26. Ο νους τότε υπερβαίνει τη φύση του, όταν φτάσει τελείως το υπέρ νουν και αφού γίνει άμορφος και ασχημάτιστος και γενικά όλος αδιαμόρφωτος κατά τρόπο ένθεο, άναρχος και άπειρος, και ξεπεράσει την ίδια του την ένωση, που λέει ο λόγος.[ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ]Όσο έχει μαζί του τη διανοητική του δύναμη, ακόμη και αν αυτή ασχολείται με τα θεία και νοητά, λέμε ότι κινείται και ενεργεί φυσικά και είναι στα όρια της φύσεώς του. Το υπερφυσικό όμως είναι πολύ ανώτερο από το φυσικό και βρίσκεται πάρα πολύ ανώτερα. Πρέπει λοιπόν να επιθυμεί και να σπεύδει να φτάσει στο υπερφυσικό, το οποίο και είναι κατά πολύ καλύτερο, σύμφωνα με την εντολή που λέει να επιδιώκομε με ζήλο τα ανώτερα χαρίσματα. Αλλά είναι βέβαια φανερό ότι, αν ο νους βρίσκεται στο υπερφυσικό, βρίσκεται στο Θεό. Γιατί ο Θεός βέβαια είναι αληθινά έξω από ολόκληρη τη φύση, επειδή είναι το πρωταρχικό και απλό Ένα. Πρέπει λοιπόν ο νους να ανυψώνεται προς το πρωταρχικό και απλό Ένα και να σπεύδει να ατενίζει και να ανάγεται σ' Αυτό, ώστε, αφού ανεβεί στο υπερφυσικό Ένα ξεπερνώντας τη φυσική του ενέργεια, να γίνει τελειότερος από το να στέκεται στην κατά φύση κατάστασή του.
27.Το καθένα από τα όντα χαίρεται και αναπαύεται φυσικά με τα ιδιαίτερα φυσικά του στοιχεία, τα οποία όλα προϋπάρχουν στο πρωταρχικό αίτιο κατά μία ενιαία αιτία. Τότε λοιπόν ο νους θα δοκιμάσει φυσικά αληθινές ευφρόσυνες και θα έχει όχι λίγη ηδονή και θα αναπαυθεί ολότελα, όταν ξεπεράσει κι εγκαταλείψει τα πάντα και αναθέσει τον εαυτό του στην ενική, αρχική και πρώτιστη εκείνη Αιτία και φτάσει με νοερή στροφή σ' Αυτή, από την οποία έχουν γίνει όλα και οι ιδιότητες όλων, και οι αρχές και τα μέσα και τα τέλη, και μέσα στην οποία υπάρχουν και κρατούνται τα πάντα και μέσω της οποίας οδηγείται στο σκοπό του το καθένα από εκείνα που δέχονται την τελειοποίηση, και χάρη στην οποία ευδαιμονούν όσα ευδαιμονούν. Από Αυτήν έχει δημιουργηθεί και ο ίδιος ο νους τέτοιος που είναι. Γιατί κατά κάποιο τρόπο ο νους επιστρέφει προς τον εαυτό του όταν επιστρέφει προς εκείνη, την Κυρία και Αιτία των πάντων, που είναι το αληθινό πρωτότυπό του.Κι επειδή το καθένα αγαπά φυσικά τον εαυτό του και αυτό πιο πολύ συμβαίνει με το νου, ως εικόνα υπέρκαλλη του ασύλληπτου κάλλους του υπέρ νουν Ενός, αυτός επιθυμεί υπερβολικά να ατενίζει επιστρέφοντας στο Αίτιό του, γιατί καθώς είπαμε, βλέποντας εκεί βλέπει και υπεραγαπά τον εαυτό του. Εξάλλου υπάρχει στο καθένα μια φυσική αγαπητική στοργή προς εκείνο από το οποίο προέρχεται, όπως και αντίστροφα κατέχει τους γεννήτορες έρωτας προς αυτά που γέννησαν. Γι' αυτό, από την επιστροφή προς το Ένα, το αίτιο των πάντων, πηγάζει άφθονα κάποια άρρητη ηδονή. Γιατί έτσι, όπως είπαμε, ο νους επιστρέφει και προς τον εαυτό του. Αφού εκεί προϋπάρχουν οι λόγοι όλων, επειδή είναι η αιτία τους, επομένως κι ο νους που και αυτός είναι ένα από όλα, ενυπάρχει στο πάνω από το νου Ένα, επειδή Αυτό είναι το αρχέτυπο αίτιό του.
28. Όπως από το υπερούσιο Ον προήλθε κάθε ουσία, και κάθε φύση από το υπέρ τη φύση, και από το άχρονο και ασύνθετο προήλθαν τα έγχρονα και τα σύνθετα, και από το άκτιστο δημιουργήθηκαν τα κτιστά, έτσι και κάθε μορφή δημιουργήθηκε από το άμορφο, και από το υπερκόσμιο Ένα έγιναν τα πολλά ορώμενα. Εκείνος λοιπόν που δεν ασχολείται και δεν ατενίζει προς το άμορφο Ένα σαν να κρέμεται από αυτό, αλλά προς κάτι άλλο απ' όσα είναι κτιστά κι έχουν μορφή, αυτός έβαλε το ασυγκρίτως κατώτερο παραπάνω από το υπερκείμενο και ίσως να πλησιάζει τους ειδωλολάτρες. Γιατί εκείνο με το οποίο ασχολείται κανείς και στο οποίο ατενίζει, αυτό και επιθυμεί· κι ό,τι επιθυμεί, από αυτό έχει νικηθεί. Σ' εκείνο όμως από το οποίο έχει κανείς νικηθεί, σ' εκείνο και έχει υποδουλωθεί. Και πράγματι αυτός λατρεύει την κτίση αντί τον Κτίστη. Γιατί ο νους του κάθε ανθρώπου έχει υποδουλωθεί και λατρεύει και αγαπά εκείνο στο οποίο ατενίζει και με το οποίο ασχολείται. Αν λοιπόν η ασχολία και ενατένιση πέρα από το απλό και άμορφο Ένα προκαλεί τέτοιο ολίσθημα, ας είναι όλη η σπουδή και η επίγνωσή μας προς το άμορφο και απλό Ένα με νοερή στροφή και ανάταση, όπου βρίσκονται οι θησαυροί όλης της γνώσεως. Και όταν φτάσομε εκεί, άρχεται η ανάπαυση ή η παύση κάθε θεωρίας και η στάση της νοήσεως και η υπέρλογη σιγή και η ανεκδιήγητη αγαλλίαση μέσα σε μεγάλο θαυμασμό.
29. Όλα τα όντα επιθυμούν το είναι, και η αιτία τού είναι των πάντων, βρίσκεται στο Ένα που είναι πάνω από το είναι. Επομένως όλα τα όντα, και μάλιστα τα λογικά, όταν κινούνται ορθά και όπως πρέπει, επιθυμώντας το είναι, επιθυμούν το πάνω από το είναι Ένα. Άρα ο νους που δεν ανυψώνεται προς το πάνω από το είναι Ένα κι ούτε το επιθυμεί, κινείται με τρόπο διάστροφο και σφαλερό και εκπίπτει από το αξίωμά του, το οποίο είναι η επίγνωση του πάνω από το είναι Ενός και η προς αυτό ιερότατη υπέρλογη ενοειδής ένωση και αγάπη.
30. Τα αίτια έχουν πολύ περισσότερο τις καλλονές που έχουν τα αιτιατά τους. Αίτιο των πάντων γενικά είναι το υπερούσιο Ένα. Αν λοιπόν ο νους στραφεί σε κάποιο από τα μετά το υπερούσιο Ένα, νομίζοντάς το καλό ή με κάποιο τρόπο άξιο για νοερή έλξη, τότε φανερά ο σκοπός του απέτυχε, γιατί αγαπά βέβαια κάτι καλό, όμως από αγνωσία και ραθυμία δεν κινείται προς το πρώτο και κύριο υπερούσιο Ένα —με τη μετοχή του οποίου όλα τα καλά είναι καλά—, αλλά κινείται προς εκείνα που χάρη σε Αυτό μετέχουν στην καλλονή. Ο νους όμως που εξετάζει επιτυχώς, κατευθύνει την ανάβλεψη της διάνοιάς του προς το υπερούσιο Ένα, διακρίνοντας καθαρά ότι θα επιτύχει με περίσσεια εκείνο που ποθεί, γιατί με αυτή τη νοερή ενατένιση φτάνει στο αίτιο, και ότι κανένα άλλο έκτος από το υπερούσιο Ένα δεν μπορεί να του μεταδώσει κάτι από τα δικά του ή οποιοδήποτε άλλο καλό. Κι αν ακόμη νομίζει ότι υπάρχουν μερικά που έχουν τη δύναμη να του μεταδώσουν από τα δικά τους, κι αυτά όμως δεν είναι στη φύση τους να παραμένουν για πάντα μέσα στον εραστή νου. Τούτο είναι δοσμένο στο Άγιο Πνεύμα μόνο να το πράττει και να ενεργεί όπου θέλει και οπουδήποτε, επειδή έχει την κυριότητα και είναι φύση κυριαρχική και Πρόσωπο της τρισυπόστατης Μονάδας. Άρα λοιπόν ο νους πρέπει να στρέφεται προς το υπερούσιο Ένα, όπου υπάρχει όχι μόνο η πηγή κάθε αγαθού, αλλά και η αναφαίρετη διανομή των χαρισμάτων.
31. Όλα τα όντα από τη φύση τους επιθυμούν το αγαθό. Το πραγματικό όμως αγαθό είναι ένα, αν και πολλά λέγονται αγαθά. Ολότελα αγαθό και ας πούμε παντέλειο δε θα βρεις κανένα μέσα στα πολλά, αλλά λεγόμενο μόνο κατά κάποια μετοχή αγαθού, μετέχοντας δηλαδή στο αγαθό του υπερουσίου αγαθού Ενός και μη έχοντάς το από τον εαυτό του. Γιατί μόνο εκείνο το υπερούσιο Ένα είναι ολότελα αγαθό και υπεράγαθο και πηγή κάθε αγαθότητας και μεταδοτικό των χαρισμάτων Του και στρέφει φυσικά προς τον εαυτό Του κάθε ουσία και ύπαρξη, κάθε έξη, δύναμη, κίνηση, ενέργεια, ιδιότητα και οποιαδήποτε καλλονή και αγαθότητα. Και γενικά, όλα τα όντα και όσα θεωρούμε γύρω από τα όντα, φανερώθηκαν δημιουργικά από εκεί, από το υπερούσιο Ένα. Γι' αυτό, ο νους που κατευθύνεται προς κάτι άλλο και όχι προς το υπερούσιο απλό Ένα, κινείται σφαλερά. Γιατί κινείται ίσως προς κάποιο αγαθό, όχι όμως προς το κυρίως και τελείως Αγαθό, το οποίο με το υπερβολικό αγαθοποιό ξεχείλισμά Του κάνει αγαθά και τελειοποιεί όσα έχουν ανάγκη να γίνουν αγαθά και να τελειωθούν.
32.Ο νους των πολλών, καθώς από ανοησία βρίσκεται σε κατάσταση διαιρέσεως και διασπάσεως από πολλά, δε γνωρίζει το αγαθό, το απλώς Ένα, ούτε το ζητεί, ούτε ασχολείται με Αυτό. Γι' αυτούς λέει και το Πνεύμα μέσω του Δαβίδ: «Πολλοί ρωτούν, ποιος θα μας δείξει τα αγαθά;». Δε λένε «το αγαθό», και πολύ εύλογα, γιατί «μεριμνούν και τυρβάζουν» για πολλά, ενώ χρειάζεται ένα.Του Ενός αυτού η μερίδα είναι αγαθή, κατά τον άγιο λόγο του Θεού, αλλά ή την παρέβλεψαν από άγνοια ή τη ζημιώθηκαν από αμέλεια, κι ούτε καν διανοήθηκαν να ζητήσουν το πιο πολύτιμο απ' όλα. Εκείνοι όμως που είχαν οδηγό και παιδαγωγό το Δαβίδ και έκριναν πως έπρεπε ν' ακολουθήσουν τα ίχνη του, λένε: «Αποτυπώθηκε σ' εμάς το φως του προσώπου Σου, Κύριε», δηλαδή η γνώση Σου εικονίστηκε σ' εμάς όπως μέσα σε καθρέφτη. Έτσι λοιπόν, ο ακαλλιέργητος και πολύς λαός χαίρεται στα πολλά αγαθά. Και έτσι καταλάμπονται εκείνοι που ζουν πνευματικά, καθώς δέχονται υπερκόσμια το φωτισμό της γνώσεως για το ενιαίο και τέλειο Αγαθό.
33. Όπως η ορμή του νερού είναι μεγαλύτερη αν χύνεται όλο μαζί κι όχι διαιρεμένο και χωρισμένο σε πολλά ρεύματα, Ετσι και η ενατένιση του νου και η κίνησή του και η επιθυμία του θα είναι δυνατότερη, αν προχωρεί όχι χωρισμένη σε πολλούς και ποικίλους τρόπους, αλλά ενοειδώς και χωρίς διαίρεση. Αυτό γίνεται με τρόπο φυσικό στην ανύψωση και ενατένιση και θεωρία προς το υπερκόσμιο και τέλειο Ένα. Γιατί πράγματι το υπερκόσμιο και απλούστατο Ένα έχει την ιδιότητα να συνάγει. Και όταν αξιωθεί ο νους να το θεωρεί, είναι εύλογα αδύνατο να μην πάρει σαν άλλη εικόνα την ίδια μορφή με Αυτό και να μη γίνει μονοειδής, απλός, άχρωμος, άμορφος, άποιος, αψηλάφητος, αόριστος, άπειρος, ασχημάτιστος, και γενικά είναι αδύνατο να μη γίνει υπερκόσμιο ένα, ακτινοβολώντας από τις ακτίνες του θείου και υπερκόσμιου έρωτα, έχοντας άποκαλυμμένη τη μυστική γνώση, στεφανωμένος με την απουσία λέξεων και εννοιών που ξεπερνά το λόγο και τη νόηση, και απολαμβάνοντας πνευματική αγαλλίαση και ουράνια ευφροσύνη. Φυσικά αλλοιώνεται προς το θειότερο και ενδύεται θεία μορφή, παίρνοντας δηλαδή πνευματικά τη μορφή του απλού και ασχηματιστου και άμορφου και Ενός και όλων όσα προαναφέραμε. Αν όμως δε γίνει αυτό και δεν «πάθει» αυτή τη θεία αλλοίωση, δεν ήρθε ακόμη σε επαφή και φαντασία του υπερκοσμίου Ενός. Γιατί ο Θεός είναι Ενάδα ενοποιός και Νους πέρα από νόηση. Και τότε ο νους Τον φαντάζεται υπερκόσμια, όταν μαζί με όσα είπαμε παραπάνω γίνει και ένα πάνω από κάθε νόηση, κι αυτό του συμβεί με τη φαντασία του Θεού.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΟΥ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΑΜΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΜΕΤΑΞΩΤΕΣ ΚΟΡΔΕΛΕΣ
Ο Θεός είναι το φως και μοιράζει από αυτό το φως στους μακαρίους, και μέσα στο φως Του βλέπουν εκείνοι το φως, αλλά σε διαφορετικό βαθμό και κλίμακα, ανάλογα με το μέτρο της δωρεάς που τους έχει δοθεί. Μόνο ο Θεός είναι η γνώση στην οποία, επομένως, γνώση και αντικείμενο ταυτίζονται πλήρως.
16. «Ο Κύριος μόνο τους οδηγούσε και δεν ήταν μαζί τους ξένος θεός». Βλέπεις τη δύναμη του Ενιαίου και Μοναδικού, πώς δεν ήταν μαζί τους άλλος θεός, αφού μόνος ο Κύριος τους οδηγούσε; Αλλά ο Κύριος οδηγεί εκείνους που ακολουθούν, όχι εκείνους που στρέφονται πίσω. Όποιον ακολουθεί κανείς, προς αυτόν και είναι στραμμένος. Αν ενδιαφερόμαστε λοιπόν να μην έχομε μαζί μας άλλο θεό, δηλαδή δαίμονα ή πάθος, ας ακολουθήσομε τον Ένα και Μοναδικό, με νοερή στροφή σ' Αυτόν, για να ειπωθεί δίκαια και για μας ότι «ο Κύριος μόνο τους οδηγεί, κι έτσι άλλος θεός δεν είναι μαζί τους».17. Αν και προέρχονται τα πολλά από Ένα, προέρχονται όμως κατά διάφορο τρόπο το καθένα, επειδή και κατά διάφορο τρόπο προήλθαν τα όντα από την πρώτη Μονάδα. Άλλα από αυτά έχουν αρχή και είναι κτιστά, κι άλλα είναι άκτιστα και χωρίς χρονική αρχή. Αιτία βέβαια όλων με κάθε τρόπο είναι το υπερούσιο Ένα, αλλά στα πρώτα με τρόπο δημιουργικό και στα αλλά με τρόπο φυσικό. Και γι' αυτό δεν πρέπει με τον ίδιο τρόπο και σε ίσο βαθμό να τα πλησιάζομε και να δενόμαστε μ' αυτά. Αλλά όσα έλαβαν αρχή και δημιουργήθηκαν, πρέπει να τα πλησιάζομε όχι για αυτά καθ' εαυτά· όπως π.χ. στον καθρέφτη πλησιάζομε όχι για τον καθρέφτη, αλλά για τη μορφή και την εικόνα που δείχνει. Γιατί δεν μπορούμε να πλησιάζομε την κτίση προς τελείωσή μας για άλλο λόγο, παρά μόνο για το άκρο Ένα που προβάλλει μέσα σ' αυτή. Σε όσα πάλι είναι άναρχα και προήλθαν από το Ένα με τρόπο φυσικό, πλησιάζομε όχι για κάτι αλλο, αλλά γι' αυτά τα ίδια και για Εκείνο από το οποίο προέρχονται. Αυτά είναι που αξίζει πράγματι να πλησιάζομε καθ' εαυτά, και αυτών είναι κατά τρόπο άμεσο και φυσικό το κορυφαίο Ένα· ή μάλλον, αυτά ανήκουν στο άκρο και κορυφαίο Ένα κατά τρόπο άμεσο και, όπως είπαμε, φυσικό. Αυτά λοιπόν δεν πρέπει μόνο να τα πλησιάζομε, αλλά και να προσκολλόμαστε σ' αυτά και διά μέσου αυτών να σπεύδομε να μιμούμαστε και να αποτυπώσομε το πρώτο και ένα Καλό, ώστε έτσι με τη συνεργεία και τη βοήθεια της χάρης ν' αποκτήσομε το αξίωμα της κατ' εικόνα και ομοίωση δόξας του Θεού. Γι' αυτό, όταν παρατηρούμε ορθά τα όντα που προήλθαν από την Αιτία με τη δημιουργία, συμβαίνει να ανυψώνομε το νου μας στη θέα του Ενός και να τον ενώνομε με την ενιαία έννοια του υπερκοσμίου Ενός απόλυτα και απλά, αν βέβαια ο νους τα ατενίζει αυτά όπως πρέπει. Στην περίπτωση τώρα αυτών που προήλθαν από την Αιτία με τρόπο φυσικό, όταν ο νους πράττει σύμφωνα με αυτά ή παίρνει μορφή σύμφωνη με αυτά, είναι δυνατό μέσω αυτών να ενώνεται μ' εκείνο το απόλυτο Ένα. Γι' αυτό, από το σύνολο όσων προήλθαν από την Αιτία, είτε με τρόπο φυσικό είτε με δημιουργικό, ο νους συνηθίζει να συνάγεται προς το διάφορο από αυτά Ένα, φυσικώς ή πρακτικώς ή και θεωρητικώς βέβαια. Και ό,τι χρησιμοποιώντας ο νους, είτε ένα είτε πολλά, φυσικά ή δημιουργημένα, δεν το χρησιμοποιεί για το Ένα, ούτε για να συγκεντρώσει τον εαυτό του πρός το πρώτο Ένα και να ατενίσει προς Εκείνο με αγία μετοχή και βοήθεια του φωτίζοντος Πνεύματος κατά τρόπο απλό, ενοειδή και μονοειδή, αυτό του λογαριάζεται ως αμαρτία, ακόμη και αν η χρήση αυτή του φαίνεται σαν κάτι καλό. Γιατί όλα όσα δημιουργήθηκαν από το Ένα, οδηγούν στο Ένα όταν τα μεταχειριζόμαστε όπως πρέπει, όπως λέει ο μέγας Διονύσιος: «Κάθε φωτοφάνεια που δίνεται σ' εμάς από τον Πατέρα με αγαθότητα, μας ανυψώνει ως ενοποιός δύναμη και μας γεμίζει και μας επαναφέρει προς την ενότητα και τη θεοποιό απλότητα του συναγωγού Πατέρα· γιατί από Αυτόν προήλθαν τα πάντα και Αυτόν έχουν σκοπό τους». Αν όμως δεν οδηγούν στο Ένα, τότε είναι παρά τη φύση τους· και η χρήση τους, όταν δεν γίνεται όπως είπαμε, γίνεται έξω από τη λογική.
18. Υπάρχει πράξη που προηγείται της θεωρίας και υπάρχει πράξη που ακολουθεί τη θεωρία.Η μία εκτελείται σωματικά με σκοπό να χαλιναγωγήσει τις ορμές του σώματος και να το ασκήσει σιγά σιγά να φέρεται εύτακτα, για να δώσει τη δύναμη στο νου να περάσει ελεύθερα στα δικά του, τα οποία είναι τα νοητά, κι εκεί να εργάζεται με επιτυχία το ωφέλιμο σ' αυτόν.Η δεύτερη αρχίζει από το νου και την πνευματική νόηση και συνάγεται προς το υπέρ νουν, που είναι ο Θεός. Όταν προσεγγίσει σ' Αυτόν ο νους, φτάνει στό ένα, γιατί ο Θεός είναι Ένα. Και ο νους λοιπόν ενώνεται με τον εαυτό του σε ένα και γίνεται αδιαίρετος. Γιατί το Ένα, οταν το θεωρούμε, γίνεται πρόξενο της ενότητας και της θεόμορφης απλότητας, καθώς είναι ασυμβίβαστο να θεωρεί ο νους το Ένα και να μην είναι και αυτός απλό ένα. Όταν όμως ο νους βλέπει όντα χωρισμένα και σύνθετα, αναγκαστικά διαιρείται και γίνεται ποικίλος. Απλό Ένα είπα αυτό που υφίσταται καθ' εαυτό απλό. Επειδή ό,τι είναι ο νους, υπόκειται σε μεταβολή κατά την ενέργεια, ενώ στην ουσία του είναι απλός, είναι ανάγκη ο νους να είναι ένα και κατά την ενέργεια όταν βλέπει το Ένα. Αν όμως ο νους βλέπει το Ένα, αλλά ο ίδιος έχει διαιρεθεί τουλάχιστο σε δύο, τι θα κάνει το σκέλος εκείνο που είναι χωρισμένο από το άλλο που βλέπει το Ένα; Ή βλέπει δηλαδή κάτι άλλο, ή δεν βλέπει· κι αν δεν βλέπει, αυτό συμβαίνει ή γιατί δε θέλει, ή γιατί είναι αμβλυμένο, ή ίσως γιατί είναι φτιαγμένο για άλλο είδος δράσεως και όχι για την δράση. Αν υποθέσει κανείς ότι βλέπει κάτι άλλο, τότε είναι φανερό ότι ο νους δε βλέπει το απλώς Ένα, αλλά παράλογα βλέπει δύο- κι αφού βλέπει δύο, δεν μπορεί ο ίδιος να είναι ένα, γιατί χωρίζεται, όπως δείξαμε, σ' εκείνα που θεωρεί. Ας δούμε τώρα την περίπτωση, όπου το ένα σκέλος του νου να μη βλέπει, είτε γιατί δε θέλει, είτε γιατί είναι αμβλυμένο, είτε γιατί είναι στραμμένο σε άλλο είδος ενέργειας. Το πρώτο είναι αδύνατο, γιατί δεν είναι δυνατό να βρεθεί σε αργία ούτε ακαριαία για μια βραχύτατη στιγμή ο λογικός νους· το δεύτερο είναι άτοπο, γιατί αν ένα σκέλος είναι αμβλυμένο και άλλο οξύ, ο νους θα ήταν σύνθετος και όχι απλός, αφού θα αποτελούνταν από ανόμοια μέρη· το ίδιο θα συμβεί και αν το ένα σκέλος του βλέπει, ενώ το άλλο είναι στραμμένο σε κάποια άλλη ενέργεια, γιατί και τούτο παρατηρείται στα σύνθετα, μα είναι ολότελα απαράδεκτο να λεχθεί για το νου που είναι απλός. Γι' αυτό λοιπόν, αν ο ενιαίος και απλός νους παρατηρήσει το απλώς Ένα, είναι ένα κι αυτός κατά την ενέργεια· κι αν είναι απλώς ένα, τότε βλέπει το απλό Ένα. Οποιαδήποτε λοιπόν πράξη ή θεωρία οφείλει αναγκαστικά να κατευθύνεται προς το υπέρ νουν Ένα. Διαφορετικά, δε θα επιτύχει τίποτε, αλλά θα αποδειχτεί και μάταιη η πράξη και η θεωρία του νου. Θα φανεί δηλαδή ο νους πρόξενος παθών, καθώς θα βρίσκεται σε διαίρεση και δε θα κινείται ενοειδώς με αίσθηση ψυχής προς την ένωση με το υπέρ νουν Ένα. Η ένωση αυτή γνωρίζει να λαμπικάρει και να καθαίρει τη θεωρητική δύναμη του νου, η οποία ανυψώνεται και αποβλέπει προς το Ένα και προσηλώνεται σ' Εκείνο, από το οποίο και μέσω του οποίου προήλθαν και μέσα στο οποίο είναι τα πάντα, και μέσα στο οποίο και γίνεται και είναι και υπάρχει.
19.Το ακρότατο από όλα τα επιθυμητά είναι η υπέρλογη ένωση της ψυχής με το Θεό. Για τη θεία αυτή ένωση είναι απαραίτητη η θεία ομοίωση· για τη θεία ομοίωση είναι απαραίτητο να ενεργεί κανείς νοερά, δηλαδή να θεωρεί. Γιατί τέτοιο είναι και το Θείο και από το «θεωρείν» του δόθηκε το όνομα Θεός. Αλλά η θεωρία ανεβαίνει ευθύς στην έννοια του Θεού. Γιατί παντού και σε όλα εμβάλλει ο Θεός ένα είδος ακτίνες για τον θεωρητικό νου, και ο θεωρός νους έχει αντικείμενό του το Θεό. Και Θεός είναι το υπερκόσμιο Ένα. Η δε φύση του νου είναι να γίνεται όμοιος, κατά την ενέργεια, μ' εκείνα που βλέπει. Το δηλώνει τούτο η θεολόγος γλώσσα του θειοτάτου Γρηγορίου που λέει «να δούμε και να πάθομε τη λαμπρότητα του Θεού». Γιατί ό,τι έχει δει ο νους, αυτό και έχει πάθει, ή μάλλον τέτοιος έχει γίνει. Γιατί, όπως λέει ο Πέτρος ο Δαμασκηνός, ο νους βάφεται σύμφωνα μ' εκείνα που θεωρεί. Και όπως όταν βλέπει τα διαιρεμένα και ποικίλα διαιρείται κι αυτός και ποικίλλεται, κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ανεβεί στην ενατένιση του υπερκοσμίου και απλού Ενός, γίνεται ακολούθως και αυτός ένα, όπως προείπα. Όταν τώρα εισέλθει στο Ένα, τότε βλέπει το άναρχο και άπειρο και ασχημάτιστο και απλό, γιατί τέτοιο είναι το Ένα· για τούτο λοιπόν γίνεται και αυτός κατά την ενέργεια άναρχος, άπειρος, ασχημάτιστος και απλός. και αφού «πάθει» αυτή την αλλοίωση, εξομοιώνεται με το Θείο, όσο είναι δυνατόν. Και από εκεί επεκτείνεται προς το κορυφαίο όλων των επιθυμητών, τη θεία και υπέρλογη και άρρητη ένωση, που είναι ο έσχατος κατά Θεόν σκοπός. Πρέπει λοιπόν με κάθε τρόπο να βιάζεται ο νους να ανυψώνεται και να αποβλέπει με τη βοήθεια του Πνεύματος προς τη θεωρία και την ενατένιση του υπερκοσμίου Ενός.
20. Όταν ο νους βρίσκεται μέσα σε πολλά ή έστω και σε δύο, είναι φανερό ότι δε βλέπει το απλώς Ένα. Γι' αυτό και είναι περιορισμένος και πεπερασμένος και θαμπός, γιατί τέτοια είναι όσα δεν είναι απολύτως απλά. Όταν όμως έρθει σε ανέπαφη επαφή με το πραγματικά Ένα, ατενίζοντάς το με τη χάρη του Πνεύματος νοερά και χωρίς αισθητά μάτια, τότε γίνεται άναρχος, άπειρος, αόριστος, ασχημάτιστος και άμορφος, περιβάλλεται την αφωνία και ασκεί σιωπή μέσα σε έκπληξη· γεμίζει από ευχαρίστηση και «πάσχει» τα ανεκλάλητα. Μην πεις όμως ότι λέω πως ο νους γίνεται άναρχος και άπειρος και αόριστος κατά την ουσία του· όχι, αλλά γίνεται κατά την ενέργεια, αφού εκείνο που αλλάζει στο νου δεν είναι η ουσία του αλλά η ενέργεια. Γιατί αν άλλαζε κατά την ουσία με το να δει και να «πάθει» τη θέωση, δηλαδή να θεωθεί από τη θεωρία του Θεού, θα ήταν θεός κατά την ουσία. αλλά το να είναι θεός κατά την ουσία δεν το έχει ούτε και κανένας από τους Αγγέλους, εκτός από τον μόνο και ύψιστο και ένα Θεό. Αν λοιπόν είναι άτοπο να πούμε ότι ο νους θεώνεται κατά την ουσία του, απομένει να πούμε ότι αυτό το πάσχει με την ίδια την δράση. Άρα ο νους έχει στη φύση του να αλλοιώνεται όχι στην ουσία του, αλλά στην ενέργειά του. Εξάλλου αν μεταβάλλεται από τη φύση του ο νους, όπως είπαμε, ανάλογα με αυτά που θεωρεί, και αφού θεωρεί όχι τη θεία ουσία αλλά τη θεία ενέργεια, άρα ούτε ο ίδιος δεν αλλοιώνεται κατά την ουσία, αλλά κατά την ενέργεια.
21. Τα πάντα, μετά την έκλαμψή τους, ας πούμε έτσι, από το υπερκόσμιο Ένα, δεν απομακρύνθηκαν ολότελα από Αυτό, από το οποίο πήραν τη γένεση, αλλά σ' Εκείνο μέσα όπως έγιναν, έτσι και συγκρατούνται και τελειοποιούνται. Και δεν υπάρχει κανένα απ' όλα τα όντα, στο οποίο να μην υπάρχει απόρροια και κάτι σαν οσμή εκείνου του δημιουργικού και απόλυτου Ενός. Και όλα όσα μετέχουν στο είναι, μόνο που δεν κραυγάζουν υποδεικνύοντας, όχι το υπερκόσμιο Ένα (γιατί αυτό είναι εγκατεστημένο πάνω από οποιαδήποτε θεωρία ή νόηση), αλλά κάποια ακτίνα του υπερκοσμίου Ενός. Επειδή λοιπόν όλα κηρύττουν μεγαλόφωνα το Ένα και όλα κλίνουν προς το Ένα, και αυτό το υπερκόσμιο Ένα προβάλλει τον εαυτό του δια μέσου όλων των όντων στο νου, γι' αυτό είναι ανάγκη ο νους να χειραγωγείται και να ποδηγετείται και να κατευθύνεται προς το υπερκόσμιο Ένα. Από τη μια τον αναγκάζουν τα πολλά όντα με την πειστική φωνή τους· από την αλλη, επειδή το δημιουργικό Ένα, για το οποίο ήδη γίνεται λόγος, θέλει από περίσσεια αγαθότητας να το βλέπει ο νους, για να δέχεται μέσα σ' Αυτό τη ζωή, όπως λέει το ίδιο το ανέκφραστο Ένα: «Εγώ είμαι η ζωή», και: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό». Κι όπως λέει αλλού η Γραφή: «Αναζητήστε με θέρμη το Θεό και θα ζήσει η ψυχή σας»· γιατί από την αναζήτηση προέρχεται η όραση, κι από αυτήν η ζωή. Και ακόμη, για να χαίρεται ο νους και να φωτίζεται και να ευφραίνεται, όπως λέει ο Δαβίδ: «Όλοι όσοι ευφραίνονται, έχουν την κατοικία τους σ' Εσένα», και: «με το φως Σου θα δούμε φως». Αλλιώς, γιατί δημιούργησε το νου θεωρό Του και γιατί διέσπειρε τα σχετικά με τον εαυτό Του σε όλα τα όντα, δια μέσου των οποίων, σαν από θυρίδες, προβάλλει με νοερή λάμψη στο νου και τον θέλγει με την έλλαμψη, κινώντας τον προς τον εαυτό Του;
22. Ο Θεός, ο οποίος είναι το τριαδικό αγαθό Ένα, ό,τι δημιούργησε, το δημιούργησε με τη θέλησή Του. Και βέβαια, ό,τι θέλει ο Θεός, είναι άκρο αγαθό, γιατί η αγαθότητα είναι φύση του Θεού. Δημιούργησε λοιπόν το νου θεωρό του εαυτού Του και των ιδιωμάτων Του, πράγμα που συνάγει σε ένα αυτόν που θεωρεί. Ήθελε λοιπόν ο Θεός να είναι ο νους θεωρός Του, και γι' αυτό είναι τούτο άκρως αγαθό. Ο Θεός είναι το απόλυτο και απλό Ένα, και είναι άκρως αγαθό, όπως αποδείχτηκε, ν' ατενίζει και να συνάγεται ενοειδώς ο νους προς Αυτό.
23. Αν είναι ένας και συμπτυγμένος ο καθολικός έρωτας, κατά τη διδασκαλία των σοφών στα θεία, είναι φανερό ότι και το εραστό είναι ένα. Γιατί αν ήταν δύο τουλάχιστον τα εραστά, ή θα υπήρχαν δύο έρωτες, ή θα μοιραζόταν σε δύο ο ένας έρωτας και δε θα μπορούσε να ονομαστεί ένας και συμπτυγμένος. Τώρα όμως, αφού ο καθολικός έρωτας λέγεται πώς είναι ένας και συμπτυγμένος, είναι ευνόητο ότι ένα είναι και το εραστό. Αλλά βέβαια προϋπάρχει το εραστό από τον έρωτά του, και δεν υπάρχει τρόπος πριν θεωρήσει κανείς το εραστό, να δοκιμάσει τον έρωτά του. Και ο έρωτας είναι έντονη αγάπη, την οποία απαιτεί να έχομε προς το Θεό τόσο ο φυσικός, όσο και ο γραπτός νόμος του Θεού. Ο φυσικός νόμος δηλαδή, πείθει τελείως το νου που επιμελείται το αγαθό, να επιδιώκει το Ανώτερο, το οποίο είναι ο Θεός, ενώ ο γραπτός νόμος του Θεού λέει: «Να αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και με όλη την καρδιά σου και με όλη τη διάνοιά σου. Ο Κύριος ο Θεός σου είναι ένας Κύριος». Άρα λοιπόν και το εραστό είναι Ένα, δηλαδή η τριαδική Μονάδα· Αυτή μάλιστα οφείλει να προϋπάρχει για το νου από τον προς Αυτήν έρωτά του. Άρα ο νους πρέπει να επιθυμεί ν' ανυψώνεται προς το υπερκόσμιο Ένα, ώστε με την εύρεση και τη θεωρία Του να αναλάμψει και ο έρωτάς του γι' Αυτό και να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει εκπληρωτής τόσο του φυσικού νόμου, όσο και της εντολής, αγαπώντας, όπως είπαμε, τον Κύριο το Θεό του.
24. Είναι αδύνατο, όταν ο νους ανεβεί στο υπέρ νουν Ένα, να μη γίνει εραστής Του. Γιατί συναντά κάλλος άρρητο και ακατανόητο που πηγάζει από Αυτό, όπως από παντοκρατορική ρίζα. Οπότε ο νους, από τις θείες ελλάμψεις, μοιάζει με δίχτυ που κινδυνεύει να σχιστεί από το βάρος των πολλών ψαριών που έπιασε, κι εκπλήσσεται θεωρώντας το υπέρ νουν κάλλος και μεθά σαν από κρασί και σαν τρελός εξίσταται και κυριαρχείται από θαυμασμό που ξεπερνά κάθε σκέψη, μην μπορώντας να βλέπει κατάματα το υπέρκαλλο θέαμα του εξαίσιου κάλλους. Γι' αυτό και δένεται με τα δεσμά της αγάπης και φλέγεται από τη δίψα. Γιατί το υπέρ νουν Ένα είναι μοναδικό και από όλους κηρύσσεται ως πρωταρχικό αίτιο των πάντων, ως αρχή, ως τέλος, ως δύναμη συνεκτική του παντός. Αυτό είναι που από ξεχείλισμα καλλοποιού και αγαθοποιού δυνάμεως παρήγαγε τις ωραιότητες και τις αγαθότητες όλων των ωραίων και των αγαθών, ενώ το ίδιο στέκεται άπειρες φορές άπειρα πάνω από οποιαδήποτε καλλονή και αγαθότητα, επειδή είναι το υπερκόσμιο, ασύγκριτο Ένα. Είναι το μόνο εραστό από τη φύση Του πάνω από κάθε εραστό, επειδή είναι το μόνο απόλυτα Ωραίο και Αγαθό που είναι πάνω από κάθε ωραίο και αγαθό, και το μόνο κατά τη φύση και την τάξη αληθινά αγαπητό, ως αίτιο των πάντων. Είναι τόσο μέγα, όσο έχει ξεπεράσει όλα τα αγαπητά και εραστά χάρη στην υπερβολική καλλονή και αγαθότητα. Και είναι αληθινά υπερκόσμιο Ένα, ως το μόνο που υπάρχει αληθινά και παρέχει το είναι σε όλα τα όντα. Με τη βοήθεια του Πνεύματος λοιπόν, ας στραφούμε με το καλό, που λένε, στην εύρεση και τη γνώση του μοναδικού Ενός, από το οποίο πηγάζουν οι αρχές όλων και όπου καταλήγουν τα τέλη όλων. Και τότε οπωσδήποτε θα μας ανοιχτεί αυτόματα με τη χάρη του Χριστού η πύλη της θείας αγάπης και θα μπούμε στον τόπο αναπαύσεως του Κυρίου με ευφροσύνη και μεγάλη αγαλλίαση και θα γνωρίσομε βαθιά την απόλαυση του Ενός και θα γευθούμε τη θεία τρυφή, έχοντας γίνει κι εμείς ένα χωρίς να χωριζόμαστε ή να διαιρούμαστε σε πολλά, σύμφωνα με την παράκληση του Σωτήρα προς τον Πατέρα: «Να είναι ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα». Τότε λοιπόν θα είμαστε και ακριβείς τηρητές της εντολής που λέει: «Θα αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», και θα φτάσομε στην τελειότητα, κατά το ανθρώπινο μέτρο, όσο είναι δυνατό. Γιατί η αγάπη είναι το τέλος του νόμου, από την οποία κρέμονται όχι μόνο όλος ο νόμος και οι Προφήτες, αλλά και όλοι όσοι τελειοποιήθηκαν κατά Θεόν με τη δύναμη του Χριστού.
25. Σε κάθε τι που έχει στη φύση του να γίνεται ένα από το Πνεύμα, η διαίρεση αποτελεί μείωση. Γι' αυτό και ο νους, αν υφίσταται κάποια διαίρεση κατά την ενέργεια, βρίσκεται έξω από την κατά χάρη κατάσταση που του αρμόζει. Αυτό το παθαίνει επειδή βλέπει μερικά διάφορα· και όταν βλέπει προς διάφορα, δεν μπορεί να παραμείνει αδιαίρετος.Γιατί αν κάνει κάποιος αυτή την υπόθεση, δε θα μπορέσει να εξηγήσει πολύ εύκολα, χάρη σε τι ο νους της ησυχίας είναι διάφορος από το νου της συγχύσεως, και το νου των θεοφόρων θα τον θεωρήσει όμοιο με το νου εκείνων που ενοχλούνται από τα πάθη, πράγμα άτοπο. Αφού δηλαδή ο νους γίνεται κατά την ενέργειά του όμοιος μ' εκείνα που θεωρεί, κατ' ανάγκην όταν θεωρεί σύνθετα ποικίλλεται κι αυτός, κι όταν εκπίπτει από την απλότητα, δεν μπορεί να είναι αδιαίρετος. Ο διαιρεμένος όμως είναι κάθε άλλο παρά καθαρός από αμαρτία, οπότε και η ίδια η διαίρεση καθ' αυτήν θεωρείται αμαρτία από εκείνους που μπορούν να εμβαθύνουν σ' αυτά. Αφού λοιπόν είναι ανάγκη η νοερή δύναμη του νου, με την ενατένιση προς το ανώτατο και υπερκόσμιο Ένα, να έχει γευθεί κατά τρόπο ενοειδή με τη νοερή αίσθηση το υπερφυσικό καλό, η κατάσταση της διαιρέσεως είναι τελείως έξω από τη χάρη. Πρέπει λοιπόν να κρατιόμαστε από το υπερκόσμιο Ένα και να ατενίζομε ολόψυχα σ' Αυτό και μόνο και μοναδικά, αν θέλομε να αποφύγομε τη διαίρεση και την ετερότητα. Ωστόσο δε θα μπορέσει ο νους να παραμείνει αδιαίρετος ούτε αν στραφεί προς κάτι που είναι ένα, αλλά κτιστό. Γιατί το κτιστό δεν μπορεί να λέγεται στην κυριολεξία απλό, αλλά είναι περιορισμένο και σύνθετο και πεπερασμένο, και γι' αυτό ούτε απλό ένα έχει δικαίωμα να ονομάζεται, ούτε απλή και μονοειδής είναι η ενέργεια του νου όταν ατενίζει σ' αυτό. Γιατί η ενατένιση του νου θα είναι περιορισμένη και πεπερασμένη και σύνθετη, όπως είναι και αυτό που θεωρεί, οπότε και θα εκπέσει από τη θεόμορφη χάρη που τον κάνει απλό και άναρχο, απεριόριστο και απέραντο, και θα βρεθεί έξω από το μυστικά και υπέρ νουν Ένα. Στερείται έτσι τη δόξα του, που είναι η ενοειδώς πραγματοποιούμενη απόλαυση της ιδιαιτερότητας και της αναρχότητας του αρχικού Ενός, η απεριοριστία, η απλότητα και η αμορφία. Και έτσι δεν κατορθώνει να «πάθει» την όραση του υπερφυσικού και πανάρρητου κάλλους. Πρέπει λοιπόν ο νους να ατενίζει και να τείνει ψηλά προς το άναρχο, το απλό και απεριόριστο και αληθινά Ένα. Και από Αυτό να επιθυμεί πολύ να καταφωτίζεται και να ενώνεται με την αρχισυναγωγική Μονάδα και για την ένωση αυτή να ενώνεται και με τον εαυτό του. Και έτσι όχι μόνο θα κερδίσει την αγάπη του Ανωτέρου επειδή έχει ομοιωθεί με Αυτό, όσο είναι δυνατό, κατά την αοριστία και την απλότητα και την έλλειψη μορφής και σχήματος, αλλά θα μπορέσει και αυτός ο ίδιος να αγαπήσει το υπέρκαλο και υπερφυσικό θείο κάλλος, επειδή ανυψώθηκε, όπως είπαμε, στην ομοίωση με Αυτό. αφού δηλαδή είναι συνηθισμένο να γεννιέται μία αμοιβαία αγαπητική διάθεση ανάμεσα στα όμοια, είναι φανερό ότι θα αγαπηθεί και θα ανταγαπήσει ο νους το Θεό. Γιατί το όμοιο είναι όμοιο με το όμοιο· και όπως η ομοιότητα μπορεί ν' αντιστραφεί, θα έχει οπωσδήποτε αντιστάθμισμα της αγάπης του την αγάπη του άλλου. Μεγαλύτερο γεγονός από αυτό μεταξύ Θεού και ψυχής δεν υπάρχει κανένα.
Συνεχίζεται
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΙΡΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΗ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
(Ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης ταυτίζεται μάλλον με τον Κάλλιστο Αγγελικούδη)
1. Από τη φύση της κάθε ζωντανή ύπαρξη, με την ανώτερη φυσική ενέργειά της μεταλαμβάνει και ανάπαυση και ανάλογη ηδονή. Και από αυτή δοκιμάζει χαρά και είναι προσηλωμένη σ' αυτά. Και ο άνθρωπος λοιπόν, επειδή έχει νου κι έχει εκ φύσεως ζωή του τη νόηση, δοκιμάζει μεγάλη ηδονή και μετέχει πραγματικά σε ανάπαυση όταν νοεί τα ανώτερα και τα αγαθά η καλά —όπως θέλει καθένας ας τα πει— για τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει αληθινά όταν έχει στο νου του το Θεό και συλλογίζεται τις αρετές Του, ο οποίος είναι πραγματικά το άκρο και πάνω από νου νοητό και αγαπά άκρως και πέρα από νου τον άνθρωπο και που ετοιμάζει άκρα βραβεία και πάνω από νου αγαθά και καλά για τους δικούς Του, κι αυτά μάλιστα στους αιώνες.
2. Κάθε γέννηση κάνει ό,τι γεννιέται να μοιάζει με αυτό που το γέννησε, όπως είπε ο Κύριος ότι «το γεννημένο από τη σάρκα είναι σάρκα και το γεννημένο από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αν λοιπόν είναι πνεύμα εκείνος που γεννήθηκε από το Πνεύμα, είναι φανερό ότι θα είναι και θεός, όπως και το Πνεύμα που τον γέννησε, γιατί είναι Θεός αληθινός το Πνεύμα από το οποίο έχει γεννηθεί κατά χάρη ο μέτοχος του Πνεύματος. Και αν ο άνθρωπος αυτός είναι θεός, ολοφάνερα θα είναι και θεωρητικός. Γιατί ο Θεός ονομάστηκε Θεός επειδή θεωρεί. Ώστε λοιπόν εκείνος που δεν είναι θεωρητικός, ή δεν επέτυχε ακόμη την πνευματική γέννηση και μετοχή, ή την έχει πετύχει, αλλά από αμάθεια κλείνει την οπτική του δύναμη και αποστρέφεται σαν απαίδευτος τις νοητές θείες ακτίνες του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης. Και ενώ έγινε μέτοχος θεωρητικής δυνάμεως, στερείται δυστυχώς από την ενέργειά της, αν και ανυψώνεται προς την αγιοσύνη.
3. Όλα τα όντα έλαβαν την κίνηση και το φυσικό ιδίωμά τους από Αυτόν που τα δημιούργησε κατά λόγον συνεπώς και ο νους. Αλλά η κίνηση του νου έχει ως ιδίωμά της το «αεί», είναι δηλαδή αδιάκοπη· και το «αεί» είναι άπειρο και απεριόριστο. Άρα θα είναι κατώτερο από την αξία και τη φύση του νου αν αυτός κινείται κατά τρόπο πεπερασμένο ή περιορισμένο. Και αυτό θα το πάθαινε αν είχε την κίνησή του σε πράγματα πεπερασμένα και περιορισμένα. Γιατί δεν είναι δυνατό, ενώ ένα πράγμα είναι πεπερασμένο και περιορισμένο, η κίνηση του νου γι' αυτό ή γύρω από αυτό να προχωρεί στο άπειρο. Έχει λοιπόν ανάγκη και η αεικινησία του νου από κάποιο άπειρο και απεριόριστο προς το οποίο να κινείται κατά λόγον και κατά την ίδια τη φύση της. Άπειρο ωστόσο και απεριόριστο πραγματικά δεν είναι κανένα άλλο, παρά ο Θεός, ο οποίος φύσει και κυρίως είναι Ένα. Πρέπει λοιπόν ο νους να πετά και να ατενίζει και να κινείται προς το κυρίως άπειρο Ένα, το Θεό. Γιατί τούτο κυρίως είναι το φυσικό για το νου.
4. Άπειρα και απεριόριστα είναι όσα σκεπτόμαστε σχετικά με το Θεό. Ούτε σ' αυτά εντούτοις δεν μπορεί να δοκιμάσει την τέλεια χαρά ο νους, ο οποίος ζητά Αυτόν από τον οποίο προέρχεται. Γιατί το κάθε τι χαίρεται εκ φύσεως με το όμοιό του. Επειδή ο νους είναι ένας κατά τη φύση, αλλά πολλά σε σχέση με τα νοήματα, όταν τείνει και κατά κάποιο τρόπο κινείται προς το Θεό, ο οποίος είναι Ένα στη φύση και πολλά στην ενέργεια, είναι αδύνατο να χαίρεται ολοκληρωτικά πριν φτάσει στο εκ φύσεως απεριόριστο Ένα μέσω του Πνεύματος, αφού διαβεί κατά κάποιο τρόπο από τα πολλά. Άρα ο νους από τη φύση του μόνο στο Θεό χαίρεται ολοκληρωτικά. Αλλά και από τα όντα το καθένα χαίρεται κυρίως με το φυσικό του ιδίωμα· και φυσικό ιδίωμα του νου είναι να κινείται και να τείνει και να φτάνει και να χαίρεται ολοκληρωτικά μέσα στο Θεό μόνο, που είναι το απλώς και απεριορίστως Ένα.
5. Όλη η κίνηση οποιουδήποτε κτίσματος και μάλιστα του ίδιου του νου τείνει και αποβλέπει προς τη στάση και την ηρεμία, και το να σταθεί από την κίνηση του και να ηρεμήσει είναι σκοπός και παράλληλα και ανάπαυση για το κτίσμα. Ο νους όμως, όντας ένα από τα κτίσματα, όταν κινείται μέσα στα κτίσματα δεν μπορεί να κερδίσει τη στάση και την ηρεμία. Επειδή το κτιστό, κατάλληλα με τη φύση του, έχει δεχτεί την περάτωση αφού έχει λάβει αρχή, η αεικινησία του νου δίκαια θα υστερήσει και κατ' ακολουθίαν θα ζητήσει που να κινηθεί. Κι έτσι ο νους κάθε άλλο παρά θα ηρεμήσει ή θα επιτύχει το σκοπό του, ή θα πάψει να τον συνοδεύει η αεικινησία καθώς θα έχει εγκλεισθεί μέσα στα περιορισμένα και πεπερασμένα, πράγμα που απέχει πολύ από τη φυσική κατάσταση του νου που είναι ολοφάνερα αεικίνητος. Επομένως δεν είναι εύλογο να βρει ο νους ηρεμία ή να σταθεί, όταν βρίσκεται στα κτιστά. Πού λοιπόν θα χρησιμοποιήσει ο νους την ιδιότητά του, να στέκεται δηλαδή μέσω της κινήσεως κι έτσι να ηρεμεί και να ειρηνεύει και να δέχεται τη σίγουρη αίσθηση της ανάπαυλας, αν δέ βρεθεί μέσα σε κάτι άκτιστο και απεριόριστο; Και τούτο είναι ο Θεός, ο οποίος είναι το αληθινό και υπερκόσμιο Ένα. Σε αυτό λοιπόν το Ένα, το απεριόριστο, πρέπει ο νους να φτάσει με την κίνησή του, ώστε να βρει όπως πρέπει τη φυσική του ηρεμία μέσα σε νοερή ανάπαυση. Γιατί εκεί είναι η πνευματική στάση, η ξενότροπη ανάπαυση και το άπειρο πέρας όλων, και δέ λείπει διόλου η κίνηση σε κάθε νου που θα βρεθεί σ' εκείνο το Ένα αφού γίνει αόριστος και απέραντος και απεριόριστος και άμορφος και ασχημάτιστος και απολύτως απλός. Γιατί τέτοιο είναι το Ένα που λέμε, δηλαδή ο Θεός.
6. Αν ο Θεός, κατά τον Δαβίδ, κάνει τους Αγγέλους Του πνεύματα και αν όσους ανθρώπους γεννά το Πνεύμα τούς κάνει πνεύματα, όπως είπε ο Κύριος, άρα άγγελος γίνεται ο άνθρωπος που γεννήθηκε από το Πνεύμα μέσω της πραγματικής μετοχής του Πνεύματος. Αλλά βέβαια, έργο των Αγγέλων είναι να βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μας στους ουρανούς, όπως είπε και τούτο ο Κύριος. Κι εκείνος λοιπόν που είναι ολοφάνερα μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, κατ' ανάγκην όταν ανυψώνεται όπως πρέπει, θα θεωρεί το πρόσωπο του Θεού. Γι' αυτό και ο Δαβίδ διδάσκει: «Ζητήσετε τον Κύριο και πάρετε δύναμη· αναζητήσετε το πρόσωπό Του συνεχώς». Δεν τηρεί λοιπόν το εύλογο και πρέπον εκείνος που έγινε μέτοχος του Αγίου και ζωοποιού και φωτιστικού και ερωτοποιού Πνεύματος, που έλαβε πείρα της άρρητης γεννήσεως από το Πνεύμα και που ανέβηκε σε αξία Αγγέλου κι έπειτα, από περιττή ευλάβεια, κάνει τη νοερή αίσθησή του προς το Θεό να κλείνει και να μη θέλει να ανυψώνεται προς το Θεό και τα θεία. Και αυτό, ενώ ο Κύριος προστάζει να μείνομε μέσα Του, αφού κι αυτός μένει μέσα σ' εμάς, και ο Δαβίδ λέει: «Πλησιάστε προς Αυτόν και φωτιστείτε». Και πράγματι αν έχομε πρόθεση να πράξομε τα πρέποντα και με συνέπεια προς αυτά, μέσα στο φως του Θεού Πατέρα, εννοώ το Άγιο Πνεύμα, θα δούμε το γύρω από το Θεό φως, δηλαδή τη θεία αλήθεια. Εκτός αν προτιμούμε από αμάθεια να μη στρεφόμαστε προς τις θείες ακτίνες.
7. Με τρεις τρόπους ανεβαίνει ο νους στη θεωρία του Θεού·με τρόπο αυτοκίνητο, ετεροκίνητο και μικτό. Ο πρώτος τρόπος εκτελείται με το νου, με χρήση της θελήσεώς του συνοδευμένης από τη φαντασία· η κατάληξή του είναι η θεωρία των σχετικών με το Θεό, τα οποία και οι αρχαίοι Έλληνες κάπως φαντάστηκαν.Ο δεύτερος τρόπος είναι υπερφυσικός και τελείται μόνο με τη θέληση και το φωτισμό του Θεοϋ· και τότε ο νους βρίσκεται ολόκληρος υπό την θεία κατοχή και αρπάζεται σε θειες αποκαλύψεις και γεύεται απόρρητα μυστήρια του Θεού και βλέπει την έκβαση των μελλόντων.Ο μικτός τρόπος συνάπτεται εν μέρει και με τούς δύο τρόπους. Όσο εργάζεται με τη δική του θέληση και φαντασία, είναι σύμφωνος με τον αυτοκίνητο τρόπο· και μετέχει στόν ετεροκίνητο, όσο ενώνεται με τον εαυτό του μέσω της θείας ελλάμψεως και βλέπει άρρητα το Θεό πέρα από τη νοερή ένωση με τον εαυτό του.Γιατί εκείνη την ώρα βγαίνει έξω άπ' όλα όσα θεωρούμε και λέμε σχετικά με το Θεό, καθώς δεν βλέπει ούτε την αγαθαρχία ή τη θέωση, ούτε τη σοφία ή τη δυναμοποιητική ισχύ ή την πρόνοια, ούτε άλλο τίποτε από τα θεία,αλλά είναι όλος γεμάτος από νοερό φώς και χαρά, την οποία ενεργεί το θεϊκό πυρ αναμιγμένο με αγάπη.
8. Ο νους που χρησιμοποιεί τη φαντασία του για να θεωρεί τα άρρητα, οδηγείται από την πίστη. Όταν δέχεται την έλλαμψη της χάρης, βεβαιώνεται με την ελπίδα. Και όταν τον αρπάζει το θείο φως, γίνεται ταμείο αγάπης προς τους ανθρώπους και πολύ περισσότερο προς το Θεό. Έτσι η τριπλή τάξη και κίνηση του νου με την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη γίνεται τέλεια και θεοποιός, βέβαιη και αμετάτρεπτη. Και όταν φτάσει σε αυτή την ευρυχωρία της ακροπόλεως, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, έχει ασφαλίσει τον εαυτό του στο φρούριο της αγάπης. Και τότε γίνεται ό,τι λέει ο Παύλος: «Η αγάπη όλα τα σκεπάζει, όλα τα υπομένει» για χάρη του αγαθού της πίστεως και της ελπίδας· «η αγάπη δεν πέφτει ποτέ», χάρη στη φλογερή ένωση και τον άρρητο σύνδεσμό της με το Θεό.
9. Σε κανένα κτιστό δε διακρίνεται το να είναι ένα. Ότι διαφέρουν το ένα από το άλλο, κατά κάποια διαφορά Ιδιότητας, αυτό το γνωρίζομε. Ως κτιστά όμως, δε διαφέρουν το ένα από το άλλο, επειδή καθένα έχει αρχή και πέρας και τελούν υπό την φύση και δεν είναι στην κυριολεξία απλό ένα. Γιατί μόνο το άκτιστο είναι πραγματικά Ένα, ως απλό, ως άναρχο, ως ατελεύτητο και απεριόριστο και γι' αυτό άπειρο, το οποίο είναι ο Θεός. Αν ο νους ατενίζει σ' Αυτό με τη μετοχή και τη βοήθεια του ζωοποιού Πνεύματος, δέχεται μέρα τη μέρα την αύξηση που πρέπει, καθώς έγινε ένας και απλός μέσα σε μια θεουργική κατάσταση. Γνωρίζει καλά ότι δίχως το Ένα και την ενατένιση προς Αυτό με τη χάρη του Πνεύματος, είναι αδύνατο να αποκτήσει τελειότερο νου. Και τούτο γιατί ο νους διασκορπίστηκε υποχωρώντας στον πολυσχιδή κόσμο και στα πάθη κι επομένως έχει ανάγκη από μια υπερκόσμια δύναμη —συνεπώς και από το υπερφυσικό Ένα στο οποίο να ατενίζει—, έτσι ώστε, αφού αρπαγεί από τον κόσμο των μεριστών (των κτιστών), να ξεφύγει από τα πάθη και τη διάσπαση και να επιτύχει τη θεοείδεια.Γι' αυτό και ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα να είμαστε ένα οι πιστοί με τον Πατέρα και τον Υιό με τη χάρη του Πνεύματος, και μάλιστα έτσι, όπως Αυτοί είναι ένα (όχι όπως κακόδοξα εννοεί το ένα ο Σαβέλλιος), για να είμαστε τέλειοι, και με τη χάρη του ενοποιού Πνεύματος και με την ενοειδή θεωρία, μέσα στον ένα Θεό.Αυτό είναι για μας ολοφάνερα η πραγματική τελείωση, και αυτό είναι ο σκοπός και η αληθινή και μόνη ανάπαυση. Γι' αυτό και η φθονερή και μισάνθρωπη δαιμονική συμμορία, σπέρνοντας στο νου την πλάνη, διασκόρπισε την ενότητά του, όπως δεν έπρεπε, σε λατρεία πολλών θεών και δεν τον άφησε να έχει τη φαντασία του υπερκοσμίου Ενός, ώστε με τη λατρεία, την απόβλεψη και τη διαίρεση σε πολλά, να παρασύρει το νου να κινείται έξω από τη φύση του και να τον κάνει να επιθυμεί κάθε λογής πάθη και ψεύδη αντί την αλήθεια και την αρετή. Γι' αυτό το Άγιο Πνεύμα συμβουλεύει μέσω του Προφήτη: «Πλησιάστε προς Αυτόν —δηλαδή τον Ένα— και φωτιστείτε». Και άλλου λέει: «Εγώ είμαι ο Θεός ο πρώτος κι εγώ ο μετά από αυτά· δεν υπάρχει θεός εκτός από μένα». Και πάλι: «Άκουγε Ισραήλ· ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος».Γιατί το τρισυπόστατο της μιας Θεότητας δεν διαιρεί τη μία Κυριότητα, αλλά και τρία ακριβώς είναι τα Πρόσωπα, και πάλι όμως δεν είναι καθόλου λιγότερο Ένα κατά την ουσία, τη δύναμη, τη θέληση, την ενέργεια και τα άλλα ουσιώδη αγαθά. Άρα το να λατρεύομε το ενιαίο του Θεού και σ' αυτό να αποβλέπομε και να συναγόμαστε από τα πολλά με όλη μας τη δύναμη, είναι το θέλημα του Θεού και η τελείωση του νου, γιατί είναι εύρημα της αλήθειας και του θείου έρωτα κι επομένως είναι γέννημα της θεώσεως. 10. Αν το ψεύδος είναι πολυσχιδές ενώ η αλήθεια είναι ένα, άρα ο νους που ανυψώνεται με τη χάρη του Πνεύματος στο Ένα, το υπερκόσμιο, το ανώτερο απ' όλα, από το οποίο προήλθαν τα πολλά, αυτός ανυψώνεται στην ίδια την αλήθεια. Αλλά ο νους δεν μπορεί να ελευθερωθεί από τα πάθη, αν δεν τον ελευθερώσει η αλήθεια. Άρα ο νους ελευθερώνεται ανανεύοντας και τείνοντας με ενιαίο τρόπο προς το υπερκόσμιο Ένα. Και είναι η ελευθερία που αρμόζει πάρα πολύ στο νου για την απόκτηση απάθειας και θεόμορφης καταστάσεως και πνευματικής υιοθεσίας, και καθόλου η δουλεία. Γιατί ο δούλος, όπως λέει η Γραφή, δε γνωρίζει τι κάνει ο κύριός του. Και αν η άγνοια είναι γνώρισμα του δούλου, είναι φανερό ότι ο ελεύθερος γνωρίζει τα μυστήρια του Πατέρα και ότι επέτυχε να ανεβεί καλά και ωραία στο αξίωμα της υιοθεσίας.Γιατί όπως η άγνοια είναι ολοφάνερα το αντίθετο της γνώσεως, ετσι και η τάξη του δούλου είναι φανερά αντίθετη με την τάξη του υιού.Και αν όποιος αγνοεί είναι δούλος, άρα όποιος γνωρίζει είναι ελεύθερος ή, να πω, υιός· γιατί το Πνεύμα της αλήθειας, ελευθερώνοντας πραγματικά εκείνους στους οποίους θα έρθει, τους κάνει υιούς Θεού, όπως λέει ο Απόστολος: «Όσοι καθοδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί του Θεού». Αν λοιπόν το να ατενίζομε προς το υπερούσιο Ένα είναι η αλήθεια, και η αλήθεια χορηγεί στο νου την ελευθερία, και η ελευθερία είναι σαφές σημείο της θείας υιοθεσίας, και από το δώρο της υιοθεσίας ούτε μεγαλύτερο υπάρχει ούτε άλλο που να αρμόζει περισσότερο στη λογική φύση, άρα είναι πολύ λογικό και πάρα πολύ αναγκαίο ν' ανυψώνεται ο νους και να ενατενίζει και να συγκεντρώνεται με όλη του τη δύναμη προς το υπερκόσμιο Ένα, δηλαδή το Θεό.
11. «Ο Κύριος ο Θεός σου, λέει το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας, Κύριος». Έτσι εξάπαντος φροντίδα μας να είναι ν' ανυψώνομε με τη βοήθεια του θείου Πνεύματος το νου προς το υπερκόσμιο Ένα. Και μάλιστα δεν είναι θεμιτό να κηρύττει κανείς το Ένα αλλά ν' αποφεύγει τη στροφή και ενατένιση του νου σ' Αυτό. Γιατί ό,τι λέει το Άγιο Πνεύμα, αυτό και θέλει να νοούμε· και ό,τι νοείται, προς αυτό θέλει και να στρέφεται ο νους. Γιατί όταν δεν υπάρχει στροφή του νου προς το νοητό, ό,τι και να νοήσει ο νους είναι απόν, οπότε αναγκαστικά θα είναι μάταιη η διδασκαλία για το Ένα και γι' αυτό και η πίστη. Κι αν αυτό είναι άτοπο, είναι άρα άτοπο να μη διανοείται ο νους το Ένα με το να στρέφεται και ν' ανυψώνεται σ' Αυτό.
12. Αν είναι φυσικό εκείνα που προήλθαν από κάποια αιτία, και μάλιστα τα λογικά όντα, να ανυψώνονται και να αποβλέπουν στην αιτία τους με τάση επιστροφής, κι αφού όλα έχουν ως αιτία της δημιουργίας τους το Θεό, και ανάμεσα τους και ο νους, και αφού ο Θεός είναι το κορυφαίο και απλό Ένα, είναι λοιπόν φυσικό ο νους να στρέφεται και ν' ανυψώνεται και ν' ατενίζει πρός το κορυφαίο και απλό Ένα, την αιτία του.
13. Αν τα πάντα υπάρχουν από Αυτόν (το Θεό) και μέσω Αυτού και σε Αυτόν αποβλέπουν, και είναι και ο νους ένα από τα πάντα, άρα και ο νους δημιουργήθηκε από Αυτόν και μέσω Αυτού· και τούτο μάλιστα ισχύει περισσότερο απ' όλα για το νου, επειδή είναι εικόνα του Θεού. Γι' αυτό λοιπόν και ο νους οφείλει περισσότερο απ' όλα ν' ατενίζει σε Αυτόν. Η έκφραση «σε Αυτόν» σημαίνει ότι πρέπει να ατενίζει με τάση επιστροφής στο υπερκόσμιο Ένα. Άρα ο νους οφείλει ν' ατενίζει στο Ένα.
14. Από το Ένα προέρχονται τα πολλά κι όχι από τα πολλά το Ένα. Η κτίση είναι τα πολλά, άρα φανερά η κτίση προήλθε από Ένα. Κι εκείνο το Ένα είναι πάνω από την κτίση, ως Κτίστης και Δημιουργός. Όποιος λοιπόν θεωρεί την κτίση όπως πρέπει, θα καταλήξει με τη θεωρία του αναγκαστικά στο υπερκόσμιο Ένα. Γιατί στα αιτιατά, τα κτίσματα, υπάρχουν πάρα πολλά ίχνη της Αιτίας, με τα οποία αναγνωρίζεται Εκείνος που με τέχνη, σοφία, δύναμη και αγαθότητα παρήγαγε προνοητικώς τα πάντα όπως θέλησε. Γι' αυτό και ο Ησαΐας με έμπνευση του Πνεύματος λέει: «Σηκώστε τα μάτια σας και δείτε, ποιος τα έδειξε όλα αυτά». Το «όλα αυτά» το λέει για τα πολλά αιτιατά, ενώ το «ποιος» το λέει για να υψώσει το νου μας προς Εκείνον από τον οποίο προήλθαν αυτά, ο οποίος είναι κατά τη φύση Του απλό Ένα.
15. Συναθροίζεται και η κτίση σε ένα, αλλά αυτό είναι σύνθετο και πολυμερές και όχι άναρχο, αφού είναι κτιστό. Αυτό που δημιουργεί όμως είναι Ένα· κι όχι μόνο είναι ένα ως πρόξενο της συμφωνίας των πολλών και διαφόρων σε μια συνένωση του παντός και ένα σκοπό, αλλά επίσης είναι και άκτιστο ως πρωταρχική Αιτία. Ανεβαίνοντας διαδοχικά ο νους είναι ανάγκη να φτάσει σε κάτι που είναι η αρχή και η τάξη για τη φαινόμενη διάταξη και γένεση των όντων, την αρμονία και τη συνένωσή τους σε ένα· διαφορετικά θα προχωρεί επ' άπειρον, πράγμα άτοπο. Γιατί κάθε τι που κινείται και γίνεται, κάποτε δεν υπήρχε· κι ενώ δεν υπήρχε, έλαβε αρχή. Αν έλαβε αρχή και κινήθηκε, πρέπει ν' αναζητήσομε ποιο είναι εκείνο που το κίνησε και το έφερε στην ύπαρξη, το οποίο θα είναι και ακίνητο, αφού αυτό δίνει την κίνηση. Γιατί αν δεν είναι ακίνητο, ποιο κινεί αυτό που δε διατελεί κάτω από άλλη αρχή, αφού είναι άναρχο;Αν λοιπόν είναι ακίνητο, άρα είναι και αμετάβλητο, οπότε θα είναι πάντως και απλό, γιατί το σύνθετο υπόκειται στη μεταβολή, ενώ αποδείξαμε πώς αυτό είναι αμετάβλητο. Η σύνθεση είναι η αρχή της στάσεως και η στάση της διαλύσεως, η οποία είναι η έσχατη φάση της κινήσεως. Δεν υπάρχει λοιπόν εκεί σύνθεση, για να μην υπάρξει και στάση· ούτε στάση, για να μην υπάρξει και διάλυση· ούτε διάλυση, για να μην παρουσιαστεί μεταβολή και κίνηση γύρω από αυτό που είναι αμετάβλητο και ακίνητο, επειδή κινεί και αυτό δεν κινείται, οδηγεί στην ύπαρξη και αυτό δεν έγινε ούτε γίνεται. Αν λοιπόν είναι αμετάβλητο και ακίνητο, αναγκαστικά είναι ασύνθετο κι επομένως απλούστατο και απόλυτο υπερκόσμιο Ένα. Ανεβαίνοντας προς Αυτό ο νους, βγαίνει με όλους τους τρόπους έξω από όλα, επειδή αποβλέπει προς το Υπέρκαλο και επιθυμεί το πάνω απ' όλα, ή μάλλον Αυτό από το οποίο προήλθε το παν και προς το οποίο τείνουν όλα από τη φύση τους. Και όταν γίνει αυτό με τον τρόπο που πρέπει, τότε βέβαια ο νους ελευθερώνεται από τα πάθη. Γιατί εκείνος που υπερεκτείνεται και φτάνει πάνω και από τα υπέρκαλα, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να μείνει στο αίσχος των παθών. Γι' αυτό και ο ιερός Νόμος λέει: «Αυτό μόνο θα λατρεύσεις», δηλαδή το Ένα. Πρέπει επομένως να υψωνόμαστε προς το κορυφαίο Ένα, αν θέλομε και το νόμο του Θεού να εκπληρώνομε και από τα πάθη να είμαστε ελεύθεροι.
Ο θεωρητικός τρόπος ζωής συγκροτείται συνήθως κατά τρόπον ακατηγόρητον και αληθινόν, από τους ακολούθους τρεις παράγοντας· από την πίστιν, από την ενεργή μετοχήν της ψυχής στο άγιον Πνεύμα και από κάποια γεύσιν της σοφίας. Δυνάμεθα νε είπωμεν, σαν με ορισμόν, ότι θεωρία είναι η γνώσις των νοητών εκ της οράσεως των αισθητών κτισμάτων. Επίσης η θεωρία δύναται να ενεργήται από τους προχωρημένους πνευματικώς απευθείας προς τα νοητά χωρίς αναγωγήν από τα αισθητά. Αλλά για να ενεργή κανείς στον χώρον της θεωρίας χρειάζεται η πίστις. Γιατί γράφεται, «εάν μη πιστεύσητε, ουδ΄ ου μη συνήτε» (Ησα. ζ: 9). Επίσης χρειάζεται και η ενέργεια του αγίου Πνεύματος, δεδομένου ότι «το πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού» (Α΄ Κορ. ιβ: 10) και όπως είπεν ο θείος Ιώβ, «πνοή παντοκράτορος η διδάσκουσά με» (Ιώβ λγ: 4).
Ύστερα ακολουθεί στην καρδίαν θερμή ενέργεια του αγίου Πνεύματος, ζώσα και ως είναι επόμενον, ζωοποιούσα υπερφυσικώς την ψυχήν, που κατά τρόπον ανέκφραστον συνάγει τον νουν προς εαυτήν (η θεία ενέργεια), τον συσπειρώνει και τον διαφυλάττει από κάθε διάχυσιν, ενώ παραλλήλως, με ενέργειες γαλήνης, πολλής χαράς, παρακλήσεως και θείας αγάπης, του χαρίζει την ικανότητα να βλέπη τα θεία με ευκολία και να διατρίβη σ΄ αυτά. Ακολούθως δε με την ενέργειαν του αγίου Πνεύματος θεωρεί τον Θεόν κατά τρόπον ανώτερον του φανταστικού και αναλόγως ευφραίνεται από τους μεγάλους και αφορήτους έρωτας και τις πνευματικές αγαλλιάσεις. Για την θεωρίαν, όπως είπα, χρειάζεται και η σοφία. Και όπως λέγει η Γραφή, «η σοφία φωτιεί πρόσωπον ανθρώπου» (Εκκλ. Η:1). Η σοφία φωτίζει τον νουν για την μετάβασίν του, με πτερύγισμα, από την κατάστασιν της αισθήσεως εις αυτήν της νοήσεως και να υψωθή από τα αισθητά εις τα νοητά και τα θεία θεάματα και εν συνεχεία θα του αποκαλύψη, η σοφία, νοερές και ανέκφραστες πραγματικότητες και με το φως της θα ενισχύση τον νουν να ιδή, κατά την ενοποίησίν του, τον υπέρ πάσαν ουσίαν Θεόν. Γι΄ αυτό, λέγει, «μακάριος άνθρωπος ον αν παιδεύσης Κύριε και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν» (Ψαλμ. 93: 2). Γιατί αυτός είναι ο πραγματικός σοφός, που φθάνει με την θεϊκήν παιδείαν στην πίστιν και διδάσκεται τα μυστήρια του Θεού δια της διδαχής του αγίου Πνεύματος. Είναι αληθινά μεγάλο πράγμα ο σοφός άνθρωπος, που ζη μέσα στην πίστιν και διατελεί σε ένωσιν και κοινωνίαν υπερφυσικήν με το άγιον Πνεύμα. Και όπως κάποιος είπε, τρία είναι στην πραγματικότητα ακράτητα· ο Θεός, ο Άγγελος και ο φίλος της σοφίας. Γιατί αυτός ζη σαν Άγγελος και παράδοξον ον στη γη, εποπτεύων αδιαλείπτως την «λίαν καλήν» ορατήν κτίσιν και από αυτήν μυούμενος στις θείες και άκτιστες ενέργειες του Θεού – ή δωρεές, αν θέλη κανείς να τις ονομάση – σταδιακά και μιμούμενος τους Αγγέλους ανεβαίνει στην εξ εαυτού άμεσον θεωρίαν του αθεάτου Θεού και στην μεγαλειτέραν δυνατήν γνώσιν του. Αυτός είναι με λίγα λόγια ο εν αγίω Πνεύματι δια πίστεως σοφός και τόσον μακάριος. Αν και θα μου ήτο αρκετόν αναμφιβόλως να αναφέρω, όσα ο Λουκάς είπεν εγκώμια περί του Κυρίου Ιησού, εν σχέσει προς την σοφίαν, την χάριν και την δύναμιν, και έτσι να αποφύγω εγώ την προσπάθειαν αυτήν. Γιατί ο Λουκάς γράφει, ότι «ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι» (Λουκ. β:52). Και αλλού γράφει, «το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας» (Λουκ. β: 40). Αλλά επιθυμών να είπω περί σοφίας πιο αποκαλυπτικά, αναφέρω και εκείνο που είπεν ο ιερός Σολομών προς τον Θεόν· «τα εν ουρανοίς τις εξιχνίασε, βουλήν δε σου τις έγνω; Ει μη συ έδωκας σοφίαν και έπεμψας το Άγιόν σου Πνεύμα από υψίστων, και ούτω διεσώθησαν αι τρίβοι των επί γης, και τα αρεστά σου εδιδάχθησαν άνθρωποι και τη σοφία σου εσώθησαν» (Σοφ. Σολ. Θ: 16-19).
Βλέπεις την ηνωμένην μετά του αγίου Πνεύματος σοφίαν σε ποια ύψη ανεβάζει; Και πόσο μακρυά βαδίζει ο μη έχων σοφίαν και άγιον Πνεύμα, αλλά και μη θέλων να οδηγήται από σοφόν και μετέχοντα της ενεργείας του αγίου Πνεύματος; Παρ΄ ότι τα ανωτέρω έγραψεν ο Σολομών προφητικώς για τον Χριστόν, «εν ω κατώκησε παν το πλήρωμα της θεότητος» (Κολ. α: 19), εν τούτοις έχουν εφαρμογήν σε ολόκληρον γενικώς το ανθρώπινον γένος. Πόσον αναγκαία δια τους ανθρώπους είναι η σοφία μαζύ με την ενέργειαν του αγίου Πνεύματος και πόσην δύναμιν και ικανότητα έλαβεν ο πνευματικά σοφός από την φιλανθρωπίαν και το έλεος του Θεού, ώστε να ερευνά τα εν ουρανοίς και να εισέρχεται στην γνώσιν του θελήματος του Θεού, γεγονός θαυμαστόν, ας το αφήσωμεν τώρα. Αλλά αφού ήδη τόσα ανεπτύξαμεν περί του θεωρητικού βίου, ας εκθέσωμεν μερικώς και περί θεωρίας και με προθυμίαν να είπωμεν περί του θέματος τούτου και έτσι, κατά κάποιον τρόπον, να ενισχύσωμεν τον νουν των ακροατών μας. Γιατί ο Θεός έχει δώσει γενικώς στα λογικά όντα, τους Αγγέλους, εντολήν, να μεταδίδουν με προθυμίαν και χωρίς φθόνον στις κατώτερες τάξεις, όσες θείες ελλάμψεις δέχονται από τον Θεόν οι ανώτερες και όσες παίρνουν, κατά το μέτρον του δυνατού, θείες γνώσεις. Ο Θεός όμως θέλει επίσης να συνέρχωνται οι πιστοί, ως μεταξύ των ίσοι και να συζητούν με αγάπην και ταπείνωσιν και να συνομιλούν περί των υπεργείων πραγμάτων και γενικώς περί Θεού. Διότι έτσι όχι μόνον η ευθύτης και η αλήθεια θα λάμπουν με πολλήν ωραιότητα μέσα στην Εκκλησίαν του ζώντος Θεού, αλλά και το θείον και περικαλλέστατον πρόσωπον της αγάπης, που αποτελεί το γνώρισμα των μαθητών του Χριστού, θα φωτίζη πάντοτε εις τας καρδίας μας. Και η αγάπη που θα εκχυθή δια της ενεργείας του αγίου Πνεύματος, θα μεταβληθή σε τελείαν και καθαράν αγάπην προς τον Θεόν και τους ανθρώπους και έτσι θα ζήσωμεν επί της γης αγγελόπρεπον βίον και πραγματικά μακάριον και γλυκύτατον, επειδή θα είμεθα δέσμιοι της θείας και θεοποιού διπλής αγάπης, «εν η κρέμανται όλος ο νόμος και οι Προφήται» (Ματθ. κβ: 40). Αυτής της αγάπης, δεν υπάρχει τίποτε εντελώς γλυκύτερον στην ψυχήν και μάλιστα όταν συμβαίνη να προέρχεται από την θεωρίαν του Θεού και την γνώσιν των όσων περί τον Θεόν υπάρχουν, δηλαδή όταν πηγάζει από την φωτιστικήν χάριν του αγίου Πνεύματος. Εκείνος λοιπόν που έχει την καλήν πρόθεσιν να κοπιάση για να ανέλθη εις τον Θεόν, ήτοι να ενωθή με τον Θεόν και εν συνεχεία θα θεωθή, δηλαδή να σωθή – γιατί χωρίς την θέωσιν του νου, είναι αδύνατον να σωθή ο άνθρωπος, σύμφωνα με τους λόγους των θεολόγων (Διονύσιος Αρεοπαγίτης) – οφείλει μαζύ με την εφικτήν εργασίαν των εντολών του Κυρίου, να στρέφεται και προς την φυσικήν θεωρίαν των όντων και φαινομένων. Ώστε ούτε την πρακτικήν να αφήνη τυφλήν, μη ενώνων σ΄ αυτήν και την θεωρίαν, αλλ΄ ούτε την θεωρίαν να έχη άψυχη χωρίς υποδομήν της την πράξιν. Έτσι λοιπόν αυτός ο άνθρωπος μαζύ με την σοφίαν, που διακρίνεται για το έλλογον και νοερόν, και την γνώσιν που αντλεί από την μελέτην των θείων Γραφών, αρχίζει με θείαν τινά ορμήν να στρέφεται στην φυσικήν θεωρίαν της καλλονής των κτισμάτων, όπου φανερούται ο απειροδύναμος και απειρόσοφος Δημιουργός, εις όλην την ποικιλίαν της δυνάμεως και απειρίας. Και όσον ο νους στρέφεται στην θεωρίαν των όντων, κατ΄ αναλογίαν εντρυφά δια των αναγωγικών μυστικώς λογισμών. Και ενώ περνά ο καιρός μέσα στον αθόρυβον και ησυχαστικόν βίον, δια της μελέτης των θείων, - τα οποία μελετά μόνον δια της Γραφής και των κτισμάτων – φθάνει στο σημείον, κατά το δυνατόν, να ενοποιή μέσα του κατά τρόπον αρμονικόν την Γραφήν με την κτίσιν και την αλήθειαν με τα σύμβολα. Και αφού επιτευχθή αυτό, εν συνεχεία ο νους, μαζύ με την ενέργειαν της χάριτος του προσκυνητού Πνεύματος, ανυψώνεται στην όρασιν και την επιστήμην – γνώσιν της ιεράς αληθείας, όπως λέγει ο μέγας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Κατόπιν ανάγεται σε δεύτερον και υψηλότερον ιερόν αναβαθμόν θεωρίας, εις τα θεία θεάματα και νοήματα, που είναι απλά, χωρίς τύπους και σύμβολα.
α΄. Κάθε τι που ζει, έχει σαν ιδιότητα φυσική την φυσική του ενέργεια, στην οποία αναπαύεται και ευχαριστείται αναλόγως. Και στην ενέργειά του βρίσκει την χαρά, γι΄ αυτό και θέλει να ενεργή. Επομένως και ο άνθρωπος, επειδή έχει νουν και η ζωή του φυσικώς βρίσκεται στην ενέργεια να νοή, ηδύνεται και αναπαύεται πιο έντονα, όταν οι νοήσεις του στρέφονται προς ανώτερα αντικείμενα, που χαρακτηρίζονται ως καλά και αγαθά. Η πνευματική δε ηδονή φθάνει στο κατακόρυφον, όταν κανείς έχει την μνήμη του Θεού και μελετάει τις αρετές και τελειότητές του. Του Θεού, που είναι το άκρον αγαθόν και νοητόν, υπεράνω της καταλήψεως του νου, που η αγάπη του προς τον άνθρωπον είναι υπέρ νουν και χαρίζει στους αγαπώντες τον αγαθά ασύλληπτα και μάλιστα αιώνια. β΄. Εάν κάθε γένεση κάνει εκείνο που γεννιέται να ομοιάζη με εκείνο που γεννάει, όπως είπεν ο Κύριος, ότι «το γεγεννημένον εκ της σαρκός, σαρξ εστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος, πνεύμα» (Ιω. γ: 6)· εάν λοιπόν είναι πνεύμα ο γεννημένος από το Πνεύμα, γίνεται φανερόν ότι είναι και θεός, σύμφωνα με το Πνεύμα που το εγέννησε, επειδή και το Πνεύμα είναι αληθινός Θεός, από τον οποίον γεννήθηκε κατά χάρη εκείνος που μετέχει στη ζωή του αγίου Πνεύματος. Εάν λοιπόν είναι θεός αυτός, τότε κατά συνέπεια είναι προφανώς θεωρητικός, γιατί ο Θεός λέγεται Θεός εκ του θεωρείν. Ώστε είναι επόμενον, ότι εκείνος που δεν «θεωρεί», ή ακόμα δεν επέτυχε να γεννηθή πνευματικά και να μετέχη στο Πνεύμα, ή, επέτυχε μεν, αλλά από αμάθεια κλείνει την οπτική δύναμη της ψυχής του και από απαιδευσία αποστρέφεται τις νοητές θείες ακτίνες, που λάμπουν γύρω από τον νοητόν ήλιον της δικαιοσύνης. Καίτοι αυτός κατέστη μέτοχος της δυνάμεως που θεώνει και υψώνεται προς την αγιότητα, όμως δυστυχώς στερείται της ενεργείας της.
γ΄. Όλα τα όντα έλαβαν από τον δημιουργόν τους την κίνησή τους με σοφίαν, όπως και τις ιδιότητές τους. Το ίδιο και ο ανθρώπινος νους. Εξαιρέτως όμως ο νους έχει την αεικινησίαν, το δε αεικίνητον είναι άπειρον και αόριστον. Επομένως ο νους που κινείται μόνον στον μη άπειρον και περιορισμένον κόσμον, ευρίσκεται σε παραφυσική κατάσταση, κατώτερη από τις δυνατότητές του. Και αυτό παθαίνει όταν κινείται στα πεπερασμένα και περιορισμένα. Γιατί δεν είναι δυνατόν, η μεν ουσία ενός όντος να είναι πεπερασμένη και περιοριστική, η δε κίνηση του νου γύρω από αυτό να οδεύη προς το άπειρον. Επομένως και αναγκαίως το αεικίνητον του νου χρειάζεται κάτι αόριστον και άπειρον, προς το οποίον να στρέψη έλλογα την φυσικήν του κίνηση. Αλλά κανένα άπειρον και αόριστον πραγματικά δεν υπάρχει, εκτός από τον Θεόν, που είναι κατά φύση και κυρίως ένα. Συνεπώς ο νους πρέπει να ανατείνεται, να αποβλέπει και να κινείται προς το κυρίως άπειρον ένα, δηλαδή εις τον Θεόν. Και αυτό είναι το φυσικόν ιδίωμα του νου. δ΄. Τα ιδιώματα του Θεού, που βλέπει κανείς γύρω από τον Θεόν, είναι άπειρα και αόριστα. Αλλά ο νους δεν χαίρεται τελείως σ΄ αυτά γιατί ζητάει εκείνον που έχει αυτά. Και αυτό συμβαίνει γιατί κάθε ον χαίρεται στο κατά φύση όμοιόν του. Ο νους είναι από την φύση του ένας, αν και πολλά κατά τις νοήσεις τους. Ανατεινόμενος και κατά κάποιον τρόπον κινούμενος προς τον Θεόν, που κι΄ αυτός είναι ένας κατά τη φύση και πολλά κατά την ενέργειαν, είναι αδύνατον να χαίρεται απόλυτα, αν δεν φθάση δι΄ αγίου Πνεύματος εις το κατά φύση αόριστον ένα, αφού προηγουμένως ξεπεράσει όλα τα πράγματα. Επειδή δε ένα κατά φύση είναι ο Θεός, επόμενον είναι να χαίρεται ο νους απόλυτα σ΄ αυτόν. Αλλά και τα όντα χαίρονται στις φυσικές τους ιδιότητες. Επομένως φυσική ιδιότης του νου είναι να κινείται, να ανατείνεται, να αναπαύεται και να χαίρεται απόλυτα μόνον εις τον Θεόν, τον μόνον και αόριστον ένα. ε΄. Κάθε κίνησις οποιουδήποτε κτιστού όντος, ακόμη και αυτού του νου, γίνεται με τον σκοπόν να σταθή σε κάποιον κτιστόν, για να ηρεμήση και αναπαυθή οριστικά κατ΄ αναλογία προς την φύση του. Αλλά ο νους, αν και είναι μία κτιστή ουσία, όμως δεν ημπορεί κινούμενος να σταματήση στα κτιστά και να ηρεμήση σ΄ αυτά. Διότι το κτιστόν έχει ως ιδιότητα τον περιορισμόν εις τα κτιστά, επειδή έχει αρχήν, ενώ ο νους σαν αεικίνητος δεν υπόκειται σε περιορισμόν, αλλά θα εξακολουθή να επιζητή κάπου να κινηθή. Είναι αδύνατον δε να ηρεμήση, ή να επιτύχη εκείνο που από τη φύση του είναι ο τελικός σκοπός του (ο Θεός) ή να έχη την σωστή αεικινησία του, ο νους, εάν κλειστή στους περιορισμούς των κτιστών.Αυτό είναι έξω από τη φύση του νου, που είναι φανερά αεικίνητος. Επομένως δεν ημπορεί ο νους να εύρη την ηρεμίαν ή να σταθή σε κάποιο κτιστόν. Που λοιπόν να χρησιμοποιήση ο νους την ιδιότητά του, δηλαδή να στέκεται δια της κινήσεως, κι΄ έτσι να ηρεμή, να ειρηνεύη και να έχη σταθερή την αίσθηση της αναπαύσεως, αν δεν φθάση σε κάτι άκτιστον και μη περιγραπτόν; Αυτό είναι μόνον ο Θεός, το εν υπερκόσμιον υπάρχον. Εις αυτό συνεπώς το ένα και απερίγραπτον πρέπει να φθάση ο νους δια κινήσεως, ώστε ευρίσκοντας τη φυσική του ηρεμία, να επιτύχη την νοεράν ανάπαυσή του, όπως αρμόζει. Γιατί εκεί υπάρχει στάση δι΄ αγίου Πνεύματος και υπερφυσική ανάπαυση και τέλος των πάντων είναι το άπειρον. Και δεν υπάρχει πλέον ουδεμία κίνηση σε κάθε νουν, που έφθασε το ένα, το αόριστον, το απέραντον, το απερίγραπτον, το ανείδεον, το ασχημάτιστον και απόλυτα απλούν. Γιατί τέτοιο είναι το ένα, δηλαδή ο Θεός. στ΄. Εάν ο Θεός «ποιεί τους Αγγέλους αυτού πνεύματα», όπως λέγει ο Δαβίδ, και εκείνους τους ανθρώπους, που γεννάει το άγιον Πνεύμα, τους κάνει πνεύμα, όπως είπεν ο Κύριος (Ιω. γ: 6), τότε γίνεται Άγγελος ο άνθρωπος εκείνος που έχει γεννηθή από την πραγματική μετοχή του στο άγιο Πνεύμα. Αλλά όμως το έργον των Αγγέλων είναι η θεωρία του προσώπου «του Πατρός ημών του εν ουρανοίς», όπως είπεν ο Κύριος. Επομένως και ο μετέχων πραγματικά του αγίου Πνεύματος πρέπει να ανυψώνεται στη θεωρία του προσώπου του Θεού. Γι΄ αυτό και ο Δαβίδ διδάσκει κάπου λέγοντας: «Ζητήσατε τον Κύριον και κραταιώθητε · ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια παντός». Άρα δεν τηρεί το πρέπον εκείνος που, ενώ μετέχει του αγίου Πνεύματος, του ζωοποιού και φωτιστικού και ερωτοεργού και έλαβε πείρα της ανεκφράστου γεννήσεως από το άγιον Πνεύμα, και ανέβηκε στα ύψη της αγγελικότητος, αυτός από αδόκιμη ευλάβεια αχρηστεύει την νοερά αίσθησή του προς τον Θεόν και δεν θέλει να ανυψώνεται προς τον Θεόν και τα θεία. Και τούτο, παρά την επιταγή του Σωτήρος να «μένωμεν εν αυτώ», επειδή και αυτός «μένει εν ημίν» και παρ΄ ότι λέγει ο Δαβίδ · «προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε». Αληθινά εάν έχωμε πρόθεση να ακολουθήσωμε με συνέπεια τον σωστό δρόμον μέσα στο φως του Θεού και Πατρός, δηλαδή μέσα στο άγιον Πνεύμα, θα ιδούμε το περί τον Θεόν φως, ήτοι την θείαν αλήθειαν. Και αυτό, εάν βέβαια δεν θελήσωμε από αγνωσίαν να αποτρέψουμε το πρόσωπον από τις θείες ακτίνες. ζ΄. Με τρεις τρόπους ο νους έρχεται στη θεωρία του Θεού · κινούμενος από τον εαυτόν του, κινούμενος από άλλη δύναμη και μεταξύ των δύο τρόπων. Και ο μεν πρώτος τρόπος ενεργείται μόνον από τη φύση του νου με τη θέλησή του, χρησιμοποιώντας την φαντασία του. Το τέλος αυτού του τρόπου είναι η θεωρία όχι του Θεού, αλλά των περί τον Θεόν. Αυτά και παραπλήσια εφαντάσθησαν και οι Έλληνες ειδωλολάτραι σοφοί. Ο δε δεύτερος είναι υπερφυσικός, πραγματοποιούμενος με τη θέληση και τον φωτισμόν μόνο του Θεού. Ως εκ τούτου, ο νους, διατελεί υπό την πλήρη κατοχή του Θεού, αρπάζεται σε θείες αποκαλύψεις, γεύεται τα απόρρητα μυστήρια του Θεού και βλέπει τις εκβάσεις των μελλόντων. Ο δε μεταξύ των δύο αυτών τρόπος, ενώνεται μερικώς και στους δύο τρόπους. Αφ΄ ενός μεν με τη θέλησή του και την φαντασία του ενεργεί τον αυτοκίνητον τρόπον, αφ΄ ετέρου δε κοινωνεί με τον ετεροκίνητον, κατά το μέτρον της χορηγουμένης εις αυτόν θείας ελλάμψεως, με την οποίαν ενούται · τον δε Θεόν βλέπει κατά τρόπον ανέκφραστον «επέκεινα», δηλ. χωρίς πραγματική νοερά ένωση. Ευρισκόμενος ο νους έξω απ΄ όλα τα γύρω από τον Θεόν βλεπόμενα και λεγόμενα, δεν βλέπει τις ενέργειες του Θεού, δηλ. αγαθότητα, θέωση, σοφίαν, δύναμη, πρόνοια ή άλλο τι ιδίωμα. Αλλά γίνεται όμως πλήρης κυρίως νοερού φωτός, χαράς πνευματικής, που ενεργεί το θείον πυρ της αγάπης και ενώνεται με όλες αυτές τις θείες ενέργειες. η΄. Ο νους χρησιμοποιώντας την φαντασία του για να «θεωρή» τα αόρατα, οδηγείτε από την πίστη. Στη συνέχεια, ελλαμπόμενος από την Χάρη, βεβαιώνεται από την ελπίδα.Ύστερα, όταν «αρπαγή» από το θείον φως, τότε γίνεται σκεύος αγάπης προς τους ανθρώπους και πολύ περισσότερον, αγάπης προς τον Θεόν. Έτσι η τριπλή τάξη και κίνηση του νου, με πίστη, με ελπίδα και αγάπη, είναι τελεία και θεοποιός και αποβαίνει ασφαλής και σταθερή. Και εκείνος που φθάνει στον άνετον χώρον της ακροπόλεως, δηλαδή στο φρούριον της αγάπης, έχει πλέον ασφαλισθεί. Ως εκ τούτου πραγματοποιείται το Αποστολικόν: «η αγάπη πάντα στέγει, πάντα υπομένει», δια το αγαθόν της πίστεως και της ελπίδος· «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει», όπως λέγει, χάρη στην πύρινη ένωσή της και την ανέκφραστη επαφή της με τον Θεόν. θ΄. Σε κανένα από τα κτιστά δεν υπάρχει η μοναδικότης. Δεν είναι άγνωστον, ότι τα κτιστά διαφέρουν μεταξύ τους κατά τον τρόπον κάπως των ιδιωμάτων τους. Αφού είναι κτιστά δεν έχουν ουσιώδη διαφοράν μεταξύ τους, γιατί έκαστον κτίσμα έχει αρχή και τέλος και τελεί υπό φυσικήν αναγκαιότητα κι΄επομένως δεν μπορεί ποτέ να είναι κυρίως ένα απλούν. Γιατί πραγματικόν ένα, είναι μόνον το άκτιστον, ως απλούν, ως άναρχον, ως ατελεύτητον και αόρατον, γι΄ αυτό και άπειρον που είναι ο Θεός. Προς το ένα αυτό, αν ο νους βλέπη, μετέχοντας του αγίου Πνεύματος και ζωοποιού και βοηθούμενος υπ΄ αυτού, τότε κάθε ημέρα θα δέχεται πνευματική αύξηση, θα είναι ενωμένος και απλωμένος στον Θεόν, και σταδιακά θεοποιούμενος. Mε τα ανωτέρω ενεργήματα, ο νους, σαφώς και με αίσθηση κατενόησε, ότι χωρίς την απόβλεψη, με την ενέργεια του Πνεύματος, προς το ένα, είναι αδύνατον να αποκτήση κανείς νουν ανώτερον. Και αυτό, γιατί ο νους σκορπίστηκε στον πολυσχιδή κόσμον και υπετάχθη στα πάθη, γι΄ αυτό χρειάζεται μια δύναμη υπερκόσμια και επομένως του υπερφυσικού ενός, προς το οποίον να «αποβλέπη», κι΄ έτσι, αποσπώμενος από τα διασπαστικά στοιχεία του κόσμου, να ελευθερωθή από τα πάθη και από την διάσπαση και να επιτύχη την θεϊκήν ενότητα. Γι΄ αυτό και ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα, «ίνα ώμεν εν» οι πιστοί μαζή με τον Πατέρα και τον Υιόν δια Πνεύματος. Και όπως θα είμαστε ένα, όπως είναι η Τριάς, (όχι βέβαια αιρετικά ένα, όπως είπε ο Σαβέλλιος το εν) θα είμαστε, όπως και πρέπει, τετελειωμένοι, του αγίου Πνεύματος ενοποιούντος με τη Χάρη και διατελούντες σε ενοποιόν θεωρίαν του ενός Θεού. Αυτή είναι φανερά η πραγματική βελτίωση και αυτό είναι το τέλος και η αληθινή και μοναδική ανάπαυση. Γι΄ αυτό και η φθονερή και μισάνθρωπη συμμορία των δαιμόνων, απρεπέστατα, διεσκόρπισε τον σεβασμόν σε πολλούς θεούς, διέσπασε μέσα στην πλάνηση το ενιαίον του νου κι΄ έτσι δεν του άφησε την δυνατότητα να έχη μονάχα την φαντασία του στο υπερκόσμιον ένα. Κι΄ έτσι, με την λατρεία στους πολλούς θεούς, με την απόβλεψη σ΄ αυτούς και την ακόλουθη διαίρεση, να πείση τον νουν (η συμμορία των δαιμόνων) να κινήται παρά την φύση του και επομένως να τον καταστήση επιθυμητήν των διαφόρων παθών και του ψεύδους, αντί της αρετής και της αληθείας. Γι΄ αυτό το άγιον Πνεύμα, δια του Προφήτου συμβουλεύει, λέγοντας· «προσέλθετε προς αυτόν, τον ένα δηλαδή, και φωτίσθητε». Και ακόμη αλλού: «εγώ Θεός πρώτος και εγώ μετά ταύτα και πλην εμού ουκ έστιν άλλος Θεός». Και πάλιν· «άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστιν». Διότι το τρισυπόστατον της μιας θεότητος δεν διαιρεί την μίαν κυριότητα, αλλά και τρία είναι ακριβώς τα πρόσωπα και πάλιν παραμένει ένα κατά την ουσίαν, την δύναμη, την θέληση και την ενέργειαν και στα άλλα ουσιώδη αγαθά. Επομένως το να λατρεύη κανείς το ενιαίον του Θεού, να «αποβλέπη» εις αυτό και να συνάγεται με όλη την δύναμη προς αυτό, αφαιρούμενος απ΄ όλα τ΄ άλλα είναι θέλημα του Θεού και βελτίωση του νου, αφού έτσι ευρίσκεται η αλήθεια, ο θείος έρωτας κι΄ επομένως γεννιέται η θέωση. ι΄. Εάν το μεν ψέμα είναι πολυσχιδές, η δε αλήθεια είναι ένα, άρα ο νους που υψώνεται στο ένα με την ενέργεια του Πνεύματος, υψώνεται στο υπερκόσμιον, στο ανώτερον απ΄ όλα, στον δημιουργόν της κτίσεως, προς αυτήν την αλήθειαν. Αλλά όμως δεν μπορεί ο νους να ελευθερωθή από τα πάθη, αν αυτή αλήθεια δεν τον ελευθερώση (Ιω. η: 32). Επομένως ο νους ελευθερώνεται από τα πάθη στρεφόμενος και υψούμενος προς το υπερκόσμιον ένα. Στον νουν ταιριάζει φυσικώς όχι η δουλεία, αλλά η ελευθερία για να είναι απαθής η ψυχή και για να τείνη προς την θεοειδή κατάσταση και κυρίως στην πνευματικήν υιοθεσία. Διότι λέγει ο Κύριος «ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί ο Κύριος αυτού» (Ιω. ιε: 15). Εάν η άγνοια είναι χαρακτηριστικόν του δούλου, είναι φανερόν, ότι εκείνος που επέτυχε την ελευθερία του, γνωρίζει τα μυστήρια του Πατρός και παραλλήλως ανέβηκε στο ύψος, όπως είναι επόμενον του αξιώματος της υιοθεσίας. Όπως η άγνοια είναι προφανώς αντίθετη στη γνώση, έτσι οπωσδήποτε και η τάξη του δούλου είναι αντίθετη σαφώς με την υιϊκή τάξη. Και αν εκείνος που δεν γνωρίζει το θέλημα του Κυρίου είναι δούλος, εκείνος που το γνωρίζει δεν είναι δούλος, αλλά ελεύθερος ή μάλλον υιός. Διότι το Πνεύμα της αληθείας ενεργώντας την ελευθερίαν, αυτό το ίδιον υιοθετεί στον Θεόν όσους επισκιάση. Γιατί, λέγει, «όσοι Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοί εισιν υιοί Θεού» (Ρωμ. η: 14). Εάν λοιπόν το να ατενίζη κανείς στο υπερούσιον ένα, βρίσκεται μέσα στην αλήθεια, η δε αλήθεια χορηγεί στον νουν την ελευθερίαν, η δε ελευθερία αποτελεί απόδειξη ζωντανή της θείας υιοθεσίας, αυτού του δώρου της υιοθεσίας επομένως ούτε μεγαλύτερον υπάρχει, αλλά ούτε άλλο τι πρέπει στην λογικήν φύση. Συνεπώς είναι πολύ έλλογον και από τα πλέον επείγοντα, να ανυψώνεται ο νους, να ατενίζη και να συνάγεται με την Χάρη του Πνεύματος, με όλη την δύναμή του, προς το υπερκόσμιον ένα, δηλαδή στον Θεόν. ια΄. Το άγιον Πνεύμα λέγει· «Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστίν». Η φροντίδα της θειότητος του Πνεύματος είναι να ανυψώνη τον νουν προς το υπερκόσμιον ένα. Και μάλιστα, όχι μόνον να διακηρύττη μεν το ένα και να λέγη εκ του άλλου ότι δεν πρέπει κανείς να στρέφη τον νουν προς το ένα και αυτό να ενατενίζη. Εκείνο που λέγει το Πνεύμα, αυτό θέλει και να νοούμεν, τον Θεόν. Και εκείνο το οποίον νοείται, προς αυτό πρέπει να στρέφεται ο νους. Εάν ο νους δεν στραφή στο νοητόν ένα (για να σταθή σ΄ αυτό), κάθε άλλη νόηση είναι ανύπαρκτη. Επομένως η διδασκαλία περί ενοποιήσεως και στροφής προς το ένα αποβαίνει ματαία. Εάν λοιπόν αυτό είναι άτοπον, άτοπον είναι επίσης το να μη διανοήται κανείς το ένα και προς αυτό να στρέφεται. ιβ΄. Εάν είναι φύση στα αιτιατά και μάλιστα στους λογικούς ανθρώπους, να στρέφωνται, να ανατείνωνται και να βλέπουν προς το αίτιον, (αιτία πάντων των δημιουργημάτων είναι ο Θεός, από τον οποίον και ο νους· ο δε Θεός είναι το κορυφαίον ένα και απλούν), επομένως είναι φύση του νου να στρέφεται προς το κορυφαίον ένα, να ανυψώνεται και να βλέπη αυτό ως αίτιόν του. ιγ΄. Εάν, «εξ αυτού και δι΄ αυτού και εις αυτόν τα πάντα» (Ρωμ. ια: 46), επειδή και ο νους είναι ένα απ΄ αυτά, συνεπώς από τον Θεόν και δια του Θεού έγινεν ο νους κυριώτατα μάλιστα ωσάν εικόνα Θεού. Γι΄ αυτό περισσότερον οφείλει ο νους να βλέπη τον Θεόν. Και το «εις αυτόν» λεγόμενον σημαίνει ότι ο νους πρέπει να στρέφεται εις την όραση του ενός υπερκοσμίου. Επομένως ο νους οφείλει να ενατενίζει το ένα. ιδ΄. Τα πολλά δημιουργήματα προήλθαν από το ένα και όχι από τα πολλά. Και η κτίση είναι τα πολλά και επομένως είναι φανερόν ότι έγιναν από το ένα. Αλλά το ένα εκείνο, ως κτίστης και δημιουργός, είναι επάνω από την κτίση. Επομένως εκείνος που θεωρεί την κτίση σωστά, κατ΄ ανάγκην θα φθάση στο υπερκόσμιον ένα υπερβαίνοντας την κτίση. Επειδή υπάρχουν άφθονα δημιουργήματα σαν απηχήματα του δημιουργού, με τα οποία φανερώνεται ο Θεός που με την θέλησή του τα παρήγαγε με τέχνη, σοφία, δύναμη και αγαθότητα και προνόησε γι΄ αυτά, γι΄ αυτό και ο Ησαϊας λέγει εν Πνεύματι· «επάρατε τους οφθαλμούς υμών και ίδετε τις κατέδειξε ταύτα πάντα» (Ησα. μη:26). Με το μεν «ταύτα πάντα», εννοεί τα πολλά κτίσματα, με το δε «τις», ανεβάζει τον νουν προς τον δημιουργόν των (που είναι ένα κατά φύση απλούν).
Η παρεξηγημένη έννοια της θέωσης - π. Νικόλαος Λουδοβίκος
Εγώ νομίζω ότι πολλά πράγματα που είναι παραδεδομένα, πρέπει να τα πούμε με καινούργιους τρόπους σήμερα. Ας πούμε, σας έλεγα προηγουμένως για τη διανοημάτωση. Μιλάμε για τη θέωση σήμερα. Και η θέωση είναι σήμερα κάτι τραγικά παρεξηγήσιμο. Μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη των ανθρωπίνων, μπορεί να σημαίνει ένα εκστατισμό, τον οποίο κατηγορώ, πολλές φορές στους προσωπολόγους, να βγω απ’ τη φύση. Γιατί να βγεις απ’ τη φύση;! Η φύση είναι η ουσία του κακού, η φύση είναι η πτώση. Αυτά λέει, ξέρετε ποιος. Συγκεκριμένοι άνθρωποι. Τα λένε. Δεν τα λέω εγώ. Αυτοί τα λένε.Και σαν να πιστώνεις και στο Θεό, κάτσε να δεις, τι περίεργο, αίνιγμα. Δημιουργείς ένα κόσμο, από τον οποίο πρέπει να δραπετεύσω. Τι είσαι εσύ; Άρρωστος είσαι. Τι είμαι, η μαϊμού την οποία βλέπεις και διασκεδάζεις; Και βάζεις μέσα τη θέωση. Οπότε είναι η έκσταση της έκστασης στην νιοστή. Από έκσταση σε έκσταση. Τι βλακείες είν’ αυτά;! Τι νόημα θα είχανε; Εμένα προσωπικά δε θα με ενδιέφερε καθόλου αυτό το πράγμα. Αλλά κοίταξε να δεις, αν έφτιαξες τον κόσμο, δεν τα λέω εγώ αυτά, τα λένε μεγάλοι απ’ τους απολογητές πατέρες. Αν διαβάσετε τους πρώτους Απολογητές, έτσι, θα δείτε να τα λένε αυτά τα πράγματα. Ή εάν ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο, έτσι, πρέπει να μπορεί και να τον σώσει. Αν δεν μπορεί να τον σώσει, ή δεν είναι Θεός, ή δεν έφτιαξε τον κόσμο. Διαβάστε τον Ιουστίνο, διαβάστε τον Τερτυλλιανό, κλπ. Να δείτε πως ακριβώς το λέει. Και μου κάνει εντύπωση, τολμηρά πολύ. Επομένως, εάν αυτό το πράγμα αφορά τη σωτηρία της φύσεως, και αν προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, για κάποιο λόγο, και ζωή του μέλλοντος αιώνος, ζωή ποιανού;, του Θεού; Ο Θεός είναι αυτοζωή. Ζωή ποιανού; Της Δημιουργίας. Έτσι.Η θέωση πρέπει να έχει κάποιες κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε και εμείς την αιωνιότητα. Ή θα είναι μια αιωνιότητα που δεν τη καταλαβαίνουμε; Θα την καταλαβαίνουμε, γιατί θα είναι δική μας η αιωνιότητα. Δώρο Θεού, αλλά δική είναι η αιωνιότητα. Και εδώ μπαίνει μεταξύ πολλών, και το ερώτημα περί του νοήματος. Και άλλα. Μπαίνει αυτό που λέω διυποστατική συνενέργεια. Που εξηγεί πως κοινωνώ με του άλλους και με το Θεό. και μπαίνουν μια σειρά από όρους. Έχω βρει αρκετούς, δεν ξέρω αν υπάρχουν και πολλοί άλλοι ακόμα. Για να εξηγήσω στον εαυτό μου αυτό, και τελικά φτάνουμε στη διανοημάτωση, η οποία όμως είναι ένας τρόπος να’ μαι διάφανος ως νόημα για σας, και να σας βοηθάω να φτιάξετε εσείς το δικό σας νόημα σε διάλογο με το δικό μου. Ώστε να’ ναι meanigful, να έχει νόημα. Η βασιλεία του Θεού είναι κυρίως η κυριαρχία, καταλάβατε, μιας κατάστασης που έχει νόημα. Δεν είναι νοησιαρχικό νόημα, αυτό το οποίο καταλαβαίνω, αλλά κάτι το οποίο καταλαβαίνω, ακόμα και αν είναι πέρα απ’ την κατανόηση μου. Επειδή είναι λογικό. Αν δείτε τα οράματα των πατέρων, οι οποίοι είχαν την εμπειρία των εσχάτων, και εμπειρία της βασιλείας του Θεού, αισθανόντουσαν όλοι, ότι αυτό που έβλεπαν, ήταν καταπληκτικά όμορφο, και καταπληκτικά λογικό. Δεν ήταν παράλογο. Ήταν πέρα από τη λογική, πάνω από τη λογική, αλλά δεν ήταν παράλογο. Γιατί; Γιατί η έννοια της λογικότητας είναι ένα χαρακτηριστικό του Θεού, είναι λόγος, ο Θεός όταν μας απευθύνεται. Και ο Πατήρ έχει λόγο, έχει κατά φύση λόγο.
Δεν ξέρω αν αυτά που λέω είναι διαφωτιστικά. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε έτσι, και τότε αρχίζω να λέω, α έτσι είναι η θέωση. Αυτό με ενδιαφέρει και μπορώ να το κάνω. Και οποιαδήποτε άσκηση στην κατεύθυνση αυτή, έχει ξαφνικά νόημα, δεν ξέρω. Έχει νόημα, είναι η οντολογία του αγιασμού. Αλλιώς θα μιλάμε για πράγματα…Μου ζήτησαν να μιλήσω σε ένα διεθνές συνέδριο για τη θέωση. Λέω ωραία, θα σας μιλήσω για τα ανθρωπολογικά στοιχεία της θέωσης. Τα ανθρωπολογικά και οντολογικά δεδομένα της θέωσης. Διότι αλλιώς, σας είπα, είναι μια τραγική παρεξήγηση το πράγμα. Και προστίθεται στον ναρκισσισμό και τον ατομικισμό τον συνήθη, και αυτός της θέωσης από πάνω. Ναι ή όχι; Και γίνεται κομφούζιο. Οπότε πάει και ο άλλος στο μοναστήρι, υπάρχουν παιδιά που πάνε στον μοναχισμό με λάθος τρόπο. Και εκεί κάνουν αγώνα στο αυτό, για να γίνουν θεούμενοι. Κάποια στιγμή αυτό είχε γίνει μέρος και της θεολογικής μας γλώσσας, μια προηγούμενη, όταν ήμουν εγώ φοιτητής. «Καθαιρόμενος, φωτιζόμενος και θεούμενος». Προς μεγάλο μπέρδεμα των παιδιών. Και θυμάμαι γράφαμε στους τοίχους. Είχαμε ένα καθηγητή τότε. Διάσημο θεολόγο και καλό. Αλλά βλέπετε. Και τα σωστά που λέγονται θέλουν πολλή δουλειά για να πάμε παραπέρα. Δεν είναι τίποτα αυτονόητο στον χώρο. Έλεγε πρώτα μας καθάρισαν, μετά μας φώτισαν, λέτε τώρα να μας θεώσουν, έγραφε στον τοίχο; Και εσύ σε ποια φάση είσαι που τα λες αυτά; Εγώ σε ποια φάση είμαι, μπορείς να μου πεις;
Δεν είναι καλύτερο να εργαζόμαστε με τρόπους τους οποίους κατανοούμε; Ούτως ώστε αυτό που κάνω, να έχει τη χαρά ότι καταλαβαίνω τα επόμενα βήματα. Γιατί έκανα αυτό το βήμα. Και μετά θα δούμε ότι και η προσευχή και οι παραδοσιακές μέθοδοι προσαρμόζονται σε αυτά τα πράγματα πολύ καλά και κυρίως κατανοούνται. Και έτσι γίνεται κανείς εν επιγνώσει πιστός. Αυτό θέλω να πω.
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ. Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ, ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΑΛΛΟΤΡΙΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ.
ΠΟΙΑ ΦΥΣΗ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ; ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ.ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, ιερομόναχος απ’ το Μελένικο της Μακεδονίας, έγραψε αυτό το κείμενο τον 14ο μ.Χ. αιώνα, απαντώντας στο έργο του Θωμά Ακινάτη Summa contra Gentiles απ’ τον προηγούμενο αιώνα και αναιρώντας το ριζικά και αποφασιστικά εκ μέρους της αληθινής Εκκλησίας. Το κείμενο του Αγγελικούδη είναι συναρπαστικό, όπως τα κείμενα και οι λόγοι όλων των πατέρων. Φράση προς φράση φανερώνεται, μέσα απ’ τα ίδια τα λόγια του Ακινάτη, η παραχάραξη, η διαστροφή της αλήθειας, τα λογικά αδιέξοδα και η ίδια η απιστία του και όλων των Λατίνων εν τέλει, στον αληθινό και αποκαλυφθέντα Θεό. Ίσως το τελευταίο μεγάλο πατερικό μας κείμενο. Η χαρά της αποκατάστασης της αλήθειας δίνει ειρήνη και ησυχία σε κάθε καλοπροαίρετη ψυχή και την ενδυναμώνει στον εν Χριστώ αγώνα. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια, με πρόλογο και εκτενή εισαγωγή, σε ιδιωτική έκδοση, από τον καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο. Υπάρχει σε χειρόγραφο κώδικα της μονής Ιβήρων στο Άγιον Όρος, με αριθμ. 337, γραμμένον προς τα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα. Στον κώδικα το έργο αυτό έχει τον τίτλο «Καλλίστου Μελενικιώτου κατά του καθ’ Ελλήνων δήθεν λεγομένου βιβλίου Θωμά Λατίνου». Το δε βιβλίο του Θωμά Ακινάτη είναι η Summa contra Gentiles, που το είχε εξελληνίσει ήδη εκείνη την εποχή ο Δημήτριος Κυδώνης. Μεταφέρουμε το κείμενο απ’ την υπέροχη γλώσσα του πρωτοτύπου στα νέα ελληνικά, μένοντας απολύτως πιστοί, το κατά δύναμιν, στο πνεύμα αλλά και στο “γράμμα”, τις λέξεις, το ύφος το αληθινό, που κι εδώ όπως και σ’ όλα τα κείμενα της Εκκλησίας μας, της Εκκλησίας του Θεού, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, θεία χάριτι, αναμεταξύ τους.
Σταύρος Νικολαΐδης
ΚΕΙΜΕΝΟ
Περί του εσχάτου τέλους και της κατ' αυτό αεικινησίας
187. Αυτός που δεν έχει βαδίσει ούτε την αρχή τής κατά Θεόν οδού θέλει να μιλά από οίηση για το κατ’ αυτήν τέλος, και λέει αναγκαστικά τα μη καθήκοντα (τα ανάρμοστα...) και παρανομεί ψευδόμενος.Γιατί λέει, πως «αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμα ευδαίμων, αφού δεν ηρέμησε ακόμα η φυσική του επιθυμία. Όταν θα επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την εγκατάσταση (ίδρυσις) και την ηρεμία». Και πως "δεν φθάνει" πάλι "η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παυθή η έφεσή της».Βλέπετε τη διάνοια αυτού που γράφει κατά των Ελλήνων, πώς αντιλέγει ολοφάνερα στους αγίους που λένε πως “επιστρέφει πάλι η ερωτική κίνηση του αγαθού, που προϋπάρχει στο αγαθό, και είναι απλή και αεικίνητη και προπέμπεται απ’ το αγαθό, σ’ αυτό, όντας ατελεύτητη και άναρχη, το οποίο φανερώνει την αεικίνητή μας έφεση και ένωσή μας προς το θείο” (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά και οικονομικά, Εκατοντάς Ε).
190. Και πάλι˙ “μόνον το θείο είναι αληθινά και γλυκύ και επιθυμητό και εράσμιο, του οποίου η απόλαυση, που συμβαίνει πάντοτε, γίνεται αφορμή μεγαλύτερης επιθυμίας, συνεπιτείνοντας με τη μετουσία των αγαθών τον πόθο” (Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Α εις Άσμα Ασμάτων). “Γιατί η ψυχή που συνάπτεται με τον Θεό έχει ακόρεστη την απόλαυση, ακμάζοντας όσο αφθονώτερα πληρούται απ' το κάλλος, τόσο πιο σφοδρά με τους πόθους” (ο.π.). Κι ακόμα˙ “είναι μεν πολύ αυτό που πάντοτε ευρίσκεται απ' τη μακάρια εκείνη φύση των αγαθών, είναι δε απειροπλάσιο από κάθε τι που καταλαμβάνεται αυτό που υπέρκειται, και συμβαίνει αυτό στο διηνεκές σ’ αυτόν που μετέχει σε όλη την αϊδιότητα των αιώνων, καθώς γίνεται με τα παντοτινά μεγαλύτερα η επαύξηση σ' αυτούς που μετέχουν” (Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Η εις Άσμα Ασμάτων). Λέει δε, εκπίπτοντας σε παντελή ατοπία, ο αντιλέγων ολοφάνερα στην αλήθεια και στους αγίους και συμπαρατασσόμενος με την ελληνική πλάνη Θωμάς˙ « αυτά που βρίσκονται εγγύτατα στον Θεό είναι παντελώς ακίνητα, όπως ακριβώς οι χωριστές ουσίες (οι άγγελοι...), που προσχωρούν τα μάλιστα στην ομοιότητα του Θεού, ο οποίος είναι παντελώς ακίνητος».
191. Έχοντας θέσει το παντελώς και στους αγγέλους και στον Θεό, οδηγείται κατά κράτος ενάντια στους θεοφόρους και στις άγιες Γραφές, που αναφέρουν για τον Θεό, όπως έχουμε ήδη πη, κίνηση θεοπρεπή, άναρχη και ατελεύτητη, για τις δε νοερές ουσίες αθάνατη και ατελεύτητη κίνηση. Και λέει ο ιερός Διονύσιος· “Είναι (προέρχονται...) απ’ τη θεία δύναμη οι θεοειδείς δυνάμεις των αγγελικών διακόσμων· και έχουν απ’ αυτήν και το είναι αμεταπτώτως και όλες τις νοερές και αθάνατές τους αεικινησίες και έχουν λάβει το αρρεπές τους και την ανελάττωτη έφεση του αγαθού απ’ την απειροδύναμη δύναμη” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων, Κεφάλαιο Η). Κι ακόμη· “Κηρύσσονται πως κινούνται κυκλικά οι θείοι νόες, ενούμενοι με τις άναρχες και ατελεύτητες ελλάμψεις του καλού και αγαθού” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων, Κεφάλαιο Δ). Και πάλι· “η πρώτη των ουρανίων ουσιών διακόσμηση, που έχει σταθή αμέσως κυκλικά του Θεού και περί τον Θεό, και περιχορεύει απλά και ακατάληκτα την αιώνιά του γνώση σύμφωνα με την υπέρτατη, όπως στους αγγέλους, αεικίνητη εγκατάσταση” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ζ). Πού ακούς λοιπόν εδώ το παντελώς ακίνητο ή στις νοερές δυνάμεις ή στον Θεό; κατά κανέναν πάντως τρόπο, παρά σε μόνους τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη, απ' τους οποίους έχεις ολοφάνερα αναδειχθή και ο ίδιος, ακολουθώντας τα δικά τους, ελληνόφρων.
192. Πάλι φέρεται αναίσχυντα και πάλι λέει τα αθέμιτα ο γυιός της πλάνης Θωμάς· «απορρίπτεται» λέει «η πλάνη κάποιων, που λένε πως δεν μπορεί να φθάση, όσο κι αν υψωθή, στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή», ονομάζοντας πάντοτε κάποιους τους θεοσόφους, φιλοσόφους δε τον Αριστοτέλη και τους σύμφωνους μ' αυτόν Έλληνες. Αν μπορή να φθάση στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή, νά που έχει πλανηθή ομολογουμένως σύμφωνα με σένα η ιερή Εκκλησία του Θεού. Γιατί λέει πως δεν μπορεί, και αποφαίνεται (αποκαλύπτει...), ότι είναι κατώτεροι απ' τους έσχατους της ουρανίου ιεραρχίας οι ανώτεροι της καθ’ ημάς ιεραρχίας νόες.
193. Γιατί αν είναι δυνατό να αναχθή (να υψωθή...) στην ισότητα των ανωτέρων νόων ο ανθρώπινος νους, είναι φανερό ότι μπορεί να φθάση και ο άγγελος στην ισότητα των αρχαγγέλων και οι αρχάγγελοι στην ισότητα των ανωτέρων και να αποσυνθέση προχωρώντας έτσι ο λόγος τις τάξεις και να ανατρέψη τις ιεραρχίες και δεν θα υπάρχη αναλογία στις υπερκόσμιες δυνάμεις, και θα είναι όλα τα εκεί φύρδην ανάμεικτα. Αλλ’ αυτά ανήκουν στην ελληνική πλάνη και μέθη· λέει δε, ακολουθώντας τις θεόδοτες Γραφές και αποστρεφόμενη αυτές τις φλυαρίες ως πλάνη δεινή, η Εκκλησία του Θεού· “ η μεν πρεσβυτάτη των περί Θεόν νόων διακόσμηση (των νόων που είναι γύρω απ' τον Θεό...), ιεραρχούμενη απ' την τελεταρχική έλλαμψη, με το να ανατείνεται άμεσα προς αυτήν, με την κρυφιώτερη (πιο κρυμμένη...) και φανότερη (πιο φωτεινή...) φωτοδοσία της θεαρχίας, καθαίρεται και φωτίζεται και τελεσιουργείται. Με την πιο κρυμμένη μεν ως πιο νοητή και περισσότερο απλωτική και ενοποιό, με την πιο φωτεινή δε, ως πρωτόδοτη και πρωτοφανή και καθολικώτερη και περισσότερο διαφανώς κεχυμένη σ' αυτήν. Προς αυτήν δε πάλι (ανατείνεται...) αναλόγως η δεύτερη (διακόσμηση...) και προς τη δευτέρη η τρίτη και προς την τρίτη η δική μας ιεραρχία” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ι).
194. Και πάλι· “απέχουν απ' την ολική και υπερκείμενη δύναμη των πρεσβυτέρων διακόσμων οι τελευταίοι· γιατί μετέχουν στη μερική και ανάλογη δύναμη σύμφωνα με τη μια εναρμόνια και συνδετική κοινωνία όλων. Μετέχει, δηλαδή, η τάξη των αγίων Χερουβίμ σε υψηλότερη σοφία και γνώση, μετέχουν δε οι διακοσμήσεις των ουσιών που είναι κάτω απ’ αυτήν και αυτές μεν στη σοφία και τη γνώση, σε μερικότερη όμως ως προς εκείνους και κατώτερη. Και είναι μεν κοινό το να μετέχουν εξ ολοκλήρου στη σοφία και τη γνώση σε όλες τις θεοειδείς νοερές ουσίες, δεν είναι δε πια κοινό το να μετέχουν από κοντά και ως πρώτοι ή ως δεύτεροι και κατώτεροι, αλλ' όπως έχει ορισθή ανάλογα στον καθένα. Και δεν θα αστοχούσε αν το όριζε αυτό κανείς και για όλους τους θείους νόες· γιατί όπως έχουν ακριβώς οι πρώτοι σε περίσσεια τις αγιοπρεπείς ιδιότητες των κατωτέρων, έτσι έχουν οι τελευταίοι, όχι βέβαια όμοια, αλλά κατώτερα, τις ιδιότητες των προηγουμένων” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο ΙΒ). Έχει πλανηθή άρα μαζί με τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη ο Θωμάς, γι’ αυτό και δυσαρεστείται με τους αγίους, που λένε πως δεν μπορεί να φθάση, όσο κι αν υψωθή, στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή.
195. Και θα θρηνήση κανείς το ανακόλουθο και το ασεβές των λόγων τού Θωμά. Γιατί προσθέτει, αυτός που λέει τα προαναφερθέντα, σαν να λησμόνησε ακριβώς τα ίδια του τα λόγια· «είναι αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων». Δεν αντιλέγει άρα ολοφάνερα στην Εκκλησία του Θεού και στους πνευματοφόρους αγίους, που λένε πως ανήκουν στη μεταβαλλόμενη φύση οι νοερές δυνάμεις – γιατί δεν θα μεταβαλόταν ο ανατέλλων με το πρωί Εωσφόρος, αν ήταν βέβαια αμετάβλητοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο οι άγγελοι– κι ενώ θέλουν να πουν πως είναι ακίνητες προς το κακό, και έχουν μόνη την κίνηση του καλού, τους πείθει όμως ο λόγω της λαμπρότητας Εωσφόρος, που και έγινε και λέγεται σκότος λόγω της έπαρσης, και οι αποστατικές δυνάμεις, να μην τις εκλαμβάνουν και να μην τις ονομάζουν ακίνητες, αλλά δυσκίνητες;
196. Αν είναι αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων, είναι φανερό, ότι ούτε προκόπτουν ούτε και προχωρούν απαύστως προς τα εμπρός προς τον Θεό, ούτε καθαίρονται (εξαγνίζονται...) βέβαια ούτε και φωτίζονται ούτε και τελειούνται οι ίδιοι. Κι αν είναι ανατροπή των θείων δογμάτων το να τα λες αυτά, πώς μπορεί να μη μελαγχολή (να κατέχεται από ένα είδος παραφροσύνης...) και να μαίνεται συνηγορώντας με τέτοια ελληνικά φρονήματα ο Θωμάς; Γιατί καθαίρεται (εξαγνίζεται...) και μεταβαίνει απ’ την κάθαρση στον φωτισμό και φθάνει από ’κεί στην τελειότητα ο νους· κι αν δεν είναι μεταβολή αυτή η κίνηση, θα ταυτίζονται η κάθαρση κι ο φωτισμός και η τελείωση. Αλλ’ αυτό φαίνεται κι από μακρυά άτοπο σ' αυτούς που σωφρονούν, δεν είναι άρα αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων.
197. Τέτοια μεν νομίζει για τους αγγέλους και βλασφημώντας μωρολογεί, αυτά δε που φλυαρεί κατά τού Θεού, δεν είναι δίκαιο ούτε να τα αναπολήση κανείς. Γιατί λέει· «παύεται κάθε έφεση με τη μακαριότητα, αφού δεν απομένει, μετά την κατάληψή της, τίποτα το επιθυμητό». Κι ακόμα· «εφόσον λείπει σε κάποιον κάτι, το οποίο έχει ανάγκη, δεν είναι ακόμα μακάριος, αφού δεν έχει παυθή ακόμα η έφεσή του· αυτός που θα είναι άρα αυτάρκης στον εαυτό του, χωρίς να χρειάζεται τίποτα, εκείνος είναι μακάριος». Κατεβάζει όντως το να βγαίνης απ’ την οδό σε γκρεμό και βόθρο· καταγκρεμίζεται γι' αυτό, με το να μη θέλη να βαδίζη την αλήθεια των ιερών Γραφών, σε γκρεμούς ασεβείας και βάραθρα ο Θωμάς. Γιατί αποκλείει σύμφωνα μ’ αυτόν του τον λόγο κάθε λογική φύση απ’ τη μακαριότητα.
198. Γιατί αν παύεται (σταματά...) κάθε έφεση με τη μακαριότητα, και δεν παύει κάθε λογική φύση τη δική της έφεση, όπως προαποδείξαμε με τις ρήσεις των αγίων, είναι φανερό, ότι βρίσκεται κάθε λογική φύση μακριά απ’ τη μακαριότητα. Και προσθέτει και την αιτία, και μάλλον την ασέβεια, για ποιόν λόγο παύεται η έφεση, και λέει· «γιατί, αφού έχει αυτή ληφθή, η μακαριότητα δηλαδή, δεν απομένει τίποτα το επιθυμητό». Κι αφού βλασφήμησε ενάντια στις λογικές φύσεις, βλασφημά τώρα πια και ενάντια στον ίδιον τον Θεό.
199. Γιατί αν είναι η μακαριότητα η προς τον Θεό έφεση και είναι ο ίδιος ο Θεός κατά τον Θωμά η μακαριότητα, και δεν απομένει μετά τίποτα το επιθυμητό στους μακάριους, και είναι ο Θεός το επιθυμητό, στον οποίον τείνει κάθε έφεση των φιλοπόνων, δεν απομένει ο Θεός στους μακάριους, που τον έχουν, όπως φαίνεται, περιλάβει, απ' το οποίο τί θα μπορούσε να γίνη πιο άτοπο, να νοής τον Θεό πεπερασμένο; Αν είναι δε άπειρος ο Θεός σε όλα όσα επιθυμεί απ' τη φύση της κάθε λογική φύση, είναι μάταιος και τιποτένιος κι αυτός ο λόγος του Θωμά.
200. Κι ακόμα˙ αν παύεται κάθε έφεση στους μακάριους, είναι φανερό, ότι παύεται και κάθε νόηση· γιατί είναι απ’ τη νόηση η έφεση· γιατί είναι αδύνατο να ασχολείται η νόηση με τον Θεό, που είναι υπέρκαλος, χωρίς την ανάλογη έφεση, που όταν παύεται θα παυθή και η νόηση και θα είναι σκοτεινός και ανενέργητος ο νους, το οποίο είναι ακριβώς άτοπο. Κι ακόμα· «εφόσον λείπει» λέει «σε κάποιον κάτι, το οποίο χρειάζεται, δεν είναι ακόμα μακάριος». Αν "δεν είναι" βέβαια "τίποτα αυτοτελές" κατά τον μέγα Διονύσιο "ή που δεν χρειάζεται καθόλου την τελειότητα, παρά μόνον το όντως αυτοτελές και προτέλειο, ο Θεός” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ι), πώς αληθεύει, λέγοντας τέτοια, ο Θωμάς, και αποστερώντας τις λογικές φύσεις, που ζητούν ακόμα, απ' τον μακαρισμό, και διαβάλλοντας τους μακάριους και λέγοντας πως δεν ζητούν τίποτα, και νομίζοντας πως είναι οι όντως άθλιοι μακάριοι, καθώς έχει παυθή η έφεσή τους, και δεν είναι οι μακάριοι μακάριοι, επειδή δεν έχει παυθή ακόμα, λέει, η έφεσή τους, και νομίζοντας το χείριστο ως άριστο και το άριστο ως χείριστο, και σπεύδοντας να ενισχύση τα αντίθετα στα αληθινά, από τυφλότητα που ακολουθεί την απιστία, κι από υπερβάλλουσα μάλλον άνοια, που την απέκτησε απ’ το να πιστεύη τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη;
201. Και δεν λέει μόνον τα άνομα, αλλά και τα ανόητα και ολοφάνερα ψευδή και δεν αισχύνεται ο Θωμάς. Λέει λοιπόν· «επειδή είναι αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη, όπου είναι μεγαλύτερη η αγάπη είναι μεγαλύτερη κι η ευφροσύνη». «Παύεται λοιπόν καθ' υπερβολήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Φανέρωσε με λίγες λέξεις πολλές ατοπίες. Δεν είναι κατά κανέναν τρόπο αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη. Προέρχεται αντιθέτως απ’ την ευφροσύνη η αγάπη και προηγείται απ’ την αγάπη η ευφροσύνη. Γιατί αυτό που δεν ευφραίνει ούτε και αγαπάται· γεύεται τα νοητά ο νους και ευφραινόμενος αγαπά. Και το γνωρίζουν αυτό σαφώς, όσοι βλέπουν τον Θεό εν αληθεία και πνεύματι.
202. Αν είναι αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη, είναι πιο πέρα απ’ την αγάπη και είναι τέλος τής αγάπης η ευφροσύνη· αλλ’ είναι βέβαια το πιό κορυφαίο και το ακρότατο απ’ όλα τα ενεργούμενα στην ψυχή αγαθά η αγάπη, όπως λέει, ερχόμενος στον εαυτό του, αλλού κι ο ίδιος· «είναι εσχάτη τελείωση της φύσεως του λόγου το να αγαπάς τον Θεό, επειδή ενώνεται μ' αυτό κατά κάποιον τρόπο (ο λόγος...) με τον Θεό». Γιατί είναι ένα πολυδύναμο πράγμα ο νούς· έχει λοιπόν και αίσθηση νοερή· όταν βλέπη λοιπόν σύμφωνα μ' αυτό που του ταιριάζει το κάλλος του Θεού, γεμίζοντας ευφροσύνη αγαπά· κι όταν στρέψη το βλέμμα προς τα πάθη και αισθανθή την ασχήμια τους, λυπάται πρώτα και τότε τα απεχθάνεται.
203. Και πήγαινε κι απ’ τα αισθητά στα νοητά· αποδεικνύεται πρώτα ευφρόσυνος ο οίνος και τότε αγαπάται, όχι επειδή είναι απλώς οίνος, αλλ’ επειδή είναι ευφρόσυνος· και δεν αγαπώνται οι πολύτιμοι λίθοι και τα μαργαριτάρια όπως ο μόλιβδος κι ο χαλκός· γιατί; επειδή δεν τέρπουν εξίσου την αίσθηση. Και θα το βρης αυτό, παρατηρώντας τα όλα ανεξαιρέτως· αυτό που περισσότερο ευφραίνει αγαπάται και περισσότερο, και το πικρό ή δριμύ στη γεύση δεν αγαπάται, επειδή δεν ευφραίνει την αίσθηση. Απ’ το ευφραίνειν άρα και την ευφροσύνη προέρχεται η αγάπη κι όχι το αντίθετο, όπως υποθέτει ο Θωμάς· «όπου είναι μεγαλύτερη η αγάπη, είναι μεγαλύτερη κι η ευφροσύνη». «Παύεται λοιπόν κατ’ εξοχήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Ούτε τον Θεό ευλαβείται, ούτε τους ανθρώπους αισχύνεται, έχοντας αποδώσει με τέτοιες προτάσεις τέτοιο συμπέρασμα.
204. Και δεν είναι μόνον ψευδείς, αλλά και σφόδρα ανάρμοστες με το συμπέρασμά τους οι προτάσεις, κι όχι μόνον ανακόλουθο προς τις ελεεινές αυτές προτάσεις, αλλά και καθ’ υπερβολήν ασεβές και αιρετικό το συμπέρασμα, αν συμπεραίνη πως παύεται (σταματά...) η έφεση του Θεού. Γιατί αν αμφιβάλλουμε σ’ αυτό, νομίζουμε ολοφάνερα πως είναι τρεπτός ο Θεός, που παύεται απ’ την ίδια του την έφεση και μειώνεται απ’ την αγάπη, την οποίαν έχει, το οποίο είναι ακριβώς υπερβολικά άτοπο.
205.Και λέει πως είναι «τελειότερη η μακαριότητά του». Λέει τελειότερη, και δεν προσθέτει από τί. Αν είναι λοιπόν τελειότερη απ’ τη δική του μακαριότητα, καθώς παύεται η έφεσή του, πάλι υποτίθεται τροπή· αν είναι δε τελειότερη απ’ τη μακαριότητα των νοερών δυνάμεων η μακαριότητά του, απομακρύνεται σφόδρα απ’ τη λογική, συγκρίνοντας τον άκτιστο και άπειρο σε όλα με τα κτιστά και πεπερασμένα. Όποιο απ’ τα δυό κι αν εννοή λέγοντας το τελειότερη, είναι ασεβές και ανόητο. Παύεται σύμφωνα με σένα, αμβλύτατε στη διάνοια, απ' την ίδια του την έφεση ο παντελώς ακίνητος Θεός; αλλίμονό σου, αναίσχυντε και πραγματικέ εχθρέ της αλήθειας.
206. «Τίποτα» λέει «το οποίο πράττει (ποιούν) σύμφωνα με το δικό του είδος, δεν σκοπεύει (θεωρεί...) σ' ένα υψηλότερο απ’ το δικό του είδος». Είναι λόγος και ανοησίας και απαιδευσίας αυτό.Γιατί κάθε νοερή φύση θεωρεί με τη νόησή της προς υψηλότερο κατ' εξοχήν είδος. Και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ “επιθυμώντας ακατάληκτα την κυριότητα τάξη της όντως κυριότητας και κυριαρχίας και διαπλάττοντας αγαθοειδώς και τον εαυτό της και αυτά που είναι μαζί της (τα μετ' αυτήν) επεστραμμένη συνολικά προς το κυρίως ον και γινόμενη, όσο της είναι δυνατόν, σε μετουσία της κυριαρχικής πάντοτε θεοείδιας· και λένε πως οι δυνάμεις αρρεπώς αφορούν στην υπερούσια και δυναμοποιό δύναμη και γίνονται δυναμοειδής, κατά το εφικτό, εικόνα της” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Η).
207. Και λέει ακόμα πως “οι λογικές και νοερές διακοσμήσεις, αποτυπώνοντας νοητώς προς το θεομίμητο τους εαυτούς τους και ορώντας υπερκοσμίως προς τη θεαρχική εμφέρεια (ομοίωση...) και επιθυμώντας να δώσουν μορφή (μορφούν) στο νοερό τους είδος, έχουν αφθονώτερες όπως είναι εύλογο τις προς αυτήν κοινωνίες” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Δ). Αναζητά άρα ο νους σύμφωνα με το δικό του είδος ένα υψηλότερό του είδος, το οποίο είναι ακριβώς ο Θεός, έστω κι αν δυσαρεστείται ο Θωμάς, που είναι ελληνόφρων.
208. Και λέει πάλι ο Θωμάς· «όσο πιο κοντά είναι κάτι στο τέλος, τόσο περισσότερο τείνει προς αυτό με μεγαλύτερη επιθυμία. Γι’ αυτό και βλέπουμε να επιτείνεται περισσότερο η φυσική κίνηση των σωμάτων προς το τέλος· είναι δε πιο κοντά στη θεία γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών (των αγγέλων...) απ’ ό,τι ο δικός μας νους, επιθυμούν λοιπόν με μεγαλύτερη επίταση τη γνώση εκείνοι, απ’ ό,τι εμείς. Κι όσο κι αν γνωρίζουμε εμείς τον Θεό, δεν παύουμε να τον επιθυμούμε, αλλ’ επιθυμούμε να τον γνωρίζουμε ακόμα κατ’ ουσίαν, πολύ περισσότερο λοιπόν οι χωριστές ουσίες». Και πάλι· «είναι αδύνατο να θελήση να στερηθή ποτέ η νοερή ουσία, που βλέπει τον Θεό, αυτήν τη θεωρία».
209. Κι ακόμα· «αυτό που θεωρείται με θαυμασμό κινεί την επιθυμία, οράται δε πάντοτε με θαυμασμό η θεία ουσία από τον κτιστό νου· γιατί κανένας κτιστός νούς δεν την περιλαμβάνει· είναι αδύνατον άρα να ιλιγγιά (να αισθάνεται ίλιγγο...) η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία». Θά 'λεγες, πως δεν είναι ο ίδιος που λέει˙ «δεν φτάνει στο έσχατο τέλος η νοερή φύση, αν δεν παυθή (δεν σταματήση...) η έφεσή της». Και πάλι· «ομολογούν όλοι πως είναι ένα αγαθό η ευδαιμονία, γιατί δεν θα έκανε αλλιώς να ηρεμή την έφεση».
210. Αλλά πώς θα ηρεμήση, αλλοπρόσαλλε, η έφεση της νοερής ουσίας που δεν θέλει να στερηθή ποτέ τη θεωρία του Θεού; αν είναι ακριβώς αδύνατο να ιλλιγιά η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία, πώς θα ηρεμήση η έφεσή της; αλλ' είναι φανερό, ότι δεν θα ηρεμήση, αλλά θα κινηθή περισσότερο, όπως λες κι εσύ, έχοντας λησμονήσει τα δικά σου λόγια · « επιθυμούν με μεγαλύτερη επίταση τη γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών, απ’ ό,τι ακριβώς εμείς. Κι όσο κι αν γνωρίζουμε εμείς τον Θεό, δεν παυόμαστε απ’ την επιθυμία, αλλ’ επιθυμούμε να τον γνωρίζουμε ακόμα κατ’ ουσίαν, πολύ περισσότερο λοιπόν οι χωριστές ουσίες». Συνεχίζεται
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΣΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟ ΑΓΝΟΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ.