Συνέχεια από Παρασκευή 28. Αυγούστου 2026
Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 5
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ι
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Ο Havelock έχει περιορίσει δραστικά ή ακόμη και εξαλείψει όλα τα στοιχεία που συνδέονται με τη μεταφυσική, τη θρησκευτική και την ερωτική προβληματική.
Όπως έλεγα παραπάνω, ο Havelock, σε αντίθεση προς τον τίτλο που δίνει στο βιβλίο του, βοηθά να κατανοήσουμε πολύ καλά τον Όμηρο και τον προφορικό, ποιητικο-μιμητικό πολιτισμό, και επομένως τους λόγους για τους οποίους ο Πλάτων τούς πολεμά· μας βοηθά όμως να κατανοήσουμε ελάχιστα τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται Η αναγκαιότητα του πλατωνισμού, είναι το πιο αδύναμο και, σε μεγάλο βαθμό, ασυνεπές μέρος του, καθώς τα «γεγονότα» «ξανα-φτιάχνονται», «τεχνητά κατασκευάζονται» και συχνά «αποδομούνται» με τρόπο εντυπωσιακό.
Κατά πρώτον, ο Havelock δείχνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς τη σύνθετη μεταφυσική προβληματική και την εξέλιξή της στον αρχαίο κόσμο και ότι αγνοεί πως ακριβώς ο Πλάτων, με τη «δεύτερη πλεύση» του (δεύτερος πλοῦς), οικοδόμησε τη δυτική μεταφυσική, θέτοντας εκείνα τα θεμέλια που επιβλήθηκαν ως αμετάκλητο σημείο αναφοράς. Αλλά και οι ίδιοι οι Προσωκρατικοί —αρχίζοντας από τον Θαλή— ανέπτυξαν έναν φιλοσοφικό λόγο που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί «μεταφυσικός», εφόσον αποδίδουμε στον όρο ελληνική και όχι νεότερη σημασία: έθεσαν πράγματι το πρόβλημα του «όλου», δηλαδή του λόγου υπάρξεως «όλων των πραγμάτων», αναζητώντας την «ἀρχή» ή τις «ἀρχές» που τα εξηγούν.
Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι ο Havelock όχι μόνο αρνείται κατηγορηματικά πως οι Προσωκρατικοί μιλούσαν για μεταφυσική και αποσιωπά την πλατωνική «δεύτερη πλεύση», αλλά αποφεύγει επιμελώς να εξηγήσει τι ακριβώς και με σαφήνεια εννοεί ο ίδιος με τον όρο «μεταφυσική». Και επειδή με το ζήτημα της μεταφυσικής αγγίζουμε ακριβώς ένα από τα λεπτότερα και δυσκολότερα σημεία της ερμηνείας της αρχαίας σκέψης, αλλά συγχρόνως και το σημαντικότερο, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ορισμένες πραγματικά διαφωτιστικές παρατηρήσεις του Heidegger, στις οποίες έχω ήδη επανειλημμένως επιστήσει την προσοχή, αλλά τις οποίες είναι αναγκαίο να επαναλάβω εδώ.
Γράφει ο Heidegger:
«Η λέξη [ενν. “μεταφυσική”] και η γένεσή της είναι πολύ ιδιόμορφες, και ακόμη πιο ιδιόμορφη είναι η ιστορία της. Και όμως, από τη δύναμη και την κυριαρχία αυτής της λέξης, καθώς και από την ιστορία της, εξαρτάται κατά ουσιώδη τρόπο η διαμόρφωση του δυτικού πνευματικού κόσμου και, συνεπώς, του κόσμου εν γένει. Οι λέξεις είναι συχνά, μέσα στην ιστορία, ισχυρότερες από τα πράγματα και τις πράξεις. Το γεγονός ότι, κατά βάθος, εξακολουθούμε να γνωρίζουμε ελάχιστα για τη δύναμη της λέξης “μεταφυσική” και για την ιστορία της ανάπτυξης και της ισχύος της μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πόσο φτωχή και εξωτερική παρέμεινε η γνώση μας για την ιστορία της φιλοσοφίας και πόσο ανεπαρκώς προετοιμασμένοι είμαστε για μια αναμέτρηση μαζί της, με τις θεμελιώδεις θέσεις της και με τις ενιαίες, καθοριστικές δυνάμεις τους».²⁴
Ακριβώς επειδή δεν αντιμετώπισε σωστά αυτό το ζήτημα, ο Havelock δεν κατανόησε την πλατωνική προβληματική του «είναι» και περιόρισε τις Ιδέες σε απλές «αφαιρέσεις» —σε έννοιες και κατηγορίες—, ενώ στην πραγματικότητα για τον Πλάτωνα αυτές είναι κάτι πολύ περισσότερο. Μάλιστα, στηρίχθηκε ακριβώς στην έννοια της «αφαίρεσης» για να καταστήσει κατανοητή την «επανάσταση» που πραγματοποίησε ο Πλάτων· ως «αφαίρεση», όμως, εννόησε εκείνο που εννοείται από τον Locke και μετά, ενώ με την «αφαίρεση» η αρχαία σκέψη εννοούσε κάτι πολύ διαφορετικό, όπως θα δούμε αναλυτικά.
Παρομοίως, δεν κατανόησε τη σημασία της «θεωρίας» για τους Έλληνες και, ειδικότερα, το νόημά της στην οντολογική διάσταση. Σε συνάφεια με αυτό, δεν κατανόησε ούτε το νόημα της «μίμησης», η οποία, όπως θα δούμε, όχι μόνο δεν λειτουργεί αποκλειστικά στη δοξαστική διάσταση, αλλά έχει εξαιρετικά σημαντική εμβέλεια και στην αξιολογική και στην οντολογική διάσταση.
Στο μεταθανάτια εκδοθέν βιβλίο του —αλλά εμμέσως και στο παρόν— ο Havelock αρνείται ότι οι Έλληνες διέθεταν «θρησκευτική συνείδηση». Κάθε θεότητα «συμβόλιζε τον κοσμικό χαρακτήρα του ελληνικού τρόπου ζωής».
Στην πραγματικότητα, ο Havelock παραβλέπει εντελώς το νόημα του φαινομένου της θρησκευτικότητας, νοούμενης γενικά ως σχέσης με το θείο· θεωρεί ως «θρησκεία» μόνο εκείνη που γεννήθηκε στο πλαίσιο του ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού και μετατρέπει την προφανή «διαφορά» του περιεχομένου και της μορφής της ελληνικής θρησκευτικότητας από την ιουδαιοχριστιανική σε άρνηση της ύπαρξης της πρώτης. Το πράττει με βάση την αναγωγιστική πεποίθηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει θρησκευτικό φαινόμενο παρά μόνο με τη μορφή και το νόημα που αυτό προσέλαβε στον ιουδαιοχριστιανικό πολιτισμό. Εφαρμόζει, δηλαδή, την τεχνική της άρνησης του γεγονότος σε οτιδήποτε αποκτά την ισχύ ενός αντίθετου γεγονότος μέσα στο κατηγορικό πλαίσιο της θέσης του. Χωρίς όμως τη θρησκευτική διάσταση, ο Πλάτων χάνει πάρα πολλά.
Τέλος, ο Havelock παραβλέπει την προβληματική του έρωτος, η οποία, όπως θα δούμε, δεν είναι παρά η άλλη όψη της διαλεκτικής και είναι ουσιώδης στον Πλάτωνα, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο «Ἔρως» να είναι κατεξοχήν «φιλόσοφος».
Γιατί το βιβλίο του Havelock παραμένει, παρ’ όλα αυτά, απαραίτητο σημείο αναφοράς για την κατανόηση του Πλάτωνα
Ήδη σε άλλες περιπτώσεις και αναφορικά με άλλα βιβλία είχα την ευκαιρία να εκφράσω τη σταθερή μου πεποίθηση ότι ορισμένα έργα, τα οποία έχουν συλληφθεί και εκπονηθεί με αξιοσημείωτη ευφυΐα και προπαρασκευή, ακόμη και αν περιπίπτουν σε μια ολόκληρη σειρά σοβαρών σφαλμάτων επειδή απολυτοποιούν μια αλήθεια που ανακαλύπτουν, επιβάλλονται ως σημείο αναφοράς όχι μόνο για εκείνη την αλήθεια, αλλά και για τη σειρά των σφαλμάτων που συνεπάγεται η απολυτοποίησή της.
Πράγματι, κατά τη γνώμη μου, ακόμη και ένα σφάλμα που αναπτύσσεται με εξαιρετική διαύγεια αποδεικνύεται διαφωτιστικό, εφόσον το λάβουμε ως πόλο μιας αυστηρής διαλεκτικής συζήτησης. Ο Bacon έλεγε, πολύ σωστά:
citius emergit veritas ex errore quam ex confusione
—«η αλήθεια αναδύεται ταχύτερα από το σφάλμα παρά από τη σύγχυση».
Και τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αρχαία σκέψη και είναι γεμάτα σύγχυση είναι πράγματι πολλά!
Πραγματικά, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο μελετητή, ο Havelock επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι, για να κατανοήσουμε τον Πλάτωνα, είναι αναγκαίο να τον τοποθετήσουμε στην ιστορική στιγμή κατά την οποία έζησε και, ειδικότερα, να συνειδητοποιήσουμε την εμβέλεια της πολιτισμικής επανάστασης που βρισκόταν τότε σε εξέλιξη και να κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο ρόλο που του έλαχε να διαδραματίσει μέσα σε αυτή την επανάσταση. Από μια ορισμένη άποψη, ο Πλάτων υπήρξε ακόμη και «πρωταγωνιστής» —αν όχι ο κύριος πρωταγωνιστής—, παγιώνοντας οριστικά μια ριζική καινοτομία στον τρόπο της σκέψης και της έκφρασης μέσω του λόγου.
Συμπερασματικά, πρέπει να επαναληφθεί ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη μετωπική σύγκρουση που εγκαινιάζει ο Πλάτων εναντίον της ποίησης, αν δεν ανασυγκροτήσουμε —όπως έκανε ο Havelock— τη λειτουργία που είχε επιτελέσει η ποίηση έως την εποχή του, αρχίζοντας από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου, στο πλαίσιο ενός πραγματικού και αποκλειστικού εκπαιδευτικού μονοπωλίου. Η λειτουργία αυτή συνδεόταν με την τεχνική της προφορικότητας και, ειδικότερα, με την τεχνική της μίμησης, τόσο κατά τη σύνθεση όσο και κατά την επικοινωνία και τη μετάδοση των μηνυμάτων, μαζί με όλες τις προϋποθέσεις και όλες τις συνέπειες που αυτή συνεπάγεται, για τις οποίες θα μιλήσουμε αμέσως και εκτενώς.
Τα μεγάλα, όμως, επιτεύγματα του Havelock κινδυνεύουν να χαθούν, αν δεν ανακτήσουμε όλα όσα η επιστημονική και αναγωγική μέθοδος που ακολούθησε τον εμπόδισε να κατανοήσει. Και εκείνα που αυτή η μέθοδος εμποδίζει να κατανοηθούν, ιδιαίτερα στον ίδιο τον Πλάτωνα, είναι πράγματι πολλά, όπως θα προσπαθήσω να καταδείξω σταδιακά.
Συνεχίζεται με:
II
Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν
Η ποίηση στερείται γνωστικής αξίας και παιδευτικής ικανότητας, επειδή θεμελιώνεται στη μίμηση, μέσα στη σφαίρα της απλής γνώμης
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ι
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Ο Havelock έχει περιορίσει δραστικά ή ακόμη και εξαλείψει όλα τα στοιχεία που συνδέονται με τη μεταφυσική, τη θρησκευτική και την ερωτική προβληματική.
Όπως έλεγα παραπάνω, ο Havelock, σε αντίθεση προς τον τίτλο που δίνει στο βιβλίο του, βοηθά να κατανοήσουμε πολύ καλά τον Όμηρο και τον προφορικό, ποιητικο-μιμητικό πολιτισμό, και επομένως τους λόγους για τους οποίους ο Πλάτων τούς πολεμά· μας βοηθά όμως να κατανοήσουμε ελάχιστα τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται Η αναγκαιότητα του πλατωνισμού, είναι το πιο αδύναμο και, σε μεγάλο βαθμό, ασυνεπές μέρος του, καθώς τα «γεγονότα» «ξανα-φτιάχνονται», «τεχνητά κατασκευάζονται» και συχνά «αποδομούνται» με τρόπο εντυπωσιακό.
Κατά πρώτον, ο Havelock δείχνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς τη σύνθετη μεταφυσική προβληματική και την εξέλιξή της στον αρχαίο κόσμο και ότι αγνοεί πως ακριβώς ο Πλάτων, με τη «δεύτερη πλεύση» του (δεύτερος πλοῦς), οικοδόμησε τη δυτική μεταφυσική, θέτοντας εκείνα τα θεμέλια που επιβλήθηκαν ως αμετάκλητο σημείο αναφοράς. Αλλά και οι ίδιοι οι Προσωκρατικοί —αρχίζοντας από τον Θαλή— ανέπτυξαν έναν φιλοσοφικό λόγο που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί «μεταφυσικός», εφόσον αποδίδουμε στον όρο ελληνική και όχι νεότερη σημασία: έθεσαν πράγματι το πρόβλημα του «όλου», δηλαδή του λόγου υπάρξεως «όλων των πραγμάτων», αναζητώντας την «ἀρχή» ή τις «ἀρχές» που τα εξηγούν.
Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι ο Havelock όχι μόνο αρνείται κατηγορηματικά πως οι Προσωκρατικοί μιλούσαν για μεταφυσική και αποσιωπά την πλατωνική «δεύτερη πλεύση», αλλά αποφεύγει επιμελώς να εξηγήσει τι ακριβώς και με σαφήνεια εννοεί ο ίδιος με τον όρο «μεταφυσική». Και επειδή με το ζήτημα της μεταφυσικής αγγίζουμε ακριβώς ένα από τα λεπτότερα και δυσκολότερα σημεία της ερμηνείας της αρχαίας σκέψης, αλλά συγχρόνως και το σημαντικότερο, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ορισμένες πραγματικά διαφωτιστικές παρατηρήσεις του Heidegger, στις οποίες έχω ήδη επανειλημμένως επιστήσει την προσοχή, αλλά τις οποίες είναι αναγκαίο να επαναλάβω εδώ.
Γράφει ο Heidegger:
«Η λέξη [ενν. “μεταφυσική”] και η γένεσή της είναι πολύ ιδιόμορφες, και ακόμη πιο ιδιόμορφη είναι η ιστορία της. Και όμως, από τη δύναμη και την κυριαρχία αυτής της λέξης, καθώς και από την ιστορία της, εξαρτάται κατά ουσιώδη τρόπο η διαμόρφωση του δυτικού πνευματικού κόσμου και, συνεπώς, του κόσμου εν γένει. Οι λέξεις είναι συχνά, μέσα στην ιστορία, ισχυρότερες από τα πράγματα και τις πράξεις. Το γεγονός ότι, κατά βάθος, εξακολουθούμε να γνωρίζουμε ελάχιστα για τη δύναμη της λέξης “μεταφυσική” και για την ιστορία της ανάπτυξης και της ισχύος της μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πόσο φτωχή και εξωτερική παρέμεινε η γνώση μας για την ιστορία της φιλοσοφίας και πόσο ανεπαρκώς προετοιμασμένοι είμαστε για μια αναμέτρηση μαζί της, με τις θεμελιώδεις θέσεις της και με τις ενιαίες, καθοριστικές δυνάμεις τους».²⁴
Ακριβώς επειδή δεν αντιμετώπισε σωστά αυτό το ζήτημα, ο Havelock δεν κατανόησε την πλατωνική προβληματική του «είναι» και περιόρισε τις Ιδέες σε απλές «αφαιρέσεις» —σε έννοιες και κατηγορίες—, ενώ στην πραγματικότητα για τον Πλάτωνα αυτές είναι κάτι πολύ περισσότερο. Μάλιστα, στηρίχθηκε ακριβώς στην έννοια της «αφαίρεσης» για να καταστήσει κατανοητή την «επανάσταση» που πραγματοποίησε ο Πλάτων· ως «αφαίρεση», όμως, εννόησε εκείνο που εννοείται από τον Locke και μετά, ενώ με την «αφαίρεση» η αρχαία σκέψη εννοούσε κάτι πολύ διαφορετικό, όπως θα δούμε αναλυτικά.
Παρομοίως, δεν κατανόησε τη σημασία της «θεωρίας» για τους Έλληνες και, ειδικότερα, το νόημά της στην οντολογική διάσταση. Σε συνάφεια με αυτό, δεν κατανόησε ούτε το νόημα της «μίμησης», η οποία, όπως θα δούμε, όχι μόνο δεν λειτουργεί αποκλειστικά στη δοξαστική διάσταση, αλλά έχει εξαιρετικά σημαντική εμβέλεια και στην αξιολογική και στην οντολογική διάσταση.
Στο μεταθανάτια εκδοθέν βιβλίο του —αλλά εμμέσως και στο παρόν— ο Havelock αρνείται ότι οι Έλληνες διέθεταν «θρησκευτική συνείδηση». Κάθε θεότητα «συμβόλιζε τον κοσμικό χαρακτήρα του ελληνικού τρόπου ζωής».
Στην πραγματικότητα, ο Havelock παραβλέπει εντελώς το νόημα του φαινομένου της θρησκευτικότητας, νοούμενης γενικά ως σχέσης με το θείο· θεωρεί ως «θρησκεία» μόνο εκείνη που γεννήθηκε στο πλαίσιο του ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού και μετατρέπει την προφανή «διαφορά» του περιεχομένου και της μορφής της ελληνικής θρησκευτικότητας από την ιουδαιοχριστιανική σε άρνηση της ύπαρξης της πρώτης. Το πράττει με βάση την αναγωγιστική πεποίθηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει θρησκευτικό φαινόμενο παρά μόνο με τη μορφή και το νόημα που αυτό προσέλαβε στον ιουδαιοχριστιανικό πολιτισμό. Εφαρμόζει, δηλαδή, την τεχνική της άρνησης του γεγονότος σε οτιδήποτε αποκτά την ισχύ ενός αντίθετου γεγονότος μέσα στο κατηγορικό πλαίσιο της θέσης του. Χωρίς όμως τη θρησκευτική διάσταση, ο Πλάτων χάνει πάρα πολλά.
Τέλος, ο Havelock παραβλέπει την προβληματική του έρωτος, η οποία, όπως θα δούμε, δεν είναι παρά η άλλη όψη της διαλεκτικής και είναι ουσιώδης στον Πλάτωνα, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο «Ἔρως» να είναι κατεξοχήν «φιλόσοφος».
Γιατί το βιβλίο του Havelock παραμένει, παρ’ όλα αυτά, απαραίτητο σημείο αναφοράς για την κατανόηση του Πλάτωνα
Ήδη σε άλλες περιπτώσεις και αναφορικά με άλλα βιβλία είχα την ευκαιρία να εκφράσω τη σταθερή μου πεποίθηση ότι ορισμένα έργα, τα οποία έχουν συλληφθεί και εκπονηθεί με αξιοσημείωτη ευφυΐα και προπαρασκευή, ακόμη και αν περιπίπτουν σε μια ολόκληρη σειρά σοβαρών σφαλμάτων επειδή απολυτοποιούν μια αλήθεια που ανακαλύπτουν, επιβάλλονται ως σημείο αναφοράς όχι μόνο για εκείνη την αλήθεια, αλλά και για τη σειρά των σφαλμάτων που συνεπάγεται η απολυτοποίησή της.
Πράγματι, κατά τη γνώμη μου, ακόμη και ένα σφάλμα που αναπτύσσεται με εξαιρετική διαύγεια αποδεικνύεται διαφωτιστικό, εφόσον το λάβουμε ως πόλο μιας αυστηρής διαλεκτικής συζήτησης. Ο Bacon έλεγε, πολύ σωστά:
citius emergit veritas ex errore quam ex confusione
—«η αλήθεια αναδύεται ταχύτερα από το σφάλμα παρά από τη σύγχυση».
Και τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αρχαία σκέψη και είναι γεμάτα σύγχυση είναι πράγματι πολλά!
Πραγματικά, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο μελετητή, ο Havelock επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι, για να κατανοήσουμε τον Πλάτωνα, είναι αναγκαίο να τον τοποθετήσουμε στην ιστορική στιγμή κατά την οποία έζησε και, ειδικότερα, να συνειδητοποιήσουμε την εμβέλεια της πολιτισμικής επανάστασης που βρισκόταν τότε σε εξέλιξη και να κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο ρόλο που του έλαχε να διαδραματίσει μέσα σε αυτή την επανάσταση. Από μια ορισμένη άποψη, ο Πλάτων υπήρξε ακόμη και «πρωταγωνιστής» —αν όχι ο κύριος πρωταγωνιστής—, παγιώνοντας οριστικά μια ριζική καινοτομία στον τρόπο της σκέψης και της έκφρασης μέσω του λόγου.
Συμπερασματικά, πρέπει να επαναληφθεί ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη μετωπική σύγκρουση που εγκαινιάζει ο Πλάτων εναντίον της ποίησης, αν δεν ανασυγκροτήσουμε —όπως έκανε ο Havelock— τη λειτουργία που είχε επιτελέσει η ποίηση έως την εποχή του, αρχίζοντας από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου, στο πλαίσιο ενός πραγματικού και αποκλειστικού εκπαιδευτικού μονοπωλίου. Η λειτουργία αυτή συνδεόταν με την τεχνική της προφορικότητας και, ειδικότερα, με την τεχνική της μίμησης, τόσο κατά τη σύνθεση όσο και κατά την επικοινωνία και τη μετάδοση των μηνυμάτων, μαζί με όλες τις προϋποθέσεις και όλες τις συνέπειες που αυτή συνεπάγεται, για τις οποίες θα μιλήσουμε αμέσως και εκτενώς.
Τα μεγάλα, όμως, επιτεύγματα του Havelock κινδυνεύουν να χαθούν, αν δεν ανακτήσουμε όλα όσα η επιστημονική και αναγωγική μέθοδος που ακολούθησε τον εμπόδισε να κατανοήσει. Και εκείνα που αυτή η μέθοδος εμποδίζει να κατανοηθούν, ιδιαίτερα στον ίδιο τον Πλάτωνα, είναι πράγματι πολλά, όπως θα προσπαθήσω να καταδείξω σταδιακά.
Συνεχίζεται με:
II
Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν
Η ποίηση στερείται γνωστικής αξίας και παιδευτικής ικανότητας, επειδή θεμελιώνεται στη μίμηση, μέσα στη σφαίρα της απλής γνώμης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου