη θέλησης· και ο κυνισμός, ο οποίος, απαξιώνοντας όλες τις αξίες, εξαλείφει τις συγκρούσεις σε σχέση με τα ιδανικά.

Στο μεταξύ, οι συνέπειες όλων αυτών των ανεπίλυτων συγκρούσεων γίνονταν σταδιακά σαφέστερες σε μένα. Έβλεπα τους ποικίλους φόβους που γεννιούνταν, τη σπατάλη ενέργειας, την αναπόφευκτη έκπτωση της ηθικής ακεραιότητας, τη βαθιά απελπισία που προέκυπτε από το αίσθημα ότι κανείς είναι άρρηκτα παγιδευμένος.


Μόνο αφού κατανόησα τη σημασία της νευρωτικής απελπισίας ήρθε τελικά στο φως το νόημα των σαδιστικών τάσεων. Αυτές, κατάλαβα πλέον, αντιπροσώπευαν μια απόπειρα αποκατάστασης μέσω υποκατάστατης ζωής, στην οποία καταφεύγει ένα άτομο που έχει απελπιστεί ότι θα μπορέσει ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και το ολοκαταναλωτικό πάθος που μπορεί τόσο συχνά να παρατηρηθεί στις σαδιστικές επιδιώξεις προερχόταν από την ακόρεστη ανάγκη ενός τέτοιου ατόμου για εκδικητικό θρίαμβο. Μου έγινε τότε σαφές ότι η ανάγκη για καταστροφική εκμετάλλευση δεν ήταν στην πραγματικότητα μια ξεχωριστή νευρωτική τάση, αλλά απλώς μια αδιάλειπτη έκφραση εκείνου του ευρύτερου συνόλου που, ελλείψει καλύτερου όρου, αποκαλούμε σαδισμό.

Έτσι διαμορφώθηκε μια θεωρία της νεύρωσης, της οποίας το δυναμικό κέντρο είναι μια βασική σύγκρουση ανάμεσα στις στάσεις του «κινούμαι προς», «κινούμαι εναντίον» και «κινούμαι μακριά από» τους ανθρώπους. Εξαιτίας, αφενός, του φόβου του να διαμελιστεί και, αφετέρου, της ανάγκης του να λειτουργεί ως ενότητα, ο νευρωτικός καταφεύγει σε απελπισμένες απόπειρες λύσης. Αν και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να πετύχει τη δημιουργία ενός είδους τεχνητής ισορροπίας, νέες συγκρούσεις γεννώνται συνεχώς και απαιτούνται διαρκώς νέα μέσα για να τις εξαφανίσουν. Κάθε βήμα σε αυτόν τον αγώνα για ενότητα καθιστά τον νευρωτικό πιο εχθρικό, πιο αβοήθητο, πιο φοβισμένο, πιο αποξενωμένο από τον εαυτό του και τους άλλους, με αποτέλεσμα οι δυσκολίες που ευθύνονται για τις συγκρούσεις να οξύνονται και η πραγματική τους επίλυση να γίνεται όλο και λιγότερο εφικτή. Τελικά καταλαμβάνεται από απελπισία και μπορεί να προσπαθήσει να βρει ένα είδος αποκατάστασης σε σαδιστικές επιδιώξεις, οι οποίες με τη σειρά τους αυξάνουν την απελπισία του και δημιουργούν νέες συγκρούσεις.

Αυτή, λοιπόν, είναι μια αρκετά ζοφερή εικόνα της νευρωτικής εξέλιξης και της επακόλουθης δομής χαρακτήρα. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, αποκαλώ τη θεωρία μου «κατασκευαστική»; Πρώτον, επειδή καταργεί τον μη ρεαλιστικό αισιοδοξισμό που υποστηρίζει ότι μπορούμε να «θεραπεύσουμε» τις νευρώσεις με γελοία απλά μέσα. Δεν συνεπάγεται όμως και έναν εξίσου μη ρεαλιστικό πεσιμισμό. Την αποκαλώ κατασκευαστική επειδή μας επιτρέπει για πρώτη φορά να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε τη νευρωτική απελπισία. Την αποκαλώ κατασκευαστική, πάνω απ’ όλα, επειδή, παρά την αναγνώριση της σοβαρότητας των νευρωτικών εμπλοκών, επιτρέπει όχι μόνο τον μετριασμό των υποκείμενων συγκρούσεων αλλά και την πραγματική τους επίλυση, και έτσι μας δίνει τη δυνατότητα να εργαστούμε προς μια αληθινή ενοποίηση της προσωπικότητας. Οι νευρωτικές συγκρούσεις δεν μπορούν να επιλυθούν με ορθολογική απόφαση. Οι απόπειρες λύσης του νευρωτικού δεν είναι μόνο μάταιες αλλά και επιβλαβείς. Όμως οι συγκρούσεις αυτές μπορούν να επιλυθούν με την αλλαγή των συνθηκών μέσα στην προσωπικότητα που τις έφεραν στη ζωή. Κάθε κομμάτι αναλυτικής εργασίας που γίνεται σωστά μεταβάλλει αυτές τις συνθήκες, καθιστώντας το άτομο λιγότερο αβοήθητο, λιγότερο φοβισμένο, λιγότερο εχθρικό και λιγότερο αποξενωμένο από τον εαυτό του και τους άλλους.

Ο πεσιμισμός του Freud σχετικά με τις νευρώσεις και τη θεραπεία τους πηγάζει από το βάθος της δυσπιστίας του απέναντι στην ανθρώπινη αγαθότητα και την ανθρώπινη ανάπτυξη. Ο άνθρωπος, κατά τη διατύπωσή του, είναι καταδικασμένος είτε να υποφέρει είτε να καταστρέφει. Τα ένστικτα που τον κινούν μπορούν μόνο να ελεγχθούν ή, στην καλύτερη περίπτωση, να «εξιδανικευθούν» μέσω εξιδανίκευσης (sublimation). Η δική μου πεποίθηση είναι ότι ο άνθρωπος έχει τόσο την ικανότητα όσο και την επιθυμία να αναπτύξει τις δυνατότητές του και να γίνει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος, και ότι αυτές φθείρονται όταν η σχέση του με τους άλλους —και συνεπώς με τον εαυτό του— διαταράσσεται και συνεχίζει να διαταράσσεται. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει και να συνεχίσει να αλλάζει όσο ζει. Και αυτή η πεποίθηση έχει ενισχυθεί όσο εμβάθυνε η κατανόησή μου.