Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Πατερική Παράδοση». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Πατερική Παράδοση». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 20 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Πέμπτη 30. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 20
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Όλοι οι συγγραφείς διαίρεσαν την πνευματική ζωή σε βαθμίδες, συνήθως τρεις, οι οποίες ονομάστηκαν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία προσέγγιζε ο καθένας το ζήτημα. Αρχάριοι, προκόπτοντες, τέλειοι: αυτή η διαίρεση δεν προδικάζει τίποτε. Δούλοι, πιστοί υπηρέτες, υιοί: αυτή ανήκει στη σφαίρα του συναισθήματος. Πρακτική, φυσική θεωρία, θεολογία: αυτή έχει έναν περισσότερο διανοητικό χαρακτήρα. Ο Μάξιμος, εκ φύσεως φιλόσοφος, χρησιμοποιεί συχνότερα αυτό το τελευταίο σχήμα· δεν αγνοεί όμως και τα άλλα: ο φιλόσοφος μέσα του δεν έβλαψε τον άνθρωπο.

Αντιλαμβάνεται άραγε αυτές τις βαθμίδες ως διαδοχικές; Ναι, όχι όμως ως διαδοχικά στάδια. Δεν πρόκειται για τρεις οδούς, ούτε καν για μία οδό, αλλά για μία ζωή. Το παιδί είναι και συγχρόνως δεν είναι αυτό που πρόκειται να γίνει ο έφηβος και ο ενήλικος. Μπορούμε να μετρήσουμε το ανάστημά του και να προσδιορίσουμε το βάρος του· δεν μπορούμε όμως να υπολογίσουμε με ακρίβεια την ανθρώπινη ανάπτυξή του.

Η πνευματική ζωή έχει επιπλέον την εξής ιδιαιτερότητα: υπόκειται σε οπισθοδρομήσεις, τουλάχιστον ως προς τα ελέγξιμα μέρη της, τα μόνα που ενδιαφέρουν τον ψυχολόγο και τον ηθικολόγο. Η θεώρηση μιας αγιαστικής χάριτος, η οποία μπορεί μόνο να αυξάνεται ή να χάνεται ολοκληρωτικά, αλλά όχι να μειώνεται, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενός κώδικα ασκητικών κανόνων, ακόμη και αν γνωρίζαμε τον βαθμό αυτής της χάριτος· και δεν τον γνωρίζουμε.

Η πνευματική καθοδήγηση οφείλει να προσαρμόζεται πρωτίστως στις παρούσες διαθέσεις της θελήσεως και του συναισθήματος. Αυτές όμως παραμένουν πάντοτε μεταβλητές, παρά την τάση τους προς σταθεροποίηση. Ένας προκόπτων του χθες μπορεί σήμερα να χρειάζεται την αγωγή ενός αρχαρίου. Καμία βαθμίδα της πνευματικής ζωής —εκτός από την ύψιστη, η οποία όμως δεν υπάρχει— δεν μπορεί να φθάσει στην τελείωσή της χωρίς την επόμενη βαθμίδα.

Η πρακτική δεν αρκεί για να καθάρει τον νου, εάν δεν προστεθεί σε αυτήν η φυσική θεωρία· και η τελευταία αντλεί την αποτελεσματικότητά της από ένα θείο στοιχείο, το οποίο ήδη ανακαλύπτει μέσα στον λόγο. Από συναισθηματική άποψη, αυτό είναι ακόμη σαφέστερο: η αγάπη αποτελεί την κορυφή της τελειότητας· αρχίζει όμως, προφανώς, ήδη από την πρώτη προσπάθεια εναντίον της αντιπάλου της,¹ της φιλαυτίας.

Αυτή η συνέχεια της αναπτύξεως και αυτές οι δυνατότητες οπισθοδρομήσεως προσδίδουν σε κάθε πραγματεία περί πνευματικότητας έναν συστηματικό χαρακτήρα, λυπηρό αλλά αναπόφευκτο. Η ζωή είναι ζωή μόνο όταν είναι ζωντανή και όχι όταν έχει ανατομηθεί.

Όσα, λοιπόν, πρόκειται να πούμε για την κατάσταση της ελευθερίας ούτε πραγματώνονται πλήρως σε κάποιον άγιο ούτε απουσιάζουν ολοκληρωτικά από οποιονδήποτε επιδιώκει την αγιότητα. Όταν ο άγιος Μάξιμος απαιτούσε την εξάλειψη κάθε αισθητής προσκολλήσεως, ώστε να καταστεί δυνατή η νοερή θεωρία των κτισμάτων, δεν εννοούσε με αυτό την οριστική αδυναμία κάθε αναζωπυρώσεως των παθών, αλλά μόνο μια επαρκή αυτοκυριαρχία, ώστε να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος κατά την παρούσα άσκηση της θεωρίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν δίδασκε μια καθολική, ίση και σταθερή αδελφική αγάπη, δεν αγνοούσε ότι αυτές οι τρεις ιδιότητες εξασφαλίζονται μόνο με την τελειότητα της αγάπης προς τον Θεό. Εκείνο που ζητούσε δεν ήταν η γαλήνια κατοχή του επιτεύγματος, αλλά η αδιάκοπη προσπάθεια προς τον σκοπό. Η σθεναρότητα του αγώνα εναντίον των δυσκολιών, εν αναμονή της ειρήνης που κατακτάται με το τίμημα της νίκης.

Αυτόν όμως τον σκοπό, αυτή την ειρήνη, αυτή την ελευθερία, πρέπει να τα έχουμε διαρκώς ενώπιον των οφθαλμών μας. Γι’ αυτό ο Μάξιμος αρέσκεται να τα περιγράφει. Οι δάσκαλοί του τού είχαν μιλήσει εκτενώς γι’ αυτά και η εμπειρία του επιβεβαίωσε τα διδάγματά τους.

1. ΕΝΑΡΕΤΑ ΠΑΘΗ

Οι προηγούμενες σελίδες μάς έκαναν ίσως να λησμονήσουμε ότι υπάρχει και μια καλή φιλαυτία, τόσο πολύ χρησιμοποιήσαμε τον όρο αυτό με την υποτιμητική του σημασία. Το ίδιο κάνει άλλωστε, τις περισσότερες φορές, και ο Μάξιμος. Είναι καιρός να θυμηθούμε ότι υπάρχει μια άριστη φιλαυτία, τόσο άριστη ώστε αποτελεί το κίνητρο της ηθικής τελειότητας και ίσως ταυτίζεται με την αγάπη, όπως ακριβώς η κακή φιλαυτία αντιτίθεται διαμετρικά προς αυτήν.

Υπάρχουν όμως τότε και καλά πάθη; Η καταφατική απάντηση δεν επιβάλλεται αυτομάτως. Οι Στωικοί, μολονότι δεν φαίνεται να φιλοσόφησαν σχετικά με την αγάπη προς τον εαυτό (1), την άσκησαν συνειδητά, όπως όλοι οι αρχαίοι ηθικοί φιλόσοφοι, μέσω της αναζητήσεως της ευτυχισμένης ζωής ή της σοφίας. Και όμως δεν αναγνωρίζουν καμία θεμιτή χρήση των παθών. Η απάθειά τους πρέπει να νοηθεί κατά την κυριολεκτική σημασία της. Ο Μάξιμος, τώρα, δεν παύει να επαναλαμβάνει αυτή τη λέξη. Αντιθέτως, δεν νομίζω ότι διάβασα έστω και μία φορά σε αυτόν τον αριστοτελικό όρο «μετριοπάθεια». Δεν διδάσκει να μετριάζουμε τα πάθη, αλλά να τα εκριζώνουμε.

Ωστόσο, οι ίδιοι οι Στωικοί είχαν ήδη εισαγάγει μια διάκριση μεταξύ απάθειας και ευπάθειας, και ο Πλούταρχος τούς επαινεί γι’ αυτό (2), ενώ ο Λακτάντιος τούς επικρίνει αδίκως (3), σαν να επέστρεφαν με αυτόν τον τρόπο στην περιπατητική μετριοπάθεια. «Υπάρχουν τρεις ευπάθειες: η χαρά, η ευλάβεια και η βούληση. Η χαρά είναι αντίθετη προς την ηδονή· η ευλάβεια προς τον φόβο· η βούληση προς την επιθυμία» (). Ο Μάξιμος δεν μιλά ούτε για ευπάθεια (). Μήπως είναι αυστηρότερος από τους Στωικούς;

Σύμφωνα με αυτόν, μοναδικός σκοπός της ασκήσεως είναι να ελευθερώσει τη φύση:
«Η άσκηση και οι κόποι που αυτή συνεπάγεται επινοήθηκαν από τους ενάρετους ανθρώπους μόνο για να ελευθερώσουν την ψυχή από τις πλάνες που της προκαλεί η αίσθηση, και όχι για να εισαγάγουν σε αυτήν απ’ έξω νέες αρετές. Οι αρετές είναι σύμφυτες με την ψυχή εκ δημιουργίας. Γι’ αυτό, μόλις εγκαταλειφθεί ολοκληρωτικά η πλάνη, η ψυχή ακτινοβολεί αμέσως με την αρετή που αρμόζει στη φύση της. Εκείνος που δεν είναι άφρων είναι φρόνιμος· εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός ούτε θρασύς είναι ανδρείος· εκείνος που δεν στερείται εγκράτειας έχει σωφροσύνη· εκείνος που δεν είναι άδικος έχει δικαιοσύνη. Κατά φύσιν, ο λόγος είναι φρόνηση, η κρίση δικαιοσύνη, ο θυμός ανδρεία και η επιθυμία σωφροσύνη. Επομένως, με την εξάλειψη του παρά φύσιν, δεν μπορεί παρά να φανερωθεί μόνο το κατά φύσιν· όπως ακριβώς, όταν αφαιρεθεί η σκουριά, φανερώνονται η λάμψη και η φυσική φωτεινότητα του σιδήρου» (**).

Δύο διαβεβαιώσεις περιέχονται σε αυτό το κείμενο: όλες οι αρετές είναι φυσικές. Τα πάθη του επιθυμητικού και του θυμικού, όταν βρίσκονται στη φυσική ή υγιή τους κατάσταση, γίνονται —ή μάλλον ξαναγίνονται— αρετές.

2. ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΦΥΣΗ

Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην πρώτη από αυτές τις δύο διδασκαλίες· αποτελεί την αντίστροφη όψη όσων έχουμε ήδη διαβάσει σχετικά με τον παρά φύσιν χαρακτήρα των κακιών. Ο Μάξιμος δεν διστάζει μπροστά στη συνέπεια: την αρχική ισότητα των ψυχών.

«Πύρρος: Τι λοιπόν; Είναι οι αρετές φυσικές;
Μάξιμος: Ναι, φυσικές.
Π.: Εάν είναι φυσικές, γιατί δεν βρίσκονται στον ίδιο βαθμό σε όλα τα άτομα της ίδιας φύσεως;
Μ.: Σε όλους όσοι έχουν την ίδια φύση βρίσκονται στον ίδιο βαθμό.
Π.: Από πού προέρχεται τότε η τόσο μεγάλη ανισότητα μεταξύ μας;
Μ.: Από το γεγονός ότι δεν πραγματώνουμε όλοι στον ίδιο βαθμό όσα ανήκουν στη φύση. Εάν, όπως γεννηθήκαμε για να πράττουμε, ασκούσαμε όλοι στον ίδιο βαθμό τις φυσικές μας ιδιότητες, η αρετή θα φανερωνόταν όμοια σε όλους, όπως ακριβώς και η φύση, η οποία δεν επιδέχεται το περισσότερο και το λιγότερο» (***).

Αυτές οι γραμμές θα αρκέσουν για να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε σε λίγο πώς η τελειότητα γίνεται ευδαιμονία. Πρέπει όμως να προσθέσουμε τουλάχιστον μία παρατήρηση. Η σύγχρονη νοοτροπία μας αφομοιώνει δύσκολα αυτές τις αρχαίες διδασκαλίες, επειδή όχι μόνο διακρίναμε, αλλά και χωρίσαμε —αν δεν αντιπαραθέσαμε— το φυσικό και το ηθικό. Και συγχέουμε υπερβολικά το πνευματικό με το αφηρημένο, το πραγματικό με το υλικό. Ίσως εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι οι ιδέες κυβερνούν τον κόσμο, αλλά μας ενδιαφέρουν μόνο από αυτή την άποψη, ως ηθικές δυνάμεις, και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι, στον βαθμό που δίνουμε έμφαση στις δυνάμεις, συναντούμε τους υλιστές τους οποίους νομίζαμε ότι πολεμούσαμε.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, όμως, παραμένει μέσα στη μεγάλη παράδοση, η οποία θεωρούσε τον ηθικό κόσμο πραγματικότερο από τον ορατό, επειδή έβλεπε σε αυτόν μια τελειότερη μετοχή στο κατεξοχήν Είναι, τον Θεό, τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του. Μια διαμάχη όπως εκείνη σχετικά με τη φυσική ή την ηθική αιτιότητα των μυστηρίων δεν θα είχε γι’ αυτόν σχεδόν κανένα νόημα. Το ηθικό είναι γι’ αυτόν το φυσικό του πνευματικού.

Το σημείο αυτό θα απαιτούσε εκτενείς αναπτύξεις σχετικά με την εικόνα και την ομοίωση του Θεού στον άνθρωπο. Μολονότι ο Μάξιμος μιλά γι’ αυτό ρητώς λιγότερο από άλλους, έχει επάνω στο θέμα πολύ σαφείς αντιλήψεις, μέσα στις οποίες εναρμονίζονται οι ιδέες των προκατόχων του, από τον Φίλωνα έως τον Διονύσιο. Συμβαίνει να χαρακτηρίζει την εικόνα φυσική και την ομοίωση προαιρετική.

«Εκείνος που έκανε τον νου του να λάμψει με τις θείες θεωρίες, συνήθισε τον λόγο του να τιμά τον Δημιουργό με ακατάπαυστους θείους ύμνους και αγίασε την αισθητικότητά του με άσπιλες παραστάσεις, αυτός πρόσθεσε στο φυσικό αγαθό της εικόνας το προαιρετικό αγαθό της ομοίωσης» (*).

Η αντίθεση όμως του προαιρετικού προς το φυσικό δεν σημαίνει καθόλου ότι η ομοίωση δεν είναι κατά φύσιν· είναι μάλιστα περισσότερο κατά φύσιν από την εικόνα, επειδή αυτή η συμφωνία της ελεύθερης προαιρέσεως με τη φύση, η οποία την πραγματώνει, απαιτείται κατεξοχήν από την ίδια τη φύση, μολονότι το αποτέλεσμά της υπερβαίνει τις φυσικές δυνάμεις και πρέπει γι’ αυτόν τον λόγο να ονομάζεται υπερφυσικό.

Γνωρίζουμε ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι εύκολο να μιλά κανείς με σαφήνεια και ακρίβεια για το υπερφυσικό. Επειδή η λέξη αυτή είναι συγκριτική, ολόκληρο το λεξιλόγιο που εξαρτάται από αυτήν αλλάζει νόημα μόλις μεταβληθεί ελαφρώς ο όρος της συγκρίσεως ή μετατοπιστεί η γραμμή αναφοράς, μολονότι αυτή εξακολουθεί πάντοτε να φέρει το ίδιο όνομα: φύση.

Στους Έλληνες Πατέρες, εάν δεν θέλουμε να εμπλακούμε σε άλυτες δυσκολίες ή ακόμη και να πλανηθούμε, πρέπει, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, να εννοούμε τη «φύση» με τη σημασία της ιστορικής φύσεως, η οποία περιλαμβάνει μια παθητική ικανότητα —και όχι απλώς μια υπακοή ή δεκτικότητα— προς τη θέωση.

Με άλλα λόγια, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις που προσεγγίζουν περισσότερο τη σημερινή μας γλώσσα, πρέπει να θεωρούμε ότι το «κατ’ εἰκόνα» δεν διαφέρει ουσιωδώς από το «καθ’ ὁμοίωσιν», αλλά μόνο ως προς τον βαθμό τελειότητας, ακόμη και όταν η εικόνα χαρακτηρίζεται φυσική και η ομοίωση υπερφυσική.

Πράγματι, εάν οι Πατέρες τοποθετούνταν στη δική μας οπτική γωνία, θα έλεγαν, χωρίς να μεταβάλουν τη γνώμη τους, ότι και τα δύο είναι υπερφυσικά. Και θα πρόσθεταν, συνδυάζοντας τη δική μας οπτική με τη δική τους, ότι θα έπρεπε να ονομάζουμε την ομοίωση δύο φορές υπερφυσική: μία φορά ως προς τη δυνατότητα και μία φορά ως προς την ενεργοποίηση της δυνατότητας.

Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι το οντολογικό και το ηθικό αναμειγνύονται διαρκώς ή, ακριβέστερα, αποτελούν ένα και το αυτό μέσα στη ζωή, για όποιον θεωρεί το ανθρώπινο ον αφού αυτό έχει συγκροτηθεί στη «πραγματική» φύση του.

Από αυτό προκύπτει ότι συχνά, όταν οι Πατέρες μιλούν για ηθική, άσκηση και πρακτική πνευματικότητα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την έννοιά τους περί φύσεως, μας δίνουν εύκολα την εντύπωση ότι αγνοούν ή αρνούνται την οντολογική υπερφυσικότητα της χάριτος, επειδή γι’ αυτούς κάθε αγαθό είναι «κατά φύσιν»· ή, αντιθέτως, ότι δεν αγνοούν τίποτε από τις οντολογικές κατηγορίες που χρησιμοποιούνται σήμερα στην πραγματεία περί χάριτος, ενώ οι διαφορετικές καταστάσεις τις οποίες διακρίνουν είναι ίσως in recto μόνο καταστάσεις της θελήσεως και in obliquo καταστάσεις οντολογικές που εξαρτώνται από την ατομική θέληση, και καθόλου οι δικές μας πραγματικές ή δυνατές status της ανθρωπότητας ως τέτοιας (9).

Συνεχίζεται


Σημειώσεις:

(1) Πρβλ. ωστόσο Αρριανός, Διατριβαί, I, 19· II, 22.
(2) Περὶ ἠθικῆς ἀρετῆς, κεφ. 9, σ. 449 a.
(3) Divinae Institutiones, VI, 15.
(4) Διογένης Λαέρτιος, VII, 115.
(5) Παρά τα αρκετά πολυάριθμα χωρία στα οποία ο Διονύσιος χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο, ο Μάξιμος κάνει σχετικά με αυτά μόνο μία ασήμαντη παρατήρηση (PG 4, 113 B).
(6) Διάλεξις πρὸς Πύρρον, PG 91, 309 C κ.ε.
(7) Στο ίδιο, στ. 309 B.
(8) Κεφάλαια θεολογικὰ καὶ οἰκονομικά, I, 13, PG 90, 1088 C.
(9) Βλ. λ.χ. Ἐπιστολή 9, PG 91, 445 C κ.ε.

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΜΑΣ.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Περί εξόδου της ψυχής (Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι)

Διδαχή κατανυκτική, γιά τό
• πῶς θά κοπῆ ἡ ἔπαρση καί ὑπερηφάνεια
• καί πῶς θά γίνουν τά μάτια μας πηγές δακρύων.

1. Ἄν ζητεῖς μιά τέτοια κατάνυξη, θα σοῦ εἶναι πολύ εὐχάριστο καί ὠφέλιμο νά μελετήσεις μέ προσοχή τήν διδαχή αὐτή περί ἐξόδου τῆς ψυχῆς.

Τώρα, ἄνθρωπε, σέ γεμίζει χαρά ἡ ἡδονή, ἡ ἄνεση, ἡ δόξα. Καί περνᾶς τήν ζωή σου μέ ματαια στολίδια. Ἔχείς τήν ἐλπίδα, ὅτι ἔτσι θά περάσει, ὥρα μέ τήν ὥρα, ἡμέρα μέ τήν ἡμερα, μήνας μέ τόν μήνα, χρόνος μέ τόν χρόνο, ὅλη σου ἡ ζωή.

Ὤ ἄνθρωπε! Ἡ ζωή σου βαδίζει πρός ἕνα τέλος. ῾Η ζωή ὅλο καί λιγοστεύει. ῾Ο χρόνος λίγο-λίγο κυλάει. ῾Ο φοβερός θρόνος τοῦ Κυρίου ἑτοιμάζεται. ‛Ο δίκαιος Κριτής πλησιάζει.
Ὤ ἄνθρωπε! ‛Ο Κριτής ἐπί θύραις! Περιμένει ἀπολογία. ‛Ο πύρινος ποταμός κυλάει μέ ὁρμή καί θόρυβο, πετώντας σπίθες! Τά φοβερά βασανιστήρια μαίνονται, περιμένοντας νά καταπιοῦν ἁμαρτωλούς.
Ὤ ἄνθρωπε! Κοπίασε. Προσπάθησε. ’Αγωνίσου. Κανείς δέν θά ἔλθει νά σοῦ προμηνύσει τόν θάνατο. Στούς ἁγίους θά δοθῆ ὁ μισθός. Γιά τούς δικαίους εἶναι ἕτοιμος ὁ στέφανος. Γιά ἐκείνους πού ἐκοπίασαν καί ὑπέμειναν θλίψεις, θά ἀνοίξει ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν‧ και ἐκεῖ, τούς περιμένει ἡ αἰώνια ἀνάπαυση καί τούς ἑτοιμάζεται μιά ἀπερίγραπτη χαρά. «’Οφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. 2,9).
Ὤ ἄνθρωπε! Ἔχεις ἀκούσει, τί εἶναι ἡ κόλαση; Καί δέν τρέμεις; Καί δέν φρίττεις;
Ὤ ἄνθρωπε! Ἔχεις ἀκούσει, τί εἶναι ἡ αἰώνια χαρά; Γιατί δέν ἀγωνίζεσαι; Γιατί σπαταλᾶς μάταια τον χρόνο τῆς ζωῆς σου; Αλλο χρόνο στήν διάθεσή σου δέν θά βρῆς, ὅσο καί ἄν τόν ζητήσεις μέ δάκρυα!
Ὤ ἄνθρωπε! Ακόμη καί ἄν ζήσεις ἑκατό ἤ καί χίλια χρόνια στόν κόσμο αὐτό, τρώγοντας ὅ,τι θέλεις, καί διασκεδάζοντας ὅσο θέλεις, καλοθρεμμένος σάν μοσχάρι, καί καμαρώνοντας σάν ἀλεποῦ, ὅταν θά ἔλθει τό φοβερό τέλος τοῦ θανάτου, τότε μέσα σέ μιά ἡμέρα θά φανῆ, τί εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ ζωή μας‧ καί κάθε ἀπόλαυση, καί κάθε ὀμορφιά θά σβήσει, χωρίς νά ἀφήσει πίσω της ἴχνή, ὡς ἄνθος χόρτου, πού ἐξέπεσε ταχύ.
Ὤ ἄνθρωπε! Σάν μιά ἡμέρα ἡ γέννησή σου καί ἡ ἐνηλικίωση καί τά γηρατειά σου! Καί μετά, ταχύς καί αἰφνίδιος ὁ θάνατος, τό τέλος τῆς ζωῆς σου!

2. Ὤ ἄνθρωπε!

• Θυμήσου. Ποῦ εἶναι οἱ παπποῦδες σου καί οἱ προπάτορες σου; Ποῦ εἶναι ὁ πατέρας σου; Ποῦ εἶναι ἡ μητέρα σου; Ποῦ τά ἀδέλφια σου; Ποῦ οἱ συγγενεῖς σου; Ποῦ οἱ ἀγαπητοί σου φίλοι; Δέν ἔφυγαν ὅλοι ἀπό τήν ζωή; Δέν ἤθελαν καί αὐτοί νά ζήσουν κι’ ἄλλο στόν κόσμο αὐτό ἐπάνω στήν γῆ; Νά διασκεδάσουν, νά στολισθοῦν, νά εὐφρανθοῦν γιά τήν εὐτυχία τους; Καί νά, παρά τήν θέλησή τους ἔφυγαν!
• Θυμήσου, ὅτι γῆ εἶ, ἀπό τήν γῆ τρέφεσαι καί στήν γῆ θά ἐπιστρέψεις πάλι. ‛Η σάρκα θά καταστραφῆ καί θά φθαρῆ. Θά τήν φᾶνε τά σκουλήκια. Καί τά ὀστᾶ θά διασκορπισθοῦν σάν στάχτη.
• Θυμήσου τίς αἰώνιες ἡμέρες καί τά χρόνια τῶν γενεῶν πού πέρασαν.
• Πόσοι βασιλεῖς καί ἡγεμόνες δέν ἐπέρασαν τήν ζωή τους μέ κάθε εἴδους διασκέδαση‧ καί μέ τί καμάρι! Καί τί τούς ὠφέλησε; Καί ἀφοῦ ἔφυγαν ἀπό τήν πρόσκαιρη ζωή αὐτή, ποῦ τώρα ἡ διασκέδασή τους καί τό καμάρι τους; Τώρα οἱ ἴδιοι εἶναι γῆ καί σποδός.
• Πόσοι ὑπῆρξαν στόν κόσμο γεροί, πλούσιοι, λεβέντες, γεμᾶτοι νειᾶτα καί ὀμορφιά. Καί τί τούς ὠφέλησε, σέ τί τούς ἐφάνη χρήσιμη ἡ τρομερή τους ρωμαλεότητα, τά εὐχαριστα νειᾶτα τους, πού ἀκτινοβολοῦσαν ἀπό ὀμορφιά; Σάν νά μήν ὑπήρξαν ποτέ! Σάν ἕνα τίποτε!
• Χιλιάδες χιλιάδων καί μυριάδες μυριάδων, σάν τήν ἄμμο παρά τό χεῖλος τῆς θαλάσσης ἦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς κάθε γενεᾶς. Καί ὅλοι ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή αυτή.
• Μερικοί, τήν ὥρα τοῦ θανάτου τους δέν ἦσαν σέ θέση, οὔτε κἄν νά δώσουν τήν παραμικρή ἀπάντηση. Τούς ἅρπαξε ὁ θάνατος ξαφνικά καί ἀναπάντεχα! Ἕναν καθιστό. Ἄλλον ὄρθιο. Τούς ἐπῆρε. Ἕναν, ἐνῶ ἔτρωγε! Ἄλλον, ἐνῶ ἔπινε!
• Ἄλλοι πέθαναν ἀπότομα στόν δρόμο.
• Ἄλλοι μόλις ξάπλωσαν. Νόμισαν, πώς κοιμήθηκαν γιά λίγο‧ νά ξεκουρασθοῦν‧ καί ἐκοιμήθηκαν τόν ὕπνο τόν αἰωνιο.
• Ἄλλοι ἐπέρασαν τίς τελευταῖες τους στιγμές φρικτές δοκιμασίες, φοβερές ἀπειλές, πού μόνο ἡ διήγηση τους δέν εἶναι βέβαια ἀρκετή, νά προκαλέσει καί σέ μᾶς τόν ἴδιο φόβο.
• Πολλῶν εἰδῶν εἶναι οἱ αἰφνίδιοι θάνατοι!

3. Καί τί φοβερός ὁ θάνατος!

Ὤχ, ὤχ! Τί θλίψη, τί λύπη! Πόσον δακρύει τότε ἡ ψυχή, τήν ὥρα τοῦ θανάτου! Πρός τούς ἀγγέλους τά ὄμματα ρέπουσα, πρός τούς ἀνθρώπους τάς χεῖρας ἐκτείνουσα, ἄπρακτα καθικετεύει, καί οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα! Νά ἡ ματαιότητα τοῦ ἀνθρώπου!
Ὤχ, ὤχ! Τί θλίψη, τί λύπη! Φρίκη καί φόβος γιά ὅλους, τότε πού ἡ ψυχή βιαίως χωρίζεται ἀπό τό σῶμα! Πόσο δακρύει τότε! Κλαίει φεύγοντας. Καί τό σῶμα παραδίδεται στήν γῆ. Καί τότε κάθε ἐλπίδα πού τήν εἴχαμε στηρίξει στά μάταια καί πρόσκαιρα, κάθε πλάνη, κάθε δόξα καί τιμή, κάθε ἐπίγεια ἀπόλαυση, χάνει κάθε ἀξία, γίνεται αἰσθητό ὅτι ἦταν ἕνα τίποτε.
Ὤχ, ὤχ! Τί θλίψη, τί λύπη! Μεγάλος θρῆνος καί κλαυθμός, μεγάλος καί ἀναστεναγμός καί πόνος, ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.
Ὤχ, ὤχ! Τί θλίψη, τί λύπη! Βραχύς ἐστιν ὁ δρόμος, ὅν τρέχομεν μέ τό σώμα μας! Καπνός. ’Ατμίς. Τέφρα. Κόνις. Σκιά. Μιά δυσωδία. Αὐτό εἶναι ἡ ζωή αὐτή. Διαλύεται, σάν τόν καπνό στόν ἀέρα. Πέφτει καί σβήνει, σάν τό ἄνθος χόρτου. Φεύγει καί χάνεται σάν τό ἄλογο πού τρέχει. Κυλάει γρήγορα σάν τό νερό στό ποτάμι. Διαλύεται εὔκολα σάν τήν ὀμίχλη πού πέφτει στήν γῆ, σάν τήν πρωϊνή δροσιά. Πετάει σάν τό πουλάκι. Ἔτσι σβήνει ἡ ζωή στόν κόσμο αὐτό. Περνάει σάν ἄνεμος. Περνάει δίπλα μας καί μᾶς προσπερνάει ὁ χρόνος. Καί τελειώνουν οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μας, χωρίς νά τό καταλαβαίνωμε.
Καλύτερα νά εἴχαμε ὑποφέρει πιό πολύ, καί νά εἶχε γεμίσει ἡ ζωή μας πίκρες καί λύπες στόν κόσμο αὐτό, παρά νά ζούσαμε χίλια χρόνια ἐδῶ καλά, καί μετά νά βασανιζόμαστε ἔστω καί μιά μόνο ἡμέρα ἐκεῖ. Γιατί ἡ ζωή στόν κόσμο αὐτό δέν εἶναι παντοτεινή. Γιά λίγο φαίνεται‧ καί πολύ γρήγορα παύει καί νά φαίνεται ἀκόμη. ’Αληθινά ματαιότητα καί φθορά εἶναι ὅλες οἱ διασκεδάσεις μας, ὅλες οἱ ὀμορφιές, ὅλες οἱ δόξες τοῦ κόσμου τούτου. Γιατί περνάει σάν τήν σκιά, πού εἶναι ἄστατη καί ὅλο ἀλλάζει‧ καί μένει σάν ὄνειρο! Τώρα, κάποιος εἶναι «κάτι»! Καί σέ λίγο, δέν ὑπάρχει κἄν! Τώρα, μαζί μας. Καί τό πρωΐ, στόν τάφο!
Ὤ, ὤ! Τί θλίψη, τί λύπη! Αληθῶς πᾶς γηγενής μάτην ταράσσεται. Ὅλοι θά φύγωμε. Ὅλοι θά πεθάνωμε. Βασιλεῖς καί ἄρχοντες. Δικαστές καί ἰσχυροί. Πλούσιοι καί πτωχοί. Καί πᾶσα φύσις ἀνθρώπων. Σήμερα χορεύει μαζί μας, εὐφραίνεται καί καμαρώνει. Καί το πρωΐ τον μυρολογοῦμε, κλαῖμε, στενάζομε.

Ὤ ἄνθρωπε! Πήγαινε σ’ ἕναν τάφο. Ρίξε μιά ματιά στόν ἐκεῖ νεκρό. Οὔτε ἔνδοξος, οὔτε ἐπίσημος, οὔτε ὡραῖος πιά! Πῶς μυρίζει! Τί βρώμα βγάζει! ‛Η σάρκα σαπίζει καί φθείρεται. Τήν τρῶνε τά σκουλήκια. Μένουν τά κόκκαλα γυμνά. Καί ἡ ὅλη σύνθεση καί ἁρμονία τοῦ σώματος διαλύεται.
Ὤ, ὤ! Τί θλίψη, τί λύπη! Φρικτό θέαμα ἡ ἁμαρτωλή ψυχή! Τί θλίψη, τί λύπη! Εἶχε ἕνα πλοῦτο‧ ψυχοσωματικά αἰσθήματα‧ εἶχε φτιαχτῆ μέ τόση σοφία‧ καί τώρα δέν ἔχει πιά τίποτε. Οὔτε εὐπρέπεια. Οὔτε εἰδος. Οὔτε κάλλος. Ποῦ τό κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου, ἡ σωματική ὀμορφιά σου καί τά πανεύμορφα νειᾶτα σου; Ποῦ τό χαμογελαστό πρόσωπο; Ποῦ τά φωτεινά καί ἀστραφτερά μάτια; Ποῦ ἡ ἀριστοτελική ρητορική καλλιέπεια τοῦ λόγου; Ποῦ ἡ ἀναπνοή σου; Ποῦ ἡ γλυκειά, λεπτή καί ἁβρή φωνή σου; Ποῦ ἡ καλλιέπεια τῆς πολυμάθειας καί σοφίας; Ποῦ τό μεγαλόπρεπο βάδισμα; Ποῦ τά ὄνειρα καί οἱ πόθοι; Ποῦ ἡ μάταιη ἐκείνη μέριμνα; Ὅλα πᾶνε πιά! Τά ἔφαγαν τά σκουλήκια. Νά μερικά βγαίνουν στό στόμα καί στά ρουθούνια, καί ἄλλα στά μάτια καί στά αυτιά. Καί ἄλλα ἀπό «πίσω». Καί ὅλα τώρα εἶναι ἀηδία, μιά ἀσχήμια!
Ὤ, ὤ! Τί θλίψη, τί λύπη! Ρίξε μιά ματιά στό πτῶμα μέσα στόν τάφο‧ καί σκέψου: ῎Αρα τίς ἐστιν; Βασιλεύες; ἤ στρατιώτης, ἤ πτωχός; Τί ἦταν; Δοῦλος ἤ ἀφέντης; Τί ἦταν; Ἔνδοξος καί ἐπίσημος ἤ κάποιος ἄσημος ἄνθρωπος; Τί ἦταν; Σοφός; ἤ ἕνας ἀνόητος; Ποῦ εἶναι τά ὄνειρα; Ποῦ εἶναι ἡ φαντασία; Ποῦ εἶναι οι βραχυχρόνιες ἐκεῖνες γοητεῖες; Ποῦ ὁ πλοῦτος ὁ ἐπίγειος; Ποῦ ἡ ἀπασχόληση γιά τήν διατήρησή του; Ποῦ ὁ χρυσός καί ὁ ἄργυρος; Ποῦ, τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καί ὁ θόρυβος; Ποῦ οἱ μέριμνες γιά τόν μάταιο αὐτόν κόσμο; Νά, τίποτε δέν ὑπάρχει πιά ἀπό αὐτά! Ὅλα αὐτά ἔπαψαν πιά γιά τόν ἄνθρωπο, νά ὑπάρχουν! «Ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται».
Ὤ, ὤ! Τί θλίψη, τί λύπη! Πλήν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος! Σέ βλέπω μέσα στόν τάφο καί μέ πιάνει φρίκη ἀπό τήν ὄψη σου. Σέ βλέπω καί τρέμω. Καί δάκρυα τρέχουν ἀπό τά μάτια μου!

Ὤ, ὤ! Σκληρός ὁ θάνατος καί ἄσπλαγχνος! Καί ποιός μπορεῖ νά τόν ἀποφύγει; Θερίζει τό γένος τῶν ἀνθρώπων, σάν σιτάρι πρίν ἀκόμη ὡριμάσει.

4. Δι’ ὅ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες τό βραχύ τῆς ζωῆς, καί τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, ἄς ἀσχοληθοῦμε σωστά μέ τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας: Ας ἀφήσωμε τήν τύρβη τοῦ κόσμου καί τίς ἀνώφελες βιοτικές μέριμνες. Νά, μερικά πράγματα δέν πρόκειται νά μᾶς συνοδεύσουν μετά θάνατον! Οὔτε ὁ πλοῦτος. Οὔτε ἡ δόξα. Οὔτε ἡ διασκέδαση. Τίποτε ἀπό αυτά δέν θά μᾶς συνοδεύσει στόν ᾅδη. Μόνο τά κάλα μας ἔργα θά μᾶς συνοδεύσουν ἐκεῖ. Καί θά μᾶς ὑπερασπίσουν. Καί θά μείνουν μαζί μας. Γυμνοί ἐγεννηθήκαμε καί ἤλθαμε στόν κόσμο αὐτόν, γυμνοί θά φύγωμε πάλι ἀπό αὐτόν.

Ὅλα αὐτά, μᾶς λένε, ὅτι:

Ἔχομε χρέος, ὄχι ἁπλῶς νά καθόμαστε ἥσυχα στό κελλί μας, νά φυλᾶμε τήν γλῶσσα μας, νά φροντίζωμε γιά τήν ψυχή μας, νά κλαῖμε στήν προσευχή μας γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἀλλά ἀκόμη καί νά κρυφτούμε κάτω ἀπό τήν γῆ καί ἐκεῖ νά θρηνήσωμε γιά τίς ἁμαρτίες μας. Καί, ὅσο ζήσωμε, νά κάνωμε ὅ,τι μποροῦμε, νά ἐξιλεώσωμε τόν Θεό μέ τήν αὐταπάρνησή μας.
Καί ἔχοντάς το ὑπ’ ὄψη μας, ὅτι μπορεῖ νά φύγωμε πολύ γρήγορα, ἄς καταπονοῦμε ὅσο ζοῦμε τό φθαρτό τοῦτο σῶμα μας, ἀφοῦ ἔτσι καί ἀλλιῶς καί μετά τόν θάνατο φθαρτό μένει, γιά νά ἀξιωθοῦμε, νά μᾶς ἀναστήσει ὁ Κύριος ὁ Θεός ἐκ νεκρῶν τήν ἐσχάτη ἡμέρα, καί νά μᾶς δώσει τήν ἀθάνατη ζωή καί τήν ἀτελεύτητη βασιλεία Του εἰς τούς αἰῶνας. Αμήν.

 

(Από το βιβλίο: “Τα Κρίνα τοῦ Ἀγροῦ”, του Αγίου Παισίου Βελιτσκοφσκι. Ἔκδοση Ιερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Α’ έκδοση, Πρέβεζα 1996. Μετάφραση: † Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος. Τίτλος τοῦ πρωτοτύπου: Κρίνι σέλ’νιε ἤλη τσβετί πρεκράσνιε. ’Αρχιμανδρίτα Παΐσια Βελιτσκόβσκογο. Μετάφραση ἀπό το ρωσσικό πρωτότυπο. Ἡ μετάφραση ἔγινε ἐπί τῇ βάσει τοῦ κειμένου πού δίδει το περιοδικό: Πραβοσλάβναγια Ζίζν’ (Orthodox Life) 30, (1979)• τεύχη 350-354, σελ.3-34, 18-24, 21-28, 19-34, 23-34 ἀντιστοίχως)

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: orp.gr)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Περί εξόδου της ψυχής (Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι)

ΛΟΓΟΣ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟΣ ΣΕ ΠΙΣΤΟΥΣ. ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ, ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΠΑΤΕΡΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ, ΤΟ ΑΛΑΣ ΑΥΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΡΟΦΗ, ΤΗΝ ΖΩΗ Η ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ, ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ  Η ΟΠΟΙΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΝΕΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ. 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 10 Του George Prestige

Συνέχεια από Kυριακή 8. Μαρτίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 10

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

3 Ωριγένης: ή, Οι αξιώσεις της θρησκευτικής νοημοσύνης (συνέχεια)

Ο Πορφύριος αντιλήφθηκε αρκετά καθαρά ότι ο Ωριγένης είχε αντλήσει τη μέθοδό του από Στωικούς διδασκάλους (πρβλ. Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 6.19.8). Επιτίθεται σε ολόκληρη τη διαδικασία, με πικρία, ως αυθαίρετη και ανιστορική. Εκείνο όμως που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται είναι ότι ο Ωριγένης εργαζόταν όχι μόνο από μια απολύτως συνεπή θεωρητική αφετηρία, αλλά και σύμφωνα με αρχές σαφώς διαμορφωμένες και λογικά καθορισμένες.

Ο Ωριγένης εξηγεί το σύστημα της ερμηνείας του και τους λόγους του στο τέταρτο βιβλίο του έργου «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis). Η ιστορική αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, υποστηρίζει, όχι μόνο φέρει τη σφραγίδα μιας αυταπόδεικτης αυθεντίας — επιβεβαιωμένης από την πεποίθηση που ενέπνευσε σε πιστούς πολλών διαφορετικών εθνών — αλλά, μέσω της εκπλήρωσης του γενικού νοήματος της εβραϊκής προφητείας, επικυρώνει επίσης την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο οι Γραφές περιέχουν πολλά σκοτεινά σημεία.

Οι Ιουδαίοι απορρίπτουν το επιχείρημα από την προφητεία, επειδή ο Χριστός δεν εκπλήρωσε κατά τρόπο αυστηρά και κυριολεκτικά κάθε προσδοκία που συνδεόταν με τον Μεσσία. Οι αιρετικοί απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη επειδή βρίσκουν σε αυτήν στοιχεία που, αν ληφθούν κυριολεκτικά, μειώνουν την ηθική τελειότητα του Θεού. Και απλοϊκοί Χριστιανοί, από την ίδια κυριολεκτική συνήθεια, οδηγούνται να αποδίδουν στον αληθινό Θεό χαρακτηριστικά που δεν θα απέδιδαν ούτε στον πιο άγριο και άδικο από τους θνητούς ανθρώπους.

Είναι επίσης γενικά παραδεκτό ότι η Βίβλος περιέχει ένα ορισμένο ποσοστό συμβολικής γραφής, και δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς χωρία τα οποία, αν σημαίνουν κάτι, μπορούν να ερμηνευθούν μόνο ως έκφραση κάποιου τύπου ή σχήματος. Με ποια αρχή όμως πρέπει να αποκαλύπτεται το μυστήριο αυτών των τύπων; Περιέχουν τύπους — αλλά ποιας αλήθειας είναι αυτοί το αντίστοιχο;

Η λύση βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η Αγία Γραφή διαθέτει τρεις διακριτές φωνές:
την κυριολεκτική,
την ηθική,
την πνευματική.

Η πρώτη από αυτές μπορεί να γίνει αντιληπτή από κάθε ειλικρινή πιστό, όσο απλός κι αν είναι. Η δεύτερη ξεπερνά τις αβοήθητες δυνάμεις του απλού ανθρώπου· για να την κατανοήσει κανείς απαιτείται βαθύτερη ικανότητα κατανόησης από εκείνη που χρειάζεται για μια απλή δήλωση γεγονότος. Από το παράδειγμα που δίνει ο Ωριγένης — τη δήλωση του Αποστόλου Παύλου ότι ο νόμος που απαγορεύει να φιμώνεται το βόδι όταν αλωνίζει ισχύει επίσης για το δικαίωμα των χριστιανών λειτουργών να λαμβάνουν στήριξη από εκείνους στους οποίους κηρύττουν — φαίνεται ότι η «ηθική» ερμηνεία σημαίνει την εξαγωγή μιας γενικής ηθικής αρχής από μια συγκεκριμένη περίπτωση.

Οι απλοί πιστοί μπορούν να κατανοήσουν τέτοιες σημασίες όταν τους υποδειχθούν. Γι’ αυτό «οι περισσότερες από τις ερμηνείες που κυκλοφορούν, οι οποίες είναι κατάλληλες για το πλήθος και οικοδομούν όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν τα ανώτερα νοήματα, έχουν κάτι από αυτόν τον χαρακτήρα». Στην πράξη, ωστόσο, ελάχιστα ακούγεται για αυτή την «ηθική» σημασία της Γραφής στα έργα του Ωριγένη. Ο λόγος είναι προφανής: συνήθως προσπαθεί να οδηγήσει τους ακροατές του σε βαθύτερα επίπεδα σκέψης. Επιπλέον, κάθε προσπάθεια απλής εξήγησης της κυριολεκτικής αφήγησης — όσο απλή κι αν ήταν — θεωρούνταν από αυτόν ότι ανήκει ήδη σε αυτή την κατηγορία χωρίς άλλη διάκριση.

Η πνευματική ή αλληγορική σημασία αγγίζει ακόμη βαθύτερα επίπεδα. Επειδή το Άγιο Πνεύμα θέλησε να κρύψει μέσα στα λόγια των Γραφών πλούσιες αλήθειες πολύτιμες για τις ψυχές που χρειάζονται φώτιση, αυτή η σημασία πρέπει να ανακαλυφθεί όχι αυθαίρετα αλλά σε αναφορά προς τις θεμελιώδεις διδασκαλίες για τον Θεό και τον Μονογενή Υιό Του, για την Ενανθρώπηση και την οικονομία της χάριτος, για τον άνθρωπο και την υπόλοιπη πνευματική δημιουργία, καθώς και για την Πτώση και το κακό γενικά.

Με άλλα λόγια, ο Ωριγένης διατυπώνει — με πιο τεχνικό και βαθύτερο τρόπο — αυτό που μια προηγούμενη γενιά χριστιανών στοχαστών είχε πάντοτε υποστηρίξει: ότι το μόνο κλειδί για να ανοίξει κανείς τις Γραφές και να απελευθερώσει το αληθινό τους νόημα είναι η παράδοση — δηλαδή το σύνολο της κεντρικής χριστιανικής αλήθειας που έχει λίγο-πολύ κρυσταλλωθεί στα σύμβολα της πίστεως και στις συναφείς δογματικές διδασκαλίες που αυτά προϋποθέτουν ή υπονοούν.

Η αρχή αυτή ισχύει για τους προφήτες, για τον Νόμο, αλλά και για τα Ευαγγέλια και τα αποστολικά συγγράμματα της Καινής Διαθήκης. Σε ολόκληρη τη Βίβλο, λέει ο Ωριγένης, κρύβονται ανεκτίμητες αλήθειες, η αξία των οποίων δεν μπορεί ποτέ να εξαντληθεί ακόμη και από την πιο επιμελή έρευνα. Όσο βαθύτερα μελετάται η Γραφή, τόσο περισσότερος πλούτος αποκαλύπτεται.

Και για να δείχνουν την ύπαρξη αυτού του κρυμμένου θησαυρού, δυσκολίες και ακόμη και αδυνατότητες εισάγονται μερικές φορές σκόπιμα στις Γραφές — χωρία από τα οποία δεν μπορεί να εξαχθεί καμία κυριολεκτική σημασία — ώστε ο πιο φωτισμένος αναγνώστης να αφιερωθεί στην αναζήτηση και να βρει έτσι «ένα νόημα άξιο του Θεού».


Γι’ αυτό, αφού ο Σωτήρας μας προέτρεψε να «ερευνώμεν τὰς γραφάς», πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά κατά πόσο η κυριολεκτική σημασία ενός χωρίου είναι αληθινή ή δυνατή, και να χρησιμοποιούμε κάθε προσπάθεια — συγκρίνοντας με συναφή χωρία σε όλη τη Βίβλο — για να ανακαλύψουμε το πραγματικό νόημα εκεί όπου η κυριολεκτική σημασία είναι αδύνατη. Έτσι θα φτάσουμε σε μια αληθινή κατανόηση ολόκληρης της αποκάλυψης, συνθέτοντας την αυθεντική ιστορία με τους πνευματικούς καρπούς της αλληγορίας.

Δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε υποτίμηση του Ωριγένη εξαιτίας της παράδοξης υπόθεσής του ότι ο Θεός έκρυψε σκόπιμα την αποκάλυψή Του κάτω από ένα πεδίο κυριολεκτικών «μυρμηγκοφωλιών», ώστε η ανθρωπότητα να ανακαλύψει τον κρυμμένο θησαυρό σκοντάφτοντας στα εμπόδια. Η ιδέα ήταν πράγματι φανταστική. Όμως τα εμπόδια ήταν πραγματικά, και οι άνθρωποι πράγματι σκόνταφταν πάνω τους.

Εμείς στον εικοστό αιώνα δεν τιμούμε τον εαυτό μας αν περιφρονούμε τον τρίτο αιώνα επειδή δεν διέθετε τα εργαλεία με τη βοήθεια των οποίων εμείς οι ίδιοι μόλις πρόσφατα κατορθώσαμε να εξομαλύνουμε το έδαφος. Αυτό που πέτυχε ο Ωριγένης είχε τεράστια σημασία. Κατέστησε δυνατό για τους ευφυείς Χριστιανούς να πιστεύουν τη Βίβλο και, συνεπώς, για τους ευφυείς ανθρώπους να παραμένουν Χριστιανοί.

Τι θα είχε συμβεί στον Χριστιανισμό χωρίς μια λογικά ερμηνευμένη Βίβλο, που να τρέφει τη διάνοιά του και να καθοδηγεί την ανάπτυξη της σκέψης του, μπορούμε μόνο να το φανταστούμε αν ανατρέξουμε στις αποδιοργανωμένες διανοητικές ιδιοτροπίες των πιο ακραίων Γνωστικών, ή στις πιο χονδροειδείς δεισιδαιμονίες που καλλιεργήθηκαν από τον βαπτισμένο παγανισμό στη μεσαιωνική Ιταλία ή στη Σκωτία της Μεταρρύθμισης.

Η αλληγορική μέθοδος «έσωσε τις Γραφές για την Εκκλησία» (Tollinton, Selections from the Commentaries and Homilies of Origen, σ. xxxiv). Κατέστησε δυνατό να θεωρηθεί η Παλαιά Διαθήκη ως χριστιανική γραμματεία απέναντι στους ιουδαίους αντιπάλους, και επέτρεψε να υπερασπιστούν και οι δύο Διαθήκες απέναντι στην καταστροφική κριτική μορφωμένων Ελληνιστών. Και σώζοντας τη Βίβλο, εξασφάλισε τη ιστορική βάση της χριστιανικής πίστης και τη μονιμότητα των ευαγγελικών αξιών.

Ο Ωριγένης ως θεμελιωτής της συστηματικής θεολογίας


Όσο σημαντικό κι αν ήταν το έργο του Ωριγένη σε σχέση με τη Βίβλο, αντιπροσωπεύει μόνο μία πλευρά του επιτεύγματός του. Ο Ωριγένης είναι επίσης ο πατέρας της συστηματικής θεολογίας.
Το μεγαλύτερο μέρος της θεολογικής παραγωγής των προηγούμενων συγγραφέων είχε είτε περιστασιακό χαρακτήρα είτε, όταν ήταν πιο εκτεταμένο, αποτελούσε κυρίως λεπτομερείς αντικρούσεις των γνωστικών θεωριών. Η θεολογική γραμματεία ήταν κυρίως: απολογητική, προσπαθώντας να άρει τις παρεξηγήσεις των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων σχετικά με τη φύση και τους σκοπούς του Χριστιανισμού και να εξασφαλίσει ανοχή και ασφάλεια· ή πολεμική, υπερασπιζόμενη τον Χριστιανισμό απέναντι στις επικρίσεις Ιουδαίων και εθνικών και στις δογματικές παρεκκλίσεις των αιρετικών.


Κατά τα άλλα, η χριστιανική γραμματεία είχε παράγει κυρίως μια σειρά από πραγματείες και μικρά φυλλάδια για επίκαιρα ζητήματα· εκτός από ορισμένα έργα που θα αναφερθούν αργότερα, και μερικές συλλογές αναμνήσεων που έχουν πλέον χαθεί, σχεδόν ολοκληρώνεται ο κατάλογος.

Σε αυτή τη γενική εικόνα πρέπει να προστεθούν δύο εξαιρέσεις.

Η πρώτη είναι ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες να διατυπωθούν θετικές εξηγήσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλά αυτές ήταν λίγες και περιορισμένες. Το περιεχόμενο και η μέθοδός τους δεν ξεπερνούσαν κατά πολύ μια εκτενέστερη παρουσίαση των βασικών αληθειών του συμβόλου της πίστεως. Ο σκοπός τους ήταν πρακτικός και γρήγορα ξεπερνιούνταν.
Έτσι, το εξαιρετικά ενδιαφέρον μικρό έργο του Ειρηναίου, Η Απόδειξη του Αποστολικού Κηρύγματος, φαίνεται ότι μετά τον τέταρτο αιώνα σχεδόν αγνοήθηκε και σώθηκε μόνο σε αρμενική μετάφραση.
Η δεύτερη εξαίρεση είναι ότι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, προκάτοχος του Ωριγένη στη κατηχητική σχολή της Αλεξάνδρειας, επιχείρησε πράγματι να συνθέσει μια σειρά πραγματειών για τη χριστιανική θρησκεία, το σχέδιο των οποίων μιμήθηκε συνειδητά ο διάδοχός του σε ένα έργο που δεν διασώθηκε. Ωστόσο ο Κλήμης ασχολήθηκε κυρίως με την πρακτική θρησκευτική ζωή, αγγίζοντας μόνο παρεμπιπτόντως δογματικά ζητήματα. Επιπλέον ήταν εξαιρετικά διάχυτος συγγραφέας, χωρίς ιδιαίτερη ικανότητα για συστηματική παρουσίαση ή σαφή θεωρητική διατύπωση.
Ο Ωριγένης ήταν ο πρώτος θεολόγος που παρουσίασε πλήρη και μεθοδική έκθεση ολόκληρου του πνευματικού πλαισίου της χριστιανικής πίστης.

Αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε στο βιβλίο «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis), ένα μνημείο χριστιανικής θεολογικής σκέψης βασισμένο στην πιστή αποδοχή της αποστολικής διδασκαλίας και στη μαρτυρία της Γραφής. Γράφτηκε κατά την πρώιμη περίοδο της λογοτεχνικής δραστηριότητας του Ωριγένη στην Αλεξάνδρεια, όταν ήταν ακόμη λαϊκός και δεν είχε ξεπεράσει πολύ την ηλικία των τριάντα ετών.

Η εξαιρετική ωριμότητα της σκέψης του φαίνεται από το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να τροποποιήσει σημαντικά τις απόψεις στις οποίες τον είχαν οδηγήσει ήδη η αρχική του παιδεία και η προσωπική του σκέψη.

Έγραφε για μορφωμένους αναγνώστες, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τον κόσμο ιδεών που ήταν οικείος στους μορφωμένους συγχρόνους του. Δεν το έκανε επειδή περιφρονούσε την απλή πίστη των αγροτών και των τεχνιτών, αλλά επειδή αντιλαμβανόταν ότι, αν ο Χριστιανισμός επρόκειτο να κατακτήσει τον κόσμο και να διαμορφώσει τον πολιτισμό του, έπρεπε να δικαιωθεί όχι μόνο στην καρδιά αλλά και στη διάνοια των ανθρώπων.

Επιπλέον, η θρησκεία απορροφούσε τόσο ολοκληρωτικά όλες τις δυνάμεις της ύπαρξής του, ώστε η ίδια η προσπάθεια κατανόησης μεταμορφωνόταν από πράξη θεωρητικής αποστασιοποίησης σε ενέργεια πνευματικού πάθους που ένωνε τον στοχαστή με το αντικείμενο της σκέψης του.

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Ωριγένης ήταν μυστικιστής με την αυστηρή έννοια του όρου. Ωστόσο επιδίωκε να διεισδύσει στα μυστήρια του Θεού τον οποίο λάτρευε, χρησιμοποιώντας όλες τις ανώτερες δυνάμεις του νου — εκείνες που δίνουν στον άνθρωπο τη μόνη έγκυρη αξίωση ότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Και πίστευε, αλλά και βίωνε, ότι με αυτόν τον τρόπο ερχόταν σε ολοένα στενότερη σχέση με το θείο ον στο οποίο όφειλε τη λογική, τη λύτρωση και την πνευματική πρόοδο.

Έτσι ο Ωριγένης ανέλαβε να παρουσιάσει μια συστηματική έκθεση της θρησκευτικής αλήθειας, όσο του ήταν δυνατό να την κατανοήσει, χρησιμοποιώντας ως μέσα τόσο τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής όσο και τις δυνάμεις της ανθρώπινης λογικής. Σκοπός του ήταν να παρουσιάσει μεθοδικά τον Χριστιανισμό ως κλειδί για κάθε ανθρώπινη γνώση και εμπειρία.
Όποια στοιχεία πρωτότυπης σκέψης εισήγαγε — τολμηρά μερικές φορές ως προς το περιεχόμενο, αλλά πάντοτε μετριοπαθή και διστακτικά ως προς τον τρόπο διατύπωσης — είχαν ως αφετηρία την απλή πίστη του συμβόλου και ως θεμέλιο την αυθεντική αποκάλυψη. Η φιλοσοφία του επομένως δεν ήταν ποτέ αφηρημένη. Πάντοτε μιλούσε για γεγονότα και πρόσωπα τα οποία, για τον ίδιο όπως και για κάθε ειλικρινή Χριστιανό, ήταν εξαιρετικά ζωντανά και αντικειμενικά.

Στο πρώτο μέρος του έργου του εξετάζει τη φύση του Θεού, όπως δηλώνεται τόσο στις γενικές αρχές της θεϊστικής φιλοσοφίας όσο και στην ιστορική αποκάλυψη της χριστιανικής θρησκείας, καθώς και τον τελικό σκοπό του δημιουργημένου ανθρώπου. Αυτός ο σκοπός είναι, μέσω της αδιάκοπης ενέργειας της θείας χάριτος — η οποία ανανεώνει τον άνθρωπο σε κάθε στάδιο του πνευματικού του αγώνα και προόδου — να φτάσει τελικά στη θέα της «αγίας και μακαρίας ζωής».
Ωστόσο η δυνατότητα προόδου συνεπάγεται επίσης και τη δυνατότητα πτώσης. Η παρούσα κατάσταση όλων των λογικών όντων, είτε ανθρώπινων είτε ασώματων, εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο συνεργάστηκαν ελεύθερα με τις ευκαιρίες και τις χάριτες που τους προσφέρθηκαν ή, αντίθετα, υπέπεσαν σε εκούσια αμέλεια και ανταρσία.

Όπως λέει ο ίδιος:
«Εξαρτάται από εμάς και από τις πράξεις μας αν θα γίνουμε μακάριοι και άγιοι».

Στο τέλος θα έρθουν η κρίση και η τελική ολοκλήρωση, όπου ο Ωριγένης ελπίζει να δει να εγκαθίσταται μια τελική αρμονική ενότητα ανάμεσα στον Θεό και σε μια δημιουργία πλήρως λυτρωμένη και αποκατεστημένη.

Στο δεύτερο μέρος επεκτείνει την ανάλυση στη φύση του σύμπαντος και στη σχέση του με τον άνθρωπο. Ο κόσμος αποτελεί το σκηνικό της ηθικής πορείας της ανθρωπότητας και τον τόπο μιας πραγματικής ιστορικής συνέχειας, της οποίας μάρτυρας είναι τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη, αφού και οι δύο — όταν ερμηνεύονται σωστά — παρουσιάζουν τη δικαιοσύνη και την αγαθότητα του Θεού.
Μέσα σε αυτή την ιστορική σκηνή ο Μονογενής Υιός του Θεού εισήλθε με ορατό σώμα και ανθρώπινη και λογική ψυχή. Η σταθερή προσήλωση του Ωριγένη στα γεγονότα φαίνεται από την έντονη επιμονή του τόσο στη θεότητα του Χριστού όσο και στην πλήρη ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Η Ενανθρώπηση ήταν μια θεία πράξη που πραγματοποιήθηκε μέσα στο πεδίο της αντικειμενικής ιστορίας.
Με τον ίδιο τρόπο το Άγιο Πνεύμα έδωσε πραγματικό και συγκεκριμένο φωτισμό στους προφήτες και, μετά την ανάληψη του Χριστού, μετέδωσε σε αναρίθμητα πλήθη πιστών μια σταθερή αποκάλυψη της αλήθειας. Αυτοί μπορεί να μην είναι όλοι σε θέση να δώσουν σαφή και λογική εξήγηση των εμπειριών τους, όμως έχουν σταθερή κατανόηση του πραγματικού νοήματος πραγμάτων όπως:
η συμμετοχή στην Εκκλησία,
η λατρεία,
η λύτρωση,
και ο ηθικός νόμος.


Η κατανόηση αυτών και άλλων αληθειών αποδίδεται στην ιστορική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Στη συνέχεια ο Ωριγένης αναπτύσσει ιδιαίτερες πλευρές του γενικού του επιχειρήματος, που αφορούν τη ηθική βάση του σύμπαντος και την πνευματική πρόοδο των λογικών όντων τόσο σε αυτή τη ζωή όσο και στη μέλλουσα.

Στο τρίτο μέρος εξετάζει εκτενώς:
τον χαρακτήρα και τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας,
τις σοβαρές συνέπειες της ηθικής ευθύνης,
και την ελπίδα ότι όλα αυτά θα καταλήξουν τελικά σε μια αιώνια και καθολική αποκατάσταση.


Το τέταρτο και τελευταίο μέρος αυτής της συνολικής θεώρησης του σύμπαντος — το οποίο νοείται ως ενιαίο λογικό και θρησκευτικό σύνολο — δικαιολογεί τη μέθοδό του και το σύνολο της επιχειρηματολογίας του. Αυτό γίνεται μέσω μιας εξήγησης — για την οποία έγινε ήδη λόγος — των σωστών αρχών με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες της βιβλικής ερμηνείας και να αποκαλύπτεται το αληθινό νόημα των Γραφών.

Συνεχίζεται
 
Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΩΓΜΩΝ, ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΕΩΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΟΝ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟ,  ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΩΓΜΩΝ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ, ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ. ΣΤΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ  ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΟΤΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΕΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗ, ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα. π. Γεώργιος Καψάνης

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα.

π. Γεώργιος Καψάνης

Ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό διά τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν του κι ὄχι διά τῆς οὐσίας Του. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ζωῆς μας.

Αὐτό δέν μποροῦν νά τό δεχθοῦν οἱ Δυτικοί αἱρετικοί. Ἐπειδή εἶναι ὀρθολογισταί, δέν κάνουν διάκριση μεταξύ οὐσἰας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί λέγουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι μόνο οὐσία. Γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν νά ὁμιλοῦν περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μή πέσουν στόν πανθεϊσμό δέν ὁμιλοῦν καθόλου γιά θέωση.

Καί ποιός τότε ἀπομένει κατ’ αὐτούς ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου; Ἁπλῶς μία ἠθική καλλιτέρευσις.Ἀλλά ἡ ἠθική τελειοποίησις εἶναι πολύ λίγο γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς ὡς τελικό στόχο μας ἔχουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν ἅγιο Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος. Αὐτό θέλουμε.

Ἡ ἑκκλησία, μέ τρεῖς μεγάλες Συνόδους στήν Κωνσταντινούπολη, δικαίωσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (ὁ ὁποῖος μέ τήν χάρη Του ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τῶν Παπικῶν περί τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ) καί κήρυξε πώς ἡ ἐν Χριστῷ ζωή δέν εἶναι ἁπλῶς ἠθικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά θέωσις, πού σημαίνει συμμετοχή στήν δόξα τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ Θεοῦ, τῆς Χάριτός Του, τοῦ ἀκτίστου φωτός Του.

Μέχρι σήμερα οἱ Δυτικοί θεωροῦν κτιστή τήν θεία Χάρι, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δυστυχῶς καί τοῦτο μία ἀπό τίς πολλές διαφορές μας, πού πρέπει νά λαμβάνεται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν στόν θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Δέν εἶναι μόνο τό filioque, τό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τό «ἀλάθητο» τοῦ πάπα, ἀπό τίς βασικές διαφορές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Παπικῶν. Εἶναι καί τά ἀνωτέρω.

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα. Διότι ποιός θά ἐνεργήσει τήν θέωση, ἄν ἡ θεία Χάρις εἶναι κτίσμα καί ὄχι ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος;

----------------------------------- 

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη «Η ΘΕΩΣΙΣ ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», σελ. 40-41, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1998.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός


ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΝΩΘΕΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΕΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η καρδιά ως "μεταφυσικό" όργανο

Στην Αγία Γραφή και στους πατέρες, συναντάμε συχνά να αναφέρεται η "καρδιά". Ποια είναι η σημασία και η χρήση της στην Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία;*

+++

 1.Η καρδιά

Μια από τις βασικές αιτήσεις μας προς τον Θεό είναι η απόκτηση της σωτηρίας. «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών του Κυρίου δεηθώμεν». Επίσης τα περισσότερα τροπάρια καταλήγουν στην πρόταση «πρέσβευε του σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Η σωτηρία της ψυχής δεν είναι απέκδυση ενός πράγματος, αλλά ένδυση του Χριστού, δεν είναι αρνητική κατάσταση, αλλά θετική, είναι κυρίως κοινωνία και ένωση με τον Χριστό. Αυτή η κοινωνία γίνεται πρωτίστως μέσα στην καρδιά. Γι’ αυτό η απόκτηση της σωτηρίας είναι κυρίως εύρεση της καρδιάς. Όταν αξιωθούμε από τον Θεό να βρούμε την καρδιά, τότε βαδίζουμε τον δρόμο της σωτηρίας. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αββά Παμβώ: «ει έχεις καρδίαν, δύνασαι σωθήναι»[204]. Το να έχη κανείς καρδιά σημαίνει να βρη την καρδιά του, μέσα από την οποία θα τον κατευθύνη ο Θεός

Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής ερμηνεύοντας τον λόγο του Κυρίου «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν» (Λουκ. ιζ’, 21) λέγει ότι πρέπει κανείς να έχη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος ενεργούσα στην καρδιά του και έτσι να εισέλθη κατ’ αναλογίαν στην Βασιλεία του Θεού. «... χρη πρώτον εν τη καρδία ενεργούσαν έχειν την χάριν του Αγίου Πνεύματος και ούτω κατά αναλογίαν εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών»[205]. Γι’ αυτό πολλοί Πατέρες θεωρούν απαραίτητη την εύρεση του χώρου της καρδιάς, μέσα στην οποία ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού, διότι τότε ο Χριστιανός έχει διδάσκαλο τον Θεό και κατευθύνεται με ασφάλεια από το Πανάγιο Πνεύμα.

2. Τι είναι καρδιά


Όταν η Αγία Γραφή και οι άγιοι Πατέρες μιλούν για την καρδιά εννοούν την μεταφυσική (πνευματική) καρδιά, αλλά και την σαρκική καρδιά. Δηλαδή καρδια είναι αφ’ ενός μεν το σαρκικό όργανο, αφ’ ετέρου δε το κέντρο της υπάρξεώς μας, μέσα στο οποίο γίνεται η κοινωνία και η ένωσή μας με τον Θεό. Σ’ ένα σημείο συναντώνται οι δυο αυτές έννοιες της καρδιάς, αλλά και συγχρόνως διαφοροποιούνται. Θα το δούμε αυτό αναλυτικότερα στα επόμενα.

Και πρώτα-πρώτα ας δούμε τα περί της μεταφυσικής (πνευματικής) καρδιάς. Είναι αρκετά δύσκολο να δώση κανείς ορισμό αυτής της πνευματικής καρδιάς, γιατί «άβυσσος γαρ ακατάληπτος αληθώς η καρδία»[206]. Ιδίως στον σαρκικό άνθρωπο, που διακατέχεται από την κυριαρχία της λογικής και ο οποίος βιώνει την ζόφωση της μεταπτωτικής ζωής, είναι αδύνατη η γνώση αυτής της πνευματικής καρδιάς. Γι’ αυτό δεν μπορεί να ευρεθή κανείς ορισμός ο οποίος θα μπορέση να περιγράψη αυτήν την πραγματικότητα που βιώνει ο πνευματικός άνθρωπος. Μόνον χαρακτηρισμούς και εικόνες μπορεί κανείς να διατυπώση.

Ο πνευματικός άνθρωπος που ζη με την προσευχή «γνωρίζει, ότι η καρδία του δεν είναι μόνον εν φυσικόν όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι, μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως»[207]. Η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος, που αναπτύσσεται όλη η πνευματική ζωή, που ενεργεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Αυτή «η βαθεία καρδία» είναι εν πολλοίς άγνωστος όχι μόνον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί η Χάρη του Θεού εργάζεται μυστικά την σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Πεδίον του πνευματικού αγώνος δι’ έκαστον άνθρωπον προ παντός είναι η εαυτού καρδία. Και όστις αγαπά να εισέρχεται εις την καρδίαν του, κατανοεί τον λόγον του προφήτου Δαβίδ: «Προσελεύσεται άνθρωπος, και καρδία βαθεία» (Ψαλμ. ξγ’, 7). Η γνησία εν Χριστώ ρέει εκεί, εν τη βαθεία καρδία, κεκρυμμένη ουχί μόνον από τα ξένα βλέμματα αλλά εν τω πληρώματι αυτής και από αυτόν τον ίδιον τον άνθρωπον. Όστις εισήλθεν εις τον μυστικόν τούτον νυμφώνα, αυτός αναμφιβόλως εδοκίμασεν άφραστον έκπληξιν προ του μυστηρίου της υπάρξεως. Όστις κεκαθαρμένη διανοία παρεδόθη εις την εντατικήν παρατήρησιν της βαθείας αυτού καρδίας, αυτός κατανοεί ότι είναι αδύνατον να παρακολουθήση εν παντί την ροήν της ζωής, έστω και δια βραχύ τι χρονικόν διάστημα. Αυτός αντιλαμβάνεται το αδύνατον να συλλάβη την πορείαν της πνευματικής ζωής της καρδίας, το βάθος της οποίας εισέρχεται εις επαφήν με εκείνο το Είναι, όπου δεν υπάρχουν πλέον πορείαι»[208].

Ο Απόστολος Πέτρος ονομάζει την καρδία κρυπτόν άνθρωπον: «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» (Α’ Πέτρ. γ’, 4). Είναι πράγματι ο χώρος εκείνος στον οποίο αγιάζεται ο Θεός: «Κύριον δε τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’ 15). Μέσα στην καρδιά ανατέλλει η Χάρη του Θεού: «... έως ου ημέρα διαυγάση και φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών» (Β’ Πέτρ. α’, 19). Παρά την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα στην καρδιά, η καρδιά παραμένει το «έλασσον» και ο Θεός το μείζον. «Μείζων εστίν ο Θεός της καρδίας ημών» (Α’ Ιω. γ’, 20).

Αναφέρθηκαν αυτά τα αγιογραφικά χωρία όχι για να παρουσιάσουμε τους χαρακτηρισμούς της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων για την καρδιά, πράγμα το οποίο θα κάνουμε σε άλλη παράγραφο, αλλά για να γίνη αντιληπτό ότι σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την καρδιά.

Έχουμε αλλού εντοπίσει το γεγονός ότι ο νους είναι κυρίως ο οφθαλμός της ψυχής. Επίσης έχουμε σημειώσει ότι σε πολλά χωρία των αγίων Πατέρων ο νους συνδέεται με την καρδιά. Πράγματι η καρδιά ταυτίζεται με τον νου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είναι χαρακτηριστικός: «... τον νουν καθαίρειν σπευδόντων από μίσους και ακρασίας, ον καρδίαν ονομάζει ο Κύριος»[209]. Ο νους είναι οφθαλμός της ψυχής, η καρδιά είναι το κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου, το κέντρο του πνευματικού κόσμου, αλλά φαίνεται ότι αυτά τα δυο συνδέονται μεταξύ τους. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμισθή ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ενώ ομιλεί περί της καθαρότητος της καρδιάς, στην συνέχεια αναλύει τον νου και την καθαρότητα του νου [210].

Βέβαια, πρέπει να υπενθυμίσουμε και αυτό που ελέχθησε προηγούμενη παράγραφο, ότι οι Πατέρες ονομάζουν νου και την ουσία της ψυχής που βρίσκεται στην καρδιά και την ενέργεια της ψυχής που συνίσταται στους λογισμούς. «Νους λέγεται και η του νου ενέργεια εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι. Νους εστι και η ενεργούσα ταύτα δύναμις, ήτις και καρδία καλείται παρά της Γραφής»[211]. Και ο Νικηφόρος ο Μονάζων, αναλύοντας και περιγράφοντας την προσοχή, λέγει ότι άλλοι από τους Πατέρες την προσοχή χαρακτήρισαν τήρηση του νου, άλλοι καρδιακή φυλακή, άλλοι νήψη και άλλοι νοερά ησυχία. «Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν∙ ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, ούτω και περί τούτων νόει»[212]. Επομένως, κατά τον Νικηφόρο Μονάζοντα, είτε πούμε τήρηση του νου είτε φυλακή της καρδίας είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό σημαίνει ότι στην πατερική θεολογία ο νους συνδέεται και ταυτίζεται με την καρδιά. Γι’ αυτό όσα περί του νου γράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο ισχύουν και για την καρδιά, αλλά εδώ θα πούμε περισσότερα για την καρδιά.

Η σύνδεση νου και καρδιάς φαίνεται και στην διδασκαλία του αγίου Διαδόχου Φωτικής. Ο άγιος διδάσκει ότι από την στιγμή του Βαπτίσματος η Χάρη του Θεού «εν αυτώ τω βάθει του νου εγκρύπτεται», κρύπτουσα συγχρόνως από την αίσθηση του νου την παρουσία της. Όταν ο άνθρωπος αρχίση να αγαπά τον Θεό «εκ πάσης προθέσεως», τότε με την αίσθηση του νου μεταδίδει μέρος των αγαθών της στην ψυχή. Όταν όμως σκορπίση όλο τον υλικό πλούτο, «τότε ευρίσκει τον τόπο εν ω η χάρις κατακέκρυπται του Θεού»[213]. Σε άλλο κεφάλαιο ο άγιος λέγει ότι η Χάρη με το άγιο Βάπτισμα κατασκηνώνει στο βάθος της ψυχής, «τουτ’ έστιν εις τον νουν». Και όταν θερμώς ενθυμούμαστε τον Θεό, τότε «εξ αυτού του βάθους της καρδίας ημών αισθανόμεθα του θείου» [214]. Βλέπουμε εδώ στα χωρία αυτά την σύνδεση νου, ψυχής και καρδιάς.


Επειδή στην εποχή του αγίου Διαδόχου κυριαρχούσε η αιρετική ιδέα των Μασσαλιανών, ότι στον ίδιο χώρο της ψυχής συνυπάρχουν η Χάρη του Θεού και ο σατανάς, ο άγιος διαχωρίζει τα πράγματα από την γνώση της Αγίας Γραφής και από την αίσθηση του νου. Ο άγιος τονίζει ότι προ του «αγίου βαπτίσματος έξωθεν η χάρις προς τα καλά προτρέπεται την ψυχήν, ο δε Σατανάς εν τοις αυτής εμφωλεύει βάθεσιν όλας τας του νου αποφράττειν δεξιάς πειρώμενος διεξόδους∙ από δε αυτής της ώρας εν ήπερ αναγεννώμεθα, έξωθεν μεν ο δαίμων γίνεται, έσωθεν δε η χάρις» [215]. Πριν από το Βάπτισμα στο βάθος της ψυχής βρίσκεται ο σατανάς και η Χάρη από έξω προτρέπει την ψυχή προς τα καλά, μετά όμως το άγιο Βάπτισμα εξέρχεται ο σατανάς από την ψυχή και εισέρχεται η θεία Χάρη. Έτσι λοιπόν δεν συνυπάρχουν στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. Η θεία Χάρη, δια της αισθήσεως του νου, ευφραίνει το σώμα με άρρητη αγαλλίαση, ενώ οι δαίμονες αιχμαλωτίζουν την ψυχή βιαίως δια των αισθήσεων του σώματος, ιδίως όταν βρουν τον άνθρωπο ράθυμο στον πνευματικό αγώνα [216].

Η Χάρη του Θεού που βρίσκεται μέσα στο βάθος της πνευματικής καρδιάς μετά το Βάπτισμα, όταν ενεργούμε κατά τις επιθυμίες της σαρκός, καλύπτεται από τα πάθη, οπότε η προσπάθεια του ανθρώπου είναι να ανακαλύψη αυτήν την Χάρη με την εν Χάριτι ασκητική ζωή. Δηλαδή η προσπάθεια του έγκειται στο να εκδιώξη την νέφωση που καλύπτει την καρδιά. Εφ’ όσον, κατά τον άγιο Διάδοχο, δια του αγίου Βαπτίσματος εκδιώκεται ο διάβολος από την καρδιά, «πως ουν δύναται ο μετά τοσαύτης αισχύνης εκβαλλόμενος πάλιν εισιέναι και τω αληθινώ συνδιατρίβειν οικοδεσπότη εν τω εαυτού, ως εάν και θέλοι, αναπαυομένω οίκω;» [217].

Η διδασκαλία αυτή του αγίου Διαδόχου παρετέθη στο σημείο αυτό να γίνη σαφές ότι με το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού εισέρχεται μέσα στην βαθεία καρδία, στο βάθος της πνευματικής καρδιάς. Και όταν αυτή η καρδιά καλυφθή από τα πάθη, τότε κάνουμε μεγάλο αγώνα για να την αποκαλύψουμε.

Ο Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας διδάσκει ότι η καρδιά, δηλαδή ο νους, αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος ζήση την ησυχαστική μέθοδο. «Όταν δε τους έξω περισπασμούς καταργήσης και τους έσω λογισμούς καταλείψης, εγείρεται τότε ο νους εν τοις έργοις και τοις λόγοις του πνεύματος» [218]. Προτρέπει δε να σταματήσουμε τις συναναστροφές και να αγωνισθούμε εναντίον των εσωτερικών λογισμών, έως ότου βρούμε τον τόπο της καθαράς προσευχής, που είναι ο οίκος στον οποίο κατοικεί ο Χριστός. «Στήσον τοιγαρούν τας ομιλίας των έξω και πύκτευσον προς τους έσω λογισμούς, μέχρις αν εύρης τον τόπον της καθαράς προσευχή και τον οίκον, εν ω Χριστός κατοικεί» [219].

Φαίνεται από το χωρίο αυτό ότι η καρδιά είναι ο χώρος ο οποίος ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο φανερώνεται ο Χριστός. Αυτό το γνωρίζει ο άνθρωπος που καθαίρεται από τα πάθη και όλα τα έργα της αμαρτίας. Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο που ζη μακράν του Θεού, η καρδιά καλύπτεται, είναι παντελώς άγνωστη, δεν γνωρίζει ο άνθρωπος αν υπάρχη. Ενώ για τον άνθρωπο που ζη κατά Θεόν η καρδιά είναι γνωστή, είναι πραγματικότης.

Αυτή η διδασκαλία μας οδηγεί στην άποψη ότι η αποκάλυψη της καρδιάς στην πραγματικότητα είναι αποκάλυψη του προσώπου. Όταν ο άνθρωπος, με την εν Χάριτι άσκηση, ανακαλύψη την καρδιά μέσα στην οποία αποκαλύπτεται και βασιλεύει ο Χριστός, τότε γίνεται πρόσωπο, αφού το πρόσωπο κυρίως είναι το «καθ’ ομοίωσιν». Έτσι η αποκάλυψη της καρδιάς είναι η αποκάλυψη του προσώπου.

Δεν έχουμε πρόθεση στο σημείο αυτό να αναπτύξουμε την οντολογία του προσώπου, όπως παρουσιάζεται στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έχουν γραφή αξιόλογες μελέτες πάνω σ’ αυτό το θέμα. Πιστεύουμε, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ότι το κατ’ εικόνα είναι δυνάμει ομοίωσις και το καθ’ ομοίωσιν είναι ενεργεία εικόνα. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος, δημιουργημένος από τον Θεό και αναδημιουργημένος με το άγιο Βάπτισμα από την Εκκλησία, είναι δυνάμει πρόσωπο. Όταν όμως με τον προσωπικό αγώνα και κυρίως με την Χάρη του Θεού φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, τότε είναι ενεργεία πρόσωπο. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι οντολογικά όλοι οι άνθρωποι είμαστε πρόσωπα, ακόμη και αυτός ο διάβολος, αλλά σωτηριολογικά δεν είμαστε όλοι πρόσωπα, αφού δεν φθάσαμε όλοι στο καθ’ ομοίωσιν. Χωρίς να παραθεωρούμε την οντολογία του προσώπου, στο σημείο αυτό τονίζουμε ιδιαιτέρως την ασκητική του προσώπου, η οποία συνήθως παραθεωρείται από τους συγχρόνους θεολόγους.

Είναι χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Στο θείο Ον η Υπόσταση συνιστά την εσώτατη αρχή του Όντος. Στο ανθρώπινο ον, ομοίως η υπόσταση είναι το πιο ουσιαστικό θεμελιώδες στοιχείο. Πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω... ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρ. γ’, 4) – ο πιο πολύτιμος πυρήνας όλης της ανθρωπίνης υπάρξεως, που φανερώνεται στην ικανότητα του ανθρώπου για αυτογνωσία και αυτοδιάθεση∙ στο ότι κατέχει δημιουργική ενέργεια∙ στην δυνατότητα γνώσεως όχι μόνον του ορατού κόσμού, αλλά και του Θείου ακόμη. Φλεγόμενος από αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτό του ενωμένο με τον αγαπημένο Θεό. Μέσα από αυτήν την ένωση γνωρίζει τον Θεό και έτσι αγάπη και γνώση συγχωνεύονται σε μια μοναδική πράξη»[220].

Πρόσωπο είναι ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος». Μόνον αυτό μπορεί κανείς να διατυπώση για το πρόσωπο, γιατί δεν μπορεί να ορισθή με επιστημονικούς ορισμούς, αφού είναι μια μυστική κοινωνία και ένωση με τον Χριστό. Όπως για την Εκκλησία δεν μπορεί κανείς να δώση ορισμό, αλλά μόνον ότι είναι το Σώμα του Χριστού, το ίδιο συμβαίνει και με το ανθρώπινο πρόσωπο, την καρδιά, μέσα στην οποία γίνεται η μυστική κοινωνία Θεού και ανθρώπου. «Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση μπορεί να διατυπωθή, αλλά το πρόσωπο είναι πέρα από κάθε ορισμό και επομένως αδύνατο να γνωσθή εκ των έξω, εκτός αν το ίδιο αποκαλυφθή. Εφ’ όσον ο Θεός είναι Μυστικός Θεός, έτσι και ο άνθρωπος έχει μυστικά βάθη. Δεν είναι ούτε η αρχή της υπάρξεως ούτε το τέλος της. Ο Θεός και όχι ο άνθρωπος, είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Η θεοειδής ποιότητα του ανθρώπου έγκειται στον τρόπο της υπάρξεώς του. Το καθ’ ομοίωσιν της υπάρξεως είναι το καθ’ ομοίωσιν για το οποίο μιλούν οι Γραφές»[221]. Εφ’ όσον λοιπόν δεν ορίζεται το πρόσωπο, δεν ορίζεται και η καρδιά που είναι το πρόσωπο.

Το πρόσωπο είναι μια πραγματικότητα που γεννιέται με την Χάρη του Θεού. «... Το πρόσωπο γεννιέται άνωθεν και γι’ αυτό δεν υπόκειται στους νόμους της Φύσεως. Το πρόσωπο υπερβαίνει τα γήϊνα όρια και κινείται σε άλλες σφαίρες. Δεν μπορεί να ερμηνευθή. Είναι ένα και μοναδικό»[222]. Επειδή πρόσωπο είναι η καρδιά, γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι και η καρδιά αναγεννάται άνωθεν. Δεν είναι φυσική κατάσταση. Μόνον με την Χάρη του Θεού μπορεί να κανείς να διακρίνη τον χώρο της καρδιάς.

Αυτή η αναγέννηση του προσώπου είναι στην πραγματικότητα αποκάλυψη. «Το πρόσωπο είναι μια άνωθεν αναγέννηση. Ένα εξαίσιο άνθος αναπτύσσεται μέσα μας: η υπόσταση – πρόσωπο. Όπως και Βασιλεία του Θεού, το πρόσωπο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. ιζ’, 20). Η διαδικασία με την οποία το ανθρώπινο πνεύμα εισέρχεται στον χώρο της θείας αιωνιότητος διαφέρει στον καθένα από μας»[223]. Έτσι το πρόσωπο, όπως και η καρδιά, γεννιέται άνωθεν.

Η καρδιά είναι ο χώρος όπου αποκαλύπτεται ο Θεός ως αγάπη και Φως. «Ο Θεός αποκαλύπτεται κυρίως δια της καρδίας, ως Αγάπη και Φως. Μέσα σ’ αυτό το Φως ο άνθρωπος θεωρεί τις εντολές του Ευαγγελίου σαν αντανάκλαση στην γη της Ουράνιας Αιωνιότητος, και την Δόξα του Χριστού ως μονογενούς του Πατρός – την δόξα την οποία είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ. Η προσωπική αποκάλυψη καθιστά την γενική αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης πνευματικά οικεία»[224].


Ελέχθησαν αυτά για να γίνη αντιληπτό ότι, όταν ο άνθρωπος ανακαλύψη την καρδιά, τότε κυρίως γίνεται πρόσωπο. Επίσης ελέχθησαν για να γίνη σαφές ότι η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και όπου αποκαλύπτεται ο Θεός. Εκεί αισθάνεται ο άνθρωπος το Φως του Θεού και εκεί πλημμυρίζει από την αγάπη του Θεού και την αγάπη προς τον Θεό. ο άνθρωπος αποκτά την αίσθηση της καρδιάς, αλλά όλη η ζωή που υπάρχει μέσα εκεί είναι αδύνατον να γίνη αντιληπτή. Αυτή η πνευματική καρδιά ευρίσκεται, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, μέσα στην σαρκική καρδιά, σαν σε όργανο.

Έχουμε πη τα δέοντα όταν μελετούσαμε την θέση στην οποία βρίσκεται η ψυχή και ο νους. Τα ίδια ισχύουν και για την πνευματική καρδιά. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφέροντας τους λόγους του Κυρίου: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19), και τον λόγο του αγίου Μακαρίου: «η καρδία ηγεμονεύει όλου του οργάνου και, επάν κατάσχη τας νομάς της καρδίας η χάρις, βασιλεύει όλων των λογισμών και των μελών∙ εκεί γαρ εστιν ο νους και πάντες οι λογισμοί της ψυχής», γράφει ότι «η καρδία ημών εστι το του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν»[225]. Ο ίδιος άγιος, για να υποστηρίξη την διδασκαλία ότι στην καρδιά, το σαρκικό όργανο, υπάρχει η πνευματική καρδιά, αναφέρεται στον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... φανερούμενοι ότι εστέ επιστολή Χριστού διακονηθείσα υφ’ ημών, εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλ’ εν πλαξί καρδίαιας σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3), και στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «εν γουν τη καρδία ταύτη γεγονώς ο Θεός αξιοί τα ίδια γράμματα δια του πνεύματος εγχαράττεσθαι, καθάπερ τισί μωσαϊκαίς πλαξί»[226].

Όταν ο νους επιστρέφη από την διάχυσή του, τότε πρώτον ευρίσκει την φυσική καρδιά και στην συνέχεια εισέρχεται στην πνευματική καρδιά, στην βαθεία καρδία. Αυτή είναι κοινή πείρα όσων ασχολούνται με την ευχή του Ιησού και ασκούνται στην ιερά εργασία της επιστροφής του νου στην καρδιά. «Δια της καθαράς νοεράς προσευχής διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος δια του νοός εις την καρδίαν, πρώτον εις αυτήν την σαρκίνην καρδίαν, αρχίζει να διεισδύη εις εκείνα τα βάθη της, όπου δεν είναι πλέον σαρξ. Ευρίσκει την «βαθείαν» καρδίαν, την πνευματικήν, την μεταφυσικήν, και εντός της βλέπει, ότι η ύπαρξις όλης της ανθρωπότητος δεν είναι δι’ αυτόν ξένόν τι και αλλότριον, αλλ’ είναι αχωρίστως συνδεδεμένη μετά της προσωπικής του υπάρξεως»[227]. Επομένως, ο αθλητής της ησυχαστικής αυτής μεθόδου μπορεί να διακρίνη σαφώς την πνευματική από την σαρκική καρδιά. Αισθάνεται την ύπαρξη και την ενέργεια και των δύο αυτών καρδιών. Στην αρχή ο νους βρίσκει την σαρκική καρδιά και έπειτα αποκαλύπτει και την πνευματική και μπορεί να αισθάνεται ταυτόχρονα τις κινήσεις και των δύο καρδιών. Επομένως δεν υπάρχει σύγχυση στην περίπτωση αυτή.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, εντεταγμένος οργανικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, αναφέρει για την σαρκική καρδιά ότι είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό[228]. Είναι κέντρο φυσικό γιατί η καρδιά πλάθεται πρώτη από όλα τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, σύμφωνα με τα λεγόμενα από τον Μ. Βασίλειο: «Εν τη γενέσει των ζώων η καρδία πρώτη καταβληθείσα παρά της φύσεως αναλογούσα τω μέλλοντι συνίστασθαι ζώω, την παρά φύσεως, λαμβάνει καταβολήν»[229]. Είναι κέντρο παραφυσικό γιατί από εκεί προέρχονται όλα τα πάθη και οι βλάσφημοι λογισμοί. Βέβαια αυτό πρέπει να ερμηνευθή, σύμφωνα με τα προηγηθέντα, ότι μετά το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού βρίσκεται στο κέντρο της καρδίας, ενώ ο διάβολος ενεργεί από έξω. Ο Απόστολος Πέτρος είπε στον Ανανία: «Ανανία, διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε το Πνεύμα το άγιον...;» (Πράξ. ε’, 3). Ο σατανάς εβλήθη στην καρδιά του Ιούδα: «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Επίσης είναι γνωστή η διδασκαλία του Κυρίου, ότι «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19). Η καρδιά ακόμη είναι κέντρο υπερφυσικό, γιατί εκεί ενεργεί η Χάρη του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εξαπέστειλέν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Επίσης αλλού γράφει: «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών» (Ρωμ. ε’, 5). Ο όσιος Θαλάσσιος γράφει ότι αγαθή καρδία φέρει αγαθές έννοιες, διότι τα ενθυμήματα της καρδίας είναι ανάλογα με τον θησαυρό της [230].

Το ότι από την καρδιά προέρχονται αγαθοί και κακοί λογισμοί δεν σημαίνει ότι υπάρχει ταυτοχρόνως στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. «Φέρει μεν η καρδία και εξ αυτής λογισμούς καλούς τε και ου καλούς» όμως τις κακές έννοιες, δεν τις γεννά από την φύση της, αλλά από την μνήμη του κακού. Τους πιο πολλούς πονηρούς λογισμούς τους συλλαμβάνει η καρδιά από την πικρία των δαιμόνων. Πάντως εμείς αισθανόμαστε ότι προέρχονται από την καρδία [231]. Ο άγιος Διάδοχος τονίζει ακόμη ότι η Χάρη του Θεού με το άγιο Βάπτισμα κρύπτει τον εαυτό της «εκδεχόμενη την της ψυχής πρόθεσιν». Όταν ο άνθρωπος τηρή τις εντολές του Χριστού και μνημονεύη το Όνομα του Χριστού ακατάπαυστα, τότε το πυρ της θείας Χάριτος κινείται και στα εξωτερικά αισθητήρια της καρδίας και καταφλέγει «τα ζιζάνια της ανθρωπείας γης». Η αύρα του Αγίου Πνεύματος στην κατάσταση αυτή σβήνει τα τόξα του διαβόλου στην εξωτερική αίσθηση του σώματος, σβήνει ακόμη και τα ευρισκόμενα τόξα στον αέρα [232].

Επομένως μέσα στην καρδιά γίνεται η μεγαλύτερη μάχη. Όταν εκεί νικήση ο Χριστός και ηττηθή ο διάβολος, έρχεται ειρήνη εσωτερική και εξωτερική. Γι’ αυτό το κυριότερο έργο του αθλητού είναι, «ίνα εισελθών εις την εαυτού καρδίαν, ποιήση πόλεμον προς τον σατανάν και μισήση αυτόν»[233]. Η καρδιά που είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό είναι πηγή της σαρκικής και πνευματικής ζωής, αλλά μπορεί να γίνη και πηγή του πνευματικού θανάτου.

3. Χαρακτηρισμοί της καρδιάς


Με όσα έχουμε γράψει γίνεται φανερό ότι ενώ δεν μπορεί να δοθή επακριβής ορισμός της πνευματικής καρδιάς, εν τούτοις μπορεί να ειπωθή ότι καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Ίδιος ο Θεός. Αυτός ο χώρος είναι αντιληπτός από τον εντεταγμένο οργανικά και ουσιαστικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση.

Οι άγιοι Πατέρες, που βίωσαν αυτήν την πραγματικότητα, έχουν δώσει μερικούς χαρακτηρισμούς και εικόνες αυτής της ζωής. Θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να δούμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς – προσδιορισμούς, που δείχνουν καθαρότερα την καρδιά και τον ρόλο της σε όλη την πνευματική ζωή.

Η καρδιά είναι ο χώρος όπου κατοικεί ο Θεός. «Κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Εφεσ. γ’, 17). «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. ε’, 5). Όπως ο άνθρακας γεννά την φλόγα, «ούτω πολλώ μάλλον ο ενοικών τη καρδία Θεός από του αγίου Βαπτίσματος». Και εάν βρη τον αέρα της διανοίας μας καθαρό από ανέμους πονηρίας και εάν τηρήται από την φυλακή του νου, τότε «ανάπτει το διανοητικόν ημών προς θεωρίας, ως φλοξ κηρόν»[234]. Επειδή κατοικεί εκεί ο Θεός γι’ αυτό εκεί υπάρχουν όλοι «οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως» οι απόκρυφοι. Φανερώνονται δε στην καρδιά ανάλογα με την κάθαρση του καθενός, που επιτυγχάνεται με τις εντολές [235]. Μέσα στο ψυχικό έσοπτρο «τυπούσθαι και φωτεινογραφείσθαι Ιησούς Χριστός πέφυκεν, η του Θεού Πατρός σοφία και δύναμις». Μέσα στην καρδιά πρέπει να αναζητήσουμε την Βασιλεία του Θεού και εάν καθαρίσουμε το όμμα του νου θα βρούμε εκεί πραγματικά την Βασιλεία του Θεού, τον κόκκο και τον μαργαρίτη, την ζύμη και πολλά άλλα. Μέσα στην καρδιά θα βρούμε την θεότητα. «Η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστι∙ δηλών μένουσαν ένδον καρδίας την θεότητα»[236].

Μένοντας μέσα στην καρδιά ο Θεός διδάσκει και γράφει τα δόγματα και τον νόμο Του. Επομένως η καρδιά είναι εκείνος ο χώρος όπου γράφονται οι εντολές του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «Οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών» (Ρωμ. β’, 15). Μέσα στην καρδιά ο Θεός «τους ιδίους νόμους εγγράφει»[237]. Εκεί ο άνθρωπος γνωρίζει «τους λόγους, αλλά και αυτόν ποσώς μετά την των όλων διάβασιν ενορά τον Θεόν»[238]. Μέσα στην καρδιά βρισκόμενος και αναπαυόμενος ο Θεός «αξιοί τα ίδια γράμματα δια του Πνεύματος εγχαράττειν»[239]. Έτσι οι άγιοι, έχοντες τον Θεό μέσα στην καρδιά και αξιούμενοι της εγγραφής του νόμου του Θεού, αποκτούν τον νου του Χριστού, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’, 16). Ο νους του Χριστού τον οποίον λαμβάνουν οι άγιοι δεν είναι κατά στέρηση της νοεράς δυνάμεως ούτε «ως συμπληρωματικός του ημετέρου νοός» ούτε «μεταβαίνων ουσιωδώς καθ’ υπόστασιν εις τον ημέτερον νουν, αλλ’ ως τη οικεία ποιότητι την του ημετέρου νοός λαμπρύνων δύναμιν και προς την αυτήν εαυτώ φέρων ενέργειαν». Δηλαδή η δύναμη του νου μας, χωρίς να χάνεται, λαμπρύνεται από την ενέργεια του Χριστού. Το «νουν Χριστού έχομεν» σημαίνει, κατά τον άγιο Μάξιμο, «τον κατ’ αυτόν νοούντα και δια πάντων αυτόν νοούντα»[240]. Ο άνθρωπος σκέφτεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έχει αέναη μνήμη Θεού. Αυτό το ίδιο γίνεται και με την επιθυμία. Διαρκώς επιθυμεί ό,τι θέλει ο Θεός και επιθυμεί ακόρεστα Αυτόν. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός αναφέρει τον λόγο του Μ. Βασιλείου, ότι, όταν ο Θεός βρη καθαρή την καρδιά του ανθρώπου από κοσμικά πράγματα και μαθήματα, τότε «ως πτυχείον άγραφον γράφει τα εαυτού δόγματα»[241]. Έτσι σ’ αυτήν την κατάσταση γίνεται λόγος για την «δογματική συνείδηση». Ο άνθρωπος γνωρίζει από την πείρα του τα δόγματα της Εκκλησίας, αφού έχει την ζωή του Θεού μέσα στην καρδιά του. Χρειάζεται να αγωνισθούμε για να ενοικήσουμε τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας, γιατί τότε αυτός ο Ίδιος ο Θεός «διδάσκει ημάς ασφαλώς του νόμους αυτού τηρείν»[242].

Η καρδιά είναι ο άδης στο οποίο κατεβαίνει ο Χριστός και ελευθερώνει την ψυχή του ανθρώπου. Όπως κατέβηκε στον άδη στον ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων, έτσι ο Χριστός κατεβαίνει στον άδη, που λέγεται βάθος της καρδιάς. Ο άγιος Μακάριος διδάσκει ότι, όταν ακούμε ότι ο Κύριος, αφού κατήλθε στον άδη, ελευθέρωσε τις ψυχές, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι αυτά είναι μακράν από ό,τι και τώρα γίνεται. Το μνημείο είναι η καρδιά. Ο Κύριος έρχεται «εις τας εν άδου επιβοωμένας αυτόν ψυχάς», στο βάθος δηλαδή της καρδιάς, και μετά από διάλογο με τον θάνατο, «τον βαρύν λίθον διάρας, τον τη ψυχή επικείμενον, τον τε τάφον ανοίγει και τον εν αληθεία νεκρόν ανιστά και της αφεγγούς φυλακής την εγκεκλεισμένην ψυχήν απαλλάττει»[243].

Καρδιά είναι η γη όπου σπείρεται από τον Κύριο ο κόκκος σινάπεως. Κατά τον άγιο Μάξιμο «κόκκος του σινάπεώς εστίν ο Κύριος, κατά πίστιν εν πνεύματι σπειρόμενος εν ταις καρδιαίς των δεχομένων»[244].

Καρδιά είναι ο ναός και το θυσιαστήριο, ο ιερός εκείνος χώρος στον οποίο δοξάζεται και αγιάζεται ο Κύριος. Ο Απόστολος Πέτρος παραγγέλλει:» Κύριον τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’, 15). Όλα τα φαινόμενα, κατά τον Μακάριο, είναι σκιαί των κρυφίων. Ο ορώμενος ναός είναι τύπος του ναού της καρδίας. Ο ιερεύς που τελεί τα άγια Μυστήρια είναι τύπος «του αληθινού ιερέως της του Χριστού χάριτος»[245]. Μέσα στον πνευματικό και αληθινό αυτόν ναό, που είναι το βάθος της καρδιάς, γίνεται αέναη λειτουργία στον αναγεννημένο άνθρωπο: «Λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Εφεσ. ε’, 19). Η καρδιά που δεν έχει λογισμούς και ενεργείται υπό του Πνεύματος είναι «ιερατείον αληθινόν και προ της μελλούσης βιώσεως»[246]. Η καρδιά είναι ναός και θυσιαστήριο. Ο άγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδάσκει ότι άλλο είναι «επισκοπείν συχνοτέρως τη καρδία και άλλο επισκοπεύσαι καρδίας», δηλαδή άλλο είναι να επισκοπή κανείς, να εποπτεύη συχνότερα την καρδιά, και άλλο να επισκοπεύη, δηλαδή να κάνη χρέη επισκόπου. Στην πρώτη περίπτωση ο νους είναι άρχοντας, στην δεύτερη περίπτωση είναι αρχιερεύς που προσφέρει λογικές θυσίες [247]. Η καρδιά ακόμη είναι και το αγιαστήριο όπου βρίσκεται το πυρ [248]. Είναι αυτό που ένοιωθαν οι δυο Μαθηταί πορευόμενοι προς Εμμαούς την ώρα που τους μιλούσε ο Χριστός: «ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;» (Λουκ. κδ’, 32). Η καρδιά είναι «αίθουσα δεξιώσεως Κυρίου»[249].

Καρδιά είναι το αγγείον που έχει το έλαιον, δηλαδή την θεία Χάρη. Κατά τον Μακάριο τον Αιγύπτιο «αι νήψασαι πέντε παρθένοι εκείναι και το ξένον της εαυτών φύσεως έλαιον εν τοις αγγείοις παραλαβούσαι της καρδίας, τούτο δε εστιν η Χάρις του Πνεύματος, εδυνήθησαν εις τον νυμφώνα συνεισελθείν τω νυμφίω»[250]. Έτσι η καρδιά είναι το αγγείο, στο οποίο ο φρόνιμος άνθρωπος διαφυλάττει την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και κατ’ αυτόν τον τρόπο εισέρχεται στον νυμφώνα για να ευφραίνεται με τους γάμους του νυμφίου.

Η καρδιά είναι ο αγρός μέσα στον οποίο είναι κεκρυμμένος ο θησαυρός, που, όταν τον βρη ο άνθρωπος, πωλεί τα πάντα για να τον αγοράση [251]
Η καρδιά είναι η εικόνα της Καινής Διαθήκης ή μάλλον η Καινή Διαθήκη είναι τύπος της καθαρότητος της καρδιάς και της τηρήσεως και φυλακής του νου [252]. Η Παλαιά Διαθήκη είναι εικών της εξωτέρας και αισθητής σωματικής ασκήσεως, «το δε άγιον Ευαγγέλιον, ο εστιν η Καινή, εικών της προσοχής, ήγουν της καθαρότητος της καρδίας»[253].
Η καρδιά είναι ο ουρανός. Όπου υπάρχει ταπείνωση και μνήμη Θεού «εκ νήψεως συνεστώσα και προσοχής, προσευχής τε πυκνότης κατ’ εχθρών εστηλωμένη, έστιν άρα εκεί ο τόπος του Θεού∙ ήτοι καρδιακός ουρανός»[254].
Μέσα στην καρδιά γίνεται ο αρραβών του Πνεύματος: «Ο Θεός ο «δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β’ Κορ. α’, 22).
Η καρδιά είναι οι πλάκες επάνω στις οποίες εγγράφεται η επιστολή του Θεού. «Η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντο, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλά εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3).
Η καρδιά είναι ο χώρος στον οποίο λάμπει το Φως του Θεού. «Ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’, 6).

Μέσα στην καρδιά βεβαιώνεται ο άνθρωπος για την υιοθεσία και εκεί ακούγεται καθαρά η φωνή του Θεού: «ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Αφού εκεί αναπαύεται ο Θεός, εκεί ομιλεί με τον άνθρωπο. Εκεί ακούγεται καθαρά και ευκρινώς ο λόγος του Θεού.

Στην καθαρή καρδιά υπάρχουν και οι οφθαλμοί με τους οποίους βλέπει τα μυστήρια του Θεού. «Ο πατήρ της δόξης, δώη υμίν... πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υμάς τις εστιν η ελπίς της κλήσεως αυτού...» (Εφεσ. α’, 17-18).

Στην καρδιά επικρατεί η ειρήνη του Θεού: «και η ειρήνη του Θεού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών» (Κολ. γ’, 15).

Η καρδιά είναι η κιθάρα, χορδές είναι οι αισθήσεις, πλήκτρο η διάνοια η οποία δια του λογικού κινεί ενδελεχώς το πλήκτρο που είναι η μνήμη του Θεού, «εξ ης ηδονή τις άρρητος τη ψυχή επιγίνεται και τω καθαρώ νοΐ τας θείας αυγάς ενοπτρίζεται»[255].

Η καρδιά είναι η πηγή από την οποία, με την προσευχή και την θέρμη, εξέρχεται ύδωρ «εκ του ζωοποιού πνεύματος»[256].

Η καρδιά είναι ο εντός ημών άνθρωπος [257].

Αυτές και πολλές άλλες εικόνες και χαρακτηρισμούς χρησιμοποιούν οι άγιοι Απόστολοι και άγιοι Πατέρες για να παρουσιάσουν και να εκφράσουν την καρδιά. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι καρδιά είναι «ο εντός ημών άνθρωπος», ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Θεός. Είναι ο πνευματικός ναός που τελείται αέναη θεία Λειτουργία, προσφέρεται αέναη δοξολογία προς τον Θεό. Αυτός ο χώρος, ο άγνωστος για τους πολλούς, αλλά γνωστός για τους αγίους, ζωογονεί τον άνθρωπο.


[204] Γεροντικόν, εκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 102, ι’
[205] Φιλοκαλία Α’, σελ. 119, ρμθ’
[206] αγ. Μακαρίου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 205, στ. 1-2
[207] Αρχιμ. Σωφρονίου: Γέρων Σιλουανός, εκδ. Ορθ. Κυψέλη σελ 241
[208] ένθ. ανωτ. σελ. 12
[209] Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, ογ’
[210] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 132-133
[211] ένθ. ανωτ. σελ. 133, γ’
[212] ένθ. ανωτ. σελ. 26, στ. 12-15
[213] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν... ένθ. ανωτ. σελ. 169, οζ’
[214] ένθ. ανωτ. σελ. 174, οθ’
[215] ένθ. ανωτ. σελ. 167, οστ’
[216] ένθ. ανωτ. σελ. 174, οθ’
[217] ένθ. ανωτ. σελ. 189, πδ’
[218] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 6, στ. 9-11
[219] ένθ. ανωτ. σελ. 6, στ. 29-31
[220] Archimandrite Sophrony, His life is mine, London, σελ. 44
[221] ένθ. ανωτ. σελ. 43
[222] ένθ. ανωτ. σελ. 43
[223] ένθ. ανωτ. σελ. 42
[224] ένθ. ανωτ. σελ. 44
[225] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 124-126
[226] ένθ. ανωτ. σελ. 236
[227] Αρχιμ. Σωφρονίου: Γέρων Σιλουανός, εκδ. Ορθ. Κυψέλη σελ 47-48
[228] Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σχοινά, Βόλος 1969, σελ. 109-113
[229] ένθ. ανωτ. σελ.110
[230] Φιλοκαλία Β’, σελ. 209, πε’
[231] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν... ένθ. ανωτ. σελ. 187, πγ’
[232] ένθ. ανωτ. σελ. 190-191
[233] αγ. Μακαρίου Μεγάλου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 24, στ.8-10
[234] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 157, ρδ’
[235] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, ο’
[236] Φιλοθέου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 282, κγ’
[237] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 85, πα’
[238] ένθ. ανωτ. σελ. 85, π’
[239] ένθ. ανωτ. σελ. 85, π’
[240] ένθ. ανωτ. σελ. 85-86, πγ’
[241] Πέτρου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 68, στ. 29-33
[242] Αββά Φιλήμονος Φιλοκαλία Β’, σελ. 246, στ. 10-19
[243] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 219, ριστ’
[244] Φιλοκαλία Β’, σελ. 71, ια’
[245] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 217, ριγ’
[246] αγ. Γρηγορίου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 31, ζ’
[247] Ιω, Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 163, νβ’
[248] ένθ. ανωτ. σελ. 125, ζ’
[249] Επισκ. Θεοφάνους, Νοερά άθλησις, έκδ. Β’, υπό Γέρ. Κλήμεντος Άγιον Όρος, 1978, σελ. 141
[250] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 197, ξε’
[251] Ματθ. ιγ’, 44 και αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, οα’
[252] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 158, ριγ’
[253] ένθ. ανωτ. σελ. 158, ριβ’
[254] Φιλοθέου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 275, δ’
[255] Καλλίστου Πατριάρχου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 296, γ’
[256] Γρηγορίου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 86-87
[257] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 109

*σημείωση :Απαντήσεις παίρνουμε από το βιβλίο του Επισκόπου π. Ιεροθέου Ναυπάκτου "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", τότε που ορθοτομούσε το λόγο της αληθείας . Κατά την εποχή του κοβιτ ταυτιζόμενος με την δυστοπία των φασιστικών μέτρων και τα εμβόλια του θανάτου, κατέπεσε στα μάτια μας ...Την πτώση των Ελαδιτών Επισκόπων και όχι μόνο, περιγράφει πολυ γλαφυρά ο αγιορείτης π.Γεώργιος δείτε εδω
Τα απόσπασματα της ανάρτησης από τις σελίδες 147-162. (Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989)

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2025

Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού: Για την αυταπάρνηση που οδηγεί στη Σωτηρία (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ. 16 ,24-27]

«Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι (: Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του: “Εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει ως μαθητής μου, ας διακόψει κάθε σχέση με τον διεφθαρμένο από την αμαρτία εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί ακόμη και θάνατο σταυρικό και βίαιο. Κι ας με ακολουθήσει μιμούμενος σε όλα το παράδειγμά μου· και να μη διστάσει να προβεί στις αποφάσεις και τις θυσίες αυτές)»[Ματθ.16,24].

«Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής· πότε δηλαδή; Όταν ο Πέτρος λίγο πριν είχε πει: « Ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο(:ο Θεός να σε φυλάξει, Κύριε, από όσα φοβερά μας είπες ότι θα σου συμβούν· Δεν πρέπει να σου συμβούν αυτά)»[Ματθ.16,22]· και άκουσε ως απάντηση από τον Κύριο: « Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰτῶν ἀνθρώπων (:Πήγαινε πίσω μου και φύγε από μπροστά μου, σατανά˙ μου είσαι εμπόδιο στο δρόμο του καθήκοντός μου και πειρασμός· διότι δεν φρονείς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους)»[ Ματθ. 16,23]· διότι δεν αρκέστηκε στην επιτίμηση μόνο, αλλά θέλοντας να δείξει και με το παραπάνω και το ότι τα λόγια του Πέτρου ήταν άτοπα και ανάρμοστα και να αποκαλύψει και το κέρδος που θα πήγαζε από το Πάθος, λέγει: «Εσύ μου λέγεις: “ο Θεός να σε φυλάξει και να σε ευσπλαχνιστεί, ώστε να μη σου συμβεί αυτό”· εγώ όμως σου λέγω ότι δεν είναι μόνο επιβλαβές για σένα και ολέθριο το να με εμποδίσεις και να δυσφορείς για το Πάθος μου, αλλά ότι ούτε θα μπορέσεις να σωθείς εάν και εσύ ο ίδιος δεν είσαι προετοιμασμένος με κάθε τρόπο να πεθάνεις». Για να μη νομίσουν δηλαδή ότι είναι ανάξιο Αυτού το να πάθει, διδάσκει σε αυτούς το κέρδος του πράγματος, όχι μόνο με όσα είχαν προηγηθεί, αλλά και με όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν.

Στο περιστατικό που καταγράφεται από τον ευαγγελιστή Ιωάννη, λοιπόν, λέγει: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει(:Αληθινά σας λέω, εάν το μικρό σπυρί του σιταριού δεν πέσει στη γη και δεν σαπίσει μέσα στο χώμα, μένει απλώς ένας μόνο σπόρος και δεν πολλαπλασιάζεται. Εάν όμως με τη σπορά του στη γη πεθάνει και ταφεί, βγάζει πολύ καρπό. Έτσι κι εγώ, εάν πεθάνω, όπως ο Πατέρας μου όρισε, θα καρποφορήσω τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους)»[Ιω.12,24]. Στην αντίστοιχη περικοπή του Ματθαίου στο συγκεκριμένο σημείο [Ματθ.16,24], διδάσκοντας αυτό σε μεγαλύτερο βάθος, δεν περιορίζει τον λόγο μόνο στον Εαυτό του, περί του ότι πρέπει δηλαδή να πεθάνει, αλλά επεκτείνει αυτόν και προς εκείνους. «Είναι δηλαδή τόσο το κέρδος αυτού του πράγματος, ώστε και για σας το να μη θέλετε μεν να πεθάνετε να είναι φοβερό, ενώ το να είστε όμως έτοιμοι προς αυτό να είναι αγαθό».

Αλλά αυτό μεν το δηλώνει με όσα λέγει στη συνέχεια, ενώ τώρα εξετάζει αυτό από μία μόνο σκοπιά. Και πρόσεχε ότι δεν ομιλεί κατά τρόπο καταναγκαστικό· διότι δεν είπε ότι «και αν θέλετε, και αν δεν θέλετε, πρέπει να πάθετε εσείς αυτό»· αλλά τι είπε; «Εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει». «Δεν εκβιάζω, δεν εξαναγκάζω, αλλά τον καθένα αφήνω κύριο της προαιρέσεώς του· για τον λόγο αυτό λέω: «εάν κάποιος θέλει»· διότι προς αγαθά προσκαλώ· όχι προς κακά και δυσάρεστα, όχι προς κόλαση και τιμωρία, για να αναγκάσω».

Πράγματι λοιπόν αυτή η ίδια η φύση του πράγματος είναι ικανή να προσελκύσει. Και λέγοντας αυτά προσείλκυε ακόμη περισσότερο· διότι εκείνος μεν, ο οποίος χρησιμοποιεί βία, πολλές φορές αποτρέπει τον ακροατή του · εκείνος όμως που αφήνει ελεύθερο τον ακροατή να κάνει τις επιλογές του, περισσότερο τον προσελκύει· διότι έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη βία η ελεύθερη εκλογή. Για τον λόγο αυτόν ο Κύριος έλεγε: «εάν κάποιος θέλει». «Είναι μεγάλα», λέγει, «τα αγαθά τα οποία σας προσφέρω και τέτοια, ώστε να σπεύδετε με τη θέλησή σας». Πράγματι δεν θα ήταν δυνατόν να προσελκύσει κανείς με τη βία, ούτε και αν ακόμη πρόσφερε χρυσό και έθετε θησαυρό μπροστά μας. Εάν λοιπόν προς εκείνα δεν προσελκύει κανείς με βίαιο τρόπο, πολύ περισσότερο ο Θεός προς τα επουράνια αγαθά· διότι εάν δεν σε πείθει να προστρέξεις η φύση του πράγματος, ούτε να λάβεις είσαι άξιος, αλλά ούτε και εάν λάβεις, θα γνωρίσεις καλώς εκείνο που έλαβες.

Για τον λόγο αυτό ο Χριστός δεν αναγκάζει, αλλά προτρέπει, σεβόμενος την ελευθερία μας. Επειδή λοιπόν φαίνονταν να διαδίδουν πολλά, και ιδιαιτέρως να στενοχωριούνταν γι’ αυτό που τους είπε, λέγει: «δεν χρειάζεται να θορυβείστε και να ταράζεστε. Εάν δεν θεωρείτε ότι αυτό που σας έχει ειπωθεί είναι αίτιο αναρίθμητων αγαθών και θα σας οδηγήσει στη σωτηρία σας, δεν εκβιάζω, ούτε εξαναγκάζω, αλλά εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει, αυτόν προσκαλώ. Μη νομίζετε όμως ότι τούτο είναι το να με ακολουθείτε, αυτό το οποίο πράττετε τώρα ακολουθώντας με. Είναι ανάγκη να υπομείνετε πολλούς κόπους, πολλούς κινδύνους εάν έχετε σκοπό να με ακολουθήσετε. Δεν πρέπει λοιπόν, Πέτρε, επειδή τώρα με ομολόγησες Υιό του Θεού, να περιμένεις για τον λόγο αυτό και μόνο στεφάνους και να νομίζεις ότι είναι αρκετό αυτό για σένα για τη σωτηρία σου, και να αισθάνεσαι λοιπόν τον εαυτό σου ασφαλή και αναπαυμένο, διότι τάχα πραγματοποίησες το παν με το να με ομολογήσεις απλά με τα λόγια. Μπορώ βέβαια επειδή είμαι Υιός του Θεού, να μη σε αφήσω να λάβεις πείρα των δυσχερειών· δεν το θέλω όμως αυτό για χάρη σου, ώστε να συνεισφέρεις και ο ίδιος κάτι και να γίνεις άξιος για μεγαλύτερες τιμές». Ούτε βέβαια, εάν κανείς είναι κριτής των αγώνων και έχει αθλητή ένα φίλο του, θα θελήσει να τον στεφανώσει απλά και μόνο από εύνοια, αλλά και για τους δικούς του κόπους, και προπαντός γι’ αυτό, επειδή τον αγαπά· έτσι και ο Χριστός αυτούς τους οποίους ιδιαιτέρως αγαπά, αυτούς κατεξοχήν θέλει να προκόπτουν, και με τη δική τους προαίρεση και όχι μόνο από τη βοήθειά Του.

Πρόσεξε, όμως, ότι και τον λόγο κάνει υποφερτό. Δεν περιορίζει λοιπόν τις δυσκολίες και τα εμπόδια μόνο σε αυτούς, αλλά και παρουσιάζει την αλήθεια αυτή και τη διδασκαλία κοινή για όλη την οικουμένη, λέγοντας: «Εάν κάποιος θέλει», είτε γυναίκα, είτε άνδρας, είτε άρχοντας, είτε αρχόμενος, ας ακολουθεί αυτήν την οδό. Και φαίνεται μεν εκ πρώτης όψεως ότι ένα πράγμα έχει πει, τρία όμως είναι αυτά που λέει· το «ας απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του», το «ας σηκώσει τον σταυρό του» και το «ας με ακολουθήσει»· και τα μεν δύο είναι αλληλένδετα, το άλλο όμως ειπώθηκε ως κάτι ξεχωριστό.

Αλλά ας δούμε πρώτα τι άραγε σημαίνει το να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Ας μάθουμε προηγουμένως τι σημαίνει να αρνηθούμε κάποιον άλλο άνθρωπο και τότε θα κατανοήσουμε πληρέστερα τι περίπου σημαίνει να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Τι σημαίνει λοιπόν να αρνηθούμε έναν άλλον άνθρωπο; Εκείνος ο οποίος αρνείται κάποιον άλλον, λόγου χάριν τον αδελφό του ή τον δούλο του, ή οποιονδήποτε άλλον, και αν ακόμη τον δει να μαστιγώνεται ή να αλυσοδένεται ή να οδηγείται σε φυλακή ή οτιδήποτε άλλο να πάσχει, δεν τον συμπαρίσταται, δεν τον βοηθεί, δεν κάμπτεται, δεν υποφέρει κάτι χάριν αυτού, επειδή άπαξ διαπαντός αποξενώθηκε από αυτόν.

Τέτοια αδιαφορία λοιπόν επιθυμεί να δείχνουμε για το σώμα μας, ώστε και αν το μαστιγώνουν ή το καταδιώκουν ή το καίνε ή οτιδήποτε το κάνουν, να μην το λυπούμαστε· διότι αυτό σημαίνει το να μη λυπάται κανείς κάτι. Επειδή και οι γονείς τότε πραγματικά λυπούνται τα τέκνα, όταν αφού τα παραδώσουν στους διδασκάλους, δώσουν εντολή σε αυτούς να μην τα λυπούνται. Έτσι και ο Χριστός· δεν είπε να μη λυπούμαστε τον εαυτό μας, αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, το «να απαρνηθούμε τον εαυτό μας»· δηλαδή, να μην έχει τίποτε κοινό προς τον εαυτό του, αλλά να τον παραδίδει στους κινδύνους, στους αγώνες, και τέτοια να είναι η όλη στάση του σαν να ήταν κάποιος άλλος που τα έπασχε αυτά. Και δεν είπε: «ας αρνηθεί», αλλά «ας απαρνηθεί», φανερώνοντας πάλι και με τη μικρή αυτή προσθήκη το έπακρο της αρνήσεως του εαυτού μας· διότι πράγματι με το σύνθετο ρήμα «απαρνηθεί» δίνεται ακόμη μεγαλύτερη έμφαση και απολυτότητα στην άρνηση απ’ ό,τι με το απλό «αρνηθεί».

«Και ας σηκώσει τον σταυρό του». Τούτο προέρχεται εξ εκείνου που είπε προηγουμένως, δηλαδή την πλήρη αυταπάρνηση. Για να μη νομίσεις δηλαδή, ότι πρέπει να απαρνηθείς τον εαυτό σου όσον αφορά μόνο τα εναντίον σου λόγια και τις ύβρεις και τις κατηγορίες, λέγει και μέχρι ποιου βαθμού πρέπει να απαρνηθείς τον εαυτό σου· δηλαδή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου επονείδιστου(σταυρικού).Για τον λόγο αυτό δεν είπε «ας απαρνηθεί τον εαυτό του μέχρι θανάτου», αλλά «ας σηκώσει τον σταυρό του», δηλώνοντας τον ατιμωτικό θάνατο· και ότι όχι μία φορά, ούτε δύο, αλλά σε όλη μας την ζωή, πρέπει να το κάνουμε αυτό. «Συνεχώς δηλαδή», λέγει, «να σκέπτεσαι τον θάνατο αυτόν και καθημερινά να είσαι έτοιμος προς σφαγή· διότι επειδή πολλοί μεν περιφρόνησαν τα χρήματα και την τρυφή και τη δόξα, τον θάνατο όμως δεν τον περιφρόνησαν, αλλά φοβήθηκαν τους κινδύνους, εγώ», λέγει, «θέλω ο δικός μου στρατιώτης να παλεύει μέχρις αίματος και οι αγώνες να φθάνουν μέχρι σφαγής». Ώστε και αν είναι ανάγκη και θάνατο να υπομείνουμε, είτε θάνατο επονείδιστο, είτε θάνατο επικατάρατο, είτε να διασύρεται η υπόληψή μας, όλα πρέπει να τα υποφέρουμε με γενναιότητα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να χαιρόμαστε πιο πολύ.

«Και ας με ακολουθεί». Επειδή δηλαδή είναι δυνατό και να πάσχει κανείς χωρίς να ακολουθεί τον Χριστό, όταν κανείς δεν υφίσταται τα παθήματα για χάρη Του (καθόσον και οι ληστές υποφέρουν πολλά και φοβερά και οι τυμβωρύχοι και οι απατεώνες), για να μην νομίσεις ότι αρκεί η ύπαρξη μόνη των δεινών, προσθέτει και την προϋπόθεση των δεινών. Ποια λοιπόν είναι αυτή; Πραγματοποιώντας αυτά και πάσχοντας αυτά, να ακολουθείς Αυτόν και να υπομένεις τα πάντα χάριν Αυτού και να έχεις και την υπόλοιπη αρετή. Καθόσον και τούτο φανερώνει το «Ας με ακολουθεί»· ώστε να μην επιδεικνύουμε μόνο ανδρεία κατά τη διάρκεια των δεινών, αλλά και σωφροσύνη και επιείκεια και κάθε είδος ευσέβειας. Αυτό σημαίνει το να ακολουθούμε τον Χριστό, όπως πρέπει, το να φροντίζουμε και για τα άλλα είδη της αρετής και το να υποφέρουμε τα πάντα γι’ Αυτόν.

Διότι υπάρχουν εκείνοι, οι οποίοι ακολουθούν τον διάβολο και πάσχουν αυτά, και χάριν εκείνου παραδίδουν τις ψυχές τους· αλλά εμείς πρέπει να τα πάσχουμε χάριν του Χριστού, μάλλον δε χάριν του ίδιου μας του εαυτού. Εκείνοι μεν ακολουθούν τον διάβολο και υποφέρουν για να βλάψουν τους εαυτούς τους και εδώ και εκεί(στη μέλλουσα ζωή)· εμείς όμως ακολουθούμε τον Χριστό και υποφέρουμε για να κερδίσουμε και τις δύο. Πώς λοιπόν δεν είναι απόδειξη της πιο μεγάλης ανοησίας, το να μην επιδεικνύουμε ούτε την ίδια ανδρεία με αυτούς οι οποίοι οδηγούνται στην απώλεια και μάλιστα τη στιγμή που εμείς πρόκειται να αποκομίσουμε τόσα στεφάνια; Αν και σε μας, βέβαια, και ο Χριστός παρίσταται ως βοηθός, σε εκείνους όμως κανείς.

Έδωσε φυσικά και προηγουμένως αυτήν την παραγγελία όταν απέστελλε αυτούς λέγοντας: «Εἰς ὁδὸνἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε(:Μην πάτε σε δρόμο που θα σας οδηγήσει σε χώρα που κατοικούν ειδωλολάτρες και μην μπείτε σε πόλη που ανήκει σε Σαμαρείτες”)»[Ματθ.10,5] και: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί. Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς· καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθεἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν(:Να λοιπόν, εγώ ο Κύριός σας σάς αποστέλλω για να είστε σαν πρόβατα ήμερα ανάμεσα σε αιμοβόρους λύκους, με τους οποίους μοιάζουν οι εχθροί του ευαγγελίου, οι οποίοι είναι κυριευμένοι από τα άγρια πάθη της σάρκας. Αφού λοιπόν τόσο δεινή θα είναι η θέση σας, φροντίστε να είστε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε ανωφελείς και ανόητους κινδύνους, και άκακοι κι απλοί σαν τα περιστέρια.Έχοντας ως μόνο όπλο τη φρόνηση και την ακακία αυτή να προφυλάγεστε απ’ τους ανθρώπους· διότι θα σας παραδώσουν σε συνέδρια για να καταδικαστείτε απ’ αυτά, και στις συναγωγές τους, και θα σας μαστιγώσουν μπροστά στον λαό. Ακόμη θα σας σύρουν μπροστά σε ηγεμόνες και σε βασιλείς ως κατηγορούμενους για μένα, για να δώσετε μαρτυρία για το πρόσωπό μου που να την ακούσουν και αυτοί και οι εθνικοί, ώστε να μην προφασίζονται ύστερα ότι δεν άκουσαν το κήρυγμά σας)»[Ματθ.10,16-18], τώρα όμως εκτενέστερα μάλλον και αυστηρότερα· διότι τότε ανέφερε μόνο τον θάνατο, ενώ εδώ έκανε λόγο και περί του σταυρού, και μάλιστα περί συνεχούς σταυρού· διότι λέγει: «ας σηκώσει τον σταυρό του»· δηλαδή, ας βαστάζει συνεχώς και ας φέρει τον σταυρό. Και τούτο συνηθίζει να κάνει παντού, όχι εξαρχής και εκ προοιμίων, αλλά ήσυχα και σιγά-σιγά να εισάγει τα μεγαλύτερα των παραγγελμάτων, για να μην παραξενεύονται όσοι ακούνε.

Έπειτα επειδή φαινόταν ότι είναι υπερβολικό αυτό που ειπώθηκε, βλέπε ότι με τα επόμενα λόγια τούς παρηγορεί και υπόσχεται έπαθλα τα οποία υπερτερούν των ιδρώτων και των κόπων που θα κατέβαλλαν με τον αγώνα τους· και όχι μόνο βραβεία, αλλά και την αντιμισθία της κακίας. Πράγματι, με αυτήν ασχολείται περισσότερο παρά για εκείνα, επειδή τους περισσότερους συνηθίζει να σωφρονίζει όχι τόσο η προσφορά των αγαθών, όσον η απειλή των φοβερών.

Πρόσεχε λοιπόν πώς και από εδώ αρχίζει και σε αυτό καταλήγει: «Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦσῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν. τί γὰρὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσειἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;(: διότι εκείνος που θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα χάσει την πνευματική και ευτυχισμένη αιώνια ζωή· ενώ εκείνος που θα χάσει τη ζωή του για την ομολογία και υπακοή του σε μένα, θα τη βρει στο μελλοντικό αιώνα, όπου θα κερδίσει την αιώνια ζωή.Και η αιώνια αυτή ζωή είναι το παν· διότι ποια ωφέλεια έχει ο άνθρωπος, εάν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, χάσει όμως την ψυχή του, η οποία ως πνευματική και αιώνια δεν συγκρίνεται με κανένα από τα υλικά αγαθά του φθαρτού κόσμου; Ή εάν ένας άνθρωπος χάσει την ψυχή του, τι θα δώσει ως αντάλλαγμα, με το οποίο θα την εξαγοράσει από την αιώνια απώλεια;)»[Ματθ. 16,25-26].

Αυτό λοιπόν που λέγει εδώ ο Κύριος, σημαίνει: «όχι από έλλειψη λύπης προς εσάς, αλλά από υπερβολική λύπη (και φροντίδα) παραγγέλλω αυτά. Καθόσον εκείνος ο οποίος λυπάται να τιμωρήσει το τέκνο του, το καταστρέφει και το οδηγεί στην απώλεια· εκείνος όμως ο οποίος δεν λυπάται, το διασώζει». Τούτο έλεγε και κάποιος σοφός: « Σὺ μὲν γὰρ πατάξεις αὐτὸν ῥάβδῳ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου ῥύσῃ(:διότι εσύ μεν θα χτυπήσεις το σώμα του υιού σου με τη ράβδο, όμως δεν θα πεθάνει από αυτό· θα ελευθερώσεις ωστόσο την ψυχή του από την απώλεια και τον αιώνιο θάνατο)»[Παροιμ.23,14]· και πάλι: «Περιψύχων υἱὸν καταδεσμεύσει τραύματα αὐτοῦ(:Εκείνος που παραχαϊδεύει και δεν παιδαγωγεί ορθώς το παιδί του, θα το ενθαρρύνει σε εκτροπές και έπειτα θα επιδέσει τις πληγές του)»[ Σοφ. Σειρ. 30,7].

Τούτο γίνεται στα στρατόπεδα. Αν δηλαδή ο στρατηγός, λυπούμενος για τους στρατιώτες, διατάζει να παραμένουν συνεχώς στην ασφάλεια του στρατοπέδου, μαζί με αυτούς χάνει και όσους βρίσκονται μέσα. «Για να μη συμβαίνει λοιπόν αυτό και σε σας», λέγει, «πρέπει εσείς να είστε παρατεταγμένοι συνεχώς προς θάνατον· καθόσον και τώρα πρόκειται να ανάπτει εκ νέου πόλεμος φοβερός». Μην καθίσεις λοιπόν μέσα, αλλά ας εξέρχεσαι και ας πολεμάς· και αν πέσεις στην παράταξη της μάχης, τότε έζησες· διότι στην περίπτωση των αισθητών πολέμων εκείνος που είναι έτοιμος για σφαγή, αυτός πιο πολύ υπερισχύει των άλλων και είναι ακατάβλητος και φοβερότατος και στους εχθρούς, αν και βέβαια ο βασιλιάς προς χάριν του οποίου πολεμάει, δεν μπορεί μετά θάνατον να τον αναστήσει· πολύ περισσότερο λοιπόν στην περίπτωση των πολέμων αυτών των πνευματικών, όταν υπάρχουν και τόσο πολλές ελπίδες αναστάσεως, αυτός που παραδίδει την ψυχή του στον θάνατο, θα τη σώσει· κατά ένα μεν τρόπο, διότι δεν θα αιχμαλωτιστεί εύκολα· και κατά δεύτερον, διότι και αν πέσει, θα οδηγήσει αυτήν προς υψηλότερη ζωή.

Έπειτα, επειδή είπε ότι «εκείνος ο οποίος θέλει να σώσει(τη ζωή του),θα τη χάσει, εκείνος όμως ο οποίος θα τη χάσει, θα τη σώσει» και στην πρώτη περίπτωση ανέφερε σωτηρία και απώλεια, για να μη νομίσει κανείς ότι είναι της ίδιας αξίας η απώλεια και η σωτηρία στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, αλλά να γνωρίσει καλώς ότι μεταξύ της σωτηρίας εκείνης και αυτής τόση είναι η διαφορά, όση μεταξύ απωλείας και σωτηρίας· και εκ των αντιθέτων αποδεικνύοντας αυτά διαμιάς λέγει: «διότι, τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του;». Είδες πως η παρά το πρέπον σωτηρία της ζωής ισοδυναμεί με απώλεια, και χειρότερη μάλιστα από κάθε απώλεια, επειδή και αθεράπευτη είναι, εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να την εξαγοράσει; «Διότι μη μου λέγεις αυτό», λέγει, «ότι έσωσε τη ζωή του εκείνος ο οποίος διέφυγε τους τόσους μεγάλους κινδύνους, αλλά μαζί με τη ζωή του εσύ συναρίθμησε ότι κέρδισε και όλη την οικουμένη. Και τι το περισσότερο έχει να κερδίσει αυτός από αυτό, τη στιγμή που οδηγείται στην απώλεια η ίδια η ψυχή του; Πες μου, εάν έβλεπες τους δούλους σου να ζουν μέσα στην τρυφή, τον εαυτό σου όμως να ζει μέσα στα χειρότερα κακά, άραγε θα κερδίσεις κάτι από το ότι είσαι κύριός τους; Καθόλου. Τούτο λοιπόν σκέψου και για την ψυχή σου, όταν αυτή αναμένει τη μέλλουσα απώλεια, ενώ κατά την ίδια στιγμή το σώμα σου ζει μέσα στην πολυτέλεια και τον πλούτο».

«Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής του;». Πάλι επιμένει στο ίδιο. «Μήπως», λέγει, «έχεις να δώσεις άλλη ψυχή αντί της ψυχής σου; Αν χάσεις βέβαια χρήματα, θα δώσεις χρήματα ή σπίτι ή δούλους ή οτιδήποτε άλλο εκ των υπαρχόντων σου· αν χάσεις όμως την ψυχή, άλλη ψυχή δεν θα μπορέσεις να προσφέρεις· αλλά και αν έχεις δικό σου όλο τον κόσμο, και αν είσαι βασιλιάς ολόκληρης της οικουμένης, δεν θα μπορέσεις, και αν ακόμη καταβάλεις ως αντίτιμο όλα τα πράγματα της οικουμένης μαζί με αυτήν την οικουμένη, να αγοράσεις μια ψυχή. Και τι το παράδοξο εάν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της ψυχής; Καθόσον και στο σώμα θα μπορούσε να δει κανείς να γίνεται τούτο. Και αν είσαι περιβεβλημένος αναρίθμητα διαδήματα, έχεις όμως εκ φύσεως ασθενικό σώμα και δυσθεράπευτο, δεν θα μπορέσεις, και αν ακόμη προσφέρεις όλη τη βασιλεία, να θεραπεύσεις το σώμα αυτό, και αν ακόμη προσθέσεις σε αυτήν αναρίθμητα σώματα και πόλεις και χρήματα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν σκέψου και για την ψυχή· μάλλον και πολύ σοβαρότερα για την ψυχή, και αφού αφήσεις στην άκρη όλα τα άλλα, σε αυτήν και τη δική της τη σωτηρία να δαπανάς όλη σου τη φροντίδα».

Μην παραμελείς λοιπόν τον εαυτό σου και όσα σε αφορούν προσωπικά για την αιωνιότητα, επειδή αφιερώνεις τη φροντίδα σου σε ξένα πράγματα, πράγμα που κάνουν οι πολλοί τώρα, μοιάζοντας προς αυτούς οι οποίοι εργάζονται στα μεταλλεία (ως κατάδικοι). Πράγματι, και εκείνοι κανένα όφελος δεν έχουν από την εργασία αυτή, ούτε από τον πλούτο· αντιθέτως, είναι μεγάλη η ζημία τους και διότι μοχθούν άσκοπα και διότι μοχθούν χάριν άλλων, χωρίς να αποκομίζουν τίποτα από τους ιδρώτες εκείνους που καθημερινά χύνουν και τους μεγάλους κόπους τους.

Υπάρχουν και τώρα πολλοί οι οποίοι τους μιμούνται, αυτοί που εργάζονται για να πλουτίσουν άλλοι· ή μάλλον εμείς και από αυτούς είμαστε αθλιότεροι, καθόσον αναμένει εμάς και η γέεννα μετά τους κόπους αυτούς· διότι σε εκείνους μεν ο θάνατος αποτελεί το τέρμα των ιδρώτων εκείνων· σε εμάς όμως ο θάνατος γίνεται αρχή αναρίθμητων κακών. Εάν όμως έλεγες ότι απολαμβάνεις τους κόπους σου με το να πλουτίζεις, απόδειξέ μου ότι η ψυχή σου ευφραίνεται και ωφελείται και τότε θα πειστώ· διότι από όσα έχουμε, κυριότερο είναι η ψυχή· εάν όμως το σώμα παχαίνει, ενώ εκείνη φθείρεται, τίποτα δεν προσφέρει σε σένα η αφθονία αυτή· όπως πράγματι, και όταν ευφραίνεται η δούλη, τίποτε δεν προσφέρει η ευημερία της υπηρέτριας προς την οικοδέσποινα που κινδυνεύει, έτσι ούτε και η ασθένεια του σώματος δεν θεραπεύεται από τη λαμπρότητα της στολής την οποία έχει ενδυθεί· αλλά θα σου πει πάλι ο Χριστός: «Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα υπέρ της ψυχής του;» προτρέποντάς σε να στρέφεις συνεχώς την προσοχή σου προς εκείνη, και για μόνη αυτή να επιδεικνύεις όλο το ενδιαφέρον σου.

Αφού τους ενέπνευσε λοιπόν τον φόβο με όλα αυτά, στη συνέχεια τούς παρηγορεί και με την υπενθύμιση των αγαθών που πρόκειται να λάβουν αιωνίως με τους αγώνες τους αυτούς: «Μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσειἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ(:πράγματι, λοιπόν, κάθε άνθρωπος πρόκειται ή να χάσει ή να κερδίσει την ψυχή του· διότι πρόκειται ο υιός του ανθρώπου να έλθει περιβεβλημένος με τη δόξα του Πατέρα Του μαζί με τους αγγέλους


https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού: Για την αυταπάρνηση που οδηγεί στη Σωτηρία (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

ΠΑΛΙΑ ΠΙΣΤΗ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ. ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟΝ ΝΕΟ ΤΡΟΠΟ. ΕΑΝ Ο ΝΕΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΙΣΤΗ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΕΤΑΙ.