Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

ENRICO BERTI Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1

 ENRICO BERTI

Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1


Περίληψη

Το άρθρο ξεκινά με μια επισκόπηση της χρήσης της αναλογίας από τον Αριστοτέλη στα συγγράμματά του περί φυσικής, ηθικής, βιολογίας και ποιητικής. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η αναλογία δηλώνει την ταυτότητα των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων που διαφέρουν μεταξύ τους, όπως σε μια μαθηματική αναλογία. Η «αναλογία κατ’ αναλογίαν» έχει οριζόντια δομή, στην οποία δεν υπάρχει ιεραρχία ή προτεραιότητα, ούτε οντολογική ούτε λογική, ανάμεσα στους διαφορετικούς όρους.

Στη συνέχεια δείχνεται ότι η «σχετική συνωνυμία» ή «η συνωνυμία σε σχέση προς ένα», την οποία οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί ονόμασαν «αναλογία κατ’ απόδοσιν», είναι εντελώς διαφορετική από την αναλογία, καθώς εφαρμόζεται σε διαφορετικά είδη πραγμάτων τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι το καθένα περιέχει μια αναφορά ή σχέση — αλλά πάντοτε διαφορετική — προς το ίδιο πράγμα· για παράδειγμα, προς την ουσία, προς την οποία όλες οι άλλες κατηγορίες αναφέρονται ή σχετίζονται με διαφορετικούς τρόπους. Η δομή αυτή είναι κάθετη, αφού υπάρχει πάντοτε κάτι ανώτερο (η ουσία), το οποίο έχει και οντολογική και λογική προτεραιότητα, και κάτι κατώτερο (οι άλλες κατηγορίες).

Ο Αριστοτέλης μιλά μερικές φορές για την αναλογία ως έναν ιδιαίτερο τύπο ομοιότητας· για παράδειγμα, όταν συγκρίνει τα ζώα που δεν περπατούν με τα φυτά· και καθώς τα ζώα είναι ανώτερα από τα φυτά, η κάθετη διάσταση της ομοιότητας συνδυάζεται με την οριζόντια διάσταση της αναλογίας κατ’ αναλογίαν. Το άρθρο καταλήγει επισημαίνοντας έναν ορισμένο τύπο αναλογίας κατ’ αναλογίαν ανάμεσα στον ανθρώπινο νου, ο οποίος απολαμβάνει την ευδαιμονία κατά διαστήματα, και στον πρώτο ακίνητο κινητήρα, ο οποίος την απολαμβάνει πάντοτε.

Aristotelica 1 (2022), pp. 5-27

1. Σημασία της αναλογίας


Έχω ασχοληθεί συχνά με την αναλογία στον Αριστοτέλη, γι’ αυτό είναι αναπόφευκτο, πραγματευόμενος το θέμα ακόμη μία φορά, να επαναλάβω μερικά από τα πράγματα που έχω ήδη πει ή γράψει. Για αυτό ζητώ συγγνώμη και δεσμεύομαι να πω και κάτι καινούργιο, αν όχι ως πληροφορία, τουλάχιστον ως γενική αξιολόγηση του προς εξέταση θέματος.¹
Θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω πριν απ’ όλα τη σημασία που ο Αριστοτέλης αποδίδει στον όρο «ἀναλογία», ακόμη κι αν πρόκειται για πράγμα πλέον πολύ γνωστό. Όπως προκύπτει από το Index Aristotelicus του Hermann Bonitz, ο Αριστοτέλης κάνει πολύ συχνή χρήση των όρων ἀναλογία και ἀνάλογον, αποδίδοντάς τους πάντοτε την ίδια σημασία, δηλαδή εκείνη της «αναλογίας» με τη μαθηματική έννοια, ήτοι της «ισότητας λόγων» (ἰσότης λόγων) μεταξύ διαφορετικών όρων. Ο όρος απαντά με την ίδια σημασία ήδη στον Πλάτωνα², και είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ήταν κοινός στη χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής, ιδίως στο λεξιλόγιο των μαθηματικών.
Παραθέτω μόνο μερικά από τα χωρία στα οποία ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αναλογία· αυτά ανήκουν σε διαφορετικά συμφραζόμενα, λογικού, φυσικού, βιολογικού, ηθικού και ακόμη και ποιητικού χαρακτήρα, για να δείξω τη σταθερότητα της παραπάνω σημασίας και για να αντλήσουμε από τα παραδείγματα με τα οποία ο Αριστοτέλης την εικονογραφεί την ύψιστη δυνατή σαφήνεια ως προς αυτήν.
Μπορούμε να θεωρήσουμε λογικού χαρακτήρα (ή διαλεκτικού με την αρχαία έννοια του όρου) το χωρίο από το βιβλίο V (Δ) της Μεταφυσικής αφιερωμένο στους διάφορους σημασιακούς τρόπους του «ἑνὸς», όπου ο Αριστοτέλης γράφει:
«Μερικά πράγματα είναι ένα (ἕν) κατ’ ἀριθμόν, άλλα κατ’ εἶδος, άλλα κατὰ γένος, άλλα κατ’ ἀναλογίαν· κατ’ ἀριθμόν εκείνα των οποίων η ὕλη είναι μία, κατ’ εἶδος εκείνα των οποίων ένας είναι ὁ λόγος, κατὰ γένος εκείνα των οποίων το σχήμα τῆς κατηγορίας είναι το ίδιο, κατ’ ἀναλογίαν εκείνα που έχουν μεταξύ τους τη σχέση που έχει κάτι άλλο προς κάτι άλλο (ὡς ἄλλο πρὸς ἄλλο).»³
Η αναλογία λοιπόν παρουσιάζεται εδώ ως ένας τύπος ενότητας, εκείνης που λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε περισσότερα πράγματα τα οποία βρίσκονται το ένα σε σχέση προς το άλλο, σχηματίζοντας ζεύγη στα οποία ισχύει πάντοτε ο ίδιος λόγος, ακριβώς όπως στη μαθηματική αναλογία: a:b = c:d. Ο Αριστοτέλης προσθέτει ακόμη ότι δεν ανήκουν όλα τα πράγματα που συγκροτούν μια ενότητα αναλογίας στο ίδιο γένος· γι’ αυτό η ενότητα της αναλογίας εμφανίζεται ως ο ευρύτερος απ’ όλους τύπος ενότητας, ικανός να περιλάβει ακόμη και πράγματα που ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους.
Στο πεδίο της φυσικής ο Αριστοτέλης αναφέρει την αναλογία για να εξηγήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ταχύτητες με τις οποίες ένα σώμα διασχίζει δύο διαφορετικά μέσα, τον αέρα και το νερό. Αυτή η σχέση — λέγει — είναι η ίδια που ισχύει ανάμεσα στην πυκνότητα (ή τη διάλυση, το αντίθετο της πυκνότητας) των δύο μέσων, ώστε «ο ίδιος λόγος (τὸν αὐτὸν λόγον) που υπάρχει ανάμεσα στον αέρα και στο νερό, υφίσταται και ανάμεσα στη μία και στην άλλη ταχύτητα», και αυτή η σχέση ονομάζεται «αναλογία». Ας υποθέσουμε, εξηγεί ο Αριστοτέλης, ότι η διάλυση του αέρα είναι διπλάσια από εκείνη του νερού· τότε ο χρόνος που χρειάζεται ένα σώμα για να διασχίσει το νερό θα είναι διπλάσιος από τον χρόνο που χρειάζεται για να διασχίσει τον αέρα, και έτσι η ταχύτητα με την οποία διασχίζει τον αέρα θα είναι διπλάσια από εκείνη με την οποία διασχίζει το νερό. Ο λόγος ανάμεσα στις δύο διαλύσεις, δηλαδή το διπλάσιο, είναι ο ίδιος που υφίσταται ανάμεσα στις δύο ταχύτητες. Εδώ έχει ενδιαφέρον η ρητή υπογράμμιση του Αριστοτέλη σχετικά με την ταυτότητα του λόγου που παρεμβαίνει ανάμεσα στους διάφορους όρους· αυτή, λοιπόν, αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναλογίας.
Στην ηθική ο Αριστοτέλης προσφεύγει στην αναλογία για να εξηγήσει τη διανεμητική δικαιοσύνη. Όλοι συμφωνούν — λέγει — ότι στις διανομές (των βραβείων, των τιμών ή των εξουσιών) το δίκαιο πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την αξία, δηλαδή με το αξίωμα, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν όλοι για το τι είναι αξία. Γι’ αυτό το δίκαιο είναι κάτι ανάλογο (ἀνάλογόν τι), διότι το ανάλογο δεν αποτελεί ιδιότητα μόνο του αριθμού που αποτελείται από μονάδες (μοναδικοῦ), αλλά αποτελεί ιδιότητα του αριθμού γενικά, αφού η αναλογία είναι «ισότητα λόγων» (ἰσότης λόγων) και υπάρχει κατ’ ἐλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων.
Ο «αριθμός που αποτελείται από μονάδες» είναι προφανώς ο αριθμητικός αριθμός, ενώ ο αριθμός γενικά είναι καθετί που είναι μετρήσιμο ή δεκτικό να σχετισθεί προς κάτι άλλο σύμφωνα με έναν ορισμένο λόγο. Η αναλογία, επομένως, ισχύει για καθετί που βρίσκεται σε σχέση προς κάτι άλλο σύμφωνα με κάποιον λόγο, και συνίσταται ακριβώς στην ταυτότητα των λόγων που υπάρχουν ανάμεσα σε ζεύγη διαφορετικών όρων· δηλαδή κατ’ ελάχιστον ανάμεσα σε δύο ζεύγη, τα οποία δίνουν τέσσερις όρους.
Ο Αριστοτέλης στη συνέχεια διακρίνει ανάμεσα σε ασυνεχή αναλογία, όπως εκείνη που μόλις αναφέρθηκε, και σε συνεχή αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο δεύτερος όρος του πρώτου ζεύγους συμπίπτει με τον πρώτο του δευτέρου (a:b = b:c). Και διακρίνει ανάμεσα σε αριθμητική αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο λόγος εν προκειμένω είναι απλώς η διαφορά (a–b = c–d), και σε γεωμετρική αναλογία, η οποία υπάρχει σε κάθε άλλο είδος λόγου (a:b = c:d). Και εδώ ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει ότι ο λόγος που υπάρχει μέσα στα ζεύγη των όρων πρέπει να είναι ο ίδιος (ὁ λόγος ὁ αὐτός).⁷ Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η αναλογία σημαίνει λοιπόν εκείνο που εμείς ονομάζουμε «προportion».
Το ίδιο ακριβώς νόημα επανέρχεται και στην Ποιητική, όπου ο Αριστοτέλης, προκειμένου να ορίσει τη μεταφορά, υπενθυμίζει τον ορισμό της αναλογίας, η οποία βρίσκεται στη βάση της μεταφοράς, με τον ακόλουθο τρόπο:
«Λέγω το ανάλογο όταν το δεύτερο βρίσκεται στην ίδια σχέση (ὁμοίως ἔχῃ) προς το πρώτο, και το τέταρτο προς το τρίτο».⁸
Ως παραδείγματα πραγμάτων που βρίσκονται στον ίδιο λόγο, παραθέτει το κύπελλο προς τον Διόνυσο και την ασπίδα προς τον Ἄρη, όπου προφανώς ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το αντικείμενο είναι σύμβολο της θεότητας· όπως επίσης και το γήρας που βρίσκεται προς τη ζωή όπως το δειλινό προς την ημέρα,⁹ όπου ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το γήρας και το δειλινό βρίσκονται στο τέλος της αντίστοιχης περιόδου.
Είναι περιττό να παραθέσουμε όλους τους τύπους αναλογίας που περιγράφει ο Αριστοτέλης στα βιολογικά του έργα — των οποίων τον κατάλογο μπορεί κανείς να βρει στο Index του Bonitz — όπως για παράδειγμα ότι η ραχοκοκαλιά βρίσκεται προς το ψάρι όπως το οστό προς τον άνθρωπο, ή ότι το πρόσθιο άκρο βρίσκεται προς τα άλλα θηλαστικά όπως ο βραχίονας προς τον άνθρωπο, ή ότι το νύχι βρίσκεται προς τα πολυδάκτυλα όπως το χέρι προς τον άνθρωπο, ή ότι το έμμηνο υγρό βρίσκεται προς το θηλυκό όπως το σπέρμα προς το αρσενικό. Πράγματι, η αναλογία αποτέλεσε για τον Αριστοτέλη ένα ερευνητικό εργαλείο μεγάλης χρησιμότητας, επειδή του επέτρεψε να εξηγήσει τη διαμόρφωση και τη λειτουργία πολλών μερών των ζώων βάσει της αναλογίας τους με τα μέρη του ανθρώπου. Ο τελευταίος, ο άνθρωπος, όπως είναι γνωστό, αποτελούσε το σημείο εκκίνησης της εξήγησης, καθότι για τον Αριστοτέλη ήταν ο πλέον γνωστός όρος, δηλαδή ο περισσότερο άμεσα παρατηρήσιμος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως φαίνεται, η αναλογία είναι ταυτότητα λόγων που υπάρχουν μέσα σε ζεύγη όρων μεταξύ τους διαφορετικών, των οποίων το πρότυπο είναι η μαθηματική αναλογία. Ανάμεσα στα μεμονωμένα ζεύγη και στους μεμονωμένους όρους δεν υπάρχει καμία ιεραρχία, καμία προτεραιότητα, ούτε λογική ούτε οντολογική· δεν υπάρχει πρώτος όρος ούτε πρώτος λόγος, από τον οποίο να εξαρτώνται οι άλλοι ή προς τον οποίο να ακολουθούν. Με δυο λόγια, η αναλογία, για τον Αριστοτέλη, είναι μια δομή απολύτως οριζόντια. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι, αν πάρουμε τον όρο «αναλογία» με την κατά γράμμα σημασία του, στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει άλλη αναλογία πέρα από εκείνη που αργότερα ονομάστηκε «αναλογία κατὰ proportionalità». Από αυτήν την άποψη, συμμερίζομαι πλήρως τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήγαγαν ο Pierre Aubenque και ο Jean-François Courtine.¹⁰

2. Ἡ πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία

Ο λόγος για την αναλογία στον Αριστοτέλη θα μπορούσε να τελειώσει στο σημείο αυτό, εάν μια επιβλητική φιλοσοφική παράδοση δεν θεωρούσε πάντως αριστοτελικής προελεύσεως και μίαν ἄλλην σημασία της αναλογίας, την αποκαλούμενη «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν» (ή κατὰ κατηγορίαν), δηλαδή έναν τύπο ενότητας που ο Αριστοτέλης θεωρητικοποιεί και καθιστά περίφημο, χωρίς ωστόσο να τον ονομάσει ποτέ με το όνομα της αναλογίας. Είναι, επομένως, αναγκαίο να μνημονεύσουμε και αυτόν τον τύπο ενότητας, αν και είναι σήμερα γνωστός σε όλους και υπήρξε αντικείμενο πλούσιας βιβλιογραφίας.
Δεν θα σταθώ, αντιθέτως, στην απαρχή της ταυτίσεως του νέου τύπου ενότητας θεωρητικοποιημένου από τον Αριστοτέλη — τον οποίο για λόγους ευχέρειας αποκαλώ «σχετική ὁμωνυμία» — με την αναλογία, ταύτιση η οποία πραγματοποιήθηκε δια της ρητής χρήσεως αυτού του όρου, διότι το θέμα είναι κάθε άλλο παρά σαφές και αποτελεί, υποθέτω, το αντικείμενο των εισηγήσεων που θα ακολουθήσουν. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι, σύμφωνα με πρόσφατες γαλλικές μελέτες, αυτή η ταύτιση είχε πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά από τον **Al-Farabi**¹¹, ενώ σύμφωνα με νεότερη μελέτη του πατρός Flannery θα μπορούσε να ανιχνευθεί ήδη στον **Αλέξανδρο τον Αφροδιέα¹². 
Πρέπει να πω ότι η πρώτη πρόταση δεν μου είναι εντελώς προφανής, διότι σχετίζεται με αραβικούς όρους που θα έπρεπε να ισοδυναμούν με το ελληνικό ἀναλογία· και βρίσκω κάπως γενική τη δεύτερη, διότι υποθέτει ότι κατά τον Αλέξανδρο η σχέση ενός πράγματος προς ένα άλλο, που μνημονεύει ο Αριστοτέλης στην εικονογράφηση της ενότητας της αναλογίας (Metaph. Δ 6), αναφέρεται επίσης και στη σχετική ὁμωνυμία.

Ωστόσο, μένει το γεγονός ότι ο Thomas Aquinas δεν διστάζει να ονομάσει αναλογία και τη σχετική ὁμωνυμία, και ο σχολιαστής του, ο Cajetan, διευκρινίζει ότι πρόκειται για την «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν», διαφορετική από την «αναλογία κατὰ proportionalità (λόγον)». Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταύτιση της σχετικής ὁμωνυμίας με την αναλογία συνέβη στην ανάπτυξη της νεοπλατωνικής παραδόσεως, τόσο της ελληνορωμαϊκής όσο και της αραβικής, διότι η σχετική ὁμωνυμία, προσφιλής στους νεοπλατωνικούς εξαιτίας της κατακόρυφης δομής της (την οποία θα δούμε σε λίγο), παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη ως περίπτωση ενότητας μεταξύ πραγμάτων που ανήκουν σε διαφορετικά γένη, όπως ακριβώς και η αναλογία.

Αλλά ας δούμε τι ακριβώς εννόησε ο Αριστοτέλης με την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, και αυτό προκειμένου να διορθώσουμε τις ερμηνείες και τις μεταμορφώσεις στις οποίες υπέστη αυτή η διδασκαλία μέσα στην ιστορία του αριστοτελισμού. Στο περίφημο προοίμιο του βιβλίου IV (Γ) της Μεταφυσικής ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι υπάρχει κάποια επιστήμη του ὄντος καθόσον είναι ὄν, αλλά το ὄν λέγεται με πολλούς τρόπους· και για να μπορέσει να γίνει αντικείμενο επιστήμης πρέπει να κατέχει κάποια ενότητα. Αυτή η ενότητα είναι δυνατή επειδή το ὄν δεν είναι εντελώς ὁμώνυμο (ὁμωνυμία είναι η κοινότητα του ονόματος μεταξύ πραγμάτων με διαφορετικό λόγο), αλλά οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται είναι όλοι πρὸς ἕν, πράγμα επαρκές για να καταστεί δυνατή η επιστήμη του.
Για να εξηγήσει αυτό το είδος ενότητας, που ονομάσαμε ὁμωνυμία σχετική, ο Αριστοτέλης παραθέτει δύο διάσημα παραδείγματα, εκείνο του όρου «ὑγιεινόν» και εκείνο του όρου «ἰατρικόν». Κάτι λέγεται υγιεινό επειδή διαφυλάσσει την υγεία (όπως το κλίμα), ή επειδή την παράγει (το φάρμακο), ή επειδή είναι σημείο της (το χρώμα του προσώπου), ή επειδή είναι το υποδοχείο της (το σώμα)· έτσι όλα αυτά τα υγιεινά πράγματα, μολονότι ανήκουν σε διαφορετικά γένη, περιέχουν καθένα ένα ιδιαίτερο είδος αναφοράς, ή σχέσης, ή λόγου προς ένα και μόνον πράγμα, δηλαδή την υγεία, η οποία αποτελεί την ενότητά τους. Ομοίως, κάτι λέγεται ιατρικό επειδή κατέχει την ιατρική (ο γιατρός), ή επειδή είναι αποτελεσματικό σε σχέση προς αυτήν (η θεραπεία), ή επειδή είναι έργο της (η ίαση)· επομένως όλα αυτά τα πράγματα λέγονται ιατρικά επειδή περιέχουν το καθένα μια ιδιαίτερη αναφορά προς ένα μόνο πράγμα, δηλαδή την ιατρική.¹³ Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε πράγματα διαφορετικού γένους, τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μια αναφορά σε ένα και το αυτό πράγμα, μόλο που αυτή η αναφορά είναι πάντοτε διαφορετική· στην περίπτωση των υγιεινών άλλοτε είναι το διαφυλάττειν, άλλοτε το παράγειν, άλλοτε το αποκαλύπτειν, άλλοτε το δέχεσθαι· στην περίπτωση των ιατρικών, άλλοτε είναι το κατέχειν, άλλοτε το ενεργείν, άλλοτε το προέρχεσθαι.[ΕΔΩ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΘΛΟΣ ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΕΙ ΠΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. "Εν αρχη ήν ο Λόγος καί ο Λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ο Λόγος. Ούτος ήν εν αρχή πρός τόν Θεόν, πάντα δι΄αυτού εγένετο καί χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν" Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΛΟΓΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΣΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ. ΓΡΗΓΟΡΑ ΟΜΩΣ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ, ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΘΟΤΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΕΓΩ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ ΕΩΣ ΤΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.]

Ε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το ὄν:

«Κάποια πράγματα λέγονται όντα επειδή είναι οὐσίαι, άλλα επειδή είναι πάθη της οὐσίας, άλλα επειδή είναι οδός προς την οὐσία, ή φθοραί, ή στερήσεις, ή ποιότητες, ή ποιητικά αίτια, ή γενεσιουργά της οὐσίας, ή των πραγμάτων που σχετίζονται με την οὐσία.»¹⁴

Όπως προκύπτει από τα παραδείγματα των όρων «υγιεινό» και «ιατρικό», τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους κατά τους οποίους λέγεται το ὄν είναι όντα διαφορετικών γενών το ένα από το άλλο, και ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μία αναφορά προς ένα και μόνο ὄν, που είναι η οὐσία. Και εδώ, όχι μόνο τα όντα ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους, αλλά και η αναφορά που καθένα περιέχει προς την οὐσία είναι πάντοτε διαφορετική: άλλοτε είναι το είναι πάθος, άλλοτε το είναι οδός, άλλοτε το είναι φθορά ή στέρηση, άλλοτε το είναι ποιότητα, ή ποίηση, ή γένεση. Όπως γίνεται φανερό, πρόκειται για ενότητα παντελώς διαφορετική από την αναλογία· διότι η αναλογία, όπως είδαμε, είναι ταυτότητα — δηλαδή ενότητα — λόγων μεταξύ διαφορετικών πραγμάτων, ενώ η σχετική ὁμωνυμία είναι διαφορά λόγων και ενότητα, ή ταυτότητα, του όρου προς τον οποίο όλοι οι λόγοι αναφέρονται.
Ενώ στο παρατεθέν χωρίο του βιβλίου Γ τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους του λέγεσθαι το ὄν απαριθμούνται με τρόπο φαινομενικά άτακτο — κάτι που εδώ δεν μας ενδιαφέρει — σε ένα άλλο περίφημο χωρίο, από το βιβλίο V (Δ), ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι λέγονται «ὄντα καθ’ αὑτά», δηλαδή όντα κυρίως και όχι κατ’ ἀτύχημα, «όλα όσα σημαίνουν τα σχήματα των κατηγοριών», δηλαδή όλα τα όντα που περιέχονται στις γνωστές κατηγορίες. Πράγματι διευκρινίζει ότι κάποια κατηγορήματα δηλώνουν «τὸ τί ἦν εἶναι», δηλαδή την ουσία, άλλα το ποιόν, άλλα το ποσόν, άλλα τη σχέση προς κάτι, άλλα το ποιεῖν ή το πάσχειν, άλλα το ποῦ ή το πότε.¹⁵ Εδώ μνημονεύονται οκτώ κατηγορίες· αλλού ο Αριστοτέλης μνημονεύει έξι ή τέσσερις, πράγμα που δείχνει ότι ο αριθμός δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πρόκειται για τα ύψιστα γένη στα οποία υπάγονται όλα τα όντα, στα οποία αντιστοιχούν ισάριθμοι διαφορετικοί τρόποι τοῦ λέγειν τὸ εἶναι.
Επομένως, η πρὸς ἕν ὁμωνυμία που μνημονεύεται στο βιβλίο Γ εφαρμόζεται στο ὄν, επειδή εφαρμόζεται στα ύψιστα γένη του, δηλαδή στις κατηγορίες. Εκείνο που λέγεται ὄν κυρίως είναι πρώτα απ’ όλα η οὐσία, και όλα τα όντα που ανήκουν στις άλλες κατηγορίες (ποιότητα, ποσότητα, σχέση κτλ.) λέγονται επίσης ὄντα κυρίως, επειδή, μολονότι ανήκουν σε γένη διαφορετικά από την οὐσία και διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν όλα μια σχέση — πάντοτε διαφορετική — προς την οὐσία: είναι ποιότητες της οὐσίας, ποσότητες της οὐσίας, σχέσεις της οὐσίας, πράξεις ή παθήσεις της οὐσίας, τόπος ή χρόνος της οὐσίας.
Ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει αυτή τη διδασκαλία στην αρχή του βιβλίου VII (Ζ), παραπέμποντας ρητά στο μόλις μνημονευθέν χωρίο του βιβλίου Δ. Επαναλαμβάνει ότι οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται το ὄν αντιστοιχούν στις κατηγορίες, και τις παραδειγματίζει ως εξής: όταν λέμε τί ἐστίν κάτι, λέμε ότι είναι άνθρωπος ή θεός, δηλαδή οὐσία· όταν λέμε ότι κάτι είναι καλό ή κακό, θερμό ή λευκό, λέμε ποιότητα· όταν λέμε ότι είναι τριπῆχυ, λέμε ποσότητα. Αλλά και όταν δηλώνουμε το βαδίζειν, το καθῆσθαι ή το ὑγιαίνειν, δηλώνουμε όντα που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Και όλα αυτά τα πράγματα — καταλήγει ο Αριστοτέλης — είναι όντα, επειδή υπάρχει κάτι που υπόκειται σε αυτά, το «ὑποκείμενον», και αυτό είναι ένα ἄτομον, δηλαδή η οὐσία.¹⁶
Αλλά στο βιβλίο Ζ ο Αριστοτέλης προχωρεί περαιτέρω: δηλώνει ότι η οὐσία είναι το πρώτο ὄν, διότι λέγεται ὄν «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς αναφορά σε κάτι άλλο, ενώ τα όντα όλων των άλλων κατηγοριών λέγονται όντα με αναφορά προς την οὐσία. Η οὐσία — συνεχίζει — είναι πρώτη τόσο ως προς τον λόγο (δηλαδή τον ορισμό), όσο και ως προς τη γνώση, όσο και ως προς τον χρόνο. Είναι πρώτη ως προς τον λόγο διότι στον ορισμό κάθε άλλου πράγματος περιέχεται η μνεία της οὐσίας· είναι πρώτη ως προς τη γνώση, διότι θεωρούμε ότι γνωρίζουμε κάθε πράγμα όταν γνωρίζουμε ποια είναι η οὐσία στην οποία ανήκει· και είναι πρώτη ως προς τον χρόνο, διότι κανένα άλλο πράγμα δεν είναι χωριστό από την οὐσία, δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την οὐσία, ενώ η οὐσία μπορεί να υπάρξει και χωρίς καθεμιά από τις προσόψεις της.¹⁷ Συνεπώς, οι κατηγορίες δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο: υπάρχει μία που είναι πρώτη σε σχέση με τις άλλες, δηλαδή αποτελεί όρο ή αρχή τους, τόσο από λογική-γνωσιολογική άποψη (ορισμός και γνώση), όσο και από οντολογική (χρόνος, δηλαδή ύπαρξη).
Αυτό έχει αποσαφηνιστεί μια για πάντα από εκείνον που πρώτος έφερε στο προσκήνιο τη διδασκαλία της πρὸς ἕν οἰκειομένης ὁμωνυμίας, αποκαλώντας την dottrina del focal meaning (θεωρία της εστιακής σημασίας), δηλαδή τον G.E.L. Owen. Αυτός παρατήρησε ότι, ενώ στις Κατηγορίες η οὐσία απολαμβάνει μόνο οντολογικής προτεραιότητος έναντι των λοιπών κατηγοριών, στη Μεταφυσική, δηλαδή στη διδασκαλία της σχετικής ὁμωνυμίας, απολαμβάνει προτεραιότητα τόσο οντολογική όσο και λογική.¹⁸ Η τελευταία συνίσταται — καλό είναι να το επαναλαμβάνουμε — στο ότι η μνεία της οὐσίας περιέχεται στον ὁρισμό όλων των άλλων κατηγοριών· για παράδειγμα, το βαδίζειν είναι ὄν, επειδή ορίζεται ως πράξη που πραγματοποιείται από οὐσία, δηλαδή από άνθρωπο.
Η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επομένως, δεν δηλώνει μια σχέση, θα λέγαμε, οριζόντια, αλλά μια σχέση που μπορεί να θεωρηθεί κάθετη· διότι σε αυτήν υπάρχει κάτι που βρίσκεται «πάνω», η οὐσία, και κάτι «κάτω», οι άλλες κατηγορίες.
Όλη αυτή η διδασκαλία συνοψίζεται από τον Αριστοτέλη σε άλλο περίφημο χωρίο του βιβλίου Ζ, όπου, καθώς πρέπει να εφαρμόσει και στο «λέγειν τὸ τί ἦν εἶναι» τον ίδιο κανόνα που έχει ήδη εφαρμόσει στο «λέγειν τὸ ὄν», αρχίζει πρώτα δηλώνοντας τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις και έπειτα υπενθυμίζει ρητά τον κανόνα που εφαρμόστηκε στο «λέγειν τὸ ὄν». Ιδού το προοίμιο:

«Καὶ τὸ τί ἦν εἶναι ὡσαύτως ὑπάρξει πρώτως καὶ ἁπλῶς τῇ οὐσίᾳ, εἶτα δὲ ταῖς ἄλλαις, ὥσπερ καὶ τὸ τί ἐστιν· οὐχὶ γὰρ τί ἐστιν ἁπλῶς, ἀλλὰ τί ἐστι ποιόν ἢ ποσόν.»¹⁹
Αυτό σημαίνει ότι, όταν θέλει κάποιος να ορίσει μια οὐσία, αρκεί να πει την οὐσία της «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς να προσθέσει τίποτα· ενώ όταν θέλει να ορίσει μια ποιότητα ή μια ποσότητα, πρέπει να πει στον ορισμό της ότι είναι ποιότητα ή ποσότητα κάποιας οὐσίας. Είναι σαφές ότι το πρώτο λέγειν, εκτός του ότι είναι απλό, είναι και πρώτο σε σχέση με το δεύτερο· και ότι το δεύτερο, ερχόμενο μετά, είναι πράγματι δεύτερο, δηλαδή εξαρτημένο από το πρώτο ακόμα και ως προς τον ορισμό.


Και ιδού η υπενθύμιση του «λέγειν τὸ ὄν»:

«Ἀνάγκη γὰρ ἢ ὁμωνύμως λέγειν εἶναι ταῦτα, ἢ προστιθέντας καὶ ἀφαιροῦντας, ὥσπερ λέγομεν τὸ μὴ ἐπιστητὸν ἐπιστητόν· οὐ γὰρ ὀρθῶς λέγεται οὔτε ὁμωνύμως οὔτε ὁμοίως, ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ἰατρικόν λέγεται πρὸς τὸ αὐτὸ καὶ ἕν, καίτοι οὐχὶ ταὐτόν, ὅμως οὐδὲ ὁμωνύμως· οὐδὲ γὰρ ὁμωνύμως λέγονται τὸ σῶμα καὶ ἡ ἐπιβολὴ καὶ τὸ ὄργανον, οὔτε ὁμωνύμως οὔτε κατ’ ἕν, ἀλλὰ πρὸς ἕν.»²⁰
Αυτό που αποκλείεται από το «λέγειν τὸ ὄν» είναι η πλήρης ή τυχαία ὁμωνυμία, εκείνη δηλαδή στην οποία δεν υπάρχει καμία ενότητα ανάμεσα στα πράγματα που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως επίσης αποκλείεται και η συνωνυμία, δηλαδή η ταυτότητα όχι μόνο του ονόματος αλλά και του λόγου. Ο Αριστοτέλης εφαρμόζει αντιθέτως στο ὄν την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επαναφέροντας το παράδειγμα του όρου «ἰατρικόν», ο οποίος λέγεται και για το σώμα (του γιατρού ή του ασθενούς), και για την πράξη (θεραπεία ή χειρουργική επέμβαση), και για το εργαλείο (το ιατρικό μαχαίρι ή νυστέρι), δηλαδή για πράγματα εντελώς διαφορετικά κατά γένος, τα οποία όμως ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα έχει μια δική του ιδιαίτερη σχέση, διαφορετική από των άλλων, προς ένα και μόνο πράγμα, δηλαδή προς την ἰατρική.

Η έκφραση «προσθέτοντας ή αφαιρώντας», που εισάγεται για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο λέγονται ὄντα τα πράγματα που ανήκουν σε κατηγορίες διαφορετικές από την οὐσία, σημαίνει ότι, όταν λέμε πως είναι ὄντα, πρέπει είτε να προσθέτουμε τη μνεία της σχέσης προς την οὐσία είτε, εάν πρόκειται για αρνητικές πραγματικότητες όπως στερήσεις ή αρνήσεις — για παράδειγμα το μὴ ἐπιστητόν — να λέμε ότι είναι ὄντα στο μέτρο που αποτελούν ακριβώς στερήσεις ή αρνήσεις κάποιου πράγματος· στο παράδειγμα τοῦ μὴ ἐπιστητοῦ μπορούμε δηλαδή να πούμε πως «είναι ἐπιστητόν» υπό την έννοια του μη-ἐπιστητοῦ. Σε κάθε περίπτωση, στο «λέγειν τὸ ὄν» θεμελιώνεται μια ιεραρχία ανάμεσα σε ένα απλό και πρώτο λέγειν, το οποίο αφορά την οὐσία, και σε ένα επόμενο, πιο σύνθετο και εξαρτημένο λέγειν, το οποίο αφορά τις άλλες κατηγορίες. Στο χωρίο αυτό, λοιπόν, η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, που μνημονεύεται ρητά, παρουσιάζεται ως ιεραρχία, δηλαδή ως σχέση θα λέγαμε κάθετου τύπου. Αυτή συνεπάγεται μια προτεραιότητα όχι μόνο οντολογική, αλλά και λογική — δηλαδή σχετική με τους ορισμούς — της οὐσίας σε σχέση προς τις άλλες κατηγορίες.


Σημειώσεις

1. Berti (1984), (1987) και (2016). Βλ. τώρα επίσης Fazzo (2021). Η παρούσα συμβολή παρουσιάστηκε στην Accademia di San Tommaso d’Aquino της Ρώμης, στην οποία προορίζεται επομένως για δημοσίευση στα Atti. Ευχαριστούμε τους υπευθύνους της Accademia, οι οποίοι επιτρέπουν την παρούσα παράλληλη δημοσίευση.
2.Plat. Tim. 32a–c. Βλ., σχετικώς, Fronterotta (2016).
3.Arist. Metaph. Δ 6.1016b31–35.
4.Arist. Phys. IV 8.215b6–7.           5. Arist. Phys. IV 8.215b29.

6.Arist. Eth. Nic. V 6.1131a29–31.   7.Arist. Eth. Nic. V 6.1131b4.

8.Arist. Poet. 21.1457b16–19.           9.Arist. Poet. 21.1457b16–23.

10.Aubenque (1978) και (1989)· 11.Courtine (2003) και (2005).

12.Vallat (2004), σσ. 355–356· 13.Courtine (2005), σσ. 256–257.

14.Flannery (2019).                      15. Arist. Metaph. Γ 2.1003a34–b5.

16.Arist. Metaph. Γ 2.1003b7–9.      17.Arist. Metaph. Δ 7.1017a23–27.

18.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a10–30.   19.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a30–b2.

20.Owen (1986).

21.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a29–32.    22.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a32–b2.

3. Ἡ ἀναλογία τῶν κατηγοριῶν

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΘΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΙΔΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΤΑΤΟΙ ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ, ΤΟ ΕΓΩ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΣΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΥ. 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

ENRICO BERTI Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 3

Συνέχεια από Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ENRICO BERTI

Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 3



4. Ἀναλογία και ὁμοιότητα

Ένα δεδομένο, επίσης, που μπορεί ακόμη και να οδηγήσει στο να συλλάβουμε την αναλογία ως μια δομή κάθετου τύπου, είναι η συνάρθρωση που κάνει ο Αριστοτέλης σε ορισμένα χωρία ανάμεσα στην αναλογία και στην ὁμοιότητα. Η τελευταία, στην πραγματικότητα, συνεπάγεται κάποια καθετότητα, αφού λαμβάνει χώρα, γενικά, ανάμεσα σε ένα πρότυπο και μια εικόνα, όπου το πρότυπο είναι ανώτερο από την εικόνα και κατά κάποιον τρόπο αποτελεί την αιτία της.

Η εμβληματική περίπτωση της αναλογίας ως ομοιότητας είναι, όπως είναι γνωστό, η σχέση που περιγράφει ο Πλάτων στην Πολιτεία VI 506d–508c, ανάμεσα στην Ἰδέα τοῦ Ἀγαθοῦ και στον Ἥλιο. Στον διάλογο αυτόν, όπως είναι γνωστό, ο Πλάτων όχι μόνο εισάγει ρητά τον όρο «ἀναλογία» με τη σημασία της «αναλογικότητας/προαναλογίας» (proportionalité), αποδίδοντας στο Ἀγαθό και στον Ἥλιο τις ίδιες λειτουργίες σε σχέση, αντιστοίχως, με τις Ἰδέες και με τα αισθητά πράγματα, αλλά επίσης θεσπίζει μια ακριβή ιεραρχία, αποκαλώντας τον Ἥλιο «υἱό» (ἔκγονον) τοῦ Ἀγαθοῦ.

Αυτή η ιεραρχία, που είναι επίσης σχέση εξάρτησης, θεμελιώνεται στή σχέση «μιμήσεως» (μίμησις), η οποία για τον Πλάτωνα ισχύει γενικά ανάμεσα στα αισθητά πράγματα και τις Ἰδέες, ώστε τα πράγματα «μιμούνται» τις Ἰδέες και επομένως τους μοιάζουν.

Στην Πολιτεία, λοιπόν, βλέπουμε να συνδέονται μεταξύ τους —δηλαδή να εφαρμόζονται στους ίδιους όρους— δύο είδη σχέσεων: η σχέση αποκλειστικά οριζόντιου τύπου, δηλαδή η αναλογία της αναλογικότητας, και η σχέση καθέτου τύπου, δηλαδή η ομοιότητα.³²

Λοιπόν, υπάρχει ένα χωρίο από τη Φυσική του Αριστοτέλης που δημιούργησε πολλές δυσκολίες στους ερμηνευτές, όπου η αναλογία παρουσιάζεται ως μορφή ομοιότητας. Το χωρίο λέει:

«Μερικές από τις ομωνυμίες είναι πολύ απομακρυσμένες <μεταξύ τους>, άλλες έχουν κάποια ὁμοιότητα, δηλαδή εκείνες που είναι συγγενείς κατά γένος ή κατά ἀναλογία· γι' αυτό δεν φαίνονται να είναι ομωνυμίες».³³

Ο Αριστοτέλης μιλά για τις «ομωνυμίες», δηλαδή για τις περιπτώσεις στις οποίες πράγματα διαφορετικά ως προς τον ορισμό έχουν το ίδιο όνομα. Στο κείμενο ο όρος παίρνει τη σημασία «ομώνυμα πράγματα», από τα οποία μερικά είναι «πολύ απομακρυσμένα», δηλαδή έχουν κοινό μόνο το όνομα: πρόκειται για ό,τι σε άλλα χωρία ονομάζεται «πλήρης ομωνυμία» ή «τυχαία ομωνυμία».

Αντίθετα, άλλα ομώνυμα πράγματα —λέει ο Αριστοτέλης— «έχουν κάποια ομοιότητα», δηλαδή δεν έχουν κοινό μόνο το όνομα, αλλά και κάτι ακόμη. Ερμηνεύω, όπως και πολλοί μεταφραστές και σχολιαστές, τις ομωνυμίες «συγγενείς κατά γένος ή κατά ἀναλογία», τέτοιες ώστε να μη φαίνονται καν γνήσιες ομωνυμίες, ως ειδικές περιπτώσεις των ομωνυμιών κατ’ ομοιότητα· έτσι ώστε η αναλογία, που παραμένει αναλογία αναλογικότητας —δηλαδή ταυτότητα λόγων ανάμεσα σε διαφορετικούς όρους— καταλήγει να είναι ειδική περίπτωση ομοιότητας.

Με αυτό τον τρόπο, ο Αριστοτέλης φαίνεται να παραδέχεται ότι μεταξύ διαφορετικών όρων μπορούν να υπάρχουν ταυτόχρονα μια σχέση αναλογίας, δηλαδή μια οριζόντια σχέση, και μια σχέση ομοιότητας, δηλαδή μια κάθετη σχέση — ακριβώς όπως συμβαίνει ανάμεσα στο Ἀγαθό και στον Ἥλιο στην Πολιτεία του Πλάτωνα.

Ας δούμε όμως ένα άλλο χωρίο, από το Περὶ ζῴων μορίων (De partibus animalium):

«Διότι τα μέρη αυτών <των ζώων> διαφέρουν όχι λόγω ομοιότητας κατ’ αναλογίαν (τῇ ἀνάλογον ὁμοιότητι), όπως συμβαίνει στον άνθρωπο και στο ψάρι ως προς τη σχέση του οστού με τη ράχη, αλλά μάλλον λόγω σωματικών ιδιοτήτων, για παράδειγμα με βάση το μεγάλο–μικρό, το μαλακό–σκληρό, το λείο–τραχύ και παρόμοια, δηλαδή με βάση το περισσότερο και το λιγότερο».³⁴

Εδώ ο Αριστοτέλης μιλά για μια «ομοιότητα κατ’ ἀναλογίαν», δηλαδή φαίνεται να παραδέχεται, όπως και στο προηγούμενο χωρίο, ότι η αναλογία αποτελεί ειδική περίπτωση της ομοιότητας. Πρόκειται σαφώς για αναλογία αναλογικότητας, εκείνη για την οποία το οστό βρίσκεται προς τον άνθρωπο όπως η ράχη προς το ψάρι, άρα για μια καταρχάς οριζόντια σχέση. Ωστόσο, επειδή σε πολλά άλλα σημεία ο Αριστοτέλης θεωρεί τον άνθρωπο ως ανώτερο από όλα τα άλλα ζώα, η ομοιότητα αυτή θα μπορούσε να εμπεριέχει επίσης και μια κάθετη διάσταση.

Σε κάθε περίπτωση, είναι αξιοσημείωτο ότι η αναλογία ταυτίζεται εδώ με μια περίπτωση ομοιότητας.

Τέλος, υπάρχει ένα χωρίο από το Περὶ ζῴων γενέσεως (De generatione animalium) που λέει:

«Όσο για τα ζώα που δεν περπατούν, όπως εκείνα που έχουν κέλυφος ή εκείνα που ζουν προσκολλημένα, επειδή η φύση τους είναι συγγενής με των φυτών, όπως συμβαίνει στα φυτά, ούτε και σε αυτά υπάρχει θηλυκό και αρσενικό· όμως ονομάζονται έτσι κατ’ ομοιότητα και κατ’ αναλογίαν (καθ’ ὁμοιότητα καὶ κατ’ ἀναλογίαν), διότι πράγματι έχουν κάποια μικρή διαφορά τέτοιου είδους».³⁵

Στο χωρίο αυτό η ομοιότητα και η αναλογία βρίσκονται πλάι-πλάι, υποδηλώνοντας πιθανότατα το ίδιο πράγμα (το καί μπορεί να είναι επεξηγηματικό). Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι τα ζώα που δεν περπατούν —για παράδειγμα εκείνα που ζουν μέσα σε κέλυφος ή εκείνα που είναι προσκολλημένα στους βράχους— μοιάζουν με τα φυτά· δηλαδή δεν έχουν τη διάκριση αρσενικού και θηλυκού, αλλά παρ’ όλα αυτά ονομάζονται έτσι, διότι μεταξύ τους έχουν κάποια μικρή διαφορά ανάλογη προς εκείνη ανάμεσα σε αρσενικό και θηλυκό.

Και εδώ λοιπόν έχουμε μια αναλογία αναλογικότητας ανάμεσα στα ζώα που περπατούν (τα οποία διακρίνονται σε αρσενικά και θηλυκά) και στα ζώα που δεν περπατούν (τα οποία διακρίνονται βάσει κάποιας μικρής διαφοράς παρόμοιας με εκείνες μεταξύ αρσενικού και θηλυκού).

Μεταξύ των δύο τύπων ζώων υπάρχει επίσης ομοιότητα, όπως υπάρχει ανάμεσα στα ζώα που δεν περπατούν και στα φυτά. Εφόσον για τον Αριστοτέλη τα ζώα που περπατούν είναι ανώτερα από εκείνα που δεν περπατούν, και τα ζώα γενικά ανώτερα από τα φυτά, η συγκεκριμένη ομοιότητα υποδηλώνει επίσης και κάθετη διάσταση.

Η αναλογία αναλογικότητας, λοιπόν —οριζόντια διάσταση— ενώνεται και σε αυτό το χωρίο, όπως και στα προηγούμενα, με την ομοιότητα —κάθετη διάσταση.

5. Ἀναλογία και πρώτο ἀκίνητο κινοῦν


Είδαμε ότι, συζητώντας στο βιβλίο Λ το πρόβλημα εάν οι ἀρχές όλων των πραγμάτων είναι ίδιες ή διαφορετικές, ο Αριστοτέλης αναφέρεται δύο φορές στο πρώτο ἀκίνητο κινοῦν· μια πρώτη φορά στο τέλος του κεφαλαίου 4, όπου, μιλώντας για την κινητική αιτία του ανθρώπου, αναφέρει την άμεση αιτία («ένας άνθρωπος γεννά έναν άνθρωπο»), αλλά έπειτα προσθέτει: «επιπλέον, πέρα από αυτές, υπάρχει εκείνο το οποίο, ως πρώτο από όλα τα πράγματα, τα κινεί όλα» (τὸ ὡς πρῶτον πάντων κινοῦν πάντα).³⁶

Μια δεύτερη φορά ο Αριστοτέλης το μνημονεύει στο τέλος του κεφαλαίου 5, όπου, αφού έχει επαναλάβει ότι οι ἀρχές όλων των πραγμάτων είναι οι ίδιες κατ’ ἀναλογίαν και έχει προσθέσει ότι είναι οι ίδιες επίσης επειδή οι ἀρχές των οὐσιῶν είναι ἀρχές όλων των πραγμάτων, δηλώνει: «Επιπλέον, υπάρχει το πρώτο ἐντελεχείᾳ» (ἔτι τὸ πρῶτον ἐντελεχείᾳ).³⁷

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, και στα δύο αυτά χωρία, ο Αριστοτέλης θεωρεί το πρώτο ἀκίνητο κινοῦν ως ἀρχή όλων των πραγμάτων με την έννοια της πρώτης, ή έσχατης, κινητικής αιτίας. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα να μιλήσουμε εδώ ούτε για αναλογία ούτε για ομωνυμία «πρὸς ἕν».

Εδώ, πράγματι, δεν υπάρχει καμία ταυτότητα λόγων, διότι υπάρχει ένας και μόνο λόγος: η εξάρτηση όλων των πραγμάτων από τον πρώτο ἀκίνητο κινοῦν, κάτι που ο Αριστοτέλης εκφράζει και στη συνέχεια του ίδιου βιβλίου με τη διάσημη φράση: «ἀπὸ τέτοιας ἀρχῆς, λοιπόν, ἐξαρτῶνται (ἤρτηται) οὐρανός και φύσις».³⁸

Δεν πρόκειται, όπως είναι γνωστό, για αιτιότητα τού Είναι με την έννοια της δημιουργίας, όπως είχε πιστέψει ένας εξέχων ερμηνευτής όπως ο Tommaso d’Aquino, αλλά για αιτιότητα στην κίνηση, η οποία πάντως είναι απαραίτητη για το Είναι των πραγμάτων, καθώς καθορίζει τη γένεση των φθαρτών οὐσιῶν και την κίνηση των ἀφθάρτων.

Και πρόκειται, επιπλέον, για καθολική αιτιότητα, διότι πράγματι καταλαμβάνει όλα τα πράγματα (πάντα), τόσο στον οὐρανό όσο και στη γη.

Δεν είναι όμως λόγος ούτε να μιλήσουμε για ομωνυμία σχετική προς ένα, όπως πράγματι έκαναν μερικοί εξέχοντες ερμηνευτές (J. Owens, M. Frede),³⁹ και όπως έκανα και εγώ ο ίδιος στα πρώτα μου γραπτά,⁴⁰ διότι η ομωνυμία σχετική προς ένα, όπως είδαμε, συνεπάγεται προτεραιότητα όχι μόνο οντολογική αλλά και λογική· δηλαδή αναφορά στο ένα, το οποίο θα έπρεπε να περιέχεται στον ορισμό των πολλών· πράγμα που, στην περίπτωση που εξετάζουμε, θα σήμαινε ότι το πρώτο ἀκίνητο κινοῦν βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στον ορισμό καθεμιάς από τις οὐσίες, τόσο των φθαρτών όσο και των ἀφθάρτων — κάτι που για τον Αριστοτέλη δεν θα είχε κανένα νόημα.

Η εξάρτηση όλων των πραγμάτων από τον πρώτο ἀκίνητο κινοῦν αποτελεί, συνεπώς, έναν τρίτο λόγο ενότητας του Είναι, δίπλα στην αναλογία και την ομωνυμία σχετική προς ένα, αλλά διακεκριμένο από αυτές.

Επιπλέον, πρέπει να θυμίσουμε ότι το πρώτο ἀκίνητο κινοῦν, για τον Αριστοτέλη, δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία όλων των πραγμάτων· διότι πέρα από αυτόν, την έσχατη κινητική αιτία, τα πράγματα έχουν μορφή —δηλαδή αιτία τυπική—, έχουν ύλη —δηλαδή αιτία ὑλική—, και συχνά έχουν επίσης και τέλος, το οποίο συμπίπτει με την πλήρη πραγματοποίηση της μορφής· συνεπώς έχουν και άλλες αιτίες εκτός από τον πρώτο ἀκίνητο κινοῦν. Ω

Μπορεί κανείς, ωστόσο, να πει ότι ακόμη και στον Αριστοτέλη υπάρχει μια κάποια αναλογία ανάμεσα στο πρώτο ἀκίνητο κινοῦν, εννοημένο ως θεό, και τον άνθρωπο, λόγω της κοινής κατοχής του νοῦ. Ο Αριστοτέλης δεν μιλά ρητά εδώ για αναλογία, ωστόσο θεσπίζει ανάμεσα στον θεϊκό νοῦ και τον ανθρώπινο νοῦ μια σχέση που είναι ακριβώς αναλογική — με την έννοια, και πάλι, της αναλογίας αναλογικότητας.

Πράγματι, στο ίδιο βιβλίο Λ της Μεταφυσικής, λέγει:

«Ἐὰν λοιπόν κατά τον τρόπον αυτόν, κατά τον οποίο εμείς <βρισκόμαστε καλά> κάποτε, ο θεός βρίσκεται καλά πάντοτε, <αυτό> είναι θαυμαστό· εάν δε <βρίσκεται καλά> ακόμη περισσότερο, <αυτό> είναι ακόμη πιο θαυμαστό».⁴¹

Στο χωρίο αυτό δηλώνεται μια ακριβής αναλογία: όπως εμείς είμαστε κατά καιρούς, έτσι ο θεός είναι πάντοτε. Η ταυτότητα λόγου που καθιδρύεται ανάμεσα σε διαφορετικούς όρους —δηλαδή ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο από τη μια, και ανάμεσα στο «πάντοτε» και στο «κάποτε» από την άλλη— είναι η κατάσταση ευδαιμονίας εκείνου που ασκεί νοητική ενέργεια· διότι αυτή η πράξη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, καθιστά ευδαίμονα.

Προφανώς, ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει επίσης και μια κάθετη σχέση, διότι ο θεός είναι ανώτερος από τον άνθρωπο· και ο άνθρωπος, όπως και ο οὐρανός και όλη η φύση, εξαρτάται από εκείνον τον θεό που είναι το πρώτο ἀκίνητο κινοῦν.

Αλλά η αναλογία για την οποία γίνεται λόγος εδώ είναι αναλογία αναλογικότητας.

Ο ίδιος λόγος βρίσκεται και στο επόμενο χωρίο, δηλαδή:


«Όπως λοιπόν ο ανθρώπινος νοῦς —ή τουλάχιστον ο νοῦς που ανήκει στα σύνθετα— βρίσκεται μέσα σε έναν ορισμένο χρόνο (δεν έχει πράγματι το αγαθό του σε αυτό ή εκείνο το συγκεκριμένο πράγμα, αλλά έχει το άριστο σε ένα κάποιο όλο), έτσι και η ίδια η νόηση τοῦ ἑαυτοῦ της υπάρχει για όλη την αιωνιότητα».⁴²

Και εδώ υπάρχει η αναλογία ανάμεσα, από τη μία, στον ανθρώπινο νοῦ και στον «ορισμένο χρόνο» και, από την άλλη, στον θεϊκό νοῦ και στην «όλη αιωνιότητα». Ο ίδιος λόγος που συνδέει τα δύο ζεύγη των όρων συνίσταται, για μία ακόμη φορά, στην πράξη της νόησης, στην οποία, κατά τον Αριστοτέλη, έγκειται η ευδαιμονία.[ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΔΕΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΥΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ Ή ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ, ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ]


Σημειώσεις

32 Πρβλ. Berti–Seminara (2005).
33 Phys. VII 4, 249a23–25.
34 Part. an. I 4, 644a11–15.
35 Gen. an. I 1, 715b16–21.
36 Metaph. Λ 4, 1070b34–35.
37 Metaph. Λ 5, 1071a35–36.
38 Metaph. Λ 7, 1072b14.
39 Owens (1978)· Frede (1987).
40 Berti (1965).
41 Metaph. Λ 7, 1072a24–25.
42 Metaph. Λ 9, 1075a8–10.

Βιβλιογραφία

Aubenque, P. (1978) ‘Les origines de la doctrine de l’analogie de l’être’, Les Études philosophiques, 1978 (1), σ. 3–12.
Aubenque, P. (1989) ‘Sur la naissance de la doctrine pseudo-aristotélicienne de l’analogie de l’être’, Les Études philosophiques, 1989 (3–4), σ. 291–304.

E. Berti (1965) L’unità del sapere in Aristotele. Padova: Cedam.
E. Berti (1979) ‘Le problème de la substantialité de l’être et de l’un dans la Métaphysique d’Aristote’, in P. Aubenque (ed.), Études sur la Métaphysique d’Aristote. Actes du VIe Symposium Aristotelicum. Paris: Vrin, σ. 89–129.
— (ανατ. in E. Berti, Studi aristotelici. Brescia: Morcelliana, 2012).

E. Berti (1984) ‘L’analogia dell’essere nella tradizione aristotelico-tomistica’, in Melchiorre, V. (ed.), Metafore dell’invisibile. Brescia: Morcelliana, σ. 13–33.

E. Berti (1987) ‘L’analogia in Aristotele: interpretazioni recenti e possibili sviluppi’, in Casetta, G. (ed.), Origini e sviluppi dell’analogia: da Parmenide a S. Tommaso. Roma: Edizioni Vallombrosa, σ. 94–115.
— (ανατ. in E. Berti, Nuovi studi aristotelici, vol. 2. Brescia: Morcelliana, 2005).

E. Berti (2016) ‘Aristotele: analogia dell’essere o dei princìpi?’, Archivio di filosofia, 84 (3), σ. 65–73.

E. Berti – Seminara, L. (2005) ‘Plato, Resp. 506D8–508C2. The Analogy of the Good and the Source of Different Kinds of Analogy’, in Barbaric, D. (ed.), Plato über das Gute und die Gerechtigkeit. Würzburg: Königshausen & Neumann, σ. 129–36.

J.-F. Courtine (2003) Les catégories de l’être. Études de philosophie ancienne et médiévale. Paris: PUF.
J.-F. Courtine (2005) Inventio analogiae. Métaphysique et onto-théologie. Paris: Vrin.

S. Fazzo (2021) ‘Per analogia, o solo per analogia? Intorno al fondamento della teoria aristotelica delle cause (Met. Lambda 4–5)’, Analogia, 1, σ. 117–150.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

ENRICO BERTI Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 2

Συνέχεια από: Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

ENRICO BERTI
Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 2


3 Η αναλογία των κατηγοριών

Επανερχόμενοι στην αναλογία, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης δέχεται μια αναλογία νοούμενη ως αναλογία καθ’ ομοιότητα αναλογίας (proportio), δηλαδή διαφορετική από τη σχετική συνωνυμία για την οποία μιλήσαμε μόλις προηγουμένως, ακόμη και μεταξύ των κατηγοριών, οι οποίες αποτελούν την εσωτερική διαίρεση του Είναι. Συνεπώς, κατά κάποιον τρόπο, ο Αριστοτέλης δέχεται μια αναλογία, αλλά αναλογικότητας, ακόμη και μέσα στο Είναι. Αυτό προκύπτει από δύο αποσπάσματα της Μεταφυσικής, πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται με την αναλογία στον Αριστοτέλη, αλλά όχι πάντοτε ληφθέντα επαρκώς υπόψη από όσους ασχολήθηκαν με την αναλογία γενικότερα. Εφόσον έχω ασχοληθεί πρόσφατα με αυτό το θέμα, επιτρέπω στον εαυτό μου να αναπαραγάγει εν μέρει όσα έχω ήδη γράψει παλαιότερα.21

Το πρώτο απόσπασμα είναι Μεταφυσικά Η 2, 1043a2-7:

«Αποδεικνύεται λοιπόν από αυτούς τους λόγους ότι, εάν η ουσία (οὐσία) είναι η αιτία του Είναι κάθε πράγματος, πρέπει μέσα σε αυτές τις <διαφορές> να αναζητηθεί τι είναι εκείνο που αποτελεί την αιτία του Είναι καθεμιάς από αυτές. Καμία από αυτές τις <διαφορές>, λοιπόν, δεν είναι ουσία, ούτε καν αν συνδυαστεί <με την ύλη>, ωστόσο <αποτελούν> το ανάλογο (τὸ ἀνάλογον) σε κάθε πράγμα. Και όπως στις ουσίες το κατηγορούμενο της ύλης είναι η ίδια η ενέργεια, έτσι και στους άλλους ορισμούς <είναι εκείνο που είναι ενέργεια> περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.»

Ο Αριστοτέλης μιλά εδώ για τις κατηγορίες και προτάσσει ότι σε κάθε πράγμα η αιτία του Είναι είναι η ουσία, η οποία δηλώνεται εδώ με τον όρο οὐσία, δηλαδή η μορφή, «αιτία του Είναι» με την έννοια της τυπικής αιτίας. Στις ουσίες, που αποτελούν την πρώτη από τις κατηγορίες, υπάρχει μια αυθεντική ουσία, η οποία, στις αισθητές ουσίες, είναι η μορφή, και αυτή είναι μορφή κάποιας ύλης.

Αντίθετα, στις άλλες κατηγορίες —δηλαδή στις ποσότητες, ποιότητες, σχέσεις κτλ.— τον ρόλο της αιτίας του Είναι, δηλαδή της τυπικής αιτίας, τον επιτελούν οι «διαφορές». Αυτές μόλις έχουν αναφερθεί και είναι το «πλέον και έλαττον», το «πυκνό και αραιό», το «ευθύ και καμπύλο». Καμία από αυτές τις διαφορές —λέει ο Αριστοτέλης— δεν είναι ουσία με την αυθεντική σημασία, δηλαδή μορφή, ούτε καν όταν ενώνεται με την ύλη· ωστόσο είναι το ανάλογο της ουσίας, επειδή επιτελούν την ίδια λειτουργία με την ουσία, δηλαδή αποτελούν αιτία του Είναι, συνεπώς τυπική αιτία.

Έχουμε, λοιπόν, μια γνήσια αναλογία αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στην τελευταία φράση του αποσπάσματος: στις ουσίες «η ίδια η ενέργεια», δηλαδή η μορφή, βρίσκεται απέναντι στην ύλη της ουσίας, όπως στις άλλες κατηγορίες εκείνο που είναι «περισσότερο απ’ όλα ενέργεια», δηλαδή οι διαφορές, βρίσκεται απέναντι στην ύλη των άλλων κατηγοριών. Με άλλα λόγια, σε κάθε κατηγορία υπάρχει η ίδια σχέση μεταξύ αυτού που επιτελεί τον ρόλο της μορφής και αυτού που επιτελεί τον ρόλο της ύλης.

Ωστόσο, είναι γνωστό —εφόσον ο Αριστοτέλης το έχει δηλώσει στα προηγούμενα βιβλία— ότι ανάμεσα στις άλλες κατηγορίες και την ουσία υπάρχει μια σχετική συνωνυμία, δηλαδή «σχέση προς ένα», η οποία από μόνη της είναι, όπως είδαμε, μια σχέση κάθετου τύπου. Σε αυτή την περίπτωση, επομένως, η αναλογία της αναλογικότητας, η οποία καθαυτή είναι μια σχέση οριζόντιου τύπου, συνενώνεται με μια σχέση κάθετου τύπου, όπως είναι η σχετική συνωνυμία, ή αλλιώς η «σχέση προς ένα». Οι δύο σχέσεις, για τον Αριστοτέλη, δεν ταυτίζονται, δηλαδή δεν αποτελούν δύο είδη αναλογίας, όπως θα γίνουν στη Σχολαστική —δηλαδή η αναλογία της αναλογικότητας και η αναλογία της αναφοράς— ωστόσο συνυπάρχουν αμφότερες μέσα στις κατηγορίες. Εφόσον οι κατηγορίες είναι, για τον Αριστοτέλη, τα διάφορα νοήματα του Είναι, μπορούμε σε αυτή την περίπτωση να μιλήσουμε επίσης για αναλογία του Είναι, η οποία όμως δεν πρέπει να νοηθεί με την έννοια της μεσαιωνικής analogia entis, που ήταν αναλογία ανάμεσα στα κτίσματα και τον Θεό. Εδώ, στην αναλογία των κατηγοριών, ο Θεός δεν εμπλέκεται με κανέναν τρόπο.

Η ίδια διδασκαλία επιβεβαιώνεται στο Μεταφυσικά Ν 6, 1093b17-21, ένα απόσπασμα ακόμη λιγότερο αναφερόμενο από το προηγούμενο, επειδή ανήκει στα δύο βιβλία του έργου που στο λατινικό Μεσαίωνα δεν σχολιάζονταν καν.

«Όλα τα πράγματα είναι μεταξύ τους συγγενή (οἰκεῖα) και αποτελούν ενότητα χάρη στην αναλογία (ἓν δὲ τῷ ἀνάλογον)· σε κάθε κατηγορία του όντος υπάρχει πράγματι το ανάλογο: όπως το ευθύ <βρίσκεται> στη γραμμή, έτσι <βρίσκεται> το επίπεδο στην επιφάνεια, και ομοίως το περιττό στον αριθμό και το λευκό στο χρώμα.»

Εδώ βρίσκουμε τα παραδείγματα που έλειπαν στο προηγούμενο απόσπασμα: το ευθύ, το επίπεδο, το περιττό, το λευκό. Αυτές (και άλλες ακόμη, που αναφέρονται στο βιβλίο Η) είναι οι «διαφορές», οι οποίες στις κατηγορίες διαφορετικές από την ουσία επιτελούν την ίδια λειτουργία που επιτελεί η μορφή στην ουσία. Παράγεται έτσι εκείνη η ενότητα μέσω αναλογίας, την οποία αλλού ο Αριστοτέλης περιέγραψε ακριβώς με την έκφραση «όπως ένα πράγμα βρίσκεται απέναντι σε ένα άλλο, έτσι ένα τρίτο βρίσκεται απέναντι σε ένα τέταρτο», δηλαδή η ισότητα σχέσεων, η αναλογία.

Η αναλογία κάνει ώστε όλα τα πράγματα να είναι συγγενή μεταξύ τους, δηλαδή να προσδίδεται ενότητα σε όλη την πραγματικότητα, στο Είναι· όμως πρόκειται για μια ενότητα οριζόντιου τύπου, ακόμη και αν οι κατηγορίες βρίσκονται μεταξύ τους σε μια σχέση κάθετου τύπου, δηλαδή «σχέση προς ένα». Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, η αναλογία της αναλογικότητας, οριζόντια, και η «σχέση προς ένα», κάθετη, συμπορεύονται, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται.

Πάντοτε σχετικά με τις κατηγορίες, ο Αριστοτέλης επισημαίνει για ακόμη μία φορά την αναλογία —που είναι προφανώς αναλογία της αναλογικότητας— στο βιβλίο XII (Λ) της Μεταφυσικής, όπου μιλά για τις αρχές όλων των πραγμάτων. Στο ήδη αναφερθέν γραπτό μου παρουσίασα αυτή τη διαπραγμάτευση ως αφορώσα την αναλογία των αρχών, πράγμα ακριβές, διότι εδώ ο Αριστοτέλης εφαρμόζει την αναλογία ακριβώς στις αρχές, αλλά το πρόβλημα από το οποίο ξεκινά και σε αυτή την πραγματεία είναι εάν οι αρχές όλων των πραγμάτων είναι ταυτόσημες ή διαφορετικές, λόγω του ότι τα πράγματα κατανέμονται σε κατηγορίες διαφορετικές, δηλαδή στις κατηγορίες του Είναι. Συνεπώς, η αναλογία που θα παραδεχθεί και εδώ ο Αριστοτέλης είναι πάντοτε μια αναλογία μεταξύ των κατηγοριών και, με έναν συγκεκριμένο τρόπο, μια αναλογία του Είναι.

Στο κεφάλαιο 4 του βιβλίου Λ ο Αριστοτέλης αρχίζει διατυπώνοντας ευθύς εξαρχής τη θέση του:

«Οι αιτίες και οι αρχές, από μία άποψη, είναι διαφορετικές για τα διάφορα πράγματα· από μια άλλη άποψη όμως, δηλαδή εφόσον κανείς τις δηλώσει καθολικά και κατά αναλογία (καθόλου … καὶ κατ’ ἀναλογίαν), είναι οι ίδιες για όλα.»22

Έπειτα, ο Αριστοτέλης εξηγεί τον λόγο για τον οποίο οι αρχές —εδώ εξομοιωμένες με τα στοιχεία, διότι, όπως θα δούμε αμέσως, πρόκειται για τη μορφή και την ύλη, που είναι επίσης στοιχεία— είναι διαφορετικές για τα διάφορα πράγματα, και υποδεικνύει ως αιτία τη διαίρεση του Είναι στις κατηγορίες. Πώς θα μπορούσαν να είναι οι ίδιες οι αρχές των ουσιών και των σχετικών όντων; Το ίδιο ισχύει για καθεμιά από τις κατηγορίες.

Και να η επίσημη διατύπωση, έμβλημα της αριστοτελικής σύλληψης του Είναι και των κατηγοριών του:
«Πέρα από τις ουσίες και τις άλλες κατηγορίες δεν υπάρχει τίποτε κοινό, ενώ το στοιχείο είναι προγενέστερο από εκείνο του οποίου αποτελεί στοιχείο. Μα στην πραγματικότητα ούτε η ουσία είναι στοιχείο των σχετικών προς κάτι, ούτε κάποιο από αυτά είναι στοιχείο της ουσίας.»23

Όσα λέγονται εδώ για τα στοιχεία ισχύουν, προφανώς, και για εκείνες τις αρχές που είναι στοιχεία, δηλαδή τις αρχές, ας πούμε, εσωτερικές στα πράγματα των οποίων είναι αρχές: την ύλη, τη μορφή και τη στέρηση. Αυτού του τύπου ήταν οι αρχές όλων των πραγμάτων που δέχονταν ο Πλάτων και τα μέλη της Ακαδημίας σύγχρονα προς τον Αριστοτέλη, δηλαδή ο Σπεύσιππος και ο Ξενοκράτης. Στην πρώτη από αυτές τις αρχές, δηλαδή στο Ένα, αναφέρεται αμέσως ο Αριστοτέλης, δηλώνοντας ότι αυτό δεν μπορεί να είναι στοιχείο τόσο των ουσιών όσο και των σχετικών, διότι, για να είναι τέτοιο, θα έπρεπε να είναι και ουσία και σχετικό, πράγμα αδύνατον.24 Εδώ ο Αριστοτέλης αναφέρει, ως ταυτόσημο με το Ένα, το Ον, το οποίο, κατά τη γνώμη του, για τον Πλάτωνα (τον Πλάτωνα των «ἀγράφων δογμάτων») ταυτιζόταν με το Ένα. Συνεπώς, όσα λέγονται για το Ένα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ισχύουν επίσης για το Ον, το οποίο δεν μπορεί να είναι στοιχείο, άρα ούτε και αρχή.25 Με λίγα λόγια, αυτό που εμποδίζει την παραδοχή ταυτόσημων αρχών για όλα τα πράγματα είναι η διδασκαλία των κατηγοριών.

Και τώρα εισάγεται η αναλογία. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι για τα αισθητά σώματα στοιχεία είναι, ως μορφή, το θερμό και, ως στέρηση, το ψυχρό, καθώς και μία ύλη που είναι δυνάμει και τα δύο. Από αυτά τα στοιχεία γεννιούνται τα διάφορα σώματα —για παράδειγμα, η σάρκα και το κόκαλο— τα οποία είναι στοιχεία των ζώων· και έπειτα γεννώνται τα ζώα, αλλά η σάρκα και το κόκαλο κάθε ζώου είναι υλικά διαφορετικά από εκείνα των άλλων, και το ίδιο ισχύει για το θερμό και το ψυχρό. Επομένως, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι τα στοιχεία είναι τα ίδια για όλα τα πράγματα κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο είναι τα ίδια κατ’ αναλογία. Ο Αριστοτέλης μάλιστα εκφράζεται ως εξής:
Από αυτά τα πράγματα οι αρχές και τα στοιχεία είναι τα ίδια (ενώ για διαφορετικά πράγματα είναι διαφορετικά), όμως δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι τα ίδια με αυτόν τον τρόπο για όλα τα πράγματα, αλλά κατ’ αναλογία (τῷ ἀνάλογον), όπως όταν κάποιος λέει ότι οι αρχές είναι τρεις, η μορφή, η στέρηση και η ύλη, αλλά καθεμιά από αυτές είναι διαφορετική για κάθε γένος πραγμάτων· για παράδειγμα, για το χρώμα είναι το λευκό, το μαύρο και η επιφάνεια, ή πάλι το φως, το σκοτάδι και ο αέρας, από τα οποία αποτελούνται η ημέρα και η νύχτα.26
Η αναλογία που μνημονεύεται εδώ συνίσταται στο γεγονός ότι κάθε πράγμα έχει μια ύλη, μια μορφή και μια στέρηση. Πρόκειται, ασφαλώς, για διαφορετικές ύλες, διαφορετικές μορφές και διαφορετικές στερήσεις για τα διάφορα πράγματα. Τα παραδείγματα —που πλέον δεν αφορούν κατηγορίες, αλλά όντα ανήκοντα σε διαφορετικές κατηγορίες— το δείχνουν καθαρά: το χρώμα, που ανήκει στην κατηγορία της ποιότητας, έχει ως ύλη την επιφάνεια, ως μορφή το λευκό και ως στέρηση το μαύρο· η ημέρα και η νύχτα, που ανήκουν στην κατηγορία του «πότε», έχουν ως ύλη τον αέρα και ως μορφή και στέρηση αντιστοίχως το φως και το σκοτάδι.
Αλλά σε κάθε ον αυτές οι αρχές επιτελούν πάντοτε την ίδια λειτουργία —της ύλης, της μορφής και της στέρησης— οπότε μπορεί κανείς να πει ότι, κατ’ αναλογία, είναι οι ίδιες. Η αναλογία εδώ συνίσταται στην ταυτότητα των σχέσεων: η επιφάνεια βρίσκεται προς το χρώμα όπως ο αέρας προς την ημέρα, δηλαδή αποτελούν την ύλη τους· ή το λευκό βρίσκεται προς το χρώμα όπως το φως προς την ημέρα, δηλαδή αποτελούν τη μορφή τους· τέλος, το μαύρο βρίσκεται προς το χρώμα όπως το σκοτάδι προς την ημέρα, δηλαδή αποτελούν τη στέρησή τους. Πρόκειται, επομένως, για αναλογία αναλογικότητας, εφαρμοσμένη στις κατηγορίες και σε όντα που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.

Στη συνέχεια του κεφαλαίου ο Αριστοτέλης μνημονεύει επίσης την αναγκαιότητα, ως αρχή, μιας κινητήριας αιτίας και κάνει υπαινιγμό σε έναν πρώτο κινούντα που κινεί όλα τα πράγματα —στον οποίο θα επανέλθουμε. Στο κεφάλαιο 5 του ίδιου βιβλίου Λ, ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει ανάμεσα στις αρχές που είναι οι ίδιες κατ’ αναλογία τη δύναμη και την ενέργεια, οι οποίες ταυτίζονται με την ύλη και τη μορφή· συνεπώς ανήκουν στις αρχές που έχουν ήδη αναφερθεί.27
Και για αυτές τις αρχές υπογραμμίζει τη διαφορότητα στα διάφορα πράγματα, φέρνοντας ως παράδειγμα τον άνθρωπο, του οποίου δηλώνει ως ύλη τα στοιχεία που συγκροτούν το σώμα του —δηλαδή τη φωτιά και τη γη— ως μορφή την ψυχή, δηλαδή τον νου και την επιθυμία, και ως πλησιέστερη κινητήρια αιτία τον πατέρα και ως απώτερη τον Ήλιο και τον «λοξό κύκλο».28
Όσον αφορά τις κινητήριες αιτίες, ο Αριστοτέλης αποκλείει έπειτα ότι θα μπορούσαν να είναι τα χωριστά καθόλου, δηλαδή οι Ιδέες που δέχονταν οι Πλατωνικοί, διότι κατά τη γνώμη του αυτά δεν υπάρχουν. Στο σημείο αυτό φέρνει το γνωστό παράδειγμα: αιτία του Αχιλλέα δεν είναι ο άνθρωπος καθόλου, δηλαδή η Ιδέα του ανθρώπου, αλλά ο Πηλέας, ο πατέρας του· και προσθέτει «και δικός σου ο πατέρας σου», αποκαλύπτοντας πως απευθύνεται σε ακροατήριο παρόν σωματικώς.29

Επιπλέον, ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η θέση σύμφωνα με την οποία οι αρχές όλων των πραγμάτων είναι διαφορετικές για καθεμία, αλλά ταυτόσημες κατ’ αναλογία, ισχύει όχι μόνο για τις κατηγορίες εκτός της ουσίας, αλλά και για τις ίδιες τις ουσίες· μάλιστα ακόμη και για ουσίες του ίδιου γένους ή ακόμη της ίδιας species, όπως είναι, για παράδειγμα, τα ανθρώπινα άτομα. Δηλώνει:
Η δική σου ύλη, η δική σου μορφή και η δική σου κινητήρια αιτία, και η δική μου, είναι διαφορετικές, ενώ ως καθολικός ορισμός είναι ίδιες.**30
Κάθε ανθρώπινο άτομο, πράγματι, έχει ένα σώμα υλικά διαφορετικό από εκείνο των άλλων, μια ψυχή αριθμητικά, δηλαδή ατομικά, διαφορετική από την ψυχή των άλλων ανθρώπων και έναν διαφορετικό πατέρα. Ωστόσο, το ανθρώπινο σώμα, ως ορισμός, δηλαδή ως είδος, είναι το ίδιο σε όλα τα άτομα (πράγμα που καθιστά δυνατή την ανθρώπινη ανατομία), και η ανθρώπινη ψυχή, πάλι ως ορισμός, είναι εξίσου η ίδια, δηλαδή είναι πάντοτε μια λογική ψυχή, όπως και ο πατέρας του καθενός είναι πάντοτε ένας πατέρας.

Σημαντικό, τέλος, είναι το συμπέρασμα του κεφαλαίου 5, όπου ο Αριστοτέλης υπενθυμίζει ότι οι αρχές των διαφόρων πραγμάτων είναι ίδιες κατ’ αναλογία, επειδή είναι πάντοτε ύλη, μορφή, στέρηση και κινητήρια αιτία, αλλά προσθέτει ότι είναι ίδιες επίσης με την έννοια ότι οι αιτίες των ουσιών είναι αιτία όλων των πραγμάτων· διότι, αν οι ουσίες καταστρέφονταν, θα καταστρέφονταν και όλα τα πράγματα.31

Με αυτά τα λόγια υπενθυμίζεται η οντολογική προτεραιότητα των ουσιών σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες, η οποία αποτελεί έναν επιπλέον λόγο ενότητας του Είναι. Δεν πρόκειται για τη σχετική συνωνυμία προς ένα, διότι η σχετική συνωνυμία, όπως είδαμε, συνεπάγεται επίσης μια λογική προτεραιότητα. Ωστόσο, και πάλι ο Αριστοτέλης συνδυάζει την ενότητα των κατηγοριών που συγκροτείται από την αναλογία με την ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στις κατηγορίες χάρη σε μια προτεραιότητα —την οντολογική προτεραιότητα της ουσίας— δηλαδή συνδυάζει την ενότητα οριζόντιου χαρακτήρα, για να το πούμε έτσι, που συγκροτείται από την αναλογία, με μια ενότητα κάθετου χαρακτήρα, που συγκροτείται από την οντολογική προτεραιότητα της ουσίας σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες.


Σημειώσεις:

21 Berti (2016), σσ. 69–70.
22 Μεταφ. Λ 4, 1070a30–32.
23 Μεταφ. Λ 4, 1070b2–4.
24 Μεταφ. Λ 4, 1070b9–10.
25 Σχετικά με αυτό επιτρέπω στον εαυτό μου να παραπέμψει στο Berti (1979), ένα παλαιό μου άρθρο.
26 Μεταφ. Λ 4, 1070b16–22.
27 Μεταφ. Λ 5, 1071a4–11.
28 Μεταφ. Λ 5, 1071b2–17. Ο «λοξός κύκλος», όπως είναι γνωστό, είναι ο κύκλος της εκλειπτικής, ο οποίος με την κλίση του ως προς τον ισημερινό προκαλεί την εναλλαγή των εποχών και συνεπώς το θερμό και το ψυχρό, που αποτελούν όρους της ζωής πάνω στη Γη.
29 Μεταφ. Λ 5, 1071a18–22.
30 Μεταφ. Λ 5, 1071a28–29.
31 Μεταφ. Λ 5, 1071a30–36.


Συνεχίζεται με 4. Ἀναλογία και ὁμοιότητα

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

ENRICO BERTI Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1

ENRICO BERTI
Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1


Περίληψη

Το άρθρο ξεκινά με μια επισκόπηση της χρήσης της αναλογίας από τον Αριστοτέλη στα συγγράμματά του περί φυσικής, ηθικής, βιολογίας και ποιητικής. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η αναλογία δηλώνει την ταυτότητα των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων που διαφέρουν μεταξύ τους, όπως σε μια μαθηματική αναλογία. Η «αναλογία κατ’ αναλογίαν» έχει οριζόντια δομή, στην οποία δεν υπάρχει ιεραρχία ή προτεραιότητα, ούτε οντολογική ούτε λογική, ανάμεσα στους διαφορετικούς όρους.

Στη συνέχεια δείχνεται ότι η «σχετική συνωνυμία» ή «η συνωνυμία σε σχέση προς ένα», την οποία οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί ονόμασαν «αναλογία κατ’ απόδοσιν», είναι εντελώς διαφορετική από την αναλογία, καθώς εφαρμόζεται σε διαφορετικά είδη πραγμάτων τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι το καθένα περιέχει μια αναφορά ή σχέση — αλλά πάντοτε διαφορετική — προς το ίδιο πράγμα· για παράδειγμα, προς την ουσία, προς την οποία όλες οι άλλες κατηγορίες αναφέρονται ή σχετίζονται με διαφορετικούς τρόπους. Η δομή αυτή είναι κάθετη, αφού υπάρχει πάντοτε κάτι ανώτερο (η ουσία), το οποίο έχει και οντολογική και λογική προτεραιότητα, και κάτι κατώτερο (οι άλλες κατηγορίες).

Ο Αριστοτέλης μιλά μερικές φορές για την αναλογία ως έναν ιδιαίτερο τύπο ομοιότητας· για παράδειγμα, όταν συγκρίνει τα ζώα που δεν περπατούν με τα φυτά· και καθώς τα ζώα είναι ανώτερα από τα φυτά, η κάθετη διάσταση της ομοιότητας συνδυάζεται με την οριζόντια διάσταση της αναλογίας κατ’ αναλογίαν. Το άρθρο καταλήγει επισημαίνοντας έναν ορισμένο τύπο αναλογίας κατ’ αναλογίαν ανάμεσα στον ανθρώπινο νου, ο οποίος απολαμβάνει την ευδαιμονία κατά διαστήματα, και στον πρώτο ακίνητο κινητήρα, ο οποίος την απολαμβάνει πάντοτε.

Aristotelica 1 (2022), pp. 5-27

1. Σημασία της αναλογίας


Έχω ασχοληθεί συχνά με την αναλογία στον Αριστοτέλη, γι’ αυτό είναι αναπόφευκτο, πραγματευόμενος το θέμα ακόμη μία φορά, να επαναλάβω μερικά από τα πράγματα που έχω ήδη πει ή γράψει. Για αυτό ζητώ συγγνώμη και δεσμεύομαι να πω και κάτι καινούργιο, αν όχι ως πληροφορία, τουλάχιστον ως γενική αξιολόγηση του προς εξέταση θέματος.¹
Θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω πριν απ’ όλα τη σημασία που ο Αριστοτέλης αποδίδει στον όρο «ἀναλογία», ακόμη κι αν πρόκειται για πράγμα πλέον πολύ γνωστό. Όπως προκύπτει από το Index Aristotelicus του Hermann Bonitz, ο Αριστοτέλης κάνει πολύ συχνή χρήση των όρων ἀναλογία και ἀνάλογον, αποδίδοντάς τους πάντοτε την ίδια σημασία, δηλαδή εκείνη της «αναλογίας» με τη μαθηματική έννοια, ήτοι της «ισότητας λόγων» (ἰσότης λόγων) μεταξύ διαφορετικών όρων. Ο όρος απαντά με την ίδια σημασία ήδη στον Πλάτωνα², και είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ήταν κοινός στη χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής, ιδίως στο λεξιλόγιο των μαθηματικών.
Παραθέτω μόνο μερικά από τα χωρία στα οποία ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αναλογία· αυτά ανήκουν σε διαφορετικά συμφραζόμενα, λογικού, φυσικού, βιολογικού, ηθικού και ακόμη και ποιητικού χαρακτήρα, για να δείξω τη σταθερότητα της παραπάνω σημασίας και για να αντλήσουμε από τα παραδείγματα με τα οποία ο Αριστοτέλης την εικονογραφεί την ύψιστη δυνατή σαφήνεια ως προς αυτήν.
Μπορούμε να θεωρήσουμε λογικού χαρακτήρα (ή διαλεκτικού με την αρχαία έννοια του όρου) το χωρίο από το βιβλίο V (Δ) της Μεταφυσικής αφιερωμένο στους διάφορους σημασιακούς τρόπους του «ἑνὸς», όπου ο Αριστοτέλης γράφει:
«Μερικά πράγματα είναι ένα (ἕν) κατ’ ἀριθμόν, άλλα κατ’ εἶδος, άλλα κατὰ γένος, άλλα κατ’ ἀναλογίαν· κατ’ ἀριθμόν εκείνα των οποίων η ὕλη είναι μία, κατ’ εἶδος εκείνα των οποίων ένας είναι ὁ λόγος, κατὰ γένος εκείνα των οποίων το σχήμα τῆς κατηγορίας είναι το ίδιο, κατ’ ἀναλογίαν εκείνα που έχουν μεταξύ τους τη σχέση που έχει κάτι άλλο προς κάτι άλλο (ὡς ἄλλο πρὸς ἄλλο).»³
Η αναλογία λοιπόν παρουσιάζεται εδώ ως ένας τύπος ενότητας, εκείνης που λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε περισσότερα πράγματα τα οποία βρίσκονται το ένα σε σχέση προς το άλλο, σχηματίζοντας ζεύγη στα οποία ισχύει πάντοτε ο ίδιος λόγος, ακριβώς όπως στη μαθηματική αναλογία: a:b = c:d. Ο Αριστοτέλης προσθέτει ακόμη ότι δεν ανήκουν όλα τα πράγματα που συγκροτούν μια ενότητα αναλογίας στο ίδιο γένος· γι’ αυτό η ενότητα της αναλογίας εμφανίζεται ως ο ευρύτερος απ’ όλους τύπος ενότητας, ικανός να περιλάβει ακόμη και πράγματα που ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους.
Στο πεδίο της φυσικής ο Αριστοτέλης αναφέρει την αναλογία για να εξηγήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ταχύτητες με τις οποίες ένα σώμα διασχίζει δύο διαφορετικά μέσα, τον αέρα και το νερό. Αυτή η σχέση — λέγει — είναι η ίδια που ισχύει ανάμεσα στην πυκνότητα (ή τη διάλυση, το αντίθετο της πυκνότητας) των δύο μέσων, ώστε «ο ίδιος λόγος (τὸν αὐτὸν λόγον) που υπάρχει ανάμεσα στον αέρα και στο νερό, υφίσταται και ανάμεσα στη μία και στην άλλη ταχύτητα», και αυτή η σχέση ονομάζεται «αναλογία». Ας υποθέσουμε, εξηγεί ο Αριστοτέλης, ότι η διάλυση του αέρα είναι διπλάσια από εκείνη του νερού· τότε ο χρόνος που χρειάζεται ένα σώμα για να διασχίσει το νερό θα είναι διπλάσιος από τον χρόνο που χρειάζεται για να διασχίσει τον αέρα, και έτσι η ταχύτητα με την οποία διασχίζει τον αέρα θα είναι διπλάσια από εκείνη με την οποία διασχίζει το νερό. Ο λόγος ανάμεσα στις δύο διαλύσεις, δηλαδή το διπλάσιο, είναι ο ίδιος που υφίσταται ανάμεσα στις δύο ταχύτητες. Εδώ έχει ενδιαφέρον η ρητή υπογράμμιση του Αριστοτέλη σχετικά με την ταυτότητα του λόγου που παρεμβαίνει ανάμεσα στους διάφορους όρους· αυτή, λοιπόν, αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναλογίας.
Στην ηθική ο Αριστοτέλης προσφεύγει στην αναλογία για να εξηγήσει τη διανεμητική δικαιοσύνη. Όλοι συμφωνούν — λέγει — ότι στις διανομές (των βραβείων, των τιμών ή των εξουσιών) το δίκαιο πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την αξία, δηλαδή με το αξίωμα, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν όλοι για το τι είναι αξία. Γι’ αυτό το δίκαιο είναι κάτι ανάλογο (ἀνάλογόν τι), διότι το ανάλογο δεν αποτελεί ιδιότητα μόνο του αριθμού που αποτελείται από μονάδες (μοναδικοῦ), αλλά αποτελεί ιδιότητα του αριθμού γενικά, αφού η αναλογία είναι «ισότητα λόγων» (ἰσότης λόγων) και υπάρχει κατ’ ἐλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων.
Ο «αριθμός που αποτελείται από μονάδες» είναι προφανώς ο αριθμητικός αριθμός, ενώ ο αριθμός γενικά είναι καθετί που είναι μετρήσιμο ή δεκτικό να σχετισθεί προς κάτι άλλο σύμφωνα με έναν ορισμένο λόγο. Η αναλογία, επομένως, ισχύει για καθετί που βρίσκεται σε σχέση προς κάτι άλλο σύμφωνα με κάποιον λόγο, και συνίσταται ακριβώς στην ταυτότητα των λόγων που υπάρχουν ανάμεσα σε ζεύγη διαφορετικών όρων· δηλαδή κατ’ ελάχιστον ανάμεσα σε δύο ζεύγη, τα οποία δίνουν τέσσερις όρους.
Ο Αριστοτέλης στη συνέχεια διακρίνει ανάμεσα σε ασυνεχή αναλογία, όπως εκείνη που μόλις αναφέρθηκε, και σε συνεχή αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο δεύτερος όρος του πρώτου ζεύγους συμπίπτει με τον πρώτο του δευτέρου (a:b = b:c). Και διακρίνει ανάμεσα σε αριθμητική αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο λόγος εν προκειμένω είναι απλώς η διαφορά (a–b = c–d), και σε γεωμετρική αναλογία, η οποία υπάρχει σε κάθε άλλο είδος λόγου (a:b = c:d). Και εδώ ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει ότι ο λόγος που υπάρχει μέσα στα ζεύγη των όρων πρέπει να είναι ο ίδιος (ὁ λόγος ὁ αὐτός).⁷ Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η αναλογία σημαίνει λοιπόν εκείνο που εμείς ονομάζουμε «προportion».
Το ίδιο ακριβώς νόημα επανέρχεται και στην Ποιητική, όπου ο Αριστοτέλης, προκειμένου να ορίσει τη μεταφορά, υπενθυμίζει τον ορισμό της αναλογίας, η οποία βρίσκεται στη βάση της μεταφοράς, με τον ακόλουθο τρόπο:
«Λέγω το ανάλογο όταν το δεύτερο βρίσκεται στην ίδια σχέση (ὁμοίως ἔχῃ) προς το πρώτο, και το τέταρτο προς το τρίτο».⁸
Ως παραδείγματα πραγμάτων που βρίσκονται στον ίδιο λόγο, παραθέτει το κύπελλο προς τον Διόνυσο και την ασπίδα προς τον Ἄρη, όπου προφανώς ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το αντικείμενο είναι σύμβολο της θεότητας· όπως επίσης και το γήρας που βρίσκεται προς τη ζωή όπως το δειλινό προς την ημέρα,⁹ όπου ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το γήρας και το δειλινό βρίσκονται στο τέλος της αντίστοιχης περιόδου.
Είναι περιττό να παραθέσουμε όλους τους τύπους αναλογίας που περιγράφει ο Αριστοτέλης στα βιολογικά του έργα — των οποίων τον κατάλογο μπορεί κανείς να βρει στο Index του Bonitz — όπως για παράδειγμα ότι η ραχοκοκαλιά βρίσκεται προς το ψάρι όπως το οστό προς τον άνθρωπο, ή ότι το πρόσθιο άκρο βρίσκεται προς τα άλλα θηλαστικά όπως ο βραχίονας προς τον άνθρωπο, ή ότι το νύχι βρίσκεται προς τα πολυδάκτυλα όπως το χέρι προς τον άνθρωπο, ή ότι το έμμηνο υγρό βρίσκεται προς το θηλυκό όπως το σπέρμα προς το αρσενικό. Πράγματι, η αναλογία αποτέλεσε για τον Αριστοτέλη ένα ερευνητικό εργαλείο μεγάλης χρησιμότητας, επειδή του επέτρεψε να εξηγήσει τη διαμόρφωση και τη λειτουργία πολλών μερών των ζώων βάσει της αναλογίας τους με τα μέρη του ανθρώπου. Ο τελευταίος, ο άνθρωπος, όπως είναι γνωστό, αποτελούσε το σημείο εκκίνησης της εξήγησης, καθότι για τον Αριστοτέλη ήταν ο πλέον γνωστός όρος, δηλαδή ο περισσότερο άμεσα παρατηρήσιμος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως φαίνεται, η αναλογία είναι ταυτότητα λόγων που υπάρχουν μέσα σε ζεύγη όρων μεταξύ τους διαφορετικών, των οποίων το πρότυπο είναι η μαθηματική αναλογία. Ανάμεσα στα μεμονωμένα ζεύγη και στους μεμονωμένους όρους δεν υπάρχει καμία ιεραρχία, καμία προτεραιότητα, ούτε λογική ούτε οντολογική· δεν υπάρχει πρώτος όρος ούτε πρώτος λόγος, από τον οποίο να εξαρτώνται οι άλλοι ή προς τον οποίο να ακολουθούν. Με δυο λόγια, η αναλογία, για τον Αριστοτέλη, είναι μια δομή απολύτως οριζόντια. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι, αν πάρουμε τον όρο «αναλογία» με την κατά γράμμα σημασία του, στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει άλλη αναλογία πέρα από εκείνη που αργότερα ονομάστηκε «αναλογία κατὰ proportionalità». Από αυτήν την άποψη, συμμερίζομαι πλήρως τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήγαγαν ο Pierre Aubenque και ο Jean-François Courtine.¹⁰

2. Ἡ πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία

Ο λόγος για την αναλογία στον Αριστοτέλη θα μπορούσε να τελειώσει στο σημείο αυτό, εάν μια επιβλητική φιλοσοφική παράδοση δεν θεωρούσε πάντως αριστοτελικής προελεύσεως και μίαν ἄλλην σημασία της αναλογίας, την αποκαλούμενη «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν» (ή κατὰ κατηγορίαν), δηλαδή έναν τύπο ενότητας που ο Αριστοτέλης θεωρητικοποιεί και καθιστά περίφημο, χωρίς ωστόσο να τον ονομάσει ποτέ με το όνομα της αναλογίας. Είναι, επομένως, αναγκαίο να μνημονεύσουμε και αυτόν τον τύπο ενότητας, αν και είναι σήμερα γνωστός σε όλους και υπήρξε αντικείμενο πλούσιας βιβλιογραφίας.
Δεν θα σταθώ, αντιθέτως, στην απαρχή της ταυτίσεως του νέου τύπου ενότητας θεωρητικοποιημένου από τον Αριστοτέλη — τον οποίο για λόγους ευχέρειας αποκαλώ «σχετική ὁμωνυμία» — με την αναλογία, ταύτιση η οποία πραγματοποιήθηκε δια της ρητής χρήσεως αυτού του όρου, διότι το θέμα είναι κάθε άλλο παρά σαφές και αποτελεί, υποθέτω, το αντικείμενο των εισηγήσεων που θα ακολουθήσουν. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι, σύμφωνα με πρόσφατες γαλλικές μελέτες, αυτή η ταύτιση είχε πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά από τον **Al-Farabi**¹¹, ενώ σύμφωνα με νεότερη μελέτη του πατρός Flannery θα μπορούσε να ανιχνευθεί ήδη στον **Αλέξανδρο τον Αφροδιέα¹².
Πρέπει να πω ότι η πρώτη πρόταση δεν μου είναι εντελώς προφανής, διότι σχετίζεται με αραβικούς όρους που θα έπρεπε να ισοδυναμούν με το ελληνικό ἀναλογία· και βρίσκω κάπως γενική τη δεύτερη, διότι υποθέτει ότι κατά τον Αλέξανδρο η σχέση ενός πράγματος προς ένα άλλο, που μνημονεύει ο Αριστοτέλης στην εικονογράφηση της ενότητας της αναλογίας (Metaph. Δ 6), αναφέρεται επίσης και στη σχετική ὁμωνυμία.

Ωστόσο, μένει το γεγονός ότι ο Thomas Aquinas δεν διστάζει να ονομάσει αναλογία και τη σχετική ὁμωνυμία, και ο σχολιαστής του, ο Cajetan, διευκρινίζει ότι πρόκειται για την «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν», διαφορετική από την «αναλογία κατὰ proportionalità (λόγον)». Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταύτιση της σχετικής ὁμωνυμίας με την αναλογία συνέβη στην ανάπτυξη της νεοπλατωνικής παραδόσεως, τόσο της ελληνορωμαϊκής όσο και της αραβικής, διότι η σχετική ὁμωνυμία, προσφιλής στους νεοπλατωνικούς εξαιτίας της κατακόρυφης δομής της (την οποία θα δούμε σε λίγο), παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη ως περίπτωση ενότητας μεταξύ πραγμάτων που ανήκουν σε διαφορετικά γένη, όπως ακριβώς και η αναλογία.

Αλλά ας δούμε τι ακριβώς εννόησε ο Αριστοτέλης με την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, και αυτό προκειμένου να διορθώσουμε τις ερμηνείες και τις μεταμορφώσεις στις οποίες υπέστη αυτή η διδασκαλία μέσα στην ιστορία του αριστοτελισμού. Στο περίφημο προοίμιο του βιβλίου IV (Γ) της Μεταφυσικής ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι υπάρχει κάποια επιστήμη του ὄντος καθόσον είναι ὄν, αλλά το ὄν λέγεται με πολλούς τρόπους· και για να μπορέσει να γίνει αντικείμενο επιστήμης πρέπει να κατέχει κάποια ενότητα. Αυτή η ενότητα είναι δυνατή επειδή το ὄν δεν είναι εντελώς ὁμώνυμο (ὁμωνυμία είναι η κοινότητα του ονόματος μεταξύ πραγμάτων με διαφορετικό λόγο), αλλά οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται είναι όλοι πρὸς ἕν, πράγμα επαρκές για να καταστεί δυνατή η επιστήμη του.
Για να εξηγήσει αυτό το είδος ενότητας, που ονομάσαμε ὁμωνυμία σχετική, ο Αριστοτέλης παραθέτει δύο διάσημα παραδείγματα, εκείνο του όρου «ὑγιεινόν» και εκείνο του όρου «ἰατρικόν». Κάτι λέγεται υγιεινό επειδή διαφυλάσσει την υγεία (όπως το κλίμα), ή επειδή την παράγει (το φάρμακο), ή επειδή είναι σημείο της (το χρώμα του προσώπου), ή επειδή είναι το υποδοχείο της (το σώμα)· έτσι όλα αυτά τα υγιεινά πράγματα, μολονότι ανήκουν σε διαφορετικά γένη, περιέχουν καθένα ένα ιδιαίτερο είδος αναφοράς, ή σχέσης, ή λόγου προς ένα και μόνον πράγμα, δηλαδή την υγεία, η οποία αποτελεί την ενότητά τους. Ομοίως, κάτι λέγεται ιατρικό επειδή κατέχει την ιατρική (ο γιατρός), ή επειδή είναι αποτελεσματικό σε σχέση προς αυτήν (η θεραπεία), ή επειδή είναι έργο της (η ίαση)· επομένως όλα αυτά τα πράγματα λέγονται ιατρικά επειδή περιέχουν το καθένα μια ιδιαίτερη αναφορά προς ένα μόνο πράγμα, δηλαδή την ιατρική.¹³ Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε πράγματα διαφορετικού γένους, τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μια αναφορά σε ένα και το αυτό πράγμα, μόλο που αυτή η αναφορά είναι πάντοτε διαφορετική· στην περίπτωση των υγιεινών άλλοτε είναι το διαφυλάττειν, άλλοτε το παράγειν, άλλοτε το αποκαλύπτειν, άλλοτε το δέχεσθαι· στην περίπτωση των ιατρικών, άλλοτε είναι το κατέχειν, άλλοτε το ενεργείν, άλλοτε το προέρχεσθαι.[ΕΔΩ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΘΛΟΣ ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΕΙ ΠΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ."Εν αρχη ήν ο Λόγος καί ο Λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ο Λόγος. Ούτος ήν εν αρχή πρός τόν Θεόν, πάντα δι΄αυτού εγένετο καί χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν" Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΛΟΓΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΣΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ. ΓΡΗΓΟΡΑ ΟΜΩΣ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ, ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΘΟΤΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΕΓΩ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ ΕΩΣ ΤΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.]

Ε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το ὄν:

«Κάποια πράγματα λέγονται όντα επειδή είναι οὐσίαι, άλλα επειδή είναι πάθη της οὐσίας, άλλα επειδή είναι οδός προς την οὐσία, ή φθοραί, ή στερήσεις, ή ποιότητες, ή ποιητικά αίτια, ή γενεσιουργά της οὐσίας, ή των πραγμάτων που σχετίζονται με την οὐσία.»¹⁴

Όπως προκύπτει από τα παραδείγματα των όρων «υγιεινό» και «ιατρικό», τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους κατά τους οποίους λέγεται το ὄν είναι όντα διαφορετικών γενών το ένα από το άλλο, και ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μία αναφορά προς ένα και μόνο ὄν, που είναι η οὐσία. Και εδώ, όχι μόνο τα όντα ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους, αλλά και η αναφορά που καθένα περιέχει προς την οὐσία είναι πάντοτε διαφορετική: άλλοτε είναι το είναι πάθος, άλλοτε το είναι οδός, άλλοτε το είναι φθορά ή στέρηση, άλλοτε το είναι ποιότητα, ή ποίηση, ή γένεση. Όπως γίνεται φανερό, πρόκειται για ενότητα παντελώς διαφορετική από την αναλογία· διότι η αναλογία, όπως είδαμε, είναι ταυτότητα — δηλαδή ενότητα — λόγων μεταξύ διαφορετικών πραγμάτων, ενώ η σχετική ὁμωνυμία είναι διαφορά λόγων και ενότητα, ή ταυτότητα, του όρου προς τον οποίο όλοι οι λόγοι αναφέρονται.
Ενώ στο παρατεθέν χωρίο του βιβλίου Γ τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους του λέγεσθαι το ὄν απαριθμούνται με τρόπο φαινομενικά άτακτο — κάτι που εδώ δεν μας ενδιαφέρει — σε ένα άλλο περίφημο χωρίο, από το βιβλίο V (Δ), ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι λέγονται «ὄντα καθ’ αὑτά», δηλαδή όντα κυρίως και όχι κατ’ ἀτύχημα, «όλα όσα σημαίνουν τα σχήματα των κατηγοριών», δηλαδή όλα τα όντα που περιέχονται στις γνωστές κατηγορίες. Πράγματι διευκρινίζει ότι κάποια κατηγορήματα δηλώνουν «τὸ τί ἦν εἶναι», δηλαδή την ουσία, άλλα το ποιόν, άλλα το ποσόν, άλλα τη σχέση προς κάτι, άλλα το ποιεῖν ή το πάσχειν, άλλα το ποῦ ή το πότε.¹⁵ Εδώ μνημονεύονται οκτώ κατηγορίες· αλλού ο Αριστοτέλης μνημονεύει έξι ή τέσσερις, πράγμα που δείχνει ότι ο αριθμός δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πρόκειται για τα ύψιστα γένη στα οποία υπάγονται όλα τα όντα, στα οποία αντιστοιχούν ισάριθμοι διαφορετικοί τρόποι τοῦ λέγειν τὸ εἶναι.
Επομένως, η πρὸς ἕν ὁμωνυμία που μνημονεύεται στο βιβλίο Γ εφαρμόζεται στο ὄν, επειδή εφαρμόζεται στα ύψιστα γένη του, δηλαδή στις κατηγορίες. Εκείνο που λέγεται ὄν κυρίως είναι πρώτα απ’ όλα η οὐσία, και όλα τα όντα που ανήκουν στις άλλες κατηγορίες (ποιότητα, ποσότητα, σχέση κτλ.) λέγονται επίσης ὄντα κυρίως, επειδή, μολονότι ανήκουν σε γένη διαφορετικά από την οὐσία και διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν όλα μια σχέση — πάντοτε διαφορετική — προς την οὐσία: είναι ποιότητες της οὐσίας, ποσότητες της οὐσίας, σχέσεις της οὐσίας, πράξεις ή παθήσεις της οὐσίας, τόπος ή χρόνος της οὐσίας.
Ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει αυτή τη διδασκαλία στην αρχή του βιβλίου VII (Ζ), παραπέμποντας ρητά στο μόλις μνημονευθέν χωρίο του βιβλίου Δ. Επαναλαμβάνει ότι οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται το ὄν αντιστοιχούν στις κατηγορίες, και τις παραδειγματίζει ως εξής: όταν λέμε τί ἐστίν κάτι, λέμε ότι είναι άνθρωπος ή θεός, δηλαδή οὐσία· όταν λέμε ότι κάτι είναι καλό ή κακό, θερμό ή λευκό, λέμε ποιότητα· όταν λέμε ότι είναι τριπῆχυ, λέμε ποσότητα. Αλλά και όταν δηλώνουμε το βαδίζειν, το καθῆσθαι ή το ὑγιαίνειν, δηλώνουμε όντα που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Και όλα αυτά τα πράγματα — καταλήγει ο Αριστοτέλης — είναι όντα, επειδή υπάρχει κάτι που υπόκειται σε αυτά, το «ὑποκείμενον», και αυτό είναι ένα ἄτομον, δηλαδή η οὐσία.¹⁶
Αλλά στο βιβλίο Ζ ο Αριστοτέλης προχωρεί περαιτέρω: δηλώνει ότι η οὐσία είναι το πρώτο ὄν, διότι λέγεται ὄν «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς αναφορά σε κάτι άλλο, ενώ τα όντα όλων των άλλων κατηγοριών λέγονται όντα με αναφορά προς την οὐσία. Η οὐσία — συνεχίζει — είναι πρώτη τόσο ως προς τον λόγο (δηλαδή τον ορισμό), όσο και ως προς τη γνώση, όσο και ως προς τον χρόνο. Είναι πρώτη ως προς τον λόγο διότι στον ορισμό κάθε άλλου πράγματος περιέχεται η μνεία της οὐσίας· είναι πρώτη ως προς τη γνώση, διότι θεωρούμε ότι γνωρίζουμε κάθε πράγμα όταν γνωρίζουμε ποια είναι η οὐσία στην οποία ανήκει· και είναι πρώτη ως προς τον χρόνο, διότι κανένα άλλο πράγμα δεν είναι χωριστό από την οὐσία, δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την οὐσία, ενώ η οὐσία μπορεί να υπάρξει και χωρίς καθεμιά από τις προσόψεις της.¹⁷ Συνεπώς, οι κατηγορίες δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο: υπάρχει μία που είναι πρώτη σε σχέση με τις άλλες, δηλαδή αποτελεί όρο ή αρχή τους, τόσο από λογική-γνωσιολογική άποψη (ορισμός και γνώση), όσο και από οντολογική (χρόνος, δηλαδή ύπαρξη).
Αυτό έχει αποσαφηνιστεί μια για πάντα από εκείνον που πρώτος έφερε στο προσκήνιο τη διδασκαλία της πρὸς ἕν οἰκειομένης ὁμωνυμίας, αποκαλώντας την dottrina del focal meaning (θεωρία της εστιακής σημασίας), δηλαδή τον G.E.L. Owen. Αυτός παρατήρησε ότι, ενώ στις Κατηγορίες η οὐσία απολαμβάνει μόνο οντολογικής προτεραιότητος έναντι των λοιπών κατηγοριών, στη Μεταφυσική, δηλαδή στη διδασκαλία της σχετικής ὁμωνυμίας, απολαμβάνει προτεραιότητα τόσο οντολογική όσο και λογική.¹⁸ Η τελευταία συνίσταται — καλό είναι να το επαναλαμβάνουμε — στο ότι η μνεία της οὐσίας περιέχεται στον ὁρισμό όλων των άλλων κατηγοριών· για παράδειγμα, το βαδίζειν είναι ὄν, επειδή ορίζεται ως πράξη που πραγματοποιείται από οὐσία, δηλαδή από άνθρωπο.
Η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επομένως, δεν δηλώνει μια σχέση, θα λέγαμε, οριζόντια, αλλά μια σχέση που μπορεί να θεωρηθεί κάθετη· διότι σε αυτήν υπάρχει κάτι που βρίσκεται «πάνω», η οὐσία, και κάτι «κάτω», οι άλλες κατηγορίες.
Όλη αυτή η διδασκαλία συνοψίζεται από τον Αριστοτέλη σε άλλο περίφημο χωρίο του βιβλίου Ζ, όπου, καθώς πρέπει να εφαρμόσει και στο «λέγειν τὸ τί ἦν εἶναι» τον ίδιο κανόνα που έχει ήδη εφαρμόσει στο «λέγειν τὸ ὄν», αρχίζει πρώτα δηλώνοντας τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις και έπειτα υπενθυμίζει ρητά τον κανόνα που εφαρμόστηκε στο «λέγειν τὸ ὄν». Ιδού το προοίμιο:

«Καὶ τὸ τί ἦν εἶναι ὡσαύτως ὑπάρξει πρώτως καὶ ἁπλῶς τῇ οὐσίᾳ, εἶτα δὲ ταῖς ἄλλαις, ὥσπερ καὶ τὸ τί ἐστιν· οὐχὶ γὰρ τί ἐστιν ἁπλῶς, ἀλλὰ τί ἐστι ποιόν ἢ ποσόν.»¹⁹
Αυτό σημαίνει ότι, όταν θέλει κάποιος να ορίσει μια οὐσία, αρκεί να πει την οὐσία της «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς να προσθέσει τίποτα· ενώ όταν θέλει να ορίσει μια ποιότητα ή μια ποσότητα, πρέπει να πει στον ορισμό της ότι είναι ποιότητα ή ποσότητα κάποιας οὐσίας. Είναι σαφές ότι το πρώτο λέγειν, εκτός του ότι είναι απλό, είναι και πρώτο σε σχέση με το δεύτερο· και ότι το δεύτερο, ερχόμενο μετά, είναι πράγματι δεύτερο, δηλαδή εξαρτημένο από το πρώτο ακόμα και ως προς τον ορισμό.


Και ιδού η υπενθύμιση του «λέγειν τὸ ὄν»:

«Ἀνάγκη γὰρ ἢ ὁμωνύμως λέγειν εἶναι ταῦτα, ἢ προστιθέντας καὶ ἀφαιροῦντας, ὥσπερ λέγομεν τὸ μὴ ἐπιστητὸν ἐπιστητόν· οὐ γὰρ ὀρθῶς λέγεται οὔτε ὁμωνύμως οὔτε ὁμοίως, ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ἰατρικόν λέγεται πρὸς τὸ αὐτὸ καὶ ἕν, καίτοι οὐχὶ ταὐτόν, ὅμως οὐδὲ ὁμωνύμως· οὐδὲ γὰρ ὁμωνύμως λέγονται τὸ σῶμα καὶ ἡ ἐπιβολὴ καὶ τὸ ὄργανον, οὔτε ὁμωνύμως οὔτε κατ’ ἕν, ἀλλὰ πρὸς ἕν.»²⁰
Αυτό που αποκλείεται από το «λέγειν τὸ ὄν» είναι η πλήρης ή τυχαία ὁμωνυμία, εκείνη δηλαδή στην οποία δεν υπάρχει καμία ενότητα ανάμεσα στα πράγματα που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως επίσης αποκλείεται και η συνωνυμία, δηλαδή η ταυτότητα όχι μόνο του ονόματος αλλά και του λόγου. Ο Αριστοτέλης εφαρμόζει αντιθέτως στο ὄν την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επαναφέροντας το παράδειγμα του όρου «ἰατρικόν», ο οποίος λέγεται και για το σώμα (του γιατρού ή του ασθενούς), και για την πράξη (θεραπεία ή χειρουργική επέμβαση), και για το εργαλείο (το ιατρικό μαχαίρι ή νυστέρι), δηλαδή για πράγματα εντελώς διαφορετικά κατά γένος, τα οποία όμως ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα έχει μια δική του ιδιαίτερη σχέση, διαφορετική από των άλλων, προς ένα και μόνο πράγμα, δηλαδή προς την ἰατρική.

Η έκφραση «προσθέτοντας ή αφαιρώντας», που εισάγεται για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο λέγονται ὄντα τα πράγματα που ανήκουν σε κατηγορίες διαφορετικές από την οὐσία, σημαίνει ότι, όταν λέμε πως είναι ὄντα, πρέπει είτε να προσθέτουμε τη μνεία της σχέσης προς την οὐσία είτε, εάν πρόκειται για αρνητικές πραγματικότητες όπως στερήσεις ή αρνήσεις — για παράδειγμα το μὴ ἐπιστητόν — να λέμε ότι είναι ὄντα στο μέτρο που αποτελούν ακριβώς στερήσεις ή αρνήσεις κάποιου πράγματος· στο παράδειγμα τοῦ μὴ ἐπιστητοῦ μπορούμε δηλαδή να πούμε πως «είναι ἐπιστητόν» υπό την έννοια του μη-ἐπιστητοῦ. Σε κάθε περίπτωση, στο «λέγειν τὸ ὄν» θεμελιώνεται μια ιεραρχία ανάμεσα σε ένα απλό και πρώτο λέγειν, το οποίο αφορά την οὐσία, και σε ένα επόμενο, πιο σύνθετο και εξαρτημένο λέγειν, το οποίο αφορά τις άλλες κατηγορίες. Στο χωρίο αυτό, λοιπόν, η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, που μνημονεύεται ρητά, παρουσιάζεται ως ιεραρχία, δηλαδή ως σχέση θα λέγαμε κάθετου τύπου. Αυτή συνεπάγεται μια προτεραιότητα όχι μόνο οντολογική, αλλά και λογική — δηλαδή σχετική με τους ορισμούς — της οὐσίας σε σχέση προς τις άλλες κατηγορίες.


Σημειώσεις

1. Berti (1984), (1987) και (2016). Βλ. τώρα επίσης Fazzo (2021). Η παρούσα συμβολή παρουσιάστηκε στην Accademia di San Tommaso d’Aquino της Ρώμης, στην οποία προορίζεται επομένως για δημοσίευση στα Atti. Ευχαριστούμε τους υπευθύνους της Accademia, οι οποίοι επιτρέπουν την παρούσα παράλληλη δημοσίευση.
2.Plat. Tim. 32a–c. Βλ., σχετικώς, Fronterotta (2016).
3.Arist. Metaph. Δ 6.1016b31–35.
4.Arist. Phys. IV 8.215b6–7.           5. Arist. Phys. IV 8.215b29.

6.Arist. Eth. Nic. V 6.1131a29–31.   7.Arist. Eth. Nic. V 6.1131b4.

8.Arist. Poet. 21.1457b16–19.           9.Arist. Poet. 21.1457b16–23.

10.Aubenque (1978) και (1989)· 11.Courtine (2003) και (2005).

12.Vallat (2004), σσ. 355–356· 13.Courtine (2005), σσ. 256–257.

14.Flannery (2019).                      15. Arist. Metaph. Γ 2.1003a34–b5.

16.Arist. Metaph. Γ 2.1003b7–9.      17.Arist. Metaph. Δ 7.1017a23–27.

18.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a10–30.   19.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a30–b2.

20.Owen (1986).

21.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a29–32.    22.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a32–b2.

3. Ἡ ἀναλογία τῶν κατηγοριῶν

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΘΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΙΔΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΤΑΤΟΙ ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ, ΤΟ ΕΓΩ,ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΣΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΥ.