Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gallaher - Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gallaher - Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER (11)

   Συνέχεια από: Τρίτη 6 Μαίου 2025

του αιδεσιμώτατου Δρ. Μπράντον Γκάλαχερ

V. Συμπέρασμα. Πέρα από το παράδειγμα - Επανεξετάζοντας τη νεοπατερική σύνθεση; (συνέχεια)

Ο Φλωρόφσκυ φαίνεται ότι συμφωνεί με μία τέτοια διαλεκτική προσέγγιση στο τέλος του έργου του, Σταθμοί της Ρωσικής Θεολογίας217. Γράφει ότι η Ορθόδοξη θεολογία, επιστρέφοντας στους Πατέρες, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει την παρούσα εποχή, δεν αποδρά άπο τήν ιστορία, ούτε και φυγομαχεί από το πεδίο της μάχης. Η Ορθόδοξη ανατολική θεολογία, ισχυρίζεται, οφείλει όχι μόνο να διατηρήσει την πατερική εμπειρία, αλλά επίσης να την ανακαλύψει και να την ζωογονήσει, στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις. [ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ]Σε αυτή τη διαδικασία ανεύρεσης της ταυτότητάς της, την κίνηση της άπεξάρτησης από τη μη Ορθόδοξη Δύση, δεν θα πρέπει να αποξενωθεί από την τελευταία. Και τούτο διότι κάθε διάσταση απο τη Δύση δεν απελευθερώνει πραγματικά την Ορθοδοξία. Οφείλει να περάσει από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της, χωρίς να σαστίζει μπροστά τους, αλλά εξετάζοντάς τες δημιουργικά και μεταμορφώνοντάς τες, να δίνει μαρτυρία για μία καινή πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα καινό όραμα για μία Ορθόδοξη Ανατολή που εκπληρώνει το μέλλον δημιουργικά• ένα έγχείρημα που οφείλει να επιτύχει. Μόνο με τον τρόπο αυτό, με την εύσπλαχνική συμ-πάθεια της Ανατολής προς τη Δύση, ανακαλύπτοντας το αντίθετο μέσα της θα μπορεί «να υπάρξει ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την επανένωση του διεσπασμένου χριστιανικού κόσμου». Τα δυτικά σφάλματα δεν είναι δυνατον να αναιρεθούν απλώς ή να άπορριφθούν από την Ορθόδοξη Ανατολή, αλλά αυτή οφείλει να τα «ξεπεράσει με μία καινή, δημιουργική πράξη», τοποθετώντας τον εαυτό της μέσα στη δυτική τραγωδία και μεταμορφώνοντάς την εκ των ένδον218. Ωστόσο, μία τέτοια πράξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν οι Ορθόδοξοι μπορέσουν να διακρίνουν ότι είναι συνδεδεμένοι στενά με τη Δύση, και οχι απλά ότι είναι δυτικά πρόσωπα αποξενωμένα από τις ανατολικές εκκλησιαστικές ρίζες τους, μέσα σε μία κοινωνία που είναι ριζικά εκδυτικισμένη. Πρέπει να αναγνωρίσουν ότι, ως προς τις ρίζες τους, είναι Δυτικοί, χωρίς, ωστόσο να απεμπολούν με οποιοδήποτε τρόπο την ανατολική ιδιαιτερότητά τους, την ελεύθερη θεμελίωσή τους στο πνεύμα και τη λατρεία των Ανατολικών Πατέρων. Ενας νέος τέτοιος δρόμος στην ορθόδοξη θεολογία φαίνεται ότι βρίσκεται εν τη γενέσει του. Ιδιαίτερα σημαντική είναι εδώ η εκ νέου ανάγνωση της θεολογικής ιστορίας μας ως μία πολύ περισσότερο περίπλοκη και αντιφατική αφήγηση και όχι απλώς ως θριαμβολογία της νέο-πατερικής θεολογίας, ο Παλαμισμός καί ο αποφατισμός μακριά από το σκοτάδι της δυτικής αιχμαλωσίας. Στην γραμμή αύτή, κάποιος θα μπορούσε να άνακαλέσει ένα μέρος της νέας ορθόδοξης κριτικής αξιολόγησης της σημαντικής κληρονομιάς του Bulgakov και της σοφιολογίας, όπου υποστηρίζεται ότι o Bulgakov προτείνει ενα δικό του είδος «νέο-πατερικής σύνθεσης»,[ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ] όπως επίσης και το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιστορικο-γενετική καταγωγή της νεοπατερικής σύνθεσης219. Ίσως τότε η μέρα εγγίζει, όπου θα μπορέσουμε να οραματιστούμε, όπως πρόσφατα πρότεινε ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος σε μία ομιλία του στο Ορθόδοξο θεολογικό σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου, εναν δημιουργικό συνδυασμό των «σχολών» (έναν όρο τον οποίο επικρίνει ως μη άκριβή, εάν χρησιμοποιηθεί με εναν αρτηριοσκληρωτικό τρόπο, με την έννοια ότι οι στοχαστές έχουν περισσότερα κοινά παρά διαφορές) της «νεοπατερικής σύνθεσης» και αυτό που αποκαλείται ποικιλοτρόπως ως «ρωσική θρησκευτική φιλοσοφία», «Ρωσική σχολή» και «ρωσική θρησκευτική αναγέννηση». Μία τέτοια σύνθεση θα αποτελούσε επανεξέταση της νέο-πατερικής σύνθεσης που ύπερβαίνει την διχοτόμηση των δύο «σχολών» και προχωρά πέραν των δύο θεολογικών ρευμάτων σε ενα φρέσκο όραμα της ορθόδοξης θεολογίας για τον 21ο αιώνα, που θα συνδυάζει στοιχεία κι από τις δύο σχολές χωρίς να περιορίζεται σε κάποια από τις δύο220. Θα ήταν, συμπληρώνοντας τις απόψεις του Μητροπολίτη, ένα όραμα που θα είναι ταυτόχρονα πλήρως πατερικό, λαμβάνοντας υπόψη τους Πατέρες Ανατολής και Δύσης και επομένως οχι στενά ελληνιστικό, και θα ενσωματώνει συνειδητά και κριτικά την μαρτυρία αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων, όπως οι Solov’ev, Florensky, Berdyaev καί Bulgakov και μη ορθοδόξων στοχαστών άπο τον Barth, τον Balthasar καί τον Heidegger, τον Whitehead καί τον Buber μέχρι τους Pannenberg, Marion, Derrida, Habermas καί Eisenstadt, και θά εμπλέκεται σε διάλογο με την σύγχρονη και μετανεωτερική σκέψη, έτσι ώστε να μπορεί να μιλά αυθεντικά επί παντός επιστητού, για θέματα πολιτισμού, πολιτικής και βιοηθικής, μέχρι τις χρήσεις και καταχρήσεις του καπιταλισμού και της σύγχρονης επιστήμης.

Αυτό λοιπον που χρειάζεται η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία, δεν είναι ο «πολιτικός ησυχασμός»221, που ακολουθώντας μία μορφή του παραδείγματος που ανιχνεύσαμε στον Φλωρόφσκυ, δαιμονοποιεί τη Δύση με νέους και πιο εξωτικούς τρόπους. Αντίθετα, η αναγκαία «στροφή» στην Ορθόδοξη σκέψη μπορεί να ονομαστεί, σε σχέση προς την χαλκηδόνια ερμηνευτική αρχή, ως «πολιτική περιχώρηση». Μία τέτοια πολιτική περιχώρηση θα υποστήριζε ότι η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να διαμορφωθεί κατάλληλα μόνο μέσα από την ευσυνείδητη και προληπτική θεολογική ενασχόληση με τον Άλλο, πάνω στη βάση της παράδοσης. Θα αποτελούσε επανεξέταση της νεοπατερικής μεθοδολογίας, που θα εδραζόταν στην ενασχόληση με το corpus της ανατολικής Πατρολογίας και τη Λειτουργία, αφού μία Ορθόδοξη θεολογία που θα πορευόταν «πέρα από τους Πατέρες» θα ήταν αντιφατική. Επομένως, αυτό για το οποίο κάνουμε λόγο δεν αφορά σε μία «μεταρρύθμιση» της σύγχρονης ορθόδοξης ακαδημαϊκής θεολογίας, αλλά σε μία ανανέωση και επανεξέταση αυτής της θεολογίας μέσω μιας συγκαιρινής στον 21ο αιώνα έπιστροφής στους Πατέρες. Στην Ορθοδοξία η βασική θεολογική μας στάση οφείλει να είναι πάντοτε ότι βρισκόμαστε στην αρχή της κατανόησης των Πατέρων, πάντοτε στην αρχή, δηλαδή στην αφετηρία κατά τη θεώρησή τους, ανανεώνοντας το πνεύμα μέσα στον δικό τους κόσμο (τη ζωή, το φρόνημα, την θεωρία και την εμπειρία της Εκκλησίας), στο βαθμό που συλλογίζονται τον Λόγο της ζωής που αποκαλύπτεται στις Γραφές. Επί του παρόντος, το νέο αυτό νέο-πατερικο παράδειγμα, η επανεξέταση τόσο της νέο-πατερικής σύνθεσης όσο και της κληρονομιάς του Φλωρόφσκυ, θα καλούσε την Ορθόδοξη θεολογία να ξεπεράσει τη στείρα διπολικότητα Ανατολής και Δύσης, την οποία συναντά κανείς σε μεγάλο μέρος της θεολογίας στον απόηχο του Φλωρόφσκυ. Η Δύση, πλέον, δεν αποτελεί κάτι εξωτικά Αλλότριο, έναν βάρβαρο, τον οποίο πάντα προσμένουμε ως μία βολική λύση στην έλλειψη τόλμης εκ μέρους μας ως προς την πνευματική μας επιβεβαίωση. Μία τέτοια θεολογία, με βεβαιότητα είναι μετα-φλωρόφσκια θεολογία, επειδή ακριβώς απορρίπτει αυτο το αρνητικό παράδειγμα που συναντάται στον Φλωρόφσκυ και σε συγγραφείς μετά απ’ αυτόν, αλλά μεταφέρει το κεντρικό δραμα της θεολογίας του για την νέα παγκόσμια δυτική πραγματικότητα, στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία. Επομένως, όπως κι ο Φλωρόφσκυ αρχικά αντιμετωπίζει τους Πατέρες ως πηγή για τη σκέψη της, πηγή από την οποία αντλεί και προς την οποία κατευθύνει το δράμα της, χωρίς, ωστόσο, να εγκλωβίζεται σε δουλική παπαγαλία όρων, σε ρουτίνα πράξεων, από την οποία δεν μπορεί να παρεκκλίνει χωρίς να πέφτει στην αίρεση και στην απαγόρευση ενασχόλησης ή και οικειοποίησης ετερόδοξων σκέψεων. Πρόκειται για μία ελευθερία εν εξαρτήσει, μία νέα πατερική σκέψη προορισμένη για μία Ορθοδοξία που δεν είναι πλέον δέσμια στα Βυζαντινά μνημεία του δικού της μεγαλείου, σαν ένα ζώο που αργοπεθαίνει. Πάνω από όλα, μία τέτοια νέα θεολογία θα έβλεπε τη Δύση όχι μόνο ως αδερφή και φίλη, αλλά ως την ίδια της τη ζωή. Η Δύση θα γινόταν πλέον αντιληπτή εκ νέου ως η βάση για την αυτο-εξερεύνηση και αυτο-ανακάλυψη της Ορθοδοξίας ως Ανατολής, μέσω της οποίας φτάνει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε και γνωρίζει τον εαυτό της για πρώτη φορά.

                               ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις

217. Βλ. Kalaitzidis, “From the Return to the Fathers” to the Need for a Modern Orthodox Theology, SVTQ, Vol. 54 no. 1 (2010), σσ. 5-36 εδώ 10-11 καί Marcus Plested, “The Emergence of the Neo-Patristic Synthesis: Content, Challenges, Limits” υπό έκδοση στα Πρακτικά του Συνεδρίου, Neo-Patristic Synthesis [κλπ.]. (See above n. 151).

218. P, σσ. 513-514, 519-520 [όπ.π, II, σσ. 301-303, 308].

219. Έχουμε κατά νου τα συνέδρια ορθόδοξης θεολογίας που έγιναν τα τελευταία χρόνια στον Βόλο και την Νέα Υόρκη (2010). Βλ. ειδικά LOUTH, “Sergii Bulgakov and the Task of Theology”, Irish Theological Quarterly, 74.3 (August 2009), σσ. 243-257 (βλ. Επίσης τις πρόσφατες παρατηρήσεις του Louth για τον Bulgakov στο “French Ressourcement Theology and Orthodoxy: A Living Mutual Relationship?”, Ressourcement: A Movement for Renewal in Twentieth-Century Catholic Theology, eds. Gabriel Flynn, Paul D. Murray with assistance from Patricia Kelly (Oxford: OUP, 2012), σσ. 495-507 εδώ 499), BAKER, “Neo-Patristic Synthesis” ThM. Thesis, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology (Brookline, MA), 2010, The Eternal Spirit of the Son: Barth, Florovsky and Torrance on the Filioque, International Journal of Systematic Theology Vol. 12 no. 4 (October, 2010), σσ. 382-403, το αφιέρωμα του περιοδικού Θεολογία για τον Φλωρόφσκυ (τόμος 81 τχ. 4 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010), ειδικά τα άρθρα των BAKER, “Theology Reasons in History: Neo-Patristic Synthesis and the Renewal of Theological Rationality”, σσ. 81-118 καί ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΣΠΡΟΥΛΗ «Επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν... Ο διάλογος μεταξύ Φλωρόφσκυ και Bulgakov σε σχέση με τον τρόπο ανάγνωσης τής Παράδοσης. Εισαγωγικές παρατηρήσεις», σσ. 225-246, JOHN ANTHONY MCGUCKIN, “Frs. Georges Florovsky and Sergey Bulgakov: A Conflict of Typologies Concerning the Dialogue of Orthodoxy and Contemporary Society?”, The Annual Georges M. Florovsky Lecture, Orthodox Theological Society of America (OTSA) 2011, Annual Meeting, The Maliotis Cultural Centre, Holy Cross Orthodox School of Theology/Hellenic College, Brookline, MA, 15-17 Σεπτεμβρίου 2011 καί GAVRILYUK, “The Varieties of Neopatristic Synthesis in the Twentieth Century Russian Theology: Georges Florovsky, Vladimir Lossky, Alexander Schmemann, and&Sergius Bulgakov”, άνακοίνωση στην OTSA 2011 Annual Meeting (βλ. OTSA 2011 Annual Meeting”, στην διαδικτυακή τοποθεσία <http://otsamerica.org/sites/otsamerica.org/-files/pages-docs/2011/0TSA-2011-Program.pdf> (ημέρα τελευταίας πρόσβασης: 19 Ιανουαρίου 2012), Georges Florovsky and the Russian Religious Renaissance of the Twentieth Century (Oxford, 2013) καί ARISTOTLE PAPANIKOLAOU, “Eastern Orthodox Theology”, The Routledge Companion to Modern Christian Thought, eds. Chad Meister and James Beilby (υπό έκδοση στον εκδ. οίκο Routledge, 2013).

220. Met. KALLISTOS (WARE) of Diokleia, “The Present and Future of Orthodox Theology”, Ανακοίνωση επί τη αναγορεύσει του από το St Vladimir’s Orthodox Theological Seminary ως επίτιμου Διδάκτορα, στο North American 2011 Conference of the Fellowship of St Alban and St Sergius, Crestwood, NY, 8-10 Σεπτεμβρίου 2011. Στην διαδικτυακή τοποθεσία <http://ancientfaith.com/specials/2011_alban_and_sergius> and <http://www.-svots.edu/headlines/metropolitan-kallistos-receives-honorary-doctorate-seminarians-receive-st-basil-award> (ημέρα τελευταίας πρόσβασης: 19 Ιανουαρίου 2012).

221. Βλ. DANIEL P. PAYNE, The Revival of Political Hesychasm in Contemporary Orthodox Thought: The Political Hesychasm of John Romanides and Christos Yannaras (Lanham, MD: Lexington Books, 2011).

ΠΑΤΡΙΣΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ. 

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ. Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΔΙΑΛΑΛΟΥΣΕ Ο ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ.

Σάββατο 10 Μαΐου 2025

Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER (11)

  Συνέχεια από: Τρίτη 6 Μαίου 2025

του αιδεσιμώτατου Δρ. Μπράντον Γκάλαχερ

V. Συμπέρασμα. Πέρα από το παράδειγμα - Επανεξετάζοντας τη νεοπατερική σύνθεση; (συνέχεια)

Ο Φλωρόφσκυ φαίνεται ότι συμφωνεί με μία τέτοια διαλεκτική προσέγγιση στο τέλος του έργου του, Σταθμοί της Ρωσικής Θεολογίας217. Γράφει ότι η Ορθόδοξη θεολογία, επιστρέφοντας στους Πατέρες, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει την παρούσα εποχή, δεν αποδρά άπο τήν ιστορία, ούτε και φυγομαχεί από το πεδίο της μάχης. Η Ορθόδοξη ανατολική θεολογία, ισχυρίζεται, οφείλει όχι μόνο να διατηρήσει την πατερική εμπειρία, αλλά επίσης να την ανακαλύψει και να την ζωογονήσει, στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις. [ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ]Σε αυτή τη διαδικασία ανεύρεσης της ταυτότητάς της, την κίνηση της άπεξάρτησης από τη μη Ορθόδοξη Δύση, δεν θα πρέπει να αποξενωθεί από την τελευταία. Και τούτο διότι κάθε διάσταση απο τη Δύση δεν απελευθερώνει πραγματικά την Ορθοδοξία. Οφείλει να περάσει από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της, χωρίς να σαστίζει μπροστά τους, αλλά εξετάζοντάς τες δημιουργικά και μεταμορφώνοντάς τες, να δίνει μαρτυρία για μία καινή πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα καινό όραμα για μία Ορθόδοξη Ανατολή που εκπληρώνει το μέλλον δημιουργικά• ένα έγχείρημα που οφείλει να επιτύχει. Μόνο με τον τρόπο αυτό, με την εύσπλαχνική συμ-πάθεια της Ανατολής προς τη Δύση, ανακαλύπτοντας το αντίθετο μέσα της θα μπορεί «να υπάρξει ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την επανένωση του διεσπασμένου χριστιανικού κόσμου». Τα δυτικά σφάλματα δεν είναι δυνατον να αναιρεθούν απλώς ή να άπορριφθούν από την Ορθόδοξη Ανατολή, αλλά αυτή οφείλει να τα «ξεπεράσει με μία καινή, δημιουργική πράξη», τοποθετώντας τον εαυτό της μέσα στη δυτική τραγωδία και μεταμορφώνοντάς την εκ των ένδον218. Ωστόσο, μία τέτοια πράξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν οι Ορθόδοξοι μπορέσουν να διακρίνουν ότι είναι συνδεδεμένοι στενά με τη Δύση, και οχι απλά ότι είναι δυτικά πρόσωπα αποξενωμένα από τις ανατολικές εκκλησιαστικές ρίζες τους, μέσα σε μία κοινωνία που είναι ριζικά εκδυτικισμένη. Πρέπει να αναγνωρίσουν ότι, ως προς τις ρίζες τους, είναι Δυτικοί, χωρίς, ωστόσο να απεμπολούν με οποιοδήποτε τρόπο την ανατολική ιδιαιτερότητά τους, την ελεύθερη θεμελίωσή τους στο πνεύμα και τη λατρεία των Ανατολικών Πατέρων. Ενας νέος τέτοιος δρόμος στην ορθόδοξη θεολογία φαίνεται ότι βρίσκεται εν τη γενέσει του. Ιδιαίτερα σημαντική είναι εδώ η εκ νέου ανάγνωση της θεολογικής ιστορίας μας ως μία πολύ περισσότερο περίπλοκη και αντιφατική αφήγηση και όχι απλώς ως θριαμβολογία της νέο-πατερικής θεολογίας, ο Παλαμισμός καί ο αποφατισμός μακριά από το σκοτάδι της δυτικής αιχμαλωσίας. Στην γραμμή αύτή, κάποιος θα μπορούσε να άνακαλέσει ένα μέρος της νέας ορθόδοξης κριτικής αξιολόγησης της σημαντικής κληρονομιάς του Bulgakov και της σοφιολογίας, όπου υποστηρίζεται ότι o Bulgakov προτείνει ενα δικό του είδος «νέο-πατερικής σύνθεσης»,[ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ] όπως επίσης και το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιστορικο-γενετική καταγωγή της νεοπατερικής σύνθεσης219. Ίσως τότε η μέρα εγγίζει, όπου θα μπορέσουμε να οραματιστούμε, όπως πρόσφατα πρότεινε ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος σε μία ομιλία του στο Ορθόδοξο θεολογικό σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου, εναν δημιουργικό συνδυασμό των «σχολών» (έναν όρο τον οποίο επικρίνει ως μη άκριβή, εάν χρησιμοποιηθεί με εναν αρτηριοσκληρωτικό τρόπο, με την έννοια ότι οι στοχαστές έχουν περισσότερα κοινά παρά διαφορές) της «νεοπατερικής σύνθεσης» και αυτό που αποκαλείται ποικιλοτρόπως ως «ρωσική θρησκευτική φιλοσοφία», «Ρωσική σχολή» και «ρωσική θρησκευτική αναγέννηση». Μία τέτοια σύνθεση θα αποτελούσε επανεξέταση της νέο-πατερικής σύνθεσης που ύπερβαίνει την διχοτόμηση των δύο «σχολών» και προχωρά πέραν των δύο θεολογικών ρευμάτων σε ενα φρέσκο όραμα της ορθόδοξης θεολογίας για τον 21ο αιώνα, που θα συνδυάζει στοιχεία κι από τις δύο σχολές χωρίς να περιορίζεται σε κάποια από τις δύο220. Θα ήταν, συμπληρώνοντας τις απόψεις του Μητροπολίτη, ένα όραμα που θα είναι ταυτόχρονα πλήρως πατερικό, λαμβάνοντας υπόψη τους Πατέρες Ανατολής και Δύσης και επομένως οχι στενά ελληνιστικό, και θα ενσωματώνει συνειδητά και κριτικά την μαρτυρία αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων, όπως οι Solov’ev, Florensky, Berdyaev καί Bulgakov και μη ορθοδόξων στοχαστών άπο τον Barth, τον Balthasar καί τον Heidegger, τον Whitehead καί τον Buber μέχρι τους Pannenberg, Marion, Derrida, Habermas καί Eisenstadt, και θά εμπλέκεται σε διάλογο με την σύγχρονη και μετανεωτερική σκέψη, έτσι ώστε να μπορεί να μιλά αυθεντικά επί παντός επιστητού, για θέματα πολιτισμού, πολιτικής και βιοηθικής, μέχρι τις χρήσεις και καταχρήσεις του καπιταλισμού και της σύγχρονης επιστήμης.

Αυτό λοιπον που χρειάζεται η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία, δεν είναι ο «πολιτικός ησυχασμός»221, που ακολουθώντας μία μορφή του παραδείγματος που ανιχνεύσαμε στον Φλωρόφσκυ, δαιμονοποιεί τη Δύση με νέους και πιο εξωτικούς τρόπους. Αντίθετα, η αναγκαία «στροφή» στην Ορθόδοξη σκέψη μπορεί να ονομαστεί, σε σχέση προς την χαλκηδόνια ερμηνευτική αρχή, ως «πολιτική περιχώρηση». Μία τέτοια πολιτική περιχώρηση θα υποστήριζε ότι η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να διαμορφωθεί κατάλληλα μόνο μέσα από την ευσυνείδητη και προληπτική θεολογική ενασχόληση με τον Άλλο, πάνω στη βάση της παράδοσης. Θα αποτελούσε επανεξέταση της νεοπατερικής μεθοδολογίας, που θα εδραζόταν στην ενασχόληση με το corpus της ανατολικής Πατρολογίας και τη Λειτουργία, αφού μία Ορθόδοξη θεολογία που θα πορευόταν «πέρα από τους Πατέρες» θα ήταν αντιφατική. Επομένως, αυτό για το οποίο κάνουμε λόγο δεν αφορά σε μία «μεταρρύθμιση» της σύγχρονης ορθόδοξης ακαδημαϊκής θεολογίας, αλλά σε μία ανανέωση και επανεξέταση αυτής της θεολογίας μέσω μιας συγκαιρινής στον 21ο αιώνα έπιστροφής στους Πατέρες. Στην Ορθοδοξία η βασική θεολογική μας στάση οφείλει να είναι πάντοτε ότι βρισκόμαστε στην αρχή της κατανόησης των Πατέρων, πάντοτε στην αρχή, δηλαδή στην αφετηρία κατά τη θεώρησή τους, ανανεώνοντας το πνεύμα μέσα στον δικό τους κόσμο (τη ζωή, το φρόνημα, την θεωρία και την εμπειρία της Εκκλησίας), στο βαθμό που συλλογίζονται τον Λόγο της ζωής που αποκαλύπτεται στις Γραφές. Επί του παρόντος, το νέο αυτό νέο-πατερικο παράδειγμα, η επανεξέταση τόσο της νέο-πατερικής σύνθεσης όσο και της κληρονομιάς του Φλωρόφσκυ, θα καλούσε την Ορθόδοξη θεολογία να ξεπεράσει τη στείρα διπολικότητα Ανατολής και Δύσης, την οποία συναντά κανείς σε μεγάλο μέρος της θεολογίας στον απόηχο του Φλωρόφσκυ. Η Δύση, πλέον, δεν αποτελεί κάτι εξωτικά Αλλότριο, έναν βάρβαρο, τον οποίο πάντα προσμένουμε ως μία βολική λύση στην έλλειψη τόλμης εκ μέρους μας ως προς την πνευματική μας επιβεβαίωση. Μία τέτοια θεολογία, με βεβαιότητα είναι μετα-φλωρόφσκια θεολογία, επειδή ακριβώς απορρίπτει αυτο το αρνητικό παράδειγμα που συναντάται στον Φλωρόφσκυ και σε συγγραφείς μετά απ’ αυτόν, αλλά μεταφέρει το κεντρικό δραμα της θεολογίας του για την νέα παγκόσμια δυτική πραγματικότητα, στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία. Επομένως, όπως κι ο Φλωρόφσκυ αρχικά αντιμετωπίζει τους Πατέρες ως πηγή για τη σκέψη της, πηγή από την οποία αντλεί και προς την οποία κατευθύνει το δράμα της, χωρίς, ωστόσο, να εγκλωβίζεται σε δουλική παπαγαλία όρων, σε ρουτίνα πράξεων, από την οποία δεν μπορεί να παρεκκλίνει χωρίς να πέφτει στην αίρεση και στην απαγόρευση ενασχόλησης ή και οικειοποίησης ετερόδοξων σκέψεων. Πρόκειται για μία ελευθερία εν εξαρτήσει, μία νέα πατερική σκέψη προορισμένη για μία Ορθοδοξία που δεν είναι πλέον δέσμια στα Βυζαντινά μνημεία του δικού της μεγαλείου, σαν ένα ζώο που αργοπεθαίνει. Πάνω από όλα, μία τέτοια νέα θεολογία θα έβλεπε τη Δύση όχι μόνο ως αδερφή και φίλη, αλλά ως την ίδια της τη ζωή. Η Δύση θα γινόταν πλέον αντιληπτή εκ νέου ως η βάση για την αυτο-εξερεύνηση και αυτο-ανακάλυψη της Ορθοδοξίας ως Ανατολής, μέσω της οποίας φτάνει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε και γνωρίζει τον εαυτό της για πρώτη φορά.

                               ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις

217. Βλ. Kalaitzidis, “From the Return to the Fathers” to the Need for a Modern Orthodox Theology, SVTQ, Vol. 54 no. 1 (2010), σσ. 5-36 εδώ 10-11 καί Marcus Plested, “The Emergence of the Neo-Patristic Synthesis: Content, Challenges, Limits” υπό έκδοση στα Πρακτικά του Συνεδρίου, Neo-Patristic Synthesis [κλπ.]. (See above n. 151).

218. P, σσ. 513-514, 519-520 [όπ.π, II, σσ. 301-303, 308].

219. Έχουμε κατά νου τα συνέδρια ορθόδοξης θεολογίας που έγιναν τα τελευταία χρόνια στον Βόλο και την Νέα Υόρκη (2010). Βλ. ειδικά LOUTH, “Sergii Bulgakov and the Task of Theology”, Irish Theological Quarterly, 74.3 (August 2009), σσ. 243-257 (βλ. Επίσης τις πρόσφατες παρατηρήσεις του Louth για τον Bulgakov στο “French Ressourcement Theology and Orthodoxy: A Living Mutual Relationship?”, Ressourcement: A Movement for Renewal in Twentieth-Century Catholic Theology, eds. Gabriel Flynn, Paul D. Murray with assistance from Patricia Kelly (Oxford: OUP, 2012), σσ. 495-507 εδώ 499), BAKER, “Neo-Patristic Synthesis” ThM. Thesis, Holy Cross Greek Orthodox School of Theology (Brookline, MA), 2010, The Eternal Spirit of the Son: Barth, Florovsky and Torrance on the Filioque, International Journal of Systematic Theology Vol. 12 no. 4 (October, 2010), σσ. 382-403, το αφιέρωμα του περιοδικού Θεολογία για τον Φλωρόφσκυ (τόμος 81 τχ. 4 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010), ειδικά τα άρθρα των BAKER, “Theology Reasons in History: Neo-Patristic Synthesis and the Renewal of Theological Rationality”, σσ. 81-118 καί ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΣΠΡΟΥΛΗ «Επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν... Ο διάλογος μεταξύ Φλωρόφσκυ και Bulgakov σε σχέση με τον τρόπο ανάγνωσης τής Παράδοσης. Εισαγωγικές παρατηρήσεις», σσ. 225-246, JOHN ANTHONY MCGUCKIN, “Frs. Georges Florovsky and Sergey Bulgakov: A Conflict of Typologies Concerning the Dialogue of Orthodoxy and Contemporary Society?”, The Annual Georges M. Florovsky Lecture, Orthodox Theological Society of America (OTSA) 2011, Annual Meeting, The Maliotis Cultural Centre, Holy Cross Orthodox School of Theology/Hellenic College, Brookline, MA, 15-17 Σεπτεμβρίου 2011 καί GAVRILYUK, “The Varieties of Neopatristic Synthesis in the Twentieth Century Russian Theology: Georges Florovsky, Vladimir Lossky, Alexander Schmemann, and&Sergius Bulgakov”, άνακοίνωση στην OTSA 2011 Annual Meeting (βλ. OTSA 2011 Annual Meeting”, στην διαδικτυακή τοποθεσία <http://otsamerica.org/sites/otsamerica.org/-files/pages-docs/2011/0TSA-2011-Program.pdf> (ημέρα τελευταίας πρόσβασης: 19 Ιανουαρίου 2012), Georges Florovsky and the Russian Religious Renaissance of the Twentieth Century (Oxford, 2013) καί ARISTOTLE PAPANIKOLAOU, “Eastern Orthodox Theology”, The Routledge Companion to Modern Christian Thought, eds. Chad Meister and James Beilby (υπό έκδοση στον εκδ. οίκο Routledge, 2013).

220. Met. KALLISTOS (WARE) of Diokleia, “The Present and Future of Orthodox Theology”, Ανακοίνωση επί τη αναγορεύσει του από το St Vladimir’s Orthodox Theological Seminary ως επίτιμου Διδάκτορα, στο North American 2011 Conference of the Fellowship of St Alban and St Sergius, Crestwood, NY, 8-10 Σεπτεμβρίου 2011. Στην διαδικτυακή τοποθεσία <http://ancientfaith.com/specials/2011_alban_and_sergius> and <http://www.-svots.edu/headlines/metropolitan-kallistos-receives-honorary-doctorate-seminarians-receive-st-basil-award> (ημέρα τελευταίας πρόσβασης: 19 Ιανουαρίου 2012).

221. Βλ. DANIEL P. PAYNE, The Revival of Political Hesychasm in Contemporary Orthodox Thought: The Political Hesychasm of John Romanides and Christos Yannaras (Lanham, MD: Lexington Books, 2011).

ΠΑΤΡΙΣΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ. 

ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ "ΣΚΕΨΗΣ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΚΑΤ' ΕΠΕΚΤΑΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΔΕΟΝΤΑ ΣΕΒΑΣΜΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΔΙΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΟΜΩΣ ΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 

ΠΩΣ ΕΛΕΓΕ Ο ΣΑΛΙΕΡΙ ΣΤΟΝ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ. ΣΤΟ ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΩΝ. ΧΑΡΕΙΤΕ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΕΣ ΜΟΥ, ΤΟ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ, ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΝΤΡΟΠΙΑΖΕ. ΕΤΣΙ ΜΙΛΗΣΕ Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ

ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗ, ΚΑΛΛΙΣΤΕ, ΣΟΛΟΒΙΕΦ ΧΑΡΕΙΤΕ!!!  ΤΟΥΣ ΞΕΦΟΡΤΩΘΗΚΑΜΕ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΟΣ  ΓΛΥΚΟΧΑΡΑΖΕΙ. ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ  ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΠΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝ. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ. ΚΟΙΜΗΘΕΙΤΕ ΗΣΥΧΑ.

 "Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς ΠατέρεςΈτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο."

216. Βλ. Reinhard Flogaus, «Palamas and Barlaam revisited», SVTQ, Vol. 42 no. 1 (1998), σσ. 1-32 καί “Inspiration - Exploitation - Distortion. The Use of St. Augustine in the Hesychast Controversy”, Orthodox Readings of Augustine, eds. George Demacopoulos and Aristotle Papanikolaou (Crestwood, NY: St. Vladimir’s Seminary Press, 2008), σσ. 63-80.

ΑΣ ΓΙΟΡΤΑΣΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ  ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΑΒΑ (Σαβά), ΣΑΝ ΝΕΑΣ ΩΡΑΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ, ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ, ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΝΙΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.
 Ο ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ ΠΕΡΙ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΣΤΗΝ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ. 
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ. ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΡΕΓΚΕ!!!

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER (10)

  Συνέχεια από:Παρασκευή 2 Μαίου  2025

του αιδεσιμώτατου Δρ. Μπράντον Γκάλαχερ

V. Συμπέρασμα. Πέρα από το παράδειγμα - Επανεξετάζοντας τη νεοπατερική σύνθεση;

Ο υπότιτλος τής παρούσας εργασίας είναι παρμένος από τό ποίημα «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» (1904)204 του Έλληνα ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933). Στο ποίημα αυτό, ο αφηγητής αναφέρεται στην πρωτεύουσα ενός ελληνιστικού πολιτισμού όπου ο πληθυσμός της έχει συναθροιστεί στην αγορά. Ενώ αναμένει τους βάρβαρους κατακτητές, περιμένοντας έτσι την καταδίκη του, το πλήθος ταλανίζεται έντονα ανάμεσα στην αδράνεια και την επίδειξη εξαίρετης χλιδής με σκοπό να θαμπώσει με το μεγαλείο των θησαυρών του το σμήνος των λαφυραγωγών. Ωστόσο, η νύχτα πέφτει αλλά ο Godot ακόμη δεν έχει έρθει, ενώ καταφτάνουν αγγελιοφόροι από το μέτωπο λέγοντας πως «βάρβαροι πιά δεν υπάρχουν». Αντί για ανακούφιση, τα νέα προκαλούν αναστάτωση καί σύγχυση για το «τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μία κάποια λύσις»205. Κατά παρόμοιο τρόπο, η Ορθόδοξη θεολογία μετά τον Φλωρόφσκυ έχει οδηγηθεί σε ένα τέλμα, καθώς χρειάζεται κάποιον στη θέση του βάρβαρου, προκειμένου να μπορεί να διαβεβαιώνει την ανατολική Ορθόδοξη ταυτότητά της. Έχει ανάγκη, δηλαδή, από κάτι που να μπορεί να προσδιορίζεται ως προσωποποίηση κάθε αρνητικού. Ωστόσο, με την επιβεβαίωση της διαφορετικότητάς της μέσα από την καταδίκη των δυτικών βαρβάρων, καθιστώντας τους ένα είδος Αντί-Θεού η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει κατορθώσει να βρει κάποια λύση στη σύγχυσή της, αλλά, στην πραγματικότητα, εξαρτάται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τη Δύση. Η πολεμική της δεν τής επιτρέπει να διακρίνει ότι, πράγματι, αντλεί την ταυτότητά της από τον Άλλο. Με παρόμοιο τρόπο, ο Φλωρόφσκυ απορρίπτει τη μετά το Μέγα Σχίσμα δυτική θεολογία, επειδή αυτή έχει απολέσει την καθολική συνείδησή της ως χριστιανικός Ελληνισμός. Ωστόσο, τόσο η διάρθρωση καθαυτή αυτής της συνείδησης όσο η δομή και το περιεχόμενό της, προέρχονται από πηγές που ο ίδιος επικρίνει, (κυρίως από τον Ιδεαλισμό). Έτσι, είναι ειρωνικό το γεγονός ότι στη συνέχεια διεκδικεί τις παραπάνω πηγές ως μοναδικά «πατερικές» ή «ανατολικές Ορθόδοξες». Στη συνάφεια αυτή η «επιστροφή στις ρίζες»(ressourcement) αποτελεί κατά κυριολεξία την «μεταφύτευση» μίας ιδέας, αφού μία ιδέα ξεριζώνεται ασυνείδητα (ίσως καί σιωπηρά) από την πραγματική, «στρεβλή» (δυτική) πηγή της καί ανακαλύπτεται γι’ αυτή μία νέα απαρχή σε μία αποδεκτή, «κανονική» (δηλαδή ανατολική/πατερική), πηγή. Ωστόσο, η πολεμική αυτή μαζί με τη «μεταφύτευση» έχουν αναχθεί σε απαραίτητα στάδια οικοδόμησης της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Πρόκειται για ένα απαραίτητο πέπλο που αποκρύπτει από το υποκείμενο την πραγματική του εξάρτηση από τον Άλλο, επιτρέποντας, έτσι, την αναγκαία αυταπάτη ότι η ταυτότητά του είναι αυτάρκης, ότι, δηλαδή, αντλεί, κατά κάποιο τρόπο, την προσωπική ύπαρξή του αποκλειστικά από τον εαυτό του.

Παρά τίς επίμονες προσπάθειές του προς το αντίθετο, ο Φλωρόφσκυ ήταν, κατά την περιγραφή του Francois Rouleau για τον Kireevsky, ένας «αντί-ιδεαλιστής μορφωμένος από τον ιδεαλισμό»206. Οι επικριτές της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας οφείλουν να υπερβούν το κοινό στερεότυπο ότι, ενώ ο Bulgakov ήταν έρμαιο του ιδεαλισμού και ποικίλων στρεβλών δυτικών πηγών, η θεολογία τού Φλωρόφσκυ, αντίθετα, υπήρξε ένα αμιγώς πατερικό προϊόν. Ο Φλωρόφσκυ, όπως είχε παρατηρήσει ο Rowan Williams για τον Lossky παλαιότερα, «συνεχίζει να διαβάζει τους Πατέρες με ρωσικά μάτια»207. Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Όπως παρατηρήσαμε εν συντομία, η θεολογία του Φλωρόφσκυ αποτελεί εξίσου ένα προϊόν τού γερμανικού ιδεαλισμού, που είχε διαποτίσει τη ρωσική σκέψη, όπως συμβαίνει άλλωστε, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, με το μεγαλύτερο μέρος τής σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας.

To παραπάνω γεγονός δεν προκαλεί έκπληξη, εάν λάβουμε υπόψη μας κυρίως την προηγούμενη μόρφωση τού Φλωρόφσκυ, που έδινε έμφαση στον Ρομαντισμό καί στην μετα-καντιανή φιλοσοφία, αν δεν υπήρχε η πατερικη περιβολη του Φλωρόφκσυ καί η επίθεσή του εναντίον τής Ρομαντικής καί ιδεαλιστικής κληρονομιάς στη θεολογία των συγχρόνων του. Ούτε αυτό θα έπρεπε να είναι απαραίτητα αρνητικό, στο βαθμό πού το μεγαλύτερο μέρος τής ρωμαιοκαθολικής (ressourcement) θεολογίας ως επιστροφής στις ρίζες καί μέσω αυτής η Β' Βατικανή Σύνοδος αντλούν από τις ίδιες πηγές. Αυτό πού είναι κρίσιμο για τη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία -και στο σημείο αυτό δεν υπάρχει διαφοροποίηση από τίς υπόλοιπες θεολογικές παραδόσεις- είναι να αναγνωρίσει ότι η θεολογική ανάγνωση των Πατέρων γίνεται πάντα μέσα στον ερμηνευτικό ορίζοντα τής κάθε εποχής. Το σημερινό κοσμοείδωλο κυριαρχείται από το Δυτικό πολιτισμό, έτσι ώστε οι διάφορες ξένες πηγές από τον Ιδεαλισμό, στη συνέχεια τον Υπαρξισμό καί τελικά μέχρι την έποχή μας με τη μόδα τής ερμηνευτικής, τον μετά-φιλελευθερισμό καί μετά-δομισμό, λειτουργεί αναπόφευκτα ως πρίσμα με βάση το οποίο ο θεολόγος ερμηνεύει τους Πατέρες και επαναπροσδιορίζει δημιουργικά το μυστήριο της προ-νεωτερικής πίστης για τις ανάγκες της μετα-νεωτερικής έποχής μας. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να έχουμε ενδοιασμούς, εάν ως ορθόδοξοι θεολόγοι, θέλοντας να παραμένουμε πιστοί στις ρίζες τής εκκλησιαστικής παράδοσης, δεν αποκρύπτουμε διαρκώς την σχετική εξάρτησή μας από τη δυτική σκέψη καί κουλτούρα για την διατύπωση της αποστολικής παρακαταθήκης. Αυτό πού είναι ζωτικής σημασίας δεν είναι η αποσιώπηση ή άρνηση τής ξένης επιρροής, διότι μία τέτοια άρνηση απλά αυξάνει τη δυναμική της, καθώς την καθιστά ασύνειδη.

Σήμερα, το μέλλον τής Ορθόδοξης θεολογίας συζητιέται ευρύτερα από θεολόγους στον απόηχο της θεολογίας του Φλωρόφσκυ, ενώ φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη καί συζήτηση για μία «μετα-πατερικη θεολογία» καί την ανάγκη για μία «μεταρρύθμιση» στην Ορθοδοξία. Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι το αίσιο τέλος στην παρούσα συζήτηση εξαρτάται σέ μεγάλο βαθμό από μία ειλικρινή αναγνώριση ότι η κοινή χριστιανική ταυτότητα Ανατολής καί Δύσης έχει τις ρίζες της στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη καί ότι μία αποτελεσματική ορθόδοξη απάντηση στις διάφορες εκδοχές της νεωτερικότητας208, δεν μπορούν να ερμηνευθούν από μία θεολογική σύνθεση που συνεχίζει να είναι ένας ρομαντικός Βυζαντινισμός καί μία αντι-δυτική πολεμική, εφόσον, όπως έχουμε παρατηρήσει, κάτι τέτοιο αποκρύπτει αναπόφευκτα ανομολόγητη εξάρτηση από τη Δύση. Επομένως, η επανεξέταση τής νεοπατερικής σύνθεσης είναι αναμφίβολα απαραίτητη. Στην τωρινή της κατάσταση, η νεοπατερική σύνθεση αποτελεί αδιέξοδη στενωπό, χωρίς διέξοδο διαφυγής από μία θεολογία τής επανάληψης ή ακόμη χειρότερα από μία Ορθόδοξη θεολογία εκφυλισμένη σε πατερική αρχαιολογία. Η νεοπατερική θεολογία έχει καταντήσει μία θεολογία τής επανάληψης, επειδή δεν επέστρεψε με ταπείνωση στις προ και μετά τη Μεταρρύθμιση δυτικές πηγές, οι οποίες την βοήθησαν να μορφοποιήσει το εννοιολογικό τοπίο της. Με απλά λόγια είτε μας αρέσει είτε όχι η δυτικοευρωπαϊκή σκέψη έχει γίνει η κληρονομιά της Ορθοδοξίας209.

Επειδή ένα σημαντικό τμήμα τής σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας ασχολείται με την εκκλησιαστική της «ταυτότητα», η παρούσα μελέτη, ερευνώντας έναν από τούς βασικότερους σύγχρονους Ορθόδοξους στοχαστές, προτείνει ότι η προσέγγισή της στο ζήτημα αυτό είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη, καθώς θεμελιώνεται στην πολεμική. Εναπόκειται, λοιπόν, σε μας να σκιαγραφήσουμε εδώ μία πιθανή νέα προσέγγιση. Αναζητούμε, επομένως, ένα νέο δρόμο, πέρα από το παράδειγμα που παρουσιάσαμε ήδη, προκειμένου να επανεξετάσουμε τη νεοπατερική σύνθεση, ένα μέλλον για τη θεολογία μας πού προχωρεί πέραν τής θεολογίας τής επανάληψης καί τού αδιεξόδου. Ένας νέος τέτοιος δρόμος για την ορθόδοξη θεολογία πρός τα μπρός μπορεί να γίνει πραγματικότητα με μία κριτική συνάντηση με το οικουμενικό πλαίσιο τής χριστιανικής θεολογίας εν όψει της στρατευμένης εκκοσμίκευσης. Δεν μπορούμε να παραμένουμε απομονωμένοι σέ έναν κόσμο εχθρικό πρός το ευαγγέλιο αλλά θα πρέπει να πλησιάσουμε τίς μη ορθόδοξες θεολογίες κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης μίας αξιόπιστης καί έλλογης υποστήριξης τής Ορθοδοξίας ως τής μοναδικής αληθινής Εκκλησίας, πρός εκείνους πού μάς καλούν να λάβουμε υπόψη την ελπίδα που υπάρχει μέσα μας στο μετα-εκκοσμικευμένο πλαίσιό μας (Α' Πέτρου 3, 15). Επομένως, εάν η Ορθόδοξη θεολογία πρόκειται να επιβιώσει ή ακόμη καί να ανθίσει στη σύγχρονη Δύση, θα πρέπει να καταστεί πραγματικά οικουμενική και πρέπει συνειδητά, ελεύθερα και με αληθινή πνευματική διάκριση, απάθεια καί νήψη, να αντλήσει από πηγές που βρίσκονται έκτος των κανονικών ορίων τής Εκκλησίας, που ωστόσο παραμένουν μέσα στα πνευματικά όρια τής παράδοσης τής Εκκλησίας. Με την τόλμη τής πνευματικής ασφάλειας, καλούμαστε να βρούμε νέους τρόπους για να μιλήσουμε για τον Θεό και τα μυστήρια της σωτηρίας μέσα στην καρδιά της Εκκλησίας, προκειμένου να καταστεί εφικτό να εκκλησιοποιηθούν, καθαρθούν και να ασκηθούν μέσω της προσευχής και της κοινωνίας. Επομένως, η ορθόδοξη θεολογία πρέπει με τρόπο κριτικό, θυσιαστικό, καί κενωτικό να εγκολπωθεί, όχι μόνο την υπόλοιπη Χριστιανοσύνη, αλλά ολάκερη την οικουμένη και, πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να ακολουθήσει αυτό που ο Bulgakov αποκαλούσε τον «ευρύ δρόμο μίας οικουμενικής Ορθοδοξίας, απελευθερωμένης από τον επαρχιωτισμό»210.

Εάν θα πρέπει να έχουμε ένα σημείο εκκίνησης, αυτό θα πρέπει να είναι, όπως επιμένει μαζί με τον Φλωρόφσκυ το σύνολο της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας211, το αποκεκαλυμμένο μυστήριο τής θεανθρώπινης κοινωνίας στον εσταυρωμένο καί αναστάντα, σύμφωνα με τίς Γραφές, Χριστό. Ακριβώς, σέ αυτό το σημείο μπορούμε να διακρίνουμε μία ερμηνευτική αρχή για μία νέα μορφή νεοπατερικής σύνθεσης. Εν Χριστώ βλέπουμε την τέλεια σύνθεση των αντιθέτων με την έννοια ότι οι δύο πόλοι τής ανθρωπότητας καί τής θεότητας, ενυπάρχουν τέλεια ο ένας μέσα στο άλλο σέ μία ένωση, όπου οι φύσεις είναι ασύγχυτες καί άτρεπτες, αλλά παραμένουν αδιαίρετες καί αχώριστες212. Σ’ αυτή την ένωση, οι δύο πόλοι, ανθρωπότητα και θεότητα, αλληλοπεριχωρούνται σε μία τέλεια ένταση, όπου ο ένας υπονοεί τον άλλο, εξαρτάται από τον άλλο και υπάρχει μέσω τού άλλου. Αυτή η ένωση στην ένταση πραγματοποιείται ανάμεσα στην αυτοκυρίαρχη ακεραιότητα του Ενός πού κενώνεται αδιάλειπτα σέ μία πράξη εξαρτημένης ελευθερίας, καί στην αδιάλειπτη αποδοχή αυτού τού Άλλου σέ μία ελεύθερη εξάρτηση, που με τη σειρά του, κενώνεται σέ εξαρτημένη ελευθερία, καί ούτω καθεξής ad infinitum213.Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της ένωσης είναι το γεγονός ότι ο «Θεός ενανθρωπίζεται μέσω της αγάπης Του για την ανθρωπότητα, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να θεωθεί μέσω τής αγάπης», ή μέσω του Πνεύματος ο Θεός ενανθρωπίζεται και ο άνθρωπος θεώνεται214. H ενανθρώπηση του Θεού καί η θέωση του ανθρώπου βιώνεται στο Σώμα τής Εκκλησίας ως η συνεχής προέκταση τής ενσάρκωσης. Ωστόσο, εάν αυτή η εν Χριστώ ζωή, ως η τέλεια ενοποιημένη ένταση των αντιθέτων, αποτελεί το θεμέλιο για το μυστήριο τής Εκκλησίας, δεν θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε, εξίσου, ως βάση για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Με αυτή τη λογική, υπάρχω εν Χριστώ μόνο εφόσον βρίσκομαι σε ενότητα με τον αδερφό μου και ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα και μέσω της ζωής του. Εάν, λοιπόν, μπορούμε να διακρίνουμε την εφαρμογή αυτής τής αρχής στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν θα μπορούσαμε να την επεκτείνουμε ως μία ευρύτερη ερμηνευτική αρχή που θα μπορούσε να μεσιτεύσει ανάμεσα σε τέτοιους ιστορικούς και πολιτισμικούς «πόλους», ή «άκρα», όπως είναι η «χριστιανική Ανατολή» καί ή «Δύση»; Ας ασχοληθούμε, λοιπόν, εν συντομία λίγο πρίν ολοκληρώσουμε τη μελέτη μας με την τελευταία αυτή πρόταση.

Αυτό πού προτείνουμε είναι ότι, ενδεχομένως, το μέλλον τής Ορθοδοξίας δεν βρίσκεται σε ό,τι έχει καταντήσει μία κορεσμένη αντανακλαστική κίνηση πού επιδιώκει να συλλάβει απεγνωσμένα το αμιγώς ανατολικό (ΣτΜ. ορθόδοξο) φρόνημα, το οποίο είναι διαθέσιμο, κατά κάποιο τρόπο σφραγισμένο ερμητικά εναντι τής μετά το Μέγα Σχίσμα Δύσης, μέσα στους Πατέρες καί τη λειτουργική παράδοση (π.χ. η «οντολογία των Καππαδοκών», η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» καί «η πατερική εξηγητική»), διαχωρίζοντας την ίδια στιγμή τον εαυτό της από ό,τι διαφορετικό, αλλότριο, δηλαδή δυτικό. Αντίθετα, η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Ο Φλωρόφσκυ φαίνεται ότι συμφωνεί με μία τέτοια διαλεκτική προσέγγιση στο τέλος του έργου του, Σταθμοί της Ρωσικής Θεολογίας217. 

(Συνεχίζεται)

Σημειώσεις

204. C. P. Cavafy, “Waiting for the Barbarians”, σσ. 15-17 (βλ. παραπάνω υπ. 1).
205. Όπ.π, σ. 17.
206. Rouleau,σσ. 214 και βλ. σ. 215.
207. Williams, The Theology of Vladimir Nikolaievich Lossky,σ. 286.
208. Βλ. Kristina Stöeckl, Community after Totalitarianism: The Russian Orthodox Intellectual Tradition and the Philosophical Discourse of Political Modernity (Frankfurt am Main: Peter Lang, 2008).
209. Βλ. George Demacopoulos, “History, Postcolonial Theory, and Some New Possibilities for Retrieving the Theological Past” υπό έκδοση στά Πρακτικά τού Συνεδρίου, “Neo-Patristic Synthesis [κλπ.]” (βλ. παραπάνω υπ. 151).
210. Bulgakov, Avtobiograficheskie zametki (Paris: YMCA-Press, 1946), σ. 50.
211. Βλ. Aristotle Papanikolaou, “Orthodoxy, Postmodernity, and Ecumenism: the Difference that Divine-Human Communion Makes”, Journal of Ecumenical Studies, Vol. 42 no. 4 (Fall, 2007), σσ. 527-546.
212. Denzinger-Schonmetzer, § 302.
213. Για περαιτέρω εμβάθυνση βλ. Gallaher, Freedom and Necessity in Modern Trinitarian Theology (όπ.π.).
214. Μαξιμου του Ομολογητή, Περί Διαφόρων Απόρων, 10 [PG 91, 1113B]. Ambiguum 10 [PG, 91. 1113B], [Maximus the Confessor, trans. Andrew Louth (London/NY: Routledge, 1996), σ. 101].
215. Ο συγγραφέας αναφέρεται στο ποίημα του Rudyard Kipling (1865-1936), Η Μπαλάντα Ανατολής καί Δύσης (Ballad of East and West), η οποία ξεκινά μέ τή φράση: Ω! Η Ανατολή είναι Ανατολή καί η Δύση είναι Δύση, καί το ζεύγος ποτέ δέν θά σμίξει. (Σ.τ.Μ.). Rudyard Kipling, The Ballad of East and West in Departmental Ditties and Ballads and Barrack-Room Ballads (New York, NY: Doubleday & McClure Co, 1899), σσ. 3-11, εδω 11.
216. Βλ. Reinhard Flogaus, «Palamas and Barlaam revisited», SVTQ, Vol. 42 no. 1 (1998), σσ. 1-32 καί “Inspiration - Exploitation - Distortion. The Use of St. Augustine in the Hesychast Controversy”, Orthodox Readings of Augustine, eds. George Demacopoulos and Aristotle Papanikolaou (Crestwood, NY: St. Vladimir’s Seminary Press, 2008), σσ. 63-80.
217. Βλ. Kalaitzidis, “From the Return to the Fathers” to the Need for a Modern Orthodox Theology, SVTQ, Vol. 54 no. 1 (2010), σσ. 5-36 εδώ 10-11 καί Marcus Plested, “The Emergence of the Neo-Patristic Synthesis: Content, Challenges, Limits” υπό έκδοση στα Πρακτικά του Συνεδρίου, Neo-Patristic Synthesis [κλπ.]. (See above n. 151).

Ανώνυμος είπε...

"Δεν πρέπει να υπηρετούμε τους καιρούς, αλλά τον Θεό" έλεγε ο Μέγας Αθανάσιος. Οι νεορθόδοξοι δεν πιστεύουν στον Χριστό αλλά σε μόδες, σε θεωρίες, σε ιδέες κ.τ.λ.

Η πολλή εμμονή με το άλλο τελικά τους αλλο-τρίωσε χωρίς νά το πάρουν είδηση.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.

Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΓΙΟΥΣ; ΑΓΙΟΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ;

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Μία επανεξέταση της Νεο-πατερικής σύνθεσης; Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER (9)

   Συνέχεια από Πέμπτη 1η Μαίου 2025

του αιδεσιμώτατου Δρ. Μπράντον Γκάλαχερ

IV. Οι ρομαντικές απαρχές της νεοπατερικής σύνθεσης - Solov’ev, Kireevsky, Möhler και Schelling (συνέχεια)

Βεβαίως, η ιδέα ότι η χριστιανική πίστη είναι η «μόνη φιλοσοφία ασφαλής τε και σύμφορος»153, σε σύγκριση με τις μυριάδες διαφορετικές σχολές των Ελλήνων, μπορεί να ανιχνευτεί στους Πατέρες. Η «χριστιανική φιλοσοφία» είναι η «αληθινή» φιλοσοφία επειδή προέρχεται από την ίδια την αποκάλυψη της Αλήθειας, τον ένσαρκο Λόγο154, και προϋποθέτει ότι, ως φιλόσοφος, κάποιος είναι «σοφίας θεραπευτής»155, ως ακόλουθος της ίδιας της δύναμης της Σοφίας, δια της οποίας και μέσα στην οποία δημιουργήθηκαν τα πάντα156. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, η ιδέα του Φλωρόφσκυ περί χριστιανικής φιλοσοφίας υπονοεί πολύ περισσότερα από αυτές τις έννοιες, ενώ στις αναφορές του για μία «φιλοσοφική σύνθεση» ή για ένα ολοκληρωμένο «σύστημα» της χριστιανικής πίστης φαίνεται ότι απηχεί τους Ρομαντικούς. Σε αντίθεση με τούς Πατέρες, για αυτόν η αλήθεια της αποκάλυψης εξελίσσεται μέσα στο χριστιανικό δόγμα σε ένα «ολόκληρο σύστημα ομολογιακής πίστης, σε ένα σύστημα θρησκευτικής προοπτικής - θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, σε ένα σύστημα θρησκευτικής φιλοσοφίας και σε μία φιλοσοφία της αποκάλυψης»157. 

Πιο συγκεκριμένα, όπως δείχθηκε πρόσφατα από τον Matthew Baker158, ο Φλωρόφσκυ οικοδομούσε με κριτικό τρόπο πάνω στο έργο του Solov’ev, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Φλωρόφσκυ, στο τελευταίο έργο του επιχείρησε (αν καί ανεπιτυχώς) να υπερασπιστεί τη χριστιανική πίστη μέσα σέ μία φιλοσοφική «Μεγάλη Σύνθεση» ή σε μία ολοκληρωμένη σύνθεση ανάμεσα στη θεολογία, τη ορθολογική φιλοσοφία και τις θετικές επιστήμες. Μία τέτοια σύνθεση θα αποτελούσε τη «γενική αποκατάσταση της χριστιανικής φιλοσοφίας», η οποία θα παρείχε μία ολοκληρωμένη φιλοσοφική αντιμετώπιση σε σχέση με την «παγκόσμια διακήρυξη του Ευαγγελίου, δηλαδή της θείας Αλήθειας», με ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορική φύση της αποκάλυψης, ξεκινώντας με τον ίδιο τον Χριστό159. Ακόμη πιο αξιοσημείωτη ως προς την επιρροή που άσκησε ο Solov’ev στον Φλωρόφσκυ, είναι η αντίληψη του Solov’ev για την «πίστη» ως «μυστική αίσθηση» μέσω της οποίας «μπορεί να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη καθεαυτή ενός αντικειμένου, η εσώτερη και απόκρυφη πραγματικότητά του». Έτσι, για τον Solov’ev, η «πίστη» αντιστοιχεί προς τη «θρησκευτική αρχή»160. Η αίσθηση αυτή αποτελεί μία «άμεση επιβεβαίωση» της ύπαρξης του αντικειμένου per se, με αποτέλεσμα να προσδίδει σε κάποιον μία απεριόριστη «μυστική γνώση» της πραγματικότητας του αντικειμένου161. O Φλωρόφσκυ, σχολιάζο­ντας τον Solov’ev, αναφέρει ότι η αντίληψή του για την πίστη ήταν «ακριβώς μία οξυδερκής ματιά στην ύπαρξη», παρόμοια με τη «διαίσθηση» του Bergson, αν και προέρχεται, σε τελική ανάλυση, από τον Schelling162. Βέβαια, οι ίδιοι όροι θα χρησιμοποιηθούν αργότερα από τον Φλωρόφσκυ στην περιγραφή της «θεωρίας» κατά τους Πατέρες.

Συναντάμε, ωστόσο, την ίδια ομάδα ιδεών και στον Kireevsky, με έναν τρό­πο που απηχεί πιο ξεκάθαρα τις ιδέες του Φλωρόφσκυ. Στον Kireevsky, ο Ελ­ληνισμός και η αντι-Δυτική πολεμική (κυρίως έναντι του Ιδεαλισμού) συνδυά­ζονταν με τον ίδιο τρόπο όπως αργότερα και στην περίπτωση του Φλωρόφσκυ. Ο Kireevsky προσκαλεί υπέρ της αποκατάστασης της «φιλοσοφίας των Αγίων Πατέρων», η οποία, όπως ισχυρίζεται, αποτελούσε μεταμόρφωση της κλασικής παγανιστικής φιλοσοφίας, αλλά κυρίως ήταν προϊόν της «ανώτερης θεωρίας» τους ή «της άμεσης, εσωτερικής εμπειρίας [...] που μας μεταδίδουν [...] ως αυτόπτες μάρτυρες μίας περιοχής που έχουν ήδη περιδιαβεί»163. Αντλώντας από την ορολογία του Kant και του Schelling, ο Kireevsky διαχωρίζει164 ανάμεσα στην παρεκβατική λογικότητα ή την κατανόηση (Verstand=rassudok) καί την «εσωτερική πηγή» αυτής της λογικότητας ως λόγος (Vernunft=razum). Όταν η παρεκβατική λογικότητα (discursive rationality) βασίζεται αποκλειστικά στις δυνάμεις της, αναλύει το σύνολο της πραγματικότητας μονόπλευρα σύμ­φωνα με την λογική (logic), επιφέροντας τον κατακερματισμό του ανθρώπινου προσώπου. Ο λόγος (reason), αντίθετα, εκφράζει την «ακεραιότητα» (tsel’nost) του όντος, όπου «όλες οι διασπασμένες δυνάμεις συγκλίνουν σε μία ζώσα και ακέραιη θεωρία του πνεύματος (tselnoe zrenie uma)». Η «θεωρία» ή η «θέα του πνεύματος» (zrenie uma), αποτελεί μία κοινή ρωσική ερμηνεία για το στάδιο της «διαίσθησης», ως a priori μορφή γνώσης, όχι απαραίτητα μυ­στικής φύσης, την οποία ο Schelling αποκαλούσε Anschauung ή intellectuelle Anschauung166. Για τον Kireevsky, αυτή η θεωρία περιλαμβάνει άμεση και αδιαμεσολάβητη θεωρία του αντικειμένου, ώστε να καθίσταται δυνατή η προ­σωπική μετοχή στην πραγματικότητά του. Φαίνεται, λοιπόν, να ταυτίζει τη δι­αίσθηση με την πίστη («η διαίσθηση της πίστης πού περιλαμβάνει το πάν [sozertsanie very]») της πρώιμης χριστιανικής φιλοσοφίας που οι Πατέρες οικοδόμησαν με τη λογική και η οποία «συνδύαζε την ανάπτυξη της μόρφωσης και του λόγου (reason) σε μία ενοποιητική διαίσθηση της πίστης (sozertsanie very)»161. Αυτή η «ζώσα πίστη» αποτελεί τον «υπέρτερο λόγο και το ουσιώδες στοιχείο της γνώσης»168.

Ποιά, όμως, ήταν η πηγή από την οποία ο Kireevsky άντλησε αυτές τις ιδέ­ες που ήταν τόσο ζωτικής σημασίας για την νεοπατερική σύνθεση του Φλωρόφ­σκυΟι ίδιες επακριβώς ιδέες μπορούν να ανιχνευτούν σε δυτικής πηγές, στις οποίες ο Kireevsky είχε εντρυφήσει σε βάθος και συγκεκριμένα στους Möhler και SchellingΑυτές τις πηγές τις γνώριζε πριν καν μελετήσει τους Πατέρες μετά από την λεγόμενη «μεταστροφή» του169

Νωρίτερα, αναφέραμε τη σπουδαιότητα του έργου του Möhler, Die Einheit in der Kirche για τον Φλωρόφ­σκυ. Φαινομενικά, πρόκειται για μία εκκλησιολογία που βασίζεται εξ ολοκλή­ρου στη μαρτυρία των πρώιμων Πατέρων. Πράγματι, ο Φλωρόφσκυ ισχυρίζεται ότι ο Möhler πρόσφερε άπλα σχολιασμό των πατερικών πηγών των τριών πρώτων αιώνων, ιδίως του Ειρηναίου170. Ωστόσο, με μία βαθύτερη ανάλυση, αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για «μία εκκλησιολογία», η οποία, όπως σημειώ­νει ο F. O’Meara, «διαμορφώθηκε κατά κάποιο τρόπο επί τη βάσει ιδεών, δανείων από τον ρομαντικό Ιδεαλισμό, ο οποίος, στη συνέχεια, συμπληρώθηκε με θεολογικές ιδέες, παρμένες από τους Πατέρες της Εκκλησίας»171. Ο Φλωρόφ­σκυ υπογραμμίζει τις ομοιότητες του Möhler τόσο με τον Khomiakov, όσο και με τον Kireevsky. Όπως ο Kireevsky, γράφει, έτσι και ο Möhler δεν ξεκινούσε με βάση αφηρημένες αρχές, αλλά αντλούσε από την «εμπειρία των Αγίων Πατέρων» και «τη συγκεκριμένη ύπαρξη, δηλαδή την πραγματικότητα της Χάριτος μέσα στην Εκκλησία. Δεν διαμορφώνει κάποιο διανοητικό σχήμα, αλλά περιγράφει μία ζώσα εμπειρία». Για τον Möhler, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Φλωρόφσκυ, η Πατρολογία δεν αποτελούσε αρχαιολογία, εφόσον τα έργα των Πατέρων δεν διηγούνταν «περασμένα γεγονότα του παρελθό­ντος», αλλά για το δράμα της Εκκλησίας ως ζωντανού, δροσερού και ολοκληρωμένου Χριστιανισμού· αφού «είχε δωθεί ολόψυχα στον θαυμαστό κόσμο της Εκκλησίας, ενώ στη φαντασία του ζούσε μέσα στην αρχαία Εκκλησία». Εντούτοις, ένα τέτοιο εκκλησιαστικό δράμα δεν αφορούσε στην έννοια μίας Εκκλησίας που «αποκαλύπτεται σε αυτόν μέσω κάποιου προφητικού οράμα­τος», αλλά στην Εκκλησία καθεαυτή που αποκαλύπτεται σε αυτόν «μέσω της συμ-παθητικής κοινωνίας με την πατερική εμπειρία»173. Ο Möhler, όμως, «δεν κατασκευάζει ένα διανοητικό σχήμα, αλλά ξεκινά από την εκκλησιαστική εμπειρία», σύμφωνα με τον Φλωρόφσκυ, επειδή πίστευε, όπως σύνολος ο ύστε­ρος Ιδεαλισμός174, ότι μία ιδέα οδεύει προς την εκπλήρωσή της ως συγκεκριμέ­νη πραγματικότητα είτε αυτή αποτελεί την ιδανική κοινότητα του Hegel είτε τον Χριστιανισμό και τις εκκλησίες του Schelling175. Έτσι, το σύστημα του Möhler, όπως και τα αντίστοιχα των άλλων δύο στοχαστών, απορρίπτει την έννοια μίας γυμνής ιδέας και ξεκινώντας από την πραγματικότητα της ζωής δη­λαδή τη ρομαντική ιδεαλιστική λατρεία της ζωτικότητας έτσι ώστε να μπορεί να γράψει ότι «αυτή [η Εκκλησία] αποκάλεσε την πραγματική και θεϊκή φιλοσο­φία, ως Χριστιανική ζωή»176. Μία τέτοια φιλοσοφία, όπως κάθε φιλοσοφία, χρειάζεται μία πρώτη αρχή, μία βασική ιδέα. Ο Möhler ξεκινά το σύστημά του με την «αρχή της καθολικότητας». Η «αρχή της καθολικότητας», που αποτελεί την απαρχή της Σλαβόφιλης sobornost, είναι το Πνεύμα/Ενότητα. Η Ενότη­τα είναι η ζωτική αρχή, που ζωογονεί την Εκκλησία, και μέσω αυτής η θεότη­τα μεσολαβείται στην Εκκλησία. Ο Möhler εντοπίζει την οργανική και ιστο­ρική εξέλιξη αυτής της αρχής στην ανάπτυξη του Χριστιανικού Σώματος ως ζώντος οργανισμού. Όπως παρατηρεί ο Φλωρόφσκυ, ο Möhler πίστευε ότι η «Εκκλησία είναι sobornyi, δηλαδή καθολική στη φύση της» και από τη στιγμή που η ύπαρξή της είναι τέτοια, τότε αυτή αποτελεί «ένα οργανικό όλον, ένα με­γάλο σώμα, που συγκροτείται από τον σύνδεσμο της αγάπης και παραμένει ενωμένο μέσω της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ζει και κατοικεί σε αυτό»177. Στο σημείο αυτό ακολουθεί το Απόλυτο του Schelling, στον οποίο το ιδανικό και το πραγματικό ταυτίζονται. Το Απόλυτο, μέσω της αυτο-αποκάλυψης του Πνεύματος, εισχωρεί στην χώρα του πραγματικού, δηλαδή στην ιστορία, μέσα σε μία ριζοσπαστική ελευθερία ως το εξελισσόμενο ιδεώδες, το Πνεύμα. Αυτή η αυτο-αποκάλυψη του Απόλυτου, η οποία ολοκληρώνεται στον Ιησού Χριστό και καταγράφεται στις τελευταίες διαλέξεις του Schelling για την Μυθολογία και την Αποκάλυψη (1841-1843), γίνεται αντιληπτή όχι μόνο από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, αλλά ειδικά από την ιστορική εμπειρία των εκκλησιών που αποτελούνται από ελευθέρους και ατελείς ανθρώπους, και μαρτυρείται από τις Γραφές και τους Πατέρες της Εκκλησίας178.

Ο Φλωρόφσκυ δεν είχε επίγνωση του γεγονότος ότι ο Möhler «περιγράφει την ενότητα χάριτος της Εκκλησίας με όρους ρομαντικού Ιδεαλισμού». Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι ο Möhler δεν αντλούσε την έμπνευσή του από τους Ρομαντικούς και ότι «σε αρκετές περιπτώσεις διαχωρίζει τη θέση του από αυτούς». Σε αυτό το σημείο ο συλλογισμός του είναι ότι η θεολογία τού Γερμα­νού θεολόγου «δεν ορίζεται από τις αφηρημένες ιδέες τού οργανικού ιστορικισμού, αλλά από τη ζώσα εμπειρία». Διατείνεται ότι στον Möhler δεν υπάρχει «παν-ενότητα φυσική», και ως εκ τούτου «ακούσια», αλλά αντίθετα, είναι «το φυσικό ον πού περιλαμβάνει την διαίρεση, τον διαχωρισμό και, ως εκ τούτου, τον εγωισμό». Με άλλα λόγια, ο Möhler δείχνει ευαισθησία στην τραγικότητα της ιστορίας, δηλαδή στην ελευθερία που επιτρέπει στο άτομο να αμαρτήσει, σε αντίθεση με την αιτιοκρατία των Ρομαντικών, αφού «αυτό που είναι φυσικό είναι η επιβεβαίωση της ατομικής ύπαρξης, ένας φυσικός, δηλαδή, εγωισμός πού αποτελεί την απαρχή των αιρέσεων στον χριστιανικό κόσμο». Στον Möhler παρατηρούμε ότι η «ακεραιότητα πραγματώνεται αποκλειστικά κατά την ημέρα της Πεντηκοστής εν Αγίω Πνεύματι». Η Εκκλησία αποτελεί το έργο του Πνεύματος. Αυτό είναι ο ιδρυτής της, επειδή την οικοδόμησε ως κατοικία Του. Μόνο μέσα στην Εκκλησία υπάρχει δυνατότητα «πραγματικής αγάπης που ενώνει», επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να επιτύχει την ενότητα, αλλά αυτή αποτελεί «δωρεά και χάρισμα τού Πνεύματος». Με τον τρόπο αυτό, συνε­χίζει ο Φλωρόφσκυ, υπάρχει «ένας ακριβής διαχωρισμός ανάμεσα στον Möhler και σε οποιοδήποτε είδος ρομαντικού “μοντερνισμού”»179.

Είναι γεγονός ότι ένα μέρος του Ρομαντισμού, με την αισιοδοξία του και την έμφασή του στην αδιάλειπτη πορεία προς την ολότητα, δεν υπογράμμιζε δεό­ντως την διάσπαση της ανθρώπινης φύσης πού επιτρέπει την τραγωδία της αμαρτίας, τη διαίρεση και την αίρεση. Ωστόσο, όπως έχουμε παρατηρήσει, η ίδια η επίκληση του Möhler στην «εμπειρία», στη «ζωή», στο «Πνεύμα» και ιδι­αίτερα στην «ελευθερία» αποτελεί αναμφισβήτητο χαρακτηριστικό μίας τάσης του Ρομαντισμού που μπορεί να εντοπιστεί στον συγγραφέα του Freiheits­schrift και της Philosophy of Revelation. Με άλλα λόγια, οι ίδιες ιδέες που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Φλωρόφσκυ διαχωρίζουν τον Möhler από τους Ρομαντικούς, στην πραγματικότητα προέρχονται από αυτούς. Συνεπώς, η εξάρτηση του Möhler, (και κατ’ επέκταση του Φλωρόφσκυ), από τον Ρομαντι­σμό είναι πιο ευρεία από ό,τι έχουμε ήδη αντιληφθεί.

Ο Möhler επεξεργάζεται λεπτομερώς μία αυτο-φανερούμενη υποκειμενικότητα, όπου η «ενότητα» αποτελεί την εξελισσόμενη οργανική ταυτότητα του Θεού εν Πνεύματι, μέσα στην Εκκλησία. Προκειμένου η πραγματικότητα αυτή να γίνει συγκεκριμένη, της προσδίδει συγκεκριμένη ύπαρξη μέσα σε, και μέσω μίας ιδιαίτερης μορφής «εσωτερικής πνευματικής ζωής» ή «εσώτερης ενότητας της ζωής», την οποία και περιγράφει ως «χριστιανική συνείδηση», «πιστή συνείδηση», «αυθεντική συνείδηση της Εκκλησίας», καθώς και, όχι απρόσμενα για όσους γνωρίζουν το έργο του Φλωρόφσκυ, «εξαγιασμένο πνεύμα από την εποχή των Αποστόλων» και πατερική «καθολική συνείδηση»180. Όλοι οι πιστοί δεν έχουν μόνο μία πίστη, αλλά και μία συνείδηση. Εντούτοις, η κοινή συνεί­δηση δεν αναιρεί την ιδιαίτερη προσωπικότητα του κάθε ατόμου, επειδή είναι η μία δύναμη του Πνεύματος που μας μορφώνει όλους σε μία ύπαρξη μέσα στην Εκκλησία, ενώ το κάθε πρόσωπο χωριστά, μέσω της «άμεσης θεωρίας, [καλείται] να κάνει δική του την έμπειρία της Εκκλησίας [...], να αναπτύξει την Χριστιανική γνώση μέσα στον εξαγιασμένο νου»181. Αυτή η εσώτερη ποιότητα της χριστιανικής ζωής, το Πνεύμα που ζει σιωπηλά ανάμεσα στους πιστούς, αναζητά να εκφραστεί και να αποκαλυφθεί καθεαυτή, με τον ίδιο τρόπο που στον Schelling το Απόλυτο αποκαλύπτει τον εαυτό του, μέσω του Πνεύματος, στο πραγματικό, δηλαδή στην ιστορία. Επειδή το Πνεύμα ζωογόνει τη συνεί­δηση των προσώπων μέσα στην Εκκλησία, το δόγμα, όπως παρατηρούμε στον Φλωρόφσκυ, αρχικά γεννάται σιωπηλά στην ατομική Χριστιανική συνείδηση και στη συνέχεια διακηρύσσεται. Η «παράδοση» ή αλλιώς ή «ζώσα παράδοση», όπως ήταν ευρέως γνωστή στον Φλωρόφσκυ και στους πολυάριθμους συγχρόνους του Ρώσους θεολόγους που δανείστηκαν τη φράση από τον Möhler αποτελεί τον αποκαλυπτόμενο λόγο του Πνεύματος. Πρόκειται για τη ζωή και τη δύναμη που εμποτίζει το Σώμα και που «αρχικά αρθρώθηκε και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέσα στην Εκκλησία με έναν ζωντανό τρόπο» μέσα στην ομο­λογία τη δική της, άλλα και όσων μετέχουν σε αυτήν από την εποχή των Απο­στόλων»182. Όπως παρατηρεί ο Φλωρόφσκυ, για τον Möhler η παράδοση δεν αποτελεί «μία μηχανική συντήρηση εικόνων από το παρελθόν», ή μία «εξωτερική μετάδοση μέσω διαδοχής», αλλά «τη ζωντανή συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης». Εντούτοις, μία τέτοιου είδους συνέχεια δεν θα ήταν εφικτή, παρά μόνο εάν υπήρχε ένα ήθος ή δράμα για την ενότητα, μία μορφή καθολικής συ­νείδησης, που είναι ορατή σε συγκεκριμένους άγιους και Πατέρες. Αυτή η συνείδηση γίνεται η «ζώσα ταυτότητα και η αμοιβαία κοινωνία» ανάμεσα σε όσους κατέχουν αυτή τη συνείδηση στο πέρασμα των αιώνων, με αποτέλεσμα να «ξεπερνάται ο χρόνος από το ένα και ζωοποιό πνεύμα», επειδή «δεν υπάρχει παρελθόν στην Εκκλησία, όπως δεν υπάρχει παρελθόν για το Πανάγιο Πνεύμα»183.

O μοναδικός, ωστόσο, τρόπος να αποκαλυφθεί πλήρως σε εμάς η παράδο­ση αυτή, ως έκφανση της αρχής της ενότητας στην Εκκλησία, τονίζει ο Möhler, είναι αυτή να αντιπαρατεθεί σε ό,τι δεν αποτελεί παράδοση, δηλαδή την αίρε­ση. Η αίρεση είναι ένα είδος λογοκρατικής εναντίωσης στην παράδοση, με δι­κούς της διδασκάλους και σχολές, οι οποίοι, εξαιτίας τού εγωισμού τους, παρουσιάζουν έλλειψη καθολικής συνείδησης184. Με συντομία, η επιβεβαίωση της καθολικότητας προϋποθέτει την άρνηση σε ό,τι δεν είναι καθολικό ή είναι του­λάχιστον αποκομμένο από την ολότητα της «καθολικής συνείδησης». Συνεπώς, ένα μέρος από το παράδειγμα πού έχουμε ισχυριστεί ότι χαρακτηρίζει το έργο του Φλωρόφσκυ, η επιβεβαίωση μίας ιδιαίτερης εκκλησιαστικής ταυτότητας μέσα από την πολεμική ενάντια σε ό,τι είναι αντίθετο και αποκομμένο από αυτήν, εντοπίζεται, αναμφίβολα, στον Möhler.

Με δεδομένη την αξιοπρόσεκτη ομοιότητα ανάμεσα στην σκέψη του Φλω­ρόφσκυ και τη ρομαντική και ιδεαλιστική ανάγνωση των Πατέρων από τον Möhler, δεν μας εκπλήσσει ότι η έννοια της πίστης στον Φλωρόφσκυ συγγενεύ­ει στενά προς αυτή τού Möhler. Ισχυριζόμενος ότι απλά επεξηγεί τους Πατέ­ρες, ο Möhler αναφέρεται σε ένα είδος νοητικής διαίσθησης («πνευματική σύλληψη», «διαίσθηση μέσω της χάρης», «άμεση γνώση», «αδιαμεσολάβητη βεβαιότητα»), η οποία χαρακτηρίζει την «αδιαμεσολάβητη συνείδηση» της Εκκλησίας στην επίγνωσή της ότι αυτή αποτελεί την ενότητα τού Πνεύματος και τον σύνδεσμο τής ειρήνης185. Πράγματι, η έννοια της πίστης που υπάρχει στον Möhler, τον Kireevsky, τον Solov’ev και, έπειτα, στον Φλωρόφσκυ, έχει μία ισχυρή ιδεαλιστική προϊστορία. 

Ο Schelling, επανεξετάζοντας τον Kant υπό την επίδραση του Spinoza, αναφέρθηκε σχετικά νωρίς στην απόλυτη ελεύθερη γνώση, την οποία αποκαλεί νοητική διαίσθηση. Αυτή δεν πηγάζει από αποδείξεις ή συμπεράσματα ούτε υποβοηθείται από τις έννοιες, αλλά παράγει τα αντικείμενα διαισθανόμενη αφ’ εαυτής, ώστε «το άτομο καθαυτό είναι μία γνώση που ταυτόχρονα παράγει τον εαυτό του (ως αντικείμενο)». Ο Schelling περι­γράφει τη νοητική διαίσθηση ως «όργανο» κάθε υπερβατικής σκέψης186. Την ταύτιζε με τη «δημιουργική φαντασία» ή τη «διαισθητική θεωρία», όπου το γε­νικό και το ειδικό αποτελούν μία ενότητα στην Ιδέα, τονίζοντας ότι, χωρίς αυτήν, δεν μπορούσε να υπάρχει φιλοσοφία. Εξ αρχής και υπό την επίδραση του Jacobi188, συνέδεσε τη «διανοητική διαίσθηση» με την πίστη189. Μέχρι τη στιγμή των πρώτων διαλέξεων πάνω στη θετική φιλοσοφία, (τις οποίες παρα­κολούθησε ο Kireevsky το 1830 στο Μόναχο), υποστήριζε σθεναρά μία θετική «φιλοσοφία της αποκάλυψης». Ισχυριζόταν ότι η φιλοσοφία αυτού του είδους ήταν μία μορφή μυστικής εμπειρίας, που ξεπερνούσε την αποφατική φιλοσοφία της λογικής, η οποία έπρεπε να εγκαταλειφθεί, προκειμένου να κατανοήσουμε αυτό που βρισκόταν πέραν των αισθήσεων. Το υπέρ-αισθητό για τον Möhler, ήταν ο Θεός και η πραγματικότητα, και όχι απλά η εν δυνάμει ύπαρξη των αντικειμένων. Ωστόσο, υπάρχει ένας τρόπος για τη θεωρία του αθέατου, προκει­μένου να κατέχουμε κάποια διαβεβαίωση για ό,τι πιστεύουμε, μία επιβεβαίωση για το αδιόρατο, μέσω του οργάνου της «πίστης [Glaube]». O Schelling ταύτιζε αυτή την πίστη [Glaube] με τη διαίσθηση. Η πίστη ισχυρίζεται ότι «το υπέρ-αισθητό μπορεί να γίνει ένα πραγματικό αντικείμενο για την εμπειρία», όπως δίνεται στο «εξωτερικό δεδομένο» της αποκάλυψης τα Ευαγγέλια και τα έργα των εκκλησιαστικών συγγραφέων, η οποία αποτελεί μία ιστορική πραγμα­τικότητα190. Η πίστη του Schelling αποτελεί μία κατάσταση ανάπαυσης από κά­θε σκέψη. Πρόκειται για το πλέον στοιχειώδες αντικείμενο, στο οποίο στηρίζε­ται κάθε γνώση. Η αβεβαιότητα παύει με την πίστη, και η λειτουργία της γνώ­σης εκπληρώνεται, ώστε η πίστη να αποτελεί το τέλος της γνώσης. Ωστόσο, επειδή η πίστη είναι το θεμέλιο της γνώσης, αυτή δεν είναι μόνο το τέλος της γνώσης, αλλά και η απαρχή της, και ως τέτοια είναι η τέλεια βεβαιότητα μέσω της οποίας φθάνουμε στην άμεση γνώση αυτού που βρίσκεται πέρα από κάθε σκέψη (δηλ. ο αληθινά πραγματικός Θεός). Ο Schelling αναφέρεται σε αυτή ως την «πίστη, επιβεβαίωση, καρδιά, το κουράγιο να αδράχνουμε αυτό που αμφιβάλλουμε, απλά επειδή είναι εξόχως υπερβατικό για τις συνηθισμένες έννοιές μας»191.

Τέλος, ένας επικριτικός αναγνώστης θα μπορούσε να αντιτείνει ότι, εγγράφοντας τις απαρχές της νεοπατερικής σύνθεσης στον Ρομαντισμό, αμελήσαμε τον περίφημο Χριστοκεντρισμο του Φλωρόφσκυ, αφού ο ίδιος πίστευε ότι «η θεολογία της Εκκλησίας δεν είναι παρά ένα μόλις και δη πρώιμο κεφάλαιο τής Χριστολογίας»192. Η αρχή ότι ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας Του και η Εκκλησία είναι το ενυπόστατο ανθρώπινο Σώμα Του ή ο «θεανθρώπινος οργανισμός Του»193, καθώς αποτελεί το «Εγώ»194 της, καθιστά την Εκκλησία «ένα είδος συνέχειας τού Χριστού»195, στην οποία ως Χριστιανοί είμαστε ενσωματωμένοι και η οποία αποτελεί «την ενότητά μας εν Πνεύματι»196. Για την ακρίβεια, ο Φλωρόφσκυ είχε επικρίνει τα έργα του Khomiakov και του Möhler σχετικά με την Εκκλησία197. Ένιωθε ότι στα έργα αυτά δινόταν υπερ­βολική έμφαση στην πνευματολογική κατανόηση της Εκκλησίας, χωρίς να υπογραμμίζεται ότι το Πνεύμα είναι το Πνεύμα του Χριστού198. Αντίθετα, δια­μόρφωνε ένα είδος «χαρισματικής κοινωνιολογίας» της έκκλησιολογίας199, ενώ, στην πραγματικότητα, «η Εκκλησία, ως σύνολο, έχει το προσωπικό κέντρο της αποκλειστικά στον Χριστό, δεν αποτελεί ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος ούτε απλά ένα είδος Πνευματοφόρου κοινότητας, αλλά πρωτίστως είναι Σώμα Χριστού, του Σαρκωθέντος Κυρίου»200.

Ωστόσο, ενώ  ασκεί όντως κριτική στο magnum opus του Möhler, Die Einheit in der Kirche στην επόμενη φράση του γράψει ότι στο ύστερο έργο του, και ήδη από το Symbolik (1832), ο Möhler κατόρθωσε να ανακτήσει την κατάλληλη ισορροπία201. Τί αναγράφεται στο έργο αυτό; Ο Χριστός, σύμφωνα με τον Möhler, είναι το εγώ, ή αλλιώς η εμμενής αυτοσυνειδησία του Σώματός Του, ως μία οργανικά εξελισσόμενη πραγματικότητα μέσα στην ιστορία, ένα είδος ενσαρκωμένου Απολύτου Πνεύματος. Όπως και στον Φλωρόφσκυ, έτσι και στην παρούσα γραμμή σκέψης παρατηρούμε ότι η Εκκλησία περιγράφεται ως μία διαρκής ενσάρκωση: «έτσι, η ορατή Εκκλησία [...] είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού που εμφανίζει αϊδίως τον Εαυτό του ανάμεσα στους ανθρώπους με ανθρώπινη μορφή, ανακαινιζόμενος αδιάλειπτα και αιώνια, παραμένοντας νέος, η συνεχι­ζόμενη ενσάρκωσή Του (die andauernde Fleischwerdung desselben), όπως ακριβώς στις Γραφές, ακόμη και οι πιστοί αποκαλούνται “Σώμα Χριστού”»202. 

Ωστόσο, η έννοια αυτή περί της Εκκλησίας ως αδιάκοπης προέκτασης της ενσάρκωσης δεν είναι συγκεκριμένα πατερική. Οι απαρχές της εντοπίζονται στον Schellingη χριστιανική φιλοσοφία του οποίου υποστήριζε ότι ο Θεός/Απόλυτο ενανθρωπίζεται προαιώνια και ότι «η αποκορύφωση της διαδικασίας αυτής είναι η ανάληψη ορατής ανθρώπινης μορφής από τον Χριστό, με αποτέλεσμα η ενσάρκωση Του να αποτελεί και την αρχή της διαδικασίας αυτής· ξεκινά με τον Χριστό και έκτοτε συνεχίζεται στους αιώνες, οι διάδοχοί Του είναι μέλη ενός και του αυτού σώματος, του οποίου Αυτός είναι κεφαλή. Η ιστορία μαρτυρεί ότι εν Χριστώ, ο Θεός έγινε πράγματι για πρώτη φορά αντικειμενικός. Γιατί, ποιός φανέρωσε το άπειρο με αυτόν τον τρόπο πριν από τον Χριστό»203;

ΤΕΛΙΚΑ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΑΓΑΠΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚΙΑΣΑΜΕ. ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ. ΝΑ ΚΑΙ Η ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗΣ ΤΟΥ ΞΙΩΝΗ.

Σημειώσεις