Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 25 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από Δευτέρα 17. Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 25
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

VI. ΘΕΙΕΣ ΟΔΟΙ


2. ΘΕΙΑ ΖΩΗ: ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ


Όταν ο Μάξιμος ο Ομολογητής μάς έλεγε ότι η αρετή αρκεί από μόνη της για την ευδαιμονία εκείνου που την κατέχει, επειδή ο κακός είναι πάντοτε δυστυχής και ο αγαθός πάντοτε ευτυχής (""), δεν έκανε παρά να μεταγράφει μια φράση του Ζήνωνος, την οποία επαναλάμβαναν ο Χρύσιππος, ο Εκάτων και άλλοι Στωικοί (**). Η παρουσία όμως αυτού του γνωμικού δεν πρέπει να μας παραπλανήσει. Ο Αριστοτέλης είχε ήδη θέσει το ερώτημα: «Αν κάποιος είναι αυτάρκης, θα έχει άραγε ανάγκη από φίλο;» (*), και είχε κατανοήσει ότι η αυτάρκεια της αρετής έπρεπε να νοηθεί λαμβανομένης υπόψη της ανθρώπινης καταστάσεως.

«Ο Θεός δεν είναι τέτοιος ώστε να χρειάζεται φίλο και να αναζητεί έναν όμοιό Του. Ο σοφός όμως δεν θα συλλογιστεί ξεκινώντας από αυτή την αρχή· διότι ο Θεός δεν είναι ευτυχής με τον δικό μας τρόπο· είναι υπερβολικά μακάριος ώστε να σκέπτεται οτιδήποτε άλλο εκτός από τον Εαυτό Του. Η αιτία είναι ότι εμείς αποκτούμε το αγαθό μέσω της σχέσεως με τον άλλον, ενώ Εκείνος είναι ο ίδιος το Αγαθό» (7").

Η στωική αυτάρκεια διαψεύδει τόσο την ανθρώπινη όσο και τη θεία αλήθεια. Η αριστοτελική λύση, με την αποδοχή της φιλίας, παραμένει στα μισά του προβλήματος, αν φθάνει έστω και μέχρι εκεί. Έχει μόνο ενδεικτική αξία: η ανθρώπινη εὐδαιμονία προϋποθέτει πράγματι κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό μας, αλλά και κάτι περισσότερο από την ένωση με τον όμοιό μας· προϋποθέτει την ένωση με τη θεία Αυτάρκεια.

Η αποκάλυψη του Χριστού ανοίγει νέες προοπτικές στη σκέψη και στην επιθυμία για τη μακαριότητα: τη συμφιλίωση της ετερότητας και της ταυτότητας μέσα στη θεία Αγάπη, και όχι πλέον μόνο μέσα στην ανθρώπινη φιλία. Τη θέωση του ανθρώπου όχι μέσω μιας ψυχρής και ψευδούς διακηρύξεως πανθεϊσμού, η οποία αφήνει τον δυστυχή άνθρωπο-που-ονομάζεται-θεός μέσα σε ολόκληρη την υπερήφανη αθλιότητά του, αλλά μέσω της χάριτος του Θεού που έγινε άνθρωπος από αγάπη και ανυψώνει το κτίσμα, με πλήρη συνείδηση της ταπεινότητάς του, μέχρι τη μετοχή στη θεία φύση;;; και στη θεία μακαριότητα.

Η χαρά του θα είναι πλήρης, επειδή θα εισέλθει στη χαρά του Κυρίου του. Η Αγάπη, όπως ο ποταμός που ευφραίνει την πόλη του Θεού (1), έρχεται, μέσω της αποστολής του Λόγου και του Πνεύματος, να καταλάβει τον νου, την ψυχή και τελικά ακόμη και το ίδιο το σώμα του ανθρώπου, για να τον παρασύρει στο ρεύμα της μέχρι τη θεωρία, την αγάπη και την απόλαυση της Αγίας Τριάδος;;;;.

«Ο Θεός, μετεχόμενος ολοκληρωτικά σε ολόκληρο το είναι μας, κατά τον τρόπο μιας ψυχής μέσα σε ένα σώμα, και, μέσω της ψυχής, φθάνοντας μέχρι και στο σώμα —με τρόπο που μόνο Εκείνος γνωρίζει—, ώστε η μία να λάβει την ατρεψία και το άλλο την αθανασία, και ολόκληρος ο άνθρωπος να θεωθεί διά της χάριτος του Θεού που έγινε άνθρωπος, παραμένοντας ολόκληρος άνθρωπος, ψυχή και σώμα, κατά τη φύση, και γινόμενος ολόκληρος θεός κατά χάριν και διά της θείας λαμπρότητας της μακαρίας δόξας, η οποία τον διαπερνά ολόκληρο και πέρα από την οποία τίποτε λαμπρότερο και υψηλότερο δεν μπορεί να νοηθεί.

»Διότι τι είναι περισσότερο επιθυμητό από τη θέωση, μέσω της οποίας ο Θεός, ενωμένος με το κτίσμα που έγινε θεός, οικειοποιείται τα πάντα διά της αγαθότητός Του; Πολύ δικαίως λοιπόν μια τέτοια κατάσταση ονομάστηκε ηδονή, πάθηση και χαρά, διότι είναι, μέσω της θείας θεωρίας και της απολαύσεως που την ακολουθεί:
ηδονή, ως τέλος των φυσικών ενεργειών —έτσι ορίζεται η ηδονή·
πάθηση, ως εκστατική δύναμη, η οποία ανυψώνει εκείνον που πάσχει προς το Ενεργούν, σύμφωνα με το παράδειγμα που δόθηκε λίγο παραπάνω για τον αέρα και το φως, τον σίδηρο και τη φωτιά, και τον πείθει, κατά φυσικό και δίκαιο τρόπο, ότι δεν υπάρχει καμία άλλη τελείωση των όντων εκτός από αυτήν, της οποίας αναγκαία συνέπεια είναι η απάθεια —με την έννοια της αφθαρσίας·
χαρά, επειδή δεν έχει τίποτε αντίθετο ούτε στο παρελθόν ούτε στο μέλλον. Διότι η χαρά, όπως λέγεται, ούτε γνωρίζει λύπη για το παρελθόν ούτε δέχεται, εξαιτίας του φόβου, την προοπτική του κορεσμού, όπως συμβαίνει με την ηδονή.

»Από εδώ προέρχεται το γεγονός ότι αυτή η ονομασία της “χαράς”, ως ο κατεξοχήν όρος για να δηλώσει τη μέλλουσα πραγματικότητα, έχει επικυρωθεί παντού από τις θεόπνευστες Γραφές και από τους Πατέρες μας, οι οποίοι μυήθηκαν από αυτές στα θεία μυστήρια» (12).

Και η πλήρης θέωση θα ολοκληρωθεί μόνο στην αιωνιότητα. Ωστόσο, προετοιμάζεται ήδη εδώ κάτω, και ήδη εδώ κάτω μπορούμε να γευθούμε την πρόγευσή της. Γι’ αυτό ο Μάξιμος δεν φοβάται ότι αντιφάσκει με τον εαυτό του όταν χρησιμοποιεί για τους τελείους αυτού του κόσμου εκφράσεις οι οποίες, με την απόλυτη σημασία τους, επιφυλάσσονται για τους αγίους του ουρανού.
Για την παρούσα ζωή ισχύει αυτή η διατύπωση: «Εκείνος που δεν ζει για τον εαυτό του αλλά για τον Θεό, γεμίζει από όλα τα θεία χαρίσματα, τα οποία μέχρι τότε δεν εμφανίζονταν εξαιτίας της ταραχής των παθών» (23). Από όλα τα χαρίσματα, με την ευρύτερη σημασία του όρου, χωρίς διάκριση ανάμεσα στις gratiae gratum facientes και στις gratis datae.

Νυμφική ένωση με τον Λόγο του Θεού (14), φανέρωση της σοφίας που είναι κρυμμένη μέσα στα κτίσματα (75), ελευθερία της ψυχής ανώτερη από την απλή ἀπάθεια (*), πνευματική ησυχία της ψυχής:
«Σάββατο των σαββάτων είναι η πνευματική ησυχία της λογικής ψυχής, η οποία συγκρατεί ακόμη και τον νου από την πνευματική θεωρία των όντων, τον προσδένει ολοκληρωτικά μόνο στον Θεό μέσα σε έκσταση αγάπης και τον καθιστά εντελώς ακίνητο μέσα στον Θεό διά της μυστικής θεολογίας» (").


Μυστική ειρήνη (78). Μακαρία ζωή της ογδόης ημέρας, επειδή ο άνθρωπος έχει ήδη αναστηθεί από τους νεκρούς —εννοώ από όλα όσα είναι κατώτερα από τον Θεό, είτε αισθητά είτε νοητά, είτε λόγους είτε έννοιες— και ζει τη μακαρία ζωή του Θεού, ο οποίος είναι και πρέπει να ονομάζεται, Αυτός μόνο με την κυριολεκτική έννοια, αληθινή Ζωή· «είναι κανείς θεός διά της θεώσεως» (79).

Ανάπαυση της θεωρίας, ύστερα από τη Μεγάλη Παρασκευή των έργων (50). Θεία παρηγορία: «Ο ασκητής που έχει δοκιμαστεί υπομένοντας τους πειρασμούς, που έχει καθαρθεί μέσω της σωματικής παιδαγωγίας —δηλαδή μέσω των κανόνων της ασκήσεως— και έχει καταστεί τέλειος μέσω της αφοσιώσεώς του στα αντικείμενα της ανώτερης θεωρίας, θα κριθεί άξιος της θείας παρηγορίας.»

Διότι ο Κύριος, λέγει ο Μωυσής, ήλθε από το Σινά, δηλαδή από τους πειρασμούς· ανέτειλε για μας από το Σηείρ, δηλαδή από τους σωματικούς κόπους· και έσπευσε από το όρος Φαράν μαζί με τις μυριάδες της Κάδης, δηλαδή από το όρος της πίστεως μαζί με μυριάδες γνώσεων» (1).

Απαλλαγή από κάθε αστάθεια (82). Ατελεύτητη ηδονή της ελπίδας, απουσία αγώνων: «Εκείνος που ασπάζεται με ειλικρίνεια την ευαγγελική ζωή έχει αποκόψει από τον εαυτό του τόσο την αρχή όσο και το τέλος του κακού· ασκεί με έργο και λόγο κάθε αρετή· προσφέρει θυσίες αίνου και εξομολογήσεως· είναι απαλλαγμένος από κάθε πραγματική παρενόχληση των παθών, ελεύθερος ακόμη και από τον αγώνα εναντίον τους μέσα στους λογισμούς· το μόνο που κατέχει είναι μια ακόρεστη ηδονή, θεμελιωμένη στην ελπίδα των μελλοντικών αγαθών και χορταίνουσα την ψυχή» (*).

Δεν υπάρχουν πλέον πόνοι ούτε ενοχλήσεις: «Η αισθητικότητα είναι το γνώρισμα του πρακτικού —στην πρώτη οδό—, ο οποίος αποκτά τις αρετές με κόπο· η αναισθησία είναι το γνώρισμα του γνωστικού, ο οποίος επαναφέρει τον νου του από τη σάρκα και τον κόσμο προς τον Θεό. Ο πρώτος πρέπει να αγωνίζεται για να λύσει την ψυχή του από τους φυσικούς δεσμούς της προσκολλήσεως στη σάρκα, και γι’ αυτό η θέλησή του είναι διαρκώς στραμμένη προς τους κόπους· ο δεύτερος, αφού με τη θεωρία απέσπασε τα καρφιά που τον κρατούσαν καθηλωμένο σε αυτή την προσκόλληση, δεν συγκρατείται πλέον απολύτως από τίποτε, έχοντας πλέον απαλλαγεί από εκείνο που τον καθιστούσε ικανό να πάσχει ή να ενοχλείται από όσους θα ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν» (**).

Τέλος, θα γευθεί το θείο μάννα, με τις πάντοτε νέες γεύσεις του: «Το μάννα που δόθηκε στον Ισραήλ στην έρημο είναι ο Λόγος του Θεού, ο οποίος αρκεί (*) για να προσφέρει κάθε πνευματική ηδονή σε εκείνους που τον τρώγουν και προσαρμόζει απεριόριστα τη γεύση του σε όλες τις αποχρώσεις των επιθυμιών τους. Περιέχει την ποιότητα όλων των πνευματικών τροφών» (**).

Επίτηδες αντλήσαμε όλα αυτά τα χωρία από την ίδια Θεολογική Εκατοντάδα. Θα τα βρίσκαμε όμως εύκολα και αλλού, ιδίως στην επόμενη Εκατοντάδα: χαρά (87), ελευθερία (88), ειρήνη (39) ή κατάσταση ειρηνεύσεως (00), εορτή (91), ανάπαυση (2) κ.λπ.

Η ίδια άρρητη χαρά της ενώσεως με τον Θεό (3), ήδη από αυτόν τον κόσμο. Ας διαβάσουμε ακόμη ένα μέρος από το II, 95:

«Εκείνος που είχε τη δύναμη να νεκρώσει διά της πράξεως τα επίγεια μέλη του και να νικήσει μέσα του, μέσω του λόγου των εντολών, τον κόσμο των παθών, δεν θα έχει πλέον καμία θλίψη· έχει ήδη εγκαταλείψει τον κόσμο· έχει εισέλθει στον Χριστό, τον νικητή του κόσμου των παθών και χορηγό κάθε ειρήνης. Όσο για εκείνον που δεν έχει αποβάλει την προσκόλληση στα υλικά πράγματα, θα δοκιμάζει θλίψη μέσα από τα πάντα, επειδή μεταβάλλει τα αισθήματά του ανάλογα με αντικείμενα που από τη φύση τους μεταβάλλονται. Αντιθέτως, εκείνος που έχει εισέλθει στον Χριστό δεν θα επηρεάζεται πλέον κατά κανέναν τρόπο από οποιεσδήποτε υλικές μεταβολές...».


VII. ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ: ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΝΟΗΣΕΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΛΑΒΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΝΗΡΟ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.  ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ.

«Η ορθόδοξη ηθική είναι εφαρμοσμένη δογματική. Ο Θεός δεν αποκάλυψε στους ανθρώπους θεολογικές αλήθειες για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους ή για να πλουτίσει τις γνώσεις τους, αλλά για να φανερώσει το είναι Του, που πρέπει να το μιμηθούν στη ζωή τους. Δεν υπάρχει δόγμα χωρίς ηθικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό δεν υπάρχει δογματική αίρεση χωρίς επιπτώσεις στην ηθική. Η ηθική όμως αίρεση διαφέρει από την δογματική κατά το ότι δεν αμφισβητεί το δόγμα, αλλά το αποσυνδέει από τη ζωή. Το βλέπει ως θεωρητική διδασκαλία και όχι ως δείκτη ζωής. Έτσι, η ηθική αίρεση δεν παρουσιάζεται να παραχαράσσει ευθέως το δόγμα, αλλά το αδρανοποιεί και ανοίγει την οδό προς την εκκοσμίκευση.

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Σημειώσεις:


67 Amb. PG 91, 1173 A.

68 Βλ. DIOG. LAERT. VII, 127.

69 Mor. Eudem. VII, XII, 1.

70 Ό.π., 15 κ.ε.

71 Ψαλμ. 45, 5.

72 Amb. PG 91, 1088 C κ.ε.

73 Cent. theol. I, 21.

74 Ό.π. I, 16.

75 I, 17.

76 I, 38· βλ. 37.

77 I, 39.

78 I, 53.

79 I, 54.

80 I, 59, 60.

81 I, 74· βλ. Δευτ. 33, 2.

82 I, 81.

83 I, 96.

84 I, 99.

85 Σημ.: το κείμενο έχει harmón, πράγμα που δεν φαίνεται να έχει νόημα· η μετάφραση του εκδότη αποδίδει sufficiens, σαν να υπήρχε arkôn.

86 I, 100.

87 II, 24.

88 II, 26.

89 II, 53.

90 II, 65.

91 II, 77.

92 II, 94.

93 II, 8.

Δεν υπάρχουν σχόλια: