Για το εγώ και για τον Θεό
JEAN-LUC MARION, Presses Universitaires de France, 1996
Από το οπισθόφυλλο
Η ιστορία της φιλοσοφίας προχωρεί μερικές φορές μέσω συνθέσεων ή, τουλάχιστον, μέσω συνθετικών υποθέσεων. Αλλά αυτές οι κατασκευές στέκουν μόνο αν στηρίζονται πρώτα στους πυλώνες επιμέρους ερωτημάτων, μελετημένων χωρίς προκαταλήψεις και λυμένων πρώτα καθαυτά. Ορισμένα από αυτά τα επανερχόμενα ερωτήματα στις μελέτες για τον Descartes προσεγγίζονται εδώ, συνεχίζοντας την προσπάθεια που άρχισε με τα Questions cartésiennes, τα οποία εκδόθηκαν το 1991.
Δεν πρόκειται πλέον αυτή τη φορά να πραγματευθούμε τα προβλήματα που εγείρει η σύνθετη σχέση ανάμεσα στη μέθοδο και τη μεταφυσική, αλλά ορισμένα από εκείνα που θέτουν το ego, τό Θεό και τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία εγγράφεται η καρτεσιανή σκέψη.
Το ego: οδηγεί άραγε αναγκαστικά στον σολιψισμό ή υπάγεται σε μια πρωταρχική ετερότητα; Τίθεται ποτέ υπό αμφισβήτηση από τον Θεό ή επικυρώνει άμεσα την ενάργεια ως αλήθεια; Με ποια έννοια έχει τάξη ουσίας;
Ο Θεός: γιατί έχει σημασία να τον αντιπαραθέσουμε στη Στύγα και στις μοίρες; Με ποιο δικαίωμα μπορεί και πρέπει να του αποδοθεί ο τόσο προβληματικός τίτλος causa sui; Γιατί οι μεγάλοι μετακαρτεσιανοί απέρριψαν όλοι το τόσο πρωτότυπο δόγμα της δημιουργίας των αιώνιων αληθειών; Σε ποιο σύνολο παίρνουν θέση οι τρεις ορισμοί του Θεού που αναπτύσσουν διαδοχικά οι Meditationes και οι Responsiones;
Τα συμφραζόμενα: είναι αυτονόητο ότι ο Kant ανέτρεψε τον Descartes ή μήπως μια κοινή κριτική απόφαση —η περατότητα της βεβαιότητας— τους συνδέει πιο στενά; Οι Meditationes δομούνται ως γραμμική απόδειξη ή ως ουσιώδης διάλογος; Γιατί και πώς ο Pascal αμφισβητεί την ισοδυναμία ανάμεσα στην ενάργεια και την αλήθεια; Ο Mersenne, ο στενός και παραμελημένος φίλος, δεν προανήγγειλε άραγε τον καρτεσιανό ορισμό της μεταφυσικής;
Όπως μαρτυρούν η αφθονία και η ποιότητα της διεθνούς έρευνας τετρακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του, η ερμηνεία του Descartes δεν υπήρξε ποτέ τόσο ανοιχτή. Αυτή η απροσδιοριστία δεν ακυρώνει, ωστόσο, τις προηγούμενες εργασίες, αλλά απορρέει ακριβώς από αυτές. Πράγματι, ο Descartes δεν είναι για εμάς ένα περασμένο αντικείμενο, αλλά παραμένει αναπόφευκτος συνομιλητής, με τον οποίο παίζονται ακόμη οι δικές μας καινοτομίες και οι τελευταίες μας απόπειρες.
Jean-Luc Marion, πρώην σπουδαστής της École normale supérieure, είναι καθηγητής στο Université de Paris-Sorbonne, όπου διευθύνει το Centre d’Études Cartésiennes.
Περιεχόμενα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΒΙΒΛΙΟ I. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ EGO
I — Η πρωταρχική ετερότητα του ego — Meditatio II, AT VII, 24-25
§1 — Η σχάση και η κλειστότητα
§2 — Το ego cogito, ergo sum σύμφωνα με την κανονική ερμηνεία της μεταφυσικής
§3 — Το Ego cogito, ergo sum ως προνομιακή διατύπωση του σχολιασμού
§4 — Το Ego sum, ego existo ως διατύπωση που προκρίνει ο Descartes
§5 — Το ego ως finitus ή η αποκατάσταση μιας πρωταρχικής ετερότητας
§6 — Αυγουστίνειες και καρτεσιανές διατυπώσεις
§7 — Η ετερότητα του ego
II — Ο «γενικός κανόνας» της αλήθειας — Meditatio III, AT VII, 34-36
§1 — Η απορία
§2 — Κατανομή των κεκτημένων: αναγωγή
§3 — Διεύρυνση της εμμένειας
§4 — Η πραγματική δυσκολία
§5 — Εξέταση των υποτιθέμενων εναργειών
§6 — Η ανάκτηση της ισοδυναμίας
III — Ουσία και υπόσταση. Suarez και η πραγματεία περί substantia — Principia Philosophiae I, §51-54
§1 — Η έννοια της ουσίας υπό εξέταση
§2 — Η ουσία ως υπόσταση, §51
§3 — Η ουσία ως υπόστρωμα του κατηγορήματος, §52
§4 — Δύο απορίες του μοντέλου, §53-54
ΒΙΒΛΙΟ II. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ
IV — Ο Θεός, η Στύγα και οι Μοίρες
§1 — Τι λένε οι ποιητές
§2 — Οι θεοί και οι Μοίρες
§3 — Οι απαρχές της πολεμικής
§4 — Η άλλη απάντηση — θεολογική
§5 — Αυτό που είπε επίσης ο Descartes
V — Η causa sui — Responsiones I και IV
§1 — Η μοναδικότητα
§2 — Μια αδιανόητη θέση
§3 — Αυτό που υπαγορεύει η λογική
§4 — Να αποδείξει κανείς τον Θεό a priori
§5 — Η επιστροφή της αναλογίας
VI — Δημιουργία των αιώνιων αληθειών. Αρχή του λόγου. Malebranche, Spinoza, Leibniz
§1 — Η άρνηση της άρνησης
§2 — Spinoza και η αντιστοιχία
§3 — Malebranche και η τάξη
§4 — Leibniz και ο επαρκής λόγος
§5 — Ο χρόνος επώασης
VII — Σχεδίασμα μιας ιστορίας των ορισμών του Θεού στην καρτεσιανή εποχή
§1 — Ο ορίζοντας
§2 — Η αναλογία του όντος και η πορεία προς τη μονοσημία
§3 — Ο Θεός μαθηματικός και η μονοσήμαντη ορθολογικότητα
§4 — Υπερβατικότητα και αγνωσιμότητα
§5 — Descartes: δημιουργία των αιώνιων αληθειών
§6 — Descartes: τρεις μεταφυσικοί ορισμοί του Θεού
§7 — Οι αμφιταλαντεύσεις της καρτεσιανής σχολής
§8 — Οι απόπειρες ενοποίησης
§9 — Το προνόμιο της αιτιότητας
§10 — Ο εκτεταμένος Θεός
§11 — Η μετατόπιση της ουσίας του Θεού
ΒΙΒΛΙΟ III. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΩΝ
VIII — Σταθερές της κριτικής λογικής — Descartes και Kant
§1 — Η κριτική και η ερμηνεία του Descartes
§2 — Η απαξίωση της οντολογίας
§3 — Η διάκριση ανάμεσα στο αντικείμενο και στο καθ’ εαυτό
§4 — Η μετατόπιση των κατηγοριών
§5 — Η φαντασία και η παραγωγή της
§6 — Τα όρια: η μέθοδος και η κριτική
IX — Το αποκριτικό καθεστώς των Meditationes
§1 — Ένα ζήτημα corpus
§2 — Οι Meditationes ως απάντηση στον Discours
§3 — Objections et Réponses για τον Discours
§4 — Η αποκριτική λειτουργία των Meditationes
X — Pascal και ο «γενικός κανόνας» της αλήθειας
§1 — Ένα καρτεσιανό σημείο εκκίνησης
§2 — Η επανάληψη του καρτεσιανού μοντέλου
§3 — Η βούληση και η ενάργεια, αντιστροφή του καρτεσιανού μοντέλου
§4 — Η ενάργεια
§5 — Ερωτήματα
XI — Mersenne και η έννοια της μεταφυσικής
§1 — Η έννοια της «μεταφυσικής»
§2 — Το γενικό σχήμα της φιλοσοφίας
§3 — Το γενικό σχήμα της μεταφυσικής
§4 — Η λήθη του ens ως τέτοιου στις Quaestiones in Genesim
§5 — Η λήθη της επιστήμης του ens ως τέτοιου στα άλλα κείμενα
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
INDEX NOMINUM
Πρόλογος
Ύστερα από συστηματικές έρευνες για τη γκρίζα οντολογία (1975), τη λευκή θεολογία (1981) και την έννοια της μεταφυσικής του Descartes (1986), είχαμε συγκεντρώσει, σε έναν πρώτο τόμο Questions cartésiennes¹, μελέτες πιο ανεξάρτητες. Το εργαστήριο του ιστορικού της φιλοσοφίας γεμίζει πράγματι, πριν και μετά τα προϊόντα που βγαίνουν από αυτό καλοτελειωμένα και παρουσιάσιμα, με διάσπαρτες έρευνες, δεμένες και κάποτε επίμονες στην προσπάθεια να λύσουν τη μία ή την άλλη δυσκολία, είτε κλασική είτε απρόβλεπτη. Τα κεκτημένα τους, ακόμη και όταν εκτιμώνται ως τα πιο στερεά, μπορεί ωστόσο να μην πρέπει —ή να μην μπορούν— πάντοτε να ενταχθούν σε μια συνολική ερμηνεία· συμβαίνει μάλιστα να αντιφάσκουν προς κάποια προηγούμενη διατύπωση ή υπόθεση. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αρκεί το καθένα να ρίχνει ένα νέο φως στο καρτεσιανό κείμενο.
Η υποδοχή του P.-L. Assoun και των Presses Universitaires de France μου δίνει ακόμη μία φορά, κατά το έτος της τέταρτης εκατονταετηρίδας από τη γέννηση του Descartes, την ευκαιρία να συγκεντρώσω μερικά νέα δοκίμια σε έναν τόμο Questions cartésiennes II. Τους οφείλω και τους εκφράζω τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη για αυτό το δείγμα εμπιστοσύνης. Το ίδιο και στους υπευθύνους των περιοδικών ή συλλογικών τόμων που επέτρεψαν είτε την αναδημοσίευση είτε την προδημοσίευση όσων είχαν προκαλέσει ή φιλοξενήσει: ας ευχαριστηθούν ο M. M. Olivetti (Archivio di Filosofia, Rome), ο M. Meyer (Revue internationale de philosophie, Bruxelles), ο J. Gayon (Université de Bourgogne, Dijon), οι M. Fumaroli και G. Molinié (Revue XVII siècle), ο D. Garber (The Cambridge History of Seventeenth Century Philosophy) και η M. Fattori (Nouvelles de la République des lettres), οι J.-F. Courtine, L. Millet και P. Aubenque (Les Études philosophiques) και ο O. Depré (Université de Louvain-La-Neuve).
Αλλά οφείλω επίσης περισσότερα απ’ όσα μπορώ να πω σε εκείνους που, με τις προσκλήσεις και τις αντιρρήσεις τους, με κράτησαν στο έντιμο έργο του ιστορικού της φιλοσοφίας: τον J.-M. Beyssade στην πρώτη θέση, ο οποίος γνωρίζει την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη μου· όπως και τους T. Gregory (Rome), Richard A. Watson (Saint Louis), D. Garber (Chicago), R. Specht (Mannheim), G. Belgioioso (Lecce), E. Balibar (Paris-Nanterre) και V. Carraud (Caen), τον λογιοτατο αρχιτέκτονα του Bulletin cartésien. Οφείλω επίσης πολλά στους φοιτητές μου, τόσο σε εκείνους ενός θαυμάσιου σεμιναρίου που πραγματοποιήθηκε με το Paris X-Nanterre στην ENS το 1990-1994 —ιδιαίτερα στους J.-C. Bardout, T. Bedouelle, C. Bouriau, G. Olivo και L. Renault— όσο και σε εκείνους του The University of Chicago — T. Carlson, Z. Janowski, J. Koski. Τίποτε δεν είναι δυνατό για κανέναν χωρίς αυτές τις κοινότητες εργασίας, ορατές και αόρατες ταυτόχρονα· αυτές αποτελούν τη μόνη σταθερή πραγματικότητα του Πανεπιστημίου.
Οι μελέτες που συγκεντρώνονται εδώ αφορούν τρεις εστίες της καρτεσιανής συζήτησης. Πρώτον, το ego, σχετικά με το οποίο υποστηρίζουμε τρία παράδοξα, που έχουν αρχίσει να διατυπώνονται αλλού, αλλά εδώ αποσαφηνίζονται. Δεν είναι κατ’ αρχάς μια σκέψη του εαυτού από τον εαυτό, ακόμη και υπό τις μορφές του επιτελεστικού ή της αυτο-πάθησης, αλλά μια σκέψη του εαυτού μέσω ενός άλλου, όσο απροσδιόριστος κι αν είναι αυτός (κεφ. I). Αν, ήδη από την αρχή, διαφεύγει έτσι από τον οντικό σολιψισμό, κατά μείζονα λόγο διαφεύγει από εκείνον τον επιστημικό σολιψισμό που ονομάζεται «κύκλος», διότι η ενάργεια δεν ζητεί καμία άλλη εγγύηση από την απουσία προϋποθέσεώς της (κεφ. II). Τέλος, αφού ο Descartes δεν ονομάζει ποτέ το ego με τον τίτλο του «υποκειμένου», πρέπει άραγε να το εννοήσουμε ως ουσία; Ή μήπως αυτή η έννοια, τόσο βαριά από παράδοση, υφίσταται τέτοιες αναδιατάξεις και απορίες, ώστε να γίνεται εξαιρετικά προβληματικό να την εφαρμόσουμε μονοσήμαντα στο ego (κεφ. III);
Έπειτα πρόκειται για τον Θεό. Επιχειρούμε πρώτα να συμπληρώσουμε την περιγραφή του υπόβαθρου της ιστορίας των ιδεών πάνω στο οποίο ασκείται η πολεμική της δημιουργίας των αιώνιων αληθειών: πράγματι, όσο η κριτική ενός Δία υποταγμένου στις μοίρες παραπέμπει σε ένα ευρέως διαδεδομένο θέμα, μαρτυρώντας μια επίθεση με πολύ σαφή συνείδηση του σκοπού της, τόσο η θέση του Descartes παραμένει πιο αμφίσημη, τουλάχιστον στη λογοτεχνική της διατύπωση, απ’ όσο θα μπορούσε να περιμένει κανείς (κεφ. IV).
Αντιθέτως, η άρνηση της δημιουργίας των αιώνιων αληθειών υπήρξε ομόφωνη, ακόμη και κυρίως στους διαδόχους του Descartes, οι οποίοι κατά τα άλλα διατηρούν πολλές θεμελιώδεις έννοιές του (κεφ. VI). Οι καρτεσιανοί ορισμοί της θείας ουσίας, κατά τα άλλα σύνθετοι και ίσως υποκείμενοι σε ισχυρές εντάσεις, εγγράφονται σε μια συνεχή και δομημένη συζήτηση, η οποία, από τον Suarez —ή και τον Thomas d’Aquin— έως τον Hume —ή και τον Kant— αντιπαραθέτει τη μονοσημία στην αμφισημία, την πράξη του είναι στην αιτιότητα· την ανασυνθέσαμε σε αδρές γραμμές (κεφ. VII).
Τέλος, πρόκειται για τα συμφραζόμενα, εφόσον είναι αλήθεια ότι οι συζητήσεις γύρω από τις καρτεσιανές θέσεις ή τα σημεία εκκίνησής τους αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους. Πρώτα χαράξαμε, έστω σε γενικές γραμμές, τον παραλληλισμό ανάμεσα στον Descartes και τον Kant, αφού μας φαίνεται ότι καθορίζει τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική ολόκληρης της εποχής που αυτοί ορίζουν. Πρόκειται εδώ για ένα αληθινά ουσιώδες ζήτημα, ακόμη παρθένο, που κρύβει μέσα του το μέλλον της ιστορίας της κλασικής μεταφυσικής· άλλοι, χωρίς αμφιβολία, θα το αποδείξουν οριστικά (κεφ. VIII, με παραπομπή στο κεφ. VII).
Φωτίσαμε τη δομή που διέπει όχι μόνο τα γραπτά του 1641, αλλά και τη σχέση τους με τον Discours του 1637, ακόμη και το σύνολο του έργου του Descartes: μια θέση, αντιρρήσεις, απαντήσεις, με κάθε έργο να προσφέρει ταυτόχρονα μια απάντηση και μια νέα θέση. Και εδώ ακόμη, η συζήτηση μόλις ανοίγει πάνω σε μια φαινομενικά παράξενη υπόθεση: μήπως ο Descartes δεν έγραψε και δεν σκέφτηκε παρά μόνο μέσα σε έναν αδιάκοπο διάλογο; (κεφ. IX, με παραπομπή στο κεφ. I).
Ο Pascal μάς φάνηκε επίσης, σε ένα άλλο σημείο από εκείνα που πραγματεύθηκε πρόσφατα ο V. Carraud, ως καρτεσιανός που παίζει τον Descartes εναντίον και πέρα από τον Descartes· εδώ, σχετικά με τη regula generalis [veritatis] (κεφ. X, με παραπομπή στο κεφ. II). Τέλος, συστηματοποιήσαμε την έννοια της metaphysica του Mersenne, προκειμένου να δοκιμάσουμε αν η άγνοια της ontologia από τον Descartes, ή τουλάχιστον η αδιαφορία του για το ερώτημα περί του ens in quantum ens, είχε παράλληλο σε μια εποχή όπου η ακαδημαϊκή διδασκαλία τα υπογράμμιζε· η απάντηση είναι σαφώς θετική (κεφ. XI).
Ακόμη και πάντοτε ο Descartes, σαν αυτό το έργο, αν και λιτό και χωρίς υπεραφθονία, να πολλαπλασιάζεται όσο προχωρεί κανείς μέσα του. Το θαυμάζουμε και εμείς οι ίδιοι, όπως όλοι οι προκάτοχοί μας σε αυτό το εργοτάξιο. Αλλά η εξήγηση αυτού του παραδόξου ίσως δεν έχει τίποτε δύσκολο: πράγματι, ο Descartes δεν προσφέρει μόνο ούτε κατ’ αρχάς μια φιλοσοφία ανάμεσα σε άλλες. Διότι, όπως αποδεικνύουν η καθολική έκταση των καρτεσιανών σπουδών εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα και, κυρίως, η σταθερότητα όλων ανεξαιρέτως των μεγάλων φιλοσόφων, από τον Spinoza έως τον Heidegger —και πέραν αυτού— να συζητούν τη μορφή του ego sum στο κέντρο της δικής τους εργασίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Descartes όχι μόνο μία από τις σπάνιες μεγαλοφυείς θεμελιώσεις σε ολόκληρη την ιστορία της μεταφυσικής, αλλά και έναν από τους προνομιακούς τόπους της άσκησης, σήμερα και αύριο, της φιλοσοφίας ως τέτοιας — όποια μορφή κι αν λαμβάνει.
Ο Descartes δεν ανήκει προπάντων στη Γαλλία —ούτε στην Ολλανδία ούτε στη Βαυαρία— ούτε σε κανέναν, παρά μόνο στη δική του ανάδυση. Θα μπορούσε, αντιθέτως, η φιλοσοφία να μην παύει να επιστρέφει σε αυτόν και να προέρχεται από αυτόν, έστω και μόνο για να απαλλαγεί από αυτόν· με λίγα λόγια, θα μπορούσε η σύγχρονη φιλοσοφία να εισέρχεται σε μια aetas cartesiana (καρτεσιανή εποχή), χωρίς κανέναν καρτεσιανισμό.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου