Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία 1

Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία 1

Η συμβολή του Karl Rahner στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και στην ερμηνεία της

Του Günther Wassilowsky, Μόναχο

Περιεχόμενα

Andreas R. Batlogg SJ
Εισαγωγή ............................................................

Günther Wassilowsky

Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία
Η συμβολή του Karl Rahner στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και στην ερμηνεία της ...............
1. Η βασική ερμηνεία του Karl Rahner για τη Β΄ Βατικανή:
Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία ............................................................
2. Περί της «επιρροής» ενός θεολόγου της Συνόδου:
Ο Karl Rahner μέσα στο «τσουκάλι» ........................................................................
3. Η κριτική του Rahner στη θεολογία των προπαρασκευαστικών σχεδίων:
«Να συμμεριστούμε την ανάγκη πίστης των ανθρώπων του σήμερα» ......................
4. Η εκκλησιολογία του «Γερμανικού Σχεδίου»:
Η Εκκλησία ως καθολικό μυστήριο σωτηρίας ..........................................................
5. Και οι τοπικές Εκκλησίες;
Η Εκκλησία ως κοινότητα του θυσιαστηρίου (Lumen gentium 26) .........................
6. Συμπέρασμα: Σωροί πισσουρανίτη και 0,14 γραμμάρια ραδίου .........................
Andreas R. Batlogg SJ
Σημειώσεις .............................................................................................................

Εισαγωγή
Andreas R. Batlogg SJ
Κυρίες και κύριοι,
σας καλωσορίζω όλους θερμά στη Rahner Lecture 2012! Χαίρομαι για το ενδιαφέρον σας για έναν Ιησουίτη και θεολόγο, του οποίου το έργο ζωής συνδέεται στενά με το θέμα της φετινής Lecture: τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.


Σε λίγους μήνες, στις 11 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται 50 χρόνια από την ημέρα έναρξης αυτού του σημαντικότερου εκκλησιαστικού γεγονότος της Καθολικής Εκκλησίας στον 20ό αιώνα. Για την ερμηνεία του γίνεται ανέκαθεν αγώνας και διαμάχη, ακόμη και πολεμική. Από υπερδεξιούς κύκλους μέσα στην Εκκλησία —και δυστυχώς όχι μόνο από αυτούς— συχνά σχετικοποιείται ή ακόμη και δαιμονοποιείται. Το γεγονός ότι με τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄ έχουμε έναν Πάπα ο οποίος τότε, όπως και ο Karl Rahner SJ, υπήρξε θεολόγος της Συνόδου, δίνει στην επέτειο έναν ιδιαίτερο τόνο. Ο Joseph Ratzinger, μαζί με τον Hans Küng, συγκαταλεγόταν στους «εφήβους» της Συνόδου —κατά τη διατύπωση του M. Schmaus.

Ιδιαίτερα θερμά καλωσορίζω απόψε τον καθηγητή δρ. Günther Wassilowsky, ο οποίος θα δώσει τη Lecture.

Είναι η τέταρτη Rahner Lecture — και εξακολουθεί να είναι ένα πείραμα και ένα τόλμημα: Ποιος θα έρθει και πόσοι; Ποιος ενδιαφέρεται ακόμη για τον Karl Rahner; Για τις παρορμήσεις του προς τη θεολογία και την Εκκλησία, οι οποίες υπερβαίνουν το εφήμερο; Οι πεποιθήσεις όμως δεν εξαρτώνται από την ακροαματικότητα. Γι’ αυτό χαίρομαι ακόμη περισσότερο που ανάμεσα στους επισκέπτες βρίσκεται και ο πρόεδρος της Ανώτατης Σχολής, η οποία από το 2009 λειτουργεί ως οικοδέσποινα της Rahner Lecture. Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας, κύριε καθηγητά Wallacher· πέρυσι, όταν ήσασταν ορισμένος αλλά όχι ακόμη εν ενεργεία πρόεδρος, σας εμπόδισε να παρευρεθείτε μια βραδιά πρώτης Θείας Κοινωνίας της κόρης σας, όπως μου γνωστοποιήσατε.
Για ορισμένους ο δρόμος προς το Μόναχο είναι πολύ μακρύς. Άλλοι έρχονται από πολύ μακριά. Με την ευκαιρία αυτή αναφέρω ιδιαιτέρως τον Norlan Julia, έναν Φιλιππινέζο Ιησουίτη, ο οποίος στο Heythrop College του Λονδίνου γράφει διδακτορική διατριβή για τη θεολογία της ιεροσύνης στον Karl Rahner μέσα στο ασιατικό πλαίσιο. Χρησιμοποιεί αυτές τις ημέρες για έρευνες στο Αρχείο Karl Rahner. Norlan, you are most welcome here in Munich. Thank you for joining this year’s Rahner Lecture.
Χαιρετίζω ονομαστικά τον καθηγητή Franz Xaver Bischof από το LMU, κάτοχο της έδρας Εκκλησιαστικής Ιστορίας· η σύζυγός του, Anna Gruber Bischof, είναι μια εξαιρετικά πολύτιμη και διακριτική συνεργάτιδα στο Αρχείο Karl Rahner. Αλαμανοί μεταξύ τους! Εδώ βρίσκεται και ο καθηγητής Thomas Cremer, γιος της αδελφής του Karl Rahner, η οποία πέθανε το 2004. Ο κύριος Cremer είναι καθηγητής Ανθρώπινης Γενετικής και Ανθρωπολογίας στο LMU· εδώ και κάποιο διάστημα διεξάγουμε μεταξύ μας κουραστικές, αλλά πολύ γόνιμες, συζητήσεις αντιπαράθεσης. Last but not least, χαιρετίζω τον δρ. Klemens Martin, πρόεδρο του Ιδρύματος Karl Rahner του Μονάχου, ο οποίος ήρθε από το Regensburg μαζί με τη σύζυγό του Alice. Το Ίδρυμα Karl Rahner βρίσκεται ιδεατά και οικονομικά πίσω από τη Lecture. Ευχαριστώ.


I.

«Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία. Η συμβολή του Karl Rahner στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και στην ερμηνεία της». Αυτό είναι το θέμα της Lecture 2012 — εύλογο σε μια χρονιά κατά την οποία, σε όλη τη χώρα, τιμάται η μνήμη της Συνόδου.

Όποιος ασχολείται με τον Karl Rahner και τη συμβολή του στη Σύνοδο, συναντά γρήγορα κλισέ και παράξενες, εν μέρει εντελώς αντιφατικές παραστάσεις, οι οποίες επιστρατεύουν τα πιο απίθανα άκρα. Οι ερμηνείες της Συνόδου και του Rahner γίνονται, όπως λέει ο Günther Wassilowsky, «όχι σπάνια μάλιστα αμοιβαία: ο Rahner είτε στιγματίζεται ως ο κρυφός χειραγωγός μιας Συνόδου που φόρτωσε στην Εκκλησία τη λανθασμένη διαδικασία προσαρμογής σε έναν κόσμο που αποχριστιανίζεται όλο και περισσότερο, είτε εξιδανικεύεται ως ο holy ghost writer της, χωρίς τη συμβολή του οποίου η ίδια η Σύνοδος θα είχε παραμείνει προ-συνοδική»¹.

Σε καμία στιγμή δεν θεώρησε ο Karl Rahner τον εαυτό του «πρόσωπο-κλειδί» στην τελευταία Σύνοδο. Σε μια συνέντευξη είπε σχετικά: «Αχ, αυτά είναι κουβέντες που δεν έχουν νόημα»².
Αν αναλογιστεί κανείς ότι η συντριπτική πλειονότητα των έως και 2450 επισκόπων που είχαν συγκεντρωθεί στη Σύνοδο ήταν πάνω από 60 ετών, άρα οι σπουδές τους βρίσκονταν κατά μέσο όρο τρεις δεκαετίες πίσω, γίνεται σαφές πόσο σημαντικό ήταν να μπορούν να προσφεύγουν στη συν-σκέψη θεολόγων και να ενημερώνονται από αυτούς θεολογικά, à jour, σε δύσκολα ζητήματα. Πάνω σε μια γέφυρα —σήμερα συχνά λησμονημένη— μπορούσαν τότε οι δύο ομάδες να βρουν εύκολα η μία την άλλη: η νεοσχολαστική σχολική θεολογία, η οποία κυριαρχούσε μέχρι τη Σύνοδο και έπειτα περιήλθε οριστικά στο περιθώριο, προσέφερε μια προϋπόθεση επικοινωνίας που δεν πρέπει να υποτιμάται για τη συνεργασία μεταξύ επισκόπων και θεολόγων.
Το «Μικρό Θεολογικό Λεξικό», που ο Karl Rahner εξέδωσε το 1961 μαζί με τον Herbert Vorgrimler, έγινε ένα είδος συμπληρωματικού μαθήματος για επισκόπους. Κυκλοφορούσε σε πολλές μεταφράσεις.

Από τον Μάρτιο του 1961 διορισμένος από τον Πάπα ως σύμβουλος μιας προπαρασκευαστικής επιτροπής και εδώ και κάποιο διάστημα ενεργός για τη Σύνοδο έμμεσα ως σύμβουλος του αρχιεπισκόπου της Βιέννης, ο Karl Rahner τέθηκε, αμέσως πριν από την έναρξη της Συνόδου, ακόμη και υπό ρωμαϊκή «προληπτική λογοκρισία». Αυτή προερχόταν από το Άγιο Γραφείο, τη σημερινή Σύνοδο για τη Διδασκαλία της Πίστεως, όχι από το Τάγμα. Αφορμή υπήρξε η πανηγυρική ομιλία του Karl Rahner «Μη σβήνετε το Πνεύμα!» στην Αυστριακή Καθολική Ημέρα, την 1η Ιουνίου 1962 στο Salzburg.
Ο Karl Rahner, στις γνωμοδοτήσεις του για επιμέρους συνοδικά σχέδια προς τον καρδινάλιο Franz König, δεν μάσησε τα λόγια του. Για το σχήμα περί Αποκαλύψεως λέγεται, για παράδειγμα, με απόλυτη σαφήνεια: «Μια τέτοια χονδροειδής φιλοσοφία του συρμού δεν επιτρέπεται να την παρουσιάσει μια Σύνοδος»³. Για αυτές τις γνωμοδοτήσεις θα ακούσουμε αναλυτικά.

Ο Karl Rahner, όπως και πολλοί άλλοι θεολόγοι και αρκετοί επίσκοποι, δεν ήταν αρχικά οπαδός της Συνόδου. Η ρωμαϊκή διοσική σύνοδος του 1960, ένα είδος «δοκιμαστικής πρόβας» της Συνόδου, η οποία κατά τον Wolfgang Beinert είχε παραγάγει «αποφάσεις ασφυκτικής μικροψυχίας»⁴, είχε καταλήξει σε καταστροφή και δεν άφηνε περιθώρια για καλές προσδοκίες. Επιπλέον, βάσει των σχημάτων είχε καταστεί σαφές ότι ένα μέρος της Κουρίας προφανώς ήθελε να «περάσει» τη Σύνοδο και υπολόγιζε μόνο σε διάρκεια λίγων εβδομάδων, κατά τις οποίες οι επίσκοποι θα επικύρωναν απλώς τα προετοιμασμένα σχήματα και έπειτα θα αναχωρούσαν ξανά: δηλαδή ένα concilio lampo, μια τελετουργική «αστραπιαία Σύνοδος» χωρίς πραγματική συζήτηση. Ο Pericle Felici, ο γενικός γραμματέας, υπολόγιζε σε δύο μήνες.


Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Rahner δεν διεκδίκησε ποτέ κάποιον ιδιαίτερο ρόλο: «Ήταν πραγματικά από την αρχή και πάντοτε τόσο πολύ μια ομαδική εργασία, στην οποία τόσοι πολλοί ύφαιναν μαζί στο ένα ύφασμα αυτών των συνοδικών κειμένων, ώστε, με την καλύτερη θέληση, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να διεκδικήσω ιδιαιτέρως για τον εαυτό μου»⁵. Προς την κατεύθυνση ορισμένων συναδέλφων έλεγε: «Υπήρχαν πάρα πολλοί Periti στη Ρώμη κατά τη διάρκεια της Συνόδου, οι οποίοι, για να το πω χονδρικά, απλώς στέκονταν τριγύρω ή δραστηριοποιούνταν εξωσυνοδικά»⁶. Θεολογικός κομπάρσος ασφαλώς δεν ήταν.
Ο Herbert Vorgrimler τόλμησε να διατυπώσει την κρίση: «Στον K. Rahner λοιπόν οφείλεται εν μέρει το ότι υπήρξαν καν τα συνοδικά κείμενα που έχουμε σήμερα»⁷. Αναφέρεται εδώ στην υποδειγματική παρουσία του Rahner και στην κοπιώδη εργασία του πίσω από τα παρασκήνια, δηλαδή μακριά από την αίθουσα της Συνόδου, στις επιτροπές.
Τα ίχνη που άφησε ο Karl Rahner στο Lumen gentium, στο Gaudium et spes ή στο Dei verbum, για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα 16 κείμενα της Συνόδου, αποτελούν αντικείμενο εντατικής έρευνας. Παρ’ όλα όσα μένουν ακόμη να ερευνηθούν, πρέπει να διατηρεί κανείς στη συνείδησή του τον Karl Rahner ως παίκτη ομάδας. Δεν κοιτούσε ζηλότυπα προς το copyright.

II.

Αν πριν από τη Β΄ Βατικανή, τον Φεβρουάριο του 1962, ο Karl Rahner είχε σκεφτεί φωναχτά στα Stimmen der Zeit «Για τη θεολογία της Συνόδου», μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου όλη του η μέριμνα στράφηκε στην εφαρμογή της.

Αυτό εκφράζεται ήδη στην περίφημη πανηγυρική του ομιλία «Η Σύνοδος — μια νέα αρχή», εδώ στο Μόναχο, στις 12 Δεκεμβρίου 1965, σε μια εορταστική εκδήλωση στην αίθουσα Ηρακλή της Residenz, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την επίσημη λήξη της Συνόδου στη Ρώμη. Η ομιλία, που δόθηκε κατόπιν προσκλήσεως του καρδιναλίου Döpfner, δημοσιεύθηκε πολύ γρήγορα, το 1966. Ο Albert Raffelt και εγώ την επανεκδώσαμε και την παρουσιάσαμε μέσα στο συμφραστικό της πλαίσιο· ο καρδινάλιος Lehmann έγραψε γι’ αυτήν μια εκτενέστερη εισαγωγή — μερικά αντίτυπα βρίσκονται ακόμη πίσω προς πώληση.
Τίτλοι όπως «Η διαρκής σημασία της Β΄ Βατικανής Συνόδου» στο τεύχος Δεκεμβρίου 1979 των Stimmen der Zeit, ή «Για μια θεολογική βασική ερμηνεία της Β΄ Βατικανής Συνόδου» στο innsbruckικό Zeitschrift für Katholische Theologie —1979—, ή ακόμη και το άρθρο «Λησμονημένες παρορμήσεις δογματικού χαρακτήρα της Β΄ Βατικανής Συνόδου», που δημοσιεύθηκε στον τόμο 16 των Schriften zur Theologie, δείχνουν ότι το ενδιαφέρον του Karl Rahner για τη Σύνοδο δεν έσβησε ποτέ. Γι’ αυτό και συμμετείχε ενεργά στη Σύνοδο του Würzburg, όταν ήταν ήδη ομότιμος.
Δεν πρέπει να λησμονηθεί: ήδη το 1966 δημοσίευσε μαζί με τον Herbert Vorgrimler το «Μικρό Συνοδικό Εγχειρίδιο», με όλα τα συντάγματα, διατάγματα και δηλώσεις της Β΄ Βατικανής σε μετάφραση εγκεκριμένη από επισκόπους, μαζί με σύντομα σχόλια που ισχύουν μέχρι σήμερα. Και το Lexikon für Theologie und Kirche, του οποίου συνεκδότης ήταν ο Karl Rahner, προσέφερε τρεις συμπληρωματικούς τόμους με εκτενή σχόλια. Όλα αυτά έπρεπε να οργανωθούν.


III.

Σχετικά με τον εισηγητή της Lecture: ο Günther Wassilowsky γεννήθηκε το 1968 στο Hechingen, στο Hohenzollern, και πήρε το απολυτήριό του το 1988. Από το 1990 έως το 1996 σπούδασε Καθολική Θεολογία, Ιστορία και Γερμανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau και στο Pontificia Università Gregoriana στη Ρώμη. Από το 1993 έως το 2000 υπήρξε υπότροφος στη βασική και διδακτορική υποστήριξη του Επισκοπικού Ιδρύματος Σπουδών Cusanuswerk. Μετά το δίπλωμα στην Καθολική Θεολογία το 1996, δίδαξε από το 1997 έως το 1999 ως καθηγητής Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο am Romäusring στο Villingen και στο Kepler-Gymnasium στο Freiburg, όπου, παρεμπιπτόντως, ο Karl Rahner είχε πάρει το απολυτήριό του το 1922. Το 2001 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη Δογματική υπό τον Peter Walter στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau.
Ο τίτλος της διατριβής ήταν: «Η Εκκλησία ως καθολικό μυστήριο σωτηρίας. Η συμβολή του Karl Rahner στην εκκλησιολογία της Β΄ Βατικανής». Για αυτήν ο Günther Wassilowsky έλαβε το Βραβείο Karl Rahner για θεολογική έρευνα του έτους 2001. Και έτσι η μελέτη δημοσιεύθηκε αυτομάτως στη σειρά Innsbrucker theologische Studien ως τόμος 59. Έτσι γίναμε γείτονες: η δική μου διατριβή εμφανίστηκε ως τόμος 58 της ITS.

Από το 2001 έως το 2003 ο Günther Wassilowsky ήταν διευθυντής σπουδών στην Ακαδημία της Επισκοπής Mainz, Erbacher Hof. Έπειτα μετακινήθηκε στη Βεστφαλία και από το 2004 έως το 2007 ήταν επιστημονικός συνεργάτης στο Ειδικό Ερευνητικό Κέντρο 496 «Συμβολική επικοινωνία και κοινωνικά συστήματα αξιών από τον Μεσαίωνα έως τη Γαλλική Επανάσταση» στο Πανεπιστήμιο του Münster. Εκεί είχε τη διεύθυνση του υποπρογράμματος «Παπικό τελετουργικό στην Πρώιμη Νεωτερικότητα». Το 2007 ολοκλήρωσε την υφηγεσία του στην Καθολική-Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Münster υπό τον καθηγητή δρ. Hubert Wolf, ο οποίος απόψε βρίσκεται επίσης στο ακροατήριο. Ο Günther Wassilowsky έλαβε τη venia legendi για το γνωστικό αντικείμενο της Μέσης και Νεότερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Ο τίτλος της υφηγετικής του διατριβής ήταν: «Η σκηνοθεσία του μυστικού. Θρησκεία και πολιτική στη διαδικασία εκλογής πάπα κατά την Πρώιμη Νεωτερικότητα: λόγος — τεχνική — συμβολική». Και αυτή έχει επίσης δημοσιευθεί.

Από το 2007 έως το 2008 εργάστηκε ως ακαδημαϊκός ανώτερος σύμβουλος στην Καθολική-Θεολογική Σχολή του Münster· το 2008 έγινε το άλμα προς την Καθολική-Θεολογική Ιδιωτική Πανεπιστημιακή Σχολή του Linz, όπου ο Günther Wassilowsky είναι έκτοτε καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας και διευθυντής ινστιτούτου. Από τις πολυάριθμες συμμετοχές του σε επιστημονικούς φορείς ας αναφερθούν μόνο μερικές: μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Gesellschaft zur Herausgabe des Corpus Catholicorum, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Γερμανικού Ιστορικού Ινστιτούτου στη Ρώμη, συνεκδότης της Römische Quartalschrift für Christliche Altertumskunde und Kirchengeschichte, πρόεδρος της Ένωσης Αυστριακών Εκκλησιαστικών Ιστορικών· συνεκδότης της Storia del Concilio Vaticano του Istituto per le Scienze religiose της Bologna —2001-2008.
Πότε τα κάνει όλα αυτά αυτός ο άνθρωπος; Ρωτήστε τον οι ίδιοι. Δεν θέλω όμως να παραλείψω να προσθέσω κάτι σε αυτόν τον μακρύ κατάλογο: ο Günther Wassilowsky έγινε για μένα και ένας καλός φίλος, τον οποίο θαυμάζω και μπροστά στις επιστημονικές του επιδόσεις βγάζω το καπέλο. Από τον Günther Wassilowsky, γι’ αυτό είμαι βέβαιος, έχουμε ακόμη πολλά να περιμένουμε!
Ανήκαμε σε έναν κύκλο Rahner, ο οποίος συναντιόταν στο Innsbruck και αργότερα αλλού· διδακτορικοί φοιτητές που πλησίαζαν τον Karl Rahner από διάφορες πλευρές. Έκφραση και αποτέλεσμα αυτού έγινε το βιβλίο «Η πορεία της σκέψης του Karl Rahner», που κυκλοφόρησε το 2003 και το 2004 σε δεύτερη έκδοση. Αυτό το έργο μάς συνδέει και μας συνέδεε, ακόμη κι αν έπειτα οι δρόμοι χωρίστηκαν και οι συγγραφείς σήμερα είναι διασκορπισμένοι σε Feldkirch, Innsbruck, Freiburg, Linz, Mühlheim an der Ruhr και München.
Όταν άρχισε η Σύνοδος, ο Günther Wassilowsky δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Εγώ ο ίδιος ήμουν την ημέρα της έναρξης μόλις επτά ημερών και είχα άλλες χαρές και φροντίδες. Δεν χρειάζεται όμως να ήταν κανείς εκεί. Δεν χρειάζεται να είναι αυτόπτης μάρτυρας της εποχής, για να ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα της Συνόδου. Αυτό θα το ζήσουμε αμέσως τώρα. Günther, σου ζητώ να πάρεις τον λόγο.

Όταν η Εκκλησία έγινε παγκόσμια Εκκλησία

Η συμβολή του Karl Rahner στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και στην ερμηνεία της¹

Günther Wassilowsky

Από την ιστορική απόσταση μισού αιώνα, πολλοί μέσα στην Εκκλησία και στη θεολογία αναρωτιούνται σε αυτό το επετειακό έτος ποιο ήταν το ιδιαίτερο, το μόνιμα άξιο μνήμης και ακόμη και σήμερα δεσμευτικό στοιχείο της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Όχι μόνο οι επαγγελματίες θεολόγοι θέλουν να κατανοήσουν τι χαρακτήριζε αυτή την εκκλησιαστική συνέλευση, ποια χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα, ποια ειδική φυσιογνωμία διαμόρφωσε αυτή η Σύνοδος σε σύγκριση με τις άλλες 20 οικουμενικές συνόδους της εκκλησιαστικής ιστορίας.
Ως εκκλησιαστικός ιστορικός, είμαι σταθερά πεπεισμένος ότι μπορεί κανείς να κατανοήσει αυτή τη Σύνοδο και να την ερμηνεύσει με ορθό τρόπο μόνο αν δεν ερμηνεύει απλώς τα κείμενα που εγκρίθηκαν τελικά. Και αυτό δεν ισχύει μόνο επειδή τα 16 συντάγματα, δηλώσεις και διατάγματα που εξέδωσε η Β΄ Βατικανή, σε σύγκριση με το προηγηθέν συνοδικό γεγονός, είναι πολύ φτωχά, σε πολλές επιμέρους διατυπώσεις ασαφή, συμβιβαστικά, ασύνδετα μεταξύ τους, ίσως ακόμη και αντιφατικά.
Κατά τη γνώμη μου, όποιος θέλει να ερμηνεύσει σωστά τη Β΄ Βατικανή πρέπει ιδίως να ασχοληθεί με ολόκληρο το συνοδικό γεγονός, επειδή το νόημα και ο σκοπός μιας συνόδου δεν εξαντλούνται καθόλου στο να παραγάγει αποφάσεις και έπειτα να τις αποτυπώσει γραπτώς σε κείμενα. Όπως οι συνοδικές συνάξεις υπήρξαν γεγονότα έντονης και αμφιλεγόμενης διαπραγμάτευσης ουσιαστικών ζητημάτων, έτσι υπήρξαν ταυτόχρονα πάντοτε και γεγονότα έντονων και αμφιλεγόμενων προσπαθειών σκηνοθεσίας, γεγονότα διαμόρφωσης μιας πραγματικής συνάθροισης υψηλόβαθμων εκπροσώπων της χριστιανοσύνης και συγκεκριμένης αλληλεπίδρασης προς τα μέσα και προς τα έξω. Σε αυτές τις στιγμές το ζητούμενο ήταν πάντοτε συγχρόνως να παρουσιαστεί και να παραχθεί τι είναι η Σύνοδος, τι είναι συνολικά η Εκκλησία. Και αυτό ακριβώς συνέβη σε πολύ ουσιαστικό βαθμό με συμβολικά μέσα.

Επομένως, εμμένω στη θέση του Giuseppe Alberigo περί γεγονότος², αν και πιστεύω ότι πρέπει να τη διευρύνει κανείς με τη συμβολική-επιτελεστική διάσταση³. Από την οπτική της ιστορίας των συμβόλων, οι σύνοδοι εμφανίζονται ως επιτελεστικοί χώροι δράσης, μέσα στους οποίους η Εκκλησία ανεβαίνει στη σκηνή μέσω συμβολικών-επικοινωνιακών πράξεων και ακριβώς μέσω αυτών συγκροτείται — πολύ πριν φτάσει κανείς στο τέλος μιας συνόδου στην έγκριση ενός γραπτού συντάγματος.

Μια τέτοια εκκλησιαστική ιστορία δεν εξετάζει μόνο τι είπε τελικά μια Σύνοδος για την Εκκλησία και τον κόσμο, αλλά πώς η συνοδική συνέλευση έζησε την Εκκλησία και τη σχέση της με τον κόσμο. Πρόκειται για την ανάλυση της επικοινωνίας στο εσωτερικό και προς τα έξω, για μια εξέταση των διαδικασιών συλλογικής διαμόρφωσης γνώμης που εφαρμόστηκαν στη Σύνοδο, για μια καταγραφή του συνοδικού τρόπου αντιμετώπισης των αποκλίσεων και των μειονοτήτων, για το ερώτημα πώς η Σύνοδος αντιλήφθηκε τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες, τις θρησκείες και τις κοσμοθεωρίες — με λίγα λόγια: πρόκειται για τον habitus και το ύφος⁴ που η Καθολική Εκκλησία άσκησε κάποτε στη Β΄ Βατικανή.

Ίσως παλαιότερα να ονόμαζε κανείς αυτή τη διάσταση μιας Συνόδου «πνεύμα», σε διάκριση από το γράμμα. Η μέθοδος της πολιτισμικής ιστορίας όμως μπορεί να καταστήσει αυτή τη διάσταση μιας Συνόδου επιστημονικά πολύ πιο λειτουργική από όσο μπορεί ο ασαφής όρος «πνεύμα». Για μια ολοκληρωμένη κατανόηση μιας Συνόδου, πάντως, είναι απαραίτητη η συνεκτίμηση αυτής της συμβολικής-επικοινωνιακής διάστασης. Αυτή διαμορφώνει το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι επιμέρους διατυπώσεις αποκτούν überhaupt τον προσανατολιστικό τους νόημα.

Και ίσως η διαχρονικά δεσμευτική κληρονομιά της Β΄ Βατικανής, η θεαματική της νεωτερικότητα και η γνήσια ιδιαιτερότητά της μέσα στην ιστορία των Συνόδων να μη βρίσκεται καθόλου στα θετικά-υλικά της περιεχόμενα, αλλά σε αυτό που θα μπορούσε κανείς ακριβώς να ονομάσει habitus και ύφος της. Τότε όμως πίστη στη Β΄ Βατικανή και αυθεντική πρόσληψη σημαίνει να εξακριβώνεται ξανά και ξανά αυτή η στάση της Συνόδου και να υιοθετείται στην εκάστοτε παρούσα εποχή.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: