Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καντ - Τι είναι Διαφωτισμός;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καντ - Τι είναι Διαφωτισμός;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (17)

Συνέχεια από  Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 17

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ


IV Α. Η ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ


....Επειδή ήδη από την εποχή του Kant το σημείο αυτό παρανοήθηκε αμέσως³*, μου φαίνεται αναγκαίο να παραθέσω μία σελίδα από την Κριτική, στην οποία διευκρινίζεται περαιτέρω αυτός ο μη χωρικός και άχρονος χαρακτήρας της αίσθησης και αντιπαρατίθεται από τον ίδιο τον Kant προς τη μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας......

Μολονότι έγινε ήδη φανερό, από ορισμένα από τα χωρία που παρατέθηκαν, ότι ο βαθμός μιας αίσθησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος —πρόκειται για ένα μέγεθος ή μια ποσότητα που δεν είναι ούτε χωρική ούτε χρονική— και ότι, επομένως, οι αισθήσεις μπορούν να αυξάνονται ή να μειώνονται ως προς τον βαθμό τους, είναι εντούτοις σκόπιμο να εξετάσουμε χωριστά αυτό το ζήτημα, εξαιτίας του χαρακτήρα ασυνέχειας που μπορεί να προσλάβει η μεταβολή της ποσότητας αυτού του βαθμού.

Σχετικά με αυτή τη μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού, ο Kant συσσωρεύει παραδείγματα: τα συναντά κανείς σχεδόν παντού, ακόμη και σε σχέση με το πρόβλημα αν η ψυχή επιβιώνει μετά τον θάνατο. Ο Mendelssohn, στον Φαίδωνά του, είχε επιχειρήσει να δείξει ότι η ψυχή όχι μόνο δεν μπορεί να πάψει να υπάρχει μέσω αποσύνθεσης —επειδή δεν αποτελείται από μέρη—, αλλά ούτε και μπορεί να πάψει να υπάρχει μέσω σβέσης. «Ωστόσο», του αντιτείνει ο Kant, «δεν πρόσεξε ότι, ακόμη και αν παραχωρήσουμε στην ψυχή αυτή την απλή φύση, δεδομένου ότι δεν περιέχει μια πολλαπλότητα στοιχείων που βρίσκονται το ένα έξω από το άλλο [αραιογράφηση του Kant] και, επομένως, ένα εκτατικό μέγεθος [σαν να ήταν η ψυχή χωρική], δεν μπορούμε εντούτοις να της αρνηθούμε, όπως και σε κανένα άλλο υπάρχον, ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό πραγματικότητας ως προς όλες τις δυνάμεις της και, γενικά, ως προς όλα όσα συγκροτούν την ύπαρξή της· έναν βαθμό που μπορεί να μειώνεται μέσα από άπειρους, ολοένα μικρότερους βαθμούς· και έτσι η υποτιθέμενη ουσία […] μπορεί, μολονότι όχι μέσω αποσύνθεσης, να εκμηδενιστεί μέσω της βαθμιαίας μείωσης (remissio) των δυνάμεών της —επομένως μέσω εξασθένησης [Elanguescenz], αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση».⁵¹[ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΡΟΣΙΣΕΙ ΛΙΓΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΥ ΤΟΘΕΛΕ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΕΝΩΣΗ]

Είναι σαφές: κάθε ουσία, κάθε υπάρχον, έχει έναν βαθμό, το μέγεθος του οποίου μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται, έως ότου εξαφανιστεί ο βαθμός και μαζί του το ίδιο το υπάρχον. Το χωρίο συνεχίζει: «Πράγματι, και η συνείδηση έχει πάντοτε έναν βαθμό, ο οποίος μπορεί να ελαττώνεται ολοένα περισσότερο»· και σε σημείωση: «Υπάρχουν, επομένως, άπειροι βαθμοί συνείδησης έως τη σβέση της».⁵²[ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΕΓΩ]

Για το δικό μας θέμα δεν έχει σημασία αν η ψυχή και η συνείδηση διαθέτουν ή όχι έναν μεταβαλλόμενο βαθμό, σαν να βρισκόταν η ψυχή στην ίδια μοίρα με οποιοδήποτε υπάρχον —και εδώ μπορεί κανείς να αποδεχθεί ακόμη και την οξεία αντίδραση του Hegel [στην κριτική που ασκεί στην έννοια του βαθμού] εναντίον αυτής της τοποθέτησης της ψυχής, του πνεύματος, στο ίδιο επίπεδο με τα αντικείμενα.⁵³ Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι αυτή τη μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού την έχει «το υπάρχον», καθόσον αποτελεί το αισθητό πραγματικό. Γι’ αυτό περιορίζομαι να επιλέξω ορισμένα μόνο χωρία αυτού του τελευταίου είδους.[ΤΟ ΥΠΑΡΧΟΝ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΜΟΝΟ ΠΟΣΟΤΗΤΑ]

«Εκείνο που στην εμπειρική εποπτεία αντιστοιχεί στην αίσθηση είναι πραγματικότητα (realitas phaenomenon)· εκείνο που αντιστοιχεί στην απουσία της είναι άρνηση = 0. Κάθε αίσθηση, όμως, είναι επιδεκτική μείωσης, ώστε να μπορεί να ελαττώνεται και έτσι, βαθμιαία, να εξαφανίζεται. Επομένως, μεταξύ της πραγματικότητας στο φαινόμενο και της άρνησής της υπάρχει μια συνεχής αλυσίδα πολλών δυνατών ενδιάμεσων αισθήσεων».⁵⁴[ΚΑΤΙ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ]

«Ίσοι χώροι μπορούν να πληρωθούν πλήρως από διαφορετικές ύλες, κατά τέτοιον τρόπο ώστε σε κανέναν από αυτούς να μην υπάρχει σημείο στο οποίο να μην είναι παρούσα η ύλη· εντούτοις, κάθε πραγματικό του ίδιου είδους έχει έναν βαθμό […], ο οποίος, χωρίς μείωση του εκτατικού μεγέθους ή της ποσότητας, μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον, προτού διαλυθεί και εξαφανιστεί στο μηδέν».⁵⁵[ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΛΟΓΟ]

Έτσι, «κάθε πραγματικότητα (φαινομενική), χωρίς να αφήνει ούτε στο ελάχιστο κενό το μικρότερο μέρος αυτού του χώρου, μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον ως προς τους βαθμούς της και, παρ’ όλα αυτά, να γεμίζει εξίσου τον χώρο με αυτούς τους μικρότερους βαθμούς», όπως θα μπορούσε να γεμίσει τον ίδιο χώρο με μεγαλύτερους βαθμούς.⁵⁶

«Στην εσωτερική αίσθηση η εμπειρική συνείδηση μπορεί να ανυψωθεί από το μηδέν έως τον ύψιστο βαθμό, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το ίδιο εκτατικό μέγεθος της εποπτείας —για παράδειγμα, μια φωτισμένη επιφάνεια— να προκαλεί μια αίσθηση τόσο μεγάλη όσο θα μπορούσε να προκαλέσει ένα σύνολο πολλών άλλων εποπτειών —λιγότερο φωτισμένων. Μπορεί, επομένως, κανείς να αφαιρέσει εντελώς το εκτατικό μέγεθος του φαινομένου και να παραστήσει, μόνο μέσα στην απλή αίσθηση και σε μία στιγμή, μια σύνθεση της ομοιόμορφης ανόδου από το μηδέν έως τη δεδομένη εμπειρική συνείδηση».⁵⁷

Και, για να ολοκληρώσουμε με ένα τελευταίο παράθεμα:

«Μεταξύ της πραγματικότητας —της αισθητής παράστασης— και του μηδενός, δηλαδή της πλήρους κενότητας της εποπτείας μέσα στον χρόνο, υπάρχει επίσης μια διαφορά που έχει ένα μέγεθος· διότι μεταξύ οποιουδήποτε δεδομένου βαθμού φωτός και του σκότους […], μεταξύ οποιουδήποτε βαθμού πληρότητας του χώρου και του εντελώς κενού χώρου, μπορούν πάντοτε να νοηθούν ακόμη μικρότεροι βαθμοί, όπως πάντοτε υπάρχουν ακόμη μικρότεροι βαθμοί μεταξύ μιας συνείδησης και της πλήρους ασυνειδησίας —του ψυχολογικού σκότους—· […] γι’ αυτό ο νους μπορεί να προλαμβάνει ακόμη και τις αισθήσεις που συγκροτούν την ιδιαίτερη ποιότητα των εμπειρικών παραστάσεων —των φαινομένων— [εκείνο που είναι a posteriori], μέσω της αρχής ότι όλες τους και, επομένως, το πραγματικό κάθε φαινομένου έχουν βαθμούς [δηλαδή μπορεί να υποστηριχθεί a priori ότι το πραγματικό πρέπει να έχει έναν βαθμό]· αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών (mathesis intensorum) στη φυσική».⁵⁸[Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς·
Γεν. 1,15 καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως.]

Ύστερα από μια τέτοια αφθονία παραθεμάτων —η οποία θα μπορούσε εύκολα να καταστεί υπεραφθονία—, δεν μου φαίνεται ότι χρειάζεται κάτι άλλο για να καταστεί σαφές εκείνο που ο Kant έχει ήδη καταστήσει απολύτως σαφές. Γι’ αυτό δεν σταματώ ούτε στιγμή για να σχολιάσω αυτή την αύξηση ή τη μείωση του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού. Εννοείται ότι κάθε μέρος ενός αντικειμένου, κάθε στιγμή ενός φαινομένου, έχει τον δικό του ιδιαίτερο βαθμό και ένα ιδιαίτερο μέγεθος ή μια ιδιαίτερη ποσότητα αυτού του βαθμού· και ότι η φυσική πρέπει να βρει τον τρόπο να εκφράζει ή να καταγράφει αυτόν τον βαθμό και το μέγεθός του. Υπάρχει όμως μια παρατήρηση που πρέπει να γίνει, σημαντική, και μάλιστα κεφαλαιώδης, τόσο για τη φυσική όσο και γενικότερα για την καντιανή αντίληψη της φαινομενικής πραγματικότητας. Η παρατήρηση αυτή αφορά το πρόβλημα της «συνέχειας» ή μη του «μεγέθους ή της ποσότητας» που μπορεί να προσλάβει αυτός ο βαθμός κατά τη μεταβολή του· και αφορά, επομένως, τη «συνέχεια» ή την «ασυνέχεια» στα φαινόμενα της φύσης.

IV Β. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ Ή ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ

Ο βαθμός αναφέρεται μόνο σε ό,τι είναι εμπειρικό. Και επειδή η σύνδεση των αισθήσεων μεταξύ τους —δηλαδή των επιμέρους βαθμών μεταξύ τους— πραγματοποιείται μέσα στον χρόνο —και μάλιστα αυτή η σύνδεση είναι ο αληθινός συγκεκριμένος χρόνος—, και επειδή για τον Kant ο χρόνος αποτελεί συνεχές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύνδεση των βαθμών μεταξύ τους είναι συνεχής. Αυτό όμως δεν είναι το πρόβλημα.

Το πρόβλημα είναι το ακόλουθο: έστω μια αίσθηση ή τροποποίηση βγ, με το εμπειρικά διαπιστώσιμο και μετρήσιμο «μέγεθος ή ποσότητα» του βαθμού της, και έστω η γειτονική προς αυτήν —λόγω της συνέχειας μέσα στον χρόνο— τροποποίηση γδ, με το εμπειρικά προσδιορίσιμο «μέγεθος ή ποσότητα» του βαθμού της. Το ερώτημα είναι: αυτά τα δύο «μεγέθη ή ποσότητες» —γειτονικά και συνεχή, καθόσον αποτελούν τροποποιήσεις μέσα στον χρόνο— είναι συνεχή και ως προς το μέγεθος ή την ποσότητά τους;

Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε ότι αυτές οι τροποποιήσεις ή αισθήσεις, ως τέτοιες, είναι συνεχείς μέσα στον χρόνο. Γνωρίζουμε όμως επίσης ότι διαθέτουν επιπλέον ένα εντατικό μέγεθος ή μια εντατική ποσότητα —ούτε χωρική ούτε χρονική. Το ζητούμενο τώρα είναι να μάθουμε αν η διαφορά μεταξύ δύο τέτοιων διαδοχικών εντατικών μεγεθών είναι αναγκαστικά μια τόσο μικρή ή εξαφανιζόμενη διαφορά μεγέθους ή ποσότητας, ώστε να μπορούμε, και μάλιστα να οφείλουμε, να θεωρήσουμε αυτά τα δύο μεγέθη ή τις δύο ποσότητες ως συνεχή μεγέθη, ή αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.


Προτού ακούσουμε την απάντηση του Kant, είναι αναγκαίο να θυμηθούμε τον γενικό χαρακτήρα της αισθητής τροποποίησης και να εξετάσουμε προσεκτικά τη διαμόρφωσή της. Καθόσον πρόκειται για «τροποποίηση της αισθητικότητας», αυτή η ιδιότητα του «τροποποιείσθαι» είναι μια ιδιότητα —ή ικανότητα, όπως λεγόταν παλαιότερα— που ενυπάρχει a priori στην αισθητικότητα· είναι μάλιστα η ίδια η αισθητικότητα στην ενδότατη συγκρότησή της.

Ως τέτοιο, μολονότι οι τροποποιήσεις εμφανίζονται εξαιτίας ερεθισμάτων που «επηρεάζουν» εξωτερικά την αισθητικότητα —«εξωτερικά» με την υπερβατολογική ή μεταφυσική έννοια—, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ιστός των τροποποιήσεων δεν έχει κενά και είναι αυστηρά συνεχής —όπως αναφέρθηκε στο δεύτερο κεφάλαιο—, διότι ταυτίζεται με την a priori ικανότητα της αισθητικότητας: την ικανότητα του αισθάνεσθαι.

Ίσως αυτός ο a priori χαρακτήρας του αισθάνεσθαι, ο a priori χαρακτήρας της «σύλληψης» —όπως την αποκαλεί μερικές φορές ο Kant—, η οποία διαθέτει τη συνέχεια που της ανήκει de iure, οδήγησε στη σύγχυση αυτής της a priori πλευράς της αίσθησης, δηλαδή της δυνατότητάς της ως φύσης της ίδιας της αισθητικότητας, με τον επίσης a priori «χρόνο» και με τη συνέχεια που του ανήκει de iure. Ωστόσο, οι δύο ικανότητες —η σύλληψη και ο χρόνος—, μολονότι είναι και οι δύο a priori και συνεχείς, δεν αποτελούν μία και την αυτή ικανότητα.⁵⁹

Η πραγματική αίσθηση όμως —πέρα από το ότι αποτελεί γενικά τροποποίηση της αισθητικότητας εν γένει— διαθέτει και ένα ιδιαίτερο μέγεθος ή μια ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της έντασής της. Και σχετικά με αυτό το μέγεθος ή την ποσότητα του βαθμού έντασης μιας πραγματικής αίσθησης βγ τίθεται το ερώτημα αν το ιδιαίτερο μέγεθος ή η ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της πρέπει να είναι ή μπορεί να μην είναι συνεχής, ως προς το εντατικό μέγεθος ή την εντατική ποσότητα, με το ιδιαίτερο μέγεθος ή την ιδιαίτερη ποσότητα του βαθμού της πραγματικής αίσθησης γδ, η οποία είναι γειτονική προς τη βγ —είτε μέσα στον χρόνο είτε μέσα στον χώρο.

Η καντιανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα περιέχεται σε ένα χωρίο που αφορά ακριβώς όλα τα μεγέθη ή τις ποσότητες γενικά. Για να κατανοηθεί όμως αυτή η απάντηση, απαιτείται μια σύντομη προκαταρκτική διευκρίνιση. Ο πραγματικός «βαθμός» και το μέγεθος ή η ποσότητα αυτού του βαθμού, που ανήκει σε κάθε εμπειρική, δηλαδή φαινομενική, πραγματικότητα, προκαλεί κάποια μεταβολή: «Κάθε φαινομενική πραγματικότητα», λέει ο Kant, «έχει ένα εντατικό μέγεθος, δηλαδή έναν βαθμό. Εάν αυτή η πραγματικότητα θεωρηθεί ως αιτία —της αίσθησης ή μιας άλλης φαινομενικής πραγματικότητας, για παράδειγμα μιας μεταβολής—, τότε ο βαθμός της πραγματικότητας ως αιτίας ονομάζεται ροπή […]. Αρκούμαι όμως εδώ σε αυτή την απλή επισήμανση, διότι προς το παρόν δεν ασχολούμαι με την αιτιότητα».⁶¹

Στις γραμμές αυτές υποδηλώνονται δύο είδη αιτιότητας: το ένα, σύμφωνα με το οποίο ο βαθμός είναι η αιτία της αίσθησης —πράγμα που δεν μας ενδιαφέρει σε αυτό το κεφάλαιο—· και το άλλο, σύμφωνα με το οποίο ο βαθμός ή, ακριβέστερα, το μέγεθος ή η ποσότητα του βαθμού που περιέχει μέσα του ένα φαινόμενο είναι η αιτία ενός άλλου φαινομένου —αυτό ακριβώς είναι η αιτία με τη συνήθη σημασία της λέξης.

Έχοντας, λοιπόν, σαφώς κατά νου ότι ο βαθμός μαζί με το μέγεθός του ή, ακριβέστερα, το μέγεθος ή η ποσότητα του βαθμού είναι εκείνο που λειτουργεί ως αιτία και προκαλεί μια μεταβολή, η φράση του Kant, στην οποία περιέχεται η απάντηση στο ερώτημα αν η μεταβολή του μεγέθους ή της ποσότητας αυτού του βαθμού είναι συνεχής ή όχι, καθίσταται απολύτως σαφής:
«Εάν, επομένως, όλα τα φαινόμενα, είτε θεωρούμενα εκτατικά είτε εντατικά, είναι συνεχή μεγέθη, η πρόταση ότι και κάθε μεταβολή —η μετάβαση ενός πράγματος από μια κατάσταση σε μια άλλη— [για την οποία απαιτείται ακριβώς ο βαθμός ως αιτία] είναι συνεχής θα μπορούσε εδώ να αποδειχθεί εύκολα και με μαθηματική ενάργεια [το λεϊβνίτειο ιδεώδες της lex continui], εάν η αιτιότητα μιας μεταβολής εν γένει δεν βρισκόταν απολύτως έξω από τα όρια μιας υπερβατολογικής φιλοσοφίας και δεν προϋπέθετε εμπειρικές αρχές».⁶²

ΑΥΤΗ Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ ΝΑ ΠΡΟΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΔΕΝ ΛΥΘΗΚΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΟΣ ΑΠΛΩΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΗΛ. ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΙΛΙΟΤΙΝΑΣ. ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΔΙΑΡΚΟΥΝ ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΠΟΥ ΑΝΑΠΑΡΙΣΤΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ. ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Σημειώσεις:

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ο παπικός έπαινος του Διαφωτισμού παρακάμπτει το ζήτημα Εκκλησίας-νεωτερικότητας

από τον Στέφανο Φοντάνα

Στην ομιλία του Πάπα στο Μέγαρο των Ηλυσίων στο Παρίσι στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, η προσοχή στράφηκε στις πέντε γραμμές αφιερωμένες στα «επιτεύγματα» του Διαφωτισμού, αφήνοντας στην άκρη τον επαναστατικό διαχωρισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον Θεό και το φυσικό δίκαιο.

Ένα σύντομο απόσπασμα, αλλά επαρκές για να αναδείξει ένα άλυτο πρόβλημα.

Μετά το ταξίδι του Λέοντα ΙΔ΄ στη Γαλλία, συνέβη κάτι παράξενο που αξίζει προσοχής. Το ταξίδι ήταν πλούσιο, έντονο και πολύπλευρο: ομιλίες, συναντήσεις, επισκέψεις...
Παρά την πληθώρα θεμάτων και καταστάσεων ικανών να τραβήξουν την προσοχή των παρατηρητών, πολλοί επικεντρώθηκαν σε πέντε γραμμές από την ομιλία του Πάπα στο Μέγαρο των Ηλυσίων, ενώπιον των αρχών, της κοινωνίας των πολιτών και του Διπλωματικού Σώματος, στις 25 Σεπτεμβρίου, την πρώτη ημέρα της παραμονής του στη Γαλλία.
Η La Bussola ολοκλήρωσε επίσης το πρώτο της συνοπτικό άρθρο για το παπικό ταξίδι με μια αναφορά σε αυτό το απόσπασμα. Γιατί πέντε γραμμές από μια ομιλία ξεχωρίζουν και ξεχωρίζουν τόσο καθαρά από μια θάλασσα άλλων γραμμών από τόσες άλλες ομιλίες;


Για να κατανοήσουμε το ζήτημα, είναι χρήσιμο να τις θυμηθούμε.
Ο Πάπας μιλούσε για τη Γαλλία ως «γη με αρχαίες χριστιανικές ρίζες». Είχε θυμηθεί τον Άγιο Ειρηναίο και το Βάπτισμα του Κλόβις, τονίζοντας ότι η ψυχή της Γαλλίας «έχει αναπτυχθεί αντλώντας από τον Χριστιανισμό μια πνευματική, πολιτιστική, διανοητική, καλλιτεχνική και ιεραποστολική ιδιοφυΐα, η οποία σήμερα λάμπει σε όλο τον κόσμο».
Στη συνέχεια, μίλησε για τον Ουμανισμό, την Αναγέννηση και τον Μεγάλο Σικλέ, τον οποίο ακολούθησε – και εδώ αρχίζουν οι πέντε γραμμές –


«Ο Διαφωτισμός και η Γαλλία στη συνέχεια έφεραν στον κόσμο πραγματικές κατακτήσεις· μεταξύ αυτών, η αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που είναι εγγενή στη φύση του ανθρώπινου προσώπου, ιδιαίτερα η θρησκευτική ελευθερία. Αυτή η συνεχής προσοχή στην εγγενή αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου προσώπου αντηχεί στο εθνικό σας σύνθημα. Η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη δεν είναι απλώς λέξεις χαραγμένες στα αετώματα των δημόσιων κτιρίων σας, αλλά αναφέρονται σε καθολικές ηθικές απαιτήσεις, οι οποίες βρίσκουν επίσης στο μήνυμα του Ευαγγελίου μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και εκπλήρωσης .»

Μια απλή ερμηνεία αυτών των αποσπασμάτων αρκεί για να εξηγήσει την κατακραυγή που προκάλεσαν.
Ο Διαφωτισμός είχε επίσης μετριοπαθείς εκδοχές, όπως στην Ιταλία, αλλά εδώ ο Πάπας μιλούσε για τον Γαλλικό Διαφωτισμό, τον αθεϊστικό και επαναστατικό.
Σε ιστορικό επίπεδο έφερε αδικία και σφαγές, σε επίπεδο πολιτικής σκέψης έφερε την πιο ριζική αποσύνδεση που έχει ποτέ συλληφθεί μεταξύ πολιτικής και χριστιανικής θρησκείας.

Έφερε επίσης τα ανθρώπινα δικαιώματα;
Ναι, αλλά αποσυνδέοντάς τα από τον φυσικό νόμο και από τον Θεό, και ακριβώς ενάντια σε αυτά τα αποκλίνοντα δικαιώματα που δεν είναι αληθινά δικαιώματα αγωνιζόταν πάντα η Εκκλησία, πρώτα καταδικάζοντάς τα αποφασιστικά και στη συνέχεια, με τον Ιωάννη Παύλο Β' , προσπαθώντας να τα αντιτάξει με δικαιώματα που βασίζονται σε καθήκοντα και επομένως στον Θεό.

Οι πέντε γραμμές μιλούν για δικαιώματα « εγγενή στην ανθρώπινη φύση », αλλά ο Διαφωτισμός είτε αρνήθηκε ότι μπορεί κανείς να γνωρίσει την ανθρώπινη φύση, όπως στον μεγαλύτερο φιλόσοφό του, τον Ιμμάνουελ Καντ, είτε εμπιστεύτηκε στην πολιτική εξουσία το έργο της αλλαγής της, όπως στον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ.

Ο Λέων ΙΔ΄ υπενθυμίζει στη συνέχεια το εθνικό σύνθημα « Ελευθερία, Ισότητα και Αδελφοσύνη », επίσης προϊόν του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.
Δηλώνει ότι αυτό οδηγεί « σε καθολικές ηθικές απαιτήσεις, οι οποίες βρίσκουν επίσης στο ευαγγελικό μήνυμα μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και εκπλήρωσης ».


Η ελευθερία που γεννήθηκε από τον Διαφωτισμό είναι η απόλυτη και πρωταρχική ελευθερία, χωρίς όρια, του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι η «ελευθεριακή» ελευθερία που μάχεται ενάντια σε κάθε προϋπόθεση φυσικής ή θεϊκής τάξης που την περιορίζει στην προσπάθεια να της προσδώσει νόημα.
Η ισότητα είναι η αριθμητική ισοπέδωση των πολιτών ως ατόμων, άσχετων μονάδων σύμφωνα με τον Ρουσσώ, που προστίθενται η μία πάνω στην άλλη για να δώσουν ποσοτική έκφραση σε μια υποτιθέμενη γενική Βούληση. Η αδελφότητα
είναι ο κοσμοπολίτικος μασονικός οικουμενισμός , που απορρίπτει τους φυσικούς, ιστορικούς και, ακόμη περισσότερο, τους υπερφυσικούς δεσμούς ταυτότητας. είναι η αδελφότητα χωρίς Πατέρα που επιβλήθηκε από τους ναπολεόντειους στρατούς και σήμερα από τον ιδεολογικό παγκοσμιοποίηση.


Πέρα από αυτά τα προβλήματα, στο παρασκήνιο, υπάρχει το κύριο.
Ο Διαφωτισμός διαμόρφωσε τη νεωτερικότητα που εγκαινιάστηκε από τη Λουθηρανική Μεταρρύθμιση. Ο Οικουμενισμός μας εμποδίζει τώρα να θυμηθούμε αυτή την τελευταία πτυχή. Πρέπει να κάνουμε το ίδιο και με τον Διαφωτισμό;


Όπως γνωρίζουμε, η νεωτερικότητα ως ιστορική περίοδος περιέχει πολλά στοιχεία, μερικά από αυτά καλά. Αλλά ως σύστημα σκέψης, συνεπάγεται ένα σύνολο αρχών που περιορίζονται στην εμμονή.
Αν η Εκκλησία πρέπει να ασχοληθεί με τη νεωτερικότητα με την πρώτη έννοια, επειδή πρέπει να συναντήσει τον σύγχρονο άνθρωπο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμελήσει τη νεωτερικότητα με τη δεύτερη έννοια, με τις απαράδεκτες αρχές της, οι οποίες βρίσκουν ακριβή έκφραση στον Διαφωτισμό.
Ο διάλογος με τον κόσμο πρέπει να διακρίνει μεταξύ αυτών των δύο επιπέδων, διαφορετικά η αθεϊστική νεωτερικότητα θα εισαχθεί στην Εκκλησία.
Μήπως οι πέντε στίχοι του Λέοντα, που αποδέχονται τον Διαφωτισμό, αποσκοπούν επίσης στην αποδοχή της θεωρητικής νεωτερικότητας;
Ας πούμε απλώς ότι για αυτόν τον λόγο, τουλάχιστον μερικοί ακόμη στίχοι θα έπρεπε να είχαν αφιερωθεί σε αυτούς.


Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε για το νόημα αυτών των πέντε στίχων και, αντιμέτωποι με την ανησυχία που προκύπτει από την εξήγησή τους, αναζητούμε άλλες εξηγήσεις.

Ίσως με τη λέξη Διαφωτισμός, ο Πάπας εννοούσε κάποια πιο γενική κατηγορία από τον Γαλλικό Διαφωτισμό της γκιλοτίνας;
Ακόμα και ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, στην ομιλία του στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή το 2011, είπε ότι ο Διαφωτισμός γεννήθηκε από τον Χριστιανισμό. Είχε μια ευρεία κατανόηση της λέξης «Διαφωτισμός », την οποία ονόμασε επίσης Ελληνικό Διαφωτισμό, με τον οποίο η χριστιανική πίστη είχε μια «προνοητική» συνάντηση.
Ωστόσο, ο Ράτσινγκερ μιλούσε στη Γερμανία, όχι στη Γαλλία, και το να μιλάει για τον Διαφωτισμό στη Γαλλία σημαίνει μόνο ένα πράγμα.


Μια άλλη εξήγηση, που προτείνεται από ορισμένους, είναι ότι ο Πάπας Πρεβόστ θέλει να προχωρήσει πέρα ​​από το όλο ζήτημα, θεωρώντας το προσυνοδικό.
Αυτός, χειροτονημένος ιερέας τη δεκαετία του 1980, θα ήθελε να ξεχάσει γιατί η Εκκλησία « πρέπει να προχωρήσει ».
Είναι μια υπόθεση, αλλά το να θεωρούμε ότι ένα πρόβλημα έχει ξεπεραστεί δεν σημαίνει ότι το λύνουμε.
Και αυτές οι πέντε γραμμές είναι εκεί για να μας πουν ότι δεν έχει ακόμη λυθεί.


ΑΡΓΗΣΕ ΠΟΛΥ ΕΜΕΙΣ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ!

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 2 IMMANUEL KANT

  Συνέχεια από: Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 2

IMMANUEL KANT

Immanuel Kant, «Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung?», Berlinische Monatsschrift, Bd. 4, Zwölftes Stück, Dezember 1784, σ.481–494· επανέκδοση στο Kants gesammelte Schriften, Akademie-Ausgabe, Bd. VIII, Berlin 1923, σ.35–42.

«Νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ πεῖ: νὰ γίνει σῶος, ὁλόκληρος, νὰ πραγματώσει ἀκέραια τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο καὶ τὶς συμβατικὲς σχέσεις — νὰ νικήσει τὸν θάνατο».

Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, 3η αναθεωρημένη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2002· επανέκδοση 2011, κεφ. 1, §3 «Η ελευθερία του ήθους», σ.13.

...ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τη διάνοια του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη της διάνοιας, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να τήν χρησιμοποιήσει χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια! Αυτό είναι, επομένως, το σύνθημα του Διαφωτισμού.[ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ]

Δεν θα έπρεπε, όμως, μια ένωση κληρικών, λόγου χάρη μια εκκλησιαστική σύνοδος ή μια σεβάσμια Classis —όπως αυτοαποκαλείται μεταξύ των Ολλανδών— να έχει το δικαίωμα να δεσμευτεί αμοιβαία και ενόρκως σε ένα ορισμένο και αμετάβλητο Σύμβολο Πίστεως, ώστε να ασκεί έτσι μια αδιάκοπη υπέρτατη κηδεμονία επάνω σε καθένα από τα μέλη της και, μέσω αυτών, επάνω στον λαό, και μάλιστα να τη διαιωνίσει; Απαντώ: αυτό είναι εντελώς αδύνατο. Μια τέτοια σύμβαση, η οποία θα συναπτόταν για να εμποδίσει για πάντα κάθε περαιτέρω Διαφωτισμό του ανθρώπινου γένους, είναι απολύτως άκυρη και ανίσχυρη· ακόμη και αν είχε επικυρωθεί από την ανώτατη εξουσία, από αυτοκρατορικές συνελεύσεις και από τις επισημότερες συνθήκες ειρήνης.

Μια εποχή δεν μπορεί να συνενωθεί και να συνωμοτήσει με σκοπό να θέσει την επόμενη σε μια κατάσταση μέσα στην οποία θα της είναι αδύνατο να διευρύνει τις γνώσεις της —προπάντων εκείνες που έχουν γι’ αυτήν τόσο μεγάλη σημασία—, να τις απαλλάξει από πλάνες και γενικά να προχωρήσει περισσότερο στον Διαφωτισμό. Αυτό θα αποτελούσε έγκλημα εναντίον της ανθρώπινης φύσης, της οποίας ο πρωταρχικός προορισμός συνίσταται ακριβώς σε αυτή την πρόοδο· και επομένως οι απόγονοι έχουν πλήρες δικαίωμα να απορρίψουν εκείνες τις αποφάσεις ως ληφθείσες κατά τρόπο αναρμόδιο και εγκληματικό.

Η λυδία λίθος για καθετί που μπορεί να θεσπιστεί ως νόμος για έναν λαό βρίσκεται στο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε ένας λαός να επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του έναν τέτοιο νόμο; Αυτό θα ήταν ίσως δυνατό για ένα ορισμένο σύντομο χρονικό διάστημα, σαν να αναμενόταν κάτι καλύτερο, προκειμένου να εισαχθεί κάποια τάξη· υπό τον όρο ότι συγχρόνως θα αφηνόταν ελεύθερος κάθε πολίτης, και προπάντων ο κληρικός, να διατυπώνει δημοσίως, υπό την ιδιότητα του λογίου, δηλαδή μέσω συγγραμμάτων, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα ελαττώματα της υφιστάμενης οργάνωσης, ενώ η θεσπισμένη τάξη θα εξακολουθούσε ακόμη να διατηρείται. Αυτό θα συνεχιζόταν έως ότου η κατανόηση της φύσης αυτών των ζητημάτων θα είχε προχωρήσει και επιβεβαιωθεί δημοσίως σε τέτοιον βαθμό, ώστε, με την ένωση των ψήφων τους —έστω και όχι όλων—, οι πολίτες θα μπορούσαν να υποβάλουν στον θρόνο μια πρόταση για την προστασία εκείνων των εκκλησιαστικών κοινοτήτων που θα είχαν ίσως συμφωνήσει, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους περί πληρέστερης γνώσης, σε μια μεταρρυθμισμένη θρησκευτική οργάνωση, χωρίς όμως να εμποδίζονται εκείνες που θα ήθελαν να παραμείνουν στην παλαιά.

Είναι, όμως, απολύτως ανεπίτρεπτο να συμφωνήσουν, ακόμη και μόνο για τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου, σε μια πάγια θρησκευτική οργάνωση, την οποία κανείς δεν θα επιτρέπεται να αμφισβητήσει δημοσίως, και με αυτόν τον τρόπο να εκμηδενίσουν, τρόπον τινά, μια χρονική περίοδο στην πορεία της ανθρωπότητας προς τη βελτίωση, καθιστώντας την άκαρπη και, ενδεχομένως, ακόμη και επιζήμια για τους απογόνους.

Ένας άνθρωπος μπορεί βέβαια, για τον εαυτό του και μόνο για κάποιο χρονικό διάστημα, να αναβάλει τον Διαφωτισμό ως προς εκείνα που οφείλει να γνωρίζει· το να παραιτηθεί, όμως, από αυτόν, είτε για τον εαυτό του είτε, πολύ περισσότερο, για τους απογόνους, σημαίνει ότι παραβιάζει και καταπατά τα ιερά δικαιώματα της ανθρωπότητας.

Αυτό, όμως, που ούτε ένας λαός επιτρέπεται να αποφασίσει για τον ίδιο του τον εαυτό, ακόμη λιγότερο επιτρέπεται να το αποφασίσει ένας μονάρχης για τον λαό· διότι το νομοθετικό κύρος του στηρίζεται ακριβώς στο ότι ενώνει μέσα στη δική του βούληση τη συνολική βούληση του λαού. Εάν φροντίζει μόνο ώστε κάθε πραγματική ή υποτιθέμενη βελτίωση να συνυπάρχει με την πολιτική τάξη, τότε κατά τα άλλα μπορεί να αφήσει τους υπηκόους του να πράττουν μόνοι τους όσα θεωρούν αναγκαία για τη σωτηρία της ψυχής τους· αυτό δεν τον αφορά. Τον αφορά, όμως, να εμποδίζει τον έναν να παρεμποδίζει βίαια τον άλλον από το να εργάζεται, με όλες του τις δυνάμεις, για τον προσδιορισμό και την προαγωγή αυτής της σωτηρίας.

Βλάπτει μάλιστα την ίδια του τη μεγαλειότητα, όταν αναμειγνύεται σε αυτά τα ζητήματα, θεωρώντας τα συγγράμματα μέσω των οποίων οι υπήκοοί του επιχειρούν να διασαφηνίσουν τις αντιλήψεις τους άξια της κυβερνητικής του εποπτείας· είτε το πράττει από τη δική του ύψιστη κρίση —οπότε εκτίθεται στη μομφή: Caesar non est supra grammaticos («ο Καίσαρας δεν βρίσκεται υπεράνω των γραμματικών»)— είτε, και πολύ περισσότερο, όταν υποβιβάζει την ανώτατη εξουσία του σε τέτοιον βαθμό, ώστε να υποστηρίζει μέσα στο κράτος του τον πνευματικό δεσποτισμό ορισμένων τυράννων εναντίον των υπόλοιπων υπηκόων του.

Αν, λοιπόν, τεθεί τώρα το ερώτημα: ζούμε σήμερα σε μια διαφωτισμένη εποχή; η απάντηση είναι: Όχι, αλλά ασφαλώς σε μια εποχή Διαφωτισμού. Απέχουμε ακόμη πολύ από το σημείο στο οποίο οι άνθρωποι, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, θα ήταν ήδη, στο σύνολό τους, ικανοί —ή θα μπορούσαν έστω να καταστούν ικανοί— να χρησιμοποιούν με ασφάλεια και ορθότητα τη δική τους διάνοια στα θρησκευτικά ζητήματα, χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Έχουμε, όμως, σαφείς ενδείξεις ότι τώρα ανοίγεται μπροστά τους το πεδίο για να εργαστούν ελεύθερα προς αυτή την κατεύθυνση και ότι τα εμπόδια στον γενικό Διαφωτισμό, ή στην έξοδο από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι, γίνονται σταδιακά λιγότερα. Από αυτή την άποψη, η εποχή αυτή είναι η εποχή του Διαφωτισμού ή ο αιώνας του Friedrich.

Ένας ηγεμόνας που δεν θεωρεί ανάξιό του να δηλώσει ότι πιστεύει πως έχει καθήκον να μην υπαγορεύει τίποτε στους ανθρώπους σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, αλλά να τους αφήνει ως προς αυτά πλήρη ελευθερία, και ο οποίος, επομένως, αποκρούει ακόμη και την υπεροπτική ονομασία της ανεκτικότητας, είναι ο ίδιος διαφωτισμένος και αξίζει να εγκωμιάζεται από τον ευγνώμονα σύγχρονο και μεταγενέστερο κόσμο ως εκείνος που πρώτος απάλλαξε το ανθρώπινο γένος από την ανωριμότητα —τουλάχιστον από την πλευρά της κυβέρνησης— και άφησε τον καθένα ελεύθερο να χρησιμοποιεί τον δικό του Λόγο σε καθετί που αποτελεί ζήτημα συνείδησης.

Υπό τη διακυβέρνησή του, σεβάσμιοι κληρικοί μπορούν, χωρίς να παραβλάπτεται το υπηρεσιακό τους καθήκον, να εκθέτουν ελεύθερα και δημόσια στον κόσμο προς εξέταση, υπό την ιδιότητα των λογίων, τις κρίσεις και τις απόψεις τους που αποκλίνουν σε ορισμένα σημεία από το αποδεκτό Σύμβολο Πίστεως· πολύ περισσότερο μπορεί να το κάνει κάθε άλλος που δεν περιορίζεται από κάποιο υπηρεσιακό καθήκον.

Αυτό το πνεύμα ελευθερίας εξαπλώνεται και προς τα έξω, ακόμη και εκεί όπου πρέπει να αγωνιστεί ενάντια στα εξωτερικά εμπόδια μιας κυβέρνησης που παρανοεί τον ίδιο της τον εαυτό. Διότι μπροστά σε μια τέτοια κυβέρνηση λάμπει ως παράδειγμα το γεγονός ότι, όταν επικρατεί ελευθερία, δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος ανησυχίας για τη δημόσια ηρεμία και την ενότητα της πολιτείας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από μόνοι τους, λίγο λίγο, από την κατάσταση της αγριότητας, αρκεί να μην επινοούνται σκόπιμα τεχνάσματα για να διατηρηθούν μέσα σε αυτήν.

Έθεσα το κύριο σημείο του Διαφωτισμού —δηλαδή της εξόδου των ανθρώπων από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι— προπάντων στα θρησκευτικά ζητήματα, επειδή, όσον αφορά τις τέχνες και τις επιστήμες, οι κυβερνήτες μας δεν έχουν κανένα συμφέρον να παριστάνουν τους κηδεμόνες των υπηκόων τους· επιπλέον, η ανωριμότητα εκείνη είναι όχι μόνο η πιο επιζήμια, αλλά και η πιο ατιμωτική από όλες.

Ο τρόπος σκέψης, όμως, ενός αρχηγού του κράτους ο οποίος ευνοεί αυτή την πρώτη ελευθερία προχωρεί ακόμη περισσότερο και αντιλαμβάνεται ότι, ακόμη και όσον αφορά τη νομοθεσία του, δεν ενέχει κίνδυνο να επιτρέπει στους υπηκόους του να κάνουν δημόσια χρήση του δικού τους Λόγου και να εκθέτουν δημοσίως στον κόσμο τις σκέψεις τους σχετικά με μια καλύτερη διατύπωση της νομοθεσίας, ακόμη και ασκώντας ειλικρινή κριτική στην ήδη ισχύουσα. Ως προς αυτό έχουμε ένα λαμπρό παράδειγμα, στο οποίο κανένας μονάρχης δεν ξεπέρασε εκείνον που τιμούμε.

Αλλά μόνο εκείνος που, όντας ο ίδιος διαφωτισμένος, δεν φοβάται τις σκιές και συγχρόνως διαθέτει έναν πολυάριθμο και καλά πειθαρχημένο στρατό ως εγγυητή της δημόσιας ηρεμίας, μπορεί να πει εκείνο που ένα ελεύθερο κράτος δεν θα τολμούσε να πει: Συλλογίζεστε όσο θέλετε και για ό,τι θέλετε· μόνο να υπακούετε!

Εδώ φανερώνεται μια παράξενη και απροσδόκητη πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων· όπως και σε άλλες περιπτώσεις, όταν την εξετάζει κανείς σε μεγάλη κλίμακα, σχεδόν τα πάντα μέσα σε αυτήν είναι παράδοξα. Ένας μεγαλύτερος βαθμός πολιτικής ελευθερίας φαίνεται ευνοϊκός για την ελευθερία του πνεύματος του λαού και, εντούτοις, της θέτει ανυπέρβλητα όρια· αντίθετα, ένας μικρότερος βαθμός πολιτικής ελευθερίας προσφέρει στο πνεύμα χώρο για να αναπτυχθεί σύμφωνα με όλες του τις δυνατότητες.

Όταν, λοιπόν, η φύση αναπτύξει κάτω από αυτό το σκληρό περίβλημα το σπέρμα για το οποίο φροντίζει με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα, δηλαδή την κλίση και την αποστολή προς την ελεύθερη σκέψη, τότε αυτό επιδρά σταδιακά με τη σειρά του στον τρόπο αντίληψης του λαού —μέσω του οποίου ο λαός γίνεται λίγο λίγο περισσότερο ικανός για την ελευθερία του πράττειν— και τελικά ακόμη και στις αρχές της κυβέρνησης, η οποία θεωρεί ότι είναι προς το δικό της συμφέρον να μεταχειρίζεται τον άνθρωπο, ο οποίος είναι πλέον κάτι περισσότερο από μηχανή, σύμφωνα με την αξιοπρέπειά του.¹

Königsberg της Πρωσίας, 30 Σεπτεμβρίου 1784

1 Στις Büschingsche wöchentliche Nachrichten της 13ης Σεπτεμβρίου διαβάζω σήμερα, στις 30 του ίδιου μήνα, την αναγγελία του τεύχους αυτού του μήνα του Berlinische Monatsschrift, στην οποία αναφέρεται η απάντηση του κυρίου Mendelssohn στο ίδιο ακριβώς ερώτημα. Δεν έχει φτάσει ακόμη στα χέρια μου· διαφορετικά, θα είχε αναστείλει τη δημοσίευση της παρούσας απάντησης, η οποία τώρα μπορεί να παρουσιαστεί απλώς ως δοκιμή για το κατά πόσον η σύμπτωση μπορεί να επιφέρει συμφωνία των σκέψεων.

ΒΟΥΛΗΣΗ ΣΚΕΨΗ ΓΝΩΜΗ. ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΥ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 1 IMMANUEL KANT

«Νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ πεῖ: νὰ γίνει σῶος, ὁλόκληρος, νὰ πραγματώσει ἀκέραια τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο καὶ τὶς συμβατικὲς σχέσεις — νὰ νικήσει τὸν θάνατο».

Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, 3η αναθεωρημένη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2002· επανέκδοση 2011, κεφ. 1, §3 «Η ελευθερία του ήθους», σ.13.

Ν. Λουδοβίκος. Σέ μιά σειρά χιλιάδων σελίδων σελίδα ναί σελίδα όχι.

ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ. ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. ΜΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΜΑΤΑΙΩΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΗΔΗ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΕΚΤΕΣ  ΜΕ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΑ BODY BUILDERS ΣΠΑΡΜΕΝΑ ΣΤΑ ΠΡΟΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. ΜΕ ΔΙΑΣΗΜΟΤΕΡΟ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΩΜΑ. ΓΥΜΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ. ΜΙΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ ΣΕΙΡΑ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ.


Τι είναι Διαφωτισμός; 1

IMMANUEL KANT


Immanuel Kant — 1724–1804, φιλόσοφος στο Königsberg. Το κείμενο πρωτοεμφανίστηκε με τον τίτλο: «Απάντηση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός;» (Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung?), στο περιοδικό Berlinische Monatsschrift, τεύχος Δεκεμβρίου 1784, σ. 481–494.

Το ερώτημα «Τι είναι Διαφωτισμός;» «προέρχεται αρχικά από τον θεολόγο και μέλος της Εταιρείας της Τετάρτης του Βερολίνου J. F. Zöllner (1753–1804). Τον Δεκέμβριο του 1783 δημοσίευσε στο Berlinische Monatsschrift το άρθρο “Είναι φρόνιμο να μην επικυρώνεται πλέον ο συζυγικός δεσμός από τη θρησκεία;” (Ist es ratsam, das Ehebündnis nicht ferner durch die Religion zu sanktionieren?). Με αυτό έπαιρνε θέση απέναντι σε μια συνηγορία υπέρ του πολιτικού γάμου, η οποία είχε δημοσιευτεί —με ψευδώνυμο— στο ίδιο περιοδικό τον Σεπτέμβριο του 1783. Ο Zöllner διαπίστωνε μια γενική παρακμή των ηθών, η οποία προκαλούνταν από τον “κυρίαρχο τρόπο σκέψης” της εποχής, δηλαδή από την τάση “να προκαλείται σύγχυση στον νου και στην καρδιά των ανθρώπων υπό το όνομα του Διαφωτισμού”. Σε μια σημείωση του άρθρου του —στην οποία παραπέμπει η αναφορά του Kant στη συγκεκριμένη σελίδα— ο Zöllner διατυπώνει τώρα το βαρυσήμαντο ερώτημα: “Τι είναι Διαφωτισμός;”. Με αυτόν τον τρόπο, ο διάλογος είχε γεννήσει ένα πρόβλημα και, επιπλέον, είχε προσφέρει σε μια ολόκληρη εποχή υλικό προς συζήτηση».

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τη διάνοια του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη της διάνοιας, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να τήν χρησιμοποιήσει χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια! Αυτό είναι, επομένως, το σύνθημα του Διαφωτισμού.

Η οκνηρία και η δειλία είναι οι αιτίες για τις οποίες ένα τόσο μεγάλο μέρος των ανθρώπων, μολονότι η φύση τούς έχει προ πολλού απαλλάξει από την ξένη καθοδήγηση (naturaliter maiorennes), εξακολουθεί εντούτοις να παραμένει πρόθυμα ανώριμο σε όλη του τη ζωή· και για τις οποίες είναι τόσο εύκολο για άλλους να αναγορεύονται σε κηδεμόνες τους. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Αν έχω ένα βιβλίο που διαθέτει διάνοια για λογαριασμό μου, έναν πνευματικό που διαθέτει συνείδηση για λογαριασμό μου, έναν γιατρό που κρίνει για λογαριασμό μου τη δίαιτά μου κ.ο.κ., τότε δεν χρειάζεται να κοπιάζω ο ίδιος. Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι, αρκεί μόνο να μπορώ να πληρώνω· άλλοι θα αναλάβουν για λογαριασμό μου αυτή την ενοχλητική εργασία.

Το ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων —και ανάμεσά τους ολόκληρο το ωραίο φύλο— θεωρεί το βήμα προς την ωριμότητα όχι μόνο κοπιαστικό, αλλά και πολύ επικίνδυνο, γι’ αυτό φροντίζουν ήδη εκείνοι οι κηδεμόνες, οι οποίοι ανέλαβαν με τόση καλοσύνη την εποπτεία τους. Αφού πρώτα αποβλάκωσαν τα οικόσιτα ζώα τους και φρόντισαν επιμελώς ώστε αυτά τα ήσυχα πλάσματα να μην τολμούν να κάνουν κατά  διάνοιαν ούτε ένα βήμα έξω από το παιδικό καροτσάκι μέσα στο οποίο τα έκλεισαν, τους δείχνουν  κατόπιν τον κίνδυνο που τα απειλεί, εάν επιχειρήσουν να περπατήσουν μόνα τους. Βέβαια, ο κίνδυνος αυτός δεν είναι και τόσο μεγάλος, διότι, ύστερα από μερικές πτώσεις, θα μάθαιναν τελικά να περπατούν· ένα τέτοιο παράδειγμα, όμως, τα κάνει δειλά και συνήθως τα αποτρέπει από κάθε περαιτέρω απόπειρα.

Είναι, επομένως, δύσκολο για κάθε μεμονωμένο άνθρωπο να απελευθερωθεί από την ανωριμότητα που έχει γίνει σχεδόν δεύτερη φύση του. Έφτασε μάλιστα να την αγαπήσει και, προς το παρόν, είναι πράγματι ανίκανος να χρησιμοποιήσει τη δική του διάνοια, επειδή ποτέ δεν του επέτρεψαν να το επιχειρήσει. Κανόνες και διατυπώσεις, αυτά τα μηχανικά εργαλεία μιας έλλογης χρήσης —ή μάλλον κατάχρησης— των φυσικών του χαρισμάτων, είναι οι αλυσίδες μιας μόνιμης ανωριμότητας. Ακόμη και εκείνος που θα τις απέβαλλε, θα πραγματοποιούσε εντούτοις ένα αβέβαιο μόνο άλμα ακόμη και πάνω από το στενότερο χαντάκι, επειδή δεν είναι συνηθισμένος σε μια τέτοια ελεύθερη κίνηση. Γι’ αυτό είναι λίγοι μόνο εκείνοι που κατόρθωσαν, καλλιεργώντας οι ίδιοι το πνεύμα τους, να ξεφύγουν από την ανωριμότητα και, παρ’ όλα αυτά, να βαδίσουν με σταθερό βήμα.

Το να διαφωτιστεί, όμως, ένα κοινό από μόνο του είναι περισσότερο δυνατό· πράγματι, εάν του παραχωρηθεί μόνο ελευθερία, είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Διότι πάντοτε θα βρίσκονται ορισμένοι που σκέφτονται από μόνοι τους, ακόμη και ανάμεσα στους διορισμένος κηδεμόνες του μεγάλου πλήθους, οι οποίοι, αφού οι ίδιοι αποτινάξουν τον ζυγό της ανωριμότητας, θα διαδώσουν γύρω τους το πνεύμα μιας έλλογης εκτίμησης της αξίας του καθενός και της αποστολής κάθε ανθρώπου να σκέφτεται ο ίδιος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ το εξής: το κοινό, το οποίο προηγουμένως εκείνοι είχαν υποβάλει σε αυτόν τον ζυγό, τους εξαναγκάζει κατόπιν το ίδιο να παραμείνουν κάτω από αυτόν, εάν παρακινηθεί προς τούτο από ορισμένους κηδεμόνες του, οι οποίοι είναι οι ίδιοι ανίκανοι για κάθε διαφωτισμό. Τόσο επιβλαβές είναι να εμφυτεύει κανείς προκαταλήψεις, διότι τελικά αυτές εκδικούνται εκείνους που υπήρξαν οι δημιουργοί τους ή τους προδρόμους τους. Γι’ αυτό ένα κοινό μπορεί να φτάσει στον Διαφωτισμό μόνο αργά.

Με μια επανάσταση μπορεί ίσως να επιτευχθεί η αποτίναξη του προσωπικού δεσποτισμού και της άπληστης ή αρχομανούς καταπίεσης, ποτέ όμως μια αληθινή μεταρρύθμιση του τρόπου σκέψης· αντίθετα, νέες προκαταλήψεις, όπως ακριβώς και οι παλαιές, θα χρησιμεύσουν ως χαλινάρι για το αστόχαστο μεγάλο πλήθος.

Για αυτόν τον Διαφωτισμό, όμως, δεν απαιτείται τίποτε άλλο παρά ελευθερία· και μάλιστα η πιο ακίνδυνη από όλα όσα μπορούν να ονομαστούν ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία να κάνει κανείς δημόσια χρήση του Λόγου του σε όλα τα ζητήματα. Τώρα, όμως, ακούω από όλες τις πλευρές να φωνάζουν: Μη συλλογίζεστε! Ο αξιωματικός λέει: Μη συλλογίζεστε, αλλά εκτελείτε τα γυμνάσιά σας! Ο οικονομικός σύμβουλος: Μη συλλογίζεστε, αλλά πληρώνετε! Ο κληρικός: Μη συλλογίζεστε, αλλά πιστεύετε! (Ένας και μοναδικός ηγεμόνας στον κόσμο λέει: Συλλογίζεστε όσο θέλετε και για ό,τι θέλετε, αλλά υπακούετε!) Εδώ υπάρχει παντού περιορισμός της ελευθερίας. Ποιος περιορισμός, όμως, παρεμποδίζει τον Διαφωτισμό και ποιος όχι, αλλά ίσως μάλιστα και τον προάγει;[ΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΓΝΩΜΙΤΕΣ]

Απαντώ: Η δημόσια χρήση του Λόγου πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερη, και μόνο αυτή μπορεί να επιφέρει τον Διαφωτισμό μεταξύ των ανθρώπων· η ιδιωτική χρήση του, αντίθετα, μπορεί συχνά να περιορίζεται πολύ στενά, χωρίς γι’ αυτό να παρεμποδίζεται ιδιαίτερα η πρόοδος του Διαφωτισμού. Ως δημόσια χρήση του δικού του Λόγου εννοώ εκείνη που κάνει κάποιος ως λόγιος ενώπιον ολόκληρου του αναγνωστικού κοινού. Ιδιωτική χρήση ονομάζω εκείνη που επιτρέπεται να κάνει στον Λόγο του, όταν κατέχει μια ορισμένη πολιτική θέση ή ένα αξίωμα που του έχει ανατεθεί.

Για ορισμένες υποθέσεις που αφορούν το συμφέρον της πολιτείας είναι αναγκαίος ένας ορισμένος μηχανισμός, μέσω του οποίου ορισμένα μέλη της πολιτείας πρέπει να συμπεριφέρονται απλώς παθητικά, ώστε, μέσω μιας τεχνητής ομοφωνίας, να κατευθύνονται από την κυβέρνηση προς δημόσιους σκοπούς ή τουλάχιστον να εμποδίζονται από το να καταστρέφουν αυτούς τους σκοπούς. Εδώ, βέβαια, δεν επιτρέπεται να συλλογίζεται κανείς· πρέπει να υπακούει. Στον βαθμό, όμως, που αυτό το μέρος της μηχανής θεωρεί συγχρόνως τον εαυτό του μέλος ολόκληρης της πολιτείας, και μάλιστα της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών, και επομένως, υπό την ιδιότητα του λογίου, απευθύνεται με τα συγγράμματά του σε ένα κοινό με την κυριολεκτική έννοια του όρου, μπορεί ασφαλώς να συλλογίζεται, χωρίς να βλάπτονται έτσι οι υποθέσεις στις οποίες έχει τοποθετηθεί εν μέρει ως παθητικό μέλος.

Έτσι, θα ήταν πολύ ολέθριο, εάν ένας αξιωματικός, στον οποίο οι ανώτεροί του έδωσαν κάποια διαταγή, ήθελε, κατά την υπηρεσία του, να διαλογίζεται φωναχτά για τη σκοπιμότητα ή τη χρησιμότητα αυτής της διαταγής· πρέπει να υπακούει. Δεν μπορεί, όμως, δικαίως να του απαγορευτεί, ως λογίου, να κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τα σφάλματα της στρατιωτικής υπηρεσίας και να τις θέτει ενώπιον του κοινού του, για να τις κρίνει.

Ο πολίτης δεν μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει τους φόρους που του επιβάλλονται· μάλιστα, μια αυθάδης επίκριση τέτοιων επιβαρύνσεων, όταν καλείται να τις καταβάλει, μπορεί να τιμωρηθεί ως σκάνδαλο, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει γενικευμένες πράξεις ανυπακοής. Ο ίδιος άνθρωπος, εντούτοις, δεν ενεργεί αντίθετα προς το καθήκον του ως πολίτη, όταν, ως λόγιος, εκφράζει δημοσίως τις σκέψεις του εναντίον της ακαταλληλότητας ή ακόμη και της αδικίας τέτοιων φορολογικών επιβαρύνσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ένας κληρικός είναι υποχρεωμένος να διδάσκει τους μαθητές του κατηχητικού και το ποίμνιό του σύμφωνα με το Σύμβολο Πίστεως της Εκκλησίας την οποία υπηρετεί, διότι έγινε δεκτός με αυτόν τον όρο. Ως λόγιος, όμως, έχει πλήρη ελευθερία, και μάλιστα την αποστολή, να γνωστοποιεί στο κοινό όλες τις προσεκτικά εξετασμένες και καλοπροαίρετες σκέψεις του σχετικά με τα ελαττώματα εκείνου του Συμβόλου, καθώς και τις προτάσεις του για την καλύτερη οργάνωση των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων.

Σε αυτό δεν υπάρχει επίσης τίποτε που θα μπορούσε να επιβαρύνει τη συνείδησή του. Διότι εκείνο που διδάσκει δυνάμει του αξιώματός του ως εντεταλμένος λειτουργός της Εκκλησίας το παρουσιάζει ως κάτι σχετικά με το οποίο δεν έχει την ελευθερία να διδάσκει σύμφωνα με τη δική του κρίση, αλλά έχει διοριστεί για να το εκθέτει σύμφωνα με τις οδηγίες και στο όνομα κάποιου άλλου. Θα πει: Η Εκκλησία μας διδάσκει το ένα ή το άλλο· αυτά είναι τα αποδεικτικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί. Αντλεί τότε για το ποίμνιό του κάθε πρακτική ωφέλεια από διδασκαλίες τις οποίες ο ίδιος δεν θα προσυπέγραφε με πλήρη πεποίθηση, την έκθεση των οποίων, ωστόσο, μπορεί να αναλάβει, επειδή δεν είναι εντελώς αδύνατο να κρύβεται μέσα τους κάποια αλήθεια· σε κάθε περίπτωση, όμως, τουλάχιστον δεν βρίσκεται σε αυτές τίποτε που να αντιβαίνει στην εσωτερική θρησκεία. Διότι, εάν πίστευε ότι βρίσκει σε αυτές κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να ασκεί το αξίωμά του με καθαρή συνείδηση· θα έπρεπε να παραιτηθεί από αυτό.

Επομένως, η χρήση του Λόγου την οποία κάνει ένας διορισμένος δάσκαλος ενώπιον του ποιμνίου του είναι απλώς ιδιωτική χρήση, επειδή το ποίμνιο αυτό αποτελεί πάντοτε μόνο μια οικιακή συνάθροιση, όσο μεγάλη και αν είναι· και ως προς αυτό, ο ιερέας δεν είναι ελεύθερος και ούτε επιτρέπεται να είναι, επειδή εκτελεί μια εντολή που του έχει δοθεί από άλλον. Αντίθετα, ως λόγιος που μέσω των συγγραμμάτων του απευθύνεται στο πραγματικό κοινό, δηλαδή στον κόσμο, και επομένως ως κληρικός κατά τη δημόσια χρήση του Λόγου του, απολαμβάνει απεριόριστη ελευθερία να χρησιμοποιεί τον δικό του Λόγο και να μιλά στο δικό του όνομα. Διότι το να πρέπει οι κηδεμόνες του λαού —στα πνευματικά ζητήματα— να είναι και οι ίδιοι ανώριμοι αποτελεί έναν παραλογισμό που οδηγεί στη διαιώνιση των παραλογισμών.


Συνεχίζεται