
Στο παρακάτω κείμενο, μιλά για την διαφορά της ταπεινής, λυτρωτικής, ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης, διαλυτικής, εξουσιαστικής και τοξικής δυτικής ενοχής! Το περιγράφει μέσα στη ζωή, τις σχέσεις και τον έρωτα, όχι αποστασιοποιημένα και διανοουμενίστικα. Σε ένα δωμάτιο ελληνικού νησιού, στην αμφιλύκη του πελάγους και στην εφιαλτική υπαρξιακή αγωνία της γενιάς του (της γενιάς μας) να γίνει επιτακτικά «μοντέρνα», ξιπάζοντας και διαλύοντας έναν βαθύ πολιτισμό κοινότητας, σεβασμού και ουσιαστικών σχέσεων.
Άλλωστε, η ετυμολογία της ελληνικής «ντροπής» είναι ουσιώδης και αποκαλυπτική. Βρίσκεται απέναντι από την εξουσιαστική ενοχή της δυτικής νοησιαρχίας, του φόβου και του ατομικισμού, που ενώνει τις παρέες της κραιπάλης και του μηδενισμού, τα οποία είναι η μόνη διέξοδος, όταν ο ανέστιος νομάς του σύγχρονου κόσμου, δεν μπορεί να βαστάξει την απώλεια της πρωταρχικής αγαπητικής κοινότητας και της δημοκρατίας, ως σεβασμού του Άλλου, ως εαυτόν.

«Αἴας δ’ ἑτέρωθεν ἐκέκλετο οἷς ἑτάροισιν.
αἰδώς Ἀργεῖοι νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι»
[«Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε»]
Στον Σοφοκλή, η αιδώ, είναι η φροντίδα για τους άλλους, η έγνοια, ο σεβασμός, η ευλάβεια, το σέβας. Ενώ το αἰδέομαι, στην ελληνική πατερική ορθόδοξη παράδοση, εμπεριέχει και την έννοια του σεβασμού, όταν σέβομαι τη δυστυχία του άλλου, όταν φροντίζω και νοιάζομαι για κάποιον, όταν δείχνω ενδιαφέρον και συμπάθεια για τον άλλον.
Η ελληνική ιδιοτυπία της «ντροπής», εμπεριέχει ξεκάθαρα τον σεβασμό στον εαυτό μου και προς τον άλλον. Έχει βλαστήσει στο έδαφος της οντολογίας του Προσώπου, που συναντάμε τόσο στον προσωποκεντρικό αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στον ωφέλιμο κολλεκτιβισμό της Ορθόδοξης κοσμολογίας. Σε αντίθεση με την ενοχή, που την προστάζει η πατερναλιστική ρωμαιοκαθολική φιλοσοφία ενός δυτικού πνεύματος, που θέλει τον άνθρωπο άτομο (α+τέμνω ), δηλαδή κάποιον που δεν τέμνεται, που δεν μοιράζεται με τους άλλους. Αυτός που ντρέπεται αποφεύγει να δείξει το πρόσωπό του, το οποίο αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής και των σχέσεών του με τους άλλους. Το συνάντησα, στη συνοικία και τα καφενεία που μεγάλωσα, όταν «δεν είχαμε πρόσωπο, να βγούμε στη γειτονιά», συνειδητοποιώντας μια συμπεριφορά που μας απομάκρυνε από τους άλλους. Όταν … «παίρναμε τα πράματα προσωπικά» γιατί θέλαμε να έχουμε τσίπα. . Τότε… «εν-τρεπόμασταν», στρίβαμε το πρόσωπό μας, ρίχναμε τα μούτρα μας κάτω, τα καλύπταμε με τα χέρια. Θέλαμε για λίγο να είμαστε …απρόσωποι, για να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να γυρίσουμε αποκαθαρμένοι, με «καθαρό πρόσωπο» και «ψηλά το κεφάλι» στην συνοικιακή εκκλησία του δήμου μας.
Δημήτρης Ναπ.Γ

«ΡΕΑ, ΤΡΙΑΝΤΑΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ, μεθυσμένη τα χαράματα σ’αυτό το παράξενο μέρος όπου στενεύει ένα αόρατο ελληνικό νησί, παρέα με ανθρώπους άλλων εποχών. Μπήκε στο δωμάτιό της τα χαράματα στη Μοντάνα και δεν της είπε τίποτα γιατί ήταν Έλληνας. Αν της έλεγε κάτι, θα το χάλαγε, της είπε τα πάντα χωρίς να της μιλήσει και το κράτησε ακέραιο.
Οι Έλληνες είχαν μάθει να ντρέπονται, ίσως ήταν το μόνο πράγμα που είχαν μάθει τόσο καλά, όλοι οι άλλοι έδειχναν να το έχουν ξεπεράσει, κι εκείνοι συνέχιζαν να ντρέπονται, ήταν οι μόνοι σ’αυτή την απελευθερωμένη ήπειρο που συνέχιζαν να ντρέπονται.
Μέχρι τον Ιούλιο του 1971 οι Έλληνες είχαν κάτι εντελώς δικό τους, ήξεραν να ντρέπονται ενώ όλοι οι άλλοι ήξεραν να έχουν ενοχές, είχαν μάθει πολύ καλά να αισθάνονται ένοχοι και μετά να απελευθερώνονται κάνοντας θόρυβο, τραγουδώντας τη ρήξη, φλερτάροντας με τη βία, εξαπολύοντας κύματα οργής.
Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα στη Μοντάνα, θα είχε πει ψέμματα, δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί τα χαράματα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις με χαμηλωμένα τα μάτια για λίγα λεπτά κι ύστερα να φύγεις αθόρυβα. Πρέπει να πεις τα πάντα χωρίς να μιλήσεις κι ύστερα να εξαφανιστείς, αφήνεις μια σφραγίδα στη μνήμη κι ύστερα χάνεσαι, αυτό σημαίνει να είσαι Έλληνας μέχρι τον Ιούλιο του 1971.
Έξω χαράζει, οι γονείς σου σε έχουν στείλει εδώ για να συμφιλιωθείς με το ευρωπαϊκό ξεθάρρεμα, σε έχουν διατάξει σιωπηρά να γίνεις ένα με τον απελευθερωμένο κόσμο κι εσύ συνεχίζεις να αισθάνεσαι κάπως αμήχανα, σε κυριεύει μια ανεξήγητη ευαισθησία για τα πάντα, δεν είσαι καθόλου ένοχη και δεν μπορείς να έρθεις σε ρήξη, δεν είσαι ένοχη και συνεχίζεις να ντρέπεσαι.
Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα, θα είχε καταστρέψει τα πάντα κι εκείνη θα τον είχε ξεχάσει στη στιγμή, ενώ τώρα στέκει με χαμηλωμένα τα μάτια κάθε φορά που αντικρίζει το χάραμα, κάθε φορά που παρασύρεται από ανθρώπους άλλων εποχών και ξενυχτάει μέχρι τέλους, κάθε φορά που διαλύεται μεθυσμένη στο πρώτο φως της μέρας».
Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ, ΤΟΥ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ.
Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕ. ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου