Η διδασκαλία του Schelling για τον χρόνο 1
Θεμέλια και προϋποθέσεις της φιλοσοφίας των Weltalter (Οι Εποχές του Κόσμου)
Wolfgang Wieland
ΕΡΕΥΝΕΣ ΤΗΣ ΧΑΪΔΕΛΒΕΡΓΗΣ
Εκδίδονται από τους
Paul Böckmann, Heinrich Bornkamm και Hans-Georg Gadamer
Τεύχος 4
Χαϊδελβέργη 1936
Carl Winter Universitätsverlag
οὐδὲν ἔφη δεινόν ὁ Φιλόπαππος εἰ ταὐτὸ πεισόμεθα Δημοκρίτερ τῷ σοφῷ διὰ φιλολογίαν, καὶ γὰρ ἐκεῖνος ὡς ἔοικε τρώγων σίκυον, ὡς ἐφάνη μελιτώδης ὁ χυμός, ἠρώτησε τὴν διακονοῦσαν, ὁπόθεν πρίαιτο· τῆς δὲ κῆπόν τινα φραζούσης, ἐκέλευσεν έξα ναστὰς ἡγεῖσθαι καὶ δεικνύναι τὸν τόπον θαυμάζοντος δὲ τοῦ γυναίου καὶ πυνθανομένου τί βούλεται, τὴν αἰτίαν ἔφη δεῖ με τῆς γλυκύτητος εὐρεῖν, εὐρήσω δὲ τοῦ χωρίου γενόμενος θεα της· κατάχεισο δὴ τὸ γύναιον εἶπε μειδιῶν, ἐγὼ γὰρ ἀγνοήσασα τὸ σίκυον εἰς ἀγγεῖον ἐθέμην μεμελιτωμένον· ὁ δ' ώσπερ αχθεσ θείς ἀπέκναισας εἶπεν καὶ οὐδὲν ἦττον ἐπιθήσομαι τῷ λόγῳ καὶ ζητήσω τὴν αἰτίαν, ὡς ἂν οἰκείου καὶ συγγενοῦς οὔσης τῷ σικύω τῆς γλυκύτητος.
Plut. quaest. conviv. 1, 10, 628 B
«Ο Φιλόπαππος είπε ότι δεν θα ήταν καθόλου φοβερό αν, από φιλομάθεια, παθαίναμε ό,τι και ο σοφός Δημόκριτος. Διότι και εκείνος, καθώς φαίνεται, ενώ έτρωγε ένα αγγούρι και ο χυμός του τού φάνηκε γλυκός σαν μέλι, ρώτησε την υπηρέτρια από πού το είχε αγοράσει. Εκείνη του υπέδειξε κάποιον κήπο· τότε αυτός σηκώθηκε και την πρόσταξε να τον οδηγήσει και να του δείξει τον τόπο. Καθώς όμως η γυναίκα απορούσε και τον ρωτούσε τι ήθελε, εκείνος είπε: “Πρέπει να βρω την αιτία αυτής της γλυκύτητας· και θα τη βρω αν πάω ο ίδιος να εξετάσω τον τόπο”. “Ξάπλωσε πάλι”, είπε χαμογελώντας η γυναίκα· “εγώ, από απροσεξία, έβαλα το αγγούρι σε ένα δοχείο αλειμμένο με μέλι”. Εκείνος τότε, σαν να ενοχλήθηκε, της είπε: “Μου χάλασες την έρευνα· παρ’ όλα αυτά, θα επιμείνω στον συλλογισμό μου και θα αναζητήσω την αιτία, σαν η γλυκύτητα να ήταν ιδιότητα οικεία και σύμφυτη με το αγγούρι”».
Πλούταρχος, Quaestiones convivales 1, 10, 628B
Περιεχόμενα
Πρώτο κεφάλαιο
Η διατύπωση του προβλήματος
Α. Εισαγωγή
Η συστηματική και η ιστορική διάσταση – Μεθοδολογικά ζητήματα
Β. Η συστηματική θέση του ζητήματος του χρόνου
Προκαταρκτικός προσανατολισμός – Το πρόβλημα του χρόνου στον πρώιμο Schelling – Η αφετηρία των Weltalter στις απορίες της πρώιμης φιλοσοφίας
Δεύτερο κεφάλαιο
Τα θεμέλια της κατανόησης του χρόνου
Α. Οι εμπειρίες του χρόνου και η δομή τους
Αυτοεμπειρία – Σχέση προς τον εαυτό και διαχωρισμός από τον εαυτό: ἔκ-στασις – Απόφαση – Αρχικότητα – Διαχωρισμός και αδιαχώριστο – Ελευθερία και χρονικότητα – Η ιδιαίτερη θέση του μέλλοντος
Β. Συνέχεια: Διασαφήνιση της δομής του χρόνου μέσα από προνομιακές εμπειρίες
Γνώση και προαίσθηση – Επίγνωση του θανάτου – Η κατεύθυνση του χρόνου – Το Είναι της ελευθερίας ως χαρακτήρας – Αγάπη – Αισθητηριακή εμπειρία – Μη αυθεντική χρονικότητα: νοσταλγική επιθυμία και αγωνία
Τρίτο κεφάλαιο
Από την εμπειρία στο σύστημα
Α. Οι εμπειρίες του χρόνου και η μεταφυσική του χρόνου
Θεμέλιο και ύπαρξη, Είναι και ον – Η βούληση ως κεντρική έννοια του συστήματος – Αιωνιότητα – Η ιδέα της ανάπτυξης – Η ελευθερία ως πεπρωμένο: ο μυθικός ορίζοντας
Β. Η φιλοσοφία των Weltalter
Ερμηνεία επιλεγμένων τμημάτων της πρώτης εκδοχής – Η συστηματική διδασκαλία περί χρόνου – Λόγος και ιστορία
Παρεκβάσεις
Πρώτο κεφάλαιο
Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Α. Εισαγωγή
«Καμία έννοια δεν περιφρονείται εδώ και τόσο πολύ καιρό όσο η έννοια του χρόνου. Χωρίς όμως τον προσδιορισμό αυτής της έννοιας δεν μπορεί ποτέ να νοηθεί μια κατανοητή εξέλιξη της επιστήμης· και η αιτία της γενικής παρανόησης δεν βρίσκεται σε τίποτε άλλο παρά στις αβέβαιες, ασταθείς ή εντελώς εσφαλμένες έννοιες περί χρόνου» (Schröter, σ. 224).
Για τη σύγχρονη φιλοσοφική συνείδηση, η ιδεαλιστική σκέψη έχει καταστεί εκ νέου πρόβλημα. Όχι με την έννοια ότι θα ήταν δυνατό σήμερα να υιοθετήσουμε άκριτα ιδεαλιστικές μεθόδους, να επαναλάβουμε τα ερωτήματα του ιδεαλισμού ή ακόμη και να παραλάβουμε απλώς τα αποτελέσματα της ιδεαλιστικής σκέψης. Αντιλαμβανόμαστε μάλλον σήμερα ότι πολλά από όσα έχουν καταστεί προβληματικά μέσα στη δική μας σύγχρονη κατάσταση της ερώτησης είχαν ήδη προδιατυπωθεί και αναλυθεί στον ιδεαλισμό, τουλάχιστον ως προς την τυπική τους δομή, ή είχαν ήδη εκεί αναγνωριστεί ως προβλήματα. Το έργο της σκέψης των ιδεαλιστών έχει αξιοποιηθεί ακόμη και σήμερα μόνο σε μικρό βαθμό. Ασφαλώς, θα πρέπει να προφυλαχθούμε από βεβιασμένες γενικεύσεις, όπως από εκείνη που επιχειρεί να κατανοήσει την ιδεαλιστική σκέψη και την προβληματική της αποκλειστικά με αφετηρία την ιδέα της απόλυτης γνώσης, ή από εκείνη που προσπαθεί να ερμηνεύσει την ιδεαλιστική σκέψη μόνο βάσει της παρουσίασής της μέσα στο σύστημα. Ιδίως στον Schelling καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής η απόκλιση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις εμμενείς κινητήριες δυνάμεις μιας σκέψης και στην τελική συστηματοποιημένη μορφή της.
Το μεγαλείο της φιλοσοφίας του Schelling δεν βρίσκεται στη συστηματική συνέπεια, αλλά στον πλούτο των εμπειριών, καθώς και στην ακαταπόνητη επιμονή και την ανοιχτότητα της ερώτησης, μέσω της οποίας κάθε απάντηση και κάθε σύστημα έχουν ήδη υπερβαθεί. Ο Schelling μπορούσε —και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη φιλοσοφία των Weltalter— να αφήνει τις δυνατότητες της σκέψης να παραμένουν δυνατότητες. Έτσι, η σημασία του Schelling για ορισμένα φιλοσοφικά ζητήματα συχνά δεν βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη διδασκαλία διατυπωμένη σε προτάσεις, αλλά στο γεγονός ότι εκείνος αποκάλυψε για πρώτη φορά την προβληματική σε ολόκληρη την έκτασή της και μπόρεσε να αντέξει το να αφήσει ένα ερώτημα ανοιχτό. Από την άλλη πλευρά, συχνά υπάρχει ήδη ένα αποτέλεσμα, χωρίς να είναι πλέον ορατή η οδός που οδηγεί σε αυτό.
Έργο της παρούσας μελέτης είναι να υποδείξει μια οδό για την κατανόηση της στοχαστικής επιδίωξης που διέπει τη φιλοσοφία των Weltalter του Schelling. Ως κατευθυντήρια οπτική επιλέγει το πρόβλημα του χρόνου. Η επιλογή αυτή απαιτεί προηγουμένως αιτιολόγηση.
Η έως τώρα έρευνα για τον Schelling έχει ως επί το πλείστον παρακάμψει το πρόβλημα του χρόνου. Αυτό ενδέχεται να συνδέεται με το γεγονός ότι ο Schelling, στα έργα και στα σχεδιάσματά του, στον βαθμό που αυτά περιλαμβάνονται στη συνολική έκδοση την οποία επιμελήθηκε ο γιος του, δεν εξετάζει ποτέ διεξοδικά την προβληματική του χρόνου και της χρονικότητας, αν εξαιρέσουμε ορισμένες πρώιμες απόπειρες της φιλοσοφίας της φύσης και της φιλοσοφίας της ταυτότητας να συναγάγουν τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο όπως και τις υπόλοιπες αρχές της φύσης. Ακόμη και η ύστερη θετική φιλοσοφία, την οποία ο ίδιος ο Schelling ονόμαζε επίσης ιστορική φιλοσοφία, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να παραλείπει μια οντολογική εξήγηση του ίδιου του Είναι της ιστορίας. Επιπλέον, οι συνάφειες μεταξύ της πρωταρχικής χρονικότητας και της ιστορικής διαδικασίας παραμένουν σκοτεινές.
Μια ουσιωδώς διαφορετική κατάσταση δημιουργήθηκε όμως με την έκδοση από τον Manfred Schröter των αρχικών εκδοχών των Weltalter (1946), γεγονός που είχε για την έρευνα γύρω από τον Schelling και για τη διασαφήνιση των θεμελιωδών κινήτρων της ιδεαλιστικής σκέψης γενικότερα σημασία ανάλογη με εκείνη που είχε για την έρευνα γύρω από τον Hegel η έκδοση των νεανικών θεολογικών συγγραμμάτων του Hegel από τον Nohl. Στη δημοσίευση του Schröter από τα κατάλοιπα του Schelling ιδιαίτερη σημασία έχει η λεγόμενη «Πρώτη εκτύπωση» (Druck I) του 1811, η οποία, ωστόσο, δεν εκδόθηκε ποτέ από τον ίδιο τον Schelling. Η εκδοχή αυτή περιλαμβάνει στο δεύτερο ήμισύ της —το οποίο ο Schelling δεν έλαβε πλέον υπόψη στις μεταγενέστερες επεξεργασίες— μια ενότητα 28 σελίδων με τον τίτλο «Γενεαλογία του χρόνου». Η ενότητα αυτή ερμηνεύει τις προηγούμενες αναπτύξεις σχετικά με τον Θεό, τον κόσμο και τη διαδικασία δημιουργίας του κόσμου ως προς το χρονικό τους νόημα και επιχειρεί, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να παρουσιάσει μια γενική οντολογία της χρονικότητας.
Από αυτό το σημείο θα μπορούσε να είχε αρχίσει η ερμηνεία των θεμελίων της σελλινγκιανής μεταφυσικής. Και η παρούσα εργασία είχε αρχικά θέσει ως αποκλειστικό της στόχο να εξετάσει τις έννοιες του χρόνου, της χρονικότητας και της αιωνιότητας σε σύνδεση με την ενότητα που αναφέρθηκε και, όπου ήταν αναγκαίο, να αποκαλύψει συνάφειες με θεωρίες ή διατυπώσεις του Schelling από προγενέστερες ή μεταγενέστερες περιόδους —για παράδειγμα, με την ιδέα του οργανισμού στη φιλοσοφία της φύσης ή με τη θρησκειοϊστορική διαδικασία της Φιλοσοφίας της μυθολογίας.
Κατέστη όμως φανερό ότι στις αναπτύξεις αυτές ο Schelling προϋποθέτει πάντοτε ήδη μια ορισμένη προ-κατανόηση του χρόνου και της χρονικότητας. Ο Schelling περιγράφει επιμέρους τρόπους αυτής της προ-κατανόησης προτού αρχίσει την κυρίως έρευνα ή, ακριβέστερα, την αφήγηση των Weltalter. Άλλες εμπειρίες του χρόνου βρίσκονται διασκορπισμένες στα περισσότερα σχεδιάσματα της ύστερης περιόδου. Κατέστη, επομένως, αναγκαίο να τεθεί στο κέντρο της έρευνας η διδασκαλία περί των εμπειριών του χρόνου, εάν δεν επρόκειτο η «Γενεαλογία του χρόνου» να εμφανιστεί εξαρχής ως κενή και αθεμελίωτη εικοτολογία. Ως θεμέλιο της οντολογίας του Schelling αναδείχθηκε εδώ η εμπειρία· όχι βέβαια με την αφελή σημασία της έννοιας —η οποία εννοεί την απλή δεδομενικότητα ή το ότι κάποιο τυχαίο ον βρίσκεται μπροστά μας—, αλλά με την ιδιαίτερη σημασία μιας αυτοεμπειρίας, μέσα στην οποία ο άνθρωπος σχετίζεται προς τον εαυτό του, κατανοώντας τον εαυτό του.
Μέσω της ερμηνευτικής διερεύνησης του ανθρώπου ως προς τη σχέση του με τον χρόνο ή ως προς τη δική του χρονικότητα μπορούν κατόπιν να αναδειχθούν τα οντολογικά θεμέλια του Schelling, με την έννοια του χρόνου ως κλειδί για την κατανόηση του «συστήματός» του. Γι’ αυτό μια έρευνα που θα επέλεγε ως θέμα της μια «φιλοσοφία του χρόνου» και θα την κατανοούσε με την ίδια σημασία με την οποία μιλούμε για μια φιλοσοφία της τέχνης ή για μια Φιλοσοφία της μυθολογίας —δηλαδή ως εξέταση της θεμελιώδους συγκρότησης ενός συγκεκριμένου γνωστικού πεδίου μεταξύ άλλων γνωστικών πεδίων— θα αστοχούσε εξαρχής ως προς το αντικείμενό της. Ακόμη περισσότερο: ακριβώς εδώ, όπως προκύπτει άμεσα από τις συνέπειες της εμπειρίας του χρόνου, δεν θα μπορούσε πλέον να υπάρχει καμία πρωταρχική κατανόηση του χρόνου· θα είχε ήδη προϋποτεθεί και τεθεί ως βάση μόνο ένας παράγωγος και σύνθετος τρόπος εμφάνισης της χρονικότητας. Η ανάλυση του χρόνου αρχίζει πολύ αργά, όταν ασχολείται μόνο με ένα συγκεκριμένο χρονικό ον ή, ακόμη περισσότερο, όταν θέτει τον χρόνο απλώς ως ένα ον μεταξύ άλλων όντων.
Αυτά όσον αφορά τη συστηματική διάσταση της παρούσας εργασίας. Ως προς τη φιλοσοφικοϊστορική της διάσταση, πιστεύουμε ότι προσεγγίζουμε καλύτερα το αντικείμενό της εάν παραιτηθούμε από το να βλέπουμε τη σκέψη του Schelling όπως συνήθως γινόταν μέχρι σήμερα, δηλαδή με αφετηρία τον Hegel. Με αυτό δεν αμφισβητείται ότι ο Hegel αποτελεί σημείο καμπής στην ιστορία της μεταφυσικής, από το οποίο όλοι οι «προκάτοχοί» του —στους οποίους ανήκει και ο Schelling μέχρι το 1806— εμφανίζονται υπό νέο φως. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο, κατά την ερμηνεία ενός κειμένου της ύστερης περιόδου του Schelling, να αποφεύγεται κατ’ αρχήν κάθε αναφορά στον Hegel, πολύ περισσότερο επειδή ολόκληρη η μέση και η ύστερη φιλοσοφία¹ του Schelling αναπτύχθηκε μέσα από μια συνεχή αντιπαράθεση με τη σκέψη του Hegel, την υπέρβαση της οποίας ο Schelling θεωρούσε αποστολή του. Έτσι, αυτή η φιλοσοφία του Schelling, η οποία —ύστερα από ορισμένες μικρότερες προπαρασκευαστικές εργασίες— αρχίζει το 1809 με τις Φιλοσοφικές έρευνες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας και τα συναφή προς αυτήν αντικείμενα, αποτελεί, σε όλες τις μεταμορφώσεις της μέχρι τη Φιλοσοφία της Αποκάλυψης, συγχρόνως μια απόπειρα υπέρβασης της παραδοσιακής μεταφυσικής γενικά ή, όπως θα την ονομάσει αργότερα ο Schelling, της «αρνητικής» φιλοσοφίας.
Η ιδιαίτερη και μοναδική θέση του Schelling στην ιστορία της φιλοσοφίας χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι εκείνος, ο οποίος αργότερα επρόκειτο να ασκήσει στο πρόσωπο του Hegel κριτική σε ολόκληρη τη μεταφυσική παράδοση, μέχρι περίπου το 1804 —δηλαδή στα πρώιμα έργα του για τη φιλοσοφία της φύσης, τη φιλοσοφία της ταυτότητας και τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό— τοποθετούνταν απολύτως συνειδητά μέσα σε αυτή την παράδοση της μεταφυσικής σκέψης. Μάλιστα, ο Hegel και η σχολή του τον θεωρούσαν ήδη ως ένα είδος «δεύτερης υψηλότερης βαθμίδας» στην ιστορία της αυτοπραγμάτωσης του πνεύματος.
Ο Schelling δεν εξήλθε ποτέ από αυτή την παράδοση· από το 1804 και έπειτα, όμως, μπορεί να διαπιστωθεί στη σκέψη του μια ιδιόμορφα διαρρηγμένη σχέση τόσο προς αυτήν όσο και προς τη δυτική φιλοσοφική παράδοση γενικότερα. Ο ιδεαλισμός, του οποίου η σκέψη διατηρούνταν σε αδιάκοπη εγρήγορση από το υπερβατολογικό ερώτημα, αρχίζει να θέτει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό δεν πρέπει να νοηθεί σαν να ήθελε η ιδεαλιστική φιλοσοφία να υπερβεί τον εαυτό της ως φιλοσοφία. Ιδίως ο Schelling υπήρξε υπερβολικά πολύ στοχαστής για να μπορέσει να παραιτηθεί από την καθολική αξίωση και τη δεσμευτικότητα της σκέψης. Είχε όμως καταστεί πλέον δυνατό, εντός της ίδιας της σκέψης, να τεθεί το ερώτημα για τους όρους που καθορίζουν και περιορίζουν τη σκέψη. Αυτή υπήρξε η στιγμή της γέννησης της ιστορικής συνείδησης.
Τότε όμως η μετάβαση του Schelling προς τη φιλοσοφία των Weltalter και από εκεί προς την ύστερη φιλοσοφία δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως προσωπική πνευματική εξέλιξη ή ενδεχομένως ως μετασχηματισμός των προηγούμενων διδασκαλιών ενός στοχαστή, αλλά πρέπει να κατανοηθεί ως συνέπεια της ίδιας της ιστορίας της σκέψης. Μια ειδική εξέταση αυτής της προβληματικής θα υπερέβαινε, ωστόσο, τα όρια της παρούσας εργασίας. Γι’ αυτό θα περιοριστούμε σε ορισμένες υποδείξεις. Όταν οι «μεταστροφές» του Schelling ερμηνεύονται ψυχολογικά, όπως συνέβη τόσο συχνά, αυτό αποτελεί απλώς ένδειξη ότι δεν έχουν ακόμη βρεθεί οι κατευθυντήριες οπτικές υπό τις οποίες μπορεί να τεθεί με νόημα το ερώτημα για τη σκέψη του Schelling στην ολότητά της.
Από την οπτική του Hegel είναι απολύτως συνεπές να βλέπει κανείς στη διδασκαλία του Schelling περί ελευθερίας κυρίως την εισβολή ενός ανορθολογισμού. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, συγκαλύπτεται η ιδιαίτερη επιδίωξη του Schelling, την οποία από το 1809 προσπαθεί να διατυπώσει, συχνά σε ρητή αντιπαράθεση προς τον Hegel. Κάθε χαρακτηρισμός της διδασκαλίας περί ελευθερίας με αφετηρία τον ανορθολογισμό επιχειρεί να προσδιορίσει τη σκέψη του Schelling μέσω ενός αρνητικού γνωρίσματος. Ακόμη και μέσα σε αυτόν τον αρνητικό χαρακτηρισμό —και ακριβώς μέσα σε αυτόν— η ύστερη φιλοσοφία του Schelling κατανοείται μονόπλευρα με αφετηρία τον Hegel. Το πρόβλημα της θετικής οικείωσης αυτής της σκέψης παραμένει, όμως, ανοιχτό, ακόμη και αν υποκύψει κανείς στον πειρασμό να κατασκευάσει απερίσκεπτα μια προδρομική μορφή της υπαρξιακής φιλοσοφίας από τη διδασκαλία του Schelling περί του πρωτείου του «ότι» έναντι του «τι» —στη θετική φιλοσοφία— και από τις αναπτύξεις του σχετικά με την «ύπαρξη» —στη διδασκαλία περί ελευθερίας και στα Weltalter.
Μια ένδειξη φαίνεται να προσφέρει επίσης η επιρροή που άσκησαν στον Schelling ο Böhme και ο Oetinger, αλλά και ο Baader. Μια τέτοια επιρροή αναμφίβολα υπήρξε και συχνά μπορεί να ανιχνευθεί ακόμη και σε λεπτομέρειες της ορολογίας. Ωστόσο, η απλή κατάδειξη ιστορικών συναφειών —όσο πολύτιμες ενδείξεις και αν μπορεί να προσφέρει σε επιμέρους περιπτώσεις— είναι κατ’ αρχήν ακατάλληλη για να προωθήσει το ερώτημα σχετικά με την πρωταρχική διάσταση και το εσωτερικό θεμέλιο της συνέπειας ενός εγχειρήματος της σκέψης. Το ουσιαστικό πρόβλημα, στην καλύτερη περίπτωση, μετατίθεται· συχνά συγκαλύπτεται, αλλά σχεδόν ποτέ δεν επιλύεται. Όταν απορρίπτουμε, στο πλαίσιο του δικού μας ερωτήματος, τις μεθόδους της «φιλολογίας του Schelling», δεν επιδιώκουμε να καταδικάσουμε συλλήβδην ορισμένες διαφωτιστικές επιμέρους μελέτες που διερεύνησαν σχέσεις από τη ζωή του Schelling ή τις επιδράσεις άλλων στοχαστών επάνω του. Αμφισβητούμε, όμως, ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί καν να προσεγγιστεί εκείνο που είναι κατεξοχήν φιλοσοφικά σημαντικό στα έργα του Schelling. Η δεσμευτική ισχύς μιας σκέψης δεν μπορεί ποτέ να καταδειχθεί μόνο βάσει ιστορικών συναφειών.
Αν, αντιστρόφως, επιχειρούσαμε την πιο εύλογη προσέγγιση να ξεκινήσουμε από τις επιδράσεις που άσκησε ο ίδιος ο Schelling σε άλλους στοχαστές, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με τη δυσκολία ότι ο Schelling, μετά το 1809, δεν δημοσίευσε πλέον κανένα αυτοτελές έργο και ότι ακόμη και τα τεκμήρια για την άμεση προσωπική επιρροή του είναι εξαιρετικά περιορισμένα, αν εξαιρέσουμε την αρχή της περιόδου του στο Βερολίνο. Ενώ η επίδραση του νεότερου Schelling, των έργων του για τη φιλοσοφία της φύσης και του Συστήματος του υπερβατολογικού ιδεαλισμού βρίσκεται καθαρά μπροστά στα μάτια μας —ιδίως όσον αφορά τον Hegel—, η ιστορία της επίδρασης του ύστερου Schelling παραμένει ακόμη σε μεγάλο βαθμό σκοτεινή.
Πιστεύουμε ότι στο πρόβλημα του χρόνου έχουμε βρει μια πρωταρχική δυνατότητα πρόσβασης στη σκέψη του Schelling μετά το 1809. Με αυτό δεν υποστηρίζεται ότι, από το 1809 και εξής, το πρόβλημα του χρόνου βρισκόταν θεματικά στο κέντρο της σελλινγκιανής σκέψης. Μάλλον ισχύει το αντίθετο. Όπως δείχνουν τα δημοσιευμένα έργα και σχεδιάσματα, μετά την πρώτη σύλληψη των Weltalter το 1811, ο Schelling δεν επανήλθε ποτέ πλέον στο ζήτημα, αν εξαιρέσουμε ορισμένες σποραδικές νύξεις στις διαλέξεις του. Από τα αποσπάσματα των Weltalter προκύπτει, ωστόσο, ότι ο Schelling, όταν εξέταζε ορισμένες πραγματικές καταστάσεις και προπάντων τις οντολογικές του αρχές —θεμέλιο, ύπαρξη, ελευθερία, αναγκαιότητα—, συνεννοούσε πάντοτε, χωρίς να το διατυπώνει ρητώς, μια απολύτως συγκεκριμένη δομή χρονικότητας. Έχουμε ασφαλώς επίγνωση του κινδύνου να ερμηνευθεί υπερβολικά βιαστικά κάθε δομή που αναδεικνύεται ως δομή χρονικότητας. Πιστεύουμε ότι αποφύγαμε αυτόν τον κίνδυνο, επιχειρώντας να δείξουμε πώς όλες αυτές οι δομές πηγάζουν από την ίδια πηγή: από τη θεμελιώδη εμπειρία του ανθρώπου που σχετίζεται προς τον εαυτό του και ο οποίος, ως τέτοιος, κατανοεί πάντοτε ήδη τον εαυτό του χρονικά.
Όταν στην παρούσα εργασία αναφερόμαστε κυρίως στη δημοσίευση του Schröter από τα κατάλοιπα του Schelling, δεν έχουμε την πρόθεση να συναρμολογήσουμε ένα σύστημα βάσει των θεμελιωδών εμπειριών της χρονικότητας που μας γνωστοποιεί ο Schelling, ούτε έστω να συμπληρώσουμε τα σχεδιάσματα των συστημάτων του. Η κινητήρια δύναμη της σκέψης εκφράζεται με μεγαλύτερη ένταση μέσα στα αποσπάσματα. Και ασφαλώς δεν αποτελεί απλή σύμπτωση ούτε προσωπική αδυναμία το γεγονός ότι ο Schelling, μετά το 1804, δεν ολοκλήρωσε ποτέ ξανά μια παρουσίαση ολόκληρου του συστήματος —αν εξαιρέσουμε αυτοτελή επιμέρους πεδία, όπως την παρουσίαση της καθαρά ορθολογικής φιλοσοφίας, καθώς και τις διαλέξεις, για τον προσωρινό χαρακτήρα των οποίων ο Schelling είχε πλήρη επίγνωση. Αποτελεί μάλλον ακόμη μία απόδειξη ότι μια πιο πρωταρχική σκέψη, η οποία επιδιώκει να υπερβεί τον Hegel και μαζί του τη φιλοσοφική παράδοση —όπως απαιτείται στους νεότερους χρόνους ιδίως από τον Heidegger—, πρέπει να θέσει υπό αμφισβήτηση αυτή τη μεταφυσική παράδοση ακόμη ριζικότερα. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί, όπως σχεδίαζε τελικά ο Schelling, να ενσωματώσει απλώς τη μεταφυσική ως «αρνητική φιλοσοφία», σαν επιμέρους επιστημονικό κλάδο, σε ένα σύστημα που νοείται ως ακόμη περιεκτικότερο.
Συνεχίζεται