Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Κουκουλοφόροι προβοκάτορες βγαίνουν απο την Βουλή κατά την διάρκεια του συλλαλητηρίου - Βίντεο ντοκουμέντο

Κουκουλοφόροι προβοκάτορες βγαίνουν απο την Βουλή κατά την διάρκεια του συλλαλητηρίου - Βίντεο ντοκουμέντο

Ένα βίντεο 50 δευτερολέπτων δείχνει κουκουλοφόρους προβοκάτορες να βγαίνουν από την Βουλή κατά την διάρκεια του συλλαλητηρίου και να βρίσκουν καταφύγιο εκεί που βρίσκονται αστυνομικές και πυροσβεστικές δυνάμεις.

Το βίντεο ντοκουμέντο κάνει το γύρο του διαδικτύου προκαλώντας ποικίλα αρνητικά σχόλια σχετικά με τον ρόλο και την ταυτότητά τους. 


Πώς είναι δυνατόν αυτά τα άτομα να μπορούν να βρίσκονται μεταξύ των δυνάμεων των ΜΑΤ οι οποίες εκείνη τη στιγμή πετούσαν εκατοντάδες ληγμένα χημικά στους διαδηλωτές;


Και πώς κατάφεραν οι τρεις κουκουλοφόροι να κυκλοφορούν ανενόχλητοι στο προαύλιο της Βουλής;


Το βίντεο το οποίο αναρτήθηκε χθες στο facebook από τον χρήστη Νίκβαν Κονστ έχει συγκεντρώσει ποικίλα σχόλια μεταξύ των χρηστών οι οποίοι ζητούν επιτακτικά αυτό το υλικό να πάει στη Δικαιοσύνη για να εντοπιστούν τα συγκεκριμένα άτομα.


Οι τρεις κουκουλοφόροι προβοκάτορες φαίνεται σαν να κινούνται άνετα στο προαύλιο της Βουλής και η παρουσία τους δεν μοιάζει να κινητοποιεί τα ένστολα μέλη των δυνάμεων που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση της τάξης.


Οι εικόνες από τις κινήσεις των τριών κουκουλοφόρων από τη στιγμή που βγαίνουν από το εσωτερικό της Βουλής, τρέχουν στο περιστύλιο και κατεβαίνουν προς το προαύλιο ανάμεσα σε δυνάμεις των ΜΑΤ, δίπλα στο όχημα της Πυροσβεστικής και κοντά σε ένα λευκό βαν με συμβατικές πινακίδες που είναι σταθμευμένο κοντά στο άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου δημιουργούν ερωτήματα και καθιστούν επιτακτικές τις απαντήσεις από την Ελληνική Αστυνομία...


Δείτε το βίντεο με τους κουκουλοφόρους μέσα στη Βουλή:

Δείτε βίντεο που δείχνει τι συνέβαινε στο βήμα των ομιλητών στην πλατεία Συντάγματος την ώρα που οι τρεις κουκουλοφόροι περιδιάβαιναν στο προαύλιο της Βουλής:





pronews

Απαρχές και μεταμορφώσεις του ερωτήματος περί Θεού στην σκέψη του Martin Heidegger (β)

Συνέχεια από: Tρίτη 15 Ιανουαρίου 2019 

Απαρχές και μεταμορφώσεις του ερωτήματος περί Θεού στην σκέψη του Martin Heidegger

Του Friedrich-Wilhelm von Herrmann
                                                           
1.      Η «φιλοσοφία τής ζωντανής ζωής» ως οπτική για την «αληθινή φιλοσοφία τής θρησκείας και το φιλοσοφείν». «Η αληθής ιδέα τής χριστιανικής φιλοσοφίας» β

Τα πρώιμα γράμματα τού Heidegger στην μνηστή και σύζυγό του, μεταξύ 1916 και 1918 μάς προσφέρουν μια ματιά στην θεμελιώδη διανοητική στάση τού Heidegger την οποία κράτησε στα πρώτα του μαθήματα, από το χειμερινό εξάμηνο 1915/16 μέχρι το χειμερινό εξάμηνο 1916/17, για την οποία δεν υπάρχει καμιά γραπτή μαρτυρία, ούτε καν σημειώσεις φοιτητών. (Από το θερινό εξάμηνο του 1916 μέχρι το τέλος του 1918 ο Heidegger  δεν έκανε παραδόσεις λόγω πολέμου). Το εκπληκτικό είναι πως ηδη η πρώτη παράδοση του Heidegger ως υφηγητού, η οποία είχε ανακοινωθεί υπό τον τίτλο Περί Προσωκρατικών: Ο Παρμενίδης, απέπνεε την ιδέα μιας φιλοσοφίας τής ζωντανής ζωής. Οι επόμενες παραδόσεις του θερινού εξαμήνου 1916 και χειμερινού 1916/17 είχαν ως θέμα: "Ο Καντ και η γερμανική φιλοσοφία τού 19ου αιώνα και Αλήθεια και Πραγματικότητα: περί της διδασκαλίας τού Φίχτε περί επιστήμης από το 1794". Καθώς οι παραδόσεις αυτές είχαν άμεσα ή έμμεσα ως οδηγό την ιδέα μιας φιλοσοφίας τής ζωντανής ζωής, θα ήταν μεγάλο το κέρδος εάν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την συλλογιστική πορεία τους μέσω κάποιων σημειώσεων. Την εποχή που προετοιμαζε τήν έκδοση τών απάντων του, είχα ρωτήσει τον Heidegger που βρίσκονται οι δικές του σημειώσεις για τις παραδόσεις αυτές, μου απάντησε πως τις φύλαξε, καθώς τότε δεν θεωρούσε πως θα αποκτούσαν κάποτε ιδιαίτερη σημασία.
Προς το τέλος του 1918 ο Heidegger επιστρέφει από το μέτωπο, υπηρετούσε κοντά στο Verdun στην μετεωρολογική υπηρεσία. Στις 9 Ιανουαρίου 1919 γράφει στον Engelbert Krebs, δογματολόγο και φίλο του από το Freiburg, μια επιστολή για την οποία υπάρχουν πολλές αναφορές μετά την έκδοση της από τον Bernhard Casper. Εκεί περιγράφει, σε μια γλώσσα την οποία ο αποδέκτης τής επιστολής είναι σε θέση να προσλάβει, την θεμελιώδη φιλοσοφική του εμπειρία, την οποία απέκτησε το 1916. «Τα δυο τελευταία χρόνια, κατά τα οποία προσπαθούσα να βρω μια επί τής αρχής διασάφηση τής φιλοσοφικής μου τοποθέτησης...με οδήγησαν σε αποτελέσματα, για τά οποία, ευρισκόμενος σε δέσμευση εκτός τής φιλοσοφίας, δε θα μπορούσα να εγγυηθώ την ελευθερία πεποίθησης και διδασκαλίας. Γνωσιολογικής φύσεως διαπιστώσεις μού κατέστησαν το σύστημα του Καθολικισμού προβληματικό και απαράδεκτο-όχι όμως τον Χριστιανισμό και την μεταφυσική (αυτήν βέβαια με ένα νέο νόημα)11». Στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξουμε: ούτε ο καθολικισμός ως ευσέβεια και θρησκευτικότητα, ούτε ο Χριστιανισμός, αλλά μόνο το συγκεκριμένο σύστημα, η διανοητική-θεωρητική διαμόρφωση τού καθολικού Χριστιανισμού, δεν συνάδει πια στην φιλοσοφική θεμελιώδη εμπειρία τής προ-θεωρητικής ζωής που βίωσε ο Heidegger. Το χριστιανικό τού Χριστιανισμού, με την πηγαία ανέγγιχτη μορφή του,  θα πρέπει να οδηγηθεί σε μια νέα οικειοποίηση, πάνω στο νέο έδαφος μιας φιλοσοφίας τής ζωντανής ζωής μέσα στην εγκαινιασμένη «αληθινή φιλοσοφία τής θρησκείας». Το ίδιο ισχύει και για την μεταφυσική, μόνο που η μεταφυσική πρέπει να έρθει στο προσκήνιο με ένα νέο νόημα. Η μεταφυσική προσλαμβάνει το νέο της νόημα με την αφαίρεση τού παλιού, καθαρά διανοητικού της εδάφους, και την τοποθέτησή της πάνω στο νέο έδαφος τής ζωντανής ζωής. Η μεταφυσική καθίσταται μεταφυσική τής ζωντανής, πραγματικής ζωής, δηλαδή μεταφυσική τού Dasein.
Το πρώτο εξάμηνο μετά το τέλος τού πολέμου ονομάζεται «έκτακτο λόγω πολέμου εξάμηνο», και διαρκεί από τις 25 Ιανουαρίου μέχρι τις 16 Απριλίου 1919. Στις παραδόσεις τού εξαμήνου αυτού, με τον τίτλο «Η ιδέα τής φιλοσοφίας και το πρόβλημα τής κοσμοθεωρίας»12, ο Heidegger εισάγει τήν (την οποία είχε το 1916 ήδη θέσει ως στόχο) φιλοσοφία τής ζωντανής ζωής, παρουσιάζοντάς την ως την «προθεωρητική αρχέγονη επιστήμη» τής προ-θεωρητικής σφαίρας βιωμάτων. Αυτή η προθεωρητική σφαίρα βιωμάτων είναι η πρωταρχική, και η οποία θεμελιώνει όλα τα θεωρητικά, στήν σφαίρα τών «βιωμάτων τού περιβάλλοντος», δηλαδή τών βιωμάτων, τής βίωσης τού περιβαλλοντικού (χαρακτήρα) μέσα στον πρωταρχικό του σημασιακό χαρακτήρα. «Σημασία» δεν εννοεί κάτι σαν «ιδιαίτερη σημασία», αλλά το με την σημασία συνδεδεμένο ή από σημασία χαρακτηριζόμενο, μέσα στο οποίο κάθε τι συναντά πρωταρχικά το περιβαλλοντικό υπαρκτό. Το περιβαλλοντικό υπαρκτό δεν τό συναντά πρωταρχικά ως αντικείμενο εμπειρίας ή γνώσης, αλλά ως το κάθε φορά έτσι και έτσι σημαντικό. Η «ζωντάνια» τής «ζωντανής ζωής» αποτελείται θεμελιωδώς και ουσιαστικώς από το πρωταρχικό βίωμα τού σημαντικού και την αντίστοιχη συμπεριφορά προς αυτό. Η πιο προσωπική δομή αυτού τού ζωντανού βιώματος τού περιβάλλοντος δεν έχει ένα διαδικαστικό χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα Ereignis (έχει συνήθως την σημασία τού γεγονότος). Ereignis θα πει: η ζωή και το βίωμα τού περιβάλλοντος (το οποίο βιώνει η ζωή) ζουν από τά δικά τους (Leben aus dem Eigenen. Eigen: δικός μου, του...). Όλα τα βιώματα του περιβάλλοντος είναι «Er-eignisse, εφόσον ζουν από τα δικά τους, και η ζωή ζει μόνο έτσι»13. Αυτό που εδώ θεωρείται ως Er-eignis, θα ονομαστεί αργότερα Existenz (ύπαρξη). 

Συνεχίζεται

Τ Ο Π Ε Π Λ Ο Τ Η Σ Ι Σ Ι Δ Α Σ (43)

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Pierre Hadot

                                          
                                                   Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α
     
Διανύοντας την ιστορία τής σκέψης σχεδόν 25 αιώνων δεν παύουμε να θαυμάζουμε τη ζωντανή παρουσία μέσα στο χρόνο τών αποφθεγμάτων, των παραστάσεων και των εικόνων που εφευρέθηκαν στην αρχαία Ελλάδα. Μπορούμε για παράδειγμα να υποθέσουμε ότι η σκέψη τού Χάιντεγκερ, φιλοσόφου του 20ου  αιώνα, οφείλει σε μεγάλο βαθμό την έμπνευσή της σε στοχασμούς σχετικούς με τον αφορισμό που μας απασχόλησε σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο, και ο οποίος χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Γεγονός που μας οδηγεί να αναλογιστούμε αυτό που ο Νίτσε έλεγε για το «ορθό απόφθεγμα»:
     «Ένα ορθό απόφθεγμα αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου, επιβιώνει μέσα στις χιλιετίες, παρότι προσφέρεται συνεχώς ως τροφή· καταλήγει να είναι το μέγα παράδοξο της λογοτεχνίας, το αναλλοίωτο δια μέσου των αλλαγών, η πάντοτε εκτιμώμενη τροφή, όπως το αλάτι, που όμοια μ’ εκείνο ποτέ δεν χάνει την ουσία του.»
     Από αυτό το ορθό απόφθεγμα τρέφεται ανελλιπώς μια ολόκληρη ακολουθία γενεών, αλλά η θρεπτική του ουσία υπέστη επανειλημμένα απρόβλεπτες μεταμορφώσεις ανά τους αιώνες. Έτσι παρακολουθήσαμε πώς οι τρείς λεξούλες τού Ηράκλειτου απέκτησαν διαδοχικά το νόημα πως ό,τι γεννιέται τείνει προς τον θάνατο, ότι δύσκολα η φύση προσφέρεται στη γνώση, ότι καλύπτεται από αισθητές μορφές και μύθους, κρύβει μέσα της απόκρυφες αρετές, αλλά επίσης ότι το Είναι βρίσκεται αρχικά σε μια κατάσταση συρρίκνωσης και μη-ανάπτυξης, και τελικά, με τον Χάιντεγκερ, στο ότι το Είναι αποκαλύπτει καλυπτόμενο. Οι τρείς αυτές λεξούλες προσφέρθηκαν διαδοχικά για την ερμηνεία τών δυσχερειών που αντιμετωπίζει η φυσική επιστήμη, για την κατανόηση της αλληγορικής ερμηνείας των βιβλικών κειμένων, ή τη δικαίωση της ειδωλολατρίας· ως κριτική της βίας που ασκείται στη φύση από την τεχνολογία και την εκμηχάνιση του κόσμου, για την εξήγηση τής αγωνίας που προκαλεί στον σύγχρονο άνθρωπο το είναι-μέσα-στον-κόσμο. Η ίδια διατύπωση προσέλαβε μέσα στους αιώνες διαφορετικές σημασίες. Γράφοντας την ιστορία τής εξέλιξής της είναι σαν να γράφουμε την ιστορίας μιας διαδοχής αντιφάσεων, αλλά αντιφάσεων δημιουργικών, με την έννοια ότι αυτές οι τρείς λεξούλες πυροδότησαν την έκφραση, αλλά ίσως επίσης και την εμφάνιση συνεχώς νέων προοπτικών της πραγματικότητας, καθώς επίσης εντελώς αποκλίνουσες συμπεριφορές απέναντι στη φύση, όπως ο θαυμασμός, η εχθρότητα, η αγωνία.
Το ίδιο ισχύει και ως προς την αλληγορία τών μυστικών της φύσης. Παρέμεινε ζωντανή διασχίζοντας τους μαιάνδρους της ιστορίας τής επιστήμης της φύσεως, τόσο στην εποχή της μηχανικής επανάστασης όσο και σ’ αυτήν της επικράτησης του ρομαντισμού, ενσωματώνοντας έναν ολόκληρο κόσμο αντιλήψεων, άλλοτε εννοιολογικών και άλλοτε επινοητικών, που ακολούθησαν μια σημαντική εξέλιξη διά μέσου τών αιώνων. Αρχικά προϋπέθετε ότι οι θεοί κρύβουν ζηλότυπα τα μυστικά τής κατασκευής των φυσικών όντων. Η προσωποποίηση της φύσης,  που ξεκίνησε τον 4ο π.Χ. αιώνα, οδήγησε στην υπόθεση ότι η ίδια η Φύση αρνείται να αποκαλύψει τα μυστικά της. Αυτή η αλληγορική αντίληψη θα μπορούσε να σημαίνει ότι η φύση περιλαμβάνει ιδιότητες, κρυφούς σπερματικούς λόγους, που θα μπορούσαν να καρποφορήσουν από μόνοι τους, ή  να έρθουν στο φως εξαναγκαζόμενοι από τη μαγεία ή τη μηχανική. Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι τα φυσικά φαινόμενα δύσκολα εξιχνιάζονται, και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις αθέατες πλευρές τους, όπως για παράδειγμα τα άτομα, ή τα εσωτερικά όργανα του σώματος. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν το μικροσκόπιο άνοιξε στον άνθρωπο τον ορίζοντα παρατήρησης τού απειροελάχιστου, οι επιστήμονες διακήρυξαν ότι ανακάλυψαν τα μυστικά της φύσης. Την εποχή αυτή, δηλαδή τον 17ο αιώνα που ξεκίνησε η μηχανική επανάσταση, διαμορφώνονται δύο επίπεδα αντίληψης των μυστικών της φύσης. Αφ’ ενός τα φυσικά φαινόμενα που εξιχνιάζονται δια της εξοπλισμένης με τα κατάλληλα μέσα παρατηρήσεως, αλλά επίσης, και κυρίως, οι μαθηματικοί νόμοι λειτουργίας τους, και αφ’ ετέρου οι ανεξιχνίαστες θείες εντολές, που ορίζουν τον τρόπο δημιουργίας τού σύμπαντος.
     Καθ’ όλη τη διάρκεια του αφηγήματός μας παρακολουθήσαμε την εκδήλωση δύο θεμελιακών συμπεριφορών απέναντι στα μυστικά της φύσης: τη βουλησιαρχική και τη στοχαστική. Την πατρότητα τής πρώτης αποδώσαμε στον Προμηθέα, που προς χάριν της εξυπηρέτησης των ανθρώπων, αποσπά δια της απάτης ή της βίας τα μυστικά των θεών. Η συμπεριφορά αυτή διεκδίκησε αμέσως τη νομιμοποίησή της βασιζόμενη στο προνόμιο του ανθρώπου να εξουσιάζει τη φύση – προνόμιο που του παρεδόθη από το Θεό της Γενέσεως –  και να την υποβάλει, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο, σε ανακριτικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου και του βασανισμού της, προκειμένου να παραδώσει τα μυστικά της: τη διάσημη αυτή αλληγορία του Φράνσις Μπέηκον θα επαναλάβει ο Καντ ή ο Cuvier. Μαγεία, μηχανική και τεχνική, τοποθετούνται στην ίδια παράδοση, και έχουν εξ άλλου στόχο τους, η κάθε μια με τον τρόπο της, να υπερασπιστούν τα ζωτικά συμφέροντα του ανθρώπου. Η άρνηση της φύσης να παραδώσει τα μυστικά της ερμηνεύεται αλληγορικά ως μια εχθρική συμπεριφορά προς τον άνθρωπο. Η φύση αντιτίθεται στον άνθρωπο και επομένως θα πρέπει να νικηθεί και να εξημερωθεί. Όσο για την πατρότητα της άλλης συμπεριφοράς απέναντι στα μυστικά της φύσης την αποδώσαμε στον Ορφέα. Σ’ αυτήν την περίπτωση γίνεται δεκτό ότι η φύση αρνείται να παραδώσει τα μυστικά της, επειδή η αποκάλυψή τους ενέχει κινδύνους για τον άνθρωπο. Επεμβαίνοντας με τεχνητό τρόπο στις φυσικές διαδικασίες ο άνθρωπος κινδυνεύει να τις διαταράξει και ακόμη χειρότερα, να προκαλέσει απρόβλεπτες συνέπειες. Σε μια τέτοια προοπτική, η φιλοσοφική ή αισθητική προσέγγιση, ο ορθολογισμός και η τέχνη, δύο διαδικασίες  που αυτοπραγματώνονται και προϋποθέτουν μιαν ανιδιοτελή στάση,  αποτελούν τα ιδανικά μέσα γνωριμίας με τη φύση. Παράλληλα με την επιστημονική αλήθεια θα πρέπει να γίνει αποδεκτή μια αισθητική αλήθεια, η οποία ακριβώς εξασφαλίζει μιαν αυθεντική γνώση της φύσης.
     Και οι δύο αυτές συμπεριφορές είναι καθαυτές απόλυτα αιτιολογημένες, παρότι υπόκεινται σε σοβαρές παρεκβάσεις. Και παρότι εμφανίζονται ως διαμετρικά αντίθετες, δεν αλληλοαποκλείονται κατ’  απόλυτο τρόπο. Σύγχρονοι επιστήμονες, που όπως ο Ζακ Μονώ ασκούν μιαν επιστήμη που είναι πλέον αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την τεχνική, επαγγέλλονται επίσης την απόλυτη αξία της ανιδιοτελούς επιστημονικής προσέγγισης, μιας ουσιαστικής έρευνας που θα αποβλέπει στην καθαυτό γνώση.
     Στο αφήγημά μας αυτό αναφερθήκαμε επίσης στη ζωή και το θάνατο, όχι ασφαλώς της ίδιας της φύσης, αλλά της αντίληψης για τα μυστικά της. Παρότι η αντίληψη αυτή παρέμεινε ζωντανή και μετά την επικράτηση της τεχνικής επανάστασης, εξαφανίστηκε σταδιακά υπό την επιρροή δύο κυρίως παραγόντων. Αφ’ ενός η αντίληψη περί του μυστικού της φύσης ήταν αναντίρρητα συνδεδεμένη με ένα είδος προσωποποίησης της φύσης, και προϋπέθετε μιαν αντίθεση ανάμεσα σε έναν ορατό φλοιό και έναν αόρατο πυρήνα, ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική υπόσταση. Η πρόοδος της επιστήμης και του ορθολογισμού εξάλειψαν αυτές τις πεποιθήσεις. Αφ’ ετέρου, η επιστημονική πρόοδος απέσπασε το ενδιαφέρον των φιλοσόφων από την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων, η οποία παραδόθηκε έκτοτε στην επιστήμη, και το προσανατόλισε στο πρόβλημα του καθαυτό Είναι.
     Στο σημείο αυτό συναντήσαμε ένα αρχαίο κείμενο κεφαλαιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση της δυτικής σκέψης. Πρόκειται αυτή τη φορά για τον αυτοπροσδιορισμό της θεάς της Σάϊς, την οποία ο Πλούταρχος ταύτισε με την Ίσιδα: «Είμαι αυτό που ήταν, αυτό που είναι και αυτό που θα είναι. Κανένας θνητός δεν ανέσυρε το πέπλο μου». Υπό την επίδραση της μασονικής ερμηνείας αυτού του κειμένου, στα τέλη του 18ου αιώνα, η Ίσις, ως αλληγορική προσωποποίηση της Φύσης, θα ενσαρκώσει στο εξής το σύμβολο του άπειρου και άρρητου καθολικού Είναι. Το πέπλο της Ίσιδας δεν συμβολίζει πλέον τα μυστικά της φύσης, αλλά το μυστήριο της ύπαρξης. Όμως ταυτόχρονα, η Ίσις που εμφανίζεται αποκεκαλυμμένη, και κατά κάποιον τρόπο υποταγμένη στις προμετωπίδες των επιστημονικών συγγραμμάτων του 17ου και του 18ου αιώνα, αντιπροσωπεύοντας μια φύση που αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης, πειραματισμών και επιστημονικής μεθόδευσης, μετατρέπεται πλέον σε αντικείμενο λατρείας, θαυμασμού, και τρόμου επίσης. Η προειδοποίηση της θεάς της Σάις – «κανένας θνητός δεν ανέσυρε το πέπλο μου» – αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Και έτσι η αλληγορική ερμηνεία του πέπλου της Ίσιδας προσφέρει στους ρομαντικούς  ένα λογοτεχνικό μέσο έκφρασης συναισθημάτων, τα
οποία ασφαλώς δεν είναι νεοφανή, αλλά αποκτούν μεγαλύτερη ένταση κυρίως την εποχή του Ρουσσώ, του Γκαίτε και του Σέλινγκ: θαυμασμός και τρόμος ταυτόχρονα απέναντι στην ύπαρξη του κόσμου και του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα επίλυσης επιμέρους αινιγμάτων που να αφορούν στη λειτουργία φυσικών φαινομένων, αλλά συνειδητοποίησης του καθαρά προβληματικού και μυστηριακού στοιχείου στην ανάδυση της καθολικής πραγματικότητας. Η εποχή μας φέρει τα σημάδια της καθιέρωσης αυτής της παράδοσης.
       Ίσως ο αναγνώστης διαβαίνοντας στις σελίδες του βιβλίου μου, να αντιλήφθηκε τα ζητήματα που αιχμαλώτισαν την προσοχή μου και στα οποία επέμεινα κάπως ιδιαίτερα: πρόκειται για μιαν ιδέα και μιαν εμπειρία. Μιαν ιδέα: ότι η φύση είναι τέχνη και η τέχνη φύση, και επομένως η ανθρώπινη τέχνη δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη μορφή τής τέχνης της φύσης· ιδέα που μας βοηθά πιστεύω να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο αυτό που μπορεί να είναι η τέχνη, όσο και αυτό που μπορεί να είναι η φύση. Μιαν εμπειρία: αυτή του Ρουσώ, του Γκαίτε, του Χέλντερλιν, του Βαν Γκογκ και αρκετών άλλων· εμπειρία που συνίσταται στην έντονη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι αποτελούμε μέρος της φύσης, και με αυτήν την έννοια είμαστε εμείς οι ίδιοι αυτή η απέραντη και άρρητη φύση που μας περιλαμβάνει ολοκληρωτικά. Ας θυμηθούμε τον Χέλντερλιν: «Να γίνεται κανείς ένα με όλα τα ζωντανά πράγματα, να επιστρέφει, μέσα από μια πρόθυμη λήθη του εαυτού του, στο Όλον της Φύσης»· ας θυμηθούμε και τον Νίτσε: «Να πορευτεί κανείς πέρα από το εγώ-ο-ίδιος και πέρα από το εσύ-ο-ίδιος. Να δοκιμαστεί με έναν τρόπο συμπαντικό».

                                                   Τ Ε Λ Ο Σ

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ(4)

Συνέχεια από : Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ- MARIE-LOUISE VON FRANZ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ 2ου ΚΑΙ 3ου ΟΡΑΜΑΤΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Το δεύτερο και το τρίτο όραμα περιέχουν μια εξεικόνιση της πιο προσωπικής πλευράς τού προβλήματος για την Περπέτουα σε μια γλώσσα που είναι πιο κοντά στον συνειδητό της κόσμο, αν και τονίζονται τα ίδια μοτίβα όπως και στο προηγούμενο όραμα. Πρόκειται για όνειρα για τον μικρό της αδελφό Δεινοκράτη στον κάτω κόσμο. Η πρωτοχριστιανική Εκκλησία που φρόντιζε να εννοεί κυριολεκτικά τέτοια οράματα, υπέθετε ότι μέσω των προσευχών των αγίων ο άτυχος θα μεταθέτονταν από τον τόπο τής τιμωρίας σε μια καλύτερη κατάσταση. (Και η Περπέτουα φαίνεται πως έχει ερμηνεύσει το όνειρο με αυτή την έννοια, ή τουλάχιστον ως βοήθεια στον Δεινοκράτη, που ως «πρόωρα πεθαμένος» έπρεπε;;; να υποφέρει στον κάτω κόσμο.)
Αν παρατηρήσει όμως κανείς το όραμα στο επίπεδο τού υποκειμένου, δηλ στην πρώτη γραμμή ως ένα εσωτερικό γεγονός(κατά γράμμα), τότε ο Δεινοκράτης πρέπει να ενσαρκώνει(όπως στο προηγούμενο όραμα ο Σατούρους) ένα ψυχικό περιεχόμενο της Περπέτουα, και το μαρτύριο του παρουσιάζεται νά είναι ταυτόσημο με το δικό της, και πρέπει να κατανοηθεί ως μια δική της εσωτερική κατάσταση ανάγκης, από την οποία για να βγει επιθυμούσε «την πηγή τού ζώντος ύδατος» ή το ύδωρ τού βαπτίσματος. Αυτό το πρόωρα πεθαμένο αδελφάκι με όλες τις αναμνήσεις που συνδέονται με αυτό, σήμαινε για την Περπέτουα ένα κομμάτι του δικού της παρελθόντος, κάτι παιδικό , ένα αβάπτιστο, ή και βαπτισμένο, αλλά ακόμα ανώριμο πνεύμα μέσα της, για το οποίο η με το νερό συμβολιζόμενη σωτήριος αλήθεια του Χριστιανισμού είναι κυριολεκτικά «πολύ υψηλή», κάτι που παριστάνεται με το υψηλό χείλος της κολυμβήθρας. Μεταξύ αυτής και του αδελφού της είναι «μια μεγάλη απόσταση», δηλ βρίσκεται με το συνειδητό της μακρυά από εκείνη την παιδική , ακόμα στο παρελθόν προσκολλημένη πνευματική στάση, κάτι που προκύπτει και από την έκφραση της Περπέτουα ότι για πολύ καιρό δεν είχε σκεφτεί τον Δεινοκράτη. Αυτό το παιδικό κομμάτι ειδωλολατρείας μέσα της, ο Δεινοκράτης δηλ υποφέρει από ένα καρκίνο του προσώπου ή μια γάγγραινα, δηλ έχει πιαστεί σε μια μη ανατρέψιμη σήψη. Το όνειρο δείχνει  με αυτό μια επιστροφή (ασθένειας) ή καλύτερα την ανάδυση μιας δυσκολίας στην εσωτερική ανάπτυξη τής Περπέτουα. Ίσως να άφησε να επηρεαστεί από τον πατέρα της που προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει με όλη την αυθεντία που είχε(γι αυτό και η αντίσταση στον Χριστιανισμό παριστάνεται ως ένα παιδί από την οικογένεια). Δείχνεται ότι μέσα της ζει ακόμα ένα παιδικό, ασυνείδητο πνεύμα, εκτεθειμένο στη διαφθορά, για το οποίο η χριστιανική αλήθεια είναι άφταστη, ώστε ματαίως επιθυμεί την σωτήριά της ενέργεια.

Ο Doelger έδειξε στο έργο του για το όραμα με τον Δεινοκράτη, ότι εδώ η αντίληψη για τον κάτω κόσμο αντιστοιχεί στην ειδωλολατρική θεώρηση του Άδη(όχι στο purgatorium), κάτι που υπογραμμίζει ακόμα πιο καθαρά το ειδωλολατρικό στοιχείο της μορφής του Δεινοκράτη. Επίσης θυμίζει την περιγραφή του κάτω κόσμου στο βιβλίο του Ενώχ, κεφ22, όπου η κόλαση είναι χωρισμένη σε δύο τμήματα, ένα σκοτεινό για τους αμαρτωλούς και ένα φωτεινό, όπου βρίσκεται μια πηγή ζώντος ύδατος5. Ακόμα το ότι οι νεκροί στον κάτω κόσμο υποφέρουν από δίψα και λαχταρούν το «ζων ύδωρ», είναι μια γενικευμένη θεώρηση τής αρχαιότητος, και βρίσκεται επίσης στο τρίτο όραμα του Ποιμένα του Ερμά. Το τελευταίο όραμα θυμίζει το όνειρο του Ζώσιμου για την ποινή ή κόλαση εκείνων που θέλουν να γίνουν πνεύματα. Ο Doelger αποδεικνύει επιπλέον, ότι εδώ πρόκειται για την διαδεδομένη πίστη τής αρχαιότητας, σύμφωνα με την οποία αυτοί που πέθαναν πριν την ώρα τους ή με βία, υποφέρουν στον Άδη ιδιαίτερους πόνους, και πρέπει να λυτρωθούν από τις προσευχές των ακόμη ζώντων. Ψυχολογικά ειδομένο  αυτό 
είναι μια παράσταση του γεγονότος, ότι περιεχόμενα του ασυνειδήτου που αποκτήθηκαν και δεν μπορούν να βιωθούν και να πραγματοποιηθούν, γίνονται αρνητικά και κυκλοφορούν «σαν φαντάσματα που ζητούν λυτρωμό», δηλ προκαλούν ψυχικές διαταραχές, όπως φαίνεται να ισχύει για ένα τέτοιο αποκομμένο κομμάτι από την ειδωλολατρική παιδική ηλικία της Περπέτουα.

Το ότι η ειδωλολατρική τοποθέτηση στην Περπέτουα παριστάνεται από ένα παιδί, θα μπορούσε να είναι μια υπόδειξη του ασυνειδήτου, ότι δηλ το ειδωλολατρικό συνειδητό είναι σαν «νηπιώδες» απέναντι στην χριστιανική πνευματική τοποθέτηση. Ο Ρουφίνους έχει οπωσδήποτε εκφράσει αυτή την άποψη(ν35): «εκείνος(ένας άγιος) δίδασκε όλους, ότι έπρεπε να κατευθύνουν το πνεύμα τους από τα ορατά και σωματικά πράγματα προς τα αόρατα και ασώματα. Είναι λοιπόν καιρός, είπε, να μεταβούμε σε μια απασχόληση αυτού του είδους• γιατί δεν πρέπει να μείνουμε για πάντα αγόρια και παιδιά, αλλά πρέπει τώρα εν τέλει να υψωθούμε στα υψηλότερα πνευματικά πράγματα και να γίνουμε ενήλικοι άνδρες».

Σε ένα άλλο όραμα λίγο πριν από τον θάνατό της, εμφανίζεται ο Δεινοκράτης ακόμα μια φορά στην Περπέτουα, μεταμορφωμένος και μέσω του ύδατος της ζωής λυτρωμένος• η αποσυντιθέμενη πληγή έγινε ουλή, και αυτός «πάει να παίξει με τον τρόπο των παιδιών». Έγινε κατά κάποιον τρόπο εικόνα τού «in novam infantiam» αναγεννημένου, και στο βαθμό αυτό σημαίνει η μοίρα του μια πρόγνωση της εξέλιξης τής Περπέτουα12. Ενώ φαίνεται πως βιώνει ότι συμβαίνει στον Δεινοκράτη μόνο βλέποντας, στο επόμενο όραμα η ίδια είναι κλεισμένη στη φυλακή και πρέπει να υποστεί τον αγώνα με το πνεύμα του σκότους, για να λάβει τον κλάδο από το δέντρο της ζωής.

Εδώ μπορεί να αναφερθεί ένα παράλληλο σύγχρονο όνειρο, που με πολύ έντονο τρόπο  προκαλεί την προσοχή, περιέχοντας την ίδια συμβολική, και προήλθε από μια κατάσταση παρόμοια με αυτή της Περπέτουα. Πρόκειται για το όνειρο που βίωσε η 21χρόνη καθολική φοιτήτρια Sophie Scholl, η οποία λόγω αντιναζιστικής προπαγάνδας στο Μόναχο, εκτελέστηκε με τσεκούρι. Την νύχτα πριν τον θάνατο της ονειρεύτηκε στη φυλακή, ότι μια ηλιόλουστη μέρα έπαιρνε ένα παιδί με λευκό φόρεμα στην βάπτιση. Ο δρόμος προς την Εκκλησία οδηγούσε πάνω σε ένα ορεινό, πολύ ανηφορικό δρόμο, αλλά αυτή κρατούσε σφιχτά και ασφαλώς το παιδί στο χέρι. Τότε ξαφνικά δημιουργήθηκε μπροστά της ένα χάσμα στο χιόνι. Είχε ακριβώς τόσο χρόνο ώστε να αφήσει το παιδί στην ασφαλή πλευρά, και τότε έπεσε στο κενό.—Στην πραγματικότητα πέθανε πολύ γενναία και χωρίς σύγχυση, και ερμήνευσε μόνη της το όνειρο, λέγοντας ότι το άσπρο φόρεμα του παιδιού ήταν η ιδέα, για την οποία πεθαίνοντας ετοίμαζε το δρόμο. 

Το ανηφορικό βάδισμα προς την εκκλησία θυμίζει τη σκάλα τού πρώτου οράματος της Περπέτουα, ως τον δύσκολο δρόμο τής εξατομίκευσης. Η μοίρα του Δεινοκράτη αντιστοιχεί σ αυτήν του παιδιού που πρόκειται να βαπτισθεί. Το χάσμα είναι μια εικόνα για το στόμα τού θανάτου, που καταπίνει την θνητή πλευρά, ενώ το θεϊκό παιδί, ο εαυτός που αρχίζει να γίνεται, αντέχει. Η άβυσσος θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι λόγω τής ακόμα νεαρής ηλικίας τής Περπέτουα, η «απόσταση», μεταξύ της ψυχικής τοποθέτησης της συνείδησης του εγώ, που κανονικά σε μια τέτοια ηλικία είναι στραμμένη προς τα έξω, και της τοποθέτησης που βλέπει κατάματα τον θάνατο, είναι μεγάλη και δεν έχει γεφυρωθεί μια σταδιακή διαδικασία εσωτερικής ωρίμασης, και έτσι αναμένεται μια ψυχική μεταβολή. Μου φαίνεται συνταρακτικό, πόσο χωρίς συναίσθημα αλλά με βεβαιότητα, το ασυνείδητο παριστάνει το πραγματικό, ουσιαστικό γεγονός στο εσωτερικό, και μ' αυτό την γνώση, που προσφέρει ένα πραγματικό στήριγμα, που το μεταδίδει συμβολικά στο εγώ που είναι φυλακισμένο στις αφελείς σκέψεις.

Η κατάσταση του μικρού Δεινοκράτη στον Άδη και η λύτρωση του θυμίζουν έντονα τις τότε σύγχρονες αλχημιστικές αντιλήψεις για τους «φυλακισμένους του Άδου» που λαχταρούν το θείο ύδωρ. Έτσι λέγεται στο έργο Κομάριος προς Κλεοπάτρα, ότι οι ευλογημένοι παίρνουν νερό στους «ξαπλωμένους, δεμένους στο σκοτάδι του Άδου στριμωγμένους νεκρούς, και ότι, το φάρμακο της ζωής μπαίνει μέσα τους και τους ξυπνά, ώστε να ξυπνήσουν από τον ύπνο. Και αυτό(το πνεύμα) τους ντύνει με θαυμάσια πνευματική δόξα(θείαν δόξαν πνευματικήν), και όσοι από τη γη έρχονται, κουκουλώνονται στο φως και τη δόξα, αφού πολλαπλασιάστηκαν σύμφωνα με τη φύση και μεταμορφώθηκαν στην όψη και αναστήθηκαν από τον ύπνο και βγήκαν από τον Άδη. Το σώμα της φωτιάς τούς γέννησε(πρβλ. Τον πυρετό, aestus του Δεινοκράτης) και από αυτό ντύθηκαν με δόξα, και αυτό τους έφερε σε μια ενότητα, και η εικόνα συμπληρώθηκε με σώμα, ψυχή και πνεύμα και έγιναν ένα».

Ο Δεινοκράτης πίνει το νερό από μια χρυσή φιάλη, και αυτό είναι ένα κατά παράδοξο τρόπο παρόν αλχημιστικό σύμβολο. Θυμίζει το αγγείο του Ερμού(vas Hermetis), που κατά κάποιο τρόπο ήταν της ίδιας ουσίας με το περιεχόμενό του. Στο ερμητικό έργο ο Κρατήρ, λέγεται ότι ο θεός μετά τη δημιουργία έστειλε στη γη ένα δοχείο, ένα είδος βαπτηστηρίου(πρβλ με την piscina που δεν έφτανε ο Δεινοκράτης) και το γέμισε με νου, ώστε οι άνθρωποι που βαφτίζονται εκεί να λαμβάνουν μέρος στην έννοια. Ο συμβολισμός του κρατήρα στο όραμα του Ζώσιμου συμφωνεί πλήρως με αυτόν εδώ, έτσι ώστε μπορώ να παραπέμψω στις εργασίες του Γιουγκ. Ενα χριστιανικό παράλληλο όραμα με αυτό της Περπέτουα βρίσκεται στο λεγόμενο Passio s.s Mariani et Jacobi. Ο μάρτυρας Μαριάνους βλέπει τον εαυτό του σε ένα παραδείσιο άλσος με κυπαρίσσια και πεύκα. «Στη μέση όμως ήταν η υπερχειλίζουσα λεκάνη μιας καθαρής, διαφανούς πηγής, και εκεί πήρε ο Κυπριανός(ένας ήδη πεθαμένος μάρτυρας) μια φιάλη, που βρισκόταν στο χείλος της πηγής, την γέμισε από την πηγή, ήπιε και την γέμισε εκ νέου και μου την έδωσε, ήπια με χαρά και όταν είπα Deo gratias, ξύπνησα από την ίδια μου την φωνή».

Όσον αφορά το μοτίβο της φιάλης, θυμίζει ο Antonius de Waal τη δυνατότητα, ότι κάτι τέτοιο χρησιμοποιούνταν για τον ραντισμό στο βάπτισμα, για πόσιμο θα ήταν περιττή. Το ότι το ζων ύδωρ αντλείται από ένα μικρό δοχείο και όχι κατευθείαν από το μεγάλο μπορεί να υπονοεί την προσωπική αφομοίωση προσαρμοσμένη στη δυνατότητα κατανόησης της «ζώσης διδασκαλίας».

Το νερό καθ εαυτό, είναι όπως λέει ο Γιουγκ, «ένα κατάλληλο σύμβολο για το ζωντανό της ψυχικής ουσίας», ταυτόχρονα όμως και πνευματικό, και γι αυτό συχνά ως πνευματικό νερό περιέχει την πύρινη φύση. Είναι σύμβολο ενός πνεύματος που υλοποιήθηκε σε μια διδασκαλία. Το ζωοποιούν ρεύμα ενέργειας από το ασυνείδητο μπορεί να θεωρηθεί ως μια ενέργεια τής χριστιανικής διδασκαλίας, και το νερό της δεξαμενής είναι πιθανόν ένα είδος ύδατος βαπτίσματος, ως σύμβολο του Χριστού ή του Αγίου Πνεύματος. Έτσι πχ λέει ο μάρτυρας Ιουστίνος: «ως μια πηγή ζώντος ύδατος από τον Θεό ανέβλυσε ο Χριστός στην χώρα των ειδωλολατρών που είναι γυμνή από τη γνώση του Θεού, και εμφανίστηκε και στον λαό σας και θεράπευσε τούς από τη γέννηση και κατά σάρκα τυφλούς, βωβούς και χωλούς». Ακόμα και νεκρούς ξύπνησε...αυτός...το έκανε αυτό, για να πείσει όσους θέλουν να τον πιστεύουν, ότι και εάν κάποιος έχει ένα σωματικό ελάττωμα,και φυλάει μόνο τις εντολές που έδωσε, θα τον αναστήσει με ακέραιο σώμα». Από αυτή την ζωντανή πνευματική ενέργεια της χριστιανικής διδασκαλίας, ένιωθε η αγία στο πρώτο όνειρο κατά κάποιο τρόπο αποκομμένη, φυλακισμένη στο ασυνείδητο και καταβεβλημένη από τα εξωτερικά γεγονότα. Και όταν της δείχνεται το ακόλουθο όνειρο στην φυλακή, λίγο πριν το θάνατο της, ότι δηλ ο Δεινοκράτης παίζει υγιής στο επέκεινα, τότε από αυτό συμπεραίνεται ότι αυτή μέσω της προσευχής της, δηλ της συνειδητής προσπάθειας για το πρόβλημα που ενσαρκώνει ο Δεινοκράτης, έχει ωριμάσει προς μια στάση, όπου η χριστιανική αλήθεια είναι πια γι αυτήν μια πραγματική εσωτερική πηγή δύναμης, και όπου και η παιδική πλευρά τής ουσίας της συμμετέχει ζώσα. Αυτή η ενέργεια πρέπει να κατανοηθεί ως ασυνείδητη, γιατί έρχεται από το «επέκεινα»(που παριστάνεται ως παράδεισος ή κάτω κόσμος).

Αν συγκρίνει κανείς αυτό το όραμα με το προηγούμενο, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια συσχέτιση βασισμένη στα εξωτερικά μοτίβα, αλλά όμως υπάρχει ένας αξιοπρόσεκτος παραλληλισμός της εσωτερικής δομής. Και αυτό είναι ένας λόγος να υποτεθεί ότι πρόκειται για μια πραγματική και όχι επινοημένη σειρά ονείρων. Και στα δυο οράματα εμφανίζεται ένα εμπόδιο: στο πρώτο ο δράκος ως ενστικτώδης αντίδραση, στο δεύτερο ο Δεινοκράτης ως οικογενειακό παρελθόν και παιδικότητα. Και τις δυο φορές πρόκειται για αναζήτηση του ανώτερου: το ανέβασμα στη σκάλα προς ένα εξωκόσμιο χώρο, και ο Δεινοκράτης που προσπαθεί να απλωθεί προς την δεξαμενή που βρίσκεται πολύ ψηλά. Και τελικά βρίσκεται και στα δύο μια απόκτηση και επικοινωνία με ένα σύμβολο ζώντος πνεύματος, με το γάλα ως ουράνια τροφή και με το πόσιμο από την πηγή του «ζώντος ύδατος». Τέλος, και στα δυο οράματα υπονοείται μια αναγέννηση, από τη μια στη λήψη του γάλακτος ως τροφής του ξαναγεννημένου και την αναπαράσταση του γεγονότος στη μορφή του μικρού Δεινοκράτη που «πάει να παίξει με τον τρόπο των παιδιών». 

Αν και στο δεύτερο όραμα η αντιμετώπιση έχει μετατοπιστεί μέσω ενός προσωπικού περιεχομένου(Δεινοκράτης) πλησιέστερα στη συνείδηση της Περπέτουας, βλέπει όμως την εσωτερική πάλη προβεβλημένη στη μορφή του μικρού ειδωλολάτρη αδελφού της, από τον οποίο, στο όνειρο, «την χωρίζει μεγάλη απόσταση», δηλ βρίσκεται στο συνειδητό μακρυά από την πραγματοποίησή του. Στο ακόλουθο όραμα όμως είναι εξ ολοκλήρου προσωπικά και ενεργά παρούσα στη σύγκρουση.(Και στο πρώτο όραμα εμφανίστηκε προσωπικά, αλλά εκεί παρίστανε το όνειρο μόνο, σε ποιο δρόμο βρισκόταν, και δεν παίζεται κανένα πραγματικό δράμα[ελλ].)


(Συνεχίζεται)

Είναι καί η ευτυχέστερη πριγραφή τής αντικατάστασης τής Πίστης μέ τήν Συνείδηση δηλ. μέ τήν υποκειμενική οικειοποίηση.

Αμέθυστος

Σ. Τσιτσιπάς: Με Ιούλιο Καίσαρα πανηγυρίζει τη νέα νίκη – Δείτε την ανάρτηση στο Twitter

Αριστοτέλης, Όμηρος, Σωκράτης και τώρα Ιούλιος Καίσαρας! Ο Στέφανος Τσιτσιπάς… συνόδευσε την πρόκριση του στους “4” του Australian Open με ένα ακόμα αρχαίο γνωμικό.
Κάθε “εισιτήριο” και ένα αρχαίο γνωμικό! Ο Στέφανος Τσιτσιπάς χρησιμοποίησε μια ιστορική φράση, για να δώσει το… στίγμα του μετά την πρόκριση του στα ημιτελικά του Australian Open.
Η φράση αυτή ανήκει στον Ρωμαίο αυτοκράτορα, Ιούλιο Καίσαρα και σημαίνει (“Από τη φύση του ο άνθρωπος, αυτό που θέλει, αυτό νομίζει”);;;;


Φύσει γαρ άνθρωπος, ό βούλεται, τούτο και οίεται.
pentapostagma

Φύσει ο άνθρωπος είναι αυτό πού βούλεται. ΟΙΟΜΑΙ-ΕΙΜΑΙ.
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΦΥΤΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει λεφτα. Στέλνει τον κόσμο στα ΑΤΜ την ώρα που θα ψηφίζεται η συμφωνία των Πρεσπών.

9eed7b3d-8008-4f6f-a343-7b41f515e1b1Ποιος εγκέφαλος το σκέφτηκε αυτό; Πραγματικά δεν έχουν τον Θεό τους. Συμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει δωθεί ως τωρα Τετάρτη και Πέμπτη θα διεξαχθεί η συζήτηση στη Βουλή με σκοπό το βράδυ της Πέμπτης να πραγματοποιηθεί η ψηφοφορία.
Ελα όμως που το βράδυ της Πέμπτης ο κόσμος θα είναι στα ΑΤΜ
καθως στην κυβέρνηση αποφάσισαν ξαφνικά να πληρωθούν οι συντάξεις νωρίτερα.
Συγκεκριμένα:
Η Διοίκηση του ΕΦΚΑ ανακοινώνει ότι οι συντάξεις του μηνός Φεβρουαρίου 2019 θα καταβληθούν νωρίτερα στους συνταξιούχους, κατά παρέκκλιση της πάγιας απόφασης για τις καθορισμένες ημερομηνίες πληρωμών (Φ.ΕΦΚΑ/51852/1841/7-12-2016 ΦΕΚ 4026 Β΄), προκειμένου να μην υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση σε σχέση με τις συντάξεις του μηνός Ιανουαρίου 2019 που προπληρώθηκαν στις 19 και 21 Δεκεμβρίου 2018.
Συγκεκριμένα:
  • Την Παρασκευή 25/1/2019 θα καταβληθούν (αντί της 30ής Ιανουαρίου) οι συντάξεις του μηνός Φεβρουαρίου στους συνταξιούχους του ΕΦΚΑ που προέρχονται από το πρώην ΙΚΑ, το Δημόσιο και λοιπούς φορείς και
  • Τη Δευτέρα 28/1/2019 θα καταβληθούν (αντί της 1ης Φεβρουαρίου) οι συντάξεις του μηνός Φεβρουαρίου στους συνταξιούχους μη μισθωτούς του ΕΦΚΑ που προέρχονται από τον πρώην ΟΑΕΕ και τον ΟΓΑ.
Αρα όσοι είναι να πληρωθούν την Παρασκευή (οι περισσότεροι) μπορούν από την Πέμπτη το απόγευμα να πάρουν τα λεφτά τους από τα ΑΤΜ.
Το ίδιο ισχύει και για τους δημόσιους υπαλλήλους που είναι να πάρουν τον μισθό τους στις 27 όπου λόγω του ότι πέφτει Κυριακή θα πληρωθούν την Παρασκευή άρα τα χρήματα τους θα είναι διαθεσιμα από το απόγευμα της Πέμπτης στα ΑΤΜ.
Έτσι σχεδόν όλοι θα δουν την ψηφοφορία της βουλης με γεμάτες τσέπες και γεμάτο στομάχι. Μπράβο σε όποιον το σχεδίασε να γίνει η ψηφοφορία την Πέμπτη το βράδυ και η πληρωμή των συντάξεων ταυτόχρονα. 
kalinda
olympia

ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΙΣ ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΣΤΟΕΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ.

“Ποιος “βάφτισε” τα Σκόπια “Μακεδονία”;

Η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα κράτος της Ευρώπης στο δυτικό μέρος των Βαλκανίων κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 20ου αιώνα. Σχηματίστηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1918 με το όνομα Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μετά τη συγχώνευση του προσωρινού Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων (που αυτοανακυρήχθηκε μετά την διάλυση της πρώην Αυστροουγγαρίας) με το ανεξάρτητο Βασίλειο της Σερβίας. Η σερβική βασιλική οικογένεια της Καραγεώργεβιτς έγινε η δυναστεία του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.
Το Βασίλειο κέρδισε τη διεθνή του αναγνώριση στις 13 Ιουλίου του 1922 στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών στο Παρίσι. Η χώρα ονομάστηκε έτσι από τους Νότιους Σλαβικούς λαούς που σχημάτισαν την πρώτη τους ένωση, μετά από αιώνες στους οποίους τα εδάφη τους ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας.
Μετονομάστηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας στις 3 Οκτωβρίου 1929 και στις 6 Απριλίου 1941 οι δυνάμεις του Άξονα εισέβαλαν στην Γιουγκοσλαβία και τη διαμέλισαν. Το 1943 ανακηρύχθηκε η Δημοκρατική Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία από τους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους. Το 1944, ο βασιλιάς τους αναγνώρισε ως νόμιμη κυβέρνηση, αλλά το Νοέμβριο του 1945 η μοναρχία καταργήθηκε. Η Γιουγκοσλαβία μετονομάστηκε σε Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας το 1946, όταν και σχηματίστηκε η κομμουνιστική κυβέρνηση.
Στις 2 Μαρτίου του 1945, στην ελεύθερη Γιουγκοσλαβία εγκαταστάθηκε τριμελής αντιβασιλεία. Ως ηγέτης του Εθνικού Μετώπου ο Τίτο ανέλαβε πρωθυπουργός (7 Μαρτίου του 1945). Τον Αύγουστο, διακήρυξε πως η βασιλεία είναι ασυμβίβαστη με την εθνική κυριαρχία. Στις εκλογές (11 Νοεμβρίου του 1945), το Εθνικό Μέτωπο πήρε 6.725.000 ψήφους έναντι 707.000 της αντιπολίτευσης. Η κάλπη έδινε στον Τίτο παντοκρατορία. Η εθνοσυνέλευση (29 Νοεμβρίου του 1945) κήρυξε τον βασιλιά έκπτωτο και ανάγγειλε τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.
Ομόσπονδα κράτη ανακηρύσσονταν τα Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο και Μακεδονίαένα κομμάτι γης που αφαιρέθηκε από τη Νότια Σερβία.
Με λυμένα τα «τεχνικά ζητήματα», οι Γιουγκοσλάβοι ρίχτηκαν στην οικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους. Παράλληλα, ξανάβγαλε στην επιφάνεια ένα παλιό σχέδιο για ομοσπονδία με τη Βουλγαρία, την Αλβανία και (αντί για τη Ρουμανία που αρχικά προβλεπόταν) την Ελλάδα, «μόλις νικούσαν οι αντάρτες». Ο ηγέτης της Βουλγαρίας, Δημητρώφ, το συζητούσε. Ο Στάλιν κάλεσε και τους δυο στη Μόσχα (Ιανουάριος του 1948). Ο Δημητρώφ πήγε. Ο Τίτο έστειλε τον Μίλαν Τζίλας. Το τι ειπώθηκε ανάμεσα στους τρεις, μας είναι γνωστό από το βιβλίο του Τζίλας «Συνομιλίες με τον Στάλιν».
Σύμφωνα με τα όσα ο Τζίλας γράφει, ο Στάλιν τους έβαλε τις φωνές απορρίπτοντας τα σχέδιά τους για ομοσπονδία και τους κατηγόρησε ότι θέλουν να υποκαταστήσουν τη Σοβιετική Ένωση.
Ο Τίτο δε φαινόταν να έχει ιδιαίτερες δυσκολίες με τις εθνότητες και με την εθνική καθαρότητα. Τέσσερα χρόνια πριν από την επίσημη αναγνώριση της ύπαρξης «μακεδονικού έθνους» με κρατική οντότητα, είχε αναγνωρίσει και την ύπαρξη «μουσουλμανικής εθνότητας» στη Βοσνία. Μόνο που τότε κανένας δεν είχε πρόβλημα. Ήταν στα 1941, όταν η Βοσνία δόθηκε στην «ανεξάρτητη» Κροατία ως αντιπαροχή για την αφαίρεση της Δαλματίας, που πήραν οι Ιταλοί. Οι επικεφαλής των μουσουλμάνων έσπευσαν να συνεργαστούν με τους Ουστάσι της Κροατίας, αλλά πολύ σύντομα ο Τίτο και οι παρτιζάνοι του εγκαταστάθηκαν στη Βοσνία και δημιούργησαν ελεύθερες ζώνες. Ο Τίτο ζήτησε τη βοήθεια των μουσουλμάνων κατοίκων της περιοχής και τους υποσχέθηκε αναγνώριση ως χωριστή εθνότητα. Έτσι, στη χώρα βρέθηκαν Σέρβοι, Κροάτες και ξεχωριστά οι μουσουλμάνοι. Στα ενδιάμεσα, ο Τίτο δε δίστασε να ανοίξει τα σύνορα του Κοσσυφοπεδίου προς την Αλβανία και να δεχτεί την εγκατάσταση χιλιάδων Αλβανών, που έφτασαν να αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων.

Ως τότε, το Κοσσυφοπέδιο παρέμενε αδιαφιλονίκητα σερβικό έδαφος.
Με όλα τούτα, όμως, στο παλιό βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων είχαν προκύψει ακόμα τρεις εθνότητες: Οι «Αλβανόφωνοι», οι «μουσουλμάνοι» και οι «Μακεδόνες», χωρίς να λογαριάζονται οι Σέρβοι του Μαυροβουνίου. Ο ανταγωνιστής σύντροφος Στάλιν τα είχε καταφέρει με τις εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης, πριν να γίνει αρχηγός του κράτους. Ο Τίτο πίστευε πως κι αυτός μπορούσε. Το τι πραγματικά πέτυχαν και οι δυο φάνηκε ανάγλυφο μετά το 1989, αλλά κανένας τους δε ζούσε να το δει. Όμως, για τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ένας νέος μπελάς, αθέατος για την ώρα, ξεπρόβαλλε στον ορίζοντα: Η πανίσχυρη πια Δυτική Γερμανία ξαναθυμόταν την έξοδό της στη Μεσόγειο μέσα από ένα τελικό πλήγμα στους αλαζόνες της μισητής Σερβίας: Από το 1971, η προσπάθειά της ήταν να ενισχύσει τις εθνικές αντιθέσεις στους κόλπους της ομοσπονδίας.
Οι Γερμανοί δεν περιορίζονταν πια στη χρηματοδότηση των εμιγκρέ Ουστάσι αλλά πλησίαζαν και τους «εθνικοκομμουνιστές» της Κροατίας και τους Αλβανόφωνους στο Κοσσυφοπέδιο. Βοήθησε κι ο ίδιος ο Τίτο με το νέο σύνταγμα που απέκτησε η ομοσπονδία (21 Φεβρουαρίου του 1974): Το Κοσσυφοπέδιο ανακηρύχθηκε ισότιμη αυτόνομη περιοχή, όπως και η Βοϊβοντίνα, κι ουσιαστικά έγινε νέο κράτος μέσα στο κράτος της Σερβίας.
Ο Τίτο πέθανε στις 4 Μαΐου του 1980. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ξεκίνησε περίπου δέκα χρόνια αργότερα. Μετά τη διάλυση, οι δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου σχημάτισαν ένα μικρότερο κράτος την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ), η οποία φιλοδοξούσε να έχει την ιδιότητα του μοναδικού νόμιμου διαδόχου της ΣΟΔΓ, αλλά οι ισχυρισμοί αυτοί βρήκαν αντίθετες τις άλλες δημοκρατίες. Τελικά, η Σερβία και το Μαυροβούνιο αποδέχθηκαν την γνώμη της επιτροπής Μπατιντέρ για την από κοινού διαδοχή. Η ΟΔΓ μετονομάσθηκε σε Ένωση Κρατών Σερβίας και Μαυροβουνίου το 2003. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο χωρίστηκαν το 2006 και έγιναν ανεξάρτητα κράτη, ενώ το Κοσσυφοπέδιο διακήρυξε την ανεξαρτησία του το 2008.
Η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, για συντομία ΠΓΔΜ σύμφωνα με τη συνταγματική της ονομασία Δημοκρατία της Μακεδονίας, είναι χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στα κεντρικά Βαλκάνια. Καταλαμβάνει συνολική έκταση 25.333 τετραγωνικών χιλιομέτρων (ξηρά: 24.856 τ.χλμ., ύδατα: 477 τ.χλμ.). Χώρα περίκλειστη, συνορεύει με το Κόσοβο στα βορειοδυτικά, τη Σερβία στα βόρεια, τη Βουλγαρία στα ανατολικά, την Ελλάδα στα νότια και την Αλβανία στα δυτικά. Αποτελεί περίπου το βορειοδυτικό τρίτο της μεγαλύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, που περιλαμβάνει επίσης τα γειτονικά τμήματα της βόρειας Ελλάδας και μικρότερα τμήματα της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας και της νοτιοανατολικής Αλβανίας. Η γεωγραφία της χώρας καθορίζεται πρωτίστως από βουνά, κοιλάδες και ποτάμια. Στην πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη Σκόπια ζει περίπου το ένα τέταρτο των 2,06 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η πλειοψηφία των κατοίκων είναι Σλαβομακεδόνες, ένας νότιος Σλαβικός λαός.
 Οι Αλβανοί αποτελούν μια σημαντική μειονότητα, περίπου 25% του πληθυσμού της χώρας, ακολουθούμενοι από τους Τούρκους, Σέρβους, Ρομά και άλλες μικρότερες μειονότητες.
Η ιστορία της χώρας ανάγεται στην αρχαιότητα, αρχίζοντας με το βασίλειο της Παιονίας, κράτος Θρακικό. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. η περιοχή ενσωματώθηκε στην Περσική Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και στη συνέχεια καταλήφθηκε από το Ελληνικό βασίλειο της Μακεδονίας τον 4ο αιώνα π.Χ.
Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την περιοχή τον 2ο αιώνα π.Χ. και την ενέταξαν στην πολύ μεγαλύτερη επαρχία της Μακεδονίας, που παρέμεινε τμήμα της Βυζαντινής (Ανατολικής Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας και δέχθηκε συχνές επιδρομές και εποικισμούς Σλαβικών λαών, που άρχισαν τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Μετά από αιώνες αντιπαράθεσης μεταξύ Βυζαντινής και Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας πέρασε σταδιακά στην Οθωμανική κυριαρχία από τον 14ο αιώνα. Η ιδέα της ύπαρξης χωριστού σλαβομακεδονικού έθνους γεννήθηκε αρχικά σε έναν μικρό κύκλο διανοουμένων Σλάβων της Μακεδονίας στο μεταίχμιο 19ου και 20ου αιώνα.
Με τους Βαλκανικούς πολέμους, η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας διανεμήθηκε μεταξύ Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδας, αλλά ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός υποστηρίχθηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής κατά το Μεσοπόλεμο και η διάδοσή του ευνοήθηκε από τα προβλήματα που δημιούργησε η γιουγκοσλαβική διοίκηση.
 Οι ρίζες του ζητήματος του ονόματος ανάγονται στην επ΄αύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Τίτο διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που καλείτο μέχρι τότε Vardar Banovina (δηλαδή τη σημερινή Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας), χορηγώντας της καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας της τότε νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και μετονομάζοντάς την αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και, στη συνέχεια, σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Παράλληλα, άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού «μακεδονικού έθνους».
Κατά το Β΄ Παγκόσμιο, στην κατεχόμενη Μακεδονία του Βαρδάρη αναπτύχθηκε ένα αντιφασιστικό αντάρτικο, που μετά τον πόλεμο οδήγησε στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως ομόσπονδης δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Το 1991, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η πρώην γιουγκοσλαβική δημοκρατία έγινε ανεξάρτητο κράτος με τη συνταγματική ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
 Η περιοχή, που σήμερα παρουσιάζεται ως κρατίδιο με την ονομασία Π.Γ.Δ.Μ ή κοινώς Δημοκρατία των Σκοπίων, καθ΄ όλη τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή όχι μόνον δεν ελογίζετο ως Μακεδονία αλλ΄ ούτε ως τμήμα αυτής της, αλλ΄ ως εντελώς ιδιαίτερη χώρα που έφερε την ονομασία, «ΔΑΡΔΑΝΙΑ».
Με αυτή την ονομασία ήταν γνωστή ήδη από τα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου, προχριστιανικά Ρωμαϊκά χρόνια μέχρι το μεσαίωνα.
Εάν λοιπόν οι γείτονες ορέγονται και επιθυμούν να αποκτήσουν κάποιο ιστορικό όνομα, που να εκφράζει το παρελθόν τους, την ιστορία και τον χαρακτήρα τους, δεν έχουν παρά να αποδεχθούν αυτό που είχαν επί χίλια και πλέον χρόνια, πριν χάσουν την αυτοσυνειδησία και την ιστορική τους μνήμη και ταυτότητα.
Ούτε απάτορες, ούτε αμήτορες, ούτε αγενεαλόγητοι, ούτε «αβάπτιστοι», υπήρξαν και είναι (και πατέρες και μητέρες είχαν τους Δαρδάνιους ή Δάρδανες, και όνομα είχαν).
Αλλά το να θέλουν να απαλείψουν ή να λησμονήσουν το παρελθόν, την ονομασία και την ιστορία τους και να μη θέλουν να βγάλουν στην επιφάνεια την πραγματική πατρογονική τους ονομασία,  αλλ΄ αντίθετα να ωρέγονται να ιδιοποιηθούν αλλότρια ονόματα, ιστορία, παρελθόν, ταυτότητα και συνείδηση, αποδεικνύει ότι όχι μόνον διακατέχονται από αισθήματα μειονεκτικότητας, αλλά και επεκτατικές βλέψεις και μελλοντικές διεκδικήσεις σε βάρος της Μακεδονίας και κατ΄ επέκταση σε βάρος της Ελλάδας, ώστε να έχουν πρόσβαση στο Αιγαίο.
Το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν είναι απλώς μια διαφορά περί ιστορικών γεγονότων ή συμβόλων. Πρόκειται για τη συμπεριφορά ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία αντιστρατεύεται τις θεμελιώδεις αρχές της διεθνούς έννομης τάξης, και πιο συγκεκριμένα τον σεβασμό της καλής γειτονίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του ονόματος είναι ένα πρόβλημα με περιφερειακή και διεθνή διάσταση, το οποίο συνίσταται στην προώθηση αλυτρωτικών και εδαφικών βλέψεων εκ μέρους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας.
Όπως σας ανέπτυξα, πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να συναινέσουμε σε ονομασία της ΠΓΔΜ που να περιέχει το όνομα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.
Είμαι σίγουρος ότι γελάει από τον τάφο του ο Τίτο, με τους ελληνικούς χειρισμούς και αναπαύεται ήσυχος για το δημιούργημά του.
*Ο Π. Σταμάτης είναι συγγραφέας και αξιωματικός ΠΝ.
https://www.militaire.gr/

ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΜΟΦΑΝΗΣ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ. ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ. ΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ, ΟΠΩΣ ΟΝΟΜΑΣΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ, ΤΗΝ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΤΟΥ ΥΠΕΔΑΦΟΥΣ, ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ, ΤΗΣ ΑΦΥΛΑΚΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΕΝΔΟΞΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ. ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΜΑΣ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΥΠΟΔΥΟΜΕΝΟΙ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ, ΟΙ ΝΑΖΙ ΥΠΟΔΥΟΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΜΕΡΚΕΛΙΑΝΟΙ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΚΑΤ'ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ.
Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ ΦΘΟΝΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ.
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ, ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΨΕΥΔΟΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ.

Αμέθυστος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...