Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Καύση νεκρών». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Καύση νεκρών». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 13 Μαΐου 2023
Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023
Ο αγωνιστής π. Στυλιανός Καρπαθίου στον Στέφανο Δαμιανίδη για τις τελευταίες εξελίξεις, την δίωξή του, τις αποτεφρώσεις, τις εκτρώσεις κ.α.
Ακούστε και φρίξτε για το φασισμό των μπολιασμένων Ελλαδικών Δεσποτάδων ,Ντροπή και αίσχος!
Επικεφαλής του Εκκλησιαστικού φασισμού ο τραγικός Περιστερίου βεβαίως βεβαίως ..
Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017
Το κάψιμο των νεκρών (Γέροντος Γρηγορίου, Ηγουμένου Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους)
Κοιμητήριο Ι.Μ. Δοχειαρίου
|
Μιὰ οἰκογένεια ἔστειλε στὴν Ἀμερικὴ γιὰ θεραπεία τὸν πατέρα. Ἀνήγγειλε ὁ διεστραμ-μένος γιὸς ὅτι ὁ πατέρας ἀπέθανε. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἔστειλε δέμα στὴν ἀδελφή του καὶ στὴν μάννα του μὲ διάφορα φαγώσιμα. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε καὶ ἕνα κουτὶ μὲ σκόνη, ποὺ οἱ ἄνθρωποι τὸ θεώρησαν νοστιμιὰ γιὰ τὸ φαγητό. Τὸ ἔριχναν στὶς σαλάτες καὶ σὲ ἄλλα ἐδέσματα. Ἔπειτα ἀπ᾽ τὸ δέμα ἀκολούθησε μία ἐπιστολή, ποὺ ἔλεγε ὅτι τὸ κυτίον φέρει τὴν τέφρα τοῦ πατέρα! Φαντάζεστε τὴν ταραχὴ μιᾶς χριστιανικῆς οἰκογένειας· νὰ αἰσθάνεται ὅτι τὴν τέφρα τοῦ πατέρα τους τὴν χρησιμοποίησαν γιὰ νοστιμιά.
Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη διήγηση: Κάποιος ἱεραπόστολος Φιλόθεος ναυάγησε στὰ νησιὰ τοῦ ὠκεανοῦ καὶ ἄθελά του βρέθηκε ἀνάμεσα σὲ ἀνθρωποφάγους. Ὅταν μὲ τὸν δικό του τρόπο κατάφερε νὰ ἔρθη σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἀρχηγὸ τῆς φυλῆς, τὸν ρώτησε μιὰ μέρα:
– Ὁ πατέρας σου ζῆ;
– Ὄχι.
– Ποῦ τὸν ἔθαψες;
– Τὸν ἀγαποῦσα τόσο πολύ, ποὺ δὲν ἄφησα τὸ πτῶμα του νὰ πάη χαμένο καὶ τὸ ἔφαγα. Τὸν ἔθαψα στὴν κοιλιά μου.
Καὶ ἀνάδευε τὴν κοιλιά του, ποὺ ἦταν ὁ τάφος τοῦ πατέρα του.
Ἔτσι σιγά-σιγὰ ἐγκαταλείπουμε τοὺς θεσμοὺς τοῦ Γένους μας καὶ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας καὶ γυρίζουμε πίσω στοὺς ἀγρίους λαούς.
Στὴν Ἑλλάδα, καὶ στὸ πιὸ μικρὸ νησάκι ὑπῆρχε τὸ λεγόμενο ἀσβεστοκάμινο καὶ τὸ ξυλοκάμινο. Τὸ ἕνα μᾶς ἔδινε ἀσβέστη γιὰ τὰ ἐπιχρίσματα τῶν κατοικιῶν μας καὶ τὸ ἄλλο κάρβουνα γιὰ τὶς ποικίλες ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Σήμερα τέτοια καμίνια δὲν ὑπάρχουν. Στὴν θέση τους στήνονται καμίνια νὰ ψήνουν τοὺς νεκρούς. Ὁ Ναβουχοδονόσωρ εἶχε βέβαια προχωρήσει λίγο πιὸ μπροστὰ ἀκόμη καὶ σὲ ἑπτακαυθεῖσα κάμινο ἔκαιγε καὶ τοὺς ζωντανούς. Πῶς μπορῶ νὰ φανταστῶ τοὺς γονεῖς μου νὰ καίγωνται σὲ διασυρίζον πῦρ; Καὶ μετὰ σὲ κυτίον γιὰ νοστιμιὰ στὰ φαγητά;
Ἐμεῖς δὲν θὰ κάψουμε τοὺς νεκρούς μας. Ἀναλογισθήκατε τὶ πολιτισμὸς βγῆκε ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν προγόνων μας; Πόσα κτερίσματα καὶ χρυσᾶ σκεύη καὶ νομίσματα ἔχουμε σήμερα στὰ μουσεῖα μας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κεκρυμμένους στοὺς λαγόνες τῆς γῆς τάφους; Ἀκόμα καὶ παραστάσεις ζωγραφικῆς τοὺς κοσμοῦσαν. Ἂν ἐπικρατοῦσε τὸ κάψιμο τῶν νεκρῶν, τί θὰ εἴχαμε σήμερα νὰ δείξουμε στὰ μουσεῖα μας, ἀφοῦ αὐτὰ ποὺ φαίνονταν τὰ κατάκλεψαν ἡ κλεφτουριὰ τῆς Εὐρώπης; Τόμοι ὁλόκληροι μποροῦνε νὰ γραφτοῦνε γιὰ τὰ κλεψιμαίικα τῆς ἑλληνιστικῆς, ρωμαϊκῆς καὶ βυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ τῆς καταραμένης Τουρκοκρατίας. Ἀπὸ τὶς παραδοσιακὲς κηδεῖες-ἐκφορές, πόσους ὑπέροχους λόγους ἔχει νὰ μᾶς δείξη ἡ ἑλληνικὴ λογοτεχνία (ἐπιτάφιος Περικλέους, τοῦ Θουκυδίδου, ἐπιτάφιος τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Γοργία, τοῦ Ὑπερείδη, τοῦ Πλάτωνα, κ.ἄ.) καὶ ἡ χριστιανικὴ γραμματεία (ἐπιτάφιος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον, εἰς Καισάριον, εἰς Γοργονίαν, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, κ.ἄ.). Ἂν εἴχαμε ἀποβάλει στὸν τόπο μας αὐτὲς τὶς συνήθειες, τί θά ᾽χαμε σήμερα νὰ σπουδάσουμε; Ὁ πολιτισμὸς κάθε κατοικημένης περιοχῆς φαίνεται ἀπὸ τὰ περιποιημένα κοιμητήρια. Ἕνας συνετὸς ἐπισκέπτης παλιὰ ζητοῦσε πρῶτα νὰ ἐπισκεφθῆ τὸ κοιμητήριο τοῦ οἰκισμοῦ καὶ μετὰ τὸν οἰκισμό. Γνώρισμα τῶν πολιτισμένων λαῶν εἶναι ἡ περιποίηση τῶν κηποταφείων.
Ἤκουσα καὶ ἐθαύμασα: τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, στὴν Γεωργία, παίρνουν τὸ φαγητό τους καὶ πᾶνε πάνω στοὺς τάφους τῶν κεκοιμημένων τους καὶ τρῶνε τὸ ἄριστον τοῦ Πάσχα. Κι ἔτσι σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα δὲν ὑπάρχουν ζωντανοὶ καὶ κεκοιμημένοι· εἶναι ὅλοι ἀναστημένοι.
Ἐμεῖς θὰ θάπτουμε τοὺς νεκρούς μας, γιατὶ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ πιστεύουμε μᾶς λέει «ἐκ τῶν μνημείων ἐγερθήσονται εἰς τὴν κοινὴν ἀνάστασιν». Ὁ σταυρὸς πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ κάθε νεκροῦ συμβολίζει ὅτι ἐπάτησε τὸν θάνατο καὶ προσδοκᾶ τὴν ἀνάσταση. Ἂν δὲν εἴχαμε τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν, θὰ εἴχαμε σήμερα οἱ χριστιανοὶ οἱ ὀρθόδοξοι λείψανα Μαρτύρων καὶ Ἁγίων; Θὰ ἀπολαμβάναμε θαύματα ἀπὸ τὶς λάρνακες τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας; Ὅλη ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι πεπλεγμένη μὲ τὰ ὀστᾶ τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, τὰ ὁποῖα ἐκβλύζουν ἰάματα. Οἱ χριστιανοὶ καὶ τ᾽ ἀποκαΐδια ἀπὸ τὰ ὀστᾶ τῶν Μαρτύρων τὰ σύναζαν. Ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων στήσαμε παντοῦ θυσιαστήρια κι ἔγινε ὅλη ἡ γῆ θυσιαστήριο συμφιλιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
Ἐμεῖς θὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ τιμοῦμε τοὺς νεκρούς μας, νὰ τοὺς κηδεύουμε μὲ λαμπάδες καὶ θυμιάματα καὶ νὰ τοὺς ἀποθέτουμε στὴν χαίνουσα γῆ. Οἱ μωλωπισμένοι περὶ τὴν πίστιν ἂς τοὺς καῖνε, γιὰ νὰ ἐξαλειφθῆ τὸ μνημόσυνό τους ἀπὸ τὴν γῆ.
Τέφρα εἶστε καὶ τέφρα νὰ γίνετε. Σὰν λαγωνικὰ σκυλιὰ ψάχνετε τὶ μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπὸ τοὺς βάρβαρους λαοὺς καὶ τὸ καταστρέφετε. Θέλεις, ὑπουργέ, νὰ κάψης τοὺς γονεῖς σου; Κάψε τους καὶ ἀποτεφρώσου κι ἐσὺ μαζί τους. Ἐμεῖς τὸν οὐρανὸ τὸν θέλουμε κοντά μας. Δὲν θέλουμε νὰ κρατήσουμε ἀποστάσεις, γιατὶ τότε θὰ φανοῦμε ἐπιλήσμονες τῶν προγόνων μας. Ἡ ἐκφορὰ καὶ οἱ τάφοι εἶναι ἐκεῖνα ποὺ πάντοτε μᾶς ὑπενθύμιζαν τὰ πέραν τοῦ τάφου. Οἱ τάφοι τῶν νεκρῶν μας εἶναι καρνάγια, γιὰ νὰ στήνουμε καράβια. Ἡ φράση «ποῦ τεθείκατε αὐτόν;» εἶναι τὸ αἰώνιο ἐρώτημα γιὰ τοὺς προγόνους μας. Ὁ τάφος τους εἶναι τὸ δέσιμο μαζί τους, εἶναι ἕνα ἀγκυροβόλημα γιὰ τὴν ζωή μας. Βέβαια, ἡ ἀπαίσια ἀναισχυντία τῶν κρατούντων μπορεῖ νὰ κάνη τὴν καύση τῶν νεκρῶν ὑποχρεωτική. Τότε, καὶ ζῶντες καὶ τεθνεῶτες θ᾽ ἀνοίξουν τὰ θηκάρια τους καὶ θὰ βγάλουν σπαθιὰ ποὺ θὰ λάμψουν στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Ἄφρονες, ἄφρονες, μαζευτεῖτε, ἐλᾶτε στὰ συγκαλά σας, γιατὶ θὰ σᾶς σιχαθῆ καὶ ἡ μάννα ποὺ σᾶς γέννησε.
http://www.pentapostagma.gragioritikesmnimes
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015
Καύση νεκρών. Με αφορμή τον Μηνά Χατζησάββα

Το μοναδικό φως ήταν υποτυπώδες τώρα,
το φως εκείνου που ακολουθεί, μεταφερόμενο από τα απομεινάρια της
θρυμματισμένης ύλης, στα ερείπια στάχτης αυτών που ήταν τόσο διαφορετικά
και ανθρώπινα και αιωρούνταν ψηλά στον αέρα [Ντον Ντελίλλο, Άνθρωπος σε
Πτώση, Εστία, 312]
Η γαλλική λέξη για την αποτέφρωση των νεκρών είναι Crémation, αυτός
είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματος του Ισπανού Rafael Chirbes. Ένα
μυθιστόρημα που φαινομενικά δεν έχει να κάνει με τους νεκρούς, αφού αυτό
που θέλει να αποτεφρώσει ή αυτό που εξαερώνεται είναι οι ουτοπίες, τα
όνειρα και το αριστερό παρελθόν του ήρωα (δηλαδή του ίδιου του
συγγραφέα) [1]. Ο όρος έχει αποκαλυπτική διάσταση τέλους και συνάμα
δηλώνει κάτι το απόλυτα προσωπικό που απότυχε να γίνει κοινωνικό.Έκφραση του εαυτού, προσωπικό θέμα, πειραματισμός. Υπάρχει από καιρό αίτημα να κατοχυρωθεί ένα δικαίωμα στην αποτέφρωση που κάποτε ήταν σημείο εναλλακτικής ζωής- άρα και θανάτου: «Πέθανε με το που έπεσε η νύχτα. Είχε ζητήσει ν’ αναφτεί μια νεκρική πυρά στην κορυφή του λόφου. Μαζέψαμε όλοι μας κλαδιά, κατόπιν άρχισε η τελετή. Ο Νταβίντ άναψε τη νεκρική φωτιά του πατέρα του, τα μάτια του έλαμπαν παράξενα. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτόν, εκτός του ότι ήταν ροκάς,. Μαζί του ήταν κάτι παράξενοι τύποι, Αμερικανοί μοτοσυκλετιστές με τατουάζ και δερμάτινα […] Ο κόσμος άρχισε να χορεύει, η φωτιά έκαιγε και ζέσταινε πολύ, και όπως συνήθως έπιασαν να γδύνονται. Για την πραγματοποίηση μιας αποτέφρωσης, χρειάζονται βασικά λιβάνι και σανταλόξυλο» [2].
Κάποτε. Και σήμερα όμως το δικαίωμα στην έκφραση αυτή του θανάτου απασχολεί τα media (πρόσφατα μάλιστα με αφορμή την περίπτωση του θανάτου του Μηνά Χατζησάββα). Είναι φυσικό, καθώς για τον σύγχρονο άνθρωπο ο θάνατος είναι απόλυτα εξατομικευμένος, δεν σημαίνει τίποτε το ιδιαίτερο πέρα από την οικογένεια του νεκρού (και αν..). Όπως η ατομική ζωή, άρα και η έκφρασή της, έχουν αναγορευθεί σε υπέρτατα κριτήρια αλήθειας και νοήματος- ελλείψει κάθε άλλης μεταφυσικής νοηματοδότησης-, ο θάνατος μεταβάλλεται σε ανυπέρβλητη απειλή, αφού μόνο αυτός ακυρώνει το υπέρτατο αγαθό μας [3]. Κατά συνέπεια πρέπει να εξορισθεί από κάθε δημόσιο χώρο ή δημόσια τελετή. Η απελπισία πρέπει να είναι μόνο δικιά μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι επιτάφιες πέτρες, πλάκες, επικήδειοι, νεκρικές πομπές, ατονούν και σπανίζουν. Στα στερεότυπα της καθημερινής γλώσσας το «δεν καταλάβαμε πως έφυγε», δηλαδή ο γρήγορος και απρόσμενος θάνατος, θεωρείται επιθυμητός, σχεδόν μία ευχή. Μία ευχή που αντικαθιστά τον προγονικό πανικό του βίαιου θανάτου [4]. Όλοι θέλουν το γρήγορο πέρασμα. Ο νεκρός είναι ενοχλητικός. Η θύμησή του επίσης.
Η εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου για τον θάνατο δεν σημαίνει αδιαφορία και λήθη. Οι συγγενείς εκείνων που έχουν καεί δείχνουν απώθηση για το νεκροταφείο, όμως συνεχίζουν τη λατρεία του νεκρού στο σπίτι, στον ιδιωτικό τους χώρο. Τα αισθήματα είναι απολύτως προσωπικά και ιδιωτικά. Μία τέτοια λατρεία φτάνει, πολλές φορές, στη μουμιοποίηση, καθώς το σπίτι ή το δωμάτιο του νεκρού αφήνονται ανέπαφα. Ο συγγενής προτιμά να θυμάται τον νεκρό όπως ήταν όσο αυτός ζούσε. Η θλίψη μετατρέπεται σε απώθηση προς το νεκροταφείο, τον τόπο εκείνο που φιλοξενεί σώματα σε αποσύνθεση [5]. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αντικρύσει τη σταδιακή διαδικασία της φθοράς και της αποσύνθεσης, διότι σε όλη του τη ζωή αρνείται να δεχθεί ότι είναι ένα «είναι προς θάνατο», αρνείται να υπερβεί την καταστατική του συνθήκη, εγκαταλείποντας τον εαυτό του στον Άλλο.
Η λογοτεχνία μας προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα. Ο Ροβινσώνας Κρούσος φοβάται μήπως θαφτεί ζωντανός από έναν σεισμό ή τον καταβροχθίσουν κανίβαλοι και άγρια θηρία· πρόκειται για κάτι περισσότερο από φόβο, είναι ο φόβος του να πεθαίνεις τον δικό σου θάνατο. Η αποτέφρωση, η πυρά, καταστρέφει άμεσα το σώμα, και έτσι το «ακινητοποιεί» στη μνήμη. Το εγωκεντρικό σώμα δεν μπορεί να περιμένει την αθανασία που του προσφέρει η θρησκεία. Αντικαθιστά λοιπόν το έλλειμμα της πίστης με αυτό το «τελετουργικό» που το διεκδικεί μάλιστα ως «κυρίαρχο» της απόφασης υποκείμενο, ανεξάρτητο από δεσμεύσεις παράδοσης και ιστορικής μνήμης [6].
Οι ιδεολογικές κατά βάση επικλήσεις της αρχαίας ελληνικής πρακτικής ή των πρακτικών άλλων, ανατολικών θρησκειών, εξυπηρετούν τη δικαιολόγηση, με ωραία λόγια, του βασικού προβλήματος. Όπως διατύπωνε και ο Γερμανός Heidegger, με αφορμή τη βιομηχανία πτωμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, «το να πεθαίνεις σημαίνει να υφίστασαι τον θάνατο της ύπαρξης σου. Το να μπορείς να πεθάνεις σημαίνει να είσαι ικανός γι’ αυτή την αποφασιστική ανοχή. Και είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο μόνο αν το Είναι μας μπορεί να είναι Είναι του θανάτου [..]» [7].
Ένας νέος κόσμος ανατέλλει, που διεκδικεί τα δικαιώματα της ευτυχίας, «Πίσω τους, κατά τη δύση, το πορτοκαλί και πορφυρό του ουρανού έσβηναν. Έπεφτε η μαύρη κουρτίνα της νύχτας. Καθώς περνούσαν πάνω από τα Κρεματόρια, το ελικόπτερο εκτινάχθηκε ψηλά από μια ζεστή στήλη αέρος που έβγαλε μια από τις καμινάδες κι έπεσε απότομα μόλις πέρασαν σε πιο κρύα στρώματα αέρος ‘Α, τι όμορφα!’ έκανε γελώντας η Λένινα. Ο Χένρυ πήρε προς στιγμή μελαγχολικό ύφος. ‘Ξέρεις τι ήταν αυτό;» ρώτησε. ‘Κάποιος άνθρωπος που εξαερώθηκε. Να ήταν άνδρας ή γυναίκα, Άλφα ή Έψιλον;’ Αναστέναξε. ‘Τέλος πάντων, όποιος και να ήταν, έζησε ευτυχισμένος. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Σήμερα όλοι είναι ευτυχισμένοι’» [8].
Ευτυχία και εκκοσμίκευση. Στην εποχή μας δεν αρέσουν οι τόποι. Ζούμε την υποτίμηση του «χώρου». Είμαστε όλοι δυνητικοί πρόσφυγες, μετακινούμενοι αενάως. Η συνεχής μετακίνηση είναι μία από τις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού. «Κοιτάζω τον ακροτελεύτιο χώρο μου: τον τάφο μου· τον βλέπω να διαλύεται· η πατρίδα μου, ο ποταμός, τα πάντα καταστρέφονται, μα εγώ κρατιέμαι γερά από δαύτα. Συνθλίβομαι μαζί τους, κι αυτά συνθλίβονται μαζί μου. Το Arcanum της ζωής μου. Αυτό είναι η ιδιοκτησία μου. Το παίρνω μαζί στον τάφο. Ιδιοκτησία είναι μόνο ό,τι μπορείς να πάρεις μαζί στον τάφο. Άρα, σήμερα τίποτα πια· μόνον το νεκρό κορμί που καλύτερα τότε να αφήνει κανείς να το καίνε. Λοιπόν, θριαμβεύουν οι ειρηνιστές, κι όσοι κάνουν εκτρώσεις και καίνε πτώματα» [9]. Το έδαφος και οι μνήμες του γίνονται στάχτες. Δεν το πρόλαβαν οι άλλοι πρόσφυγες, αυτοί της Μ. Ασίας και της Καππαδοκίας το ’22, να μην κουβαλάν τα οστά και τις εικόνες ή χώμα από τους τάφους.
Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν είναι ένα ζήτημα ταφικής πρακτικής. Η αξιοπρέπεια του θανάτου δεν «υποβαστάζεται» με θεολογικά επιχειρήματα. Κατακτιέται όταν ο άνθρωπος της εποχής μας καταλάβει ότι η εγωιστική αυταρέσκεια της ζωής του δεν σημαίνει τίποτε. Ο θάνατος είναι καταστατική συνθήκη της ζωής. Ο εξορκισμός του, η απόκρυψή του, ο φόβος για αυτόν, είναι σημάδια της ίδιας της αρρώστιας του θανάτου.
«Το σώμα που το τρώνε τα σκουλήκια» δεν σημαίνει τίποτε παρά μόνο τη λαϊκή, μαζική έκφραση- συγκάλυψη αυτού του προβλήματος. Αλλά όπως λέει και ο ποιητής Nick Cave
O yes, Death favours those that favor Death! (A Box for Black Paul)
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] http://www.telerama.fr/livre/rafael-chirbes-si-je-n-ecris-pas-je-ne-vois-rien-je-suis-vide,41777.php
[2] Μισέλ Ουελμπέκ, Τα στοιχειώδη σωματίδια, μετ. Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2002, 272.
[3] Βλ. Δημ. Μπεκριδάκη, «Αντιλήψεις για το θάνατο στο New Age», περ. Θρησκειολογία/ 3, Απρίλιος- Ιούνιος 2002, 153-170.
[4] Μισέλ Βοβέλ, Ο θάνατος και η Δύση. Από το 1300 ως τις μέρες μας, τόμος Β΄ , εκδόσεις Νεφέλη, μετ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, 392.
[5] Φιλίπ Αριές, Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου. Ο εξαγριωμένος θάνατος ΙΙ, μετ. Θ. Νικολαϊδης, εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 1999, 420-421.
[6] Michael Naas, «To die a living death: Phantasms of burial and cremation in Derrida’s Final Seminar», Societies, 2/2012, 317-331, file:///C:/Users/My%20PC/Downloads/societies-02-00317.pdf
[7] Giorgio Agamben, Αυτό που μένει από το Άουσβιτς. Το αρχείο και ο μάρτυρας, μετ. Παν. Καλαμαράς, εκδόσεις Εξάρχεια, 2015, 87.
[8] Άλντους Χάξλεϋ, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος, μετ. Α. Αποστολίδη, εκδόσεις Μέδουσα, 2013 Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 126-127.
[9] Νικήτα Σινιόσογλου, «Οι μαύρες διαθήκες της φιλοσοφίας 1. Καρλ Σμιτ», The Athens Review of Books, 7/68 (Δεκέμβριος 2015), 57.
Δείτε το προσωπικό ιστολόγιο του Μ. Βαρδή.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Edvard Munch.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο
olympia
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
