Συνέχεια από Τρίτη 16. Ιουνίου 2026
Ο Θεός στην πατερική σκέψη 17
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Οργανικός μονοθεϊσμός (συνέχεια)
…Παράξενο αρκετά, ήταν ο Ιππόλυτος, ο οποίος συμμεριζόταν την αντίληψη του Τερτυλλιανού περί οικονομίας μέσα στο θείο είναι, εκείνος που επίσης κατέστρεψε την εφαρμογή της και κατηγόρησε με σφοδρότητα τον Κάλλιστο για αίρεση.
Το νόημα του Τερτυλλιανού μπορεί να διερευνηθεί περαιτέρω με επιπλέον παραθέματα από την ίδια πραγματεία. Αντιπαραθέτει (Prax. 8) τη δική του διδασκαλία περί θείων εκπορεύσεων, σύμφωνα με το χριστιανικό ευαγγέλιο, προς τις εκπορεύσεις των αιώνων, όπως τις είχε διδάξει ο Βαλεντίνος. Υποδεικνύει τα χαρακτηριστικά που καθιστούν αυτές τις δύο διδασκαλίες αυστηρά μη συγκρίσιμες μεταξύ τους. Αναγνωρίζει ότι θα ονόμαζε τον Θεό και τον Λόγο Του δύο πράγματα, αλλά μόνο όπως η ρίζα και το δέντρο είναι δύο διακριτά πράγματα, ή η πηγή και ο ποταμός, ή ο ήλιος και η ακτίνα του, που παραμένουν αδιαίρετα και συνεκτικά. Καθετί, λέει, που προέρχεται από κάτι άλλο, πρέπει αναγκαστικά, κατά κάποιον τρόπο, να είναι δεύτερο ως προς εκείνο από το οποίο προέρχεται· αυτό δεν σημαίνει ότι τα δύο είναι χωρισμένα, μολονότι η λέξη «δεύτερο» συνεπάγεται δύο πράγματα, όπως η λέξη «τρίτο» συνεπάγεται τρία πράγματα. Το Πνεύμα είναι, πράγματι, τρίτο, όπως ο καρπός του δέντρου είναι τρίτος ως προς τη ρίζα. Η χριστιανική διδασκαλία περί της τριάδας, η οποία κατέρχεται από τον Πατέρα μέσα από συνεκτικά, αλληλοεξαρτώμενα στάδια, δεν παρουσιάζει κανένα εμπόδιο στη μοναρχία και διατηρεί τον χαρακτήρα της οικονομίας.
Και πάλι (ib. 13), ο Τερτυλλιανός ερευνά εξονυχιστικά τις Γραφές, ιδίως εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή είναι ακόμη πιο αποφασιστικές για τον σκοπό του από εκείνες της Καινής, προκειμένου να βρει παραδείγματα απόδοσης θεότητας στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Αλλά προκαλεί τους αντιπάλους του να αποδείξουν, αν μπορούν, ότι αυτό τους υποχρεώνει, με βάση την αυθεντία των ίδιων Γραφών, να κηρύττουν δύο θεούς ή δύο κυρίους. Φωτισμένοι από θεία έμπνευση, παρατηρεί, οι αληθινοί πιστοί διατυπώνουν τον ισχυρισμό ότι δύο όντα είναι Θεός, ο Πατήρ και ο Υιός, και μάλιστα, με την προσθήκη του Αγίου Πνεύματος, τρία όντα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας, η οποία εισάγει αρίθμηση, ώστε να μη πιστευθεί ότι ο ίδιος ο Πατέρας γεννήθηκε και έπαθε —πίστη που δεν αποτελούσε μέρος της αποκάλυψης και δεν ήταν θεμιτή. Αλλά αρνείται με έμφαση ότι ένας αληθινός πιστός είπε ποτέ ότι υπάρχουν δύο θεοί ή δύο κύριοι.
Λίγες γραμμές πιο κάτω εξηγεί τη γραφική απόδοση της θεότητας στον Χριστό με το σκεπτικό ότι, αν η Γραφή είχε σταματήσει τη διατύπωσή της στην απλή δήλωση ότι υπάρχει ένας Θεός και ένας Κύριος, θα ακολουθούσε ότι ο ίδιος ο Πατέρας θα φαινόταν ότι κατέβηκε —εφόσον Αυτός θα ήταν ο μόνος Θεός και Κύριος στον οποίο αναφέρονται οι Γραφές— και ολόκληρη η οικονομία Του θα είχε συσκοτισθεί. Σε αυτή την τελευταία μνεία της οικονομίας, η σύλληψη της λειτουργίας γίνεται πολύ εμφανής. Αυτό όμως δεν πρέπει να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σύγχυση, ώστε να νομίσει ότι η οικονομία στην οποία γίνεται αναφορά είναι εκείνη της Ενανθρώπησης, ακόμη κι αν η «οικονομία» κατέληξε στα ελληνικά να είναι ο κανονικός όρος για την έκφραση της Ενανθρώπησης. Η οικονομία για την οποία μιλά ο Τερτυλλιανός δεν είναι εκείνη του Υιού, είτε στη λύτρωση είτε σε οποιαδήποτε άλλη σχέση. Είναι ρητά «η οικονομία Του», δηλαδή η οικονομία του είναι του Θεού, του οποίου ο Πατέρας είναι η μοναδική πηγή. Η οικονομία του Πατέρα θα είχε συσκοτισθεί αν είχε ποτέ καταστεί νοητή η ιδέα ότι ήταν Εκείνος που έγινε άνθρωπος. Με άλλα λόγια, η θεία οικονομία δεν είναι οικονομία της λύτρωσης, ούτε οικονομία της αποκάλυψης, αλλά οικονομία του θείου είναι.
Ο Τερτυλλιανός ήταν περίπου σύγχρονος του Ιππολύτου, ο οποίος χρησιμοποιεί την ίδια σύλληψη της τριαδολογικής οικονομίας στο έργο του εναντίον του Νοητού. Η πραγματεία παρουσιάζει ασφαλώς μια πιο ανεπτυγμένη μορφή στον Τερτυλλιανό· και προστίθεται βάρος στην υποψία ότι πήρε την ιδέα από τον Ιππόλυτο από το γεγονός ότι η πραγματεία εναντίον του Νοητού χρονολογείται πλέον γενικά δέκα ή και περισσότερα χρόνια πριν από το έργο του Τερτυλλιανού εναντίον του Πραξέα. Ο Ιππόλυτος κατηγορεί τους ακολούθους του Νοητού (c. Noet. 3) ότι, με αναιδή και απερίσκεπτη τόλμη, διακήρυξαν πως ο Πατήρ είναι ο ίδιος ο Υιός, γεννήθηκε, έπαθε και ανέστησε τον εαυτό Του από τους νεκρούς. Δεν είναι έτσι, λέει ο Ιππόλυτος. Οι Γραφές μας λένε την αλήθεια, αλλά ο Νοητός έχει διαφορετική άποψη. Ποιος δεν θα αναγνωρίσει ότι υπάρχει ένας Θεός, απαιτεί να μάθει ο Ιππόλυτος· όμως δεν θα καταλύσει γι’ αυτό την οικονομία.
Και πάλι (ib. 8), υποστηρίζει ότι η ενότητα του Θεού δηλώνεται από το γεγονός ότι η δύναμή Του (δύναμις) είναι μία. Θα θυμηθούμε πώς δείχθηκε σε προηγούμενο στάδιο αυτής της έρευνας ότι η «δύναμη» συνεπάγεται υπερφυσική ισχύ, η οποία τελικά ανήκει στον Θεό, και ότι ο ίδιος ο Θεός θεωρείται Δύναμη. Ως προς τη δύναμη, λοιπόν, συνεχίζει ο Ιππόλυτος, υπάρχει ένας Θεός· ως προς την οικονομία όμως, η φανέρωσή Του είναι τριπλή. Για ακόμη μία φορά (ib. 14) προχωρεί να δηλώσει ότι αυτή η οικονομία μας αναγγέλλεται από τον μακάριο Ιωάννη, όταν λέει: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ιω. 1,1). «Αν λοιπόν ο Λόγος ήταν προς τον Θεό και ήταν Θεός, τι ακολουθεί; Θα ισχυριζόταν κανείς ότι μνημονεύει δύο θεούς; Δεν θα υποστηρίξω δύο θεούς, αλλά έναν, και δύο παρουσιάσεις (πρόσωπα, Πρόσωπα), και μια τρίτη οικονομία, τη χάρη του Αγίου Πνεύματος». Η ιδέα της λειτουργικής δραστηριότητας πιθανότατα δεν απουσιάζει εδώ· αλλά, υπό το φως όσων προηγήθηκαν, η πρωταρχική σημασία της οικονομίας είναι προφανώς εκείνη της συντονισμένης διάκρισης μέσα στο Είναι της Θεότητας.
Επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι ο Πατέρας είναι βέβαια ένας, αλλά υπάρχουν δύο παρουσιάσεις, επειδή υπάρχει και ο Υιός· και έπειτα, προσθέτει, υπάρχει ο τρίτος, το Άγιο Πνεύμα. Η οικονομία της αρμονίας ανάγεται εκ νέου σε έναν Θεό, διότι ο Θεός είναι ένας. Είναι ο Πατέρας που διατάζει, ο Υιός που υπακούει, και το Άγιο Πνεύμα που δίνει κατανόηση· ο Πατέρας που είναι πάνω από όλα, και ο Υιός που είναι διά μέσου όλων, και το Άγιο Πνεύμα που είναι μέσα σε όλα· πρβλ. Εφ. 4,6: «εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν». Αλλά δεν μπορούμε να σκεφθούμε διαφορετικά τον έναν Θεό παρά πιστεύοντας αληθινά στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Οι Ιουδαίοι δόξασαν τον Πατέρα, αλλά δεν Τον ευχαρίστησαν, διότι δεν αναγνώρισαν τον Υιό. Οι μαθητές αναγνώρισαν τον Υιό, αλλά όχι «εν Αγίω Πνεύματι»· αυτό εξηγεί γιατί αρνήθηκαν τον Ιησού. Ο Λόγος του Πατέρα λοιπόν, γνωρίζοντας την οικονομία και το θέλημα του Πατέρα, δηλαδή ότι ο Πατέρας ζητεί να λατρεύεται όχι με άλλον τρόπο παρά με αυτόν, έδωσε αυτή την εντολή στους μαθητές μετά την ανάστασή Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Με αυτό έδειξε ότι όποιος παρέλειπε οποιοδήποτε από αυτά αποτύγχανε να δοξάσει τέλεια τον Θεό. Διότι μέσω αυτής της τριάδας δοξάζεται ο Πατέρας. Ο Πατέρας θέλησε, ο Υιός εκτέλεσε, το Πνεύμα φανέρωσε.
Θα παρατηρηθεί ότι σε αυτά τα τελευταία χωρία —κεφ. 14— η λέξη οικονομία εμφανίζεται τόσο με τη συνήθη σημασία, αναφερόμενη στις εσωτερικές σχέσεις και στη συστηματοποιημένη συνάρθρωση ολόκληρης της Θεότητας, όσο και αναφερόμενη στην ιδιαίτερη σχέση του Αγίου Πνεύματος προς τα υπόλοιπα. Με παρόμοιο τρόπο χρησιμοποιείται (ib. 16) για τη σχέση του Υιού προς τον Πατέρα. Στην πραγματικότητα, παρατηρεί ο Ιππόλυτος, η Δύναμη του Πατέρα, η οποία είναι ο Λόγος, κατέβηκε από τον ουρανό, και όχι ο ίδιος ο Πατέρας. Τι είναι, ρωτά, εκείνο που γεννάται από τον Πατέρα, παρά πνεύμα, δηλαδή ο Λόγος; Εδώ και πάλι θα θυμηθούμε ότι το πνεύμα είναι ημιτεχνικός όρος για το θείο είναι. Προχωρεί έπειτα να αντιμετωπίσει το ερώτημα: πώς γεννάται ο Λόγος; Στη δική σου περίπτωση, παρατηρεί, δεν είσαι σε θέση να εξηγήσεις τη διαδικασία της αιτιότητας μέσω της οποίας γεννήθηκες εσύ ο ίδιος, μολονότι καθημερινά παρατηρείς την ανθρώπινη πλευρά της· «ούτε μπορείς να εξηγήσεις με ακρίβεια την οικονομία στην περίπτωση του θείου Υιού». Αναμφίβολα, η οικονομία εδώ αναφέρεται στην ουράνια γέννηση του Λόγου και όχι στην Ενανθρώπηση. Δεν σου αρκεί, ρωτά λίγο πιο κάτω, ότι ο Υιός του Θεού φανερώθηκε σε σένα για σωτηρία, αν πιστεύεις, αλλά ερευνάς ακόμη με περιέργεια πώς γεννήθηκε κατά πνεύμα; Μόνο σε δύο ανθρώπους, προσθέτει —αναφερόμενος στους συγγραφείς του πρώτου και του τρίτου Ευαγγελίου— ανατέθηκε η αφήγηση της κατά σάρκα γέννησής Του· είσαι λοιπόν τόσο τολμηρός ώστε να ζητείς την αφήγηση της κατά πνεύμα γέννησής Του, την οποία ο Πατέρας κρατεί για τον εαυτό Του; Η οικονομία λοιπόν που μόλις μνημόνευσε ο Ιππόλυτος αναφέρεται σαφώς στη σχέση του Υιού προς τον Πατέρα μέσα στην αιώνια γέννηση του Λόγου εντός της Θεότητας.
Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στην εξήγηση ενός δύσκολου χωρίου στο κεφ. 4, του οποίου η ακριβής ερμηνεία περιπλέκεται από το γεγονός ότι συζητείται η Ενανθρώπηση. Θα φανεί ότι και εδώ η λέξη οικονομία αναφέρεται στην αιώνια σχέση, και όχι στην ειδικά ενσαρκωμένη υιότητα. Ο Ιππόλυτος παραθέτει το Ησ. 45,14: «ἀληθῶς ἐν σοὶ ὁ Θεός ἐστιν». Αλλά σε ποιον είναι ο Θεός, ρωτά, παρά στον Χριστό Ιησού, τον Λόγο του Πατέρα, και στο μυστήριο της οικονομίας; Η Ενανθρώπηση του Χριστού, συνεχίζει, είχε δηλωθεί με μια αναφορά στον προηγούμενο στίχο, με τα λόγια: «ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν ἐν δικαιοσύνῃ» (Ησ. 45,13). «Αλλά λέγοντας ότι “ἐν σοὶ ὁ Θεός ἐστιν”, υπέδειξε το μυστήριο της οικονομίας, δηλαδή ότι, όταν ο Λόγος έγινε σάρκα και ενσαρκώθηκε, ο Πατέρας ήταν στον Υιό και ο Υιός ήταν στον Πατέρα, ενώ ο Υιός ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτό λοιπόν, αδελφοί, δηλώθηκε: ότι αυτός ο Λόγος, διά του Αγίου Πνεύματος και της Παρθένου, διαμόρφωσε έναν Υιό για τον Θεό — μυστήριο, αληθινά, οικονομίας».
Ποιο νόημα, λοιπόν, πρέπει να αποδοθεί σε αυτή την τελευταία φράση, «μυστήριο οικονομίας»; Με την πρώτη ματιά θα μπορούσε να φαίνεται ότι σημαίνει το μυστήριο της Ενανθρώπησης. Αλλά εναντίον αυτής της ερμηνείας στέκεται το γεγονός ότι θα ήταν σχεδόν αφόρητο να χρησιμοποιείται ο ίδιος όρος μέσα σε στενό πλαίσιο, στην ίδια πραγματεία, και χωρίς λέξη διευκρίνισης ή εξήγησης, με δύο τόσο πολύ αποκλίνουσες σημασίες, όπως εκείνη της Τριάδας και εκείνη της Ενανθρώπησης. Η οικονομία σε αυτό το χωρίο πρέπει να σημαίνει ό,τι σημαίνει και στο υπόλοιπο της πραγματείας. Ότι αυτό πράγματι συμβαίνει μπορεί να φανεί με μια παράφραση του συλλογισμού ολόκληρου του χωρίου.
Ο συλλογισμός αυτός δεν έχει ως σκοπό να δείξει ότι πραγματοποιήθηκε μια θεία Ενανθρώπηση —κάτι που παραδεχόταν και ο Νοητός—, αλλά ότι το Πρόσωπο που ενσαρκώθηκε, ενώ είναι διακριτό από τον Θεό Πατέρα, εντούτοις ήταν ένα με τον Θεό. Ο προφήτης Ησαΐας παρατίθεται για να δείξει ότι ο Θεός Πατέρας ανέστησε κάποιον και ήταν μέσα σε κάποιον. Η αναφορά στην ανάσταση, όταν συγκριθεί με το Ρωμ. 8,11, το οποίο ο Ιππόλυτος παραθέτει ολόκληρο —τα λόγια που παραλείπονται από τα αποσπάσματα που δόθηκαν παραπάνω είναι: «εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν» κ.λπ.—, αποδεικνύει ότι το πρόσωπο που δηλώνεται είναι ο θείος Υιός κατά σάρκα· επομένως, σύμφωνα με τον Ιππόλυτο, η ενσαρκωμένη σφαίρα είναι εκείνη που δηλώνεται με τα λόγια του Ησαΐα: «ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν ἐν δικαιοσύνῃ». Αλλά ο Πατέρας μπορεί να λεχθεί ότι κατοικεί στον θείο Λόγο μόνο δυνάμει του μυστηρίου της οικονομίας —«σε ποιον είναι ο Θεός, παρά στον Λόγο του Πατέρα και στο μυστήριο της οικονομίας;»—, δηλαδή του μυστηριωδώς συντονισμένου είναι της Θεότητας ως όλου. Κατά συνέπεια, αφού διευκρινίζει την αναφορά στην ανάσταση και σημειώνει ότι αυτή ανήκει στη σφαίρα της Ενανθρώπησης, ο Ιππόλυτος επαναλαμβάνει ότι τα λόγια «ὁ Θεός ἐστιν ἐν σοὶ» αναφέρονται στο μυστήριο της οικονομίας, με το οποίο εννοεί, όπως και αλλού, την αιώνια σχέση του Πατέρα και του Λόγου.
Ακριβώς αυτό το μυστήριο της θείας πολλαπλότητας ήταν που αρνούνταν ο Νοητός και που ο Ιππόλυτος ενδιαφερόταν να διατηρήσει. Το κύριο σημείο του Ιππολύτου είναι ότι ο Πατέρας ήταν μέσα στον ενσαρκωμένο Υιό απλώς και μόνο επειδή ήταν μέσα στον αιώνιο Υιό. Με πιο σύγχρονη γλώσσα, ο ιστορικός Ιησούς ήταν Υιός του Θεού μόνο επειδή πρέπει να ταυτισθεί με τον ουράνιο Χριστό, και επειδή, επιπλέον, ο ουράνιος Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Επομένως, ακόμη και «ενώ ο Υιός ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους», ο Πατέρας ήταν στον Υιό και ο Υιός στον Πατέρα. Ο λόγος αυτού του γεγονότος είναι ότι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού και ο αιώνιος Υιός του Θεού συνιστούν «έναν Υιό για τον Θεό». Έτσι το μυστήριο της οικονομίας έρχεται σε σχέση με την Ενανθρώπηση. «Αυτός ο Λόγος, διά του Αγίου Πνεύματος και της Παρθένου, διαμόρφωσε έναν Υιό για τον Θεό — μυστήριο, αληθινά, οικονομίας». Αν ο Πατέρας και ο Υιός είναι διακριτοί, μολονότι αμοιβαία ενυπάρχοντες, κατά την περίοδο της Ενανθρώπησης, το ίδιο ισχύει γι’ αυτούς και στο απόλυτο· και ισχύει στην Ενανθρώπηση μόνο επειδή ισχύει στο απόλυτο. Τα γεγονότα της Ενανθρώπησης εικονίζουν την αιώνια σχέση της Θεότητας.
Πρέπει επομένως να συναχθεί ότι ο Τερτυλλιανός και ο Ιππόλυτος προέβαλαν μια διατύπωση των αιώνιων σχέσεων της θείας τριάδας η οποία είναι, προφανώς, μοναδική στην πατερική θεολογία. Κανένας άλλος Πατέρας δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί την «οικονομία» σε αυτή τη συνάφεια, και η ακριβής σχέση ανάμεσα στις θεολογικές ιδέες αυτών των δύο στοχαστών θα άξιζε λεπτομερή διερεύνηση. Η σύλληψή τους περί οικονομίας θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί εξαιρετικά γόνιμη, αν είχε παραληφθεί και αναπτυχθεί στη μεταγενέστερη θεολογική σκέψη. Παρέχει μια εντυπωσιακή απεικόνιση της σημασίας της φιλοσοφικής σκέψης του Τερτυλλιανού και είναι στην πραγματικότητα πολύ σημαντικότερη από τη χρήση των όρων «πρόσωπο» και «ουσία», τους οποίους χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο με τις συνήθεις σημασίες των σύγχρονων προς αυτόν Ελλήνων συγγραφέων παρά με τις εξαιρετικά εξειδικευμένες σημασίες είτε της μεταγενέστερης θεολογίας είτε των σύγχρονων ερμηνευτών του. Αλλά αυτή η σύλληψη προφανώς αγνοήθηκε και λησμονήθηκε· δεν επανεμφανίστηκε ποτέ σε ολόκληρη την πορεία της μεταγενέστερης θεολογικής εξέλιξης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Ο Λόγος