Συνέχεια από Σάββατο 10. Οκτωβρίου 2026
Ησυχασμός και Προσευχή 15
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
Ο ησυχασμός
Μελέτη πνευματικότητας (1)
ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ
ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176
IRÉNÉE HAUSHERR S.I.
Ο ησυχασμός
Μελέτη πνευματικότητας (1)
ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ
3 Ένα ερώτημα
Ωστόσο, αυτές οι διακυμάνσεις στην έκφραση είναι μόνο επιφανειακές, όπως καθετί που αφορά τις λέξεις. Ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα τίθεται, όχι ακριβώς στους ησυχαστές, αλλά στους χριστιανούς ως τέτοιους, ιδιαίτερα σε εκείνους που οφείλουν να διδάσκουν τις οδούς της τελειότητας. Η ασκητική ζωή έχει έναν και μόνο σκοπό, τη σωτηρία της ψυχής, λέει ο άγιος Βασίλειος. Η σωτηρία της ψυχής συνίσταται στην αγάπη, σύμφωνα με μια θεμελιώδη αρχή που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πια θεωρητικά, αφότου ο άγιος Ειρηναίος την αντέταξε νικηφόρα στην νοησιαρχία των ψευδών γνωστικών. Επομένως, η μόνη σοφία και το μόνο καθήκον είναι να γνωρίσουμε και να ασπαστούμε τον τρόπο ζωής που οδηγεί με τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην υψηλότερη αγάπη.
Τι είναι όμως η αγάπη; Αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα της χριστιανικής ηθικής, που επιλύεται θεωρητικά με την απάντηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού —«Θα αγαπήσεις τον Θεό με όλη σου την ψυχή, με όλη σου τη διάνοια, με όλη σου την καρδιά, με όλες σου τις δυνάμεις, και τον πλησίον όπως τον εαυτό σου»—, δεν παύει να γεννά διαρκώς νέα προβλήματα κατά την εφαρμογή του σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Πώς να εναρμονίσουμε την αγάπη προς τον Θεό με την αγάπη προς τον πλησίον; Αν το μέτρο της αγάπης προς τον Θεό είναι να Τον αγαπάμε χωρίς μέτρο, όπως λέει ο Ωριγένης, δεν πρέπει να αφιερώνουμε κάθε στιγμή της ζωής στην άμεση αναζήτηση αυτής της αγάπης; Καθετί που δεν αποτελεί άμεση προσπάθεια προς αυτή την αγάπη, δηλαδή καθετί που δεν είναι προσευχή, δεν είναι αυτομάτως καθαρή ματαιότητα και καθαρή απώλεια, όπως υποστηρίζουν χωρίς δισταγμό συγγραφείς αγαπητοί στους ησυχαστές, όπως ο Νικόλαος Στηθάτος (1), ο οποίος θα μπορούσε να επικαλεστεί σεβάσμιες αυθεντίες, όπως τον άγιο Επιφάνιο (2);
1 Δεύτερη εκατοντάδα, 77, PG 120, 937 A–B· πρβλ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης, De quietudine et duobus modis orationis, 11, PG 150, 1324 D.
2 Πρβλ. Αποφθέγματα Πατέρων, Αλφαβητική συλλογή, Επιφάνιος, αρ. 3, PG 65, 164 B.
Τότε όμως τι απομένει για την άσκηση των έργων της αδελφικής αγάπης; Και πώς να βεβαιωθούμε ότι τα αισθήματά μας προς τον πλησίον, ακόμη και η αφοσίωσή μας σε αυτόν, αποτελούν γνήσια αγάπη, όσο δεν έχει ακόμη νεκρωθεί μέσα μας η φιλαυτία, της οποίας ο ιός μολύνει την ίδια την πηγή του συναισθηματικού μας κόσμου, σύμφωνα με την ακατάπαυστη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή; Και για να πραγματοποιήσουμε μέσα μας την τέλεια κάθαρση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει καθαρή αγάπη ούτε προς τον Θεό ούτε προς τον πλησίον, από πού πρέπει να αρχίσουμε; Πού πρέπει κατά προτίμηση να στρέψουμε τις προσπάθειές μας; Στην εκρίζωση της φιλαυτίας, έργο αρνητικό και ίσως απογοητευτικό; Ή στη δραστηριότητα στην υπηρεσία των άλλων, έργο θετικό που υπόκειται όμως στην πλάνη; Ή μήπως να επιδιώξουμε αμέσως την ανάπτυξη μέσα μας της εκούσιας και συνειδητής αγάπης προς τον Θεό, με την εντατική προσήλωση στην προσευχή;[ΨΕΥΤΟΠΡΟΒΛΗΜΑ ΛΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ΚΑΘΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ]
Ωστόσο, αυτές οι διακυμάνσεις στην έκφραση είναι μόνο επιφανειακές, όπως καθετί που αφορά τις λέξεις. Ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα τίθεται, όχι ακριβώς στους ησυχαστές, αλλά στους χριστιανούς ως τέτοιους, ιδιαίτερα σε εκείνους που οφείλουν να διδάσκουν τις οδούς της τελειότητας. Η ασκητική ζωή έχει έναν και μόνο σκοπό, τη σωτηρία της ψυχής, λέει ο άγιος Βασίλειος. Η σωτηρία της ψυχής συνίσταται στην αγάπη, σύμφωνα με μια θεμελιώδη αρχή που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πια θεωρητικά, αφότου ο άγιος Ειρηναίος την αντέταξε νικηφόρα στην νοησιαρχία των ψευδών γνωστικών. Επομένως, η μόνη σοφία και το μόνο καθήκον είναι να γνωρίσουμε και να ασπαστούμε τον τρόπο ζωής που οδηγεί με τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην υψηλότερη αγάπη.
Τι είναι όμως η αγάπη; Αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα της χριστιανικής ηθικής, που επιλύεται θεωρητικά με την απάντηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού —«Θα αγαπήσεις τον Θεό με όλη σου την ψυχή, με όλη σου τη διάνοια, με όλη σου την καρδιά, με όλες σου τις δυνάμεις, και τον πλησίον όπως τον εαυτό σου»—, δεν παύει να γεννά διαρκώς νέα προβλήματα κατά την εφαρμογή του σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Πώς να εναρμονίσουμε την αγάπη προς τον Θεό με την αγάπη προς τον πλησίον; Αν το μέτρο της αγάπης προς τον Θεό είναι να Τον αγαπάμε χωρίς μέτρο, όπως λέει ο Ωριγένης, δεν πρέπει να αφιερώνουμε κάθε στιγμή της ζωής στην άμεση αναζήτηση αυτής της αγάπης; Καθετί που δεν αποτελεί άμεση προσπάθεια προς αυτή την αγάπη, δηλαδή καθετί που δεν είναι προσευχή, δεν είναι αυτομάτως καθαρή ματαιότητα και καθαρή απώλεια, όπως υποστηρίζουν χωρίς δισταγμό συγγραφείς αγαπητοί στους ησυχαστές, όπως ο Νικόλαος Στηθάτος (1), ο οποίος θα μπορούσε να επικαλεστεί σεβάσμιες αυθεντίες, όπως τον άγιο Επιφάνιο (2);
1 Δεύτερη εκατοντάδα, 77, PG 120, 937 A–B· πρβλ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης, De quietudine et duobus modis orationis, 11, PG 150, 1324 D.
2 Πρβλ. Αποφθέγματα Πατέρων, Αλφαβητική συλλογή, Επιφάνιος, αρ. 3, PG 65, 164 B.
Τότε όμως τι απομένει για την άσκηση των έργων της αδελφικής αγάπης; Και πώς να βεβαιωθούμε ότι τα αισθήματά μας προς τον πλησίον, ακόμη και η αφοσίωσή μας σε αυτόν, αποτελούν γνήσια αγάπη, όσο δεν έχει ακόμη νεκρωθεί μέσα μας η φιλαυτία, της οποίας ο ιός μολύνει την ίδια την πηγή του συναισθηματικού μας κόσμου, σύμφωνα με την ακατάπαυστη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή; Και για να πραγματοποιήσουμε μέσα μας την τέλεια κάθαρση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει καθαρή αγάπη ούτε προς τον Θεό ούτε προς τον πλησίον, από πού πρέπει να αρχίσουμε; Πού πρέπει κατά προτίμηση να στρέψουμε τις προσπάθειές μας; Στην εκρίζωση της φιλαυτίας, έργο αρνητικό και ίσως απογοητευτικό; Ή στη δραστηριότητα στην υπηρεσία των άλλων, έργο θετικό που υπόκειται όμως στην πλάνη; Ή μήπως να επιδιώξουμε αμέσως την ανάπτυξη μέσα μας της εκούσιας και συνειδητής αγάπης προς τον Θεό, με την εντατική προσήλωση στην προσευχή;[ΨΕΥΤΟΠΡΟΒΛΗΜΑ ΛΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ, ΚΑΘΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ]
Αυτό το πρωταρχικό πρόβλημα, δικαίως ή αδίκως, οι ησυχαστές το θεωρούσαν λυμένο, αν όχι για όλους τους χριστιανούς, τουλάχιστον για τους ίδιους. Ακριβώς η βεβαιότητά τους σε αυτό το σημείο συγκροτεί την κλήση τους ως ησυχαστών. Δεν αποτελούν την ιεραρχική Εκκλησία· καταρχήν δεν είναι ούτε επίσκοποι ούτε ιερείς ούτε κληρικοί, όπως άλλωστε δεν είναι και οι μοναχοί γενικά. Θα δεχθούν κληρικούς ανάμεσά τους μόνο με ορισμένες προφυλάξεις, τις οποίες μαρτυρεί ακόμη ο Κανόνας του αγίου Βενεδίκτου και από τις οποίες η κυριότερη είναι η παραίτηση από κάθε προνόμιο. Επομένως, δεν έχουν να αναμειχθούν σε αποστολικές διακονίες· ούτε να επιδοθούν ως κύριο έργο τους στη φιλοξενία, στη φροντίδα των ασθενών ή των φτωχών· τους αρκεί να ασκούν αυτές τις μορφές αγάπης όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία. Η εσωτερική τους αγάπη δεν τους απαγορεύει, ίσως μάλιστα τους επιβάλλει, να αποσύρονται σε τόπους όπου μια τέτοια ευκαιρία παρουσιάζεται σπάνια.
Το πρόβλημα που τίθεται στον ησυχασμό δεν είναι δογματικής, αλλά ψυχολογικής και εμπειρικής τάξης. Αφού διακριθεί καθαρά ο σκοπός, ο δικός του σκοπός, και αφού γίνει επίσης δεκτό ότι για αυτόν τον σκοπό επιβάλλεται κάποιος βαθμός μοναξιάς, έστω κατά διαστήματα, ώστε να εξασφαλιστεί η εσωτερική ησυχία χωρίς την οποία δεν υπάρχει ένωση με τον Θεό, ποιο είναι αυτό το μέτρο; Όχι το ελάχιστο που ζητείται από κάθε χριστιανό, ούτε το μέγιστο που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά το βέλτιστο, δηλαδή εκείνο που είναι πιο αποτελεσματικό για να επιτευχθεί, χωρίς πλάνη, το επιθυμητό ιδεώδες.
Για εμάς, ανθρώπους του εικοστού αιώνα, αν θέλουμε να προετοιμαστούμε ώστε να διατυπώσουμε δίκαιη κρίση για το ιστορικό φαινόμενο του ησυχασμού, πρέπει με τη σειρά μας να αρχίσουμε θέτοντας καθαρά μπροστά στα μάτια μας αυτόν τον πνευματικό στόχο, όπως μας τον παρουσιάζουν οι καλύτερα κατατοπισμένοι οπαδοί του. Αν τυχόν, αφού γνωρίσουμε τις περιγραφές τους, πιστέψουμε ή εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε ότι το αντικείμενο των επιδιώξεών τους —που στα μάτια τους άξιζε, και με το παραπάνω, όλες τις θυσίες και όλες τις προσπάθειες— δεν αξίζει την ανθρώπινη συμπάθειά μας και τον χριστιανικό θαυμασμό μας, καλύτερα να μη διαβάσουμε τη συνέχεια αυτής της εργασίας. Ας ακούσουμε τον Κασσιανό, μέσα από τον οποίο μιλούν οι ήρωες της πρώτης γενιάς του αναχωρητισμού.[ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΚΑΘΕ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ. ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ]
Δύο παράγραφοι —η πέμπτη και η έκτη της δέκατης Συνομιλίας— θα αρκέσουν:
«Πόσο απαλλαγμένος πρέπει να είναι κανείς από κάθε φανταστική παράσταση όταν προσεύχεται. Ότι πρέπει, κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού, να ανεβαίνει απομονωμένος σε ψηλό βουνό για να προσευχηθεί εκεί στον Θεό εν κρυπτώ…
Μόνον εκείνοι μπορούν να θεωρούν τη θεότητά του με μάτια ολοκάθαρα, οι οποίοι, υψωνόμενοι πάνω από όλα τα έργα και όλες τις χαμηλές και επίγειες σκέψεις, αποσύρονται και ανεβαίνουν μαζί του σε αυτό το ψηλό βουνό της μοναξιάς· εκεί ο Ιησούς Χριστός, απαλλάσσοντας τις ψυχές από την ταραχή των παθών και αποχωρίζοντάς τες από κάθε ανάμειξη με τις κακίες, τις στερεώνει σε ζωντανή πίστη και τις ανεβάζει στην υψηλότερη κορυφή των αρετών, όπου κατόπιν φανερώνει απροκάλυπτα τη δόξα και τη λαμπρότητα του προσώπου του σε όσους έχουν τα μάτια της καρδιάς αρκετά καθαρά για να τη θεωρήσουν. Όχι ότι ο Ιησούς δεν αφήνει να τον δουν και εκείνοι που παραμένουν στις πόλεις και στις κωμοπόλεις· δηλαδή εκείνοι που είναι αφοσιωμένοι στον πρακτικό βίο και στα έργα της αγάπης. Δεν τους φανερώνεται όμως μέσα σε εκείνη τη δόξα και την ακτινοβόλο μεγαλοπρέπεια, που τις δείχνει μόνο σε όσους μπορούν να ανεβούν, όπως ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Ιάκωβος και ο άγιος Ιωάννης, στο βουνό των αρετών. Έτσι εμφανίστηκε άλλοτε στον Μωυσή και μίλησε στον Ηλία στα βάθη της ερημιάς.
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός θέλησε να μας το επιβεβαιώσει με το παράδειγμά του και να μας προσφέρει στο πρόσωπό του το πρότυπο της τέλειας καθαρότητας. Διότι, μολονότι ήταν η ανεξάντλητη πηγή κάθε αγιότητας και δεν είχε, όπως εμείς, καμία ανάγκη από απομόνωση και μοναξιά για να την αποκτήσει, αφού, όντας η ίδια η καθαρότητα, δεν μπορούσε να υποστεί την παραμικρή αλλοίωση από το πλήθος και από τον μολυσμό των ανθρώπων —αυτός που, αντίθετα, καθαρίζει και αγιάζει, όποτε θελήσει, καθετί ακάθαρτο και μολυσματικό στους ανθρώπους—, αποσύρεται ωστόσο ολομόναχος σε ένα βουνό για να προσευχηθεί εκεί. Με αυτή την απομάκρυνση ήθελε να μας διδάξει να αποχωριζόμαστε, όπως εκείνος, από την ταραχή και τη σύγχυση του κόσμου, όταν θέλουμε να προσφέρουμε στον Θεό τέλειες προσευχές και τα καθαρά αισθήματα της καρδιάς μας, ώστε, ενώ βρισκόμαστε ακόμη μέσα σε θνητή σάρκα, να μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να εξομοιωθούμε με εκείνη την υπέρτατη μακαριότητα που έχει υποσχεθεί στους αγίους στον άλλο κόσμο και να βλέπουμε τον Θεό ως εκείνον που είναι για εμάς τα πάντα μέσα στα πάντα».¹
1 Les Conférences de Cassien, traduites en François par le Sieur de Saligny, Docteur en Théologie, δέκατη Συνομιλία, κεφ. V, Λυών 1682, σ. 405 κ.ε.
«Σε τι συνίσταται η τέλεια προσευχή και ποια πρέπει να είναι για να είναι αδιάλειπτη.
Τότε θα εκπληρωθεί τέλεια εκείνη η προσευχή που απηύθυνε ο Σωτήρας στον Πατέρα του για τους μαθητές του. “Σε παρακαλώ, Πατέρα μου”, του λέει, “η αγάπη με την οποία με αγάπησες να είναι μέσα τους· και αυτοί να είναι μέσα μας. Να είναι όλοι ένα. Όπως εσύ, Πατέρα μου, είσαι μέσα μου και εγώ μέσα σου, έτσι και αυτοί να είναι μέσα μας ένα” (Ιω. 17). Αυτή η προσευχή του Σωτήρα, που δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί, θα επαληθευτεί μέσα μας όταν εκείνη η τέλεια αγάπη, με την οποία ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος, περάσει στα βάθη της καρδιάς μας και μας κάνει να τον αγαπούμε όπως μας αγαπά.
Αυτό θα συμβεί όταν όλα όσα αγαπούμε, όλα όσα επιθυμούμε, όλα όσα αναζητούμε, όλα όσα ευχόμαστε, όλα όσα σκεφτόμαστε, όλα όσα βλέπουμε, όλα όσα λέμε, όλα όσα ελπίζουμε δεν θα είναι παρά ο Θεός· όταν αυτή η ενότητα του Πατέρα με τον Υιό και του Υιού με τον Πατέρα απλωθεί στον νου και στην καρδιά μας· δηλαδή όταν η αγάπη που θα έχουμε γι’ αυτόν θα είναι αδιάλειπτη και αχώριστη από εμάς, όπως η δική του αγάπη για εμάς είναι ολοκάθαρη και αιώνια. Έτσι, μένοντας πάντοτε ενωμένοι μαζί του και έχοντας όλες τις ελπίδες μας, όλες τις σκέψεις μας και όλα τα λόγια μας στραμμένα αποκλειστικά προς αυτόν, ώστε να μην είναι παρά αυτός, θα φτάσουμε σε εκείνη την τόσο υψηλή κατάσταση στην οποία ο ίδιος ο Σωτήρας επιθυμεί, με την ίδια προσευχή, να στερεωθούμε, όταν λέει: “Να είναι όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Εγώ μέσα τους και εσύ μέσα μου, για να φτάσουν στην τελειότητα της ενότητας. Πατέρα μου, θέλω εκείνοι που μου έδωσες να είναι μαζί μου παντού όπου θα είμαι”.
Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός που πρέπει να θέτει ο αναχωρητής· σε αυτό πρέπει να συγκεντρώνεται όλη η προσπάθεια του νου του: να καταστεί ικανός να κατέχει μέσα σε θνητό σώμα μια εικόνα της αιώνιας ευδαιμονίας και να αρχίσει να γεύεται μέσα σε ένα πήλινο και χωμάτινο σκεύος τις απαρχές και, κατά κάποιον τρόπο, τον αρραβώνα εκείνης της δόξας και της εξ ολοκλήρου θεϊκής ζωής που ελπίζει να έχει στον ουρανό. Γι’ αυτό ο τελικός σκοπός όλης της τελείωσης είναι να απογυμνώνεται η ψυχή καθημερινά από καθετί σαρκικό και επίγειο και να υψώνεται αδιάκοπα, όλο και περισσότερο, προς τα πνευματικά, ώσπου όλα τα έργα της, όλες οι σκέψεις της και όλες οι κινήσεις της καρδιάς της να γίνουν μία και μόνη αδιάλειπτη προσευχή».¹
Αυτό που λέει ο άγιος Θωμάς² —«Η ονομασία του μοναχού προέρχεται από την ενότητα, σε αντίθεση προς τη διαίρεση» (για την οποία γίνεται λόγος στην Α΄ Κορ. 7:33)— οι Έλληνες, που έχουν την αίσθηση της γλώσσας τους, το επαναλαμβάνουν με κάθε τρόπο.
«Ο μοναχός ονομάζεται μοναχός επειδή νύχτα και μέρα συνομιλεί με τον Θεό και η φαντασία του απασχολείται μόνο με τα πράγματα του Θεού, αφού άλλωστε δεν κατέχει τίποτε πάνω στη γη».³
«Τι είναι ο μοναχός και με ποιον τρόπο πραγματώνει αυτή την ονομασία; Αυτό πρέπει να γνωρίζουμε. Το εκθέτουμε λοιπόν, όσο μας δίνει τη δύναμη ο Χριστός. Πρώτον, ονομάζεται έτσι επειδή δεν παίρνει γυναίκα και απαρνείται τον κόσμο εξωτερικά και εσωτερικά· δηλαδή εξωτερικά τα υλικά πράγματα και τις υποθέσεις του κόσμου, και εσωτερικά τις σκέψεις που σχετίζονται με αυτά, χωρίς να δέχεται καμία κοσμική μέριμνα. Δεύτερον, ονομάζεται μοναχός —μονάζων— επειδή επικαλείται τον Θεό με αδιάλειπτη προσευχή, για να του καθαρίσει τον νου από την πολλαπλότητα των λογισμών που τον περιπλέκουν, ώστε αυτός ο μονάζων νους, απομονωμένος από τα πάντα, να μπορεί να αφοσιώνεται μόνο στον αληθινό Θεό, να μη δέχεται ποτέ τις υποβολές του κακού, αλλά να διατηρεί πάντοτε την απαιτούμενη καθαρότητα και να παραμένει διαυγής στη στροφή του προς τον Θεό».⁴
1 Les Conférences de Cassien…, δέκατη Συνομιλία, κεφ. VI.
2 Summa theologiae, II–II, ερ. 88, άρθρ. 11, κυρίως απάντηση, προς το τέλος.
3 Απόφθεγμα του αγίου Μακαρίου, στον Ευεργετινό, Α΄, σ. 75, στ. 2.
4 Μακάριος, Ομιλία 56: Marriott, Macarii Anecdota, Cambridge 1918, σ. 44.
Και θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραθέματα, που ποικίλλουν στη μορφή, αλλά παραμένουν αναλλοίωτα ως προς το νόημα. «Εσείς», λέει ένας ιδρυτής στη μοναχική του κοινότητα, «εσείς, στους οποίους δεν έχει ανατεθεί ούτε το κήρυγμα του Ευαγγελίου ούτε η μέριμνα των Εκκλησιών, αλλά μόνο η φροντίδα της δικής σας ψυχής».¹ Το πλωτινικό «μόνος πρὸς μόνον»² ασφαλώς δεν αποτελεί την πηγή αυτού του ιδεώδους. Οι πρώτοι χριστιανοί μοναχοί δεν είχαν τίποτε κοινό με τις σχολές της αρχαίας σοφίας, ακόμη κι αν περιστασιακά διεκδικούσαν για τον εαυτό τους αυτόν τον τίτλο των φιλοσόφων, τον οποίο άλλοι επικαλούνταν εναντίον τους.³
Όταν όμως η πλωτινική διατύπωση έγινε γνωστή ανάμεσά τους,⁴ απέκτησε εντελώς φυσικά δικαίωμα παρουσίας, και πολλοί την επαναλαμβάνουν χωρίς πιθανότατα να γνωρίζουν την προέλευσή της. Ο Διονύσιος θα μπορέσει να γράψει ταυτόχρονα σύμφωνα με το πνεύμα του δασκάλου του Πρόκλου και των Πατέρων της ερήμου, μολονότι με ένα ύφος του οποίου τη μεγαλοστομία εκείνοι ελάχιστα θα εκτιμούσαν:⁵
«Ανάμεσα σε όλους τους μυημένους, την υψηλότερη βαθμίδα κατέχει η ευλογημένη τάξη των μοναχών, η οποία, έχοντας επιδοθεί με ανδρεία στην ολοκληρωτική κάθαρσή της και στην επιτέλεση των πράξεών της με τέλεια αγιότητα, γίνεται δεκτή, κατά τις δυνάμεις της, στη μετοχή και στη θεωρία των ιερών πραγμάτων… Γι’ αυτό οι ευσεβείς δάσκαλοί μας, αποδίδοντας σε αυτούς τους ανθρώπους ιερές ονομασίες, τους αποκάλεσαν άλλοτε θεραπευτές, εξαιτίας της ειλικρινούς λατρείας με την οποία προσκυνούν τη θεότητα, και άλλοτε μοναχούς, εξαιτίας αυτής της αδιαίρετης ζωής της ενότητας, με την οποία, επαναφέροντας τον νου τους από τη διάσπαση στα πολλά, τον κατευθύνουν ορμητικά προς τη θεία ενότητα και προς την τελειότητα της ιερής αγάπης».
Ο ψευδο-Διονύσιος θα μπορούσε να είχε αναφέρει και μια άλλη ονομασία που δόθηκε στους μοναχούς πριν από το έτος 500 και επαναλήφθηκε συχνά κατόπιν: «μονότροπος». Και αυτή υπήρχε στην κλασική γραμματεία, ήδη στον Ευριπίδη και κυρίως στον Πλούταρχο, όπου δήλωνε την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου που είχε την τάση να απομονώνεται ή να ξεχωρίζει από τους άλλους. Οι συγγραφείς μας την άντλησαν από τον Ψαλμό 67:7, σύμφωνα με τους Εβδομήκοντα: «Ο Θεός εγκαθιστά σε ένα σπίτι εκείνους που έχουν το ίδιο πνεύμα…». Ο Ευσέβιος⁶ μάς πληροφορεί ότι ο Σύμμαχος είχε αποδώσει την εβραϊκή λέξη με το «μοναχοί», ενώ άλλοι με διαφορετικό τρόπο· το νόημα όμως παραμένει πάντοτε το ίδιο και αναφέρεται στην τάξη των μοναχών, την πρώτη ανάμεσα σε εκείνους που προοδεύουν εν Χριστώ, οι οποίοι είναι μονότροποι και όχι πολύτροποι, επειδή δεν ακολουθούν άλλοτε έναν τρόπο ζωής και άλλοτε άλλον, αλλά πραγματώνουν έναν και μόνο, εκείνον που οδηγεί στην κορυφή της αρετής.
1 Τυπικόν της μονής του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού τοῦ Φοβεροῦ, αρ. 7. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Noctes Petropolitanae, Αγία Πετρούπολη 1914, σ. 16, στ. 7 κ.ε.
2 Πλωτίνος, Εννεάδες VI, 9, 11.
3 Πρβλ. G. Bardy, «Philosophies et philosophe dans le vocabulaire chrétien des premiers siècles», RAM 25, 1949, σ. 97–108.
4 Πρβλ. Peterson, «Herkunft und Bedeutung der μ. π. μ.-Formel bei Plotin», Philologus, τόμ. LXXXVIII, τεύχ. I, σ. 30–41.
5 Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας VI, 3. Μετάφραση Darboy, σ. 135 κ.ε.· μετάφραση Gandillac, σ. 307 κ.ε.
6 PG 23, 689 B.
Πάντοτε η ιδέα της μοναδικότητας, με μια διευκρίνιση που δεν περιέχεται στον όρο «μοναχός»: η μοναδικότητα της κατεύθυνσης, της διαγωγής, της σκέψης. Πρόκειται, συνολικά, για ένα λιγότερο συνηθισμένο και επομένως λιγότερο φθαρμένο συνώνυμο του «μοναχού», που δηλώνει, όπως λέει η δεύτερη επιστολή του Μακαρίου, «τη μονότροπη ορθότητα της εν Χριστώ ζωής»,¹ ή, κατά τον άγιο Νείλο, «τη μονοτροπία που χαρίζει την απάθεια».² Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, ανακαλώντας τον Ψαλμό 67:7, που μιλά για την εγκατάσταση των μονοτρόπων σε ένα σπίτι, εφαρμόζει τη λέξη στους κελλιώτες, δηλαδή στους μοναχούς που έχουν προοδεύσει αρκετά, ώστε ο άγιος Σάββας να τους μεταφέρει από το κοινόβιο των δοκίμων σε ένα κελί της λαύρας.³ Από νωρίς, ωστόσο, η λέξη γίνεται απλώς ένα κάπως επιτηδευμένο συνώνυμο του «μοναχός»·⁴ ο Ιγνάτιος και ο Κάλλιστος Ξανθόπουλος, στον τίτλο των Εκατό κεφαλαίων τους, αποκαλούν τον εαυτό τους ελάχιστους ανάμεσα στους μονοτρόπους· και ούτω καθεξής. Στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «μονότροπος» αποκαλείται η φιλοσοφία —εννοείται η αληθινή φιλοσοφία, δηλαδή η μοναχική πνευματικότητα.⁵
1 PG 34, 416 C· πρβλ. 417 B κ.α.
2 Λόγος ασκητικός VI, PG 79, 725 D.
3 Βίος του αγίου Σάββα, Schwartz, σ. 113, στ. 3–20.
4 Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Λόγος 23, Παρίσι 1609, σ. 418 C· Θεόδοτος Καλλιπόλεως, 13ος αιώνας, Viz. Vrem. XIV (1907), σ. 10, στ. 4.
5 Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1368 B.
Καμία αμφιβολία λοιπόν ως προς τον σκοπό: ο μοναχός, από την ίδια την κλήση του, είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό μέσω της προσευχής, η οποία προϋποθέτει την ολοκληρωτική αποδέσμευση, την τέλεια κάθαρση, την παραίτηση από καθετί που θα μπορούσε να καθυστερήσει την πνευματική του άνοδο. Το ερώτημα που τίθεται γι’ αυτόν είναι επομένως μόνο μέχρι ποιο σημείο η συναναστροφή με τους συνανθρώπους του, οι ασχολίες και οι μέριμνες της κοινής ζωής συγκαταλέγονται σε αυτά τα εμπόδια· ας το πούμε στη δική του γλώσσα: μέχρι ποιο σημείο η μοναξιά, η εξωτερική ησυχία, είναι αναγκαία ή χρήσιμη για την εσωτερική του γαλήνη, για την εσωτερική του ησυχία. Ερώτημα ψυχολογικό, επομένως· ή, για να μιλήσουμε ακριβέστερα, ερώτημα της ιστορίας της ψυχολογίας. Αυτό που πρέπει τώρα να εκθέσουμε είναι οι ιδέες που διατύπωσαν ανά τους αιώνες οι χριστιανοί ασκητές σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της «φυγής από τους ανθρώπους».
Οι διαφορετικές απαντήσεις που δόθηκαν ανά τους αιώνες σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσουν την εξέλιξη του ησυχασμού.
ΕΠΑΙΝΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ
Το πρόβλημα που τίθεται στον ησυχασμό δεν είναι δογματικής, αλλά ψυχολογικής και εμπειρικής τάξης. Αφού διακριθεί καθαρά ο σκοπός, ο δικός του σκοπός, και αφού γίνει επίσης δεκτό ότι για αυτόν τον σκοπό επιβάλλεται κάποιος βαθμός μοναξιάς, έστω κατά διαστήματα, ώστε να εξασφαλιστεί η εσωτερική ησυχία χωρίς την οποία δεν υπάρχει ένωση με τον Θεό, ποιο είναι αυτό το μέτρο; Όχι το ελάχιστο που ζητείται από κάθε χριστιανό, ούτε το μέγιστο που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά το βέλτιστο, δηλαδή εκείνο που είναι πιο αποτελεσματικό για να επιτευχθεί, χωρίς πλάνη, το επιθυμητό ιδεώδες.
Για εμάς, ανθρώπους του εικοστού αιώνα, αν θέλουμε να προετοιμαστούμε ώστε να διατυπώσουμε δίκαιη κρίση για το ιστορικό φαινόμενο του ησυχασμού, πρέπει με τη σειρά μας να αρχίσουμε θέτοντας καθαρά μπροστά στα μάτια μας αυτόν τον πνευματικό στόχο, όπως μας τον παρουσιάζουν οι καλύτερα κατατοπισμένοι οπαδοί του. Αν τυχόν, αφού γνωρίσουμε τις περιγραφές τους, πιστέψουμε ή εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε ότι το αντικείμενο των επιδιώξεών τους —που στα μάτια τους άξιζε, και με το παραπάνω, όλες τις θυσίες και όλες τις προσπάθειες— δεν αξίζει την ανθρώπινη συμπάθειά μας και τον χριστιανικό θαυμασμό μας, καλύτερα να μη διαβάσουμε τη συνέχεια αυτής της εργασίας. Ας ακούσουμε τον Κασσιανό, μέσα από τον οποίο μιλούν οι ήρωες της πρώτης γενιάς του αναχωρητισμού.[ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΚΑΘΕ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ. ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ]
Δύο παράγραφοι —η πέμπτη και η έκτη της δέκατης Συνομιλίας— θα αρκέσουν:
«Πόσο απαλλαγμένος πρέπει να είναι κανείς από κάθε φανταστική παράσταση όταν προσεύχεται. Ότι πρέπει, κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού, να ανεβαίνει απομονωμένος σε ψηλό βουνό για να προσευχηθεί εκεί στον Θεό εν κρυπτώ…
Μόνον εκείνοι μπορούν να θεωρούν τη θεότητά του με μάτια ολοκάθαρα, οι οποίοι, υψωνόμενοι πάνω από όλα τα έργα και όλες τις χαμηλές και επίγειες σκέψεις, αποσύρονται και ανεβαίνουν μαζί του σε αυτό το ψηλό βουνό της μοναξιάς· εκεί ο Ιησούς Χριστός, απαλλάσσοντας τις ψυχές από την ταραχή των παθών και αποχωρίζοντάς τες από κάθε ανάμειξη με τις κακίες, τις στερεώνει σε ζωντανή πίστη και τις ανεβάζει στην υψηλότερη κορυφή των αρετών, όπου κατόπιν φανερώνει απροκάλυπτα τη δόξα και τη λαμπρότητα του προσώπου του σε όσους έχουν τα μάτια της καρδιάς αρκετά καθαρά για να τη θεωρήσουν. Όχι ότι ο Ιησούς δεν αφήνει να τον δουν και εκείνοι που παραμένουν στις πόλεις και στις κωμοπόλεις· δηλαδή εκείνοι που είναι αφοσιωμένοι στον πρακτικό βίο και στα έργα της αγάπης. Δεν τους φανερώνεται όμως μέσα σε εκείνη τη δόξα και την ακτινοβόλο μεγαλοπρέπεια, που τις δείχνει μόνο σε όσους μπορούν να ανεβούν, όπως ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Ιάκωβος και ο άγιος Ιωάννης, στο βουνό των αρετών. Έτσι εμφανίστηκε άλλοτε στον Μωυσή και μίλησε στον Ηλία στα βάθη της ερημιάς.
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός θέλησε να μας το επιβεβαιώσει με το παράδειγμά του και να μας προσφέρει στο πρόσωπό του το πρότυπο της τέλειας καθαρότητας. Διότι, μολονότι ήταν η ανεξάντλητη πηγή κάθε αγιότητας και δεν είχε, όπως εμείς, καμία ανάγκη από απομόνωση και μοναξιά για να την αποκτήσει, αφού, όντας η ίδια η καθαρότητα, δεν μπορούσε να υποστεί την παραμικρή αλλοίωση από το πλήθος και από τον μολυσμό των ανθρώπων —αυτός που, αντίθετα, καθαρίζει και αγιάζει, όποτε θελήσει, καθετί ακάθαρτο και μολυσματικό στους ανθρώπους—, αποσύρεται ωστόσο ολομόναχος σε ένα βουνό για να προσευχηθεί εκεί. Με αυτή την απομάκρυνση ήθελε να μας διδάξει να αποχωριζόμαστε, όπως εκείνος, από την ταραχή και τη σύγχυση του κόσμου, όταν θέλουμε να προσφέρουμε στον Θεό τέλειες προσευχές και τα καθαρά αισθήματα της καρδιάς μας, ώστε, ενώ βρισκόμαστε ακόμη μέσα σε θνητή σάρκα, να μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να εξομοιωθούμε με εκείνη την υπέρτατη μακαριότητα που έχει υποσχεθεί στους αγίους στον άλλο κόσμο και να βλέπουμε τον Θεό ως εκείνον που είναι για εμάς τα πάντα μέσα στα πάντα».¹
1 Les Conférences de Cassien, traduites en François par le Sieur de Saligny, Docteur en Théologie, δέκατη Συνομιλία, κεφ. V, Λυών 1682, σ. 405 κ.ε.
«Σε τι συνίσταται η τέλεια προσευχή και ποια πρέπει να είναι για να είναι αδιάλειπτη.
Τότε θα εκπληρωθεί τέλεια εκείνη η προσευχή που απηύθυνε ο Σωτήρας στον Πατέρα του για τους μαθητές του. “Σε παρακαλώ, Πατέρα μου”, του λέει, “η αγάπη με την οποία με αγάπησες να είναι μέσα τους· και αυτοί να είναι μέσα μας. Να είναι όλοι ένα. Όπως εσύ, Πατέρα μου, είσαι μέσα μου και εγώ μέσα σου, έτσι και αυτοί να είναι μέσα μας ένα” (Ιω. 17). Αυτή η προσευχή του Σωτήρα, που δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί, θα επαληθευτεί μέσα μας όταν εκείνη η τέλεια αγάπη, με την οποία ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος, περάσει στα βάθη της καρδιάς μας και μας κάνει να τον αγαπούμε όπως μας αγαπά.
Αυτό θα συμβεί όταν όλα όσα αγαπούμε, όλα όσα επιθυμούμε, όλα όσα αναζητούμε, όλα όσα ευχόμαστε, όλα όσα σκεφτόμαστε, όλα όσα βλέπουμε, όλα όσα λέμε, όλα όσα ελπίζουμε δεν θα είναι παρά ο Θεός· όταν αυτή η ενότητα του Πατέρα με τον Υιό και του Υιού με τον Πατέρα απλωθεί στον νου και στην καρδιά μας· δηλαδή όταν η αγάπη που θα έχουμε γι’ αυτόν θα είναι αδιάλειπτη και αχώριστη από εμάς, όπως η δική του αγάπη για εμάς είναι ολοκάθαρη και αιώνια. Έτσι, μένοντας πάντοτε ενωμένοι μαζί του και έχοντας όλες τις ελπίδες μας, όλες τις σκέψεις μας και όλα τα λόγια μας στραμμένα αποκλειστικά προς αυτόν, ώστε να μην είναι παρά αυτός, θα φτάσουμε σε εκείνη την τόσο υψηλή κατάσταση στην οποία ο ίδιος ο Σωτήρας επιθυμεί, με την ίδια προσευχή, να στερεωθούμε, όταν λέει: “Να είναι όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Εγώ μέσα τους και εσύ μέσα μου, για να φτάσουν στην τελειότητα της ενότητας. Πατέρα μου, θέλω εκείνοι που μου έδωσες να είναι μαζί μου παντού όπου θα είμαι”.
Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός που πρέπει να θέτει ο αναχωρητής· σε αυτό πρέπει να συγκεντρώνεται όλη η προσπάθεια του νου του: να καταστεί ικανός να κατέχει μέσα σε θνητό σώμα μια εικόνα της αιώνιας ευδαιμονίας και να αρχίσει να γεύεται μέσα σε ένα πήλινο και χωμάτινο σκεύος τις απαρχές και, κατά κάποιον τρόπο, τον αρραβώνα εκείνης της δόξας και της εξ ολοκλήρου θεϊκής ζωής που ελπίζει να έχει στον ουρανό. Γι’ αυτό ο τελικός σκοπός όλης της τελείωσης είναι να απογυμνώνεται η ψυχή καθημερινά από καθετί σαρκικό και επίγειο και να υψώνεται αδιάκοπα, όλο και περισσότερο, προς τα πνευματικά, ώσπου όλα τα έργα της, όλες οι σκέψεις της και όλες οι κινήσεις της καρδιάς της να γίνουν μία και μόνη αδιάλειπτη προσευχή».¹
Αυτό που λέει ο άγιος Θωμάς² —«Η ονομασία του μοναχού προέρχεται από την ενότητα, σε αντίθεση προς τη διαίρεση» (για την οποία γίνεται λόγος στην Α΄ Κορ. 7:33)— οι Έλληνες, που έχουν την αίσθηση της γλώσσας τους, το επαναλαμβάνουν με κάθε τρόπο.
«Ο μοναχός ονομάζεται μοναχός επειδή νύχτα και μέρα συνομιλεί με τον Θεό και η φαντασία του απασχολείται μόνο με τα πράγματα του Θεού, αφού άλλωστε δεν κατέχει τίποτε πάνω στη γη».³
«Τι είναι ο μοναχός και με ποιον τρόπο πραγματώνει αυτή την ονομασία; Αυτό πρέπει να γνωρίζουμε. Το εκθέτουμε λοιπόν, όσο μας δίνει τη δύναμη ο Χριστός. Πρώτον, ονομάζεται έτσι επειδή δεν παίρνει γυναίκα και απαρνείται τον κόσμο εξωτερικά και εσωτερικά· δηλαδή εξωτερικά τα υλικά πράγματα και τις υποθέσεις του κόσμου, και εσωτερικά τις σκέψεις που σχετίζονται με αυτά, χωρίς να δέχεται καμία κοσμική μέριμνα. Δεύτερον, ονομάζεται μοναχός —μονάζων— επειδή επικαλείται τον Θεό με αδιάλειπτη προσευχή, για να του καθαρίσει τον νου από την πολλαπλότητα των λογισμών που τον περιπλέκουν, ώστε αυτός ο μονάζων νους, απομονωμένος από τα πάντα, να μπορεί να αφοσιώνεται μόνο στον αληθινό Θεό, να μη δέχεται ποτέ τις υποβολές του κακού, αλλά να διατηρεί πάντοτε την απαιτούμενη καθαρότητα και να παραμένει διαυγής στη στροφή του προς τον Θεό».⁴
1 Les Conférences de Cassien…, δέκατη Συνομιλία, κεφ. VI.
2 Summa theologiae, II–II, ερ. 88, άρθρ. 11, κυρίως απάντηση, προς το τέλος.
3 Απόφθεγμα του αγίου Μακαρίου, στον Ευεργετινό, Α΄, σ. 75, στ. 2.
4 Μακάριος, Ομιλία 56: Marriott, Macarii Anecdota, Cambridge 1918, σ. 44.
Και θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραθέματα, που ποικίλλουν στη μορφή, αλλά παραμένουν αναλλοίωτα ως προς το νόημα. «Εσείς», λέει ένας ιδρυτής στη μοναχική του κοινότητα, «εσείς, στους οποίους δεν έχει ανατεθεί ούτε το κήρυγμα του Ευαγγελίου ούτε η μέριμνα των Εκκλησιών, αλλά μόνο η φροντίδα της δικής σας ψυχής».¹ Το πλωτινικό «μόνος πρὸς μόνον»² ασφαλώς δεν αποτελεί την πηγή αυτού του ιδεώδους. Οι πρώτοι χριστιανοί μοναχοί δεν είχαν τίποτε κοινό με τις σχολές της αρχαίας σοφίας, ακόμη κι αν περιστασιακά διεκδικούσαν για τον εαυτό τους αυτόν τον τίτλο των φιλοσόφων, τον οποίο άλλοι επικαλούνταν εναντίον τους.³
Όταν όμως η πλωτινική διατύπωση έγινε γνωστή ανάμεσά τους,⁴ απέκτησε εντελώς φυσικά δικαίωμα παρουσίας, και πολλοί την επαναλαμβάνουν χωρίς πιθανότατα να γνωρίζουν την προέλευσή της. Ο Διονύσιος θα μπορέσει να γράψει ταυτόχρονα σύμφωνα με το πνεύμα του δασκάλου του Πρόκλου και των Πατέρων της ερήμου, μολονότι με ένα ύφος του οποίου τη μεγαλοστομία εκείνοι ελάχιστα θα εκτιμούσαν:⁵
«Ανάμεσα σε όλους τους μυημένους, την υψηλότερη βαθμίδα κατέχει η ευλογημένη τάξη των μοναχών, η οποία, έχοντας επιδοθεί με ανδρεία στην ολοκληρωτική κάθαρσή της και στην επιτέλεση των πράξεών της με τέλεια αγιότητα, γίνεται δεκτή, κατά τις δυνάμεις της, στη μετοχή και στη θεωρία των ιερών πραγμάτων… Γι’ αυτό οι ευσεβείς δάσκαλοί μας, αποδίδοντας σε αυτούς τους ανθρώπους ιερές ονομασίες, τους αποκάλεσαν άλλοτε θεραπευτές, εξαιτίας της ειλικρινούς λατρείας με την οποία προσκυνούν τη θεότητα, και άλλοτε μοναχούς, εξαιτίας αυτής της αδιαίρετης ζωής της ενότητας, με την οποία, επαναφέροντας τον νου τους από τη διάσπαση στα πολλά, τον κατευθύνουν ορμητικά προς τη θεία ενότητα και προς την τελειότητα της ιερής αγάπης».
Ο ψευδο-Διονύσιος θα μπορούσε να είχε αναφέρει και μια άλλη ονομασία που δόθηκε στους μοναχούς πριν από το έτος 500 και επαναλήφθηκε συχνά κατόπιν: «μονότροπος». Και αυτή υπήρχε στην κλασική γραμματεία, ήδη στον Ευριπίδη και κυρίως στον Πλούταρχο, όπου δήλωνε την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου που είχε την τάση να απομονώνεται ή να ξεχωρίζει από τους άλλους. Οι συγγραφείς μας την άντλησαν από τον Ψαλμό 67:7, σύμφωνα με τους Εβδομήκοντα: «Ο Θεός εγκαθιστά σε ένα σπίτι εκείνους που έχουν το ίδιο πνεύμα…». Ο Ευσέβιος⁶ μάς πληροφορεί ότι ο Σύμμαχος είχε αποδώσει την εβραϊκή λέξη με το «μοναχοί», ενώ άλλοι με διαφορετικό τρόπο· το νόημα όμως παραμένει πάντοτε το ίδιο και αναφέρεται στην τάξη των μοναχών, την πρώτη ανάμεσα σε εκείνους που προοδεύουν εν Χριστώ, οι οποίοι είναι μονότροποι και όχι πολύτροποι, επειδή δεν ακολουθούν άλλοτε έναν τρόπο ζωής και άλλοτε άλλον, αλλά πραγματώνουν έναν και μόνο, εκείνον που οδηγεί στην κορυφή της αρετής.
1 Τυπικόν της μονής του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού τοῦ Φοβεροῦ, αρ. 7. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Noctes Petropolitanae, Αγία Πετρούπολη 1914, σ. 16, στ. 7 κ.ε.
2 Πλωτίνος, Εννεάδες VI, 9, 11.
3 Πρβλ. G. Bardy, «Philosophies et philosophe dans le vocabulaire chrétien des premiers siècles», RAM 25, 1949, σ. 97–108.
4 Πρβλ. Peterson, «Herkunft und Bedeutung der μ. π. μ.-Formel bei Plotin», Philologus, τόμ. LXXXVIII, τεύχ. I, σ. 30–41.
5 Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας VI, 3. Μετάφραση Darboy, σ. 135 κ.ε.· μετάφραση Gandillac, σ. 307 κ.ε.
6 PG 23, 689 B.
Πάντοτε η ιδέα της μοναδικότητας, με μια διευκρίνιση που δεν περιέχεται στον όρο «μοναχός»: η μοναδικότητα της κατεύθυνσης, της διαγωγής, της σκέψης. Πρόκειται, συνολικά, για ένα λιγότερο συνηθισμένο και επομένως λιγότερο φθαρμένο συνώνυμο του «μοναχού», που δηλώνει, όπως λέει η δεύτερη επιστολή του Μακαρίου, «τη μονότροπη ορθότητα της εν Χριστώ ζωής»,¹ ή, κατά τον άγιο Νείλο, «τη μονοτροπία που χαρίζει την απάθεια».² Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, ανακαλώντας τον Ψαλμό 67:7, που μιλά για την εγκατάσταση των μονοτρόπων σε ένα σπίτι, εφαρμόζει τη λέξη στους κελλιώτες, δηλαδή στους μοναχούς που έχουν προοδεύσει αρκετά, ώστε ο άγιος Σάββας να τους μεταφέρει από το κοινόβιο των δοκίμων σε ένα κελί της λαύρας.³ Από νωρίς, ωστόσο, η λέξη γίνεται απλώς ένα κάπως επιτηδευμένο συνώνυμο του «μοναχός»·⁴ ο Ιγνάτιος και ο Κάλλιστος Ξανθόπουλος, στον τίτλο των Εκατό κεφαλαίων τους, αποκαλούν τον εαυτό τους ελάχιστους ανάμεσα στους μονοτρόπους· και ούτω καθεξής. Στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «μονότροπος» αποκαλείται η φιλοσοφία —εννοείται η αληθινή φιλοσοφία, δηλαδή η μοναχική πνευματικότητα.⁵
1 PG 34, 416 C· πρβλ. 417 B κ.α.
2 Λόγος ασκητικός VI, PG 79, 725 D.
3 Βίος του αγίου Σάββα, Schwartz, σ. 113, στ. 3–20.
4 Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Λόγος 23, Παρίσι 1609, σ. 418 C· Θεόδοτος Καλλιπόλεως, 13ος αιώνας, Viz. Vrem. XIV (1907), σ. 10, στ. 4.
5 Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1368 B.
Καμία αμφιβολία λοιπόν ως προς τον σκοπό: ο μοναχός, από την ίδια την κλήση του, είναι αφιερωμένος αποκλειστικά στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό μέσω της προσευχής, η οποία προϋποθέτει την ολοκληρωτική αποδέσμευση, την τέλεια κάθαρση, την παραίτηση από καθετί που θα μπορούσε να καθυστερήσει την πνευματική του άνοδο. Το ερώτημα που τίθεται γι’ αυτόν είναι επομένως μόνο μέχρι ποιο σημείο η συναναστροφή με τους συνανθρώπους του, οι ασχολίες και οι μέριμνες της κοινής ζωής συγκαταλέγονται σε αυτά τα εμπόδια· ας το πούμε στη δική του γλώσσα: μέχρι ποιο σημείο η μοναξιά, η εξωτερική ησυχία, είναι αναγκαία ή χρήσιμη για την εσωτερική του γαλήνη, για την εσωτερική του ησυχία. Ερώτημα ψυχολογικό, επομένως· ή, για να μιλήσουμε ακριβέστερα, ερώτημα της ιστορίας της ψυχολογίας. Αυτό που πρέπει τώρα να εκθέσουμε είναι οι ιδέες που διατύπωσαν ανά τους αιώνες οι χριστιανοί ασκητές σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της «φυγής από τους ανθρώπους».
Οι διαφορετικές απαντήσεις που δόθηκαν ανά τους αιώνες σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσουν την εξέλιξη του ησυχασμού.
ΕΠΑΙΝΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου