Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Georg Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Georg Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 3

 Συνέχεια από: Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025


Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 3

https://www.youtube.com/watch?v=3GOsFsnLQw0&list=PL5rv0LxqofNqhH5Wq4bSEzGPUnNji3gvd&index=3


Ηθική και επιστημονικό πνεύμα. Ο Kant για παράδειγμα


Όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με τη φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, το πρώτο που μας εκπλήσσει είναι ότι το όνομα του Καντ βρίσκεται στο επίκεντρο.

Ίσως είναι ο μόνος Γερμανός φιλόσοφος που έχει αποκτήσει τέτοια διεθνή διάδοση και αδιαμφισβήτητο κύρος στους νεότερους καιρούς. Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η γλώσσα και το ύφος των καντιανών συγγραμμάτων είναι περίπου τόσο παράξενα και δύσκολα, όσο και ο κρίνος του ροκοκό στο μπαλέτο – και, όπως είναι γνωστό, ο Καντ φορούσε κοτσίδα.

Γιατί λοιπόν, παρ’ όλα αυτά, πρέπει να προσανατολιστούμε γύρω από τον Καντ, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι είναι «φιλοσοφία» στη νεότερη εποχή;
Αλλά τι σημαίνει νεότερη εποχή; Την ονομάζουμε Διαφώτισμό, και έτσι εισέρχεται ένας νέος τόνος, απέναντι στον οποίο στέκεται ο αντίθετος όρος — ο σκοταδισμός.

Αυτό σημαίνει ότι η δογματική θεολογία της Δημιουργίας, όπως την καθόριζε η Εκκλησία, και όλα όσα συνδέονταν μαζί της, αντικαθίστανται από μια νέα ιδέα της επιστήμης. Δεν πρόκειται πρωτίστως, ούτε αποκλειστικά, για έναν αγώνα ενάντια στις παλαιές μορφές της Αριστοτελικής φυσικής, αλλά για μια συνεχή διεύρυνση των δυνατοτήτων της εμπειρίας μας.

Διότι μέσα σε αυτή τη νέα μορφή επιστημονικής μεθόδου, αναδύεται κάτι εντελώς νέο — ή τουλάχιστον αποκτά μια εντελώς νέα σημασία: το πείραμα.
Θα ήθελα λοιπόν να δείξω τι σημαίνει αυτό: ότι μέσα σε αυτή τη μορφή επιστημονικής εμπειρίας, πρέπει να συλλαμβάνει κανείς μαζί πράγματα που φαίνονται εντελώς ετερόκλητα — την άμεση φυσική εμπειρία των αισθήσεων και την επιστημονική εμπειρία, η οποία διατυπώνει τους νόμους της φύσης με μαθηματική ακρίβεια και με αυτό τον τρόπο προλαμβάνει την πραγματικότητα, σαν να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς είναι τα πράγματα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή της επιστήμης στη δημιουργία νέων πραγμάτων. Αυτό το ονομάζουμε τεχνολογία. Δηλαδή, πρέπει πλέον να σκεφτόμαστε κατασκευαστικά, όχι απλώς παρατηρητικά — όχι όπως ο πλατωνικός παρατηρητής που, δεσμώτης στο σπήλαιο, μαθαίνει σιγά σιγά την αλληλουχία των σκιών πάνω στον τοίχο καθώς περνούν τα αντικείμενα.

Αυτή ήταν η ελληνική εμπειρία. Τώρα η εμπειρία έχει γίνει κάτι εντελώς νέο: μια διαρκής διαδικασία έρευνας, μέσα στην οποία επιχειρεί κανείς να περιγράψει και να κατανοήσει τους φυσικούς νόμους, ανακαλύπτοντας έτσι νόμους οικοδομής, τους οποίους μπορεί πλέον να αντλήσει από την ίδια τη φύση και να τους χρησιμοποιήσει εναντίον της, για να δημιουργήσει νέες μορφές. Αυτή η αναζήτηση της αναλογίας ανάμεσα στο μερίδιο της εμπειρίας και στο μερίδιο των εννοιών με τις οποίες τη σκεπτόμαστε, αποτελεί το σημείο εκκίνησης του έργου του Καντ. Ο Καντ είδε ότι δεν μπορεί κανείς να παρακάμψει την εμπειρία. Όπως λέει στην περίφημη αρχή της Κριτικής του καθαρού λόγου:

«Η εμπειρία είναι αναμφίβολα εκείνο από το οποίο ξεκινά κάθε γνώση.»

Αλλά δεν συνεχίζει, όπως θα έκανε ο Χιουμ ή η αγγλική εμπειριστική σχολή, λέγοντας ότι «και οι έννοιες με τις οποίες τη σκεπτόμαστε είναι επίσης προϊόντα της εμπειρίας».
Αντιθέτως, ο Καντ δείχνει ότι οι έννοιες αυτές έχουν μια συντακτική αναγκαιότητα για την ίδια την εμπειρία: ότι κάθε γεγονός, κάθε μεταβολή στη φύση, αναγκαστικά την αποδίδουμε σε μια αιτία.

Αυτό δεν προέρχεται από την εμπειρία, αλλά είναι προϋπόθεση της εμπειρίας. Έτσι ο Καντ έφτασε στη διάσημη διατύπωση του — και αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε ακόμη κι αν φανταστούμε ότι διαθέτουμε μόνο έναν υπολογιστή με απεριόριστη, αχανή ικανότητα καταγραφής δεδομένων, ως το μόνο εργαλείο για τη γνώση του κόσμου.
Τότε θα ήμασταν χαμένοι· θα πνιγόμασταν σε ένα δάσος πληροφοριών.
Και τίποτα δεν θα μας ενημέρωνε πραγματικά — γιατί ενημερώνω σημαίνει προσανατολίζομαι μέσα στην αβεβαιότητα μιας ερώτησης.

Αυτό δείχνει, ακόμη και με αυτό το παράδειγμα, πόσο παράλογη είναι η σύγχρονη πίστη ότι η επιστήμη των υπολογιστών θα μπορούσε να είναι «το τέλος της επιστήμης». Όχι — είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο, αλλά ένα εργαλείο που προϋποθέτει την επιστημονική φαντασία και την κριτική ικανότητα στον υψηλότερο βαθμό.

Αυτό είναι μια απλοποιημένη εικόνα για να κατανοήσουμε γιατί ο Καντ μπορούσε να πει ότι οι έννοιες με τις οποίες αποκτούμε εμπειρία δεν είναι οι ίδιες εμπειρικές έννοιες, αλλά οι προϋποθέσεις για να έχουμε εμπειρία. Κι εμείς άλλωστε λέμε: «Αυτός που παρατηρεί τα πάντα, δεν έχει κρίση.»

Η λέξη “κρίση” στα γερμανικά (Urteil) είναι πολύ όμορφη, γιατί δείχνει τι ακριβώς έχει σημασία: Κρίση έχει όποιος μπορεί να διακρίνει το ουσιώδες από το επουσιώδες.
Λέμε για κάποιον ότι «έχει κρίση», όταν δεν αντιδρά απλώς μηχανικά σαν σύστημα καταγραφής, αλλά βλέπει τα ερωτήματα, τις δυνατότητες και επιλέγει σωστά ανάμεσά τους. Και λέμε ότι «δεν έχει κρίση» όταν επιλέγει τις λανθασμένες.


Μέσα από αυτή τη δημοφιλή εικόνα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα μια μαγική λέξη: το a priori. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει απλώς ότι, για να μπορούμε να αποκτήσουμε εμπειρία, πρέπει εκ των προτέρων να έχουμε θέσει ερωτήματα μέσα από έννοιες.

Ο Καντ επανέφερε στο προσκήνιο την πρακτική Λογική. Έδειξε ότι ο άνθρωπος, ως πρόσωπο, κατέχει μια άλλη μορφή γνώσης, διαφορετική από εκείνη που προέρχεται από τη γνώση των φυσικών νόμων ή από την κατανόηση ενός φαινομένου ως εφαρμογής ενός νόμου. Αυτή είναι η νομοθεσία που εμείς οι ίδιοι πρέπει να δίνουμε στον εαυτό μας — και που οφείλει να δώσει ο καθένας στον εαυτό του, αν θέλει να κατανοήσει τι σημαίνει να είναι άνθρωπος.

Αυτό είναι ο περίφημος κατηγορικός προστακτικός(κατηγορική προσταγή) του Καντ — εκείνος που, όπως λέει ο συγγραφέας, προκαλεί πάντα έναν ιερό ρίγος σε όποιον τον ακούει. Πρόκειται για κάτι εντελώς απλό, που μπορεί κανείς μάλιστα να το εξηγήσει εύκολα. Ο Καντ δείχνει — και αυτό είναι κάτι που γνωρίζουμε κατ’ ανάγκην — ότι μπορούμε να σκεφτούμε τον εαυτό μας μόνο ως ελεύθερα δρώντα όντα, και ότι πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε τον άλλον αποκλειστικά ως ελεύθερο δρών ον. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το αν η επιστήμη το επιβεβαιώνει ή το αρνείται.

Ακόμη κι αν, μέσω της ψυχολογίας του βάθους του αιώνα μας, έχουμε μάθει πόσο βαθιές εντυπώσεις χαράσσονται μέσα μας κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια — ή αν, με βάση τη σύγχρονη γνώση, γνωρίζουμε τη γενετική αιτιότητα όλων των πράξεών μας — τίποτα απ’ όλα αυτά δεν αλλάζει στο παραμικρό το γεγονός ότι, όταν κάποιος έχει συνείδηση πως έκανε κάτι άδικο, δεν λέει: «το έκαναν τα γονίδιά μου» ή «ήταν μια ασυνείδητη προδιάθεση».Μπορεί αυτά πράγματι να ισχύουν, αλλά δεν αναιρούν το αίσθημα της ευθύνης. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την απόδοση της πράξης, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τον άλλον.

Γιατί διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να ζούμε μαζί.
Ακριβώς για να αναπτύξει αυτή τη διάσταση, ο Καντ διαμόρφωσε τη ηθική του φιλοσοφία και έδειξε ότι υπάρχουν απόλυτοι (ανεπιφύλακτοι) προστακτικοί νόμοι· και ο πιο παραστατικός απ’ όλους είναι αυτός:

«Πρέπει να αντιμετωπίζεις κάθε άλλον άνθρωπο πάντοτε ως σκοπό καθ’ εαυτόν, και ποτέ μόνο ως μέσο.»

Αυτό, βέβαια, ακούγεται παράξενο. Αλλά εμείς οι φιλόσοφοι είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιούμε μια ιδιόλεκτο, μια τεχνητή γλώσσα, την οποία ωστόσο μπορεί κανείς να κατανοήσει, αν συνειδητοποιήσει για μια στιγμή την παράδοξη φύση της έννοιας αυτής.
Ένας σκοπός καθ’ εαυτόν είναι ένας σκοπός που δεν μπορούμε να θέσουμε εμείς, γιατί είναι ήδη δεδομένος. Κάθε άνθρωπος είναι από μόνος του ελεύθερος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να του αποδίδω τις πράξεις του, όπως αποδίδω σε εμένα τις σκέψεις μου. Και μπορούμε να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας ως σκεπτόμενα όντα μόνο αν ταυτόχρονα τον σκεφτόμαστε ως ηθικά όντα, δηλαδή ως ελεύθερους και υπεύθυνους ανθρώπους.

Υπάρχει, επομένως, ένα στοιχείο ενόρασης μέσα σ’ αυτό που σημαίνει να είσαι άνθρωπος· μια ενόραση όπου ήδη εμπεριέχονται το συναίσθημα της ελευθερίας, η αυτοσυνείδηση, ο σεβασμός προς τον άλλον και τη ζωή του, ο σεβασμός προς τον νόμο — όλα αυτά ως δομικά στοιχεία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης.

Με αυτή την έννοια, ο Καντ μπόρεσε να θεμελιώσει τήν κατηγορική προστακτική του — αυτή τη μορφική ηθική, στην οποία δεν προϋποτίθενται καθόλου συγκεκριμένα περιεχόμενα — ακόμη και στον απλό άνθρωπο του δρόμου.
Έδειξε γιατί ο Ρουσσώ είχε δίκιο να λέει ότι και ο απλός άνθρωπος, στις ηθικές του συγκρούσεις, μπορεί να δείχνει λεπτότητα ηθικής κρίσης που δεν υστερεί σε τίποτα από έναν υψηλά μορφωμένο και πειθαρχημένο νου.
Αυτό το έδειξε με τρόπο θαυμαστό — και κατέστησε σαφές γιατί συμβαίνει έτσι.


Υπάρχει ένα σημείο στη Μεταφυσική των Ηθών του Καντ που αγαπώ ιδιαίτερα:
αν το καθήκον είναι κάτι τόσο υπέροχο όσο περιγράφεται, τότε γιατί χρειάζεται όλη αυτή η φιλοσοφία; Ας ακούει ο καθένας τη φωνή της συνείδησής του και όλα θα ήταν καλά.
Ο Καντ απαντά: «Η αθωότητα είναι πράγμα όμορφο — μόνο που δυστυχώς είναι τόσο εύκολο να διαφθαρεί.»

Και πράγματι, όλοι είμαστε επιρρεπείς στο να εξαπατούμε τον εαυτό μας ακριβώς στα ζητήματα που κατανοούμε ως καθήκοντα.
Λέμε: «Φυσικά, γενικά δεν πρέπει να λέει κανείς ψέματα· αλλά αν πω τώρα την αλήθεια, θα καταστραφώ. Άρα εδώ, εδώ επιτρέπεται η εξαίρεση.» Όμως ένας κατηγορικός προστακτικός είναι ένας προστακτικός χωρίς καμία εξαίρεση.
Αυτός είναι ο ακριβής του νόημα: δεν υπάρχουν συνθήκες κάτω από τις οποίες έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιήσω έναν άλλον άνθρωπο μόνο ως μέσο, χωρίς τη δική του συναίνεση στον σκοπό.


Όλοι είμαστε, ξανά και ξανά, έτοιμοι να υποκύψουμε στην επιρροή του πάθους, των συναισθημάτων — να εκτεθούμε έτσι σε σφάλματα, ηθικά σφάλματα. Ποιος δεν το κάνει;
Κανείς μας δεν είναι τέλειο πλάσμα, ούτε άγιος. Το κάνουμε συνεχώς — αλλά είμαστε ικανοί να το αναγνωρίσουμε. Λέμε: «Αυτό δεν ήταν σωστό.» Όταν περάσει η ένταση του συναισθήματος, μπορούμε να κάνουμε συλλογισμούς που μας βοηθούν να σκεφτούμε.
Για παράδειγμα — λέει ο Καντ σ’ ένα διάσημο παράδειγμα — αν κάποιος σκέφτεται:


«Όταν βρίσκομαι σε ανάγκη, μπορώ να πω ένα ψέμα για να πάρω δανεικά χρήματα.»

Αν όμως αυτός ο τρόπος σκέψης γινόταν καθολικός νόμος, τότε κανείς δεν θα δάνειζε σε κανέναν, γιατί όλοι θα γνώριζαν ότι ο καθένας μπορεί να ψεύδεται. Έτσι θά κατέρρεε η ίδια η δυνατότητα εμπιστοσύνης.
 Ο μεγάλος στοχαστής, με τον οποίο πρέπει τώρα να ασχοληθούμε, ανήκει στην πνευματική κληρονομιά του Καντ, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο.

Πρόκειται για τον Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte). Ήταν συνδεδεμένος με τον Καντ κατά μοναδικό τρόπο. Ως φοιτητής, όπως θα δούμε όταν εξετάσουμε την πορεία της μόρφωσής του, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Κριτική κάθε Αποκάλυψης (Kritik aller Offenbarung). Το έργο αυτό εκδόθηκε ανώνυμα, και ο κόσμος πίστεψε ότι πρόκειται για το πολυαναμενόμενο ύστερο έργο του ίδιου του Καντ. Ο Καντ χρειάστηκε να δηλώσει δημόσια: «Όχι, όχι — ο συγγραφέας είναι ο τάδε, δηλαδή ο Ιμμάνουελ Χέρμαν Φίχτε.»

Αυτό υπήρξε για τον νεαρό, ανερχόμενο άνδρα ένα είδος τιμητικού τίτλου ευγενείας, που του άνοιξε πολύ γρήγορα τον δρόμο να γίνει καθηγητής στην Ιένα και να καταλάβει μια εξέχουσα θέση στον φιλοσοφικό κόσμο.

Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Πολύ διαφορετικός από τον Καντ.
Καθόλου κοσμικός τύπος. Ανακαλύφθηκε, όπως λέγεται, όταν ήταν βοσκός χηνών σε μια αγροικία ευγενούς. Μετά τη λειτουργία της Κυριακής, επαναλάμβανε στις χήνες ολόκληρο το κήρυγμα του πάστορα!
Ο κόμης, περνώντας τυχαία, το άκουσε, αναγνώρισε στο παιδί μια ιδιοφυΐα και ανέλαβε να χρηματοδοτήσει ολόκληρη την εκπαίδευσή του. Τον έστειλε στη διάσημη σχολή του Πφόρτα (Schulpforta) — την ίδια όπου αργότερα φοίτησε και ο Νίτσε. Έτσι, ο Φίχτε ήταν ένας εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος, προερχόμενος από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ένα σύμβολο της επαναστατικής εποχής του.

Ήταν εντελώς διαφορετικός από τον ψύχραιμο Καντ· καταγόταν από τη Σαξονία, από την κεντρική Γερμανία, και διέθετε ακατάβλητη θέληση· ήταν σφοδρός, διανοητικά επιθετικός, και συγχρόνως εξαιρετικά οξύς στοχαστής. Εμφανίστηκε με την αξίωση ότι μόνο αυτός είχε κατανοήσει πραγματικά τον Καντ και ότι ήθελε τώρα να τον αναπτύξει και να τον ολοκληρώσει, σύμφωνα με τη δική του κατανόηση.
Κατά κάποιον τρόπο, επιχείρησε να δημιουργήσει το πρώτο πλήρες σύστημα στο πνεύμα του Καντ. Διότι ο Καντ ο ίδιος δεν άφησε ένα ολοκληρωμένο σύστημα, αλλά μελέτες μέσα στις οποίες το σύστημα υπαινισσόταν. Ο Φίχτε ονόμασε το δικό του φιλοσοφικό σχέδιο Wissenschaftslehre, δηλαδή «Διδασκαλία της Επιστήμης».
Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε σωστά: στο τέλος του 18ου αιώνα, «Wissenschaft» δεν σήμαινε απλώς «θετικές επιστήμες», όπως σήμερα, αλλά κάθε μορφή γνώσης.
«Έχω γνώση και επιστήμη κάποιου πράγματος» (von etwas Kunde und Wissenschaft haben) σήμαινε απλώς: «γνωρίζω κάτι».


Η Διδασκαλία της Επιστήμης είχε σκοπό να αποκαλύψει το μυστικό της ίδιας της γνώσης — να δείξει πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουμε.
Ο Φίχτε προσπάθησε να δείξει ότι η έννοια της ελευθερίας είναι θεμελιώδης, ακόμη και για κάθε θεωρητική γνώση. Για να το αποδείξει, έπρεπε πρώτα να δείξει ότι τίποτα εξωτερικό — καμιά εμπειρία που έρχεται απ’ έξω — δεν μπορεί να προϋποτεθεί.


Ο Φίχτε ξεκινά από την ίδια την ουσία της αυτοσυνείδησης. Εκεί ανακαλύπτει αυτό που ονομάζει το Εγώ (Ich). Για τον λόγο αυτό, ειρωνικά, οι αντίπαλοί του τον αποκαλούσαν «το Μεγάλο Εγώ», γιατί παντού μιλούσε για το Εγώ και τη δική του εσωτερική εξήγηση της πραγματικότητας. Και, για να περιγράψει το αντίθετό του, δημιούργησε έναν νέο όρο, ανύπαρκτο ως τότε: το Μη-Εγώ (Nicht-Ich). Εγώ και Μη-Εγώ — αυτή είναι η θεμελιακή αντίθεση. Φανταστείτε: ο κόσμος, που στον Ντεκάρτ χωρίζεται σε σκεπτόμενη ουσία και εκτεταμένη ουσία, για τον Φίχτε δεν είναι αυτό, αλλά είναι Εγώ και Μη-Εγώ. Όλα όσα υπάρχουν εκτός από το Εγώ είναι Μη-Εγώ, δηλαδή προϊόν της ενεργητικότητας, της νοητικής και βουλητικής δύναμης του Εγώ.

Έτσι ο Φίχτε μπορούσε να προχωρήσει και να πει: «Τι είναι, λοιπόν, το κακό στον κόσμο;»

Και απαντά: «Η τεμπελιά, η νωθρότητα.» Το κακό, λέει, είναι να εγκαταλείπεις την εγρήγορση του ενεργού στοχασμού και της βούλησης και να αφήνεσαι να πιστεύεις σε κάτι δεδομένο — για παράδειγμα, «ότι υπάρχει ύλη». Μα τι θα πει «υπάρχει ύλη»;
Αυτό είναι ένα έργο δικό μας, μια έννοια που πρέπει να κατασκευαστεί.


Και μάλιστα, σε αυτό ο Φίχτε δεν είχε τελείως άδικο, αφού ο ίδιος ο όρος «ύλη» (Materie), το ελληνικό «ὕλη», προέρχεται από τη γλώσσα της τέχνης και της χειρωνακτικής εργασίας: «ὕλη» σημαίνει και δάσος, ξύλο — το υλικό που χρησιμοποιούμε για να οικοδομήσουμε τον πολιτισμό μας.

Αυτή ήταν η Διδασκαλία της Επιστήμης του Φίχτε, την οποία δίδασκε αδιάκοπα, με ατελείωτες βελτιώσεις και επαναλήψεις. Ήταν άνθρωπος αδυσώπητος, τραχύς, με μια προκλητική αυστηρότητα, και τέτοιοι άνθρωποι έχουν πάντοτε τις συγκρούσεις τους. Και το ερώτημα παραμένει: Πώς μπορούσε να συνεχιστεί η σκέψη μετά τον Φίχτε;
Τι μπορούσε κανείς να περιμένει, αφού ανύψωσε το αυτοσυνείδητο Εγώ, τόσο στη θεωρητική όσο και στη ηθική του θεμελιώδη θέση, σε μοναδικό κέντρο ολόκληρου του σύμπαντος;

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Η μεταμόρφωση της εικόνας του θανάτου

Η μεταμόρφωση της εικόνας του θανάτου

Hans Georg Gadamer

https://www.youtube.com/watch?v=iU1Wcpj1k70&t=1069s


Στον στοχασμό μας δεν πρόκειται απλώς για τη μεταβολή της εικόνας του θανάτου, όπως αυτή μας έχει παραδοθεί μέσα από χιλιετίες ανθρώπινης μνήμης, από τις ερμηνείες των θρησκειών και τις κοινωνικές δομές των ανθρώπων. Πρόκειται για κάτι πολύ ριζικότερο και ιδιαιτέρως σύγχρονο· για την εξαφάνιση της ίδιας της εικόνας του θανάτου στη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό είναι, προφανώς, το θεμέλιο του ερωτήματος που διέπει αυτή τη σειρά ομιλιών.

Πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει μια εκ νέου, μια τρίτη Διαφώτιση. Εννοώ ότι, μετά τον ελληνικό Διαφωτισμό στην εποχή των σοφιστών και τον νεότερο Διαφωτισμό του 18ου αιώνα, ζούμε σήμερα μέσα σε μια τρίτη Διαφώτιση, η οποία καταλαμβάνει πλέον όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η βάση της είναι η τεχνολογική κυριαρχία πάνω στην πραγματικότητα, που θεμελιώνεται στις εκθαμβωτικές επιτυχίες των σύγχρονων φυσικών επιστημών και στην τελειότητα του σύγχρονου δικτύου επικοινωνιών που πάνω σε αυτές στηρίζεται.

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μια απομυθοποίηση του θανάτου. Για να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε να μιλήσουμε μάλλον για μια απομυθοποίηση της ζωής — και μαζί μ’ αυτήν, κατ’ ανάγκην, και του θανάτου. Διότι αυτή είναι η λογική αλληλουχία με την οποία η νέα Διαφώτιση, διά της επιστήμης, εξαπλώνεται.

Όχι μέσω νέων γνώσεων για τον θάνατο, αλλά μέσω νέων γνώσεων για τη ζωή. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η σύγχρονη επιστήμη δεν θεωρεί πλέον την εμφάνιση της ζωής στο σύμπαν ως ένα θαύμα ή ως ένα τυχαίο, ανεξήγητο γεγονός, αλλά μπορεί να κατονομάσει συγκεκριμένες φυσικοεπιστημονικές αιτιότητες. Αιτιότητες που, μέσα από μια σε γενικές γραμμές κατανοητή εξελικτική διαδικασία, οδήγησαν στη γένεση της ζωής πάνω στον πλανήτη μας και σε όλες τις μετέπειτα εξελίξεις της.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε ότι η Βιομηχανική Επανάσταση και οι τεχνικές της συνέπειες —δηλαδή η εφαρμογή της επιστήμης στην οικονομική και καθημερινή ζωή— έχουν πράγματι αλλάξει την εμπειρία του θανάτου μέσα στη ζωή των ανθρώπων. Όχι μόνο επειδή η κηδεία και η νεκρική πομπή έχουν εξαφανιστεί από την εικόνα της πόλης (προφανώς θύματα των σύγχρονων κυκλοφοριακών προβλημάτων, εκτός κι αν σ’ αυτό εκδηλώνεται μια μυστική ροπή της ίδιας της ζωής), αλλά και διότι έχει ανωνυμοποιηθεί η πράξη του θνήσκειν μέσα στα σύγχρονα νοσοκομεία.

Πέρα από την απώλεια της δημόσιας διάστασης του γεγονότος, επέρχεται έτσι ο αποχωρισμός του ετοιμοθάνατου και των οικείων του από το οικιακό και οικογενειακό περιβάλλον. Ο θάνατος εντάσσεται έτσι μέσα στη λειτουργία μιας τεχνικής διαδικασίας βιομηχανικής παραγωγής.

Το να πεθαίνει κανείς έχει γίνει, με αυτή τη θεώρηση, ένας από τους αμέτρητους παραγωγικούς μηχανισμούς της σύγχρονης οικονομικής ζωής — έστω και «αρνητικού» χαρακτήρα. Κι όμως, η εμπειρία του θανάτου κατέχει στην ιστορία της ανθρωπότητας μια κεντρική θέση. Ίσως θα μπορούσε κανείς να πει ότι σηματοδοτεί την απαρχή της ίδιας της ανθρωποποίησης.

Γιατί, όσο φτάνει η μνήμη μας, βλέπουμε ότι η ταφή των νεκρών αποτελεί το αδιαμφισβήτητο γνώρισμα του ανθρώπινου όντος. Από πολύ πρώιμους χρόνους οι άνθρωποι τελούσαν την ταφή με άπειρη επισημότητα, διακόσμηση και τέχνη, αφιερωμένα στην τιμή του νεκρού. Πολλά από τα έργα τέχνης που σήμερα θαυμάζουμε στα μουσεία ήταν στην πραγματικότητα αναθήματα προς τους νεκρούς — κάτι που πάντα εκπλήσσει τον μη ειδικό.

Πράγματι, ο άνθρωπος στέκεται μοναδικός ανάμεσα στα όντα, όπως μοναδικός είναι και με την κατοχή της γλώσσας — ίσως μάλιστα ακόμη πιο πρωταρχικά σ’ αυτό.
Η απουσία γραπτών μαρτυριών κάνει ασφαλώς δύσκολη την ανασύσταση του κόσμου των ιδεών που βρισκόταν πίσω από τα αρχαία ταφικά έθιμα. Όποιες κι αν ήταν, όμως, οι θρησκευτικές αντιλήψεις για τη ζωή και τον θάνατο που γέννησαν και διαμόρφωσαν τις νεκρικές λατρείες στις διάφορες φάσεις της προϊστορίας μας, υπάρχει κάτι κοινό: όλες μαρτυρούν ότι η μη-ύπαρξη του νεκρού, ο οριστικός του αποχωρισμός, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός από τους ανθρώπους.

Μέσα σ’ αυτό βρίσκεται μια σαφής ένδειξη για τη σχέση ανάμεσα στην αυτοσυνειδησία του ανθρώπου και στην αδυναμία κατανόησης του θανάτου. Για κάθε ζωντανό ον υπάρχει κάτι απραγματοποίητο στο γεγονός ότι αυτή η συνειδητότητα, που σκέπτεται και προβάλλεται στο μέλλον, κάποια μέρα θα σβήσει. Αντίστοιχα, για εκείνους που παρίστανται, η στιγμή αυτού του σβησίματος έχει κάτι τρομακτικά ανοίκειο.

Ένας ωραίος στίχος του ποιητή Χανς Καρόσσα εκφράζει κάτι από αυτή την αυτονόητη αίσθηση ύπαρξης και του τέλους της:
«Δεν ακούμε τη μελωδία του Θεού όσο αντηχεί — την ακούμε μόνον όταν σιγήσει».

Αναφορικά με τον πολιτισμό του Διαφωτισμού, έχει ασφαλώς νόημα να μιλήσουμε για μια συστηματική απώθηση του θανάτου. Αρκεί να σκεφτούμε πώς παλαιότερες τελετουργίες και θρησκευτικές τάξεις έδιναν στον θάνατο μια τελετουργική θέση μέσα στη ζωή της κοινότητας, και πώς μέσω των εθίμων οι ζώντες εντάσσονταν στο κοινό βίωμα και τη συνέχιση της ζωής. Κάποια απ’ αυτά επιβιώνουν ακόμη. Όμως, για παράδειγμα, οι θρηνωδίες των αρχαίων πολιτισμών, που μετέτρεπαν τη συλλογική λύπη σε δραματική έκφραση και θεραπευτική εκτόνωση, θα ήταν για τον σημερινό άνθρωπο του πολιτισμού αδιανόητες και αφόρητες.

Από την άλλη πλευρά, όμως, πρέπει να κατανοήσουμε την απώθηση του θανάτου ως μια πρωταρχική ανθρώπινη στάση απέναντι στη ζωή του. Εκεί ακριβώς έγκειται το γεγονός ότι, κατά κάποιον τρόπο, όλη η σοφία της φύσης συγκεντρώνεται σ’ αυτό το ένα έργο: να ενισχύσει τη βούληση για ύπαρξη του ζωντανού όντος όταν αυτό απειλείται από τον θάνατο. Η δύναμη των αυταπατών, με τις οποίες οι βαριά άρρωστοι ή οι ετοιμοθάνατοι προσκολλώνται στην πίστη και τη θέληση για ζωή, μιλά εδώ μια αναντίρρητη γλώσσα.

Πρέπει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει, στην πραγματικότητα, «γνώση του θανάτου».

Υπάρχει κάτι σαν ένας βαθύς δεσμός ανάμεσα στη γνώση του θανάτου και στη γνώση της ίδιας μας της θνητότητας — στη βεβαιότητα ότι κάποτε πρέπει να πεθάνουμε, και από την άλλη πλευρά, στη σχεδόν ορμητική, επιτακτική άρνηση της συνείδησης να θέλει να γνωρίζει αυτό το γεγονός.

Σε μια βαθυστόχαστη αναδιατύπωση των αρχαιότερων μυθικών παραδόσεων, ο Έλληνας τραγικός ποιητής Αισχύλος, στο δράμα του Προμηθέας Δεσμώτης, ερμήνευσε το ζήτημα του θανάτου και τη σημασία του για την ανθρώπινη ζωή.
Ο φιλάνθρωπος Προμηθέας καυχιέται εκεί όχι τόσο για τη δωρεά της φωτιάς προς τους ανθρώπους και για τις τεχνικές δεξιότητες κάθε είδους που προήλθαν από την κυριαρχία της, όσο για το εξής: ότι τους αφαίρεσε τη γνώση της ώρας του θανάτου τους.

Πριν τους προσφέρει αυτή τη δωρεά —την ικανότητα να αγνοούν τον δικό τους θάνατο— οι άνθρωποι ζούσαν, λέει, άθλια και αδρανείς μέσα σε σπηλιές, και δεν είχαν δημιουργήσει τίποτα από εκείνο το διαρκές πολιτισμικό έργο που τους ξεχωρίζει από όλα τα άλλα έμβια όντα.

Το βαθύτερο νόημα αυτής της ιστορίας έγκειται στο ότι ο ποιητής αναζητεί πίσω από τον παραδεδομένο μύθο για τη δωρεά της φωτιάς και της τέχνης την ύστατη και βαθύτερη αιτία του και την ανανοηματοδοτεί ως μια ιδιαίτερη, ουσιαστική δωρεά.
Αυτή η δωρεά συνίσταται στο ότι η ικανότητα του ανθρώπου να προβλέπει το μέλλον του προσδίδει στο μέλλον του τον χαρακτήρα μιας σχεδόν χειροπιαστής παροντικότητας· και παρ’ όλο που μπορεί να σκεφτεί τον θάνατο, δεν μπορεί να τον αποδεχθεί αληθινά.

Έχει κανείς μέλλον όσο δεν γνωρίζει ότι δεν έχει μέλλον.

Η απώθηση του θανάτου είναι η ίδια η βούληση της ζωής.
Υπό αυτή την έννοια, η γνώση του δικού μας θανάτου βρίσκεται κάτω από παράξενες συνθήκες. Μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να αναρωτηθεί πότε το παιδί αρχίζει να κατανοεί τι είναι ο θάνατος. Δεν είμαι βέβαιος ότι η σύγχρονη ψυχολογία διαθέτει κάποια αποδεκτά και ασφαλή απάντηση σ’ αυτό. Ίσως ανήκει, μάλλον, στον προαναφερθέντα εσωτερικό δεσμό ανάμεσα στη ζωή και στην απώθηση του θανάτου το γεγονός ότι και η γνώση της ίδιας μας της θνητότητας, ακόμη κι όταν σταδιακά παγιώνεται ως βαθύτερη εσωτερική γνώση μέσα στον αναπτυσσόμενο άνθρωπο, παραμένει ωστόσο καλυμμένη, συγκεχυμένη.

Μπορεί ασφαλώς να ειπωθεί ότι ο σύγχρονος πολιτισμένος κόσμος έχει οδηγήσει αυτή την έμφυτη τάση απώθησης, που έχει τη ρίζα της μέσα στην ίδια τη ζωή, σε υπερβάλλοντα ζήλο και σχεδόν σε θεσμική τελειότητα, με αποτέλεσμα να έχει εκτοπίσει πλήρως την εμπειρία του θανάτου στο περιθώριο της δημόσιας ζωής.

Ωστόσο, παραμένει ένα παράδοξο και αξιοθαύμαστο φαινόμενο:
παρά αυτή την πολιτισμική τάση, επιμένει ένας πεισματικός αντίλογος.
Όχι μόνο επιβιώνουν οι θρησκευτικές μορφές της ταφής και της λατρείας των νεκρών·
σε άλλους πολιτισμούς, όπου η δύναμη του σύγχρονου Διαφωτισμού μόλις αρχίζει να επικρατεί, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο — καθώς εκεί η θρησκευτική παράδοση είναι πλουσιότερη και βαθύτερα ριζωμένη μέσα στη διαδοχή των γενεών.

Αλλά ακόμη και σε εμάς, μέσα σε μια εποχή επεκτεινόμενου μαζικού αθεϊσμού, τελούνται και από τους άπιστους, πραγματικά εκκοσμικευμένους ανθρώπους, τελετουργικές μορφές. Αυτό φαίνεται στις γιορτές της ζωής — στη χριστιανική βάπτιση, στον γάμο — και ακόμη περισσότερο στις γιορτές του θανάτου, στην χριστιανική ταφή και την επιμνημόσυνη τελετή.

Είναι σχεδόν ακόρεστη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να κρατά την εικόνα του νεκρού, που έχει μετατραπεί σε μορφή αποχωρισμού και αιωνιότητας, όχι μόνο στη μνήμη, αλλά να την ξαναπλάθει μέσα του, να την μεταμορφώνει σε δημιουργική, θετική, εξιδανικευμένη μορφή — σε ένα ιδεώδες, αμετάβλητο πια μέσα στην ιδεατότητά του.

Είναι δύσκολο να ειπωθεί τι ακριβώς είναι αυτό που, μέσα στην ολική αποχώρηση, κάνει την παρουσία του αποχωρήσαντος να βιώνεται με έναν μεταμορφωμένο τρόπο.

Μέσα από τέτοιες εκκοσμικευμένες μορφές μνήμης μπορούμε να κατανοήσουμε τους βαθύτερους ψυχικούς και πνευματικούς μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από τις θρησκευτικές παραστάσεις του επέκεινα, καθώς και —όχι λιγότερο— την ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύει στην αθανασία της ψυχής και σε μια εκ νέου συνάντηση μετά τον θάνατο. Αυτή η χριστιανική ιδέα, που βρίσκει ανάλογες εκφράσεις και σε πολλούς ειδωλολατρικούς πολιτισμούς, εκφράζει εύγλωττα το γεγονός ότι η ουσία του ανθρώπου απαιτεί την υπέρβαση του θανάτου.

Τα επιτεύγματα της επιστημονικής Διαφώτισης φτάνουν σ’ ένα αμετάκλητο όριο όταν αγγίζουν το μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Μπορεί να αναμένεται ότι μια τέτοια οριακή εμπειρία, πάνω από την οποία μόνο τα θρησκευτικά μηνύματα επιτρέπουν μια υπέρβαση και μια ματιά πέρα από αυτήν, θα αφήσει λίγο χώρο στη φιλοσοφία για τις ερωτήσεις, τα θεμέλια και τα βήματα της σκέψης της. Πρωτίστως όμως, ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να σκεφτεί τον άνθρωπο μέσα στην εμπειρία του θανάτου χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη θρησκευτική αξίωση πως υπάρχει γνώση του επέκεινα — είτε ως υπόσχεση σωτηρίας είτε ως απειλή τιμωρίας.

Αυτό σημαίνει ότι εκείνο που ονομάζουμε στη δική μας παράδοση «φιλοσοφία» βρίσκει τον νοητικό της ορίζοντα μόνο μεταξύ της ελληνικής ειδωλολατρίας και του ιουδαιοχριστιανικού και μουσουλμανικού μονοθεϊσμού.
Έτσι, το ελληνικό πνεύμα έπρεπε να αναρωτηθεί:
Αν η αδιάρρηκτη ενότητα ζωής και θανάτου —μαζί με την οξεία αμοιβαία αποκλειστικότητά τους— κατέχει όλη τη βαρύτητα της πραγματικότητας, πώς μπορεί τότε να νοηθεί το Θείο;

Οι θεοί, ως αθάνατοι, θα έπρεπε συγχρόνως να είναι το υπέρτατο ζωντανό.
Αυτό οδηγεί τη σκέψη στο να διακρίνει μέσα στο ίδιο το ζωντανό ανάμεσα σε εκείνο που δεν πεθαίνει και σε εκείνο που υφίσταται τον θάνατο.

Η ψυχή θεωρείται αθάνατη, και μ’ αυτό μοιράζεται όχι μόνο το όνομα αλλά και την ουσία με τους θεούς — τους Αθανάτους.
Ο πρώτος Έλληνας στοχαστής που διατύπωσε την εσωτερική συνάφεια όχι μόνο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, αλλά και ανάμεσα στους θνητούς και τους αθανάτους, ήταν πιθανότατα ο Ηράκλειτος, σε μερικά από τα αινιγματικά του αποσπάσματα.
Ένα από αυτά λέει:

«Ἀθάνατοι, θνητοί· θνητοί, ἀθάνατοι· ζῶντες ἐκείνοι τὸν θάνατον, οὗτοι τὸν ἐκείνων βίον τεθνεῶτες.»

Αινιγματικό! Όπως κι αν επιχειρήσει κανείς να το ερμηνεύσει, δεν μπορεί να το λύσει χωρίς να σκεφτεί την ψυχή (ψυχή / psyche) ως εκείνον τον τόπο όπου τα αμοιβαία αντίθετα —το ζων και το νεκρό, το φθαρτό και το άφθαρτο— πλέκονται μεταξύ τους.
Αυτήν ακριβώς τη συνέπεια αναλαμβάνει ο Πλάτων στον Φαίδωνα, εκείνον τον διάλογο του Σωκράτη με τους φίλους του την ημέρα που, το βράδυ, έμελλε να πιει το κώνειο. Η θρησκευτική γαλήνη με την οποία ο Σωκράτης εξετάζει και απορρίπτει όλα τα επιχειρήματα κατά της αθανασίας της ψυχής αποτελεί την ισχυρότερη παρηγοριά που βρήκε ποτέ το παιδί μέσα μας, το οποίο καμιά λογική δεν μπορεί να παρηγορήσει ολοκληρωτικά, στον αρχαίο κόσμο.

Το γεγονός ότι οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν τον θάνατο ως αδελφό του ύπνου, και όχι ως τον φρικτό σκελετωμένο θεριστή του χριστιανικού Μεσαίωνα, το τόνισε ο Λέσσινγκ σε μια γνωστή του μελέτη — ως ουμανιστής, αλλά και ως τέκνο του νεότερου Διαφωτισμού.
Πάντοτε ήταν οι ποιητές και οι στοχαστές εκείνοι που προανήγγελλαν το θέλημα του πνεύματος.Έτσι και στη νεότερη εποχή — ήταν αυτοί που επιχείρησαν να αντέξουν τη θνητότητα και τη σκέψη του θανάτου χωρίς καμία θρησκευτική παρηγορία.


Ας θυμηθούμε μόνο τον εξτρεμιστικό ριζοσπαστισμό με τον οποίο ο Φρίντριχ Νίτσε επιχείρησε να αναγγείλει και να υπερβεί τον “θάνατο του Θεού”.
Ο Χάιντεγκερ, με το δίκιο του, ανέδειξε τη διττή ένταση της ύπαρξης μέσα σε αυτή την πιο ξένη εμπειρία όσων δεν πιστεύουν στον Θεό.
Σύγχρονος του Νίτσε ήταν και ο ποιητής Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν, ο οποίος, στο έργο του Νιλς Λύννε, ήταν ίσως ο πρώτος που απέδωσε, μέσα από την εμπειρία του θανάτου, την αδυναμία του δήθεν “πιστού” αθεϊσμού, και ταυτόχρονα ύμνησε τον ηρωισμό εκείνου που έμεινε πιστός ως το τέλος.


«Αν ήμουν Θεός», λέει ο γιατρός μπροστά σ’ έναν ετοιμοθάνατο, «θα έκανα ευτυχέστερο εκείνον που δεν μετανοεί την τελευταία στιγμή.»
Αυτοί ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ηθικοί πρωτοπόροι.
Όμως ο απολογισμός της απομυθοποίησης του θανάτου μοιάζει καταθλιπτικός.

Αρκεί να σκεφτούμε το αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ, Ο Ξένος, και τον απειλητικό αγώνα ανάμεσα στη μοιρολατρία και την απόγνωση που ξεσπά μέσα από την αποξένωση του ανθρώπου, τόσο στη ζωή όσο και στον θάνατο.

Κάτι από έναν ηρωισμό χωρίς ηρωοποίηση, που πηγάζει μόνο από τη θέληση για ειλικρίνεια και αλήθεια, ενώνει όλους εκείνους τους στοχαστές του θανάτου του αιώνα μας: τους πρόωρα χαμένους Γκέοργκ Ζίμμελ, Μαξ Σέλερ, Αλμπέρ Καμύ, όπως και τους ολοκληρωμένους ύστερα Ανρί Μπερξόν, Μάρτιν Χάιντεγγερ, Καρλ Γιάσπερς, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Σάμουελ Μπέκετ.
Αυτό που όλοι αυτοί προσπάθησαν να σκεφτούν ως υπέρβαση της ζωής, με διαφορετικά πρόσημα αλλά πάντοτε ενάντια σε κάθε καθησυχαστική γνώση της σωτηρίας, παραμένει έγκυρο για κάθε σύγχρονη σκέψη και στοχασμό.

Έτσι, τίθεται ένα ανοιχτό ερώτημα — και μαζί του ένα νέο ερώτημα προς την ίδια την πορεία της ανθρωπότητας, η οποία μας έχει οδηγήσει τόσο στα επιτεύγματα όσο και στα αδιέξοδα του σημερινού παγκόσμιου πολιτισμού.
Μπορεί κανείς να συλλογιστεί τι έχουν ακόμη να αντιτάξουν στη Διαφώτιση οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου και οι ποικίλες μορφές λατρείας των νεκρών και πίστης στο επέκεινα που εξακολουθούν να ζουν μέσα στην ανθρωπότητα.
Μπορεί επίσης να αναρωτηθεί τι σημαίνει το ότι αυτή η σύγχρονη Διαφώτιση ξεπήδησε από το χριστιανικό πολιτισμικό κληροδότημα, και όχι από καμία άλλη θρησκευτική παράδοση.

Μήπως η ριζικότητα αυτής της χριστιανικής διδασκαλίας σωτηρίας το προκάλεσε αυτό; Η χριστιανική πίστη διδάσκει την υπέρβαση του θανάτου διαμέσου του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Θεός ανέλαβε τον θάνατο επάνω του.
Και κηρύσσει, αναφορικά με αυτό, την Ανάσταση του Χριστού εκ νεκρών ως το χαρμόσυνο μήνυμα προς όλους τους ανθρώπους.
Μήπως το Μυστήριο της Τριάδος, το οποίο θέλει να απαντήσει στο αίνιγμα του θανάτου, με τη ριζικότητά του χάρισε και στη νεότερη Διαφώτιση τη δική της ριζικότητα — εκείνη που τη χαρακτηρίζει και που ολοένα εξαπλώνεται σε όλη την ανθρωπότητα; Είναι λοιπόν η απώθηση του θανάτου, που συνοδεύει αυτή τη Διαφώτιση και μαζί της τη συγκαλυμμένη αποφυγή του γήρατος και της φθοράς, μια εξίσου αμετάκλητη διαδικασία όσο και η ίδια η Διαφώτιση;


Μπορεί κανείς να αμφιβάλλει.
Ίσως ο Χάιντεγκερ να έχει δίκιο:
Μήπως το «προτρέχειν προς τον θάνατο», η τόλμη να αντικρίσει κανείς αυτήν την έσχατη αγωνία της ζωής, δεν είναι στην πραγματικότητα ένα υπαρξιακό φαινόμενο — δηλαδή μια θεμελιώδης κατηγορία της ανθρώπινης ύπαρξης που, όσο κι αν προσπαθεί κανείς να την αποκρύψει, παραμένει πάντοτε εκεί; Όπως και το παιδί μέσα μας, που πάντα υπάρχει.


Και τότε, τι σημαίνουν οι αντιστάσεις απέναντι σε αυτή την παγκόσμια πορεία, που εκδηλώνονται από άλλες θρησκείες;
Ας σκεφτούμε το Ισλάμ ή τον Βουδισμό.
Ίσως η μοίρα της Δύσης, που ξεκίνησε με τον ελληνικό στοχασμό και την απαρχή της επιστήμης, πέρασε μέσα από τον χριστιανισμό της Ευρώπης και έφθασε στον σημερινό επιστημονικο-τεχνικό βιομηχανικό κόσμο, να είναι ένα αδιέξοδο της ζωής.


Ο Χάιντεγκερ χαρακτήρισε αυτόν τον δρόμο συνολικά σχεδόν ως μηδενισμό.
Ή μήπως αυτός ο δρόμος οδηγεί προς ένα ανθρώπινο μέλλον; Η συνομιλία είναι η μορφή ζωής μέσα στην οποία οι άνθρωποι συναντώνται και ανταλλάσσονται. Και δεν συνίσταται μόνο σε λόγια.


Άραγε θα μπορέσει η συνομιλία της ανθρωπότητας —η συνομιλία των θρησκειών μεταξύ τους, και των θρησκειών με τον αθεϊσμό— σε ένα εγγύς ή απώτερο μέλλον να γεννήσει νέες μορφές ζωής; Και μαζί τους, μια νέα τιμή προς τον θάνατο, προς αυτή την ύστατη αδυναμία κατανόησης της ύπαρξής μας;

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 2

Συνέχεια από : Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025


Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 2

https://www.youtube.com/watch?v=oG2fprEkLAo&list=PL5rv0LxqofNqhH5Wq4bSEzGPUnNji3gvd&index=2


Ο Επίκουρος, η Στοά και ο Πλωτίνος


Θυμόμαστε ότι η μεγάλη εποχή, κατά την οποία η ελληνική φιλοσοφία στην Αθήνα καλλιέργησε με ιδιαίτερη έμφαση και τα θεμελιώδη ζητήματα της ζωής και της κοινωνίας, ήταν εκείνη όπου τον φιλοσοφικό στοχασμό συνόδευε μια βαθιά μέριμνα για τον άνθρωπο και την πόλη.
Η ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα, το έργο του για τους Νόμους, οι διαλέξεις του Αριστοτέλη για την Ηθική και την Πολιτική — όλα αυτά ανήκουν στην πραγματικότητα στην εποχή της παρακμής του πολιτικού βίου της ελληνικής πόλης-κράτους.

Το ιδανικό αυτής της δημοκρατίας, που ο Αριστοτέλης περιέγραψε — μεταξύ άλλων με τη χαρακτηριστική παρατήρηση πως μια πόλη δεν πρέπει να γίνει τόσο μεγάλη ώστε η φωνή ενός κήρυκα, ενός ανθρώπου με δυνατή φωνή, να μην μπορεί να φτάσει ταυτόχρονα σε όλους τους πολίτες — αποτυπώνει μια αίσθηση μέτρου και κοινωνικής εγγύτητας.

Είναι, ωστόσο, ένα παράδοξο καθήκον να εφαρμόσει κανείς αυτή την προφητεία και αρχή του Αριστοτέλη στη δική μας εποχή, όπου τα μαζικά μέσα επικοινωνίας είναι σε θέση να επιτελέσουν ακριβώς αυτό το έργο — να απευθύνονται σε όλους ταυτόχρονα — αλλά, δυστυχώς, χωρίς να υπάρχει ένας Αριστοτέλης που να τα καθοδηγεί.

Η πόλη έχει χάσει την αυτονομία της, όπως και όλες οι πόλεις της Ελλάδας. Μακεδόνες βασιλείς και οι διάδοχοί τους είναι πλέον εκείνοι που καθορίζουν την πολιτική της περιοχής, και φυσικά αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται αισθητή και η επιρροή της Ρώμης στην Ανατολή.

Σε κάθε περίπτωση, διαμορφώνεται μια φιλοσοφία που εκφράζει αυτή την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Θα λέγαμε, αν χρησιμοποιούσαμε σύγχρονους όρους, ότι το «έθνος» — ή καλύτερα, όπως θα ήταν ακριβέστερο τότε, η πόλη-κοινότητα, η οποία παλαιότερα αποτελούσε το πολιτικό πλαίσιο για κάθε μορφή σκέψης στην Αθήνα — δεν είναι πια αυτό που ήταν.

Γι’ αυτό, από εδώ και πέρα έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφικές κατευθύνσεις που — για να χρησιμοποιήσουμε μια διάσημη φράση του Καρλ Μαρξ — «φωτίζονται από το φως της λάμπας του ιδιωτικού χώρου».

Οι φιλόσοφοι αποσύρονται από τη σκηνή της δημόσιας ζωής. Οι σχολές τους γίνονται καταφύγια, τόποι προστασίας και περισυλλογής. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για δύο μεγάλες σχολές της εποχής, που απέδειξαν διαχρονικά τη σημασία τους στην παγκόσμια ιστορία: η σχολή των Επικούρειων και η σχολή των Στωικών.

Ήδη το όνομα της σχολής όπου ο Επίκουρος συγκέντρωνε τους φίλους του και δίδασκε τη διδασκαλία του είναι ενδεικτικό: λεγόταν «Κήπος».
Σίγουρα ονομάστηκε έτσι, επειδή αυτές οι συναντήσεις γίνονταν σε ένα σπίτι που είχε έναν ωραίο κήπο.

Αλλά το γεγονός ότι ολόκληρη η σχολή έμεινε γνωστή με το όνομα «Κήπος» μας λέει κάτι περισσότερο. Μας θυμίζει, για παράδειγμα, τη διάσημη ρήση του Βολταίρου, όταν ρωτήθηκε τι σκέφτεται για το μέλλον και απάντησε:
«Αφήστε με να πάω στον κήπο μου και να καλλιεργήσω τον κήπο μου
».
Ο κήπος, ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα, είναι κάτι σαν το προστατευμένο πεδίο της ιδιωτικής ζωής.
Ωστόσο, ο «Κήπος» φέρει φυσικά το όνομά του, επειδή ο ιδρυτής αυτής της σχολής, ο Επίκουρος, δίδασκε εκεί τη δική του φιλοσοφία για τον κόσμο και τη ζωή.

Για να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό, πρέπει να απαλλαγούμε για λίγο από τη συνηθισμένη έννοια που έχει ο όρος «επικούρειος» στη γλώσσα μας — ότι είναι κάποιος ηδονιστής. Αυτό δεν είναι εντελώς λάθος, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι ηδονιστής επειδή αγαπά το καλό φαγητό, το ποτό ή τις όμορφες γυναίκες· σημαίνει ότι καλλιεργεί την πνευματική και ψυχική καλλιέργεια — την «κουλτούρα της ψυχής» με την αληθινή έννοια του όρου.

Ας θυμηθούμε ότι η ίδια η λέξη cultura σημαίνει «καλλιέργεια». Η agricultura — η καλλιέργεια της γης — παραμένει στα γερμανικά μέχρι σήμερα η λέξη που δηλώνει αυτή τη μορφή καλλιέργειας.

Έτσι μιλάμε κι εμείς, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την κατάσταση των αγρών: «Πώς είναι οι καλλιέργειες;» Λοιπόν, σε κάθε περίπτωση είναι φανερό ότι ο Επίκουρος κατάφερε, μέσα σ’ αυτήν την εποχή της παρακμής — της πολιτικής παρακμής και της υποχώρησης της δημόσιας ζωής — να οικοδομήσει ένα είδος καταφυγίου, μια στάση γαλήνης και εσωτερικής αρμονίας της ψυχής, γύρω από την οποία συγκεντρώνονταν ιδιαίτερα χαρισματικοί και πνευματικά ανοιχτοί άνθρωποι, νέοι και μεγαλύτεροι.

Έτσι, η επικούρεια κοσμοθεωρία είναι κατ’ αρχάς ένα εγκώμιο στις χαρές της θεωρητικής γνώσης. Στη νεότητά του, ο Επίκουρος γνώρισε έμμεσα έναν μαθητή του Δημόκριτου, ο οποίος τον επηρέασε για ολόκληρη τη ζωή του. Ο Δημόκριτος, όπως θα καταλάβει κανείς αμέσως μόλις το πω, είναι ο ιδρυτής της ατομικής θεωρίας. Είναι ο πρώτος που εισήγαγε στη φυσική την έννοια του ατόμου, δηλαδή του αδιαίρετου, έσχατου σωματιδίου. Φυσικά, αυτό δεν είναι η έννοια του ατόμου της σύγχρονης φυσικής· δεν πρόκειται για εκείνα τα ελάχιστα σωματίδια που συγκροτούν τα μόρια και τα οποία, όπως γνωρίζουμε σήμερα, αποτελούνται με τη σειρά τους από ακόμη μικρότερα σωματίδια, συνδεδεμένα με μυστηριώδη τρόπο. Όχι — πρόκειται για μια πιο αφελή, υλική έννοια του ατόμου.

Ωστόσο, η θεωρία των ατόμων υπήρξε προφανώς μία από τις πιθανές εξελίξεις της ελληνικής διαφώτισης — μια προσπάθεια να προχωρήσει η γνώση της φύσης τόσο βαθιά, ώστε η μεγάλη θρησκευτική και μυθική παράδοση της Ελλάδας να αρχίσει να φαίνεται περισσότερο ως απειλή για την ειρήνη της ψυχής.

Και ο Επίκουρος ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε τις συνέπειες αυτής της στάσης: με τα επιχειρήματά του, τη σοφία του, τη γαλήνη του και το παράδειγμά του, απομυθοποίησε τον φόβο του θανάτου. Έδειξε πως όποιος φοβάται τον θάνατο, δεν μπορεί να σκεφτεί.

Αν μπορούσε να σκεφτεί, θα ήξερε: «Μα τι ακριβώς φοβάσαι; Τι είναι αυτό, ο θάνατος; Όταν δεν υπάρχεις πια, ο θάνατος δεν υπάρχει για σένα. Και όσο υπάρχεις εσύ, ο θάνατος δεν είναι παρών. Άρα ηρέμησε.»

Είναι, φυσικά, κάτι αυτονόητο: κάθε ζωντανό ον ακολουθεί την καμπύλη της ζωής του — από τη γέννηση και την ανάπτυξή του έως το αναπόφευκτο τέλος. Περίπου έτσι μιλούσε ο Επίκουρος, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο ψυχολογικής σοφίας, παροτρύνοντας τον άνθρωπο να κατανοήσει τι είναι γνώση και ποιες είναι οι χαρές της θεωρίας:
η ευδαιμονία που νιώθει κανείς όταν αντικρίζει κάτι συγκλονιστικά κατανοητό, αρμονικό και καλοδομημένο — όπως, για να θυμηθούμε τα λόγια του Καντ, «ο έναστρος ουρανός πάνω από εμάς».

Πρόκειται λοιπόν για την αστρονομική επιστήμη του κόσμου, αλλά και για όλα τα ψυχικά αποτελέσματα αυτής της θεωρητικής αφοσίωσης στο μεγάλο, στο αρμονικό, στο σταθερό. Αν γνωρίζαμε περισσότερα, θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για έναν πρώιμο επικούρειο, έναν μέσο επικούρειο και έναν ύστερο επικούρειο τρόπο σκέψης — όπως μπορούμε να κάνουμε για άλλες φιλοσοφικές σχολές.
Αυτό θα μπορούσε κανείς να το πράξει, αν διέθετε τις σχετικές πηγές.

Ακριβώς αυτό όμως είναι εφικτό στην περίπτωση της άλλης μεγάλης σχολής του ελληνιστικού φιλοσοφικού κόσμου — της ιστορικής, Στωικής σχολής (die historische Schule).

Αυτή, βέβαια, είναι κάπως διαφορετική. Δεν είναι ένας «κήπος»· είναι μάλλον μια στοά με κίονες, ένας χώρος όπου κανείς περπατά πάνω-κάτω, με περισσότερη ανοιχτότητα προς τον κόσμο, αλλά και με μια ουσιαστική απόσταση από τη δημόσια ζωή.

Πολλά από τα χαρακτηριστικά της ύστερης αρχαιότητας αντανακλώνται στην στωική διδασκαλία: ο άνθρωπος δεν είναι πλέον πολίτης μιας πόλης ή ενός έθνους, αλλά πολίτης του κόσμου (κοσμοπολίτης). Η έννοια του κοσμοπολίτη είναι στωικής προέλευσης.
Και δεν σημαίνει απλώς μια ελεύθερη στάση ή ανεκτικότητα — όπως τη συνδέουμε σήμερα — αλλά κάτι πολύ πιο άμεσο και ριζικό: ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι δυνατή για όλους, ακόμη και για τον δούλο μέσα στα δεσμά του.


Αυτό είναι το ουσιαστικό στωικό μήνυμα: όλα εξαρτώνται από το πόσο μακριά φτάνει η δύναμη του ίδιου του πνεύματος, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μοίρα.

Η κεντρική σκέψη της ύστερης Στοάς μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ό,τι εξαρτάται από εμάς, πρέπει να το θεωρούμε καθήκον μας· ό,τι όμως δεν εξαρτάται από εμάς, πρέπει να το αποδεχόμαστε σύμφωνα με τους νόμους της φύσης.

Η στωική ρήση ήταν: ὁμολογουμένως ζῆν — δηλαδή, να ζει κανείς σε συμφωνία με τον εαυτό του. Αργότερα αυτό επεκτάθηκε στη στωική σχολή: να ζει κανείς σε συμφωνία όχι μόνο με τον εαυτό του, αλλά και με τους νόμους της φύσης.

Ο Σενέκας, ένας θα λέγαμε υπουργός πρώτης γραμμής της νερωνικής εποχής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πέφτει σε δυσμένεια και τελικά καταδικάζεται να αφαιρέσει ο ίδιος τη ζωή του. Αυτό δεν ήταν βέβαια ασυνήθιστο· σε τέτοιες περιπτώσεις, σεβαστοί άνδρες δεν εκτελούνταν δημοσίως, αλλά τους δινόταν το δικαίωμα του αυτοχειριασμού.

Στην περίπτωση όμως των Στωικών, το πράγμα πήγαινε πολύ βαθύτερα. Γιατί εδώ συνδεόταν με τη συνείδηση της ελευθερίας του ανθρώπου. Υπάρχει, θα λέγαμε, μόνο μία μορφή αυτοκτονίας, για την οποία δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι ο άνθρωπος που την επέλεξε θα μπορούσε ποτέ να τη μετανιώσει.

Όποιος πυροβολεί τον εαυτό του, όποιος ρίχνεται μπροστά σε ένα τρένο ή πηδά από το παράθυρο ενός ουρανοξύστη — όλα αυτά είναι, πιθανότατα, εκδηλώσεις ανελευθερίας, φόβου για το μέλλον, ενστίκτου και πάθους. Αλλά όποιος ανοίγει τις φλέβες του και αιμορραγεί αργά, ενώ σε κάθε στιγμή θα μπορούσε ακόμη να πει:
«Σε παρακαλώ, θέλω να ζήσω λίγο ακόμη» — αυτός ο τρόπος αυτοχειρίας, όπως και η νηστεία μέχρι θανάτου, η εκούσια λιμοκτονία, ήταν οι κλασικές μορφές αυτοκτονίας του αρχαίου κόσμου· γιατί διατηρούσαν την ελευθερία μέχρι την τελευταία στιγμή.


Θέλω με όλα αυτά να δείξω πως εδώ υπάρχει ένα κάλεσμα: να οικειωθούμε πραγματικά αυτές τις έννοιες που ανήκουν στη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας. Και έτσι πρέπει να αναφέρω εδώ έναν όρο που πραγματικά αποκτά σαφήνεια μόνο με την ιστορική κοσμοθεώρηση της ύστερης αρχαιότητας — τον όρο που έγινε γνωστός μέσω του έργου του Κικέρωνα “De Officiis”: είναι ο όρος “καθήκον” (Pflicht).

Λέγοντας λοιπόν ότι το καθήκον, η δεσμευτικότητα που ενυπάρχει στο καθήκον, αποτέλεσε για τη Στοά ένα μεγάλο σύστημα προσανατολισμού, μπορούμε να υποψιαστούμε κάτι από τη ζωτική δύναμη αυτής της στοικής κοσμοθεώρησης, η οποία διαπέρασε τους αιώνες.

Πρέπει εδώ να σταθούμε για λίγο ακόμη· διότι καθένας αισθάνεται ότι, αν αυτές είναι οι βασικές έννοιες — να μη ζούμε ενάντια στους νόμους της φύσης, να ανταποκρινόμαστε στο κάλεσμα του καθήκοντος —τότε διαφαίνεται κάτι πολύ βαθύτερο.

Ένας μεγάλος Ρωμαίος αυτοκράτορας — ο Μάρκος Αυρήλιος, σύγχρονος του Πλωτίνου — εκφράζει στις “Εις Εαυτόν” (Meditationes) αυτήν ακριβώς την στωική αυτοκριτική: την απόσυρσή του από κάθε πειρασμό αυτοδοξασμού, και το κάνει με θαυμαστή θεολογική διαύγεια και μεταφυσική σοβαρότητα.

Αυτό το παράδειγμα θα οδηγήσει, στην Αναγέννηση και αργότερα, σε μια νέα μορφή ιστορικής σκέψης. Αυτό που ονομάζουμε νεότερος ιστορισμός (Historismus) — τολμώ να πω — είναι στην πραγματικότητα η κοσμοθεώρηση των φυσιοδιφών, των ερευνητών της φύσης σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Η προσωπικότητα του Πλωτίνου πρέπει να είχε τέτοια ακτινοβολία, ώστε όλη η αυτοκρατορική αυλή να τον σέβεται. Ήταν προφανώς ένας ασκητικός άνθρωπος, μιας πνευματικότητας που τον έφερνε σχεδόν στα όρια του πνευματισμού. Λέγεται μάλιστα πως ντρεπόταν που έπρεπε να κατοικεί σε σώμα.

Το γεγονός ότι ένας “δεύτερος Πλάτων”, ένας Plato redivivus, μπορεί να ειπωθεί για έναν φιλόσοφο του 3ου αιώνα μ.Χ., δείχνει την τεράστια απόσταση και την εσωτερική εξέλιξη που μεσολαβεί από την ζωντανή Αθήνα της κλασικής εποχής ως την αρχόμενη παρακμή της παγανιστικής κουλτούρας στο εποχή του Πλωτίνου.

Το “Aufgehen im Schauen” — το να ανατέλλεις μέσα στη θέαση — ας προσπαθήσω να το αποδώσω στη γλώσσα μας. Το “Aufgehen”, η ανάδυση, δεν είναι κακός όρος για τη φύση: όταν έρχεται η άνοιξη και όλα αναδύονται, ξεπετιούνται, ανθίζουν. Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτή η εικόνα είναι κατεξοχήν φυσική.

Το “Aufgehen” της φύσης, όπως το ανατέλλειν του ήλιου — όμως εδώ περιγράφεται το αντίθετο της φυσικής επιστήμης. Διότι για τον Πλωτίνο, αυτή η ανάλυση της φύσης ως αναδυόμενης, ως ερχόμενης προς εαυτόν, σημαίνει το γίγνεσθαι του Είναι προς τον εαυτό του. Μια διατύπωση εντελώς ξένη προς τη φυσική επιστήμη.

Η φύση, λέει, είναι εκείνο που έχει αναδυθεί, και τώρα, στις εκδηλώσεις και στους νόμους της, μπορεί να ερευνηθεί επιστημονικά. Αυτή η εμβάθυνση στη φύση, το “Aufgehen”, γίνεται για τον Πλωτίνο μοντέλο της εμπειρίας του Είναι, και άρα θεμέλιο της μεταφυσικής. Χρησιμοποιούμε το ρήμα “ανατέλλω” κι εμείς σε πολλές περιπτώσεις:
λέμε, «μου άνοιξαν τα μάτια» — mir gehen die Augen auf. Αυτό σημαίνει: τώρα αρχίζω να βλέπω εκείνο που πάντοτε μπορούσα να δω.

Ό,τι βρίσκουμε συναρπαστικό και μαγευτικό στη ζωή, είναι ακριβώς αυτό — ότι “χάνομαι μέσα του”, “αναδύομαι μέσα του”, ότι δεν απομένει τίποτε πια από τις φροντίδες και τα σχέδιά μου. Είμαι μαγεμένος από την παρούσα στιγμή. Αυτό αποκαλεί ο Πλωτίνος “Aufgehen” με αυτή την έννοια — το να αναδύεσαι μέσα στο Ένα, μέσα στην απόλυτη πραγματικότητα.
Ο ίδιος είπε ότι δύο φορές στη ζωή του βίωσε αυτή την εμπειρία: όταν αναλήφθηκε ολοκληρωτικά μέσα στο Ένα, στο Θείο, ώστε μόνο επιστρέφοντας απ’ αυτήν την εμπειρία μπόρεσε πάλι να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Μπορεί κανείς να αισθανθεί, κοιτάζοντας τη σκέψη του Πλωτίνου, κάτι από αυτήν την πνευματικότητα του επέκεινα, που το Χριστιανικό μήνυμα μετέδωσε στον κόσμο της αρχαιότητας, έναν κόσμο που πλησίαζε στο τέλος του. Κάτι από αυτήν την ατμόσφαιρα του υπερβατικού εμφανίζεται εδώ με μοναδικό τρόπο — όχι μέσα από τελετουργικές πράξεις λατρείας, αλλά μέσα από εσωτερική συγκέντρωση και πνευματική δύναμη της σκέψης.

Κι ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ο ανθρώπινος νους ή η δύναμη της σκέψης που μπορεί να λύσει το μυστήριο της ύπαρξης, του θανάτου και του επέκεινα. Αντίθετα, αυτή ακριβώς ήταν η φιλοσοφική τάση της εποχής, που οδήγησε σε εκείνο το φαινόμενο που ονομάζουμε Γνώση (Gnosis).

Υπήρχε ιουδαϊκή Γνώση, όπως γνωρίζουμε σήμερα· υπήρχε ελληνική Γνώση· υπήρχε και χριστιανική Γνώση. Όλες αυτές ήταν ρεύματα και διδασκαλίες που ισχυρίζονταν πως τα θρησκευτικά μυστήρια μπορούν να διδαχθούν και να αποκαλυφθούν μέσω της δύναμης της νόησης και της έννοιας. Κι εδώ ακριβώς έγκειται ο μεγάλος κίνδυνος, μέσα στον οποίο κινείται πάντοτε η φιλοσοφική σκέψη.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 1


Ο Hans Georg Gadamer διηγείται την ιστορία της φιλοσοφίας 1

https://www.youtube.com/watch?v=V3ZgEtGmdSU&list=PL5rv0LxqofNqhH5Wq4bSEzGPUnNji3gvd



Πως άρχισαν όλα-Θαλής, Ηράκλειτος, Πλάτων, Αριστοτέλης

Τι είναι το όλον; Πώς προέκυψε το όλον; Πώς δημιουργήθηκε αυτή η κοσμική τάξη;
Αυτό είναι βυθισμένο στο μυστήριο της αρχής.
Υπάρχει μια περίφημη ρήση του Αριστοτέλη:
«Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.»

Τη γνωρίζουμε επίσης στη λαϊκή της εκδοχή ως:
«Κάθε αρχή είναι δύσκολη.»


Όπως κι αν έχει, το συμπέρασμα είναι ότι τέτοια ερωτήματα γεννούν το πρώτο θεωρητικό ενδιαφέρον για την τάξη του κόσμου, για οριακά ζητήματα — όπως το όριο του θανάτου, που πλανάται πάνω από κάθε ανθρώπινη ζωή και προσφέρει στις θρησκείες έναν ανεξάντλητο τόπο ελπίδας και υπόσχεσης.
Αναμφίβολα υπάρχουν και άλλα τέτοια ερωτήματα·
για παράδειγμα:

Τι υπήρχε πριν από το Big Bang, πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη;

Ένα ερώτημα για το οποίο οι φυσικοί χαμογελούν κατανοητικά — κι όμως, είναι ένα ερώτημα που κανένας άνθρωπος δεν αποφεύγει να θέσει.

Θα δούμε ότι ήδη οι πρώτοι Έλληνες στοχαστές, των οποίων τα κείμενα έχουν φτάσει ως εμάς, ασχολήθηκαν κριτικά με αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα.
Τι ακριβώς όμως συνέβαινε τότε;
Σήμερα το γνωρίζουμε αρκετά καλά.

Φυσικά, ο Θαλής δεν έπεσε μέσα στο πηγάδι, όπως λέει ο μύθος — κατέβηκε μέσα του.
Γιατί αυτό το πηγάδι ήταν στην πραγματικότητα το αρχαίο τηλεσκόπιο.
Μέσα από τη σκοτεινή απόφραξη που δημιουργούσαν τα τοιχώματα του πηγαδιού, μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει με ακρίβεια την πορεία των άστρων που βρίσκονταν ακριβώς επάνω από το άνοιγμα — και να δει έτσι πολύ καθαρότερα.
Ήταν, θα λέγαμε, ένα ελληνικό είδος τηλεσκοπίου.


Άρα, δεν επρόκειτο για έναν αφηρημένο σοφό που έπεσε κατά λάθος στο πηγάδι· μάλλον, η ιστορία έχει αλληγορικό χαρακτήρα: πρόκειται για μια τολμηρή πράξη θεωρητικού θάρρους — για την προθυμία να κατεβεί κανείς σε ένα άβολο βάθος για να παρατηρήσει καλύτερα τον ουρανό, ακόμα κι αν μετά χρειάζεται βοήθεια για να ξαναβγεί.
Η θεωρητική τόλμη και το πάθος της γνώσης εκφράζονται εδώ εξίσου έντονα όσο και η σαρκαστική διάθεση της ύστερης αρχαιότητας απέναντι στους «παράξενους σοφούς» της.


Έχει διασωθεί μια ιστορία:
Όταν δόθηκε στον Σωκράτη να διαβάσει το βιβλίο των αποσπασμάτων του Ηράκλειτου, είπε:

«Όσα κατάλαβα είναι εξαίσια· και είμαι βέβαιος ότι κι όσα δεν κατάλαβα είναι εξίσου εξαίσια. Μα χρειάζεται ένας άριστος δύτης, για να ανασύρει αυτά τα πολύτιμα πράγματα από τον βυθό της θάλασσας στο φως.»

Έτσι λοιπόν, το μυστηριώδες ύφος του Ηράκλειτου ήταν από την αρχή ελκυστικό ακριβώς λόγω του παράδοξου, της αιφνιδιαστικής αντιστροφής με την οποία λέει κανείς ότι «ο δρόμος προς τα πάνω και ο δρόμος προς τα κάτω είναι ο ίδιος».
Με αυτόν τον τρόπο σπάει την καθημερινή αναμονή και ανοίγει νέους ορίζοντες σκέψης.

Υπάρχει μια ρήση του Ηράκλειτου, η οποία ήταν χαραγμένη στη διάσημη καλύβα του Χάιντεγκερ στο Μέλανα Δρυμό, και στα γερμανικά λέει:

«Der Blitz steuert alles.»
(Ο κεραυνός κυβερνά τα πάντα.)


Πρέπει να ακούσουμε προσεκτικά, για να κατανοήσουμε τη δραματική αντιφατικότητα αυτής της φράσης. Δεν σημαίνει, όπως θα το ερμήνευε ένας απλοϊκός μυθικός τρόπος σκέψης, ότι «ο Δίας με τους κεραυνούς του κυβερνά τον κόσμο».
Αυτό θα ήταν εντελώς ανοήτως αντιηρακλείτειο, αντιφιλοσοφικό.


Βρισκόμαστε ήδη στο δρόμο προς τον Λόγο (Logos).
Και τι σημαίνει τότε; Τι σημαίνει πραγματικά;


Ας σκεφτούμε την εμπειρία του κεραυνού.
Τον βλέπουμε στην πλήρη του δύναμη μόνο μέσα στη νύχτα:
για μια στιγμή όλα φωτίζονται με εκτυφλωτικό φως, και την επόμενη στιγμή βυθίζονται πάλι σε βαθύτερο σκοτάδι.

Αυτό είναι, προφανώς, το ενδιαφέρον του Ηράκλειτου·
η ξαφνική, αποκαλυπτική δύναμη του φωτός
.

Είχαμε δει ότι τέτοια φαινόμενα βρίσκονται στο βάθος των στοχασμών του Ηράκλειτου — η ξαφνική αντιστροφή των πραγμάτων στο αντίθετό τους.
Μίλησα για ύπνο και εγρήγορση· θα μπορούσα επίσης να μιλήσω για ζωή και θάνατο.


Λέμε, για παράδειγμα, «κοιμάται σαν νεκρός» — κι όμως, ξαφνικά ξυπνά.
Ο κεραυνός κυβερνά τα πάντα.

Περίπου έτσι, φαίνεται, εννοεί ο Ηράκλειτος το πραγματικό μυστήριο.
Η ψυχή δεν είναι μόνο η αναπνοή του ζώντος, αλλά είναι και το ίδιο το σκεπτόμενο, εκείνο που μέσα στα ίδια του τα βάθη φέρει ήδη τόσα πολλά μυστηριώδη και αληθινά.
Υπάρχει μια πολύ όμορφη ρήση του Ηρακλείτου:

«Τα όρια της ψυχής δεν θα τα φτάσεις ποτέ, όσο κι αν πορεύεσαι».

Αυτό είναι το νέο σύμπαν.
Ίσως αξίζει να θυμηθούμε ότι αργότερα ο Κικέρων είπε για τον Σωκράτη πως αυτός κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό και την εγκατέστησε στους δρόμους της Αθήνας.


Δηλαδή, ότι έφερε τη φιλοσοφία μέσα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων — στις συζητήσεις του με τους συμπολίτες του στα γυμνάσια, στα στάδια, στα συμβούλια, στις συνελεύσεις και στους δρόμους.
Ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, ο ενοχλητικός άνθρωπος, που μπορούσε να σταματήσει καθέναν που περπατούσε με φουσκωμένη αυτοπεποίθηση και να του κάνει δύσκολες ερωτήσεις στις οποίες δεν ήξερε να απαντήσει.


Αυτό το έκανε, όπως φαίνεται, κυρίως με τους μεγάλους άνδρες της εποχής.
Το έκανε με τους ναυάρχους.
Το έκανε με τους στρατηγούς, όταν ήθελε να μάθει τι είναι ανδρεία.
Το έκανε με τους δικαστές, όταν ήθελε να μάθει τι είναι δικαιοσύνη.


Και τελικά, το έκανε ακόμη και με τους μάντεις και τους χρησμολόγους, για να τους δείξει ότι δεν γνώριζαν τίποτα για το θείο και το ιερατικό-θεϊκό.
Αυτή είναι η γνωστή μορφή του Σωκράτη.

Από πού τη γνωρίζουμε;
Ε, βέβαια, είχε πολλούς μιμητές — όμως όλοι αυτοί οι μιμητές ωχριούν μπροστά στον μοναδικό Πλάτωνα.


Και εδώ φτάνουμε, τρόπον τινά, στο σημείο της ίδιας της αποστολής του Πλάτωνα, που συγχρόνως αποκαλύπτει ορατά τον ζωτικό σκοπό της ζωής του.
Ο Πλάτων ήθελε να απαλλάξει τον Σωκράτη, τον οποίο θαύμαζε, από το δικαστικό σφάλμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, που τον θεώρησε σοφιστή — μόνο και μόνο επειδή μπορούσε να μιλά με κοφτερά διαλεκτικά επιχειρήματα.

Το Αγαθό, ωστόσο, είναι μια πραγματικότητα εξίσου άπιαστη, ανεξάρτητη από κάθε ορισμό, όπως και οι ίδιοι οι αριθμοί, με τη μυστηριώδη συνοχή τους σε αθροίσματα, εξισώσεις, κλάσματα και μεγάλους λογισμούς.
Και έτσι, πράγματι, ο Πλάτων έκανε την ένωση του ερωτήματος για το Αγαθό με το ερώτημα για τον αριθμό το κεντρικό θέμα του διασημότερου λογοτεχνικού του έργου — του «Φαίδωνος».

Εκεί, ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη, καταδικασμένο σε θάνατο και ήδη προετοιμασμένο για την εκτέλεση εκείνης της ημέρας, να δέχεται για τελευταία φορά τους φίλους του και να συζητά μαζί τους για την ψυχή, για την αθανασία της ψυχής και για τη σχέση της ψυχής με κάτι αιώνιο, αμετάβλητο, βέβαιο και γνωστό, όπως είναι οι αριθμοί.

Ο Νίτσε είπε σε μια περίφημη φράση ότι αυτή η απεικόνιση των συζητήσεων του ετοιμοθάνατου Σωκράτη ήταν η εγκαθίδρυση του νέου ιδεώδους της ελληνικής νεότητας — ενός ιδεώδους που αντικατέστησε το πρότυπο του ηρωικού Αχιλλέα ή του ευφυούς, πολυμήχανου Οδυσσέα.

Ένα νέο ιδανικό του σοφού· του σοφού που ζει τη σοφία του και που με ήρεμη γαλήνη, με πνεύμα ερωτηματικό και καθόλου δογματικό, δέχεται το πεπρωμένο της ζωής του και πίνει το κώνειο.

Η Ιδέα του Αγαθού είναι, γι’ αυτό, το ανώτατο σημείο της πλατωνικής σκέψης.
Είναι ο τελικός σκοπός της παιδείας, προς τον οποίο κατευθύνεται όλη η εκπαίδευση στην πλατωνική πολιτεία.


Αλλά αυτή η Ιδέα του Αγαθού δεν είναι χειροπιαστή όπως τα μαθηματικά αντικείμενα ή τα υπόλοιπα διδακτά πράγματα.
Είναι, ωστόσο, Ιδέα — το βλέμμα μέσα σε όλα.


Και ο Σωκράτης λέει ότι θα ήταν ικανοποιημένος μόνο όταν όλα όσα μέχρι τώρα οι σοφοί άνδρες γνώρισαν — για την πορεία του ήλιου και της σελήνης, για τα άστρα, για τις εποχές, για τα στοιχεία, για τη γη και τη θάλασσα και όλα αυτά — θα μπορούσαν να εξηγηθούν ως έκφραση της Ιδέας του Αγαθού.

Μια περίφημη φράση, της οποίας δεν πρόσεξαν αρκετά ότι στην ουσία είναι το πρόγραμμα της αριστοτελικής φυσικής — της τελεολογίας, της διδασκαλίας που βλέπει το σύμπαν ως κατευθυνόμενο από σκοπούς, όπου και ο άνθρωπος, με τους περιορισμένους σκοπούς του και τη συνεχή του επιδίωξη προς το καλύτερο, προς το ωφέλιμο Αγαθό, έχει τη θέση του.

Η σύγχρονη ιατρική μπορεί να μας δείξει με σαφήνεια περί τίνος πρόκειται εδώ.
Η ιατρική είναι η επιστήμη της ασθένειας και των θεραπευτικών της μέσων.
Είναι ένα τεράστιο αποτέλεσμα επίμονης και σχολαστικής μέτρησης.
Κάθε άνθρωπος γνωρίζει τι είναι το θερμόμετρο και ποια είναι η φυσιολογική θερμοκρασία του σώματος.
Έτσι, έχει προοδεύσει πολύ η τέχνη της μέτρησης.
Αλλά το πραγματικό μυστήριο είναι η ίδια η υγεία.
Με ποιο μέτρο, λοιπόν, τη μετράμε (την [υγεία]) ;
Όχι, βέβαια, με τυποποιημένες τιμές.
Διότι η υγεία είναι μια μυστηριώδης αρμονία όλων.
Και αυτό το μεγάλο μυστήριο της υγείας ο Πλάτων το αναφέρει επίσης, σε αυτό το πλαίσιο, ως παράδειγμα αυτής της εσωτερικής μετρησιμότητας.


Και εκεί λέει τώρα ο Πλάτων, σε αυτή τη σύνδεση, ότι σε κάθε ακριβή ικανότητα και γνώση των επιστημών υπάρχει κάτι αναντικατάστατο:
ότι πρέπει κάθε φορά να έχει κανείς υπόψη του όχι μόνο το μετρημένο, αλλά και το ανάλογο, το αρμόζον, το πρέπον, το σωστό τη στιγμή που πρέπει — αυτό είναι το ουσιώδες, αυτό που έχει πραγματικά σημασία.
Πέρα από όλα όσα είναι αριθμοί, νόμοι και μεγέθη.


Αυτό είναι ένα μήνυμα προς τον σύγχρονο κόσμο, μέσα στον οποίο οι ποσοτικοποιητικές επιστήμες έχουν εδραιώσει σε βάθος τη μεθοδολογική τους κυριαρχία, χωρίς ίσως να προσέχουν αρκετά ότι αυτό τους επιτυγχάνει μόνο εκεί όπου αυτές οι ίδιες προϋποθέτουν μια άλλη γνώση — το βλέμμα του έμπειρου γιατρού ή το ένστικτο του οργανισμού που πάσχει· το ένστικτο του ανθρώπου που είναι άρρωστος.
Εν ολίγοις, όλα εκείνα που τελικά αναγνωρίζει κι ο γιατρός ως κριτήριο, όταν, μη γνωρίζοντας τι ακριβώς έχει ο ασθενής του, τον ρωτά:
«Αισθάνεστε άρρωστος;»

Καλώς· με αυτήν την έννοια ισχύει το ίδιο και στον Πολιτικό του Πλάτωνα, όπου όλη αυτή η ανάλυση διατυπώνεται μέσα σε έναν διάλογο για τον σωστό κυβερνήτη —
δηλαδή και μέσα στη δημόσια και πολιτική ζωή.


Μπορεί κανείς να θεσπίζει νόμους, να καθιερώνει τάξη·
αν όμως δεν είναι ικανός, τη σωστή στιγμή, να προσαρμόζεται όπως πρέπει στο πρόσταγμα της ώρας και στα μέσα της, αν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη της στιγμής, τότε θα αποτύχει και στους ίδιους τους σκοπούς της τέχνης του.


Ήταν γιος ενός Μακεδόνα αυλικού γιατρού και σπούδασε στην Ακαδημία, θα μπορούσε κανείς να πει. Και λέγεται πως κάποτε αρρώστησε και δεν μπόρεσε να παραστεί σε μια μικρή συντροφική συζήτηση.
Τότε ο Πλάτων είπε: «Σήμερα έλειψε το πνεύμα.»[Ο ΝΟΥΣ]


Πράγματι, υπήρχε μια στενή και πρώιμη σύνδεση ανάμεσά τους.
Αργότερα ο Αριστοτέλης έγινε γνωστός και ως κριτικός της θεωρίας των Ιδεών.
Η βασική του ωστόσο κριτική αρχίζει με μια ρήση που έγινε διάσημη:
«Φίλος μου είναι ο Πλάτων, αλλά πιο φίλη μου η αλήθεια.»


Ο Αριστοτέλης είχε το παρατσούκλι, ανάμεσα στους φίλους του, «ο μεγάλος αναγνώστης».
Διάβαζε ακατάπαυστα.

Και συνήθιζε, όταν το βράδυ ξάπλωνε στο κρεβάτι του στο χώρο της σχολής, να έχει δίπλα του μια χάλκινη λεκάνη και να κρατά στο χέρι του μια μεταλλική σφαίρα.
Διάβαζε έτσι, κι όταν αποκοιμιόταν, η σφαίρα έπεφτε με θόρυβο στη λεκάνη· ο ήχος τον ξυπνούσε, κι εκείνος συνέχιζε το διάβασμα.

Μια πολύ εύστοχη εικόνα για την προσέγγιση του άγρυπνου πνεύματος του Αριστοτέλη προς το θείο Πνεύμα, που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή παρουσία.
Διότι ο θεός της μεταφυσικής του Αριστοτέλη είναι ένα πνεύμα που, σε αντίθεση με το ανθρώπινο, δεν διακόπτεται από ύπνο και εγρήγορση.

Εκεί περιγράφει πώς οι αρχικά φευγαλέες εντυπώσεις παραμένουν στη μνήμη, πώς από αυτές σχηματίζεται μια ενιαία ανάμνηση της γνώσης, πώς από αυτήν προκύπτει, με τη μετάδοση στους άλλους, τελικά η γνώση των ἀρχαί — δηλαδή των αρχών, των πρώτων αρχών.

Ποιο είναι το νόημα;
Η απόδειξη είναι πάντοτε απόδειξη που ξεκινά από προκείμενες προτάσεις, και το συμπέρασμα είναι το έγκυρο πόρισμα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει λοιπόν ήδη να υπάρχουν προϋποθέσεις· αυτό στην λογική ονομάζεται μείζων και ελάσσων πρόταση.


Αν όμως πρόκειται για τις αρχές, δεν μπορεί κανείς να ξεκινήσει από κάτι πριν από τις αρχές. Άρα, η φιλοσοφία δεν μπορεί να αντιστοιχεί απλώς στη λογική της απόδειξης· πρέπει περισσότερο να είναι μια πορεία προς την αρχή, μια προσέγγιση στις πρώτες προϋποθέσεις.

Αυτό ονομαζόταν ἐπαγωγή — δηλαδή οδήγηση προς (την αρχή).

Και ο Θεόφραστος, δάσκαλος των παραστατικών εικόνων, δίνει γι’ αυτό μια ζωντανή παρομοίωση:
Πώς προκύπτει, λέει, αυτό το καθολικό του εννοίου, της αρχής;


Ναι, λέει, είναι όπως όταν ένας στρατός τρέπεται σε φυγή μπροστά στον εχθρό·
και κάποιος, επιτέλους, σταματά και κοιτάζει πίσω, να δει αν ο εχθρός πλησιάζει.
Οι άλλοι συνεχίζουν να τρέχουν.
Έπειτα κι ένας δεύτερος τον βλέπει, βλέπει ότι εκείνος δεν τρέχει πια, γιατί ο εχθρός έχει απομακρυνθεί· κι έτσι, ένας μετά τον άλλον, όλοι στρέφονται και ο στρατός υπακούει πάλι στη διαταγή.


Η ελληνική λέξη για «διαταγή» είναι ἀρχή — και σημαίνει συγχρόνως αρχή και εξουσία.
Αυτό, λοιπόν, είναι η λογική ανάλυση του τι είναι, κατά την περιγραφή του Αριστοτέλη, η φιλοσοφία από λογική άποψη.

ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΑ, ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΒΕΒΑΙΩΣ, ΑΣ ΣΥΓΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΓΚΑΝΤΑΜΕΡ ΜΕ ΤΟΥ ΠΟΠΠΕΡ. ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΓΩΠΑΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ.



Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (7)

   Συνεχίζεται απο Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Του Hans – Georg Gadamer

Πως συναντάται όλο αυτό στον Αριστοτέλη;  Μπορούμε να απαντήσουμε με το κεφάλαιο 19 του δευτέρου βιβλίου των Αναλυτικών ύστερων. Εδώ η Επαγωγή, η συμπερασματική πορεία προς την πρόθεση ή προς το τι της προθέσεως, περιγράφεται μέχρις ότου κάτι διαρκές, σταθερό, εγκαθίσταται στην γνώση. Αυτό που τελικά γνωρίζουμε δεν είναι το αποτέλεσμα μιας αποδείξεως, αλλά τίθεται σ’αυτό το σημείο το ερώτημα, πως αποκτάται; Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί ένα διάσημο παράδειγμα, του στρατού,δηλαδή, που υποχωρεί και διαλύεται: Όλοι τρέχουν αλλά εάν ένας στρατιώτης σταματήσει (ίσως μόνον και μόνον επειδή στρίβοντας το κεφάλι του είδε πως ο εχθρός είναι μακρυά), τότε σταματά και ένας δεύτερος, μετά ένας άλλος και ούτω καθεξής, μέχρις ότου να ξανασυσταθεί η αρχή της παραθέσεως (ΙΙ,19,100912). Και ακριβώς εδώ ο Αριστοτέλης – ο οποίος διέθετε αρκετό χιούμορ – παίζει με την λέξη αρχή, η οποία σαν γνώση σημαίνει αυτό που είναι πρώτο στην διπλή σημασία της αρχής και της κυρίαρχης αυθεντίας.
Έτσι λοιπόν, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να εξάγουμε (δια της απαγωγής) την αρχή του στρατού από το σταμάτημα των ξεχωριστών στρατιωτών, αλλά μπορούμε να περιγράψουμε μόνον πως συμβαίνει, με τον ίδιο τρόπο και οι αρχές τις οποίες αναζητούν οι φιλόσοφοι –λέει ο Αριστοτέλης– δεν μπορούν να αποδειχθούν με μια λογική απαγωγή, αλλά μπορούν να συλληφθούν, να θερισθούν ας πούμε, μόνον στην πορεία των εμπειριών της ζωής, ακριβώς όπως, αυτή η διαδικασία, περιγράφεται σ’ αυτό το κεφάλαιο των Αναλυτικών ύστερων, σαν ένας σωκρατικός διάλογος δηλαδή. Όλες οι λέξεις, όλες οι έννοιες στις οποίες εκφράζουμε τις ζωτικές μας κατευθύνσεις και με τις οποίες επικοινωνούμε μεταξύ μας, όλο αυτό το πράγμα κατάγεται από την συγκέντρωση και από την σταθεροποίηση των εμπειριών μας.
Γίνεται φανερό λοιπόν πως η αρχή είναι κάτι διαφορετικό από το αναγκαίο συμπέρασμα μιας λογικής αποδείξεως, είναι κάτι πέραν του λόγου. Κανείς δεν είναι Ικανός –είπε ο Φίχτε– να πιέσει τον αναγνώστη να κατανοήσει το κείμενο. Η κατανόηση υπερβαίνει το απλό λογικό συμπέρασμα.
Οι Έλληνες είχαν ένα όνομα για να δείξουν αυτή την κατανόηση: ΝΟΥΣ. Αυτός είναι αυτό που περιέχεται, που παρουσιάζεται, που κατανοείται, με μια λέξη δηλ. αυτό που υπάρχει σαν πρόθεση στην συζήτησηΧωρίς τον νού η συζήτηση είναι άδεια και επομένως δεν συστήνεται η γνώση. Αυτό αντιστοιχεί ακριβώς στην πολύ γνωστή περιγραφή της διαδικασίας της γνώσεως που βρίσκουμε στην VIIη Επιστολή του Πλάτωνος (342b...): το όνομα, ο ορισμός, η εικόνα, αυτή η ίδια η επιστημονική γνώση, είναι μόνον σταθμοί πρός την αληθινή γνώση, η οποία υπάρχει μόνον όταν «ανάβει» ο νούς. Όταν πάρει φωτιά ο νούς.
Ο Αριστοτέλης προχωρά με τον ίδιο τρόπο: ξεκινά από την γλώσσα που μιλάμε, από εκείνα που ονομάζει – όπως και ο πλάτων – ένδοξα, τις κοινές γνώμες, εκείνες που γενικώς είναι αποδεκτές. Όλοι οι άνθρωπο είναι, σε κάποιο μέτρο, με την κατεύθυνση τους ήδη έτοιμοι στην εμπειρία τής πραγματικότητος, καθότι συμμετέχουν στην γλώσσα που δίνει νόημα στα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά το αυτονόητο των ένδοξων είναι αμφίβολο, πολύ αμφίβολο, και γι’ αυτό ο Αριστοτέλης στα τοπικά χρησιμοποιεί μερικές φορές τον υπερθετικό βαθμό, ενδοξότατα, δηλ. τα πιο εντυπωσιακά (μια πρακτική της σοφιστικής αυτή, η οποία χρησιμοποιεί την δύναμη εντυπωσιασμού των λέξεων και της γνώμης, της δόξας, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της συζητήσεως). Αυτό σημαίνει όμως πως δεν υπάρχει ομοιότης, γειτνίαση, ανάμεσα στον λόγο που είναι φιλοσοφία,πού είναι αλήθεια,καί σ'έναν λόγο πού είναι  μόνον εντυπωσιακός, θεαματικός, και επομένως υπάρχει και η δυνατότης ενός κενού λόγου. 
Αυτό είναι ένα από τα θέματα του Σοφιστή του Πλάτωνος, αλλά είναι φανερό πως είναι επίσης και το πρόβλημα της φιλοσοφίας για τον Αριστοτέλη. Εδώ βρίσκεται ένα βασικό σημείο της ερμηνείας μου. Είμαι πεισμένος πως όπως ακριβώς ο Πλάτων είχε συνειδητοποιήσει τα όρια της διαλεκτικής, έτσι καί ο Αριστοτέλης ήταν συνειδητοποιημένος για τα όρια του λόγου και πως και οι δύο συμφωνούσαν πάνω στο γεγονός πως αυτό που μετρά στην σκέψη είναι τελικά, το περιεχόμενό της, αυτό το κάτι που είναι παρόν, η τάξη, η συγχώνευση του προθεματικού με την πρόθεση, του σκοπού με το σκοπούμενο, ο ΝΟΥΣ.
Ίσως αυτή αυτή η επισήμανση είναι επίσης και μια απάντηση στην ερώτηση που μου έχει τεθεί, γιατί δηλ. ο Χούσσερλ είχε δεχθεί την ερμηνεία του Χάϊντεγκερ που παρουσίασε τον Αριστοτέλη σαν φαινομενόλογο; Και πράγματι, η σύντηξη της προθέσεως με το προτιθέμενο ανήκει ακριβώς στήν φαινομενολική θεωρία, είναι η erfabrung intention.
Θα διακόψω εδώ προαναγγέλοντας πως στην συνέχεια θα αναπτύξω την ανάλυση της Φύσεως (Φύσις), στον Πλάτωνα  και στον Αριστοτέλη. Θα εξετάσω συγκεκριμένα, την αριστοτελική έννοια της ενέργειας, το ενεργεία, όπου ακόμη και αυτό που απουσιάζει, το δυνάμει όν, είναι κατά κάποιο τρόπο εν ενεργεία. 
Αλλά και πάλι, πριν ολοκληρώσουμε αυτή την θεματική, θα προσθέσουμε κάτι σ’ αυτά τα θέματα που έχουμε ήδη διαπραγματευθεί, προκειμένου να απαντήσουμε και σε κάποιες ερωτήσεις που μου απευθύνθηκαν.

Συνεχίζεται.
Αμέθυστος.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Hans-Georg Gadamer – Το αυτονόητο είναι το αινιγματικό (Συνομιλία)

Hans-Georg Gadamer – Το αυτονόητο είναι το αινιγματικό (Συνομιλία)

Συνομιλία του Erwin Koller με τον φιλόσοφο Hans-Georg Gadamer (1900–2002) σχετικά με την τεχνολογία, τη μνήμη, τον Martin Heidegger, το «πολιτικό παιχνίδι», την ιστορία, τη ρομαντική παράδοση, τη λογοτεχνία, το βιβλίο Wahrheit und Methode, την ερμηνευτική, τον Jürgen Habermas και τον θάνατο (Heidelberg / SRF, 1984).

Κύριε Καθηγητά Gadamer,
ζήσατε ακόμη καί τη συγκίνηση όταν τα πρώτα αυτοκίνητα κυκλοφόρησαν στους δρόμους, όταν το περήφανο Titanic βυθίστηκε και τα πρώτα Zeppeline ανέβηκαν στον ουρανό. Όταν τώρα βλέπετε τη δυσπιστία που δείχνει ένα μέρος της σημερινής γενιάς απέναντι στην τεχνολογική επανάσταση, η οποία όμως καθόρισε τον αιώνα μας, μπορείτε να το κατανοήσετε; Ή μήπως μόνο τα παιδιά της ευμάρειας μπορούν να επιτρέψουν στον εαυτό τους τέτοιες ερωτήσεις;

Α, όχι, νομίζω ότι η απομάκρυνση από τις φυσικές μορφές ζωής άρχισε ήδη αρκετά νωρίς και στη δική μου νεότητα. Το ότι υπήρχε κάτι σαν το τηλέφωνο, όπου μιλούσε κανείς με δυνατή φωνή, επειδή πίστευε ότι μόνο τότε μπορούσε ο άλλος να τον ακούσει.
Ή τέτοια πράγματα· αυτά είναι ήδη πολύ μεγάλες αποξενώσεις. Από αυτή την άποψη, απέκτησα μια ορισμένη επαφή με την τεχνολογία ήδη από νωρίς.

Με το προβληματικό της τεχνολογίας. Το ότι δεν υπάρχει αντίκρισμα, όταν μιλάω στο τηλέφωνο. Η τεχνολογία, στην πραγματικότητα, μπορεί να κάνει μόνο κάτι πολύ φυσικό: να αφουγκράζεται τους νόμους της φύσης και να χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση τεχνολογικά, ώστε να αλλάξει τον κόσμο.
Μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στη φύση και την τεχνολογία; 
Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει αντίθεση. Ήδη ο Aristoteles, όπως ξέρετε καλά, είπε ότι η τεχνική συμπληρώνει τα κενά που η φύση έχει αφήσει. Αυτό παραμένει, νομίζω, πραγματικά αληθές και σωστό.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

Δυο συνεντεύξεις του Giovanni Reale με τον Hans Georg Gadamer β

Συνέχεια από:Kυριακή 10 Αυγούστου 2025

Δυο συνεντεύξεις του Giovanni Reale με τον Hans Georg Gadamer β
Hans Georg Gadamer.Ενας "ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ" τού 20ου Αιώνος

Από το βιβλίο του Giovanni Reale
Αυτομαρτυρίες και παραπομπές των διαλόγων του Πλάτωνα στις «Άγραφες Διδασκαλίες»



Στη σχολή του Πλάτωνα


Η συνέντευξη αυτή (ηχογραφημένη από τον Luka Borsic και απομαγνητοφωνημένη από τον Giuseppe Girgenti) πραγματοποιήθηκε στη Χαϊδελβέργη. Με έκπληξη, ο φιλόσοφος – με τους τόνους της φωνής του και το χαμόγελό του – μας άνοιξε προσωπικά την πόρτα, χαιρετώντας μας εγκάρδια. Μας οδήγησε ευγενικά στο σαλόνι του όμορφου σπιτιού του, όπου, καθισμένοι στον καναπέ, με θέα τον κήπο και ένα υπέροχο δέντρο μαγνόλιας σε πλήρη άνθηση, ξεκίνησε χωρίς κανένα τυπικό πρόλογο η συζήτηση, η οποία εξελίχθηκε ως εξής.

REALE – Στη σειρά «Η δυτική σκέψη» του εκδοτικού οίκου Bompiani στο Μιλάνο, την οποία διευθύνω, εμφανίστηκε το αριστούργημά σας Αλήθεια και Μέθοδος σε μετάφραση του Gianni Vattimo, με το γερμανικό κείμενο παράλληλα. Είναι η πρώτη από τις σύγχρονες δημοσιεύσεις αυτής της σειράς. Ακολουθούν τα εξής: Πλάτων, Άπαντα τα έργα, Πλωτίνος, Εννεάδες (με ελληνικό κείμενο), Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ποιήματα, στη συνέχεια Σενέκας, Διατριβές, και άλλα λατινικά κλασικά έργα. Η επιλογή του έργου σας – με την αυστηρή έννοια – εμβληματικής αξίας, το κατατάσσει επάξια στα κλασικά των κλασικών. Η συνάντησή μας εδώ, επικεντρώνεται στη φιλοσοφική σκέψη, έναν από τους δύο βασικούς άξονες της δουλειάς μου. Σκέφτηκα να ξεκινήσουμε με το θέμα «η σκέψη των φιλοσόφων (…) Πραγματικά είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε πώς η φιλοσοφία και η σκέψη μπορούν να αποτελέσουν το κλειδί για την ερμηνεία του κόσμου. Θα θέλατε να μου πείτε αν είστε δεσμευμένος όπως κι εγώ με τους Έλληνες και αν θεωρείτε ότι η εννοιολογική δύναμη της γλώσσας τους εξακολουθεί να μας διαμορφώνει;

GADAMER Για να σκεφτόμαστε, έχουμε ανάγκη τη γλώσσα, αυτή τη φυσική μας δωρεά. Όλοι μας σκεφτόμαστε, και σε μεγαλύτερο βαθμό εμείς οι φιλόσοφοι. Εγώ, για παράδειγμα, πάντοτε αναφερόμουν στη γλώσσα και στην ελληνική φιλοσοφία. Αυτή ήταν μια μεγάλη ανακάλυψη και τού Χάιντεγκερ, ο οποίος πείστηκε ότι είναι δυνατόν νά διαβάσουμε καί να κατανοήσουμε τόν Αριστοτέλη σάν έναν «φαινομενολόγο». Ο Χάιντεγκερ διέθετε μιά μεγάλη πνευματική ενέργεια καί στάθηκε μάλιστα ικανός νά πείσει τον Χούσσερλ ότι ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φαινομενολόγος. 
Όταν συνάντησα τον Χάιντεγκερ στο Φράιμπουργκ, ή έπειτα στο Μάρμπουργκ, δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να συζητήσω μαζί του, καθώς προερχόμουν από τον νεοκαντιανισμό του Μάρμπουργκ, από τη σχολή του Νάτορπ και του Χάρτμαν. Για χρόνια, μετά το πτυχίο μου, σπούδασα ελληνικά, έως ότου να έχω το αναγκαίο πρόγραμμα σπουδών για να γίνω καθηγητής λυκείου. Σε αυτή την περίοδο ετοιμαζόμουν να συνεχίσω υπό την καθοδήγηση του Paul Friedländer, που τον εκτιμούσα πολύ. Στο τέλος, και ο ίδιος ο Χάιντεγκερ έμεινε ικανοποιημένος από όλες αυτές τις μελέτες μου πάνω στους Έλληνες και τα Λατινικά, κάτι που εξαρχής δεν τίς ενέκρινε.

REALE
– Στη δεκαετία του ’20, εσείς ξεκινήσατε μια εντατική μελέτη του Πλάτωνα, η οποία ολοκληρώθηκε με το πρώτο σας βιβλίο Η διαλεκτική της ηθικής του Πλάτωνα. Αλλά και στη δεκαετία του ’30 συνεχίσατε προς αυτή την κατεύθυνση και γράψατε: «[…], αλλά κυρίως τον Πλάτωνα ως συγγραφέα κειμένων κεντρικών για την πολιτική» (και σε συνεργασία με τον C.J. Klein αναπτύξατε ιδιαίτερα την κατεύθυνση των μαθηματικών και της θεωρίας των αριθμών). Εκεί έγκειται και η σημασία της θεωρίας των ιδεών για τον Πλάτωνα. Πιστεύω ότι εκείνη την περίοδο μπορέσατε να αντιληφθείτε πλήρως τη σημασία των σχέσεων ανάμεσα στα γραπτά και στις «διδασκαλίες που δεν γράφτηκαν» του Πλάτωνα.

GADAMER – Ναι, βεβαίως. Θυμάμαι ότι ο Κλάιν ήταν ένας σπουδαίος μαθηματικός· τον είχα καλέσει στο Βερολίνο και έπειτα στη Λειψία.

Δεν γνώριζε ελληνικά, και οι αναλύσεις του πάνω στα κείμενα του Πλάτωνα τις κάναμε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων μου. (Βλ. ειδικότερα, σχετικά με αυτό, το δοκίμιο του Γκάνταμερ «Μη γραπτή διαλεκτική του Πλάτωνα».)

REALE
Έχετε κάνει σημαντικές δηλώσεις που οι περισσότεροι (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη: «[…] ότι οι μεγάλοι στοχαστές του ιδεαλισμού έχουν αφήσει μέσα μου ένα αποτύπωμα και ότι οι πλατωνικοί διάλογοι με συντρόφευσαν πάντα. Είναι σαν να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη συντροφιά […]». Πρέπει να λάβουμε αυτές τις δηλώσεις κατά γράμμα, ή μήπως πρέπει να τις κατανοήσουμε με σωκρατικό τρόπο; Αγαπάτε λοιπόν τον Πλάτωνα ακόμη περισσότερο από τον Χέγκελ, τον οποίο επίσης εκτιμάτε βαθύτατα, και σε σύγκριση με τους Έλληνες τον θεωρείτε ως το «χρυσό σημείο» μεταξύ μεγάλου προγόνου και μεγάλου διαδόχου;

GADAMER Βεβαίως! Μάλιστα, μπορώ να πω ότι αγαπώ τον Πλάτωνα όχι μόνο περισσότερο από τον Χέγκελ, αλλά και περισσότερο από τον ίδιο τον Χάιντεγκερ. Όσο για τη γερμανική φιλοσοφία, πρέπει να πω ότι ξεκίνησα να σκέφτομαι με τον Καντ, καθώς η μόρφωσή μου διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της καντιανής σχολής. Πρέπει να προσθέσω επίσης ότι αγαπώ πολύ και τον Λάιμπνιτς, ο οποίος αποτελεί τον τελευταίο φιλόσοφο στον οποίο η ανθρώπινη κουλτούρα δεν ήταν διασπασμένη.

REALEΘεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω μια σημαντική θέση που εσείς, κύριε καθηγητά Γκάνταμερ, έχετε υιοθετήσει εναντίον της θέσης του Χάιντεγκερ, σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων (όπως και όλη η δυτική μεταφυσική) θα είχε ερμηνεύσει το Είναι ως «Είναι του όντος», πέφτοντας έτσι στη «λήθη του Είναι». Στην πραγματικότητα – λέτε – αυτή του Πλάτωνα δεν είναι τόσο μια «θεωρία» των Ιδεών με τη σύγχρονη έννοια, αλλά «μάλλον μια κατεύθυνση έρευνας», δηλαδή μια συζήτηση και μια ανάπτυξη του έργου της φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη διαλεκτική, που είναι η τέχνη να διαπιστώνει κανείς τι εννοεί όταν λέει κάτι, και να ξέρει να συνεχίζει πάνω σε αυτή τη γραμμή.

Ωστόσο, η δική μας σκέψη δεν περιορίζεται ποτέ σε αυτό που λέγεται· πάντα παραπέμπει στο ίδιο το Είναι. Επιπλέον, εσείς επισημαίνετε σωστά ότι «[…] η αληθινή διάσταση της πλατωνικής διαλεκτικής των Ιδεών σημαίνει το να βρει κανείς κάτι άλλο». Η πλατωνική υπέρβαση της Ιδέας οδηγεί όντως το Είναι πέρα από το Εν και πέρα από την απλή «υπόθεση» των Ιδεών, και σε αυτό το βήμα βλέπετε μια ανάλυση αντίθετη προς την «μεταφυσική ερμηνεία του Είναι ως είναι του όντος»· άρα μια κίνηση αντίθετη προς εκείνη που οδηγεί στη λήθη του Είναι. Από την άλλη, ο ίδιος ο Πλάτων δηλώνει ότι το Αγαθό-Έν βρίσκεται «πέρα από το Είναι» (ἐπέκεινα τῆς οὐσίας). Πώς γίνεται λοιπόν οι οπαδοί και οι μελετητές του Χάιντεγκερ (και ίσως ο ίδιος ο Χάιντεγκερ) να μην έχουν κατανοήσει και να μην έχουν λάβει επαρκώς υπόψη τις παρατηρήσεις σας, οι οποίες έχουν πραγματικά επαναστατική σημασία από ερμηνευτική σκοπιά;

GADAMER Η θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα δεν είναι βεβαίως μια θεωρία με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά μια προχώρηση πέρα· και, με αυτή την έννοια, πρέπει πράγματι να γίνει αντιληπτή ως μια πορεία προς το Είναι. Η μονομέρεια της ερμηνείας που ο Χάιντεγκερ δίνει στον Πλάτωνα εξαρτάται από δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, δυστυχώς, η γνώση των ελληνικών του ήταν ελλιπής. Επίσης, αν και γνώριζε καλά τον Αριστοτέλη, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον Πλάτωνα: δεν εμβάθυνε ποτέ στη σκέψη του Πλάτωνα ούτε στη σχέση μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Ενδιαφερόταν περίεργα για τον Πλάτωνα μόνο ως προετοιμασία για τον Αριστοτέλη, και συνεπώς δεν τον εκτίμησε στη σωστή του διάσταση. (Φυσικά, αυτό υπήρξε σημείο έντονης διαφωνίας που είχα μαζί του).

Δεύτερον, έβλεπε μια στενή σχέση μεταξύ Πλάτωνα και ενός ορισμένου δογματισμού της θεολογίας. Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί ότι ο Χάιντεγκερ πέρασε τη ζωή του αναζητώντας τον Θεό· ίσως αυτό να είναι το κλειδί όλης της σκέψης του.

REALE Εσείς, που γνωρίσατε τον Χάιντεγκερ τόσο καλά και από κοντά – αντίθετα με πολλούς ερμηνευτές (όπως ο Σαρτρ) που τον θεωρούν άθεο – ισχυρίζεστε ότι ήταν στην πραγματικότητα ένας αναζητητής του Θεού. Σας ρωτώ λοιπόν: βρήκε με κάποιο τρόπο τον Θεό που αναζητούσε;

GADAMER
Νομίζω πως ναι, με έναν ορισμένο τρόπο. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν πεπεισμένος και έλεγε ότι μέσα σε εκατό χρόνια θα ερχόταν μια νέα «αποστολή» του Θεού. Δεν το είπε δημόσια, αλλά ήταν πεποίθησή του. Δεν ήταν καθόλου άθεος και σεβόταν τις τελετές και τη λειτουργία της Εκκλησίας. Όμως δεν αγαπούσε τη θεολογία και έβλεπε στον Πλάτωνα τον υπεύθυνο για τον δογματισμό της πίστης.

REALE Εσείς, κύριε καθηγητά Γκάνταμερ, πιστεύετε ότι κατανοήσατε τον Πλάτωνα καλύτερα από τον Χάιντεγκερ;

GADAMERΝαι. Τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Πάντως, και ο Χάιντεγκερ στο τέλος συνειδητοποίησε ότι ο Πλάτων είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε προηγουμένως σκεφτεί. Ωστόσο, πρέπει να πω ότι υπήρξε πάντα πολύ επικριτικός απέναντι στις πλατωνικές μου μελέτες. Ήθελε να γράψω ένα βιβλίο για τον Πλάτωνα και να αφοσιωθώ σε αυτή την εργασία, αντί να πάω στην Αμερική. Πιστεύω ότι έκανα πολλά προς αυτή την κατεύθυνση, και αναφέρομαι στον έβδομο τόμο των έργων μου (δύο τόμοι στην ιταλική μετάφραση). Ο Χάιντεγκερ, ωστόσο, δεν κατάλαβε ότι η πλατωνική μορφή του διαλόγου είναι οριστική ακριβώς ως τέτοια.

Πιστεύω ότι τα αποτελέσματα της σκέψης του Πλάτωνα δεν ήταν ποτέ οριστικά: ούτε στους γραπτούς διαλόγους του, ούτε στην προφορική συζήτηση μέσα στη Σχολή. Επίσης, επιμένω στο ότι οι διαφορές ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν είναι τόσο μεγάλες όσο πολλοί πιστεύουν: και ο Αριστοτέλης είναι πλατωνικός, κατά μία έννοια· για παράδειγμα, η αριστοτελική φιλοσοφία της φρόνησης είναι πλατωνική. Αυτό το σημείο σηματοδοτεί την απόστασή μου από τον Χάιντεγκερ. Πιστεύω ότι το πρόβλημα του Είναι, όπως το διατύπωσε ο Χάιντεγκερ, ίσως να μην είναι πλήρως επαρκές.

REALE Εσείς, κύριε καθηγητά Γκάνταμερ, εξηγείτε με καθαρότητα τις αιτίες της ανεπάρκειας της μεθόδου που εμπνέεται από τη φιλοσοφία της γλώσσας και από την αναλυτική φιλοσοφία για να κατανοηθεί σωστά ο Πλάτων. Σωστά γράφετε ότι με αυτά τα μέσα «[…] μπορεί κανείς να φτάσει σε μια αύξηση της σαφήνειας, αναλύοντας τα επιχειρήματα που συναντάμε στον πλατωνικό διάλογο με λογικά μέσα, ή δείχνοντας τις ασυνέπειες, καλύπτοντας τα κενά, αποκαλύπτοντας τα εσφαλμένα συμπεράσματα». Μαθαίνει κανείς έτσι να διαβάζει τον Πλάτωνα; Να θέτει τα σωστά ερωτήματα; Ή απλώς επιβεβαιώνει στον εαυτό του την ανωτερότητά του; Επισημαίνετε, μάλιστα, με τρόπο λακωνικό: «Όσο ισχύει για τον Πλάτωνα, ισχύει επίσης, mutatis mutandis, για όλη τη φιλοσοφία. Ο Πλάτων το περιέγραψε πολύ καλά, μια για πάντα, πιστεύω, στην 7η Επιστολή: τα μέσα του φιλοσόφου δεν είναι η ίδια η φιλοσοφία. Η απλή λογική συνέπεια δεν είναι ακόμη η αλήθεια. Δεν είναι η λογική που έχει την αληθινή δύναμη εγκυρότητας. Η υπερβολική έμφαση στο λογικό στοιχείο περιορίζει τον ορίζοντα στο πρόβλημα της τυπικής επαληθευσιμότητας και παραμορφώνει έτσι την κατανόηση του κόσμου στον οποίο η αλήθεια πρέπει να διατυπωθεί σωστά». Θυμίζετε επίσης ότι ο Βίτγκενσταϊν στο δεύτερο μέρος της ζωής του αναθεώρησε τις ονομαστικές του θέσεις από το Tractatus, ανακτώντας την πολυπλοκότητα της πρακτικής της ζωής, που επηρεάζει τον λόγο με καθορισμένο τρόπο.

Ωστόσο, συνεχίζετε να απορρίπτετε τις μεταφυσικές ερωτήσεις ως αμετάθετες, αρνούμενος το ίδιο το θεμέλιο των θεμελιωδών ερωτήσεων. Έτσι καταλήγετε στο εξής συμπέρασμα: «Για αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να μάθει κανείς τα λόγια των ποιητών παρά του Βίτγκενσταϊν». Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας, και η σειρά «Η δυτική σκέψη» περιλαμβάνει, υπό την επιμέλειά μου, ακόμη και έργα μεγάλων μυστικών ποιητών όπως ο Νοβάλις, ο Χέλντερλιν, ο Έλιοτ. Είμαι επίσης απολύτως πεπεισμένος, όπως κι εσείς, ότι η αλήθεια δεν είναι απλώς μια έννοια, αλλά συνδέεται στενά με τις εικόνες και τους μύθους. Δεν σας φαίνεται, από αυτή την άποψη, ότι ακόμη και σήμερα οι φιλόσοφοι – που θα έπρεπε να μπορούν να κατανοούν τα λόγια των ποιητών και να διαβάζουν τα μηνύματά τους – δείχνουν ανίκανοι να κατανοήσουν τη διάσταση του ποιητικού μηνύματος στον Πλάτωνα, που αναπτύσσεται συνεχώς σε συνέργεια με τον Λόγο;

GADAMER
Ναι, συμφωνώ απολύτως: δεν γίνεται φιλοσοφία περιοριζόμενος κανείς μόνο στην εξέταση των εργαλείων του φιλοσοφείν· η καθαρά λογική συνέπεια δεν αρκεί. Επίσης πιστεύω ότι ο Πλάτων ήταν φιλόσοφος και ποιητής. Διάβασα τον Ζαρατούστρα του Νίτσε με τον ίδιο τρόπο που διαβάζω τον Πλάτωνα, και έτσι πρέπει να γίνεται, αλλιώς δεν καταλαβαίνουμε το ποιητικό του μήνυμα. Αυτό ισχύει και για τον Πλάτωνα: αν δεν μελετηθεί εις βάθος, δεν μπορεί να κατανοηθεί το ποιητικό του νόημα.

REALE – Αγαπάτε πολύ τους ποιητές και, μαζί με τον Χάιντεγκερ, υποστηρίζετε ότι «το έργο τέχνης είναι ένα πρωταρχικό γεγονός της αλήθειας». Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές;

GADAMER – Πολύ δύσκολη ερώτηση! (παύση σιωπής)… Αντί να απαντήσω, θα ήθελα να σας κάνω εγώ μια ερώτηση… Ποιοι είναι οι πλατωνικοί διάλογοι που εσείς προτιμάτε; Θα μπορούσατε να μου απαντήσετε;

REALE – Χωρίς αμφιβολία: ο Φαίδρος, το Συμπόσιο και ο Φαίδων. Στην πρώτη θέση θα έβαζα τον Φαίδρο.

GADAMER
– Ach ja! Ναι, συμφωνώ απολύτως. Ο Φαίδρος είναι και ο δικός μου αγαπημένος. Και ο Φαίδων είναι κάτι μοναδικό τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη φιλοσοφία.

(Περίμενα ότι για τους ποιητές, θα έλεγε σε αυτό το σημείο κάτι ανάλογο με αυτό που γράφει στην «Αυτοέκθεση» του 1975, την οποία διάβασα προσεκτικά, όπου δηλώνει ότι, εκτός από τους φιλοσόφους, στα σεμινάριά του ασχολήθηκε και με ποιητές δύσκολους, όπως ο Χέλντερλιν, ο Γκαίτε, ο Ρίλκε.) Και προσθέτει: «Ο τελευταίος από αυτούς, χάρη στον εξαιρετικά εκλεπτυσμένο χειρισμό του λόγου του, είναι ο αληθινός ποιητής της Αντίστασης της ακαδημαϊκής ζωής. Οποιος μιλούσε σάν τον Ρίλκε, ή όπως ο Χάιντεγκερ ερμήνευε τον Χέλντερλιν,  ήταν ένας περιθωριακός, και συγκέντρωνε γύρω του άλλους περιθωριακούς. Στη συλλογή ποιημάτων του Τσέλαν, Κρύσταλλο της αναπνοής, ο Γκάνταμερ αφιέρωσε μάλιστα ένα βιβλίο με τίτλο Ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι εσύ». Αλλά στην ερώτηση για τους αγαπημένους του ποιητές δεν θέλησε να απαντήσει· έκλεισε τα μάτια του και έμεινε σιωπηλός. Μου ήρθε τότε στο μυαλό η διάσημη ρήση του Βίτγκενσταϊν – φυσικά, κατανοητή σε ψυχολογικό επίπεδο και με την ίδια ειρωνία που ο Γκάνταμερ είχε στο παρελθόν παραθέσει – «Για ό,τι δεν μπορεί να μιλά κανείς, πρέπει να σωπαίνει». Έτσι προχώρησα στην επόμενη ερώτηση.)

REALE Μου φαίνεται ότι στα πανεπιστήμια σήμερα δεν είναι λίγοι οι καθηγητές που περιορίζονται να μελετούν τα μέσα του φιλοσοφείν και που καταλήγουν να μειώνουν τη φιλοσοφία σε ακαδημαϊκές ασκήσεις, δηλαδή σε παιχνίδια αυτοσκοπού. Ο Πλάτων έχει παραμεληθεί εδώ και καιρό με αυτόν τον τρόπο. Ακόμη και η πλειονότητα των φιλολόγων που μελετούν τον Πλάτωνα τον παρουσιάζει με έναν αισθητικό τρόπο, με μια εντύπωση που τείνει να παρακάμπτει τη σκέψη. Ευτυχώς, το κοινό υπερασπίζεται: είναι αλήθεια ότι σήμερα ο Πλάτων είναι ο πιο ζητημένος φιλόσοφος στον χώρο του δυτικού πολιτισμού. Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι δημοσίευσα Τα ίδια τα έργα και τίς διδασκαλίες του Πλάτωνα. Το είχα αυτό στο νου μου από την αρχή της δεκαετίας του ’20. Ποια από τις μεγάλες ιδέες που μας παραδίδει ο Πλάτων – μέσω των διαλόγων του – θα έπρεπε, κατά τη γνώμη σας, να αφορούν περισσότερο τον άνθρωπο του σήμερα; Εσείς λέτε ξεκάθαρα: «Όλες οι μορφές γνώσης έχουν ανάγκη από μια γνώση του Αγαθού». Και αφού το θεμέλιο του Πλάτωνα είναι η ίδια η φύση του Αγαθού, ποια είναι η ερώτηση που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη σας, να συνοδεύει τον άνθρωπο για πάντα και να μην απαντηθεί ποτέ;

GADAMER Φυσικά! Τονίζω ακριβώς ότι η ανάλυση της γλώσσας δεν είναι επαρκής. Μια λέξη που φαίνεται οριστική στην αυστηρά λογικο-τυπική της μορφή δεν εκφράζει την αληθινή ουσία της σκέψης. Ο Πλάτων το ήξερε καλά αυτό. Και εδώ βρίσκεται η αληθινή διάσταση της φιλοσοφίας. Το ίδιο και ο Νεοπλατωνισμός, τόνισε τον τελευταίο αυτό λόγο. Είναι ακριβώς μέσα σε αυτό το πνεύμα που οι μορφές της γνώσης πρέπει να στρέφονται στη γνώση του Αγαθού, και ότι η γνώση του Αγαθού δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται πλήρως ολοκληρωμένη. Πρέπει να έχουμε κατά νου την πλατωνική μέθοδο της μετάβασης σε ποιητική εικόνα, όπως στον μύθο του Ήλιου. Γιατί η απάντηση δεν μπορεί να εξαντληθεί με μια λογική πρόταση· αντίθετα, η απάντηση που δίνεται με μια ποιητική εικόνα μένει πάντα ανοιχτή, με το μεγαλείο της να παραμένει. Έτσι και οι μεγάλες του ερωτήσεις, όπως και οι απαντήσεις του, είναι οριστικές μόνο στο μέτρο που παραμένουν ανοιχτές.

Αυτή η τελευταία δήλωση – που εκφράζει τον εμβληματικό χαρακτήρα της ερμηνευτικής του – ο Γκάνταμερ την επανέλαβε αμέσως μετά, με μια ποιητική χειρονομία γεμάτη χάρη. Είχε μόλις φτάσει ένα μεγάλο δέμα, που περιείχε αντίτυπα της τελευταίας του έκδοσης, με τίτλο Ερμηνευτικά Σχεδιάσματα (Hermeneutische Entwürfe). Μου ζήτησε να ανοίξω το πακέτο, έβγαλε τρία αντίτυπα και μου τα πρόσφερε ως δώρο, γράφοντας επάνω: «Στον Giovanni Reale για τη συνέχιση του διαλόγου μας» (το έργο αυτό εκδόθηκε από τον Il Mulino στην ιταλική μετάφραση του R. Dottori, Vita e Pensiero, Μιλάνο 2002, με την παρούσα συνέντευξη ως εισαγωγή).

Με αυτό ήθελε να υπογραμμίσει ακριβώς την πεποίθησή του, την οποία και εξέφρασε κλείνοντας τον λόγο του, ότι οι μεγάλες ερωτήσεις πρέπει να παραμένουν ανοιχτές, και ότι, επομένως, απαιτούν μια συνέχιση χωρίς όρια. Για τον Γκάνταμερ, η φιλοσοφία συνίσταται ακριβώς σε αυτό: δεν μπορεί να είναι ένα «οριστικό κτήμα», αλλά μόνο μια «συνεχής αναζήτηση».

Αυτό σημαίνει ότι, όσο μεγάλη κι αν είναι, η φιλοσοφία πρέπει πάντα να αναγνωρίζεται ως μια «γνώση ανθρώπινη», και άρα – όπως έλεγε ο Σωκράτης – ως «γνώση του ότι δεν γνωρίζει».

Στην Αυτοέκθεση ο Γκάνταμερ δήλωσε ρητά ότι, όσον αφορά την ερμηνευτική του, φαινόταν πειστικά να αποδέχεται εκ νέου αυτή την κατάσταση: δηλαδή μια «ανθρώπινη σοφία», που μετριέται με την αλάθητη, θεϊκή γνώση, γι’ αυτό και ονομάζεται από την επιστήμη «αμάθεια»(μωρία).