Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (1+2)

 ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεω
ς.
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


1. Εάν κάποιος από παραφροσύνη έχει εκτραπεί σε τόσο προχωρημένο σημείο τολμηρότητας, ώστε να αντι­τάσσεται στους λόγους των αγίων πατέρων, αυτός ευρίσκεται οπωσδήποτε μακράν της ασφαλούς θεολογίας των Χριστιανών. Και εάν αυτός δεν θεωρεί σεβαστή και θαυμαστή την διδασκαλία εκείνων, πώς τότε εμείς θα επαινέσουμε, έστω και μετρίως, την δική του; Από που δε θα γίνει αυτός αξιόπιστος, αφού δεν θεωρεί τους αγίους αξιόπιστους; Εάν δε είναι πρόθυμος να ρυθμίσει τους λόγους σύμφωνα με την από τους πατέρες κηρυττομένη αλήθεια ως ορθή και απαρέγκλιτο στάθμη, από αυτή συν Θεώ καθοδηγούμενοι και εμείς και χρησιμοποιούντες εναρμονίως τον αδιάστροφο κανόνα της, και την εναντίον μας εξαπολυθείσα κατηγορία θα διαλύσουμε και όσον εξαρτάται από εμάς αυτούς που ματαίως μας κατηγορούν, παρεκτρεπόμενοι πολύ από την ευθεία οδό, θα τους επαναφέρουμε σε αυτήν.

2. «Η θεολογία λοιπόν άλλα μεν παραδίδει υπό μορφή ενώσεων, άλλα δε υπό μορφή διακρίσεων· και δεν είναι θεμιτό ούτε τα ενωμένα να διαιρούμε ούτε τα διακεκρι­μένα να συγχέουμε». Αυτός δε που τοποθετεί ταύτα εναντίον αλλήλων και επιχειρεί να τα αναιρέσει δι’ αλλήλων, και στους μεν ευσεβώς φρονούντες και λέγοντες ότι ο Θεός είναι ένας αντιθέτει την πολυτροπωτάτη διάκρισιν αυτού, στους δε προβάλλοντες τις διακρίσεις του Θε­ού αντεπιφέρει το ενιαίο και αδιαίρετο του Θεού, έτσι δε νομίζοντας ότι τους ελέγχει ως πολυθέους, αυτός ας γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τους λόγους του πνεύματος εναντίον του πνεύματος, όπως οι Έλληνες την κτίσιν κατά του κτίσαντος, και ότι αυτός είναι μάλλον ο διακρινόμενος δι’ αγνωσίαν κατά τον απόστολον του Θεού, ο οποίος ούτε εσκέφθη ποτέ ότι οι αφαι­ρέσεις δεν εναντιούνται προς τις θέσεις. Διότι ο Θεός είναι και ών και μη ών, πανταχού και πουθενά, πολυώνυ­μος και ακατονόμαστος, αεικίνητος και ακίνητος, και απλώς τα πάντα και τίποτε από τα πάντα· διότι τα φαινό­μενα να αντιτίθενται προς άλληλα και κατά φύσιν απέχοντα πολύ απ' αλλήλων και απαρνούμενα κάθε συνδυα­σμό επί του Θεού συμφιλιώνονται και συνδυάζονται και συναληθεύουν πλήρως μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν το θείον είναι και έν και μη έν, αμφότερα ευσεβώς και έκαστον τούτων κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους.

3. Πράγματι ο Θεός είναι μη έν και κατά υπεροχήν, καθ' όσον είναι υπεράνω του ενός και ορίζει αυτό τούτο το έν. Είναι δε επίσης μη έν και ως διαιρούμενον, καθ’ ό­σον o ένας Θεός διαιρείται σε τρεις τέλειες υποστάσεις· διότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι δια­κεκριμένα πρόσωπα της μιας θεότητος, χωρίς έτσι να εισάγεται καμμία αντιστροφή ή κάποια κοινότης[Ή ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ]. Είναι δε πάλιν εκτός τούτου και κάτι το διακεκριμένο η κατά τα ανθρώπινα πλήρης και αναλλοίωτος ύπαρξις του Ιη­σού. Αυτός δηλαδή ο ένας Θεός, ο προσκυνούμενος σε τρεις υποστάσεις και μία ουσία αμερώς και αμερίστως, διαιρείται σε διαφόρους ενέργειες. Κατά τον θειο Μάξιμο «ο Θεός λέγεται ότι πληθύνεται διά του καθ' έκα­στον προς παραγωγήν των όντων βουλήματος πολλαπλασιαζόμενος κατά προνοητικές προόδους». Και κατά τον απόστολον, «σε άλλον μεν δίδεται διά του πνεύματος λό­γος σοφίας, σε άλλον δε κατά το ίδιον πνεύμα λόγος γνώσεως, σε άλλον δε πίστις, σε άλλον δέ κατά το ίδιον πνεύμα χαρίσματα ιαμάτων». Επομένως κατά τον μέγαν Διονύσιον, εάν «θεία διάκρισις είναι και η αγαθοπρεπής πρόοδος, δηλαδή ενέργεια, καθώς η θεία ένωσις από αγαθότητα πληθύνει και πολλαπλασιάζει εαυτήν υπερηνωμένως, ενωμένες μεν είναι κατά την θεία διάκρισιν οι άσχετες μεταδόσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις», «διακρίνονται δε και κατά την αγαθοπρεπή ταύτη πρόοδον τα ιδιώματα της ανθρωπικής θεουργίας του Ιησού∙ διότι σε αυτά κατά κανένα τρόπον δεν μετέχει ο Πατήρ και το Πνεύμα, εκτός μόνον της ευδοκίας και φιλανθρωπίας και όλων όσα έπραξε ως Θεός». Εάν λοιπόν «εμείς σπεύδουμε και να ενώνουμε και να διακρίνουμε τα θεία με τον λόγο, όπως τα ίδια τα θεία ενώνονται και διακρίνονται», πρέπει να ομολογούμε ότι άλλο είναι ουσία επί του Θεού, άλλο δε υπόστασις δηλαδή πρόσωπον, μολονό­τι είναι ένας Θεός προσκυνούμενος σε μίαν ουσία και τρεις υποστάσεις· και άλλο μεν ουσία, άλλο δε πρόοδος δηλαδή ενέργεια ή θέλημα επί Θεού, μολονότι ένας Θεός είναι, ενεργής και θελητικός. Αλλά όπως ο λέγων αυτόν θελητικόν δηλώνει ότι έχει θέλημα, έτσι και ο αποκαλέσας αυτόν ενεργή υποδηλώνει ότι έχει ενέργειαν. Όποιος δε ισχυρίζεται ότι ο ενεργής είναι άμοιρος ενεργείας, είναι φανερό ότι θεωρεί αυτόν ανενέργητον, αποδίδοντας σε αυτόν το ενεργές ως γυμνόν ήχον λόγου∙ διότι, λέγει, «δεν είναι δυνατόν να ενεργεί χωρίς φυσική ενέργεια, όπως ούτε να υπάρχει χωρίς ουσία και φύσιν».

4. Όπως λοιπόν, ακούοντες τον Υιόν να λέγει «εγώ και ο Πατήρ είμεθα έν», δεν συγχέουμεν τις υποστάσεις, αλλά αναγόμεθα στο ενιαίο της ουσίας και στο ανεκφοίτητο του Υιού από τούς πατρικούς εκείνους κόλπους (διότι ως έν πράγμα αναγνωρίζουμε την προαιώνιο ουσία και την αγίαν και προσκυνητή από όλα τα κτίσματα Τριάδα, και μονάς μεν είναι αδιαίρετος κατά την ουσία ο Θεός, τριάς δε κατά τις υποστάσεις), έτσι και όταν λέγουμε ότι εν είναι η ουσία και η ενέργεια του Θεού, δεν αναιρούμε την θεία πρόοδο, ούτε παραγνωρίζουμεν την (θεία) ενεργητική φύσιν σε ενέργειαν, ούτε αναλύουμε αυτές σε αλλήλες. Αν πράγματι και επί της απλής και ασωμάτου φύσεως η ουσία και ενέργεια επιδέχονται την ιδίαν λογική, αλλά η καθεμία έχει ακινήτους τις καταλλήλους σε αυτή ιδιότητες, μένει η μεν μία ουσία η δε άλλη ενέργεια. Και με τον πατέρα ο υιός επιδέχεται τον ίδιον λόγον, επειδή πάσα γέννησις καθιστά τον γεννώμενον όμοιο με τον γεννώντα, μένει όμως υιός ο υιός, μή μεταποιούμενος σε πατέρα διά την ομοιότητα και την ταυτότητα τού κατά φύσιν λόγου. Όμως δεν πρέπει να δεχθεί κανείς εδώ τον λόγον ως όρον, αλλά απλώς υπό την έννοια των ονομάτων∙ διότι το θείον κατ’ ουσία είναι αόριστον. Επειδή δε ενίοτε η ουσία και η ενέργεια διαφέρουν μεταξύ τους, διά τούτο πάλιν δεν επιδέχονται τον ίδιον λόγον∙ και από αυτό δεν παραβλέπεται η απλότης του Θεού, όπως λέγει πάλι αλλού ο μέγας Βασί­λειος. Και ο σοφός δε στα θεία Κύριλλος λέγει σα­φώς ότι «της μεν θείας ουσίας ίδιον είναι να γεννά, της δε ενεργείας να ποιεί, φύσις δε και ενέργεια δεν είναι το ίδιον».

5. Δεν λέγουμε λοιπόν δια τούτο ταυτόν την θεία ουσία και ενέργεια, επειδή είναι εντελώς εν το υπό εκατέρου σημαινόμενο, αλλά δια το ότι πλην του ότι έχουν τον ίδιον λόγον, όπως ελέχθη, έχουν και το υπερφυώς μόνιμο και αχώριστο της ενεργείας, πράγμα το όποιον βεβαίως είναι ίδιον μόνον του Θεού· διότι μόνον αυτός κατ’ απόρρητο τρόπον είναι παντοτινά ενεργής αναλλοιώτως. (Δεν λέγομε λοιπόν αυτές το ίδιον) όχι διότι η ενέργεια δεν προέρχεται από την ουσία, αλλά διότι ο Θεός, έχοντας τα πάντα συγκεντρωμένα και ενιαία, ενεργεί έκα­στον τούτων αμερίστως, και συνεστραμμένος ων εις εαυτόν πάντοτε και μη εγκαταλείπων ποτέ εαυτόν, δια τής προ­όδου εις έκαστον υποσημαίνεται μόνον αυτός και μάλιστα όλος, ως αμέριστος εις μεριστά.

Εάν δε επιστήμη και voυς είναι το ίδιον -μολονότι (ο νους) υπάρχει προηγουμέ­νως δυνάμει και έπειτα προχωρεί εις τα ενεργεία και ωσάν να έχει επίκτητο το φρονείν βεβαίως και αληθώς- πόσον μάλλον τούτο συμβαίνει επί του Θεού, παρά τω οποίω δεν υπάρχει τίποτε νεώτερο, αφού καθόλου δεν επιγίνεται και απογίνεται σε αυτόν τίποτε.

Ο νους λοι­πόν είναι ταυτόν (το ίδιον) με την επιστήμη. Άλλα επιστήμες μεν είναι πολλές, καθ’ όσον τα επιστητά είναι πολλά, ο δε voυς ο επενεργών σε όλα αυτά είναι εις. Και εκάστης επιστή­μης αίτιος είναι αυτός, αλλ' όχι εκείνες τούτου, και κατ’ επιστήμην μέν ο νους των επιστημόνων είναι μεθεκτός από τους μανθάνοντες κατ' ουσίαν δέ είναι αμέθεκτος και αμετάβατος. Βλέπεις πάλι πώς διαφέρει; Εάν δε η επιστήμη και ο νους είναι έν και όχι έν, πώς επί του Θεού δεν θα είναι ταυτόν και μη ταυτόν η ουσία και ενέργεια, ως προς το όποιον και τα αντιτιθέμενα εγκαταλείπουν την μεταξύ τους πάλη κατά τούς πατέρες;

6. Αλλά το ότι αυτές είναι έν και το αυτό παραδέχονται και οι αντιλέγοντες με εμάς, μάλλον δε ούτε τούτο ορθώς. Διότι αυτοί μέν λέγουν ότι η θεία ουσία και ενέργεια είναι έν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα ονόματα να ισοδυναμούν μεταξύ τους, για να μην είναι πολλοί, λέγουν, θεοί ή σύνθετος ο ένας Θεός, έν πρόσωπον από διαφορετι­κά στοιχεία.

Και όμως τίποτε δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ποτέ σύνθεσιν με την ενέργεια του· η ακτίνα επί παραδείγματι δεν είναι σύνθετος διά τον λόγον ότι φω­τίζει. Οι μεν δεχόμενοι λοιπόν δύο ονόματα με μία ση­μασία παραπλανούν τους ακροατές ότι δέχονται και ου­σία και ενέργεια εις τον Θεόν, ενώ αυτοί δεν φρονούν ότι ο Θεός είναι και τα δύο αυτά, αλλά δηλώνουν αποκλειστικώς έν δια περισσοτέρων ονομάτων, ώστε κατά τους διαλογισμούς αυτών ο Θεός να είναι ουσία ανενέργητος ή ενέργεια ανούσιος, όχι κατά υπεροχήν αλλά κατά έλλειψιν. Πράγματι, αν ουσία και ενέργεια είναι εντελώς ίδια, τότε το ένα από τα δύο είναι κενός ήχος ονόματος, το οποίο δεν έχει την σημασία καμιάς ιδιαίτερης έννοιας, ώστε να συμβαίνει αυτοί να χρησιμοποιούν τους περί Θεού όρους κατά τον Σαβέλλιον· διότι, όπως εκείνος δεχόταν τριώνυμο ουσία κακώς συνάγων σε αυτή τις υποστάσεις, έτσι και αυτοί μιλάνε για διώνυμο ουσία συμπεριλαμβάνοντες σε αυτήν τις φυσικές ενέργειες. Μάλιστα χαρακτηρίζουν ως γυμνό περιεχομένου τον όρο ενέργεια, λέγοντες ταύτη επί της θείας φύσεως χωρίς κανένα νόημα. Γι’ αυτό και δέχονται μίαν άκτιστον ενέργεια και δύναμιν επί Θεού, ως ταυτόν και αδιάφορον ούσα -κατ’ αυτούς- προς την ουσία του Θεού, όλες δε τις άλλες καταβιβάζουν στην κτίσιν.

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Η παράγραφος 5 είναι η απάντηση σέ όσους Αγιομάχους δαιμονικώς κατηγορούν τόν Αγιο  Γέροντα Σωφρόνιο.
« Τὸ θεῖον Ὄν, ἐξ ὁλοκλήρου ’’-πραγματοποιημένο-’’, δηλαδὴ μὴ περιέχοντας μέσα Του δυνατότητα ποὺ δὲν ἔχει ἀναπτυχθεῖ, μπορεῖ νὰ ὀνομασθεῖ «Καθαρὰ Ἐνέργεια». Αὐτὴ φανερώνει πλήρως τὴν Οὐσία καὶ εἶναι συνεπῶς, ὅμοια μὲ Αὐτήν».
 
ΕΔΩ ΛΟΙΠΟΝ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΚΑΝΘΩΔΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ. ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΩ Η ΔΙΑΚΡΙΤΗ ΟΥΣΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ. ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ.
 
Αμέθυστος

Συνεχίζεται

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (11)

 ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από:Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026


 «Του Πνεύματος την χάριν η Γραφή άλλοτε καλεί ύδωρ, άλλοτε δε πυρ, δεικνύουσα ότι τα ονόματα ταύτα δεν είναι της ουσίας αλλά της ενεργείας»

33. Επομένως το Πνεύμα κατ’ ουσίαν μεν είναι αμέθεκτο, κατά δε την θεοποιό τούτη ενέργεια, η οποία και θεότης και θεαρχία ως θέωσις καλείται κατά την οποίαν και εκχύνεται και δίδεται και αποστέλλεται αυτό το οποίον είναι πανταχού και είναι ιδρυμένο σε ακίνητο ταυτότητα μονίμως, είναι μεθεκτό από τους αξίους. Οι λέγοντες λοιπόν κτιστήν και άκτιστον θεαρχίαν και θεότητα, αυτοί είναι οι διαχωρίζοντες το Πνεύμα σε άνισους και εκ διαμέτρου αντικείμενες θεότητες· αυτοί είναι οι λέγοντες κυριολεκτικώς δύο θεούς και περιπέφτουν στην νόσο της διθεΐας. Χωρίς να το καταλάβουν λοιπόν θεωρούν το αίτιο της μιας θεότητος ως αίτιον αλλοκότου διπλόης και όπως οι έχοντες την κεφαλή γεμάτη δίνη (ζάλη) εκλαμβάνουν την εκ της παραλύσεως ανατροπή τους ως ανατροπή των ορθώς και ασφαλώς ισταμένων.

34. Τί δηλαδή; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θεοποιό δώρο και η θέωσις; Ο θείος Μάξιμος δεν λέγει σε πολλά σημεία των θαυμασίων Κεφαλαίων και των διεξοδικωτέρων λόγων «αγένητον την θέωσιν, ως μη έχουσαν γένεσιν αλλά ακατάληπτον εις τους αξίους φανέρωσιν»; Αλλά άκουσε πάλι τον Αρεοπαγίτη λέγοντα ότι «το θεαρχικό Πνεύμα είναι υπέρ πάσα αϋλίαν και νοητήν θέωσιν υπεριδρυμένον», και πάλι ότι «καμμίαν θέωσιν ή ζωήν δεν βλέπουμε να είναι ακριβώς εμφερής με την υπερκείμενη των πάντων αιτίαν». Ώστε εμφερής (παρόμοιος, παρεμφερής) αλλά όχι ακριβώς. Πώς όχι ακριβώς; Επειδή κατά τον θείον Μάξιμο πάλι «ο καταξιωμένος δια της χάριτος θα είναι κατά πάντα ό,τι είναι ο Θεός χωρίς την κατ' ουσίαν ταυτότητα». Αυτή είναι η διαφορά, ότι, ενώ μετέχουν των ζωοποιών χαρίτων του πνεύματος, δεν μετέχουν της ουσίας. Ποιος δε δύναται να χωρέσει ολόκληρο και τούτων εκάστην; Διότι λέγει ο μέγας Αθανάσιος ότι «οι άγιοι δεν έβλεπαν την ουσία του Θεού αλλά την δόξαν», όπως και οι απόστολοι επάνω  στο όρος. Ο ίδιος άλλου, όπως είπαμε ανωτέρω, την δόξα ταύτη ονομάζει «φυσικήν δόξαν» του Θεού, καθώς και ο θείος Δαμασκηνός «φυσικήν ακτίνα της θεότητος». Ψάλλωντας μάλιστα προς αυτήν, λέγει ότι οι συναναβαίνοντες με τον Ιησού στο όρος θα δουν αυτή με δύναμη πνευματική και απόρρητον, αλλά δεν θα την δουν ολόκληρον· γι’ αυτό και την ονόμασε «αμυδρά αυγήν την θεότητος».

35. Βλέπεις και κατ’ άλλον τρόπον το υφειμένον της θείας θέας και μεθέξεως; Αλλά τούτο ήταν (αδυναμία) των πασχόντων όχι του ποιούντος· διότι λέγει, «καθόσον μπορούσαν να διακρίνουν οι βλέποντες». Η θεότης λοιπόν αυτή ως μη ολόκληρος μεν δεν είναι ίση· ως στελλομένη δε από εκεί είναι άκτιστος· ως ακτίνα δε εκείνης δεν είναι άλλη από αυτήν. Άκουσε τον απόστολον να λέγει σχετικώς ότι «εν τω Ιησού κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς», «εκ του πληρώματος αυτού όλοι εμείς ελάβομεν», λέγει πάλι ο αγαπημένος. Εκείνος μεν, ο Ιησούς, εχώρησε ολόκληρον και την ουσίαν και την ενέργειαν, εμείς δε μόνην την ενέργειαν, και ταύτην όχι ολόκληρον, όπως διδαχθήκαμε λίγο παραπάνω. Αλλά και δια του Ιωήλ προείπε ο θεός ότι «θα εκχύσω από το Πνεύμα μου εις πάσαν σάρκα». Πώς λοιπόν είναι κτίσμα το προερχόμενον από εκείνο το πλήρωμα της θεότητος, εάν δεν είναι και το πλήρωμα εκείνο κτίσμα, το όποιον συμβαίνει, φευ, κατά τους λέγοντες κτιστήν την θεοποιόν χάριν του Πνεύματος; Πώς δε πάλι το εκχεόμενο από το Πνεύμα θα ήταν μη άκτιστον, αν δεν ήταν και το Πνεύμα έτσι (μη άκτιστον); Και όμως ο μέγας Βασίλειος λέγει, «εξέχεε τούτο ο Θεός, δεν το έκτισε, το εχάρισε, δεν το εδημιούργησε, το έδωσε, δεν το εποίησεν». Ο δε Χρυσόστομος πατήρ λέγει, «δεν εκχέεται ο Θεός αλλά η χάρις» Έτσι κατά κοινή ομολογία η χάρις είναι άκτιστος.

36. Αλλά πάλι πώς δεν θα είναι υπερκείμενο το εκ του πληρώματος πλήρωμα, αν δεν είναι επίσης και οι μετασχόντες αυτού και κατά χάριν θεωθέντες ομόθεοι, καθώς άλλωστε και το φύραμα εκείνο της ημετέρας φύσεως, το οποίον ο Υιός του Θεού έχρισεν υπέρ ημών δι’ εαυτού; Δεν εννοώ όμως τους μερισμούς του Πνεύματος κατά τον Παύλον εδώ, αλλά την κοινήν μετάληψιν όλων, της οποίας επίσης υπέρκειται το θείον. Εάν δε εξετάσει κανείς και την αναλογία της αξιότητος εκάστου των μετεχόντων, θα ιδεί πολλές διαφορές να υφίστανται κατά το υπερκείμενον και το υφειμένον. Τί λοιπόν; Κατακερματίζεται το Πνεύμα; Άπαγε· διότι τούτο μετέχεται αμεθέκτως και μερίζεται αμερίστως. Και για να εκφρασθώ κατά τον Χρυσόστομον θεολόγον ο οποίος εξηγώντας παραδειγματικώς τα πράγματα, πώς λαμβάνουμε εμείς εκ του πληρώματος εκείνου; Αν μετέχοντες του πυρός, λέγει, το οποίον μάλιστα είναι σωματικόν, και το μερίζομε και δεν το μερίζομε, πώς δεν θα εγίνετο τούτο επί της ενεργείας, και ενεργείας της εξ ασωμάτου ουσίας;

37. Αλλά πάλι ακούοντας ανώτερα και κατώτερα, μην εκλάβεις εκ νέου πολλούς θεούς· διότι τούτο συμβαίνει στους λέγοντες πολλές θείες ουσίες υπερκείμενες και υφείμενες, όπως γράφει ο μέγας Διονύσιος· «Θεόν δε ανούσιον ούτε κατά διάνοιαν δεν είναι δυνατόν να πλάσει κανείς». Επειδή λοιπόν οι ενέργειες αυτές δεν είναι αυθυπόστατοι, αλλά δυνάμεις δηλωτικές της υπάρξεως του Θεού, δεν υπάρχει εξ αιτίας αυτών άλλος δεύτερος Θεός. Αλλά οι μη δεχόμενοι αυτές θα αγνοήσουν και ότι υπάρχει ο Θεός, οι δε ανατείνοντες προς αυτές το βλέμμα της διανοίας θα προσκυνήσουν ένα παντοδύναμον Θεόν, υπερκείμενο κατ’ ουσίαν σε άβατους χώρους, και μη επιδεχόμενο ούτε όνομα ούτε λόγον ούτε νόημα κατ’ αυτήν, κατ’ εκείνες δε, τις ενέργειες, όντα πολυώνυμα και αποκαλυπτικά· και τους μεν από εκείνες αυτόν γνωρίζοντες και υμνούντες (τους καθιστά) θεοσεβείς, τους δε και μετέχοντες αυτών και ενεργούντες κατά την μετουσίαν αυτών θεούς απεργαζόμενον κατά χάριν άναρχους και ατελεύτητους {Σχόλιο Παν. Χρήστου: Εφ' όσον ο άνθρωπος καθίσταται πράγματι μέτοχος της θεοποιού χάριτος του θεού, αποκτά και τις ιδιότητες αυτής κατά μέθεξιν. Ούτω χωρίς να παύση να είναι κτιστός και πεπερασμένος κατά την φύσιν, καθίσταται άκτιστος, άναρχος και ατελεύτητος κατά την χάριν.}, όπως αποδεικνύει σε πολλά κείμενα και διά πολλών λόγων ο θείος Μάξιμος, λέγοντας ότι έγιναν αυτοί θεοί, «όχι λόγω της κτιστής φύσεως την οποίαν έχουν, διά της οποίας άρχισαν και επεράτωσαν την ύπαρξή τους, αλλά λόγω της θείας και άκτιστου χάριτος εκ του πάντοτε όντος Θεού η οποία είναι πάντοτε υπέρ πάσαν φύσιν και πάντα χρόνον». Πράγματι αναπετάσαντες τον νουν προς τις θείες και ανάρχους και αθανάτους ακτίνες του Θεού και πατρός, γεννηθέντες εκ του Θεού δια του λόγου κατά χάριν εν Πνεύματι και φέροντες πλήρη την ομοίωσιν προς τον γέννησαντα Θεόν (διότι πάσα γέννησις καθιστά φυσικά τόν γεννώμενον ταυτόν προς τον γεννώντα· «καθ’ όσον το γεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το γεννημένον εκ του Πνεύματος είναι πνεύμα»), ευλόγως έλαβον το όνομα θεοί όχι από τα φυσικά χρονικά (πρόσκαιρα) ιδιώματα, αλλά από τα θεία και μακάρια γνωρίσματα, με τα οποία μετεποίησαν το είδος ευατών. Ταύτα δε δεν φθάνει να περιγράψει ούτε χρόνος, ούτε φύσις, ούτε λόγος, ούτε νους, ούτε κανένα άλλο των όντων.

38. Από αυτούς λοιπόν τους λόγους εξελεγχόμενοι σφοδρώς οι αντιτιθέμενοι στην χάριν του Θεού και υποβιβάζοντες σε κτίσμα την θεοποιό δωρεά του Πνεύματος η οποία καθιστά και τους μετόχους υπερφυείς και μεταδίδει θεία αξιότητα, λέγουν χάριν άκτιστον την υπερούσιο ουσία του Θεού. Αυτοί αποδεχόμενοι μόνον ταύτην άκτιστον, ισχυρίζονται ότι αυτήν εννοεί εδώ ό άγιος, και έτσι νομίζουν ότι μεταστρέφουν προς την γνώμη τους όλους τους υπέρ της χάριτος του Θεού συμφωνούντες με εμάς λόγους των αγίων ως αναφερομένους στη ουσία του Θεού. Πόσον δε παραλογισμό περικλείει αυτή η σκέψις, δεν νομίζω ότι θα αγνοήσει οποιοσδήποτε, ακόμη και ολίγον αν επιστήσει την προσοχή του στα προτιθέμενα· διότι, λέγει, «δια την χάριν του Θεού την θείαν και άκτιστον και πάντοτε ούσαν εκ του πάντοτε όντος Θεού». Τί λοιπόν; Η υπερούσιος ουσία του Θεού είναι εκ του Θεού; Όντως οι άνθρωποι αυτοί με τα παράλογα πλάσματα της διανοίας τους δημιούργησαν δύο θεούς και περιέπεσαν σε διθεΐα χειροτέρα της αθεΐας. Διότι πράγματι, εάν η υπερούσιος ουσία, την οποίαν λέγουν αυτοί, έχει το είναι (την ύπαρξιν) εκ του Θεού, αυτή δεν είναι η τρισυπόστατη ουσία την οποίαν αναγνωρίζουμε εμείς ως μόνον αληθή Θεόν· διότι αυτή η ουσία δεν έχει το είναι (την ύπαρξιν) της από πουθενά, αλλά αυτή είναι η ύπαρξις (το είναι). Εάν δε αυτοί ισχυρίζονται ότι εννοούν ταύτην, ποιος τότε είναι ο άλλος πάντοτε ων θεός, από τον όποιον έχει αυτή το είναι; Τόσο ανακόλουθα προς τις απόψεις τους και εντελώς ασύμβατα προς την αλήθεια πράγματα προφέρουν αυτοί οι άνθρωποι.

39. Πώς δε είναι και άκτιστοι και άναρχοι λόγω της υπερουσίου ουσίας του Θεού οι άγιοι: Εάν είναι δια το ότι αυτή τους έκτισε, τότε θα πούμε και όλη την κτίσιν άκτιστον και άναρχον ως κτισθέντα υπό του ανάρχου Θεού· εάν δε είναι έτσι δια το ότι μετέδωσε εξ εαυτής, κατ' ουσίαν ο Θεός θα είναι μεθεκτός, πράγμα το όποιο είναι όχι λιγότερο άτοπο. Άκουσε σχετικώς πάλι τον ίδιο Μάξιμο λέγοντα, «ο υπάρχων σε όλους αμέθεκτος κατ’ ουσίαν, θέλων δε να μετέχεται κατ’ άλλον τρόπον υπό των δυναμένων δεν εξίσταται εντελώς από το κατ’ ουσίαν κρύφιον»· και τον μέγα Αθανάσιο, «δεν έβλεπον την ουσίαν του Θεού οι άγιοι, αλλά την δόξαν»· και τον μέγα Βασίλειο, «εμείς από τις ενέργειες του λέγουμε ότι γνωρίζομε τον Θεόν μας, αλλά δεν ισχυριζόμεθα ότι πλησιάζουμε την ουσίαν αυτού»· και πάλι «οι μεν ενέργειες αυτού καταβαίνουν προς εμάς, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος». Πρόσεξε δε και περί των ενεργειών, ότι δεν είπε ότι αυτές γίνονται μέσα μας (εν ημίν), αλλά «καταβαίνουν προς εμάς», καθ’ όσον η προς εμάς προχωρούσα από εκεί ενέργεια είναι πάντοτε ανάρχως εν αυτώ και περί αυτόν· διότι η δύναμις του τεχνίτου είναι συνημμένη με τον τεχνίτην και φύσει φανερώνεται στα υπό της τέχνης επιτελεσθέντα, χωρίς πάντως να είναι αυτή το αποτέλεσμα, αλλά το μεθεκτόν του τεχνίτου υπό των τεχνητών.



Συνεχίζεται

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (10)

                                                ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από: Πέμπτη 1η Ιανουαρίου 2026

31. Αλλά οι θεολόγοι λέγουν ότι ο Θεός είναι και της καθ' υπερουσιότητα θέσεως απείρως υπερβατικός. Τί λοιπόν; Θα πεις γι’ αυτό κτιστή την υπερουσιότητα, ώστε να μη σου γίνει σύνθετος από υπερκείμενο και υφειμένο ο Θεός; Λέγει δε και ο μέγας Βασίλειος ότι, «εις ημάς το πνεύμα είναι ως δώρον Θεού· αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως· δια τούτο και είναι ομότιμο με τον δώσαντα». Διότι τίποτε δεν εμποδίζει να είναι ομότιμο με το υπερκείμενο κατά το αίτιον, το αχωρίστως ενωμένο προς αυτό ως ομοφυές ή ως φυσική και ουσιώδης δύναμις. Και ο Υιός άλλωστε είναι ομότιμος με τον Πατέρα, ο οποίος είναι μεγαλύτερος κατά το αίτιον. Όποιος δε λέγει κτίσμα το θεοποιό τούτο δώρο, πώς θα το πει πάλι ομότιμο με τον δώσαντα αυτό κατά τον μέγα Βασίλειο; Και πάλι, όταν λέγει· «το πνεύμα της υιοθεσίας, το αίτιον της ελευθερίας το πνέον θειότητα όπου θέλει», δεν είναι σαν να λέγει ακριβώς εκείνο το «θεοποιό δώρο, η θεότης, η θεαρχία, η αγαθαρχία, η αρχή της θεώσεως»;. Διότι ό,τι είπε εκείνος αρχή, εκάλεσε ούτος αίτιο. Αλλ’ άκουε την συνέχεια· «διά τούτο όλοι οι άγιοι είναι ναοί Θεού και Υιού και Αγίου Πνεύματος, εφ’ όσον κατοικεί σε αυτούς η μία θεότης και η μία κυριότης».

32. Βλέπεις ότι το ενοικούν στους αγίους θεοποιό δώρο είναι άκτιστο; Αλλά τo ότι λέγεται και αυτό θεότης έχουσα υπερκείμενη εαυτής την υπεράρχιον φύσιν δεν εμποδίζει να υπάρχει μία θεότης. Γιατί; Διότι και αυτή είναι άκτιστος και αδιαίρετος από εκείνην. Όπως δηλαδή ήλιος είναι τόσο η ακτίνα όσο και το σώμα από το όποιο προέρχεται η ακτίνα, και αυτό μεν είναι απρόσιτο, αυτή δε ως υφειμένη είναι προσιτή, αλλά δεν είναι για τον λόγο αυτό δυο φώτα ούτε δύο ήλιοι, έτσι θεότης είναι τόσο και το θεοποιό δώρο όσον και η χαρίζουσα τούτο αφ’ εαυτής θεαρχικωτάτη φύσις, αλλά δεν είναι δύο θεότητες. Έτσι Πνεύμα άγιον είναι τόσον το παρέχον όσο και το παρεχόμενον. Και έτσι ενώ υπάρχουν και λέγονται πολλά πνεύματα άγια, δεν εμποδίζει τίποτε να πιστεύουμε εμείς ένα. Ιδού πράγματι άκουσες ότι το Πνεύμα ως δώρο είναι μέσα μας και ότι το δώρο είναι ομότιμο με τον δώσαντα. Πώς λοιπόν θα είναι κτίσμα, αν δεν είναι κτίσμα και ο Θεός ο οποίος το έδωσε; Τούτο, αλλοίμονο, κινδυνεύουν να δεχθούν οι θεωρούντες κτιστό το θεοποιό δώρο. Αλλά βεβαίως και το παρέχον την θεοποιόν χάριν είναι το Πνεύμα το άγιον και η παρεχόμενη χάρις είναι το Πνεύμα το άγιον, όπως ακούσαμε. Και δεν είναι επιτρεπτό να αθετούμε κανένα από τα δύο, ούτε να διαιρούμε σε κτιστό και άκτιστο το αυτό Πνεύμα, αλλά να τα εννοούμε αμφότερα ευσεβώς ακούοντες τον λέγοντα ότι «του Πνεύματος την χάριν η Γραφή άλλοτε καλεί ύδωρ, άλλοτε δε πυρ, δεικνύουσα ότι τα ονόματα ταύτα δεν είναι της ουσίας αλλά της ενεργείας»

33. Επομένως το Πνεύμα κατ’ ουσίαν μεν είναι αμέθεκτο, κατά δε την θεοποιό τούτη ενέργεια, η οποία και θεότης και θεαρχία ως θέωσις καλείται κατά την οποίαν και εκχύνεται και δίδεται και αποστέλλεται αυτό το οποίον είναι πανταχού και είναι ιδρυμένο σε ακίνητο ταυτότητα μονίμως, είναι μεθεκτό από τους αξίους. Οι λέγοντες λοιπόν κτιστήν και άκτιστον θεαρχίαν και θεότητα, αυτοί είναι οι διαχωρίζοντες το Πνεύμα σε άνισους και εκ διαμέτρου αντικείμενες θεότητες· αυτοί είναι οι λέγοντες κυριολεκτικώς δύο θεούς και περιπέφτουν στην νόσο της διθεΐας. Χωρίς να το καταλάβουν λοιπόν θεωρούν το αίτιο της μιας θεότητος ως αίτιον αλλοκότου διπλόης και όπως οι έχοντες την κεφαλή γεμάτη δίνη (ζάλη) εκλαμβάνουν την εκ της παραλύσεως ανατροπή τους ως ανατροπή των ορθώς και ασφαλώς ισταμένων.

34. Τί δηλαδή; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θεοποιό δώρο και η θέωσις; Ο θείος Μάξιμος δεν λέγει σε πολλά σημεία των θαυμασίων Κεφαλαίων και των διεξοδικωτέρων λόγων «αγένητον την θέωσιν, ως μη έχουσαν γένεσιν αλλά ακατάληπτον εις τους αξίους φανέρωσιν»; Αλλά άκουσε πάλι τον Αρεοπαγίτη λέγοντα ότι «το θεαρχικό Πνεύμα είναι υπέρ πάσα αϋλίαν και νοητήν θέωσιν υπεριδρυμένον», και πάλι ότι «καμμίαν θέωσιν ή ζωήν δεν βλέπουμε να είναι ακριβώς εμφερής με την υπερκείμενη των πάντων αιτίαν». Ώστε εμφερής (παρόμοιος, παρεμφερής) αλλά όχι ακριβώς. Πώς όχι ακριβώς; Επειδή κατά τον θείον Μάξιμο πάλι «ο καταξιωμένος δια της χάριτος θα είναι κατά πάντα ό,τι είναι ο Θεός χωρίς την κατ' ουσίαν ταυτότητα». Αυτή είναι η διαφορά, ότι, ενώ μετέχουν των ζωοποιών χαρίτων του πνεύματος, δεν μετέχουν της ουσίας. Ποιος δε δύναται να χωρέσει ολόκληρο και τούτων εκάστην; Διότι λέγει ο μέγας Αθανάσιος ότι «οι άγιοι δεν έβλεπαν την ουσία του Θεού αλλά την δόξαν», όπως και οι απόστολοι επάνω στο όρος. Ο ίδιος άλλου, όπως είπαμε ανωτέρω, την δόξα ταύτη ονομάζει «φυσικήν δόξαν» του Θεού, καθώς και ο θείος Δαμασκηνός «φυσικήν ακτίνα της θεότητος». Ψάλλωντας μάλιστα προς αυτήν, λέγει ότι οι συναναβαίνοντες με τον Ιησού στο όρος θα δουν αυτή με δύναμη πνευματική και απόρρητον, αλλά δεν θα την δουν ολόκληρον· γι’ αυτό και την ονόμασε «αμυδρά αυγήν της θεότητος».

(συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (9)

 Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ



....Ως ενέργειες του Θεού λοιπόν προ των αιώνων εννοούμε την ζωή, την αθανασία, την απλότητα, την απειρία και γενικώς όσα ο Αθανάσιος χαρακτηρίζει ως φύσει περί τον Θεόν· διότι πράγματι λέγει, «να μη συμβεί να πω κάτι επίκτητο επί του Πνεύματος˙ διότι ούτε το άγιον ούτε το άφθαρτον ούτε το αγαθόν ούτε τίποτε άλλο από τα περί τον Θεόν παρατηρούμενα λέγω ότι είναι επίκτητο επί του Αγίου Πνεύματος, άλλα λέγω ότι τούτο είναι φύσει άγιον, φύσει αγαθόν, φύσει αθάνατον». Αυτά ο σοφός Μάξιμος αποκάλεσε έργα του Θεού και είπε ότι υφίστανται φύσει περί τον Θεόν. Θα μπορούσε βεβαίως να πει κανείς ομωνύμως έργα και τις ενέργειες, επειδή και ο πολύς στα θεία Δαμασκηνός λέγει, «καλείται και η ενέργεια ενέργημα και το ενέργημα ενέργεια». Ότι άλλο είναι δύναμις και ενέργεια και έτερο ουσία και φύσις, άκουσε να το λέγει σαφώς ο ίδιος˙ «πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η ενέργεια και άλλο το ενεργητικόν. Ενέργεια δηλαδή είναι η δραστική και ουσιώδης κίνησις της φύσεως, ενεργητικόν δε η φύσις από την οποία προέρχεται η ενέργεια».......

25. Εάν δε την ενέργεια αυτή, ως κάτι διαφορετικό από την φύσιν -διότι η φύσις είναι ενεργητική, όχι ενέργεια-, ανακηρύξει κανείς κτιστήν, ή ούτε κτιστήν ούτε άκτιστον, όπως οι αντιλέγοντες προς εμάς, θα περιπέσει σε δεινές και ποικίλες βλασφημίες. Διότι ή θα συμβεί να μην υπάρχει καθόλου Θεός (εφ’ όσον το μη έχον ούτε κτιστή ούτε άκτιστον ενέργεια ανήκει στα μη όντα καθόλου και πουθενά) ή θα είναι και αυτός κτιστός˙ διότι παν το έχον κτιστή ένεργεια είναι και αυτό κτιστό. Αλλά οι λέγοντες τούτο θα παρουσιασθούν και ως μονοθελήτες χειρότεροι από τούς παλαιούς˙ διότι συνέπεια των απόψεών τους είναι να δέχονται μία ενέργεια επί Χριστού, και μάλιστα όχι άκτιστον αλλά κτίστην. Θα φανερώσει δε ότι πάσχουν ταύτα με ολίγες λέξεις ο ίδιος Δαμασκηνός, ο οποίος λέγει «εάν n ενέργεια του Χριστού είναι μία, θα είναι ή κτιστή ή άκτιστος˙ διότι στο μέσον τούτων δεν υπάρχει ενέργεια, όπως δεν υπάρχει ούτε φύσις. Εάν λοιπόν είναι κτιστή, θα δηλώνει κτιστή φύσιν, εάν δε είναι άκτιστος, θα χαρακτηρίζει άκτιστον ουσία. Διότι οπωσδήποτε τα φυσικά πρέπει να είναι κατάλληλα στις φύσεις».

26. Βλέπεις ότι η ενέργεια του Θεού δεν είναι ούτε φύσις ούτε ουσία, αλλά φυσικό και ουσιώδες; Και ότι είναι άκτιστο και όχι κτιστό, αν και είναι κάτι άλλο από την φύσιν; «Διότι εκ των λεγομένων επί Θεού άλλα μεν σημαίνουν τι δεν είναι, όπως είναι όλα τα αφαιρετικά, άλλα δε παρέπονται στη θεία φύσιν, όπως είναι η αγαθότης, η απλότης, η ζωή και γενικώς παν είδος αρετής, άλλα δε έχουν την σημασία της δυνάμεως και ενεργείας, όπως είναι και η θεότης»˙ διότι ο Θεός έλαβε το όνομα αυτό «από το ότι θεάται τα πάντα», δηλαδή γνωρίζει. Τί συμβαίνει λοιπόν; Αυτός ο όποιος εγνώρισε τα πάντα ακόμη και προ της γενέσεώς τους άρχισε κάποτε (εν χρόνω) την ενέργεια αυτή; Βλέπεις ότι η τοιαύτη ενέργεια είναι άκτιστος και άναρχος, υπάρχουσα άλλη από την ουσία του Θεού, ως υπάρχουσα όχι εκ των κατ’ αυτόν αλλ’ εκ των περί αυτόν; Τί συμβαίνει δε με τα παρεπόμενα στη θεία φύσιν; Υπήρχε εποχή κατά την οποία δεν ήταν επόμενα; Ώστε και αυτά όλα είναι άκτιστα, αν και δεν είναι θεία ουσία έκαστο εξ αυτών.

27. Ο δε λέγων ότι μόνον η θεία ουσία του Θεού είναι άκτιστος και ότι γι’ αυτό το άκτιστον είναι έν, και οτιδήποτε δεν είναι ουσία αλλά περί την ουσία του Θεού είναι κτιστό, αυτός θα πει ότι και τα υποστατικά όλα, όπως το αγέννητον, το γεννητόν, το εκπορευτόν, ως άκτιστα είναι ουσία του Θεού, και θα είναι ένας νέος Ευνόμιος. Εάν δε δεν λέγει μεν αυτά θείες ουσίες, αποφαίνεται όμως ότι ως όντα περί την ουσία είναι κτιστά, υπερβαίνει και τον Ευνόμιο κατά την δυσσέβεια. Διότι δεν καταβιβάζει μόνον το μονογενές φως στην κτίσιν, αλλά και το αγέννητον, και ευλόγως καταφέρεται ασυγκράτητος εναντίον ημών οι οποίοι δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες. Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.

28. Επομένως, είτε έργα τα ονομάσει κανείς είτε ενέργειες, αφού είναι άλλα από την ουσία του Θεού (διότι, όπως ακούεις, δεν είναι από τα κατ’ αυτόν αλλά από τα περί αυτόν), όλα αυτά λοιπόν είναι κατώτερα του Πνεύματος, όπως και ο μέγας Βασίλειος διεκήρυξε λίγο παραπάνω, εφ' όσον (τούτο) υπερέχει κατά το άφραστο και απροσπέλαστο της ουσίας. Άκουσες όμως επίσης και τον σεπτό Μάξιμο να λέγει ότι «η βασιλεία του Χριστού είναι κάτι υπέρ τους αιώνες, πιστεύομε δε ότι αυτή είναι η κληρονομιά των σωζομένων». Ο ίδιος πάλι λέγει αλλού ότι οι αξιωμένοι της χάριτος ταύτης «θα είναι υπέρ πάντες τους αιώνες και τους χρόνους και τους τόπους, αν βέβαια κληρονομιά των αξίων είναι ο ίδιος ο Θεός». Τί λοιπόν; Θα κληρονομήσουν την φύσιν και ουσία του Θεού; Όχι βέβαια· αλλά την θεοποιόν χάριν και την θεία βασιλεία, η οποία αν και δεν είναι φύσις Θεού -εφ’ όσον εκείνη είναι αμέθεκτος-, είναι όμως φυσική ενέργεια του Θεού, ακολουθούσα φυσικώς τον Θεόν και αχωρίστως περί αυτόν πάντοτε θεωρούμενη. Γι’ αυτό και ο κληρονόμος ταύτης λέγεται κληρονόμος Θεού.

29. Θέλεις λοιπόν να πληροφορηθείς ότι οι άγιοι για την επηγγελμένη ταύτη κληρονομία των αγαθών, για την οποία άκουσες ότι υπάρχει υπέρ τους αιώνες, λέγουν ότι είναι περί τον Θεόν και ότι το θείον είναι ανώτερο και υψηλότερο ταύτης κατά το παντελώς άρρητο και αμέθεκτο της ουσίας; Μάθε και διδάξου τούτο από τον ένθεο Γρηγόριο Νύσσης που λέγει: «εάν δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθούν τα κρίματά του και οι οδοί του δεν εξιχνιάζονται, και η επαγγελία των αγαθών υπέρκειται από όλες τις εικασίες των στοχασμών, πόσο μάλλον αυτό τούτο το θείον είναι ανώτερο και υψηλότερο από τα περί αυτό νοούμενα κατά το άφραστο και απροσπέλαστον». Τί είναι λοιπόν και τα θεία κρίματα; Δεν είναι οι προορισμοί του Θεού; Είναι δυνατόν να έχουν αρχή ή να είναι κτιστοί οι προορισμοί του Θεού; Αλλά και γι’ αυτούς λέγει ότι είναι περί τον Θεόν, ανώτερο δε και υψηλότερο πάλι αυτών λέγει το θείον. Βλέπεις πολλά περί τον Θεόν άκτιστα και άναρχα, τα φυσικώς υπάρχοντα περί αυτόν, και τούτων ανώτερον και υψηλότερο το θείον; Κατά τι δε τούτων είναι υψηλότερο, αν όχι κατά την υπερώνυμον και ακατονόμαστον και απερινόητον και αμέθεκτον και αναίτιον φύσιν και ουσίαν, εάν βεβαίως ταύτα, τα νοούμενα περί αυτήν ως εξ αϊδιότητος φυσικώς, νοούνται κάπως και ονομάζονται και μετέχονται και κληρονομούνται από τους αξίους να κληρονομήσουν τον Θεόν;

30. Τί άλλο δε θα μπορούσε να είναι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος παρά η βασιλεία του Θεού; Διότι το ίδιο είναι να γίνει κανείς Θεός και να επιτύχει την βασιλεία του Θεού. Εάν λοιπόν η βασιλεία του θεού είναι άναρχος και άκτιστος τότε και το θεοποιό δώρο είναι άναρχο και άκτιστο. Γι’ αυτό ο μέγας Διονύσιος το ονόμασε και «θεαρχίαν» και «θεότητα», αλλά και λέγει, «και της ούτω λεγομένης θεότητος ως θεαρχίας και αγαθαρχίας ο Θεός είναι επέκεινα ως υπερκείμενος πάσης αρχής». Αρχή μεν και αίτιος των θεωμένων είναι ο Θεός ως μετεχόμενος, υπεράρχιος δε ως υπάρχων υπεράνω μετοχής. Ώστε υπέρκειται και των ακτίστων ενεργειών του, διότι ουδέποτε έως σήμερα ηκούσθη να λέγεται κτιστή θεότης ή και θεαρχία και αγαθαρχία, μολονότι ο ίδιος αλλού είπε ταύτην και «αυτοαγαθότητα», αλλού δε πάλι «αρχίφωτον» και «θεαρχικήν ακτίνα». Πώς δε και θεοποιό δώρο θα είναι και θα θεοποιήσει το κτιστό; Τότε θα έπρεπε να λέγεται μάλλον θεοποιημένο και όχι θεοποιό. «Αλλ' επειδή», εξηγεί (ο Ακίνδυνος) «λέγεται υφειμένη θεότης, αν και θεότης -και διότι υπέρκειται ταύτης ο Θεός-, είναι κτίστη».

31. Αλλά οι θεολόγοι λέγουν ότι ο Θεός είναι και της καθ' υπερουσιότητα θέσεως απείρως υπερβατικός. Τί λοιπόν; Θα πεις γι’ αυτό κτιστή την υπερουσιότητα, ώστε να μη σου γίνει σύνθετος από υπερκείμενο και υφειμένο ο Θεός; Λέγει δε και ο μέγας Βασίλειος ότι, «εις ημάς το πνεύμα είναι ως δώρον Θεού· αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως· δια τούτο και είναι ομότιμο με τον δώσαντα». Διότι τίποτε δεν εμποδίζει να είναι ομότιμο με το υπερκείμενο κατά το αίτιον το αχωρίστως ενωμένο προς αυτό ως ομοφυές ή ως φυσική και ουσιώδης δύναμις. Και ο Υιός άλλωστε είναι ομότιμος με τον Πατέρα, ο οποίος είναι μεγαλύτερος κατά το αίτιον. Όποιος δε λέγει κτίσμα το θεοποιό τούτο δώρο, πώς θα το πει πάλι ομότιμο με τον δώσαντα αυτό κατά τον μέγα Βασίλειο; Και πάλι, όταν λέγει· «το πνεύμα της υιοθεσίας, το αίτιον της ελευθερίας το πνέον θειότητα όπου θέλει», δεν είναι σαν να λέγει ακριβώς εκείνο το «θεοποιό δώρο, η θεότης, η θεαρχία, η αγαθαρχία, η αρχή της θεώσεως»;. Διότι ό,τι είπε εκείνος αρχή, εκάλεσε ούτος αίτιο. Αλλ’ άκουε την συνέχεια· «διά τούτο όλοι οι άγιοι είναι ναοί Θεού και Υιού και Αγίου Πνεύματος, εφ’ όσον κατοικεί σε αυτούς η μία θεότης και η μία κυριότης».


(Συνεχίζεται)

ΙΔΙΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ, Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΣ Η ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ. ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ. ΕΑΝ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΙ;
ΠΑΛΑΒΩΣΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (8)

                       ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από:  Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

22. Πάντως διαφορές φυσικές και ουσιώδεις ούτε υπάρχουν ούτε λέγονται επί του Θεού, διότι αυτές είναι συστατικές εκείνων των πραγμάτων των οποίων είναι διαφορές. Ο δε Θεός είναι ο ίδιος η σύστασις όλων των περί αυτόν. Αλλα οι ουσιώδεις διαφορές εκ φύσεως συνιστούν πολλές και διαφόρες ουσίες. Του δε θεού μία η ουσία, μη δεχόμενη καμμία διαφορά καθ’ εαυτή. Και όμως την γνώσιν του «τί ην είναι» την αποκομίζουμε από τις διαφορές εκάστου πράγματος. Ως προς τον Θεόν, ότι μεν υπάρχει το γνωρίζουμε, τί δε είναι και ποιος (οποιόν τι) είναι, είναι αδύνατο και στους ανθρώπους και στους αγγέλους να γνωρίζουν. Ακόμη, επειδή οι ουσιώδεις διαφορές σε έκαστο πράγμα είναι πολλές, η προς έτερο πράγμα διαφορά ανήκει σε άλλο γένος και χαρακτηρίζει το τί είναι. Άρα είναι αδύνατο να εφαρμοστεί τούτο στην απερινόητο φύσιν. Επιπλέον δε εκάστη των διαφορών τούτων είναι και καθολικότερη (γενικότερη) του έχοντος αύτην, καθ’ όσον λέγεται σε μεγαλυτέρα έκτασιν και εκείνο (από τα επί Θεού όμως λεγόμενα δεν υπάρχει ούτε ένα το οποίο δεν είναι μοναδικό, «διότι», λέγει, «κανείς δεν είναι αγαθός εί μή είς, ο Θεός», «ο μακάριος και μόνος δυνάστης, ο μόνος έχων αθανασίαν, ο κατοικών σε απρόσιτον φως») και καλύπτει περισσότερα πράγματα, διαφέροντα όχι υποστατικώς και κατά τον αριθμόν αλλά κατά το είδος. Που ισχύουν αυτά για την μία τρισυπόστατον φύσιν;

23. Φυσικές λοιπόν και ουσιώδεις διαφορές δεν υφίστανται σε αυτήν, ενέργειες δε φυσικές και ουσιώδεις και υφίστανται και λέγονται. Διότι αυτές δεν είναι συστατικές, αλλά χαρακτηριστικές, δηλαδή δεικτικές, όμως ούτε δεικνύουν τί πράγμα είναι, δηλαδή τί είναι κατά την ουσία, ούτε υπάρχει εδώ ανάγκη να λέγονται σε περισσότερα πράγματα του είδους. Πράγματι μόνος ο άνθρωπος είναι γραμματικόν ον. Το ίδιο εδώ λέγεται δύναμις και ενέργεια. Λέγεται δε ιδίως ενέργεια μόνο και η χρήσις της εμφύτου δυνάμεως, ενίοτε δε και το εκ της χρήσεως αποτέλεσμα. Το μεν αποτέλεσμα είναι λοιπόν πάντοτε κτιστόν, ή μάλλον κατά το πλείστον, η δε χρήσις και η ενέργεια, την οποία καλούμε και δύναμιν κατά το κτιστόν και το άκτιστον έπονται πάντοτε η μία εις την άλλην.

24. Ότι δε οι δυνάμεις αυτές καλούνται και ενέργειες, είναι δυνατόν να μάθεις από τον καλώς διευκρινίσαντα τα θέματα αυτά θείον Δαμασκηνό˙ λέγει αυτός πράγματι ότι «όλες οι δυνάμεις, τόσο οι γνωστικες όσο και οι φυσικές και τεχνικές, καλούνται ενέργειες». Ότι δε επί Θεού, αν και δεν αναφέρουμε ουσιώδεις και φυσικές διαφορές, αναφέρουμε όμως ενέργειες άκουσε πάλι τον Δαμασκηνό που λέγει˙ «Είναι αδύνατον να είναι άμοιρος φυσικής ενέργειας η ουσία. Διότι η δηλωτική εκάστης ουσίας δύναμις και κίνησις είναι φυσική ενέργεια της οποίας στερείται μόνον το μη όν. Οπότε είναι φανερό ότι, όσα έχουν την ιδίαν ουσία έχουν και την ιδίαν ενέργεια». Και άλλου δε, διδάσκοντας περί των δύο φυσικών ενεργειών στον Χρίστον, λέγει˙ «εφ' όσον πάσα ενέργεια ορίζεται ως ουσιώδης κίνησις κάποιας φύσεως, που βλέπει κανείς φύσιν ακίνητον ή εντελώς ανενέργητον, ή βρίσκει ενέργεια η οποία δεν είναι κίνησις φυσικής δυνάμεως;».

25. Εάν δε την ενέργεια αυτή, ως κάτι διαφορετικό από την φύσιν -διότι η φύσις είναι ενεργητική, όχι ενέργεια-, ανακηρύξει κανείς κτιστήν, ή ούτε κτιστήν ούτε άκτιστον, όπως οι αντιλέγοντες προς εμάς, θα περιπέσει σε δεινές και ποικίλες βλασφημίες. Διότι ή θα συμβεί να μην υπάρχει καθόλου Θεός (εφ’ όσον το μη έχον ούτε κτιστή ούτε άκτιστον ενέργεια ανήκει στα μη όντα καθόλου και πουθενά) ή θα είναι και αυτός κτιστός˙ διότι παν το έχον κτιστή ένεργεια είναι και αυτό κτιστό. Αλλά οι λέγοντες τούτο θα παρουσιασθούν και ως μονοθελήτες χειρότεροι από τούς παλαιούς˙ διότι συνέπεια των απόψεών τους είναι να δέχονται μία ενέργεια επί Χριστού, και μάλιστα όχι άκτιστον αλλά κτίστην. Θα φανερώσει δε ότι πάσχουν ταύτα με ολίγες λέξεις ο ίδιος Δαμασκηνός, ο οποίος λέγει «εάν n ενέργεια του Χριστού είναι μία, θα είναι ή κτιστή ή άκτιστος˙ διότι στο μέσον τούτων δεν υπάρχει ενέργεια, όπως δεν υπάρχει ούτε φύσις. Εάν λοιπόν είναι κτιστή, θα δηλώνει κτιστή φύσιν, εάν δε είναι άκτιστος, θα χαρακτηρίζει άκτιστον ουσία. Διότι οπωσδήποτε τα φυσικά πρέπει να είναι κατάλληλα στις φύσεις».

26. Βλέπεις ότι η ενέργεια του Θεού δεν είναι ούτε φύσις ούτε ουσία, αλλά φυσικό και ουσιώδες; Και ότι είναι άκτιστο και όχι κτιστό, αν και είναι κάτι άλλο από την φύσιν; «Διότι εκ των λεγομένων επί Θεού άλλα μεν σημαίνουν τι δεν είναι, όπως είναι όλα τα αφαιρετικά, άλλα δε παρέπονται στη θεία φύσιν, όπως είναι η αγαθότης, η απλότης, η ζωή και γενικώς παν είδος αρετής, άλλα δε έχουν την σημασία της δυνάμεως και ενεργείας, όπως είναι και η θεότης»˙ διότι ο Θεός έλαβε το όνομα αυτό «από το ότι θεάται τα πάντα», δηλαδή γνωρίζει. Τί συμβαίνει λοιπόν; Αυτός ο όποιος εγνώρισε τα πάντα ακόμη και προ της γενέσεώς τους άρχισε κάποτε (εν χρόνω) την ενέργεια αυτή; Βλέπεις ότι η τοιαύτη ενέργεια είναι άκτιστος και άναρχος, υπάρχουσα άλλη από την ουσία του Θεού, ως υπάρχουσα όχι εκ των κατ’ αυτόν αλλ’ εκ των περί αυτόν; Τί συμβαίνει δε με τα παρεπόμενα στη θεία φύσιν; Υπήρχε εποχή κατά την οποία δεν ήταν επόμενα; Ώστε και αυτά όλα είναι άκτιστα, αν και δεν είναι θεία ουσία έκαστο εξ αυτών.

27. Ο δε λέγων ότι μόνον η θεία ουσία του Θεού είναι άκτιστος και ότι γι’ αυτό το άκτιστον είναι έν, και οτιδήποτε δεν είναι ουσία αλλά περί την ουσία του Θεού είναι κτιστό, αυτός θα πει ότι και τα υποστατικά όλα, όπως το αγέννητον, το γεννητόν, το εκπορευτόν, ως άκτιστα είναι ουσία του Θεού, και θα είναι ένας νέος Ευνόμιος. Εάν δε δεν λέγει μεν αυτά θείες ουσίες, αποφαίνεται όμως ότι ως όντα περί την ουσία είναι κτιστά, υπερβαίνει και τον Ευνόμιο κατά την δυσσέβεια. Διότι δεν καταβιβάζει μόνον το μονογενές φως στην κτίσιν, αλλά και το αγέννητον, και ευλόγως καταφέρεται ασυγκράτητος εναντίον ημών οι οποίοι δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες. Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.


Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Εάν δε την ενέργεια αυτή, ως κάτι διαφορετικό από την φύσιν -διότι η φύσις είναι ενεργητική, όχι ενέργεια-
 δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες. Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.
 «Διότι εκ των λεγομένων επί Θεού άλλα μεν σημαίνουν τι δεν είναι, όπως είναι όλα τα αφαιρετικά, άλλα δε παρέπονται στη θεία φύσιν, όπως είναι η αγαθότης, η απλότης, η ζωή και γενικώς παν είδος αρετής, άλλα δε έχουν την σημασία της δυνάμεως και ενεργείας, όπως είναι και η θεότης»˙ διότι ο Θεός έλαβε το όνομα αυτό «από το ότι θεάται τα πάντα», δηλαδή γνωρίζει.
 Δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες το αγέννητον, το γεννητόν, το εκπορευτόν...  Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΟΡΙΣΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΑΝ ΕΝΟΤΗΣ ΕΚΤΟΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΤ' ΕΝΕΡΓΕΙΑΝ.
 
14. Μήπως τάχα o Θεός χρειάζεται την κτίση προς συμπλήρωση της τελειότητος, σαν πριν από αυτή να στερείτο κάποιας δυνάμεως και έτσι να μην ήταν παντοδύναμος προ της αισθητής και νοητής κτίσεως, πράγμα το οποίον, αλλοίμονο, οι αντικείμενοι στην θείαν χάριν τολμούν να ισχυρίζονται τώρα ενώπιον πολλών;

Το Άγιο Πνεύμα ως «motor omnis creature» ενεργεί στην ιστορία της ανθρωπότητας με τρόπο διαλεκτικό: καταστρέφει και δημιουργεί, κινεί και δίνει ησυχία, σκοτώνει και ζωογονεί, είναι πόλεμος και ειρήνη, υποταγή και συμφιλίωση, οξύτητα και απαλότητα, τρόμος και χαρά, ανάθεμα και έλεος, κρίση και παρηγοριά. Αυτή η θεολογία του Πνεύματος δεν μπορεί να περιοριστεί  σε μια συγκεκριμένη μορφή έκφρασης του Πνεύματος: ο λόγος του Ευαγγελίου είναι μόνο μια από τις εμφανίσεις Του, όπως η εμφάνιση (γνωστοποίηση) στον λόγο της δημιουργίας, στην πολλαπλότητα των δωρεών της χάριτος, στην εσωτερική φωτιά της έμπνευσης. Κατά την έκπτυξη του Αγίου Πνεύματος αναδύεται ένα εξαιρετικά σημαντικό χαρακτηριστικό: πριν εμφανιστεί στις πολλαπλές μορφές των χαρισμάτων, διαποτίζει ενεργά το σύμπαν. Πριν ανυψώσει την ιστορία σε ιστορία της σωτηρίας, δίνει παλμό στην φύση. Πριν προβληθεί στην ιστορία της σωτηρίας ως δημιουργός του νέου, ως ο νικητής του θανάτου και ως ανανεωτής της ζωής, αποκαλύπτεται στο σύμπαν ως δημιουργός. Πριν κινηθεί στα πνεύματα των σοφών, αιωρείται πάνω από τα ύδατα. Πριν απευθυνθεί με τον λόγο του Ευαγγελίου στον κόσμο, μιλά δια των προφητών της παλιάς ανθρωπότητας. Όλα όμως στοχεύουν στην γέννηση της κοινότητας, στην οποία ο κόσμος θα βρίσκεται στην τάξη του Αγίου Πνεύματος. Εκείνης της κοινότητας που έχει ως χαρακτηριστικό το «pax, quies, gaudium» (ειρήνη, ησυχία, χαρά). Στην θεολογία αυτή περί Αγίου Πνεύματος βρίσκεται ένα πυρακτωμένο μεταρρυθμιστικό στοιχείο: γνωρίζει πως η ανανεωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να στραφεί και εναντίον υφιστάμενων τάξεων (οργανώσεων), που εναντιώνονται στην πραγμάτωση του. Δεν πρέπει μάλιστα να διστάσει ούτε μπροστά στους θεσμούς εκείνους που κάποτε ιδρύθηκαν εν ονόματι του Θεού, ο χρόνος των οποίων τελείωσε και πρέπει να κάνουν τόπο για τις νέες δημιουργίες του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωακείμ λοιπόν, έγινε ο πατέρας των μεταρρυθμιστών. Στα μάτια όμως των δυνάμεων που απειλούνται από τους μεταρρυθμιστές αυτούς, είναι ο αιρετικός. 

Η ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ(AKINΔΥΝΟΣ), ΔΗΛ. ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΣΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ.


Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από: Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

15. Έτσι λοιπόν λέγοντες εκείνο ισχυριζόμεθα τούτο, ότι επί του Θεού δεν κυριολεκτείται ούτε η ουσία ούτε η ενέργεια. Διότι αν εξετάσεις τις ιδιότητες εκάστης αυτών και μάλιστα όσα η μία καρπούται από την άλλην, καμμία από αυτές δεν θα αρμόζει στον Θεό. Διότι πάσα ουσία είναι δεκτική των εναντίων και έχει ουσιώδεις διαφορές, έχει δε και πάσχει ταύτα συνημμένη με την ενέργεια. Που υπάρχουν ταύτα επί του Θεού; Ακόμη πάσα ενέργεια κινεί ή και αλλοιώνει προς το καλύτερο ή το χειρότερο την συνημμένη ουσία κατά θέσιν ή ποιότητα. Άραγε υπάρχει περιθώριο να λέγουμε τέτοια πράγματα επί Θεού, ο οποίος ενεργεί εις όλους τα πάντα, ων ένας και ο αυτός και ιδρυμένος μονίμως και αιωνίως σε ακίνητον ταυτότητα; Αλλά ένας μεν είναι κατ’ ουσίαν, οι δε δυνάμεις αυτού και ενέργειες είναι πολλές· διότι το Άγιο Πνεύμα, κατά τον μέγαν Βασίλειον, «είναι απλούν μεν στην ουσία, ποικίλον δε στις δυνάμεις», και μίαν μεν έχει φύσιν, αλλά παντοδύναμον· διότι ταύτα επί Θεού δεν έχουν αντιθετικώς, όπως είπαμε ανωτέρω. Πράγματι δε κατ’ αυτές τις δυνάμεις και ενέργειες και προόδους είναι και πολυώνυμο, ενώ κατά την ουσία είναι ανώνυμο.

16. Είναι δε ανώνυμος η υπερβατική αυτή ουσία ως υπερκείμενη παντός ονόματος. Ενεργειών πράγματι ονόματα είναι και αυτά τα οποία χρησιμοποίησε για τον εαυτόν του ο Κύριος λέγοντας, «εγώ είμαι ο ων» και «ο Θεός» και «το φώς» και «η αλήθεια και η ζωή», τα οποία οι θεολόγοι απέδωσαν κατ’ εξοχήν στην υπέρθεον θεότητα. Διότι λέγει (ο Αρεοπαγίτης), «εάν θα ονομάσουμε την υπερούσια κρυφιότητα Θεόν ή ζωή ή ουσία, ή φως ή λόγο, δεν θα εννοούμε τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις που προβάλλονται από αυτήν προς εμάς, τις θεοτικές ή ουσιοποιές ή ζωογόνες ή σοφόδωρες. Και αν τον πούμε Άγιον αγίων ή Κύριον κυρίων ή Θεόν θεών ή Βασιλέα βασιλευόντων, με αυτά δεικνύομε ότι εννοούμε τις σε εμάς προβαλλόμενες δυνάμεις αυτού και ότι υμνούμε αυτόν από τις ενέργειες και μετοχές αυτού οι μετέχοντες ή εφιέμενοι μεθέξεως. Από πού πράγματι πολλοί καθίστανται άγιοι, αν δεν μετέχουν της αγιότητας εκείνου; Από πού δε πολλοί καθίστανται θεοί έχοντες στο μέσον ιστάμενο κατά τον μέλλοντα εκείνον και ατελείωτο αιώνα τον ένα Θεόν, εάν δεν μετάσχουν της θεότητος αυτού; Από πού δε θα υπάρξουν τέτοιοι βασιλείς και κύριοι, εάν δεν μετάσχουν της κυριότητος και βασιλείας αυτού; Άραγε κτιστής βασιλείας ή θεότητος ή αγιότητος, θα μετάσχουν; Οποία βλασφημία. Ο λέγων τούτο καθιστά τον Θεόν κτίσμα και λέγει κτιστήν την βασιλεία και την θεότητα και την αγιότητα αυτού.

Ως ενέργειες του Θεού λοιπόν προ των αιώνων εννοούμε την ζωή, την αθανασία, την απλότητα, την απειρία και γενικώς όσα ο Αθανάσιος χαρακτηρίζει ως φύσει περί τον Θεόν· διότι πράγματι λέγει, «να μη συμβεί να πω κάτι επίκτητο επί του Πνεύματος˙ διότι ούτε το άγιον ούτε το άφθαρτον ούτε το αγαθόν ούτε τίποτε άλλο από τα περί τον Θεόν παρατηρούμενα λέγω ότι είναι επίκτητο επί του Αγίου Πνεύματος, άλλα λέγω ότι τούτο είναι φύσει άγιον, φύσει αγαθόν, φύσει αθάνατον». Αυτά ο σοφός Μάξιμος αποκάλεσε έργα του Θεού και είπε ότι υφίστανται φύσει περί τον Θεόν. Θα μπορούσε βεβαίως να πει κανείς ομωνύμως έργα και τις ενέργειες, επειδή και ο πολύς στα θεία Δαμασκηνός λέγει, «καλείται και η ενέργεια ενέργημα και το ενέργημα ενέργεια». Ότι άλλο είναι δύναμις και ενέργεια και έτερο ουσία και φύσις, άκουσε να το λέγει σαφώς ο ίδιος˙ «πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η ενέργεια και άλλο το ενεργητικόν. Ενέργεια δηλαδή είναι η δραστική και ουσιώδης κίνησις της φύσεως, ενεργητικόν δε η φύσις από την οποία προέρχεται η ενέργεια».

5. Δεν λέγουμε λοιπόν δια τούτο ταυτόν την θεία ουσία και ενέργεια, επειδή είναι εντελώς εν το υπό εκατέρου σημαινόμενο, αλλά δια το ότι πλην του ότι έχουν τον ίδιον λόγον, όπως ελέχθη, έχουν και το υπερφυώς μόνιμο και αχώριστο της ενεργείας, πράγμα το όποιον βεβαίως είναι ίδιον μόνον του Θεού· διότι μόνον αυτός κατ’ απόρρητο τρόπον είναι παντοτινά ενεργής αναλλοιώτως. (Δεν λέγομε λοιπόν αυτές το ίδιον) όχι διότι η ενέργεια δεν προέρχεται από την ουσία, αλλά διότι ο Θεός, έχοντας τα πάντα συγκεντρωμένα και ενιαία, ενεργεί έκα­στον τούτων αμερίστως, και συνεστραμμένος ων εις εαυτόν πάντοτε και μη εγκαταλείπων ποτέ εαυτόν, δια τής προ­όδου εις έκαστον υποσημαίνεται μόνον αυτός και μάλιστα όλος, ως αμέριστος εις μεριστά.

Εάν δε επιστήμη και voυς είναι το ίδιον -μολονότι (ο νους) υπάρχει προηγουμέ­νως δυνάμει και έπειτα προχωρεί εις τα ενεργεία και ωσάν να έχει επίκτητο το φρονείν βεβαίως και αληθώς- πόσον μάλλον τούτο συμβαίνει επί του Θεού, παρά τω οποίω δεν υπάρχει τίποτε νεώτερο, αφού καθόλου δεν επιγίνεται και απογίνεται σε αυτόν τίποτε.

Ο νους λοι­πόν είναι ταυτόν (το ίδιον) με την επιστήμη. Άλλα επιστήμες μεν είναι πολλές, καθ’ όσον τα επιστητά είναι πολλά, ο δε voυς ο επενεργών σε όλα αυτά είναι εις. Και εκάστης επιστή­μης αίτιος είναι αυτός, αλλ' όχι εκείνες τούτου, και κατ’ επιστήμην μέν ο νους των επιστημόνων είναι μεθεκτός από τους μανθάνοντες κατ' ουσίαν δέ είναι αμέθεκτος και αμετάβατος. Βλέπεις πάλι πώς διαφέρει; Εάν δε η επιστήμη και ο νους είναι έν και όχι έν, πώς επί του Θεού δεν θα είναι ταυτόν και μη ταυτόν η ουσία και ενέργεια, ως προς το όποιον και τα αντιτιθέμενα εγκαταλείπουν την μεταξύ τους πάλη κατά τούς πατέρες;

7. Eμείς δέ διδαχθήκαμε από τους πατέρες ότι όλες οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες, έκτος εάν κανείς θεωρεί ταυτόσημη την ενέργεια και το ενέργημα, δηλαδή το αποτέλεσμα[ΑΚΙΝΑΤΗΣ]. Και όταν μία μόνον ενέργεια επί Θεού λέγουμε, εννοούμε την περιέχουσα ενιαίως όλες αυτές. Διότι κατά τους πατέρες, όπως ο ήλιος διά της αυτής ακτίνος και φωτίζει και θερμαίνει και αναπτύσσει και αυξάνει και ζωογονεί, έτσι και ο Θεός ενεργεί τα πάντα με μία μόνο ενέργεια. Όπως λοιπόν επί του ηλίου, όταν ειπείς εκείνη την περιεκτική, την ενεργούσα τις άλλες, λέγεις όλες, και όταν ειπείς όλες, πάλιν λέγεις εκείνη την μία, έτσι και επί Θεού. Διά τούτο θα βρεις άλλοτε μεν να αναφέρεται σε ενικό η αυτή θεία και άκτιστος ενέργεια, άλλοτε δε σε πληθυντικό· διότι, λέγει, «η σάρξ του Κυρίου επλούτησε με τις θείες ενέργειες διά της προς τον Λόγον ακραιφνέστατης ενώσεως, ο δε Λόγος δι’ αυτής φανερώνει την ενέργειά του». Είδες ότι η ίδια είναι και πολλές και μία; Πώς λοιπόν θα ήταν δυνατό να διακριθούν κατά το κτιστόν και το άκτιστον;

9. Όχι μόνον η πρόγνωσις και η θέλησις, ως φυσικές ενέργειες του Θεού, είναι άκτιστες και άναρχες χωρίς να είναι ουσίες, αλλά και όλα τα επόμενα (συνακόλουθα) της θείας φύσεως, και συνυπάρχουν με αυτή και δεν είναι φύσεις και άναρχα είναι και σύνθεση καμμία δεν φέρουν σε αυτήν, όπως άκουσες προηγουμένως. Προς τούτοις δε «η μεν υπερούσιος ουσία του Θεού είναι ανώνυμος ως ανεκφώνητος και υπερβαίνουσα και κάθε σημασία δυναμένη να δηλωθεί διά της φωνής, όνομα δε τίθεται εις εκάστην των ενεργειών». Διά τούτο στερούμενοι κυρίου ονόματος δια την υπερουσιότητα εκείνην, χαρακτηρίζουμε αυτήν από τις ενέργειες. Επιπλέον δεν είναι ποτέ δυνατό να λεχθεί φύσις φυσική και ουσία ουσιώδης· οι δέ ενέργειες του Θεού λέγονται από τους άγιους φυσικές και ουσιώδεις· πράγματι ο θείος Μάξιμος λέγει ότι «πάντα όσα έχει ο Θεός, τα έχει εκ φύσεως και όχι επίκτητα»· και πάλι, «αν αναιρεθεί το φυσικό θέλημα και η ουσιώδης ενέργεια, δεν θα υπάρξει ούτε Θεός ούτε άνθρωπος». Επομένως ελέγχονται σαφώς αυτοί που μας κατηγορούν ως άθεους δια το άκτιστο και ουσιώδες της θείας ενεργείας καθως περιπίπτουν οι ίδιοι σε δεινή αθεΐα, ως αθετούντες την ενέργεια ταύτη.

10. Αλλά οι πατέρες λέγουν και φυσικά ιδιώματα τις ενέργειες. Διότι κατά τον εκ Δαμασκού θεολόγο ομολογούμε ότι ό Χριστός έχει κατάλληλα στις δύο φύσεις ιδιώματα, «διπλά τα φυσικά ιδιώματα των δύο φύσεων, και δύο φυσικές θελήσεις, την θεία και την ανθρώπινη, και δύο φυσικές ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, και δύο αυτεξούσια φυσικά, το θείο και το ανθρώπινο, και σοφία και γνώση επίσης θεία και ανθρώπινη». Δεν θα ήταν ποτέ δυνατό λοιπόν να λεχθούν φύσεις τα φυσικά ιδιώματα, όπως ούτε υποστάσεις τα υποστατικά, τα οποία είναι πολλά περί εκάστην υπόστασιν. Ακόμη εκ της ουσίας προέρχεται η ενέργεια, αλλά όχι εκ της ενεργείας η ουσία. Και η μία μεν είναι αιτία, η δε άλλη αιτιατή, η μία αυθυπόστατος, η δε άλλη καθ' εαυτήν ανυπόστατος· διότι όλες οι ενέργειες είναι περί (γύρω από) την υπερουσιότητα εκείνη. Πράγματι ό,τι λέγεται περί Θεού, τονίζει ο θείος Γρηγόριος Νύσσης, είτε από ανθρώπινη συνήθεια είτε από την αγία Γραφή, υποδηλώνει κάτι γύρω από αυτήν την υπερουσιότητα. Γύρω δε από αυτήν είναι τα πάντα, όχι μόνον τα υπό χρόνον, άλλα και τα υπεραιωνίως νοούμενα θεοπρεπώς επί του Θεού, των οποίων, λέγει ο μέγας Αθανάσιος, «μη γένοιτο να είπω κάτι επίκτητον επί του Πνεύματος». Και πάλιν, «επί του Θεού το Ών και το Θεός και το υπερούσιος και το άπειρος και τα τοιαύτα καλούμε προσηγορίες (ονομασίες), οι οποίες είναι μεν εμφαντικές μερικών από τα θεωρούμενα (παρατηρούμενα) γύρω από αυτόν, δεν είναι όμως δηλωτικά κανενός από τα κατά την ουσίαν και φύσιν αυτού». Ακόμη, «κατ’ ουσίαν μεν ο Θεός είναι αμέθεκτος, κατά δε την θεοποιόν χάριν και ενέργειαν, η οποία και δόξα Θεού καλείται και μετέχεται και βλέπεται από τους αξίους».

11. Εάν δε τολμήσει κανείς να αποκαλέσει κτιστή την ενέργειαν ταύτη, θα ελεγχθεί από τον μέγα Βασίλειο λέγοντα ότι «χρηματίζει κανείς τέκνον φωτός, μετέχει αϊδίου δόξης»· και πάλι, «υπάρχει δόξα του Θεού, άλλη μεν φυσική όπως δόξα ήλιου είναι το φως, άλλη δε εξωτερική». Δια τούτο ο Γρηγόριος ο επώνυμος της θεολογίας, απαριθμώντας τις μέλλουσες απολαύσεις, λέγει, «θεωρία δόξης, και πάσης άλλης και της ανωτάτης». Ο δε μέγας Αθανάσιος λέγει, «οι άγιοι δεν έβλεπαν την ουσία του Θεού αλλά την δόξαν», την οποία είδαν και οι απόστολοι επί του όρους απορρήτως διότι ο ίδιος ονομάζει ταύτη φυσική δόξα του Θεού, ο δε σοφός εις τα θεία Δαμασκηνός «φυσικήν ακτίνα της θεότητος». Ακόμη το ότι κάποτε θα γίνει μία η ουσία του Θεού και των αγίων είναι ασεβές και να το σκεφθούμε, ο δε πολύς εις τα θεία Μάξιμος δηλώνει ότι «μία θα γίνει η ενέργεια του Θεού και των θεωμένων» και τούτο διδάσκει ότι θα είναι η θέωσις· «διότι θα λάμψουν και οι δίκαιοι, όπως έλαμψε ο Κύριος επί του όρους, αναφαινόμενοι ως άλλοι ήλιοι διά της μεθέξεως εκείνης της θεουργικής αυγής».

ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΡΩΕΙ ΚΟΥΤΟΧΟΡΤΟ ΔΙΟΤΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΟΧΟΡΤΟ ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ.

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (8)

                       ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από:  Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

22. Πάντως διαφορές φυσικές και ουσιώδεις ούτε υπάρχουν ούτε λέγονται επί του Θεού, διότι αυτές είναι συστατικές εκείνων των πραγμάτων των οποίων είναι διαφορές. Ο δε Θεός είναι ο ίδιος η σύστασις όλων των περί αυτόν. Αλλα οι ουσιώδεις διαφορές εκ φύσεως συνιστούν πολλές και διαφόρες ουσίες. Του δε θεού μία η ουσία, μη δεχόμενη καμμία διαφορά καθ’ εαυτή. Και όμως την γνώσιν του «τί ην είναι» την αποκομίζουμε από τις διαφορές εκάστου πράγματος. Ως προς τον Θεόν, ότι μεν υπάρχει το γνωρίζουμε, τί δε είναι και ποιος (οποιόν τι) είναι, είναι αδύνατο και στους ανθρώπους και στους αγγέλους να γνωρίζουν. Ακόμη, επειδή οι ουσιώδεις διαφορές σε έκαστο πράγμα είναι πολλές, η προς έτερο πράγμα διαφορά ανήκει σε άλλο γένος και χαρακτηρίζει το τί είναι. Άρα είναι αδύνατο να εφαρμοστεί τούτο στην απερινόητο φύσιν. Επιπλέον δε εκάστη των διαφορών τούτων είναι και καθολικότερη (γενικότερη) του έχοντος αύτην, καθ’ όσον λέγεται σε μεγαλυτέρα έκτασιν και εκείνο (από τα επί Θεού όμως λεγόμενα δεν υπάρχει ούτε ένα το οποίο δεν είναι μοναδικό, «διότι», λέγει, «κανείς δεν είναι αγαθός εί μή είς, ο Θεός», «ο μακάριος και μόνος δυνάστης, ο μόνος έχων αθανασίαν, ο κατοικών σε απρόσιτον φως») και καλύπτει περισσότερα πράγματα, διαφέροντα όχι υποστατικώς και κατά τον αριθμόν αλλά κατά το είδος. Που ισχύουν αυτά για την μία τρισυπόστατον φύσιν;

23. Φυσικές λοιπόν και ουσιώδεις διαφορές δεν υφίστανται σε αυτήν, ενέργειες δε φυσικές και ουσιώδεις και υφίστανται και λέγονται. Διότι αυτές δεν είναι συστατικές, αλλά χαρακτηριστικές, δηλαδή δεικτικές, όμως ούτε δεικνύουν τί πράγμα είναι, δηλαδή τί είναι κατά την ουσία, ούτε υπάρχει εδώ ανάγκη να λέγονται σε περισσότερα πράγματα του είδους. Πράγματι μόνος ο άνθρωπος είναι γραμματικόν ον. Το ίδιο εδώ λέγεται δύναμις και ενέργεια. Λέγεται δε ιδίως ενέργεια μόνο και η χρήσις της εμφύτου δυνάμεως, ενίοτε δε και το εκ της χρήσεως αποτέλεσμα. Το μεν αποτέλεσμα είναι λοιπόν πάντοτε κτιστόν, ή μάλλον κατά το πλείστον, η δε χρήσις και η ενέργεια, την οποία καλούμε και δύναμιν κατά το κτιστόν και το άκτιστον έπονται πάντοτε η μία εις την άλλην.

24. Ότι δε οι δυνάμεις αυτές καλούνται και ενέργειες, είναι δυνατόν να μάθεις από τον καλώς διευκρινίσαντα τα θέματα αυτά θείον Δαμασκηνό˙ λέγει αυτός πράγματι ότι «όλες οι δυνάμεις, τόσο οι γνωστικες όσο και οι φυσικές και τεχνικές, καλούνται ενέργειες». Ότι δε επί Θεού, αν και δεν αναφέρουμε ουσιώδεις και φυσικές διαφορές, αναφέρουμε όμως ενέργειες άκουσε πάλι τον Δαμασκηνό που λέγει˙ «Είναι αδύνατον να είναι άμοιρος φυσικής ενέργειας η ουσία. Διότι η δηλωτική εκάστης ουσίας δύναμις και κίνησις είναι φυσική ενέργεια της οποίας στερείται μόνον το μη όν. Οπότε είναι φανερό ότι, όσα έχουν την ιδίαν ουσία έχουν και την ιδίαν ενέργεια». Και άλλου δε, διδάσκοντας περί των δύο φυσικών ενεργειών στον Χρίστον, λέγει˙ «εφ' όσον πάσα ενέργεια ορίζεται ως ουσιώδης κίνησις κάποιας φύσεως, που βλέπει κανείς φύσιν ακίνητον ή εντελώς ανενέργητον, ή βρίσκει ενέργεια η οποία δεν είναι κίνησις φυσικής δυνάμεως;».

25. Εάν δε την ενέργεια αυτή, ως κάτι διαφορετικό από την φύσιν -διότι η φύσις είναι ενεργητική, όχι ενέργεια-, ανακηρύξει κανείς κτιστήν, ή ούτε κτιστήν ούτε άκτιστον, όπως οι αντιλέγοντες προς εμάς, θα περιπέσει σε δεινές και ποικίλες βλασφημίες. Διότι ή θα συμβεί να μην υπάρχει καθόλου Θεός (εφ’ όσον το μη έχον ούτε κτιστή ούτε άκτιστον ενέργεια ανήκει στα μη όντα καθόλου και πουθενά) ή θα είναι και αυτός κτιστός˙ διότι παν το έχον κτιστή ένεργεια είναι και αυτό κτιστό. Αλλά οι λέγοντες τούτο θα παρουσιασθούν και ως μονοθελήτες χειρότεροι από τούς παλαιούς˙ διότι συνέπεια των απόψεών τους είναι να δέχονται μία ενέργεια επί Χριστού, και μάλιστα όχι άκτιστον αλλά κτίστην. Θα φανερώσει δε ότι πάσχουν ταύτα με ολίγες λέξεις ο ίδιος Δαμασκηνός, ο οποίος λέγει «εάν n ενέργεια του Χριστού είναι μία, θα είναι ή κτιστή ή άκτιστος˙ διότι στο μέσον τούτων δεν υπάρχει ενέργεια, όπως δεν υπάρχει ούτε φύσις. Εάν λοιπόν είναι κτιστή, θα δηλώνει κτιστή φύσιν, εάν δε είναι άκτιστος, θα χαρακτηρίζει άκτιστον ουσία. Διότι οπωσδήποτε τα φυσικά πρέπει να είναι κατάλληλα στις φύσεις».

26. Βλέπεις ότι η ενέργεια του Θεού δεν είναι ούτε φύσις ούτε ουσία, αλλά φυσικό και ουσιώδες; Και ότι είναι άκτιστο και όχι κτιστό, αν και είναι κάτι άλλο από την φύσιν; «Διότι εκ των λεγομένων επί Θεού άλλα μεν σημαίνουν τι δεν είναι, όπως είναι όλα τα αφαιρετικά, άλλα δε παρέπονται στη θεία φύσιν, όπως είναι η αγαθότης, η απλότης, η ζωή και γενικώς παν είδος αρετής, άλλα δε έχουν την σημασία της δυνάμεως και ενεργείας, όπως είναι και η θεότης»˙ διότι ο Θεός έλαβε το όνομα αυτό «από το ότι θεάται τα πάντα», δηλαδή γνωρίζει. Τί συμβαίνει λοιπόν; Αυτός ο όποιος εγνώρισε τα πάντα ακόμη και προ της γενέσεώς τους άρχισε κάποτε (εν χρόνω) την ενέργεια αυτή; Βλέπεις ότι η τοιαύτη ενέργεια είναι άκτιστος και άναρχος, υπάρχουσα άλλη από την ουσία του Θεού, ως υπάρχουσα όχι εκ των κατ’ αυτόν αλλ’ εκ των περί αυτόν; Τί συμβαίνει δε με τα παρεπόμενα στη θεία φύσιν; Υπήρχε εποχή κατά την οποία δεν ήταν επόμενα; Ώστε και αυτά όλα είναι άκτιστα, αν και δεν είναι θεία ουσία έκαστο εξ αυτών.

27. Ο δε λέγων ότι μόνον η θεία ουσία του Θεού είναι άκτιστος και ότι γι’ αυτό το άκτιστον είναι έν, και οτιδήποτε δεν είναι ουσία αλλά περί την ουσία του Θεού είναι κτιστό, αυτός θα πει ότι και τα υποστατικά όλα, όπως το αγέννητον, το γεννητόν, το εκπορευτόν, ως άκτιστα είναι ουσία του Θεού, και θα είναι ένας νέος Ευνόμιος. Εάν δε δεν λέγει μεν αυτά θείες ουσίες, αποφαίνεται όμως ότι ως όντα περί την ουσία είναι κτιστά, υπερβαίνει και τον Ευνόμιο κατά την δυσσέβεια. Διότι δεν καταβιβάζει μόνον το μονογενές φως στην κτίσιν, αλλά και το αγέννητον, και ευλόγως καταφέρεται ασυγκράτητος εναντίον ημών οι οποίοι δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες. Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.


Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Εάν δε την ενέργεια αυτή, ως κάτι διαφορετικό από την φύσιν -διότι η φύσις είναι ενεργητική, όχι ενέργεια-
 δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες. Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.
 «Διότι εκ των λεγομένων επί Θεού άλλα μεν σημαίνουν τι δεν είναι, όπως είναι όλα τα αφαιρετικά, άλλα δε παρέπονται στη θεία φύσιν, όπως είναι η αγαθότης, η απλότης, η ζωή και γενικώς παν είδος αρετής, άλλα δε έχουν την σημασία της δυνάμεως και ενεργείας, όπως είναι και η θεότης»˙ διότι ο Θεός έλαβε το όνομα αυτό «από το ότι θεάται τα πάντα», δηλαδή γνωρίζει.
 Δεχόμεθα ευσεβώς ένα άκτιστο κατά την ουσία Θεόν, όχι δε μόνον κατά την ουσία άκτιστον, αλλά και καθ’ όλες τις φυσικές ενέργειες και τις υποστατικές ιδιότητες το αγέννητον, το γεννητόν, το εκπορευτόν...  Διότι ούτε οι υποστάσεις θα ήταν άκτιστες, αν δεν ήταν άκτιστες οι υποστατικές ιδιότητες, ούτε η φύσις και η ουσία θα είναι άκτιστος, αν δεν έχει ακτίστους τις φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΟΡΙΣΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΑΝ ΕΝΟΤΗΣ ΕΚΤΟΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΤ' ΕΝΕΡΓΕΙΑΝ.
 
14. Μήπως τάχα o Θεός χρειάζεται την κτίση προς συμπλήρωση της τελειότητος, σαν πριν από αυτή να στερείτο κάποιας δυνάμεως και έτσι να μην ήταν παντοδύναμος προ της αισθητής και νοητής κτίσεως, πράγμα το οποίον, αλλοίμονο, οι αντικείμενοι στην θείαν χάριν τολμούν να ισχυρίζονται τώρα ενώπιον πολλών;

Το Άγιο Πνεύμα ως «motor omnis creature» ενεργεί στην ιστορία της ανθρωπότητας με τρόπο διαλεκτικό: καταστρέφει και δημιουργεί, κινεί και δίνει ησυχία, σκοτώνει και ζωογονεί, είναι πόλεμος και ειρήνη, υποταγή και συμφιλίωση, οξύτητα και απαλότητα, τρόμος και χαρά, ανάθεμα και έλεος, κρίση και παρηγοριά. Αυτή η θεολογία του Πνεύματος δεν μπορεί να περιοριστεί  σε μια συγκεκριμένη μορφή έκφρασης του Πνεύματος: ο λόγος του Ευαγγελίου είναι μόνο μια από τις εμφανίσεις Του, όπως η εμφάνιση (γνωστοποίηση) στον λόγο της δημιουργίας, στην πολλαπλότητα των δωρεών της χάριτος, στην εσωτερική φωτιά της έμπνευσης. Κατά την έκπτυξη του Αγίου Πνεύματος αναδύεται ένα εξαιρετικά σημαντικό χαρακτηριστικό: πριν εμφανιστεί στις πολλαπλές μορφές των χαρισμάτων, διαποτίζει ενεργά το σύμπαν. Πριν ανυψώσει την ιστορία σε ιστορία της σωτηρίας, δίνει παλμό στην φύση. Πριν προβληθεί στην ιστορία της σωτηρίας ως δημιουργός του νέου, ως ο νικητής του θανάτου και ως ανανεωτής της ζωής, αποκαλύπτεται στο σύμπαν ως δημιουργός. Πριν κινηθεί στα πνεύματα των σοφών, αιωρείται πάνω από τα ύδατα. Πριν απευθυνθεί με τον λόγο του Ευαγγελίου στον κόσμο, μιλά δια των προφητών της παλιάς ανθρωπότητας. Όλα όμως στοχεύουν στην γέννηση της κοινότητας, στην οποία ο κόσμος θα βρίσκεται στην τάξη του Αγίου Πνεύματος. Εκείνης της κοινότητας που έχει ως χαρακτηριστικό το «pax, quies, gaudium» (ειρήνη, ησυχία, χαρά). Στην θεολογία αυτή περί Αγίου Πνεύματος βρίσκεται ένα πυρακτωμένο μεταρρυθμιστικό στοιχείο: γνωρίζει πως η ανανεωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να στραφεί και εναντίον υφιστάμενων τάξεων (οργανώσεων), που εναντιώνονται στην πραγμάτωση του. Δεν πρέπει μάλιστα να διστάσει ούτε μπροστά στους θεσμούς εκείνους που κάποτε ιδρύθηκαν εν ονόματι του Θεού, ο χρόνος των οποίων τελείωσε και πρέπει να κάνουν τόπο για τις νέες δημιουργίες του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωακείμ λοιπόν, έγινε ο πατέρας των μεταρρυθμιστών. Στα μάτια όμως των δυνάμεων που απειλούνται από τους μεταρρυθμιστές αυτούς, είναι ο αιρετικός. 

Η ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ(AKINΔΥΝΟΣ), ΔΗΛ. ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΣΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ.