Συνέχεια από Τρίτη 26 Μαΐου 2026
ΔΙΑΛΥΣΗ 6
Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;
MARTINO MORA
Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025
Θριαμβεύων ατομικισμός στο νεωτερικό κράτος και τελικός μετανεωτερικός ατομικισμός
Αυτό που ζούμε είναι η φάση του ακραίου μετανεωτερικού ατομικισμού: ο δικαιωματισμός αντιπροσωπεύει ίσως το τελικό του στάδιο. Κάθε επιθυμία γίνεται δικαίωμα, η ελευθερία γίνεται η παράβαση όλων των ορίων της φυσικής ηθικής· όμως προσέχει κανείς πολύ να μην πάει ενάντια στις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, του ψευδο-ηθικού κώδικα που προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Σήμερα ο ατομικισμός έχει φτάσει στην παράβαση όλων των ορίων που έχουν σχέση με βιοηθικά ζητήματα. Είναι όμως σαφές ότι ένας πλήρης ατομικισμός δεν είναι εντελώς δυνατός: ακόμη και ο πιο ριζοσπαστικός ατομικιστής έχει πάντως ανάγκη να σχετίζεται με άλλα πρόσωπα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση εξακολουθεί πάντοτε να συλλαμβάνει το δικό του εγώ ως προηγούμενο από κάθε συστατική σχέση· αν λοιπόν η κοινωνία τον ακούσει, γίνεται, όπως θα έλεγε ο Marcel de Corte, μια αντικοινωνία, μια συμβατική κοινωνία.
Πρόκειται για μια μυθολογία: αν εγώ συλλαμβάνω τον εαυτό μου ως εκείνον που προηγείται από όλα, που είναι ο έσχατος σκοπός και που δεν υπάρχει παρά μόνο για τον εαυτό του, και σκέφτομαι ότι και οι άλλοι είναι έτσι, τότε σχηματίζω μια εντελώς αφηρημένη εικόνα για εμένα και για τους άλλους, η οποία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Εγώ είμαι εκείνος που έβαλε στο μυαλό του ότι είναι ο σκοπός των πάντων. Ο Άγιος Αυγουστίνος θα έλεγε ότι αυτό βασίζεται στο amor sui στη θέση του amor Dei.
Αυτός ο παραμορφωμένος τρόπος σκέψης αλλάζει πραγματικά τα πράγματα, γίνεται μια ανατρεπτική επαναστατική ώθηση, και έχει διάφορες αιτίες. Μία είναι ασφαλώς η ανάπτυξη της εμπορικής οικονομίας —ο Georg Simmel θα έλεγε η επικράτηση του χρήματος—: η χρήση του χρήματος στις οικονομικές ανταλλαγές επηρεάζει τη σκέψη, διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις σύμφωνα με μια αρχή αδιαφορίας ανάμεσα στους ανθρώπους.
Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς, τόσο περισσότερο δημιουργείται μια σχέση ξενότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, και ενισχύεται εκείνη η ορθολογικότητα που βασίζεται στον υπολογισμό και που, αναγνωρίζοντας μόνο μεμονωμένα άτομα, είναι ριζικά αντικοινοτική.
Το νεωτερικό κράτος, που κατά βάθος είναι και αυτό μια μεγάλη μηχανή, έκανε το ίδιο πράγμα. Το νεωτερικό κράτος δεν αρχίζει με τη Γαλλική Επανάσταση ή με την Αγγλική Επανάσταση ή με την Αμερικανική Επανάσταση ή με το ιταλικό Risorgimento· διαμορφώνεται ήδη με τη μοναρχική απολυταρχία. Επιδιώκει να συγκεντρώσει όλη την εξουσία στα χέρια του βασιλιά: είναι το αντίθετο πρώτα απ’ όλα της μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του μεσαιωνικού βασιλείου. Η Γαλλία, από αυτή την άποψη, είναι το κατεξοχήν παράδειγμα, αλλά όχι το μοναδικό.
Αυτοί οι ηγεμόνες προσπάθησαν να συγκεντρώσουν την εξουσία αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερο καθετί που αντιστεκόταν, που λειτουργούσε ως ασπίδα, που παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε αυτούς και στους υπηκόους· επομένως όλα τα ενδιάμεσα σώματα: πρώτα απ’ όλα τις φεουδαρχικές εξουσίες, την εξουσία των αριστοκρατών, οι οποίοι θεωρούνται από τον βασιλιά ως αντίπαλοι —ίσως αντίπαλοι που μπορούν να διαφθαρούν, όπως κάνει ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, αλλά πάντως αντίπαλοι.
Έπειτα, οι περιφερειακές αυτονομίες, οι αστικές αυτονομίες, και κατόπιν η ίδια η Εκκλησία, αν δεν κυβερνάται και δεν κατευθύνεται από τους ίδιους τους ηγεμόνες. Έπειτα έρχεται η Γαλλική Επανάσταση, η οποία, όπως πολύ καλά είδε ο Tocqueville, οδηγεί στα άκρα αυτή τη διαδικασία που είχε ήδη αρχίσει.
Πρώτα, πράγματι, συμβαίνει η επικράτηση του νεωτερικού κράτους, το οποίο τείνει να συλλαμβάνει μια άμεση σχέση με τους υπηκόους πρώτα και με τους πολίτες έπειτα. Κατόπιν έρχεται η οριστική διάβρωση των ενδιάμεσων σωμάτων, των περιφερειακών αυτονομιών, των αστικών αυτονομιών, των επαρχιακών αυτονομιών. Έπειτα ακόμη η Γαλλική Επανάσταση, η οποία καταστρέφει και τις συντεχνίες —το ίδιο και στην Αγγλία.
Στη νεωτερική εποχή διαβρώνεται καθετί που είναι κοινότητα. Είτε το κάνει η αγορά, ο καπιταλισμός, η πρωτοκαθεδρία του οικονομικού, είτε η μεγάλη μηχανή του κράτους, η πρωτοκαθεδρία του πολιτικού ή, καλύτερα, ενός ορισμένου τρόπου σύλληψης του πολιτικού, τελικά το αποτέλεσμα είναι ο ατομικισμός. Αυτό όμως γίνεται δυνατό επειδή στο μυαλό των ανθρώπων έχει παγιωθεί η ιδέα ότι είναι πρωτίστως κοινωνικά άτομα: αν δεν είχε περάσει αυτή η αντίληψη, η διάβρωση των ενδιάμεσων σωμάτων δεν θα εμπόδιζε την ανασυγκρότησή τους με άλλον τρόπο.
Όπως παρατηρούσε ο ήδη αναφερθείς Dumont, στον Marx υπάρχει ένας συγκαλυμμένος ατομικισμός, όπως και στους φιλελεύθερους υπάρχει πολύ περισσότερος εξισωτισμός απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε. Στη σκέψη του γενάρχη του φιλελευθερισμού, John Locke, αν και όχι ακόμη τόσο ρητά όσο στο έργο του Adam Smith, εκτός από την πρωτοκαθεδρία του ατόμου υπάρχει και η πρωτοκαθεδρία του οικονομικού. Ο Αμερικανός ιστορικός John Rao ορίζει τον Locke ως υλιστή και ατομικιστή. Ως προς τον ατομικισμό δεν υπάρχουν αμφιβολίες, αλλά ο Rao δεν έχει άδικο ούτε όταν τον ορίζει ως υλιστή με την έννοια του οικονομιστή. Όλα αυτά δικαιώνουν τον Dumont: ο οικονομισμός και ο ατομικισμός, τελικά, είναι αχώριστοι. Από τη στιγμή που αναδύεται ο homo oeconomicus, αυτός τείνει να επιβληθεί και να συλλάβει τον εαυτό του ως άτομο.
Όσον αφορά τον Jean-Jacques Rousseau, αντιθέτως, το ζήτημα είναι κάπως διαφορετικό. Στον Rousseau υπάρχει ασφαλώς μια αρχική ατομικιστική ανθρωπολογία· είναι και αυτός συμβολαιοκράτης, πιστεύει στην κατάσταση της φύσης όπως ο Grotius, ο Hobbes, ο Locke, ο Pufendorf και ο Kant. Είναι όλοι ατομικιστές, επειδή όλοι συλλαμβάνουν μια πρωταρχική φυσική κατάσταση όπου ο άνθρωπος δεν συνδέεται με τίποτε. Η κατάσταση της φύσης είναι μια προκοινωνική και προπολιτική κατάσταση ατόμων που αιωρούνται σαν άτομα, την οποία ο Αριστοτέλης ή ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης θα θεωρούσαν παράλογη και αδιανόητη.
Ο Rousseau όμως στη συνέχεια προσπαθεί να περάσει, με τη διδασκαλία του περί γενικής βούλησης, σε μια μορφή ολισμού ή κοινοτισμού, με ήδη έντονα συλλογικιστικά και αυταρχικά χαρακτηριστικά, τα οποία κατά κάποιον τρόπο προηγούνται της ιακωβινικής πολιτικής του 1793, που με τον Robespierre και τον Saint-Just εμπνεόταν σαφώς από το έργο του ίδιου του Rousseau. Σε ορισμένες πτυχές της σκέψης του, που είναι οι λιγότερο γνωστές —ας σκεφτούμε τα σχέδια Συντάγματος για την Κορσική και την Πολωνία— υπάρχουν ήδη στοιχεία αυτού που θα γίνει ο εθνοτικός εθνικισμός του δέκατου ένατου αιώνα· ενώ, όσον αφορά τα πιο γνωστά του κείμενα, όπως το Κοινωνικό Συμβόλαιο, υπάρχουν όψεις που προαναγγέλλουν την ολοκληρωτική δημοκρατία.
Με τον Rousseau περνά κανείς από τον ατομικισμό, ακόμη και ακραίο —για παράδειγμα στον Αιμίλιο, που χαρακτηρίζεται από έναν ριζικό παιδαγωγικό ατομικισμό— σε μια προσπάθεια υπέρβασής του, η οποία όμως, αντί να καταλήξει σε μια παραδοσιακή κοινοτική αντίληψη, βασισμένη στα ενδιάμεσα σώματα και στις εδαφικές ριζώσεις, φαίνεται να προαναγγέλλει θεωρητικά —και εξαιτίας της μονολιθικής του αντίληψης περί Κυριαρχίας— ορισμένους ολοκληρωτισμούς. Με λίγα λόγια: ο Γενεβέζος φιλόσοφος μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στα δύο άκρα του φιλελεύθερου ατομικισμού και του ψευδοδημοκρατικού ολοκληρωτισμού, ο οποίος έπειτα θα γίνει κομμουνιστικός ή ακόμη και φασιστικός ολοκληρωτισμός, δεδομένου ότι το εθνικιστικό στοιχείο σε ορισμένα κείμενα του Rousseau υπάρχει ήδη, αν και σε ανολοκλήρωτη μορφή. Μεταφέρονται στο συλλογικό Εμείς τα χαρακτηριστικά του χειραφετημένου ατομικού Εγώ, παραμένοντας πάντως μέσα σε μια υποκειμενιστική οπτική —ανάμεσα στο Εγώ και στο Εμείς— ανίκανη να επεξεργαστεί μια ορθή κοινοτική αντίληψη.
Αν μιλήσουμε έπειτα για τον καθαυτό μετανεωτερικό ατομικισμό, τον μετα-εξηνταοκτωβριανό, ο George Soros είναι μια παραδειγματική περίπτωση. Όπως γνωρίζουμε, ο Soros είναι ένας από τους πλουτοκράτες, τους χρηματιστές, τους δισεκατομμυριούχους που είναι περισσότερο στρατευμένοι στην Ανατροπή, πιθανότατα εκείνος που έχει εκτεθεί δημόσια περισσότερο από όλους τους άλλους, εκτός ίσως από τον Bill Gates. Ανάμεσα σε όλους τους πλουτοκράτες, δηλαδή τους ολιγάρχες του χρήματος, που μεταστράφηκαν στη καταστροφική φιλανθρωπία, είναι εκείνος που διαθέτει ένα ελάχιστο θεωρητικής ικανότητας: έχει γράψει βιβλία στα οποία εκθέτει τις ιδέες του και το μοντέλο πολιτισμού του.
Οι άλλοι δισεκατομμυριούχοι συνάδελφοί του είναι ασφαλώς εξίσου ικανοί στο να βγάζουν χρήματα και να χαλούν τον κόσμο, αλλά από διανοητική άποψη είναι συχνά μέτριοι. Ο Soros, αντιθέτως, και λόγω των σπουδών του στη London School of Economics και λόγω της εμβάθυνσης στη σκέψη του Karl Popper, έχει πιο συγκεκριμένες ιδέες. Ας συνεννοηθούμε: δεν είναι βέβαια μεγάλος πολιτικός θεωρητικός ούτε μεγάλος φιλόσοφος, αλλά πάντως στα έργα του, μεταξύ των οποίων το Open Society —που ονομάζεται όπως η περιβόητη εταιρεία που ίδρυσε— και άλλα γραπτά, επεξεργάζεται αυτή τη διδασκαλία της ανοιχτής κοινωνίας, παρμένη από τον Karl Popper, σε ακραία εκδοχή.
Είναι πιθανό ότι ο ίδιος ο Popper, μπροστά σε ορισμένες λύσεις του Soros, και επειδή ανήκε σε άλλη γενιά, θα φρίκαρε. Ο Soros λοιπόν θεωρητικοποιεί αυτή την ανοιχτή κοινωνία, καθαρά ατομικιστική, στην οποία όλες οι σχέσεις είναι ή θα έπρεπε να είναι προσανατολισμένες στο συμβόλαιο, όχι αναγκαστικά γραπτό συμβόλαιο, αλλά και προφορικό. Επομένως και μια ερωτική σχέση, είτε κατά φύσιν είτε παρά φύσιν —ο Soros εδώ και δεκαετίες είναι από τους πιο ενεργούς χρηματοδότες του σοδομιτικού κινήματος—, είναι πάντοτε μια συμβατική σχέση, που μπορεί να είναι ένας γάμος ή απλώς μια ελεύθερη σχέση. Αυτό το συμβόλαιο πρέπει να είναι πάντοτε αναστρέψιμο και πάντοτε εξαρτημένο από τη βούληση και την αυθαιρεσία και των δύο συμβαλλομένων.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον γάμο ή για τις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως συναισθηματικές ή ερωτικές, αλλά απολύτως: δηλαδή, όλα θα έπρεπε να είναι όπως στην αγορά, όπου συνάπτονται συμβόλαια τα οποία έπειτα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει πλέον αμοιβαία ικανοποίηση, μπορούν να λυθούν. Είναι το συμβόλαιο ανάμεσα σε άτομα, το πρότυπο παρμένο από την οικονομία, που πρέπει να εισβάλει σε ολόκληρη την κοινωνία, μέχρι τις πιο απομακρυσμένες της σχισμές.
Επομένως η προοπτική της αγοράς, κυρίως της σημερινής αγοράς, κινητής και ρευστής και με επισφαλή εργασία, πρέπει να διαποτίσει ολόκληρη την κοινωνία. Δεν πρέπει να υπάρχει τίποτε σταθερό, τίποτε πάγιο, αλλά όλα πρέπει να είναι όπως η εργασιακή επισφάλεια. Όλα εξαρτώνται από την αυθαιρεσία των συμβαλλομένων, ακόμη και ενός μόνο από αυτούς· τίποτε δεν πρέπει να είναι οριστικό, όλα μπορούν να τεθούν εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Διακηρύσσεται ρητά ότι δεν υπάρχουν απόλυτες αξίες, αλλά μόνο γνώμες· προτείνεται να αποκλειστεί από την ανοιχτή κοινωνία καθετί που είναι σταθερό και οριστικό, να αποκλειστεί κάθε σχέση που δεν είναι καθαρά ωφελιμιστική, ηδονιστική, προσωρινή και επομένως εγωιστική ανάμεσα στα πρόσωπα.
Η ανοιχτή κοινωνία του Soros είναι μια κοινωνία για άμορφους εγωιστές. Θα μπορούσαμε να πούμε: εγωιστές όλου του κόσμου, ενωθείτε και σχηματίστε την ανοιχτή κοινωνία!
Και τι είναι η άμβλωση, αν όχι η μέγιστη έκφραση εγωισμού; Πράγματι, ο Soros —αν και βέβαια δεν είναι ο μόνος— είναι τεράστιος χρηματοδότης του αμβλωτισμού, των ΜΚΟ των σαπιοκάραβων της θάλασσας, της ελευθερίας μετακίνησης όλων, των χρωματιστών επαναστάσεων, οργανωμένων εναντίον των κακών αυταρχικών ηγετών που αντιτίθενται στην υπερεξουσία του ατλαντισμού και του αμερικανισμού.
Αυτό είναι, με λίγα λόγια, το δυστοπικό μοντέλο του σοροσικού παγκοσμισμού. Είναι σαφές ότι πίσω από αυτόν τον απόλυτο ατομικισμό και συμβολαιοκρατισμό σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει η τάση να αντιμετωπίζεται ο άλλος σαν πράγμα, ακόμη καλύτερα αν συναινεί —αλλά η αμοιβαία συναίνεση στην πραγμοποίηση δεν αλλάζει την ουσία της—, ακριβώς όπως στην καπιταλιστική εμπορευματοποίηση. Το πρότυπο της αγοράς, πράγματι, δεν είναι το πρότυπο εκείνων που συνδέονται με στοργή, με αληθινά και βαθιά αισθήματα, αλλά των οικονομικών σχέσεων, οι οποίες μπορούν ακόμη και να προβλέπουν καλοσύνη ανάμεσα στους συμβαλλομένους, αλλά είναι πάντοτε ωφελιμιστικές.
Το πρότυπο του Soros είναι μια κοινωνία όπου δεν υπάρχουν ταυτότητες, δεν υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· υπάρχει η μαρμελάδα, η αδιαφοροποίητη άνομη μάζα. Υπάρχουν άτομα όλα ίσα —εκτός βέβαια από τη διαφορά εισοδήματος και δυνατοτήτων κατανάλωσης— που αιωρούνται, που συνάπτουν σχέσεις πάντοτε συμφεροντολογικές και στιγμιαίες, και που στην πράξη δεν πιστεύουν σε τίποτε. Απορρίπτει κάθε απόλυτο, κάθε απόλυτη πίστη, είτε αυτή είναι πίστη στον Θεό είτε σε κάτι άλλο, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται ότι και το δικό του μοντέλο παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού είναι στην πράξη ένας νέος ολοκληρωτισμός.
Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα από τον Soros, και είναι εκείνο του σατανισμού, ο οποίος άλλωστε έχει διάφορα κοινά σημεία με την κοσμοθεώρηση που μόλις περιγράψαμε. Αν διαβάσουμε όσα έγραψε ο ιδρυτής του σύγχρονου σατανισμού, δηλαδή ο Anthony LaVey, ρητός οπαδός της υπερφιλελεύθερης Εβραίας συγγραφέως Ayn Rand, βλέπουμε ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι ο θεός του εαυτού του.
Για τον LaVey ο καλός σατανιστής πρέπει να αυτοθεοποιείται με τη μαγεία και να αυτοειδωλοποιείται. Δεν πρέπει να αισθάνεται ποτέ υποχρεωμένος απέναντι στους άλλους, αλλά πρέπει να κάνει μόνο ό,τι του αρέσει περισσότερο. Ο LaVey αναγνωρίζει ότι πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο κοινού δικαίου για να κυβερνάται η κοινωνία· δεν απορρίπτει πλήρως τον νόμο, αλλά αφήνει τον μεγαλύτερο δυνατό χώρο στην αυτοθεοποίηση του ατόμου. Κάθε άτομο πρέπει να είναι άπληστο, αν του αρέσουν τα χρήματα και τα καταναλωτικά αγαθά· πρέπει να είναι ηδονιστής, αν του αρέσουν το σεξ, το φαγητό και κάθε μορφή αισθησιακής ικανοποίησης —οι σατανιστές είναι υπέρ ενός απόλυτου πανερωτισμού—· και έπειτα, φυσικά, πρέπει να θέτει την υπερηφάνειά του πάνω από όλα. Υπάρχει μάλιστα η διατύπωση ότι η μοναδική σημαντική γιορτή του έτους για τον σατανικό μύστη είναι τα γενέθλιά του.
Για τον σατανισμό ο άλλος υπάρχει μόνο μέσα σε μια καθαρά εργαλειακή προοπτική, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι σατανιστές φτάνουν να φαντάζονται μια μαγεία —lesser magic— που αναγκάζει τους άλλους να κάνουν ό,τι εκείνοι θέλουν, σε αντίφαση με την ιδέα τους περί απόλυτης ελευθερίας· διότι, αν μια μαγεία ανάγκαζε τα πρόσωπα να κάνουν ό,τι δεν θέλουν, η ελευθερία τους θα ακυρωνόταν.
Προφανώς ο LaVey και οι όμοιοί του είναι οπαδοί —ακόμη και όταν αρνούνται την εξατομικευμένη ύπαρξή του και τον περιορίζουν σε αρχέτυπο— εκείνου που είναι ψεύτης και θέλει να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Επομένως αυτή η ιδέα του απόλυτου ατομικισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προϊόν μιας βούλησης που αποσκοπεί στο να καταστρέψει πλήρως τη συμβίωση και τη ζωή πάνω στη γη.
Ο ατομικισμός είναι θεμελιώδες μέρος σχεδόν όλων των ειδών εσωτερισμού, συμπεριλαμβανομένου και του πιο σκοτεινού αποκρυφισμού· μπορεί να αναφερθεί ο Άγγλος μαύρος μάγος Aleister Crowley, ο οποίος στο Liber Oz είναι ίσως ο πρώτος που θεωρητικοποιεί το δικαίωμα στην απόλυτη σεξουαλική ελευθερία και στην απόλυτη ελευθερία μετακίνησης, χαρακτηριστική των σημερινών υποστηρικτών της μετανάστευσης.
Και η μασονία, η σημαντικότερη δυτική εσωτεριστική οργάνωση, σήμερα παρούσα σε όλο τον κόσμο, δεν χάνει ευκαιρία στον δημόσιο λόγο της να εξυμνεί την ελευθερία, την ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και, σε τελική ανάλυση, την κεντρικότητα του υποκειμένου, μπροστά στο οποίο η αλήθεια είναι σχετική και ποτέ απόλυτη. Η μασονία, η οποία στην ιστορία της πέρασε και από σημαντικές εθνικιστικές μέθες, έχει πάντοτε τον ατομικισμό ως θεμελιώδες συστατικό.
Συνεχίζεται με: Εξισωτισμός: ισοπέδωση για την υπονόμευση
MARTINO MORA
Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025
Θριαμβεύων ατομικισμός στο νεωτερικό κράτος και τελικός μετανεωτερικός ατομικισμός
Αυτό που ζούμε είναι η φάση του ακραίου μετανεωτερικού ατομικισμού: ο δικαιωματισμός αντιπροσωπεύει ίσως το τελικό του στάδιο. Κάθε επιθυμία γίνεται δικαίωμα, η ελευθερία γίνεται η παράβαση όλων των ορίων της φυσικής ηθικής· όμως προσέχει κανείς πολύ να μην πάει ενάντια στις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, του ψευδο-ηθικού κώδικα που προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Σήμερα ο ατομικισμός έχει φτάσει στην παράβαση όλων των ορίων που έχουν σχέση με βιοηθικά ζητήματα. Είναι όμως σαφές ότι ένας πλήρης ατομικισμός δεν είναι εντελώς δυνατός: ακόμη και ο πιο ριζοσπαστικός ατομικιστής έχει πάντως ανάγκη να σχετίζεται με άλλα πρόσωπα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση εξακολουθεί πάντοτε να συλλαμβάνει το δικό του εγώ ως προηγούμενο από κάθε συστατική σχέση· αν λοιπόν η κοινωνία τον ακούσει, γίνεται, όπως θα έλεγε ο Marcel de Corte, μια αντικοινωνία, μια συμβατική κοινωνία.
Πρόκειται για μια μυθολογία: αν εγώ συλλαμβάνω τον εαυτό μου ως εκείνον που προηγείται από όλα, που είναι ο έσχατος σκοπός και που δεν υπάρχει παρά μόνο για τον εαυτό του, και σκέφτομαι ότι και οι άλλοι είναι έτσι, τότε σχηματίζω μια εντελώς αφηρημένη εικόνα για εμένα και για τους άλλους, η οποία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Εγώ είμαι εκείνος που έβαλε στο μυαλό του ότι είναι ο σκοπός των πάντων. Ο Άγιος Αυγουστίνος θα έλεγε ότι αυτό βασίζεται στο amor sui στη θέση του amor Dei.
Αυτός ο παραμορφωμένος τρόπος σκέψης αλλάζει πραγματικά τα πράγματα, γίνεται μια ανατρεπτική επαναστατική ώθηση, και έχει διάφορες αιτίες. Μία είναι ασφαλώς η ανάπτυξη της εμπορικής οικονομίας —ο Georg Simmel θα έλεγε η επικράτηση του χρήματος—: η χρήση του χρήματος στις οικονομικές ανταλλαγές επηρεάζει τη σκέψη, διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις σύμφωνα με μια αρχή αδιαφορίας ανάμεσα στους ανθρώπους.
Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάπτυξη της οικονομίας της αγοράς, τόσο περισσότερο δημιουργείται μια σχέση ξενότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, και ενισχύεται εκείνη η ορθολογικότητα που βασίζεται στον υπολογισμό και που, αναγνωρίζοντας μόνο μεμονωμένα άτομα, είναι ριζικά αντικοινοτική.
Το νεωτερικό κράτος, που κατά βάθος είναι και αυτό μια μεγάλη μηχανή, έκανε το ίδιο πράγμα. Το νεωτερικό κράτος δεν αρχίζει με τη Γαλλική Επανάσταση ή με την Αγγλική Επανάσταση ή με την Αμερικανική Επανάσταση ή με το ιταλικό Risorgimento· διαμορφώνεται ήδη με τη μοναρχική απολυταρχία. Επιδιώκει να συγκεντρώσει όλη την εξουσία στα χέρια του βασιλιά: είναι το αντίθετο πρώτα απ’ όλα της μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του μεσαιωνικού βασιλείου. Η Γαλλία, από αυτή την άποψη, είναι το κατεξοχήν παράδειγμα, αλλά όχι το μοναδικό.
Αυτοί οι ηγεμόνες προσπάθησαν να συγκεντρώσουν την εξουσία αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερο καθετί που αντιστεκόταν, που λειτουργούσε ως ασπίδα, που παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε αυτούς και στους υπηκόους· επομένως όλα τα ενδιάμεσα σώματα: πρώτα απ’ όλα τις φεουδαρχικές εξουσίες, την εξουσία των αριστοκρατών, οι οποίοι θεωρούνται από τον βασιλιά ως αντίπαλοι —ίσως αντίπαλοι που μπορούν να διαφθαρούν, όπως κάνει ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, αλλά πάντως αντίπαλοι.
Έπειτα, οι περιφερειακές αυτονομίες, οι αστικές αυτονομίες, και κατόπιν η ίδια η Εκκλησία, αν δεν κυβερνάται και δεν κατευθύνεται από τους ίδιους τους ηγεμόνες. Έπειτα έρχεται η Γαλλική Επανάσταση, η οποία, όπως πολύ καλά είδε ο Tocqueville, οδηγεί στα άκρα αυτή τη διαδικασία που είχε ήδη αρχίσει.
Πρώτα, πράγματι, συμβαίνει η επικράτηση του νεωτερικού κράτους, το οποίο τείνει να συλλαμβάνει μια άμεση σχέση με τους υπηκόους πρώτα και με τους πολίτες έπειτα. Κατόπιν έρχεται η οριστική διάβρωση των ενδιάμεσων σωμάτων, των περιφερειακών αυτονομιών, των αστικών αυτονομιών, των επαρχιακών αυτονομιών. Έπειτα ακόμη η Γαλλική Επανάσταση, η οποία καταστρέφει και τις συντεχνίες —το ίδιο και στην Αγγλία.
Στη νεωτερική εποχή διαβρώνεται καθετί που είναι κοινότητα. Είτε το κάνει η αγορά, ο καπιταλισμός, η πρωτοκαθεδρία του οικονομικού, είτε η μεγάλη μηχανή του κράτους, η πρωτοκαθεδρία του πολιτικού ή, καλύτερα, ενός ορισμένου τρόπου σύλληψης του πολιτικού, τελικά το αποτέλεσμα είναι ο ατομικισμός. Αυτό όμως γίνεται δυνατό επειδή στο μυαλό των ανθρώπων έχει παγιωθεί η ιδέα ότι είναι πρωτίστως κοινωνικά άτομα: αν δεν είχε περάσει αυτή η αντίληψη, η διάβρωση των ενδιάμεσων σωμάτων δεν θα εμπόδιζε την ανασυγκρότησή τους με άλλον τρόπο.
Όπως παρατηρούσε ο ήδη αναφερθείς Dumont, στον Marx υπάρχει ένας συγκαλυμμένος ατομικισμός, όπως και στους φιλελεύθερους υπάρχει πολύ περισσότερος εξισωτισμός απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε. Στη σκέψη του γενάρχη του φιλελευθερισμού, John Locke, αν και όχι ακόμη τόσο ρητά όσο στο έργο του Adam Smith, εκτός από την πρωτοκαθεδρία του ατόμου υπάρχει και η πρωτοκαθεδρία του οικονομικού. Ο Αμερικανός ιστορικός John Rao ορίζει τον Locke ως υλιστή και ατομικιστή. Ως προς τον ατομικισμό δεν υπάρχουν αμφιβολίες, αλλά ο Rao δεν έχει άδικο ούτε όταν τον ορίζει ως υλιστή με την έννοια του οικονομιστή. Όλα αυτά δικαιώνουν τον Dumont: ο οικονομισμός και ο ατομικισμός, τελικά, είναι αχώριστοι. Από τη στιγμή που αναδύεται ο homo oeconomicus, αυτός τείνει να επιβληθεί και να συλλάβει τον εαυτό του ως άτομο.
Όσον αφορά τον Jean-Jacques Rousseau, αντιθέτως, το ζήτημα είναι κάπως διαφορετικό. Στον Rousseau υπάρχει ασφαλώς μια αρχική ατομικιστική ανθρωπολογία· είναι και αυτός συμβολαιοκράτης, πιστεύει στην κατάσταση της φύσης όπως ο Grotius, ο Hobbes, ο Locke, ο Pufendorf και ο Kant. Είναι όλοι ατομικιστές, επειδή όλοι συλλαμβάνουν μια πρωταρχική φυσική κατάσταση όπου ο άνθρωπος δεν συνδέεται με τίποτε. Η κατάσταση της φύσης είναι μια προκοινωνική και προπολιτική κατάσταση ατόμων που αιωρούνται σαν άτομα, την οποία ο Αριστοτέλης ή ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης θα θεωρούσαν παράλογη και αδιανόητη.
Ο Rousseau όμως στη συνέχεια προσπαθεί να περάσει, με τη διδασκαλία του περί γενικής βούλησης, σε μια μορφή ολισμού ή κοινοτισμού, με ήδη έντονα συλλογικιστικά και αυταρχικά χαρακτηριστικά, τα οποία κατά κάποιον τρόπο προηγούνται της ιακωβινικής πολιτικής του 1793, που με τον Robespierre και τον Saint-Just εμπνεόταν σαφώς από το έργο του ίδιου του Rousseau. Σε ορισμένες πτυχές της σκέψης του, που είναι οι λιγότερο γνωστές —ας σκεφτούμε τα σχέδια Συντάγματος για την Κορσική και την Πολωνία— υπάρχουν ήδη στοιχεία αυτού που θα γίνει ο εθνοτικός εθνικισμός του δέκατου ένατου αιώνα· ενώ, όσον αφορά τα πιο γνωστά του κείμενα, όπως το Κοινωνικό Συμβόλαιο, υπάρχουν όψεις που προαναγγέλλουν την ολοκληρωτική δημοκρατία.
Με τον Rousseau περνά κανείς από τον ατομικισμό, ακόμη και ακραίο —για παράδειγμα στον Αιμίλιο, που χαρακτηρίζεται από έναν ριζικό παιδαγωγικό ατομικισμό— σε μια προσπάθεια υπέρβασής του, η οποία όμως, αντί να καταλήξει σε μια παραδοσιακή κοινοτική αντίληψη, βασισμένη στα ενδιάμεσα σώματα και στις εδαφικές ριζώσεις, φαίνεται να προαναγγέλλει θεωρητικά —και εξαιτίας της μονολιθικής του αντίληψης περί Κυριαρχίας— ορισμένους ολοκληρωτισμούς. Με λίγα λόγια: ο Γενεβέζος φιλόσοφος μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στα δύο άκρα του φιλελεύθερου ατομικισμού και του ψευδοδημοκρατικού ολοκληρωτισμού, ο οποίος έπειτα θα γίνει κομμουνιστικός ή ακόμη και φασιστικός ολοκληρωτισμός, δεδομένου ότι το εθνικιστικό στοιχείο σε ορισμένα κείμενα του Rousseau υπάρχει ήδη, αν και σε ανολοκλήρωτη μορφή. Μεταφέρονται στο συλλογικό Εμείς τα χαρακτηριστικά του χειραφετημένου ατομικού Εγώ, παραμένοντας πάντως μέσα σε μια υποκειμενιστική οπτική —ανάμεσα στο Εγώ και στο Εμείς— ανίκανη να επεξεργαστεί μια ορθή κοινοτική αντίληψη.
Αν μιλήσουμε έπειτα για τον καθαυτό μετανεωτερικό ατομικισμό, τον μετα-εξηνταοκτωβριανό, ο George Soros είναι μια παραδειγματική περίπτωση. Όπως γνωρίζουμε, ο Soros είναι ένας από τους πλουτοκράτες, τους χρηματιστές, τους δισεκατομμυριούχους που είναι περισσότερο στρατευμένοι στην Ανατροπή, πιθανότατα εκείνος που έχει εκτεθεί δημόσια περισσότερο από όλους τους άλλους, εκτός ίσως από τον Bill Gates. Ανάμεσα σε όλους τους πλουτοκράτες, δηλαδή τους ολιγάρχες του χρήματος, που μεταστράφηκαν στη καταστροφική φιλανθρωπία, είναι εκείνος που διαθέτει ένα ελάχιστο θεωρητικής ικανότητας: έχει γράψει βιβλία στα οποία εκθέτει τις ιδέες του και το μοντέλο πολιτισμού του.
Οι άλλοι δισεκατομμυριούχοι συνάδελφοί του είναι ασφαλώς εξίσου ικανοί στο να βγάζουν χρήματα και να χαλούν τον κόσμο, αλλά από διανοητική άποψη είναι συχνά μέτριοι. Ο Soros, αντιθέτως, και λόγω των σπουδών του στη London School of Economics και λόγω της εμβάθυνσης στη σκέψη του Karl Popper, έχει πιο συγκεκριμένες ιδέες. Ας συνεννοηθούμε: δεν είναι βέβαια μεγάλος πολιτικός θεωρητικός ούτε μεγάλος φιλόσοφος, αλλά πάντως στα έργα του, μεταξύ των οποίων το Open Society —που ονομάζεται όπως η περιβόητη εταιρεία που ίδρυσε— και άλλα γραπτά, επεξεργάζεται αυτή τη διδασκαλία της ανοιχτής κοινωνίας, παρμένη από τον Karl Popper, σε ακραία εκδοχή.
Είναι πιθανό ότι ο ίδιος ο Popper, μπροστά σε ορισμένες λύσεις του Soros, και επειδή ανήκε σε άλλη γενιά, θα φρίκαρε. Ο Soros λοιπόν θεωρητικοποιεί αυτή την ανοιχτή κοινωνία, καθαρά ατομικιστική, στην οποία όλες οι σχέσεις είναι ή θα έπρεπε να είναι προσανατολισμένες στο συμβόλαιο, όχι αναγκαστικά γραπτό συμβόλαιο, αλλά και προφορικό. Επομένως και μια ερωτική σχέση, είτε κατά φύσιν είτε παρά φύσιν —ο Soros εδώ και δεκαετίες είναι από τους πιο ενεργούς χρηματοδότες του σοδομιτικού κινήματος—, είναι πάντοτε μια συμβατική σχέση, που μπορεί να είναι ένας γάμος ή απλώς μια ελεύθερη σχέση. Αυτό το συμβόλαιο πρέπει να είναι πάντοτε αναστρέψιμο και πάντοτε εξαρτημένο από τη βούληση και την αυθαιρεσία και των δύο συμβαλλομένων.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον γάμο ή για τις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως συναισθηματικές ή ερωτικές, αλλά απολύτως: δηλαδή, όλα θα έπρεπε να είναι όπως στην αγορά, όπου συνάπτονται συμβόλαια τα οποία έπειτα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει πλέον αμοιβαία ικανοποίηση, μπορούν να λυθούν. Είναι το συμβόλαιο ανάμεσα σε άτομα, το πρότυπο παρμένο από την οικονομία, που πρέπει να εισβάλει σε ολόκληρη την κοινωνία, μέχρι τις πιο απομακρυσμένες της σχισμές.
Επομένως η προοπτική της αγοράς, κυρίως της σημερινής αγοράς, κινητής και ρευστής και με επισφαλή εργασία, πρέπει να διαποτίσει ολόκληρη την κοινωνία. Δεν πρέπει να υπάρχει τίποτε σταθερό, τίποτε πάγιο, αλλά όλα πρέπει να είναι όπως η εργασιακή επισφάλεια. Όλα εξαρτώνται από την αυθαιρεσία των συμβαλλομένων, ακόμη και ενός μόνο από αυτούς· τίποτε δεν πρέπει να είναι οριστικό, όλα μπορούν να τεθούν εκ νέου υπό αμφισβήτηση. Διακηρύσσεται ρητά ότι δεν υπάρχουν απόλυτες αξίες, αλλά μόνο γνώμες· προτείνεται να αποκλειστεί από την ανοιχτή κοινωνία καθετί που είναι σταθερό και οριστικό, να αποκλειστεί κάθε σχέση που δεν είναι καθαρά ωφελιμιστική, ηδονιστική, προσωρινή και επομένως εγωιστική ανάμεσα στα πρόσωπα.
Η ανοιχτή κοινωνία του Soros είναι μια κοινωνία για άμορφους εγωιστές. Θα μπορούσαμε να πούμε: εγωιστές όλου του κόσμου, ενωθείτε και σχηματίστε την ανοιχτή κοινωνία!
Και τι είναι η άμβλωση, αν όχι η μέγιστη έκφραση εγωισμού; Πράγματι, ο Soros —αν και βέβαια δεν είναι ο μόνος— είναι τεράστιος χρηματοδότης του αμβλωτισμού, των ΜΚΟ των σαπιοκάραβων της θάλασσας, της ελευθερίας μετακίνησης όλων, των χρωματιστών επαναστάσεων, οργανωμένων εναντίον των κακών αυταρχικών ηγετών που αντιτίθενται στην υπερεξουσία του ατλαντισμού και του αμερικανισμού.
Αυτό είναι, με λίγα λόγια, το δυστοπικό μοντέλο του σοροσικού παγκοσμισμού. Είναι σαφές ότι πίσω από αυτόν τον απόλυτο ατομικισμό και συμβολαιοκρατισμό σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει η τάση να αντιμετωπίζεται ο άλλος σαν πράγμα, ακόμη καλύτερα αν συναινεί —αλλά η αμοιβαία συναίνεση στην πραγμοποίηση δεν αλλάζει την ουσία της—, ακριβώς όπως στην καπιταλιστική εμπορευματοποίηση. Το πρότυπο της αγοράς, πράγματι, δεν είναι το πρότυπο εκείνων που συνδέονται με στοργή, με αληθινά και βαθιά αισθήματα, αλλά των οικονομικών σχέσεων, οι οποίες μπορούν ακόμη και να προβλέπουν καλοσύνη ανάμεσα στους συμβαλλομένους, αλλά είναι πάντοτε ωφελιμιστικές.
Το πρότυπο του Soros είναι μια κοινωνία όπου δεν υπάρχουν ταυτότητες, δεν υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· υπάρχει η μαρμελάδα, η αδιαφοροποίητη άνομη μάζα. Υπάρχουν άτομα όλα ίσα —εκτός βέβαια από τη διαφορά εισοδήματος και δυνατοτήτων κατανάλωσης— που αιωρούνται, που συνάπτουν σχέσεις πάντοτε συμφεροντολογικές και στιγμιαίες, και που στην πράξη δεν πιστεύουν σε τίποτε. Απορρίπτει κάθε απόλυτο, κάθε απόλυτη πίστη, είτε αυτή είναι πίστη στον Θεό είτε σε κάτι άλλο, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται ότι και το δικό του μοντέλο παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού είναι στην πράξη ένας νέος ολοκληρωτισμός.
Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα από τον Soros, και είναι εκείνο του σατανισμού, ο οποίος άλλωστε έχει διάφορα κοινά σημεία με την κοσμοθεώρηση που μόλις περιγράψαμε. Αν διαβάσουμε όσα έγραψε ο ιδρυτής του σύγχρονου σατανισμού, δηλαδή ο Anthony LaVey, ρητός οπαδός της υπερφιλελεύθερης Εβραίας συγγραφέως Ayn Rand, βλέπουμε ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι ο θεός του εαυτού του.
Για τον LaVey ο καλός σατανιστής πρέπει να αυτοθεοποιείται με τη μαγεία και να αυτοειδωλοποιείται. Δεν πρέπει να αισθάνεται ποτέ υποχρεωμένος απέναντι στους άλλους, αλλά πρέπει να κάνει μόνο ό,τι του αρέσει περισσότερο. Ο LaVey αναγνωρίζει ότι πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο κοινού δικαίου για να κυβερνάται η κοινωνία· δεν απορρίπτει πλήρως τον νόμο, αλλά αφήνει τον μεγαλύτερο δυνατό χώρο στην αυτοθεοποίηση του ατόμου. Κάθε άτομο πρέπει να είναι άπληστο, αν του αρέσουν τα χρήματα και τα καταναλωτικά αγαθά· πρέπει να είναι ηδονιστής, αν του αρέσουν το σεξ, το φαγητό και κάθε μορφή αισθησιακής ικανοποίησης —οι σατανιστές είναι υπέρ ενός απόλυτου πανερωτισμού—· και έπειτα, φυσικά, πρέπει να θέτει την υπερηφάνειά του πάνω από όλα. Υπάρχει μάλιστα η διατύπωση ότι η μοναδική σημαντική γιορτή του έτους για τον σατανικό μύστη είναι τα γενέθλιά του.
Για τον σατανισμό ο άλλος υπάρχει μόνο μέσα σε μια καθαρά εργαλειακή προοπτική, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι σατανιστές φτάνουν να φαντάζονται μια μαγεία —lesser magic— που αναγκάζει τους άλλους να κάνουν ό,τι εκείνοι θέλουν, σε αντίφαση με την ιδέα τους περί απόλυτης ελευθερίας· διότι, αν μια μαγεία ανάγκαζε τα πρόσωπα να κάνουν ό,τι δεν θέλουν, η ελευθερία τους θα ακυρωνόταν.
Προφανώς ο LaVey και οι όμοιοί του είναι οπαδοί —ακόμη και όταν αρνούνται την εξατομικευμένη ύπαρξή του και τον περιορίζουν σε αρχέτυπο— εκείνου που είναι ψεύτης και θέλει να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Επομένως αυτή η ιδέα του απόλυτου ατομικισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προϊόν μιας βούλησης που αποσκοπεί στο να καταστρέψει πλήρως τη συμβίωση και τη ζωή πάνω στη γη.
Ο ατομικισμός είναι θεμελιώδες μέρος σχεδόν όλων των ειδών εσωτερισμού, συμπεριλαμβανομένου και του πιο σκοτεινού αποκρυφισμού· μπορεί να αναφερθεί ο Άγγλος μαύρος μάγος Aleister Crowley, ο οποίος στο Liber Oz είναι ίσως ο πρώτος που θεωρητικοποιεί το δικαίωμα στην απόλυτη σεξουαλική ελευθερία και στην απόλυτη ελευθερία μετακίνησης, χαρακτηριστική των σημερινών υποστηρικτών της μετανάστευσης.
Και η μασονία, η σημαντικότερη δυτική εσωτεριστική οργάνωση, σήμερα παρούσα σε όλο τον κόσμο, δεν χάνει ευκαιρία στον δημόσιο λόγο της να εξυμνεί την ελευθερία, την ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και, σε τελική ανάλυση, την κεντρικότητα του υποκειμένου, μπροστά στο οποίο η αλήθεια είναι σχετική και ποτέ απόλυτη. Η μασονία, η οποία στην ιστορία της πέρασε και από σημαντικές εθνικιστικές μέθες, έχει πάντοτε τον ατομικισμό ως θεμελιώδες συστατικό.
Συνεχίζεται με: Εξισωτισμός: ισοπέδωση για την υπονόμευση
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου