Codex Skylitzes Matritensis / Bibliοteca Nacional de Madrid, Vitr. 26-2, Bild-Nr. 77, f 34 v. b.Βυζαντινοί πυρπολούν με το υγρόν πυρ πλοίο του σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου, Θωμά του Σλάβου ή Σκλαβηνού. Έργο αγνώστου που εικονογραφεί τις σελίδες του χειρόγραφου Σκυλίτζη, έργου του 12ου αιώνα. Σε αντίθεση με τη ρωσική και την κινεζική αυτοκρατορία, η βυζαντινή υπήρξε εξ αρχής ισχυρή ναυτική δύναμη βασίζοντας την ευημερία της σε αυτή.
Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.
Υφίσταται μια στενή σχέση μεταξύ της χριστιανικής εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου και του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, λέει στο νέο βιβλίο του ο Στέλιος Ράμφος. Αυτή η σχέση είχε συνέπεια τη δημιουργία του ανθρωπότυπου του Νεοέλληνα που, πάσχοντας από ένα έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, τελεί υπό την κυριαρχία του θυμικού αδυνατώντας να ωριμάσει πολιτικά. Για τον στοχαστή, η Ορθοδοξία συνέβαλλε στην διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μοιρολατρικού με κεντρικά γνωρίσματα την παθητικότητα λόγω ενός εγκλωβισμού στο παρελθόν, λειτουργώντας ως πρόσκομμα στην ανάπτυξη μιας κοσμικής ηθικής, αναγκαίας τόσο για τη δημιουργία κριτικών αλλά κυρίως υπεύθυνων πολιτών, όσο επίσης για την εύρυθμη λειτουργία μιας αξιοκρατικής και δημοκρατικής πολιτείας. Kριτική στις απόψεις του συγγραφέα, με έμφαση σε μια παράμετρο που απουσιάζει από τη θεώρησή του: την παράμετρο της θάλασσας. [ΤΒJ]
«Are you sure
That we are awake? It seems to me
That yet we sleep, we dream.»
William Shakespeare, A midsummer night’s dream
Η Ελλάδα των ονείρων αποτελεί την κατάληξη της εικοσαετούς περιπλάνησης του Στέλιου Ράμφου στα μεταλλεία της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, που ξεκίνησε με τη διερεύνηση της ατομικότητας στη βυζαντινή και τη νεοελληνική ιστορία συγκριτικά με τη δυτικοευρωπαϊκή, διαμορφωθείσα από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ατομικότητα, στον Καημό του Ενός (2001). Ακολούθησε στο Μυστικό του Ιησού το υπερηχογράφημα της ελληνορθόδοξης ελληνικής ατομικότητας με βάση την έννοια του νοήματος, όπως αυτό αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη, και συνεχίστηκε με τη σύγκριση της ιδανικής της μορφής, τον νηπτικό άγιο, με τη νεωτερική δυτική ατομικότητα. Στην Ελλάδα των ονείρων, ο Ράμφος αισθάνεται πλέον έτοιμος να εξορύξει στα βάθη της ελληνορθόδοξης ταυτότητας τα κοιτάσματα του ελληνικού κοινωνικού φαντασιακού με μια ερμηνευτική των ονείρων η οποία δεν είναι ψυχαναλυτική, αλλά ανθρωπολογική και κοινωνιολογική. «Με ενδιαφέρει ν’ αναδείξω την περιπέτεια του ανθρώπου της ελληνορθόδοξης ταυτότητος, η οποία ενώ βιβλικά συνυφαίνεται κατ’ ουσίαν με το ιστορικό γίγνεσθαι, κατέληξε να το απαρνιέται εν ονόματι της συντελειακής απορροφήσεων του παρόντος χρόνου και του κόσμου από μια αιωνιότητα τυποτελετουργικής υφής, οικειοποιούμενη ίσως ασυναίσθητα ανάλογη χειρονομία της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας» (σ. 13).
Η θεωρητική του παραδοχή είναι ότι αν και τα όνειρα συνιστούν πρωτίστως ψυχικό φαινόμενο εμπεριέχουν επίσης πολιτισμικά στοιχεία όπως είναι οι μύθοι. Για τον Ράμφο, στα όνειρα δεν εκφράζονται μόνο ατομικές επιθυμίες και φόβοι, αλλά επίσης εντός και μέσω αυτών η ιστορική εμπειρία. «Υπό αυτό το πρίσμα θεωρώ ανεπαρκές να επιχειρούμε κατανόηση του Βυζαντίου και του Νέου ελληνισμού με κατ’ εξοχήν σημεία αναφοράς τα εξωτερικά ιστορικά δεδομένα, π.χ. την τουρκοκρατία, την συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, την οικονομία, την τεχνική, τα πολεμικά γεγονότα, την παιδεία, την θεολογία, αλλά να παραβλέπουμε ανθρωπολογικές παραμέτρους όπως οι νοοτροπίες και η σχέση τους με το αξιακό σύστημα είτε η ψυχολογία της ταυτότητας» (σ. 445). Ζητούμενο λοιπόν είναι η διαύγαση της διαμόρφωσης της ιστορικής συνείδησης με αναφορά τα όνειρα και την επικρατούσα χριστιανορθόδοξη ταυτότητα. Χάρη στη μελέτη των ονείρων είναι, σύμφωνα με τον Ράμφο, εφικτή η χαρτογράφηση της ελληνικής ταυτότητας διότι αυτά εκφράζουν την σχέση των ατόμων, αλλά επίσης της κοινωνίας, με τον εαυτό τους και την αγωνία αυτοπροσδιορισμού τροφοδοτώντας το κοινωνικό φαντασιακό. «Κατ’ επέκτασιν της ατομικότητος του ονείρου υπάρχει πλέον και η κοινωνικότης του, οπότε πέρα των απωθημένων επιθυμιών, το όνειρο σκηνοθετεί και κοσμοαντιλήψεις, ενισχύοντας υποδορίως την επικοινωνία των ανθρώπων. Μιλούμε για ατομικά βιώματα που φέρουν την σφραγίδα της συλλογικότητος και χάρι στην μεγάλη τους διάδοση είναι σε θέσιν να μετέχουν ενεργά στην πολιτισμική πραγματικότητα μιας κοινωνίας» (σ. 496-497). Ειδικότερα, ο Ράμφος ενδιαφέρεται για τη λειτουργία των ονείρων στην ατομική και κοινωνική πραγματικότητα ως αφηγήσεις, χρονικά και ονειροκρίτες, υποστηρίζοντας ότι σε συνδυασμό με την επικράτηση μιας συγκεκριμένης χριστιανορθόδοξης ταυτότητας θέτουν τους Έλληνες «εκτός ιστορίας εν ονόματι μιας μεταφυσικής "ιστορικότητας", οπότε η ψυχική τους ένταση αυξάνεται κατακόρυφα» (σ. 14). Στα όνειρα αποκαλύπτεται πληρέστερα το άχθος της ιστορίας και η προβολή των ελπίδων του ελληνισμού, η εκπλήρωση των οποίων μετατίθεται σ’ ένα εξιδανικευμένο μέλλον. «Η φαντασιακή μετάθεση των συλλογικών οραματισμών για τελική λύτρωση στο πεδίο της ψευδοϊστορικότητας κρατεί επί αιώνες την εθνική μας ψυχή σε κρίση ταυτότητας και την νεοελληνική κοινωνία σε αδυναμία να πάρει διά του παρόντος την υπόθεση του μέλλοντος αποφασιστικά στα χέρια της» (σ. 16-17).
Έτσι ο Ράμφος εγκαινιάζει ένα εγχείρημα εθνικής αυτοκατανόησης επιλέγοντας χαρακτηριστικά όνειρα από την ύστερη αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, κρίνοντας ότι μια ορθολογική προσέγγιση της ελληνικής ταυτότητας είναι ανεπαρκής, επειδή «η όποια ορθολογική κατανόηση του ελληνικού προβλήματος εκ των πραγμάτων θα αστοχή, αφού στην βιοτή μας το συναίσθημα, η στάση όπου κυριαρχεί μια θετική ή αρνητική ψυχική διάθεση, λειτουργεί πάντοτε εις βάρος της ελλόγου κρίσεως» (σ. 11). Ο Ράμφος θεωρεί ότι το συναίσθημα καθορίζει διαχρονικά την ελληνική ταυτότητα επειδή οι συλλογικές αναπαραστάσεις «δεν παραπέμπουν σε εξωτερική συνθήκη, αλλά στις συμβολικές μορφές κάποιας μυθολογίας» (σ. 19), τροφοδοτώντας έντονα συναισθήματα, τα οποία με τη σειρά τους ενδυναμώνουν τις συμβολικές μορφές, έως ότου αυτονομούνται με επιζήμιες συνέπειες. Η επαφή τόσο του ατόμου όσο και της κοινωνίας συνολικά με την πραγματικότητα εξασθενεί, καθώς αυτή «αντικαθίσταται "φυσιολογικά" από σκοτεινές δυνάμεις οι οποίες "ψεκάζουν" τον λαό για να μην εξεγείρεται» (σ. 19).
Όπως και στα προηγούμενα έργα του ο Ράμφος συλλαμβάνει την ελληνική ταυτότητα στο πλαίσιο σχηματισμού της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας όπου η, εν τέλει, ελληνορθόδοξη ταυτότητα κληρονομεί μια δημιουργική δυστοκία. Αυτή οφείλεται στην υποταγή της πρώτης στα «αμετάβλητα στερεότυπα και τελετουργικά της, στραμμένα επί μονίμου βάσεως στο παρελθόν και διαπλάθοντα ταυτότητες που περισώζουν το παλαιό σε άλλες μορφές, λόγου χάριν τον κοινοτικό ομαδισμό σε συντεχνιασμό ή κομματισμό» (σ. 12). Η κυριαρχία της ενατένισης και της προσδοκίας της αιωνιότητας στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα επιβαρύνει το παρόν καταστέλλοντας τη δημιουργικότητα του υποκειμένου, αλλά και της κοινωνίας συνολικά. Για τον Ράμφο, η ελληνορθόδοξη ιστορική συνείδηση συγκροτήθηκε με εσχατολογικούς όρους, με συνέπεια τη δημιουργία ενός ανθρωπολογικού τύπου ριζικά διαφορετικού από εκείνον που επικράτησε στη δυτική Ευρώπη. «Ο πιστός αρκείται να συμμορφώνεται συμβατικά προς το στερεοτυπικό πλέον ιδανικό του Εγώ, στο στατικό δε παρόν αυτού του καθρεφτίσματος η ιστορική συνείδηση δεν βρίσκει χώρο στο γίγνεσθαι» (σ. 13). Ο ανθρωπολογικός τύπος του ελληνορθόδοξου δεν βιώνει τη χρονικότητα ως ένα μεστό νοήματος παρόν, αλλά ως ακινησία στον χρόνο της αιωνιότητας. Έτσι, στην καθημερινότητα, «η μαγική διάρκεια του ονείρου δεσμεύει υποδορίως το γίγνεσθαι οικοδομώντας ψυχικά ένα απαρασάλευτο παρόν, η "αιωνιότης" του οποίου αντιστέκεται δραματικά στην χρονικότητα σαν βίωμα πληρότητας και, αν δεν ματαιώνει, διαστρέφει εν τη γενέσει τους τις όποιες δημιουργικές αλλαγές» (σ. 12). Εν ολίγοις, το ελληνορθόδοξο υποκείμενο προκρίνει τη θέαση ενός αναλλοίωτου καθολικού έναντι της παρατήρησης της κοινωνικής πραγματικότητας, τη φαντασίωση και την ονειροπόληση έναντι του πράττειν. «Με το παρελθόν στην θέση του παρόντος, όλα τείνουν προς την εντροπία καταστάσεων υπογεννητικότητας, ρυπάνσεως δημοσίων χώρων της πόλεως, παραλύσεως του κράτους και δοκιμασίας της κοινωνικής συνοχής, συνθηκών δηλαδή οι οποίες αναπαράγουν κρίση μπλοκάροντας την θεσμική λειτουργία σε μηχανικό επίπεδο και διαστρέφοντας πνευματικά τους λόγους υπάρξεώς της» (σ. 464).
Ο Ράμφος έχει δείξει στα προαναφερθέντα έργα του ότι η ανάδυση του ανθρωπολογικού τύπου του ελληνορθοδόξου ανέστειλε περαιτέρω τις διαδικασίες εξατομίκευσης με συνέπεια τη βραδύτερη ωρίμανση των κοινωνικών θεσμών. Εδώ επιχειρεί να δείξει, «με όρους ψυχικής ζωής μεσολαβημένης από ιστορικά συμπαρομαρτούντα, μια καθήλωση του Εγώ σε πρώιμες φάσεις της αναπτύξεως, μια παθητικότη[τα] και ανασφάλεια που δίνει το προβάδισμα στην κλειστή παραδοσιακή ομάδα, προκαλώντας τον παιδικό μηδενισμό ο οποίος μάς δοκιμάζει ως σύνολο και ως άτομα» (σ. 19). Ο Ράμφος φιλοδοξεί να καταδείξει τις επικίνδυνες συνέπειες της σύγχυσης του εσχατολογικού με το ιστορικό στο επίπεδο του πολιτικού πράττειν, βυθομετρώντας τους συμβολισμούς των ονείρων και ακτινογραφώντας τα συναισθήματα που διαμορφώνουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ελπίζει να «καταλάβουμε καλύτερα την επικράτηση της στασιμότητας επί της αλλαγής στην νεώτερη ιστορία μας, η οποία κινείται κατ’ εξοχήν στην σφαίρα των επιθυμιών και των συναισθημάτων, σφαίρα με αβαθή χρόνο και κανόνα τα απρόοπτα, αφού το αφηρημένο «δέον» κυριεύει μονίμως το παρόν και το στρέφει σε φαντασιακές πραγματικότητες» (σ. 21).
Στο παρόν κείμενο ανασυγκροτείται το ραμφικό εγχείρημα μιας ερμηνευτικής των ονείρων με βάση την υπόθεση ότι πρόκειται για μια πρωτότυπη βεμπεριανή ανάλυση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Αρχικά επιλέγονται από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι την πρώτη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας τα όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία, για να δειχθεί πώς ο Ράμφος περιγράφει τον σχηματισμό και τα χαρακτηριστικά της χριστιανορθόδοξης στάσης προς τον χρόνο. Ακολούθως εξετάζεται στον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά η διαμόρφωση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη χριστιανορθόδοξη, με βάση την εσχατολογική χρονική θεώρηση της τελευταίας και τις συνέπειές της, σύμφωνα με τον Ράμφο, στην εθνική αυτοκατανόηση, όπως επίσης στον σχηματισμό του νεοελληνικού υποκειμένου. Στις προφητείες του Αγαθάγγελου συζητούμε πώς περιγράφεται στη ραμφική θεώρηση ως κεντρικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού υποκειμένου και κράτους το έλλειμμα ιστορικής συνείδησης. Η ανασυγκρότηση ολοκληρώνεται με τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής, όπου αναλύεται πώς η ελληνορθόδοξη ταυτότητα ως υπεύθυνη, σύμφωνα με τον Ράμφο, για το έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, βρίσκεται στον πυρήνα των εθνικών κακοδαιμονιών. Στο τελευταίο μέρος του κειμένου, αφού δειχθούν τα όρια της επίδρασης της εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα, σκιαγραφείται η δυνατότητα μιας εναλλακτικής ανθρωπιστικής θεώρησης της ελληνικής ταυτότητας υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής θεώρησης του χρόνου, στη βάση αρχαιοελληνικών κοινωνικών φαντασιακών σημασιών.
Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.
Υφίσταται μια στενή σχέση μεταξύ της χριστιανικής εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου και του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, λέει στο νέο βιβλίο του ο Στέλιος Ράμφος. Αυτή η σχέση είχε συνέπεια τη δημιουργία του ανθρωπότυπου του Νεοέλληνα που, πάσχοντας από ένα έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, τελεί υπό την κυριαρχία του θυμικού αδυνατώντας να ωριμάσει πολιτικά. Για τον στοχαστή, η Ορθοδοξία συνέβαλλε στην διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μοιρολατρικού με κεντρικά γνωρίσματα την παθητικότητα λόγω ενός εγκλωβισμού στο παρελθόν, λειτουργώντας ως πρόσκομμα στην ανάπτυξη μιας κοσμικής ηθικής, αναγκαίας τόσο για τη δημιουργία κριτικών αλλά κυρίως υπεύθυνων πολιτών, όσο επίσης για την εύρυθμη λειτουργία μιας αξιοκρατικής και δημοκρατικής πολιτείας. Kριτική στις απόψεις του συγγραφέα, με έμφαση σε μια παράμετρο που απουσιάζει από τη θεώρησή του: την παράμετρο της θάλασσας. [ΤΒJ]
«Are you sure
That we are awake? It seems to me
That yet we sleep, we dream.»
William Shakespeare, A midsummer night’s dream
Η Ελλάδα των ονείρων αποτελεί την κατάληξη της εικοσαετούς περιπλάνησης του Στέλιου Ράμφου στα μεταλλεία της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, που ξεκίνησε με τη διερεύνηση της ατομικότητας στη βυζαντινή και τη νεοελληνική ιστορία συγκριτικά με τη δυτικοευρωπαϊκή, διαμορφωθείσα από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ατομικότητα, στον Καημό του Ενός (2001). Ακολούθησε στο Μυστικό του Ιησού το υπερηχογράφημα της ελληνορθόδοξης ελληνικής ατομικότητας με βάση την έννοια του νοήματος, όπως αυτό αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη, και συνεχίστηκε με τη σύγκριση της ιδανικής της μορφής, τον νηπτικό άγιο, με τη νεωτερική δυτική ατομικότητα. Στην Ελλάδα των ονείρων, ο Ράμφος αισθάνεται πλέον έτοιμος να εξορύξει στα βάθη της ελληνορθόδοξης ταυτότητας τα κοιτάσματα του ελληνικού κοινωνικού φαντασιακού με μια ερμηνευτική των ονείρων η οποία δεν είναι ψυχαναλυτική, αλλά ανθρωπολογική και κοινωνιολογική. «Με ενδιαφέρει ν’ αναδείξω την περιπέτεια του ανθρώπου της ελληνορθόδοξης ταυτότητος, η οποία ενώ βιβλικά συνυφαίνεται κατ’ ουσίαν με το ιστορικό γίγνεσθαι, κατέληξε να το απαρνιέται εν ονόματι της συντελειακής απορροφήσεων του παρόντος χρόνου και του κόσμου από μια αιωνιότητα τυποτελετουργικής υφής, οικειοποιούμενη ίσως ασυναίσθητα ανάλογη χειρονομία της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας» (σ. 13).
Η θεωρητική του παραδοχή είναι ότι αν και τα όνειρα συνιστούν πρωτίστως ψυχικό φαινόμενο εμπεριέχουν επίσης πολιτισμικά στοιχεία όπως είναι οι μύθοι. Για τον Ράμφο, στα όνειρα δεν εκφράζονται μόνο ατομικές επιθυμίες και φόβοι, αλλά επίσης εντός και μέσω αυτών η ιστορική εμπειρία. «Υπό αυτό το πρίσμα θεωρώ ανεπαρκές να επιχειρούμε κατανόηση του Βυζαντίου και του Νέου ελληνισμού με κατ’ εξοχήν σημεία αναφοράς τα εξωτερικά ιστορικά δεδομένα, π.χ. την τουρκοκρατία, την συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, την οικονομία, την τεχνική, τα πολεμικά γεγονότα, την παιδεία, την θεολογία, αλλά να παραβλέπουμε ανθρωπολογικές παραμέτρους όπως οι νοοτροπίες και η σχέση τους με το αξιακό σύστημα είτε η ψυχολογία της ταυτότητας» (σ. 445). Ζητούμενο λοιπόν είναι η διαύγαση της διαμόρφωσης της ιστορικής συνείδησης με αναφορά τα όνειρα και την επικρατούσα χριστιανορθόδοξη ταυτότητα. Χάρη στη μελέτη των ονείρων είναι, σύμφωνα με τον Ράμφο, εφικτή η χαρτογράφηση της ελληνικής ταυτότητας διότι αυτά εκφράζουν την σχέση των ατόμων, αλλά επίσης της κοινωνίας, με τον εαυτό τους και την αγωνία αυτοπροσδιορισμού τροφοδοτώντας το κοινωνικό φαντασιακό. «Κατ’ επέκτασιν της ατομικότητος του ονείρου υπάρχει πλέον και η κοινωνικότης του, οπότε πέρα των απωθημένων επιθυμιών, το όνειρο σκηνοθετεί και κοσμοαντιλήψεις, ενισχύοντας υποδορίως την επικοινωνία των ανθρώπων. Μιλούμε για ατομικά βιώματα που φέρουν την σφραγίδα της συλλογικότητος και χάρι στην μεγάλη τους διάδοση είναι σε θέσιν να μετέχουν ενεργά στην πολιτισμική πραγματικότητα μιας κοινωνίας» (σ. 496-497). Ειδικότερα, ο Ράμφος ενδιαφέρεται για τη λειτουργία των ονείρων στην ατομική και κοινωνική πραγματικότητα ως αφηγήσεις, χρονικά και ονειροκρίτες, υποστηρίζοντας ότι σε συνδυασμό με την επικράτηση μιας συγκεκριμένης χριστιανορθόδοξης ταυτότητας θέτουν τους Έλληνες «εκτός ιστορίας εν ονόματι μιας μεταφυσικής "ιστορικότητας", οπότε η ψυχική τους ένταση αυξάνεται κατακόρυφα» (σ. 14). Στα όνειρα αποκαλύπτεται πληρέστερα το άχθος της ιστορίας και η προβολή των ελπίδων του ελληνισμού, η εκπλήρωση των οποίων μετατίθεται σ’ ένα εξιδανικευμένο μέλλον. «Η φαντασιακή μετάθεση των συλλογικών οραματισμών για τελική λύτρωση στο πεδίο της ψευδοϊστορικότητας κρατεί επί αιώνες την εθνική μας ψυχή σε κρίση ταυτότητας και την νεοελληνική κοινωνία σε αδυναμία να πάρει διά του παρόντος την υπόθεση του μέλλοντος αποφασιστικά στα χέρια της» (σ. 16-17).
Έτσι ο Ράμφος εγκαινιάζει ένα εγχείρημα εθνικής αυτοκατανόησης επιλέγοντας χαρακτηριστικά όνειρα από την ύστερη αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, κρίνοντας ότι μια ορθολογική προσέγγιση της ελληνικής ταυτότητας είναι ανεπαρκής, επειδή «η όποια ορθολογική κατανόηση του ελληνικού προβλήματος εκ των πραγμάτων θα αστοχή, αφού στην βιοτή μας το συναίσθημα, η στάση όπου κυριαρχεί μια θετική ή αρνητική ψυχική διάθεση, λειτουργεί πάντοτε εις βάρος της ελλόγου κρίσεως» (σ. 11). Ο Ράμφος θεωρεί ότι το συναίσθημα καθορίζει διαχρονικά την ελληνική ταυτότητα επειδή οι συλλογικές αναπαραστάσεις «δεν παραπέμπουν σε εξωτερική συνθήκη, αλλά στις συμβολικές μορφές κάποιας μυθολογίας» (σ. 19), τροφοδοτώντας έντονα συναισθήματα, τα οποία με τη σειρά τους ενδυναμώνουν τις συμβολικές μορφές, έως ότου αυτονομούνται με επιζήμιες συνέπειες. Η επαφή τόσο του ατόμου όσο και της κοινωνίας συνολικά με την πραγματικότητα εξασθενεί, καθώς αυτή «αντικαθίσταται "φυσιολογικά" από σκοτεινές δυνάμεις οι οποίες "ψεκάζουν" τον λαό για να μην εξεγείρεται» (σ. 19).
Όπως και στα προηγούμενα έργα του ο Ράμφος συλλαμβάνει την ελληνική ταυτότητα στο πλαίσιο σχηματισμού της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας όπου η, εν τέλει, ελληνορθόδοξη ταυτότητα κληρονομεί μια δημιουργική δυστοκία. Αυτή οφείλεται στην υποταγή της πρώτης στα «αμετάβλητα στερεότυπα και τελετουργικά της, στραμμένα επί μονίμου βάσεως στο παρελθόν και διαπλάθοντα ταυτότητες που περισώζουν το παλαιό σε άλλες μορφές, λόγου χάριν τον κοινοτικό ομαδισμό σε συντεχνιασμό ή κομματισμό» (σ. 12). Η κυριαρχία της ενατένισης και της προσδοκίας της αιωνιότητας στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα επιβαρύνει το παρόν καταστέλλοντας τη δημιουργικότητα του υποκειμένου, αλλά και της κοινωνίας συνολικά. Για τον Ράμφο, η ελληνορθόδοξη ιστορική συνείδηση συγκροτήθηκε με εσχατολογικούς όρους, με συνέπεια τη δημιουργία ενός ανθρωπολογικού τύπου ριζικά διαφορετικού από εκείνον που επικράτησε στη δυτική Ευρώπη. «Ο πιστός αρκείται να συμμορφώνεται συμβατικά προς το στερεοτυπικό πλέον ιδανικό του Εγώ, στο στατικό δε παρόν αυτού του καθρεφτίσματος η ιστορική συνείδηση δεν βρίσκει χώρο στο γίγνεσθαι» (σ. 13). Ο ανθρωπολογικός τύπος του ελληνορθόδοξου δεν βιώνει τη χρονικότητα ως ένα μεστό νοήματος παρόν, αλλά ως ακινησία στον χρόνο της αιωνιότητας. Έτσι, στην καθημερινότητα, «η μαγική διάρκεια του ονείρου δεσμεύει υποδορίως το γίγνεσθαι οικοδομώντας ψυχικά ένα απαρασάλευτο παρόν, η "αιωνιότης" του οποίου αντιστέκεται δραματικά στην χρονικότητα σαν βίωμα πληρότητας και, αν δεν ματαιώνει, διαστρέφει εν τη γενέσει τους τις όποιες δημιουργικές αλλαγές» (σ. 12). Εν ολίγοις, το ελληνορθόδοξο υποκείμενο προκρίνει τη θέαση ενός αναλλοίωτου καθολικού έναντι της παρατήρησης της κοινωνικής πραγματικότητας, τη φαντασίωση και την ονειροπόληση έναντι του πράττειν. «Με το παρελθόν στην θέση του παρόντος, όλα τείνουν προς την εντροπία καταστάσεων υπογεννητικότητας, ρυπάνσεως δημοσίων χώρων της πόλεως, παραλύσεως του κράτους και δοκιμασίας της κοινωνικής συνοχής, συνθηκών δηλαδή οι οποίες αναπαράγουν κρίση μπλοκάροντας την θεσμική λειτουργία σε μηχανικό επίπεδο και διαστρέφοντας πνευματικά τους λόγους υπάρξεώς της» (σ. 464).
Ο Ράμφος έχει δείξει στα προαναφερθέντα έργα του ότι η ανάδυση του ανθρωπολογικού τύπου του ελληνορθοδόξου ανέστειλε περαιτέρω τις διαδικασίες εξατομίκευσης με συνέπεια τη βραδύτερη ωρίμανση των κοινωνικών θεσμών. Εδώ επιχειρεί να δείξει, «με όρους ψυχικής ζωής μεσολαβημένης από ιστορικά συμπαρομαρτούντα, μια καθήλωση του Εγώ σε πρώιμες φάσεις της αναπτύξεως, μια παθητικότη[τα] και ανασφάλεια που δίνει το προβάδισμα στην κλειστή παραδοσιακή ομάδα, προκαλώντας τον παιδικό μηδενισμό ο οποίος μάς δοκιμάζει ως σύνολο και ως άτομα» (σ. 19). Ο Ράμφος φιλοδοξεί να καταδείξει τις επικίνδυνες συνέπειες της σύγχυσης του εσχατολογικού με το ιστορικό στο επίπεδο του πολιτικού πράττειν, βυθομετρώντας τους συμβολισμούς των ονείρων και ακτινογραφώντας τα συναισθήματα που διαμορφώνουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ελπίζει να «καταλάβουμε καλύτερα την επικράτηση της στασιμότητας επί της αλλαγής στην νεώτερη ιστορία μας, η οποία κινείται κατ’ εξοχήν στην σφαίρα των επιθυμιών και των συναισθημάτων, σφαίρα με αβαθή χρόνο και κανόνα τα απρόοπτα, αφού το αφηρημένο «δέον» κυριεύει μονίμως το παρόν και το στρέφει σε φαντασιακές πραγματικότητες» (σ. 21).
Στο παρόν κείμενο ανασυγκροτείται το ραμφικό εγχείρημα μιας ερμηνευτικής των ονείρων με βάση την υπόθεση ότι πρόκειται για μια πρωτότυπη βεμπεριανή ανάλυση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Αρχικά επιλέγονται από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι την πρώτη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας τα όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία, για να δειχθεί πώς ο Ράμφος περιγράφει τον σχηματισμό και τα χαρακτηριστικά της χριστιανορθόδοξης στάσης προς τον χρόνο. Ακολούθως εξετάζεται στον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά η διαμόρφωση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη χριστιανορθόδοξη, με βάση την εσχατολογική χρονική θεώρηση της τελευταίας και τις συνέπειές της, σύμφωνα με τον Ράμφο, στην εθνική αυτοκατανόηση, όπως επίσης στον σχηματισμό του νεοελληνικού υποκειμένου. Στις προφητείες του Αγαθάγγελου συζητούμε πώς περιγράφεται στη ραμφική θεώρηση ως κεντρικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού υποκειμένου και κράτους το έλλειμμα ιστορικής συνείδησης. Η ανασυγκρότηση ολοκληρώνεται με τα όνειρα των κατοίκων της Θερμής, όπου αναλύεται πώς η ελληνορθόδοξη ταυτότητα ως υπεύθυνη, σύμφωνα με τον Ράμφο, για το έλλειμμα ιστορικής συνείδησης, βρίσκεται στον πυρήνα των εθνικών κακοδαιμονιών. Στο τελευταίο μέρος του κειμένου, αφού δειχθούν τα όρια της επίδρασης της εσχατολογικής θεώρησης του χρόνου στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα, σκιαγραφείται η δυνατότητα μιας εναλλακτικής ανθρωπιστικής θεώρησης της ελληνικής ταυτότητας υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής θεώρησης του χρόνου, στη βάση αρχαιοελληνικών κοινωνικών φαντασιακών σημασιών.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου