
ΡΩΜΑΙΟΙ Ἤ ΡΩΜΗΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 1
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΑ 1
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΤΡΙΑΣ Α΄
Επόπτης Ἐκδόσεως: ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Επιμελήτρια Εκδόσεως: ΔΕΣΠΟΙΝΑ Δ. ΚΟΝΤΟΣΤΕΡΓΙΟΥ Θεολόγος - Φιλόλογος, Επιστημονικός Βοηθός τοῦ ᾿Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Εκδόσεις: Π. Πουρναρά ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1991
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Πέρασαν πολλά χρόνια ἀπό τότε που δόθηκε το σύνθημα «Επι-στροφή στους Πατέρες». Σημειώθηκε κάποια πρόοδος. Μόδα πατε-ρικῆς θεολογίας ὑπάρχει ἔντονη. Κατανόηση ὅμως ἐλάχιστη. Τοῦτο γιατί οἱ ἀπόψεις γιὰ τή φιλοσοφία τοῦ ᾿Αδαμαντίου Κοραή καὶ ὁ θαυμασμός του γιά τή θρησκεία τοῦ Τσάρου Πέτρου τοῦ Μεγάλου ἐπιβλήθηκαν στόν Νεοελληνισμό μέ ἀπόφαση τῆς Ἐθνοσυνέλευσης τοῦ 1827. Ἔτσι χάθηκε σχεδόν ἐντελῶς ἡ σχέση τῆς θεολογίας μέ τήν πατερική ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἡ νοερά εὐχή ἀντικαταστάθηκε μέ τήν μεταφυσική, πού ἀπορρίπτουν οἱ Πατέρες, ὡς μή ἐφαρμόσιμη στον Θεό καί πού ἀνέτρεψαν στην ἐποχή μας οἱ σοβαροί ἐπιστημονικοί κύκλοι τοῦ κόσμου. Φυσικά ή μεταφυσική συνεχίζει να βασιλεύει στούς θεολογοῦντες καί φιλο-σοφοῦντες τοῦ Κοραϊκοῦ Νεοελληνισμοῦ. Ἡ βασιλεία αὐτή τοῦ Κοραϊσμοῦ συνοδεύτηκε ἀπό ἕνα φοβερό διωγμό ἐναντίον κάθε τι τοῦ ρωμαίϊκου καί κυρίως ἐναντίον τοῦ μοναχισμοῦ ἀπ᾿ ὅπου προερ χόταν ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας.
Μιά παραλλαγή νέα τῶν γραμμῶν αὐτῶν ἐμφανίστηκε πρίν ἀπό εἴκοσι πέντε χρόνια γύρω ἀπό τά πρόσωπα τοῦ ῾Αγίου Γρηγο ρίου Παλαμᾶ καί τοῦ καταδικασθέντος ἐξ αἰτίας του Βαρλαάμ. Σύμ-φωνα μέ τίς θεωρίες ἑνός Ρώσου ὁ Βαρλαάμ ἐμφανίζεται ὡς φορέας ἑλληνιζούσης πατερικῆς παράδοσης καί μάλιστα ἡσυχαστικῆς. ᾿Α-ντίθετα ὁ Παλαμᾶς ἐμφανίζεται ὡς ἐκπρόσωπος κάποιας βιβλιζού σης πατερικῆς παράδοσης. Δηλαδή οἱ Πατέρες διαιροῦνται σε δύο θεολογικές παρατάξεις. Ἔτσι ἡ καταδίκη τοῦ Βαρλαάμ ἦτο τάχα κάποιας ἑλληνιζούσης παράταξης τῶν πατέρων καί ὄχι φραγκικῆς, ὅπως μᾶς ἐξιστορεῖ ἡ ἐθνική μας μνήμη.
Το γεγονός ότι πέρασαν εἴκοσι πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῆς ἄποψης, που διαχωρίζει τους Πατέρες σε βιβλίζοντες καὶ ἔλληνίζοντες και κυρίως τὸ ὅτι δὲν ἀνησύχησαν οἱ σημερινοί ἀκαδημαϊ και θεολόγοι, ἀλλά τουναντίον μερικοί ἀσπάστηκαν πτυχές τῶν ἐν λόγῳ θεωριών, εἶναι ἰσχυρότατη ένδειξη, ὅτι ἡ Πατερική ᾿Ορθοδο ξία έχει σχεδόν ἐκτοπιστεῖ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη εμφάνιση τῆς Ἐκκλησίας και θεολογίας.
Στην προσπάθεια να επανέλθει ἡ Πατερική θεολογία και πνευ ματικότης στο κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας θα συμβάλουν ὅσο τίποτε ἄλλο τὰ ἴδια τα πατερικά κείμενα δοσμένα αὐτούσια στὸν ὀρθόδοξο λαό με μια ὅσο γίνεται πιο ζωντανή καί πιστή ἀπόδοση στην ρωμαίϊκη γλώσσα. Παρ' ὅτι ἡ παροῦσα μετάφραση εἶναι ἀρίστη δέν σκοπεύει στὴν ἀντικατάσταση τοῦ πρωτοτύπου κειμένου, ἀλλά στην ὑποβοήθηση ἐκμάθησης τῆς γλώσσας τῶν Πατέρων, ὥστε να γίνουν προσιτά ὄχι μόνον τά ρητά ἀλλά καί τά νοήματα αὐτῶν. Για τοῦτο ὅπου οἱ λέξεις και φράσεις εἶναι ἀντιληπτές στα νεοελληνι κά, δὲν ἀντικαθίστανται, ὅπως δυστυχώς συνηθίζεται. Καταβάλλο νται ἔτσι καί κάποια θεμέλια πιθανῆς ἐπανόδου στην πατερική κλη-ρονομιά.
ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἡ παροῦσα μετάφρασις τοῦ ἔργου «Ὑπὲρ τῶν Ἱερῶς Ήσυχαζόντων» τοῦ ᾿Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ σκοπόν ἔχει νὰ χρησι μεύσῃ ὡς εἰσαγωγή εἰς τὴν Πατερικὴν Θεολογίαν, ποὺ διὰ τὴν ᾿Ορθόδοξον Παράδοσιν ταυτίζεται μὲ τὴν Βιβλικὴν καὶ τὴν Δογματι κὴν Θεολογίαν.
῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ἐκπροσωπεῖ μίαν ἐποχὴν ἀκμῆς τῆς Πατερικής Παραδόσεως κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀρχίσει πλέον να γίνεται συνειδητὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεολογία τῶν Φράγκων, Γότθων, Λογγοβάρδων καὶ Νορμανδών κατακτητῶν τῆς Δυτικῆς Ρωμηοσύνης εἶχε δι᾽ ἀγνώστους τότε λόγους ἀποκτήσει θεμέλια ξένα πρὸς αὐτὰ τῶν ἑλληνοφώνων καὶ λατινοφώνων Πατέρων τῆς παλαιᾶς καὶ ἡνωμένης Οἰκουμενικῆς Ρωμανίας.
᾿Αλλά μαζί μὲ τὴν συνειδητοποίησιν αὐτὴν οἱ περὶ τὸν Παλαμᾶν καὶ τὸν ἡσυχασμόν Πατέρες ἀντιμετώπισαν τὴν περίεργον αὐ τοπεποίθησιν τῶν Φράγκων καὶ τῶν ὀπαδῶν των, ὅπως τοῦ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ, ὅτι αὐτοὶ καὶ ὄχι οἱ Ρωμαῖοι διατηροῦν σωστὰ τὰ θεμέλια τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως. Τοῦτο δὲ παρ' ὅτι γλωσσικῶς, ἐθνικῶς καὶ πολιτιστικῶς ἡ Ρωμηοσύνη εἶχεν ἀδιάκοπον συνέχειαν μὲ τὸ παρελθόν τὴν ὁποίαν αἱ Γερμανικαὶ φυλαὶ τῆς Φραγκοσύνης δὲν εἶχαν. Μάλιστα τὰ λατινικά ποὺ χρησιμοποιοῦσαν εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν λατρείαν καὶ τὴν Θεολογίαν ἦσαν δι' αὐτοὺς μία ξένη γλῶσσα, ποὺ ἐσπούδαζον εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ἐγνώριζον ἐπαρκώς μόνον ὁ κλῆρος καί ὀλίγοι λαϊκοί.
Ὁ δουλοπάροικος καὶ βιλλᾶνος ρωμαϊκός λαός ὠδηγήθη βάσει σχεδίου τῶν κατακτητών του εἰς ἀγραμματωσύνην. Κατὰ τοὺς χρό νους τοῦ Παλαμᾶ διεσώζοντο μεταξύ τοῦ ρωμαϊκοῦ λαοῦ εἰς τὴν Δύσιν τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ λατινικά γράμματα μόνον εἰς τὴν Κάτω Ιταλίαν καὶ τοῦτο διότι ἡ περιοχή αὐτὴ ἦτο μέρος τῆς Ρωμανίας μέχρι τα τέλη του 11ου αἰῶνος, ὁπότε κατεκτήθη ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς (1071), ποὺ μόλις πρίν εἶχον κατακτήσει τὴν ᾿Αγγλίαν (1066). ᾿Ακόμη καὶ τὸ παπικόν κράτος, ποὺ ὠνομάζετο - καὶ ἀπὸ τοὺς Φράγκους ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ μόνη - Ρωμανία, ἔμεινεν ἡμιαυτόνομον καὶ εἰς στενὴν ἐθνικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν σχέσιν μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν - Νέαν Ρώμην μέχρι την πλήρη καθυπόταξίν του εἰς τὸν Εὐρωπαϊκόν Φεουδαλισμὸν μὲ τὴν ἐκδίωξιν τῶν Ρωμαίων Παπῶν, καὶ τὴν ἀντικατάστασίν των ἀπὸ Πάπας Λογγοβάρδους, Φράγκους καί Γερμανούς. Η κατάληψις αὐτή ἤρχισε σποραδικῶς ἀπὸ τὸ 983 καὶ ὡλοκληρώθη το 1046".
Ὁ ἐκ Καλαβρίας Βαρλαάμ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου γράφει ὁ Παλαμᾶς τὸ παρὸν ἔργον, κατήγετο ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέρη, διά τοῦτο ἐγνώριζε καλῶς τὰς δύο γλώσσας τῆς Ρωμηοσύνης. Τους έλληνοφώνους όμως Πατέρας ἐγνώριζε μόνον ὅπως ἡρμηνεύοντο ἀπὸ τοὺς Λατίνους κυριάρχους τῆς γενετείρας του. Ἦτο ὀπαδός τῆς λατινικῆς, δηλαδή φραγκικῆς θεολογικῆς μεθόδου, ποὺ εἰσήγαγεν εἰς τὴν᾿Ανατολήν μέσῳ τῶν ὀπαδῶν ποὺ ἀπέκτησεν.
Ἐρχόμενος εἰς τὸ ἐναπομεῖναν ἐλεύθερον μέρος τῆς Ρωμανίας ἀντιμετώπισε τὰ πραγματικά θεμέλια τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως εἰς τὴν πρᾶξιν τῶν ἡσυχαστῶν καί ἐσκανδαλίσθη. Τοῦτο, διότι ἐθεώρει τὴν Ὀρθοδοξίαν ὡς ἐξωτερικήν οἰκοδομὴν, διετήρησεν ὅμως τὰ θεμέλια καὶ τὸν σκελετὸν τῆς σχολαστικῆς θεολογικῆς μεθόδου. Ὅταν συνεκρούσθη μὲ τοὺς ἡσυχαστὰς, ἀπέκτησεν αὐ-θόρμητα τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ εἶχον παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν πατερικήν Παράδοσιν. Ἔμεινεν ἔκπληκτος, ὅταν ή μεγάλη πλειοψηφία τῶν Ρωμαίων ἐκκλησιαστικῶν καὶ πολιτικῶν ἡγετῶν κατεδίκασε τὰ θεμέλια τῆς ἰδικῆς του θεολογίας καὶ ὑπεστήριζε τὰ θεμέλια τῆς θεολογίας τῶν ἡσυχαστῶν ὡς Βιβλικά καὶ Πατερικά.
Τὸ ἐπίκαιρον τῆς διαμάχης μεταξύ Παλαμᾶ καὶ Βαρλαάμ διὰ τὴν σημερινὴν Ὀρθοδοξίαν εἶναι ὀφθαλμοφανές. Ὁ ἡσυχασμός, ὡς ἀσκητική θεραπευτική αγωγή, ἦτο ἡ καρδία τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν ᾿Αποστόλων καὶ ἐκυριάρχει εἰς ὅλην τὴν Ρωμαϊκήν βασιλείαν, ᾿Ανατολὴν καὶ Δύσιν. Τὰ ἰσχυρὰ ὅμως ᾿Αρειανικά πλαίσια τοῦ Χριστιανισμοῦ τῶν γερμανικῶν φυλῶν, που κατέκτησαν τὴν Δυτικὴν Ρωμηοσύνην, δὲν ἐπέτρεψαν τελικῶς εἰς τοὺς τυπικά τουλάχιστον ᾿Ορθοδόξους Μεροβιγγίους Φράγκους νὰ ριζωθοῦν εἰς τὴν νηπτικὴν αὐτὴν ἀγωγὴν. Μὲ τὴν ἐπικράτησιν τῶν Καρλοβιγγίων Φράγκων ὁ ἡσυχασμὸς ἔπαυσε πλέον νὰ ἐπη-ρεάζῃ τὴν Φραγκικὴν ἐκκλησιαστικὴν ἡγεσίαν, ποὺ εἶχε μετα βληθῆ εἰς ὅργανον ἀστυνομικῆς καταπιέσεως τῶν δουλοπαροίκων καὶ βιλλάνων κατακτηθέντων Ρωμαίων. Ἔτσι τὸ κενὸν ποὺ ἐδη μιουργήθη, ἐπληρώθη ἀπὸ τὸν μεταφυσικόν στοχασμόν καὶ δογματισμόν, ποὺ οἱ Πατέρες ἀνέκαθεν ἀπέρριπτον, ὡς ξένους πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον θεολογικήν μέθοδον.
Τον 16ον αἰῶνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἐπισήμως κατεδίκασε τοὺς περὶ τὸν Μάξιμον τὸν Βατοπαιδινὸν ἡσυχαστάς. Ἔτσι ἥνοιξεν ὁ δρόμος διὰ τὴν δυτικοποίησιν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔφερεν εἰς πέρας ὁ Τσάρος Πέτρος ὁ Μέγας (1672-1725). Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ οἱ Ρῶσοι ἀντικατέστησαν τὰ ἡσυχαστικά θεμέλια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας μὲ τὸν μεταφυσικόν στοχασμὸν καὶ τὸν τυφλὸν καὶ χωρὶς ἐμπειρικὴν θεμελίωσιν δογματισμόν.
Το 1827 τὸ νέον κράτος τῆς Ἑλλάδος ἀνεκήρυξε τὸν ᾿Αδα-μάντιον Κοραἣν εἰς ἐθνοπατέρα κατὰ τὴν Γ΄ Εθνοσυνέλευσιν καὶ ἐνέκρινεν ὅλα τὰ ἔργα του ὡς ὠφέλιμα. Ἔτσι ὁ νεοελληνισμός υἱο-θέτησεν ἐπισήμως μὲ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τὴν γραμμήν του ὅτι οἱ λεγόμενοι Ρωμαῖοι, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα Ἕλληνες, που ἀπό τὸν 2ον αἰῶνα πρὸ Χριστοῦ ἦσαν ὑπόδουλοι εἰς τοὺς Ρωμαίους τῆς Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης sic καὶ μετὰ εἰς τοὺς Τούρκους, πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν Ρωμηοσύνην καὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ νὰ δυτικοποιηθοῦν κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ ἔργου τοῦ Τσάρου Πέτρου τοῦ Μεγάλου. Επηρεασμένος ἀπό τοὺς καλβινιστάς διδασκάλους του εἰς Σμύρνην καὶ ᾿Αμστερνταμ ἐπίστευε μὲ φανατισμὸν ὅτι ὁ ἀντιμεταφυσικός ἡσυχασμός πρέπει νὰ ἐκθρονισθῇ ἀπὸ τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους. Ὁ ᾿Αδαμάντιος Κοραῆς ἔμεινεν ἀφωσιωμένος εἰς τὴν μεταφυσικήν φιλοσοφίαν, θεολογίαν καὶ ἠθικὴν μέχρι τὸν θάνατὸν του. Διὰ τοῦτο ἔδειξε ζωη ρὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὸν μετασχηματισμὸν τῆς Ρωμηοσύνης εἰς Ἑλληνισμὸν μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἡσυχασμοῦ ποὺ ἦτο ἡ καρδιὰ τοῦ ἔθνους μὲ τὴν μεταφυσικὴν καὶ κοινωνικήν φιλοσοφίαν.
Ὁ διωγμός ποὺ ἐπηκολούθησε κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ εἰς τὸ νέον Ἑλληνικὸν κράτος εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους. Ἐπεκράτησεν εἰς τοὺς κυβερνητικούς κύκλους καὶ εἰς τοὺς συνεργάτας των ἐκκλησιαστι κοὺς ἡγέτας ἡ ἰδέα ὅτι τὰ μοναστήρια πρέπει να μεταβληθοῦν εἰς κέντρα δράσεως διὰ κοινωφελεῖς σκοπούς. Ο Νεοελληνισμός τοῦ Κοραἢ καὶ τοῦ νέου κράτους ἐκήρυξε καὶ ἔκαμε σκληρόν καὶ ἀ-νέντιμον πόλεμον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν γερόντων μὲ μικράν ὁμάδα ὑποτακτικών".
Τὸ ἐπιστέγασμα τῆς νεοελληνικῆς προδοσίας κατὰ τῶν ἡσυχα-στικῶν θεμελίων τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως ἦτο ή πρότασις ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τοῦ ᾿Αγίου Όρους sic τὸ 1930 νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ παρα-δοσιακός μοναχισμός μὲ μοναχισμόν δυτικοῦ τύπου. Διαδίδεται ευρέως εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅτι ὁ Κοραῆς εἶναι ἐκπρόσωπος τοῦ γαλλικού διαφωτισμοῦ καὶ ὅτι μάλιστα διὰ τοῦτο ἐστράφη ἐναντίον τῆς παραδοσιακῆς ᾿Ορθοδοξίας. Ωρισμένοι ἱστορικοί προσπαθοῦν μάλιστα νὰ τὸν ἐμφανίσουν ὡς ἀδιάφορον πρὸς τὴν θρησκείαν γενικῶς καὶ ὡς μεγάλον δημοκράτην. Φαίνεται, λησμονοῦν ὅτι ἦτο θαυμαστής τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ Θεο-λογίας καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐγκατέλειψε τον θαυμασμόν του διὰ τὴν Καλβινικήν μεταφυσικὴν ἠθικὴν, ποὺ εἶναι ἡ ἠθικὴ ὄψις τοῦ Καλβινικοῦ δόγματος. Ἦτο μάλιστα πράκτωρ καὶ θαυμαστής τοῦ ὄχι πολύ δημοκρατικοῦ Ναπολέοντος, ὑπέρ τοῦ ὁποίου ἐκάλεσε τοὺς Ρωμαίους τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐνθυμηθοῦν ὅτι εἶναι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ελλήνων καὶ νὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον τῶν ᾿Οθωμανών, διὰ νὰ βοηθήσουν τὸν μέλλοντα αὐτοκράτορα να κρατήσῃ τὰ τεμά-για τῆς Ὀθωμανικής Αυτοκρατορίας ποὺ ἐπῆρε καὶ νὰ πάρῃ ἄλλα. Αὐτὰ τὰ γράφει εἰς τὸ «Σάλπισμα Πολεμιστήριον» τοῦ 1801. Ο Ναπολέων εἶχεν ἡττηθεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀπὸ τοὺς ᾿Αγγλους καὶ ἐζήτει μέσῳ τοῦ Κοραή τὴν βοήθειαν τῶν Ρωμαίων διά νὰ γλυτών σουν, ὡς Ἕλληνες, τὸν ἀποκλεισμένον στρατόν του.
Πάντως, τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ γαλλικού Διαφωτισμοῦ ποὺ ἐπέζησε μὲ τὴν ἐξέλιξιν τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν εἶναι ἡ ἀνύψωσις τῆς ἐμπειρικῆς ἐξακριβώσεως ὡς τὸ μόνον θεμέλιον ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς πραγματικότητος. Ἔτσι ὁ μεταφυσικός καὶ λογικός στοχασμός περὶ τῆς πραγματικότητος ἐξεθρονίσθη ἀπὸ τὴν θέσιν, ποὺ εἶχε κατὰ τὸν φραγκικόν μεσαίωνα, όπου έβασίλευεν ὡς θεμέλιον τῆς θεολογίας, που έθεωρεῖτο ἡ κορωνίς τῶν ἐπιστημῶν.
Παραδόξως ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ θέσις τοῦ Κοραῆ, ἀλλὰ τοῦ ἡσυχασμοῦ ποὺ πολεμεῖ. Ὁ Κοραῆς εἶναι πολέμιος τῆς παπικῆς χρήσεως τῆς μεταφυσικῆς, ἀλλὰ ὑποστηρικτής τῆς Καλβινικῆς κυρίως καὶ ἐν μέρει τῆς Ρωσικῆς χρησιμοποιήσεως τῆς Μεταφυσι κῆς.
Τουναντίον ὁ ἡσυχασμός τῶν Πατέρων δὲν ἐπιτρέπει τόν μετα-φυσικόν στοχασμόν εἰς τὴν θεολογίαν. Μάλιστα ἐπιμένει εἰς τὴν ἐμπειρικήν ἐξακρίβωσιν τῶν νοημάτων, ποὺ χρησιμεύουν εἰς τὴν θεολογίαν. Μὲ ἄλλας λέξεις ἀκολουθοῦσα ἡ νεοελληνική θεολογία τὴν μεταφυσικήν γραμμὴν τοῦ Κοραή, ἀπεκόπη ἀπὸ τὴν γέφυραν μὲ τὸν Διαφωτισμὸν, ποὺ εἶναι ὁ Πατερικός ήσυχασμός. Οἱ ἐμπειρισταί (empiricists) τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ οἱ Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι δὲν πρέπει κάτι νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν ἁπλῶς, ἐπειδὴ τὰ περὶ αὐτοῦ νοήματα ἀποδεικνύονται λογικά καὶ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν φαινομε νικήν πραγματικότητα. Πρέπει τὰ νοήματα νὰ ἐλεγχθοῦν μὲ τὴν μέθοδον τῆς ἐμπειρικῆς ἐξακριβώσεως, διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς κατ' ἀρχὴν ἀξιώματα. Τὰ ὑπόλοιπα νοήματα τῶν ἀνθρώπων παρα-μένουν ἀνεξέλεγκτοι ὑποθέσεις. Οἱ διδάσκαλοι καὶ ἐρευνηταί τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν εἶναι αἱ αὐθεντίαι τῶν μαθητῶν των, οἱ ὁποῖοι ὅμως γίνονται καὶ αὐτοὶ διδάσκαλοι καὶ ἐρευνηταί ὅταν γίνουν κυρίαρχοι τῆς μεθόδου τῆς ἐμπειρικῆς ἐξακριβώσεως εἰς τὴν συγκε κριμμένην ἐπιστήμην τῆς εἰδικότητός των. Αὐτό εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν θετικῶν ἐπιστημονικών παραδόσεων καὶ ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν Πατερικὴν ἀντίληψιν περί ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Ο Πατερικός ἡσυχασμός, πρίν ἀπὸ τοὺς ἐμπειριστάς τοῦ Διαφωτισμοῦ, ὑπεστήριζε πάντοτε ὅτι ἡ ἀκριβής γνώσις ἐπιτυγχάνεται μόνον ὅταν τὰ περὶ τῆς πραγματικότητος νοήματα ἐλεγχθοῦν ἀπὸ τὴν ἐμπειρικὴν ἐξακρίβωσιν μὲ τὴν αὔξησιν τῆς παρατηρήσεως. Οὐδέποτε ταυτίζεται τὸ φαινομενικόν λογικόν, ἐπειδὴ ἁπλῶς φαίνε ται λογικόν, μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἡ περὶ Θεοῦ γνῶσις προέρχεται ὄχι ἀπὸ πίστιν εἰς τὴν νόησιν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρίαν 1) τοῦ φωτισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν - μία διαφορετική ἐνέργεια ἀπὸ τὴν λογικὴν λατρείαν, ποὺ γίνεται μὲ τὸν ἐγκέφαλον - καὶ 2) τῆς θεώσεως ἢ τοῦ δοξασμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ δρασις τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ἀκτίστῳ δόξῃ Του. Μόνον τὰ ἐλεγχόμενα ἀπὸ τὰ δύο στάδια αὐτὰ τῆς ἐμπειρίας τῆς θεωρίας νοή-ματα εἶναι ἡ ὀρθὴ περὶ Θεοῦ γνῶσις. Μάλιστα ἡ ἐνδιάθετος πίστις, ποὺ συνοδεύει τὴν ἐμπειρίαν τοῦ φωτισμοῦ καὶ καταργεῖται μαζί με τὴν νοερὰν εὐχὴν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς θεώσεως, εἶναι δώρον τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ διαφέρει ἀπὸ τὴν λογικήν πίστιν τοῦ ἀνθρώ που, ποὺ ὅταν δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ τὴν πρώτην, κινδυνεύει να γίνῃ μία ἀδέσποτος δεισιδαιμονία τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας ἤ ἕνας τυφλός δογματισμός. Ὁ διαλεκτικός νοησιαρχικός στοχασμός περί θεολο γίας, ἀλλὰ καὶ ὁ δογματισμός εἶναι ξένα πρός τὴν Πατερικήν Παράδοσιν. Ὀρθόδοξος θεολόγος εἶναι μόνον ὁ θεολογῶν βάσει 1) τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀδιαλείπτου εὐχῆς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν του ἢ 2) καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως, πού χαρίζει ὁ Χρι-στός. Οἱ μή ἔχοντες τὰς ἐμπειρίας αὐτὰς δὲν εἶναι θεολόγοι. Το θέμα ἔχει ἀκριβῶς ὅπως εἰς τὰς θετικάς ἐπιστήμας. Οἱ ἀστρονόμοι, φυσικοί, χημικοί, βιολόγοι, ἰατροί, κτλ. εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἄμεσον ἐμπειρίαν τοῦ γνωστικοῦ καὶ ἐρευνητικοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐπιστήμης των καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ μόνον διαβάζουν καὶ ἀποστηθίζουν τὰς ἐπιστήμας αὐτάς. Οἱ θετικοὶ ἐπιστήμονες οὐδέποτε ἀντικαθίστανται ἀπὸ τὰ βιβλία που γράφουν. Ἔτσι καὶ οἱ Προφῆται, ᾿Απόστολοι καὶ ᾿Αγιοι, ποὺ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ἐξ αἰτίας τῶν ἐμπειριῶν των τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, δὲν ἀντικαθίστανται ἀπὸ τὰ ἔργα που γράφουν, τὰ ὁποῖα μάλιστα έρμηνεύονται, σωστά μόνον ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὴν ἰδίαν ἐμπειρίαν.
Ο φωτισμός καὶ ἡ θέωσις λέγονται θεωρία, ποὺ σημαίνει ὅρασις. Ὁ φωτισμός εἶναι ἡ ἐνδιάθετος πίστις, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ πιστός ἐμμέσως βλέπει τὸν Θεὸν μέσῳ τῆς εὐχῆς τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος εἰς τὴν καρδίαν. Ἡ θέωσις ἢ ὁ δοξασμός εἶναι ἡ ἄμεσος ὅρασις τῆς ἀκτίστου δόξης καὶ βασιλείας τῆς ᾿Αγίας Τριάδος μέσῳ τῆς ἀνθρω πίνης φύσεως τοῦ Λόγου. Αἱ ἐμπειρίαι αύται ὁδηγοῦν τοὺς λογι σμούς ἀπλανῶς, ὥστε τα ρητά καὶ τὰ νοήματα, ποὺ χρησιμοποι οῦνται περί Θεοῦ καὶ τῶν σχέσεών Του μὲ τὰ κτίσματά του νὰ εἶναι ὀρθὰ καὶ νὰ ἑρμηνεύωνται σωστά. Οὕτως ὁ κεντρικός ἄξων τῆς ᾿Ορ θοδοξίας δὲν εἶναι μόνον ἡ ᾿Αγία Γραφή, τα συγγράμματα τῶν Πατέρων καὶ αἱ Τοπικαί καὶ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ἀλλὰ κυρίως ἡ παράδοσις τῆς ἐμπειρίας τῆς θεωρίας ἀπὸ μίαν γενεάν εἰς τὴν ἄλλην, ποὺ εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκ κλησίας, ὡς καὶ τὸ κλειδί τῆς σωστῆς ἑρμηνείας τῶν γραπτών κει μένων τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἡ διακοπή τῆς παραδόσεως τῆς ἐμπειρίας τῆς θεωρίας ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἡ εἰς τυφλὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὸ δόγμα χωρίς κατανόησιν τῶν θεμελίων του, ὁπότε εἶναι εύκολος ἡ ἀντικατάστασίς των μὲ τὴν μεταφυσικὴν ἡ εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀφοῦ ἡ μεταφυσική εἶναι κατασκεύασμα τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας καὶ ὡς ἐκ τούτου ήμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς δεισιδαίμονας όὀπαδούς της εἰς ἄλλας μορφάς Χριστιανισμοῦ, ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Κοραή, ἡ καὶ εἰς ἄλλας θρησκείας.
Χαρακτηριστικόν τῆς Λατινικῆς θεολογικῆς μεθόδου, ποὺ ἐκ προσωπεῖ ὁ Βαρλαάμ, εἶναι ἡ ἀφελὴς ταύτισις τῆς πραγματικότητος μὲ νοήματα καταταγμένα εἰς σύνθεσιν βάσει 1) τῆς Βιβλικῆς καὶ Πατερικῆς παραδόσεως ἐξωτερικῶν δογματικών μορφών στερου μένων τῆς ἀρχικῆς των ἐμπειρικῆς θεμελιώσεως καὶ 2) τῆς μεταφυσικῆς, λογικῆς καὶ ἠθικῆς κυρίως Πλατωνικῶν καὶ ᾿Αριστοτελικῶν ποὺ καὶ αὐτὰ ἐστεροῦντο, εἰς τὴν Φραγκικήν Παράδοσιν, τῆς ἀρχικῆς των θεμελιώσεως. Ἔτσι ἡ ᾿Αγία Γραφή, οἱ Πατέρες, ὁ Πλάτων καὶ ὁ ᾿Αριστοτέλης παρεμορφώθησαν συμφώνως μὲ τὰς φαντασιώσεις περί θρησκείας καὶ αὐθεντίας τῶν κατακτητῶν τῆς Δυτικής Ρωμηοσύνης. Συντείνουν εἰς τὴν διαπίστωσιν τῆς παραμορφώσεως ταύτης σχεδόν όλοι οἱ σημερινοί ἐρευνηταί, εἴτε εἶναι θρησκευόμε νοι εἶτε όχι. Δηλαδὴ οἱ ἴδιοι οἱ πνευματικοί ἀπόγονοι τοῦ Δυτικοῦ μεσαίωνος έχουν διαπιστώσει τὴν παραμόρφωσιν καὶ τῆς φιλοσοφίας τῶν Πλάτωνος καὶ ᾿Αριστοτέλους καὶ τῆς ᾿Αγίας Γραφῆς καὶ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως ἀπὸ τὸ Δυτικόν καθεστώς τοῦ μεσαίωνος….
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΕ'
18 Ἐὰν ὁ κόσμος σᾶς μισῇ, νὰ ξέρετε ὅτι πρὶν ἀπὸ σᾶς ἔχει μισήσει ἐμέ.
19 Ἐὰν ἤσαστε ἀπὸ τὸν κόσμον, ὁ κόσμος θὰ ἀγαποῦσε τὸ δικό του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐδιάλεξα ἀπὸ τὸν κόσμον, γι’ αὐτὸ σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος.
20 Νὰ θυμᾶσθε τὸν λόγον ποὺ σᾶς εἶπα, «Δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του». Ἐὰν κατεδίωξαν ἐμέ, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς. Ἐὰν ἐτήρησαν τὸν λόγον μου, θὰ τηρήσουν καὶ τὸν δικόν σας.