Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολλυβάδες Πατέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολλυβάδες Πατέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ὁ Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός. Ὅταν ἡ Εὐρώπη ἔγινε μέτρο τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Δημοσθένης Μιχόπουλος

Ὁ Νεοελληνικὸς Διαφωτισμὸς παρουσιάζεται συνήθως μέσα ἀπὸ τὸ δικό του ἑρμηνευτικὸ σχήμα: ἕνας λαὸς βυθισμένος στὴν ἀμάθεια συναντᾷ τὰ «φῶτα» τῆς Εὐρώπης, ἀνακαλύπτει τὸν ὀρθὸ λόγο, τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν πρόοδο καὶ ἀρχίζει νὰ γίνεται νεωτερικός.

Ἂν ὅμως κοιτάξουμε τὴν ἐποχὴ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Γένους, τὸ γεγονὸς φαίνεται διαφορετικά. Ὁ ἑλληνικὸς κόσμος δὲν περίμενε τὸν 18ο αἰῶνα γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν λόγο. Ἦταν ὁ κληρονόμος μιᾶς παράδοσης ποὺ εἶχε γεννήσει τὴ φιλοσοφία καὶ εἶχε διαλεχθεῖ ἐπὶ αἰῶνες μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία.

Διέθετε σχολεῖα, λόγους, μοναστήρια, βιβλιοθήκες καὶ μία ζωντανὴ ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοινοτικὴ συγκρότηση.

Ἑπομένως, τὸ καινούργιο δὲν ἦταν ὁ λόγος.
Οὔτε ἡ γνώση.
Οὔτε ἡ παιδεία.


Τὸ καινούργιο ἦταν ὅτι ἕνα μέρος τῆς ἑλληνικῆς λογιότητας ἄρχισε νὰ βλέπει τὴ νεότερη Εὐρώπη ὄχι μόνο ὡς τόπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦσε νὰ προσλάβει ἐπιστημονικὲς γνώσεις, ἀλλὰ ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἴδιου τοῦ Γένους.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ τομή.

Μέσα ἀπὸ τὰ ἐμπορικὰ καὶ παροικιακὰ δίκτυα κυκλοφοροῦν βιβλία, μεταφράσεις, νέες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, ἀλλὰ καὶ νέες ἀντιλήψεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴν κοινωνία, τὴ θρησκεία καὶ τὴν πολιτική.


Ἡ μεταφορὰ γνώσεως ἀρχίζει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ μεταφορὰ κριτηρίων.

Καὶ τότε συμβαίνει κάτι βαθύτερο: ἕνα μέρος τῶν λογίων ἀρχίζει νὰ κοιτάζει τὸ Γένος μὲ τὰ μάτια τῆς Εὐρώπης.

Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση μπορεῖ πλέον νὰ ἐμφανίζεται ὡς κατάλοιπο ποὺ χρειάζεται διόρθωση. Ἡ Ρωμηοσύνη μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἱστορικὴ παραμόρφωση ἀνάμεσα στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ στὴ νεότερη Εὐρώπη. Καὶ ἡ ἀναγέννηση μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαιότητα διὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς νεωτερικότητας.

Αὐτὴ ἡ κατεύθυνση θὰ βρεῖ ἀργότερα μία ἀπὸ τὶς καθαρότερες ἐκφράσεις της στὸν Ἀδαμάντιο Κοραῆ.

Ὅμως τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐποχὴ συμβαίνει κάτι ποὺ ἡ συνηθισμένη ἀφήγηση δυσκολεύεται νὰ χωρέσει.
Ἐμφανίζονται οἱ Κολλυβάδες Πατέρες.

Καὶ οἱ Κολλυβάδες δὲν εἶναι ἕνα κίνημα «ἀντίδρασης στὴν πρόοδο». Εἶναι κίνημα ἀναγεννήσεως. Ἐπιστρέφουν στὴν πατερικὴ παράδοση, στὴ συχνὴ Θεία Κοινωνία, στὴν ἄσκηση, στὴ νοερὰ προσευχή, στὴ λειτουργικὴ ζωή.


Ὁ Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συγκροτοῦν τὴ Φιλοκαλία, ποὺ τυπώνεται στὴ Βενετία τὸ 1782.

Ἄρα ὁ 18ος αἰώνας δὲν μᾶς παρουσιάζει ἕναν «σκοτεινὸ» ἑλληνικὸ κόσμο ἀπέναντι σὲ μία «φωτισμένη» Εὐρώπη.
Μᾶς παρουσιάζει δύο διαφορετικὲς προτάσεις ἀναγεννήσεως.
Ἡ μία ἀναζητεῖ ὅλο καὶ περισσότερο τὸ μέτρο στὴ νεότερη Εὐρώπη.


Ἡ ἄλλη σκάβει βαθύτερα στὶς πηγὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Γένους.

Τὸ μεγάλο ἐρώτημα, λοιπόν, δὲν ἦταν:
«Θὰ προχωρήσουμε ἢ θὰ μείνουμε πίσω;»
Ἦταν: «Μὲ ποιὸ μέτρο θὰ ἀναγεννηθοῦμε;»
Καὶ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα δὲν τελείωσε τὸν 18ο αἰῶνα.
Ἀκολουθεῖ τὸν Ἑλληνισμὸ μέχρι σήμερα.

ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/19SpE6nd9j/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 1 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια απο: Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 1

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.


ΜΕΛΕΤΗ Α΄.

Α΄. Τί ἔκαμεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου.


Β΄. Τί ἔπαθεν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δι' αὐτήν.

Γ΄. Τί πρέπει νὰ κάμνῃ καὶ νὰ παθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος δι' αὐτήν.

α.

Συλλογίσου, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, πόσα ἔκαμεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν αἰώνιον σωτηρίαν σου. Ἐν πρώτοις ἀπεφάσισεν εἰς τὴν θεαρχικὴν καὶ συναΐδιόν του ἰδέαν, πρὶν καταβολῆς κόσμου καὶ πρίν τοῦ αἰῶνος, διὰ νὰ σὲ σώσῃ. Καὶ σοῦ ἡτοίμασε τὴν βασιλείαν Του διὰ μισθὸν καὶ βραβεῖον σου, ἐὰν θελήσῃς νὰ ὑπακούσῃς τὸν νόμον Του· ὅπου θέλει νὰ εἰπῇ ὅτι, καθὼς ὁ Θεὸς ἔχει τὸ εἶναι καὶ τὴν οὐσίαν Του ἄναρχον, ἔτσι εἶχεν εἰς τὸν ἑαυτόν του συνάναρχον καὶ τὴν πρόνοιαν τῆς ἰδικῆς σου σωτηρίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μεγαλυτέρα σου τιμή ἄνθρωπε· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ δὲν εὐχαριστήθη μόνον εἰς τὸν ἑαυτόν Του καὶ εἰς τὸν ἀγαπητόν του κατὰ φύσιν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα Του, ἀλλ' ἠθέλησεν ἀπὸ ἀγαθότητά Του νὰ προνοήσῃ ἀκόμη καὶ διὰ ἐσένα, διὰ νὰ σὲ κάμῃ υἱόν του θετὸν κατὰ χάριν καὶ νὰ σὲ δείξῃ μέτοχον τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος. Ὅθεν, ὅταν ἦλθεν ὁ διωρισμένος καὶ ἁρμόδιος καιρός, ἠκολούθησαν εἰς τὴν ἄναρχον ταύτην διὰ σὲ πρόνοιαν καὶ τὰ ἔργα, διότι ὅλα τὰ ἀποτελέσματα καὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς χάριτος τὰ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ διὰ τὴν ὠφέλειαν καὶ ἀνάπαυσιν τὴν ἰδικὴν σου καὶ ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν, καθὼς λέγει ὁ Παῦλος· «Τὰ γὰρ πάντα δι' ἡμᾶς». (β΄. πρὸς Κορινθ. κεφ. δ'. ἐδ. 15). Διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν εἶναι διωρισμένα ὅλα τὰ νοερὰ καὶ ἄυλα ποιήματα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄρχοντες τοῦ παραδείσου καὶ τοῦ οὐρανοῦ, οἱ θεῖοι λέγω ἀρχάγγελοι καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι, ὅπου εἶναι τόσον δυνατοί, τόσον ἅγιοι, τόσον μακάριοι καὶ αὐτοὶ εἶναι διωρισμένοι διὰ νὰ ὑπερασπίζωνται καὶ νὰ βοηθοῦν τὸν πλέον εὐτελέστερον ἄνθρωπον εἰς τὸ νὰ σωθῇ· «οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;» (Εβρ. α΄. 14).2 Διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν ἐδημιούργησεν ὁ Θεός ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ὅλον τοῦτον τὸν αἰσθητὸν κόσμον καὶ σὲ ἐκατάστησε βασιλέα ἐπάνω εἰς ὅλα Του τὰ ποιήματα, διορίζοντάς τα νὰ σὲ ὑπηρετοῦν, διὰ νὰ τὸν δουλεύῃς καὶ σὺ εἰς ταύτην τὴν ζωὴν καὶ νὰ τὸν ἀπολαύσῃς εἰς τὴν ἄλλην ταὐτὸν εἰπεῖν διὰ νὰ σωθῇς «οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεὸς εἰς ὀργήν, ἀλλ᾽ εἰς περιποίησιν σωτηρίας», (α'. Θεσσαλ. ε'. 9). Διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν ἔδωκε νόμον καὶ ἐντολὰς καὶ ἀπέστειλε προφήτας, οἱ ὁποῖοι δι' ἄλλο πράγμα δὲν ἠρεύνησαν, παρὰ πῶς ἐσὺ νὰ σωθῇς, καθώς λέγει ὁ μακάριος Πέτρος «Περί ἧς σωτηρίας ἐξεζήτησαν καὶ ἐξηρεύνησαν προφῆται οἱ περὶ τῆς εἰς ἡμᾶς χάριτος προφητεύσαντες». (α΄. ἐπιστ. α' 10).

Καὶ τί ἄλλο περισσότερον; Αὐτὸς ὁ ἴδιος Θεός, μὲ ὅλας τὰς θείας του τελειότητας, δίδοται ὅλος εἰς τὴν φροντίδα τοιούτου μεγάλου ἔργου, τῆς σωτηρίας δηλ. τῆς ἰδικῆς σου, ὦ ἄνθρωπε· καὶ ὁ μὲν Πατὴρ βάνει εἰς πρᾶξιν τὴν παντοδυναμίαν καὶ εὐδοκίαν του, διὰ νὰ σηκώσῃ ὅλα ἐκεῖνα ὅπου ἠμποροῦν νὰ ἐμποδίσουν τὴν σωτηρίαν σου καὶ θέλει νὰ ὀνομάζεται εἰς χίλια μέρη τῆς παλαιᾶς καὶ νέας Γραφῆς Σωτήρ καὶ Θεὸς σωτηρίων καὶ Θεὸς σωτηρίας, μόνον διὰ νὰ δείξῃ πόσον τιμᾷ καὶ πόσον ἀγαπᾷ τὴν σωτηρίαν σου. «Ἀπέστη ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ», (Δεύτερον· λβ'. 15) «Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου», (Ψαλμ. πζ'. 1). «Ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν» (Ψαλμ. ξζ'. 21.). Ὁ δὲ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ βάνει εἰς πρᾶξιν τὴν σοφίαν καὶ αὐτουργίαν του, διορίζοντας ὅλα τὰ ὄργανα καὶ τα μέσα διὰ νὰ σὲ σώσῃ· καὶ τὸ ἔχει διὰ καύχημά του νὰ ὀνομάζεται τὸ γλυκὺ καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα Ἰησοῦς, ἤτοι σωτήρ· καὶ αὐτὸ θέλει νὰ τὸ κρατῇ πάντοτε ὡς κύριόν του ὄνομα, τόσον εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, διὰ νὰ σὲ κάμῃ νὰ καταλάβης κἄν ἀπὸ τὸ ὄνομά του, ὅσον ὑπερποθεῖ τὴν σωτηρίαν σου «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α'. 21). Καὶ πάλιν «Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς, ὅν σὺ διώκεις», (Πράξ. 9. 5.) Τὸ δὲ ἅγιον Πνεῦμα βάνει εἰς πρᾶξιν τὴν ἄπειρόν του ἀγαθότητα καὶ συνέργειαν, διὰ νὰ σὲ γεμίσῃ ἀπὸ οὐράνια χαρίσματα, καὶ ἐὰν τοῦ δώσῃς εἴσοδον εἰς τὴν καρδίαν σου, ὄχι μόνον σοῦ χαρίζει τὰ πλούτη του, ἀλλὰ σοῦ χαρίζει ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου, μὲ μίαν μερικὴν καὶ ἐξαίρετον παρουσίαν του, διὰ νὰ σὲ κυβερνᾷ, διὰ νὰ σὲ διαφεντεύῃ καὶ νὰ σὲ διευθύνῃ εἰς τὸ τέλος τῆς σωτηρίας σου. Καὶ διὰ ταύτην τὴν ἀφορμήν θέλει νὰ ὀνομάζεται καὶ αὐτὸ Πνεῦμα σωτηρίας· «Διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας». (Ἡ Ἠσαΐου κς'. 18). Ὦ παράδοξον ἄκουσμα! Ὅλη ἡ Ἁγία Τριὰς βάλλεται εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν, ὦ ἄνθρωπε· διότι, ὅσον μεγάλον εἶναι τὸ ἔργον τῆς δημιουργίας σου, τόσον μεγάλον καὶ οὐδαμῶς μικρότερον εἶναι καὶ τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σου· ἐπειδὴ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς παντοδυναμίας εἶναι ἀποτέλεσμα, καὶ τὸ νὰ σὲ φέρῃ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι καὶ τὸ νὰ σὲ φυλάξῃ ὁλόκληρον εἰς αὐτὸ τὸ εἶναι καὶ νὰ σὲ σώσῃ. Καὶ διὰ νὰ εἰποῦμεν καθολικῶς, ὅλον τὸ τέλος καὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς χάριτος καὶ τῆς πίστεως δὲν ἐστάθη ἄλλο, παρὰ ἡ σωτηρία τῆς ἰδικῆς σου ψυχῆς, κατὰ τὸν κορυφαῖον Ἀπόστολον «κομιζόμενοι τὸ τέλος τῆς πίστεως ἡμῶν σωτηρίαν ψυχῶν» (α΄. Κορινθ. α'. 9)

Λοιπόν, ὦ πόσον τυφλὸς θέλεις εἶσαι ἀδελφέ, ἀνίσως δὲν βλέπης πόσον πολύτιμος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου, διά τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ κάμνει τόσα ὁ Θεὸς διὰ νὰ τὴν σώσῃ! Ὅθεν τώρα ὅπου τὸ ἐγνώρισες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βαρεθῇς εἰς τὸ νὰ μεταχειρισθῇς ταύταις ταῖς ὀλίγαις ἡμέραις ὅπου ἔμειναν τῆς ζωῆς σου, διὰ νὰ φέρῃς εἰς καλὴν κατάστασιν τέτοιαν ἀπειροτίμητον πραγματείαν, καθὼς εἶναι ἡ σωτηρία σου; «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας», (β'. Κορ, στ'. 2.) Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συλλογισθῇς μὲ τὸν νοῦν σου καὶ νὰ μὴ φροντίσῃς δι' ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεὸς ἐσυλλογίσθη καὶ ἐφρόντισε πρὶν καταβολῆς κόσμου; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμελήσῃς εἰς τὸ νὰ μεταχειρισθῇς καθὼς πρέπει τοῦτον τὸν καιρόν καὶ ταύτην τὴν ὀλίγην ἄδειαν ὅπου ἔχεις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δραστικώτατα μέσα, ὅπου ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ σὲ σώσῃ καὶ νὰ σὲ κάμη ἰδικόν του; Ἐλθὲ λοιπὸν εἰς τὸν ἑαυτόν σου, ἀγαπητέ· ἐξύπνησαι ὅλας σου τὰς ἐπιθυμίας καὶ μεταχειρίσου τοῦτον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς σου διὰ νὰ βάλῃς εἰς ἀσφάλειαν τὴν ψυχήν σου. Καὶ ἄλλο τι νὰ μὴν ἐρωτᾷς, μηδὲ ἄλλο νὰ λέγης, πάρεξ ἐκεῖνο τὸ τοῦ νομικοῦ· «Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Λουκ. ι'. 25). Τί νὰ κάμω διὰ νὰ σωθῶ; ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ἀναγκαῖον εἰς ἐμέ· τοῦτο εἶναι τὸ ὠφέλιμον εἰς ἐμέ· καὶ χωρὶς αὐτὸ ὅλα εἶναι μάταια, ὅλα βλαβερά, ὅλα ἀνωφελῆ εἰς ἐμέ. Θαύμασαι εἰς τὴν ἀγνωσίαν ὅπου ἕως τώρα εὑρίσκεσο καὶ μεῖνε ἐκστατικός, πὼς ἔως τῆς σήμερον ἐφρόντισες τόσον ὀλίγον δι' ἐκεῖνο μόνον ὅπου ἔπρεπε νὰ βάλῃς κάθε σου ἐπιμέλειαν καὶ προθυμίαν· φρίξον διὰ τὸν κίνδυνον εἰς τὸν ὁποῖον ἔβαλες τόσαις φοραῖς τὴν σωτηρίαν σου. Εὐχαρίστησαι τὸν Κύριον, ὅστις διὰ τὴν ἄκραν του ἀγαθότητα σὲ ὑπέμεινε τόσον καιρόν, ἐν ἀμελείᾳ τῆς σωτηρίας σου διάγοντα, καὶ δὲν ἄφησε τὸν ἑαυτόν του νὰ νικηθῇ ἀπὸ τὴν πονηρίαν σου καὶ νὰ κόψῃ τὴν τοιαύτην μοχθηρὰν καὶ ἠμελημένην ζωήν σου. Καὶ παρακάλεσαί τον νὰ θελήσῃ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον ὅπου ἄρχισε καὶ νὰ σὲ βάλῃ μὲ τὴν δραστικὴν χάριν του εἰς τὴν στράταν τῆς ζωῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς καταντᾷ εἰς τὴν σωτηρίαν· «καὶ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου». (Θοῆν. Ἱερεμ. γ'. 26.)

β.

Συλλογίσου, ἀδελφέ, πόσα ἔπαθεν ὁ Κύριος διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν· ὅστις δὲν εὐχαριστήθη νὰ ἐξοδεύσῃ μόνον τὰ ἔργα Του καὶ τὰ ἀγαθά Του, ἀλλὰ ἠθέλησεν ἀκόμη νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τοὺς ἰδίους του πόνους καὶ πάθη καὶ θάνατόν Του, διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν σωτηρίαν σου, καὶ μὲ τὰ ἀγαθὰ μὲν ὅπου ἐχάρισε διὰ νὰ εὔρης τὴν σωτηρίαν σου, ἔδειξε πῶς προκρίνει τὴν σωτηρίαν σου καλλίτερα ἀπὸ τὰ ἀγαθά Του· μὲ τοὺς πόνους δὲ καὶ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ὅπου ὑπέμεινεν, ἔδειξε πῶς σχεδὸν προκρίνει τὴν σωτηρίαν σου, καλλίτερα ἀπὸ τὸν ἴδιον ἑαυτόν Του. Καὶ ἀντὶ νὰ ἐκδικήσῃ τὴν τιμὴν καὶ ἀγάπην τῆς θεότητός Του, καὶ νὰ τιμωρήσῃ ἐσένα τὸν ἀποστάτην ὅπου τόσον ἀναίσχυντα τὴν ὕβρισες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, Αὐτὸς ἐκαταφρόνησε τὴν τιμὴν καὶ ἀγάπην ἐκείνης, καὶ ἀπέθανε διὰ τὴν τιμὴν καὶ ἀγάπην σοῦ τοῦ ἀποστάτου καὶ ὑβριστοῦ της. Καὶ τί λέγω μόνον ὅτι ἐκαταφρόνησε διὰ σὲ τὴν τιμὴν τῆς θεότητός Του; ἄν ἦτο δυνατόν, ἐπεθύμει νὰ πάθῃ καὶ κατὰ τὴν θεότητά Του, μόνον διὰ νὰ σὲ σώσῃ. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι πράγμα κατὰ φύσιν ἀδύνατον, διὰ τοῦτο ἐμεταχειρίσθη ἐκεῖνο τὸ θαυμάσιον ἐφεύρεμα καὶ ἥνωσε μὲ τὸν ἑαυτόν Του τὴν ἀνθρωπότητα, διὰ νὰ ὑποφέρῃ εἰς αὐτὴν τόσα πάθη, καὶ μὲ τόσην ὑπερβολήν, ὅπου ἔγινεν ἀπὸ κεφα-λῆς ἔως ποδῶν ὅλος μία πληγή, καὶ ἐδοκίμασε πόνους περισσοτέρους ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους καθὼς λέγει περὶ αὐτοῦ ὁ προφήτης Ἠσαΐας «ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν, καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν (νγ' 3). Αὐτὸς ἔπαθε κατὰ τὰ ὑπάρχοντα, διότι ἐγεννήθη πτωχικὰ μέσα εἰς ἕνα σπήλαιον· ἔζησε πτωχικά, διότι δὲν εἶχεν οὐδὲ παραμικρὰν κατοικίαν διὰ νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλήν του· «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η'. 20) καὶ ἀπέθανεν εἰς ἐσχάτην πτωχείαν διότι δὲν εἶχεν οὐδὲ ἕνα τρίπηχυν τόπον εἰς τὸ νὰ ἐνταφιασθῇ. Ἔπαθε κατὰ τὴν τιμήν, διότι ὑπέμεινε βαρύταταις βλασφημίαις, διότι ἐπέρασε μίαν ζωήν γεμάτην ἀπὸ καταφρόνεσες καὶ διότι τὴν ἐτελείωσε μὲ ἕνα θάνατον τὸν πλέον ἄτιμον ὅπου ἠμποροῦσε τότε νὰ δοθῇ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον· «ὑπήκοος γενόμενος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ»· (Φιλιπ. β'. 8) ἔπαθε κατὰ τὸ σώμα διότι ὑπέφερε πόνους ἀνεικάστους καὶ διὰ τὴν λεπτότητα τῶν θείων μελῶν Του, καὶ διὰ τὴν αὐστηρότητα των βασάνων Του, καὶ διὰ τὴν σκληρότητα τῶν βασανιστῶν Του, εἰς τρόπον ὅπου ἔβγαλεν ἐμπράκτως ἀπὸ ὅλας του τὰς φλέβας τόσον πλῆθος αἷμα ὅπου ἐβράχη ἡ γῆ· ἔπαθε κατὰ τὴν ψυχήν, διότι τόσην μεγάλην λύπην καὶ ἀγωνίαν ἐδοκίμασεν, ὅπου αὐτὴ μόνη ἦτο ἀρκετὴ διὰ νὰ Τὸν θανατώση. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἔως θανάτου». (Ματθ. κς'. 38) καὶ διὰ νὰ εἰπῶ μὲ συντομίαν, αὐτὸς ἔγεινεν ὡσὰν ἕνα πέλαγος βασάνων, μόνον διὰ νὰ σβύσῃ ἐκείνας τὰς φλόγας τῆς κολάσεως ὅπου ἐσὺ ἄναψες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, καὶ οὕτω νὰ σὲ ἀναβιβάσῃ σεσωσμένον εἰς τὸν οὐρανόν.

Τώρα στοχάσου ἀδελφέ, ὅτι ἀνίσως ὁ Κύριος ἡμῶν ἤθελεν ἐξαγοράσει τὴν σωτηρίαν σου μὲ μίαν ζωὴν γεμάτην ἀπὸ τρυφάς, τοῦτο μόνον ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ σὲ κάμῃ νὰ γνωρίσης πόσον μέγα, πόσον πολύτιμον καὶ πόσον πολυωφελὲς εἶναι τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σου. Ἀφ' οὗ δὲ αὐτὸς τὴν ἐξηγόρασε μὲ μίαν τόσον πολυπαθεστάτην ζωήν, καὶ μὲ ἕνα θάνατον γεμάτον ἀπὸ ταπείνωσιν, ἀπὸ ἀτιμίαν καὶ ἀπὸ πάθη τόσα πολλά, ὅσα κανένας ἄλλος ποτὲ δὲν ἐδοκίμασεν εἰς τὸν κόσμον, στοχάσου πλέον, ἀγαπητέ, πόσον πολύτιμος εἶναι ἡ σωτηρία σου! καὶ πόσον θέλεις μείνει ἀναπολόγητος, ἀνίσως καὶ ἐσὺ δὲν τὸ γνωρίσῃς! Καὶ τὸ πιστεύεις ἐσὺ ποτὲ ἀδελφέ, πῶς ἡ αἰώνιος σοφία τοῦ Θεοῦ, ἤθελε διαλέξει μέσα καὶ ὄργανα τόσον θαυμαστὰ καὶ παράδοξα διὰ νὰ σὲ σώσῃ, ἀνίσως καὶ ἡ σωτηρία σου ἦτον ὀλίγης τιμῆς καὶ ὀλίγης ὠφελείας; Καὶ τί ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ Θεὸς περισσότερον ἐὰν καθ' ὑπόθεσιν ἤθελε νὰ κερδίσῃ αὐτὴν τὴν ἰδίαν Θεότητά Του, παρὰ νὰ δώσῃ δι' αὐτὴν τὴν πλέον τιμιωτέραν ἀπὸ ὅλας τὰς ζωὰς ὁποίαν δηλαδή ἔδωκε καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τὴν ἰδικήν σου;

Τώρα λοιπόν, ἀδελφέ, τί ἄλλο ἤθελεν εἶναι πλέον τερατώδες, ὡσὰν τὸ νὰ βλέπῃ τινάς, τὸν μὲν Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ χύνῃ ὅλον Του τὸ πανάγιον αἷμα διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν, ἐσένα δέ, ὅπου εἶναι ἡ σωτηρία ἰδική σου, νὰ μὴ θέλῃς νὰ μεταχειρισθῆς εἰς ταύταις ταῖς ὀλίγαις ἡμέραις ὅπου ἔμειναν τῆς ζωῆς σου ὅλην σου τὴν ἐπιμέλειαν καὶ προθυμίαν διὰ τὴν σωτηρίαν σου; καθὼς σοῦ παραγγέλλει ὁ Παῦλος «ἆρα οὖν, ὡς καιρὸν ἔχομεν ἐργαζόμεθα τὸ ἀγαθόν.» (Γαλ. στ'. 10). Κατὰ ἀλήθειαν, ἀνίσως καὶ σὺ τώρα δὲν φρίξης δι' αὐτὴν τὴν ἀμέλειάν σου, βέβαια θέλεις φρίξει ἐμπρὸς εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἰδῇς τὰ πράγματα καθὼς εἶναι τῇ ἀληθείᾳ. Ὅθεν αἰσχύνθητι διὰ τὴν ἀσύνετον καὶ ἁμαρτωλὴν ζωὴν ὅπου ἔζησες ἕως τώρα. Ἀποφάσισε νὰ νίκησῃς ὅλα τὰ πάθη, καὶ ταῖς κακαῖς ὀρέξεις ὅπου σὲ πολεμοῦν, εἰς τοῦτον τὸν ὀλίγον καιρὸν τῆς ζωῆς σου. Καὶ ἐὰν ἕως τώρα ἐλογίασες τὴν ὑπόθεσιν τῆς σωτηρίας σου ὡς ἕνα οὐτιδανὸν καὶ ἀξιοκαταφρόνητον πράγμα, παρακάλεσε θερμῶς τὸν Κύριον νὰ σὲ φωτίσῃ, νὰ ἀρχίσῃς εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου νὰ τὴν μεταχειρίζεσαι μὲ μεγάλην ἐπιμέλειαν, ὡς μίαν ἀκροτάτην ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας σου ὑποθέσεις διότι τῆς σωτηρίας σου ταύτης, τὸ μὲν χάσιμον εἶναι ἀδιόρθωτον, ἡ δὲ ἀπόκτησις αὐτῆς εἶναι τόσον δύσκολος καὶ ἀβέβαιος εἰς τρόπον ὅπου ὅταν ἐσὺ νομίζῃς πῶς τὴν ἀπέκτησες, αὐτὴ ἀκόμη εἶναι μακράν ἀπὸ λόγου σου, ὡς λέγει ὁ Ἠσαΐας· «οὐκ ἔστι σωτηρία· μακρὰν ἀφέστηκεν ἀφ᾿ ἡμῶν». (νθ' 11).

γ.

Συλλογίσου πόσα ἔκαμες ἐσὺ, καὶ πόσα ἔπαθες διὰ τὴν σωτηρίαν σου ἐσὺ ἠξεύρεις καλώτατα πῶς μὲ τὴν φύλαξιν των ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἔχεις νὰ κερδίσῃς τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ τὸν παράδεισον, ὡς λέγει ὁ Κύριος· «εἰ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν, τήρησον τὰς ἐντολάς». (Ματθ. ιθ' 12). Ἠξεύρεις πῶς χωρίς μεγάλην βίαν δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ἀποκτήσῃ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν». (Ματθ. ια' 12). Καὶ λοιπὸν πόσον ἠγωνίσθης ἐσὺ ἕως τώρα διά νὰ φυλάξῃς τὰς θείας ἐντολάς; Πόσα ἔπαθες διὰ νὰ ἀποκτήσης τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν; Ποίαις ἀναπαύσεις ὑστερήθης; Ποῖα σου πάθη ἐνίκησες; Ἄχ ἀδελφέ! Ἐγὼ νομίζω πῶς ἐσὺ ἔκαμες καὶ ἔπαθες ἀσυγκρίτως περισσότερον διὰ νὰ κολάσῃς τὴν ψυχήν σου, παρὰ διὰ νὰ τὴν σώσῃς καὶ πῶς ἐσὺ εἶσαι ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ὅπου ἀγωνίζονται ὄχι διὰ νὰ κάμουν τὸ καλόν, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμουν τὸ κακόν, καθὼς λέγει ὁ προφήτης Ἱερεμίας· «Σοφοί εἰσι τοῦ κακοποιῆσαι, τὸ δὲ καλῶς ποιῆσαι οὐκ ἐπέγνωσαν». (δ' 22) καὶ ὁ Σολομὼν «ἐν τῇ κακία ἡμῶν κατεδαπανήθημεν» (Σοφ. ε' 13) ἐγὼ νομίζω πῶς ἐσὺ μὲ τὸν μισὸν μόνον κόπον ὅπου ἔκαμες διὰ τὰ ἀχαλίνωτα πάθη σου ἠμπορούσες νὰ φέρῃς εἰς καλὴν κατάστασιν τὴν ψυχήν σου. Λοιπὸν ἐσὺ ὅπου ἐστάθης τόσον πρόθυμος καὶ ἀνδρεῖος διὰ νὰ κολάσης τὴν ψυχήν σου, πῶς τώρα δὲν ἔχεις ὑπομονὴν νὰ κάμης κανένα ἔργον ἄξιον διὰ νὰ τὴν σώσῃς;

Ἐξύπνησε, ἀγαπητέ, ἀπὸ ἕνα τόσον ὀλέθριον ὕπνον, καὶ ἀπὸ μίαν τόσον ψυχοβλαβῆ ἀμέλειαν, καθὼς ὁ Παῦλος σοὶ παραγγέλλει. «Καὶ τοῦτο εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου «ἐγερθῆναι» (Ρωμ. ιγ. 11) ἐξύπνησε καὶ ἄρχισοι νὰ ζῆς μίαν ζωὴν ἀξίαν τῆς χριστιανικῆς σου πίστεως, ἔχοντας ὅλους τοὺς ἄλλους σου σκοποὺς ἕνα παίγνιον, ἐμπρὸς εἰς τὸν σκοπὸν τῆς σωτηρίας σου,διότι αὐτὸς μόνος σοῦ χρειάζεται, καὶ αὐτὸς μόνος σὲ συμφέρει, ὡς λέγει ὁ Κύριος. «Ενὸς δὲ ἐστι χρεία» (Λουκ. ι'. 42.) Ὅθεν διόρισαι μίαν ὥραν τῆς ἡμέρας, ἢ τὸ πρωΐ, ἢ τὸ ἑσπέρας, διὰ νὰ βάλῃς εἰς πρᾶξιν τοῦτο τὸ μέγα ἔργον τῆς σωτηρίας σου, καὶ διὰ νὰ γυμνάζεσαι πνευματικῶς, μελετῶντας μὲν ἐκεῖνα ὅπου φέρουν εἰς τὴν καρδίαν σου φόβον, ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, κατάνυξιν, μετάνοιαν, καὶ πόθον των μελλόντων ἀγαθῶν· ἐξετάζοντας δὲ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμες καὶ τά πάθη ὅπου σὲ πολεμούν, διὰ νὰ ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν συγχώρησίν τους, καὶ διὰ νὰ μάθῃς καὶ ἐσὺ νὰ τὰ πολεμῇς· καὶ τελευταῖον ἀναγινώσκοντας ἐκείνας τάς ἀναγνώσεις ὅπου σὲ διδάσκουν πὼς νὰ ἀποκτήσῃς τὰς ἀρετάς, καὶ πὼς νὰ φύγῃς τὰ ἐμπόδια ὅπου εὑρίσκεις εἰς τὴν ἀπόκτησίν τους. Τοῦτο δὲ ὅπου σοῦ λέγω, πρέπει νὰ τὸ κάμνῃς μάλιστα εἰς τάς τέσσαρας νηστείας τοῦ χρόνου, καὶ ἐξαιρέτως εἰς τὴν μεγάλην τεσσαρακοστὴν διὰ τὸ ἥσυχον τοῦ καιρού. Διότι φθάνει σε, ἀδελφέ, φθάνει ὁ καιρὸς ὅπου ἐξόδευσες εἰς τὸ νὰ κάμνῃς τὰ θελήματά σου καὶ τὰ ἔργα τῶν ἐθνικῶν, ὡς λέγει ὁ θεῖος Πέτρος «Ἀρκετὸς ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου, τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι.» (α΄. Πέτρ. δ'. 3) καὶ τώρα μεταχειρίσου τὸν ἐπίλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς σου εἰς τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σου· μὴν εἰπῇς καὶ ἐσὺ ἐκεῖνο ὅπου εἶπον οἱ Ἰουδαῖοι «Οὐχ᾽ ἦκεν ὁ καιρὸς τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου» (Άγγ. α'. 2) διότι, ποῖος ἠξεύρει, μήπως αὐτὴ ἡ διορισμένη ὥρα καὶ αὐτὴ ἡ ὀλίγη ἡσυχία ὅπου λαμβάνεις, εἶναι τὸ μέσον ἐκεῖνο ὅπου ἐδιάλεξεν ὁ Θεός, πρὶν καταβολῆς κόσμου, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ μὲ αὐτὸ τὴν σωτηρίαν σου; τίς ἠξεύρει, μήπως εἶναι εἰς αὐτὴν προσηλωμένος ὁ προορισμός σου; τίς ἠξεύρει μήπως αὐτὴ ἡ ὀλίγη ὥρα ἔχει νὰ εἶναι ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ὁ εὐπρόσδεκτος, ὅπου ἔχει νὰ σοῦ ἀκούσῃ ὁ Κύριος καὶ νὰ σοῦ εἰπῇ· «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι;» (Ἠσαΐου μθ'. 8). Διὰ νὰ σοῦ εὐκολύνωμεν δὲ τὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ κάμνῃς τὴν πνευματικὴν αὐτὴν γύμνασιν, ἰδοὺ ὅπου διὰ χάριν σου καταστρώνομεν ἐδῶ εἰς τὸ παρὸν βιβλίον τὰς μελέτας ταύτας καὶ ἐξετάσεις, καὶ ἀναγνώσεις, ἐν εἴδει πνευματικῶν Γυμνασμάτων.

Ἀποφάσισε λοιπόν, ἀδελφέ, νὰ γυμνάζεσαι ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα εἰς αὐτὰ καὶ μὲ κάθε σου προθυμίαν καὶ προσοχὴν μελέτα, ἐξέταζε, καὶ ἀναγίνωσκέ τα, καὶ ὅσον δύνασαι βάνετα καὶ εἰς ἔργον, διότι ἐλπίζω πὼς θέλεις βγάλει ἀπὸ αὐτὰ καρπὸν πνευματικὸν καὶ θέλεις κερδίσει τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον καὶ τὸ τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαρακινήθημεν νὰ σοῦ τὰ συνθέσωμεν. Τοῦτο δὲ εἶναι ἡ τελεία μὲν ἀποχὴ τῶν κακῶν, ἡ τελεία δὲ ἀπόκτησις τῶν ἀρετῶν, τὸ μίσος τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς μελλούσης, ὁ φόβος τῶν ἀπειλῶν καὶ ὁ πόθος τῶν ἐπαγγελιῶν· καὶ τέλος, ἡ ἐκ τούτων γενομένη σωτηρία σου· ὅθεν ἀπόβαλε ὅλους ἐκείνους τοὺς λογισμούς, ὅπου σὲ ἐμποδίζουν ἀπὸ τοῦτο τὸ ψυχωφελέστατον ἔργον, καὶ φύλαττε ἀπαρασάλευτα με κάθε αὐστηρότητα τὴν ὥραν ἐκείνην καὶ τὴν ἡσυχίαν ὅπου ἐδιόρισες εἰς τὸ νὰ γυμνάζεσαι, φανέρωσε καθαρὰ καὶ ὅλους τοὺς λογισμούς σου εἰς τὸν πνευματικόν σου πατέρα. Ἕκλεξαι ἁγίους ὑπερασπιστάς σου, καὶ ἀφιερώσου εἰς αυτούς· καὶ τέλος πάντων, ἄν ἴσως διὰ δυστυχίαν σου εὑρεθῇς μὲ καμμίαν ἁμαρτίαν θανάσιμον, σπούδασαι τὸ ὀγρηγορώτερον νὰ τὴν ἐξομολογηθῇς καὶ νὰ τὴν ἐξαλείψῃς μὲ μίαν ἀληθινὴν μετάνοιαν διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ σηκώσῃς ἀπὸ λόγου σου αὐτὸ τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἐμπόδια, καὶ οὕτω νὰ γίνῃς ἄξιος διὰ νὰ λάβης θείαν χάριν. Ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιμελείας ὅπου σοῦ εἶπα δὲν εἶναι καμμία περιττή καὶ φρόντισε διὰ νὰ μὴ περνᾷς ματαίως αὐτὰς τὰς τόσον πολυτίμους ἡμέρας τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων σου· ἐπειδή, καὶ ἡ θεία χάρις προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸν δωτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ, ὅμως Αὐτὸς ἔχει συνήθειαν νὰ τὴν δίδῃ κατὰ τὸ μέτρον, ὅπου ἡμεῖς εἴμεθα προητοιμασμένοι διὰ νὰ τὴν δεχθῶμεν, καθώς τὸ λέγει ὁ ἴδιος διὰ τοῦ προφήτου «Επιστρέψατε πρός με καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς, λέγει Κύριος τῶν δυνάμεων » (Ζαχ. α'. 3)

ΜΕΛΕΤΗ Β΄.

Α΄. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
Β΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ τὸν Θεόν.
Γ΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ αἰωνίως τὸν Θεόν.


Σημειώσεις:


1 Ὅτι ἄναρχος ἅμα καὶ ἀτελεύτητός ἐστιν ἡ τοῦ Θεοῦ Πρόνοια, μαρτυροῦσιν οἱ πνευματοκίνητοι Θεολόγοι ὅ τε γὰρ θεῖος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ τῶν Θεολόγων ἐξοχώτατος, οὕτω φησίν· «ὁ μὲν οὖν κρατήρ, περιφερὴς ὧν καὶ ἀναπεπταμένος, σύμβολον ἔστω τῆς ἀνηπλωμένης ἅμα, καὶ ἐπὶ πάντα περιπορευομένης ἀνάρχου καὶ ἀτελευτήτου τῶν ὅλων Προνοίας (Επιστολ. πρὸς Τίτον). Ὁ δὲ θεοφόρος Μάξιμος σχολιάζων τὸ ρητὸν τοῦτο λέγει· «Καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἀνάρχως προϋπήρχε πάσης κτίσεως. Προνοίας γὰρ θείας ἦν, ἤτοι προεννοήσεως, το βούλεοθαι παραγαγεῖν κτίσιν, τὴν ἀπολαύσουσαν τῆς προνοητικῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος». Καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει, ὅτι «Προνοίας ἐδεῖτο τὰ ὅντα, ὥστε κατά τὸν δέοντα ταῦτα γενέσθαι καιρόν».

2 Ἄριστα ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος περὶ τῆς ἀποστολῆς ταύτης τῶν ἀγγέλων λέγει· «οὐτοί εἰσιν οἱ μακάριοι πολῖται τῆς ἄνω πόλεως Ἱερουσαλήμ, ἥτις μήτηρ ἡμῶν ἐστιν ἄνω, ἀποστελλόμενοι διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, ὥστε αὐτοὺς ῥύεσθαι καὶ φυλάσσειν ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, ἐνισχύειν τε καὶ διδάσκειν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν υἱῶν σου προσφέρειν ἐνώπιον τῆς δόξης τῆς μεγαλειότητός σου· ἀγαπῶσι γὰρ τοὺς πολίτας αὐτῶν, δι' ὧν ἀποπληρωθῆναι προσδοκῶσι τὸ ἐκ τοῦ πτώματος αὐτῶν σχίσμα». (Εὐχῇ ε΄. ἤ παρ' ἄλλ. κη΄. ἐρωτικῇ). Καὶ πάλιν «βοηθοῦσι τοῖς πονοῦσι σκέπουσι τοὺς ἀναπαυομένους, παρορμῶσι τοὺς μαχομένους, στεφανοῦσι τοὺς νικῶντας, συγχαίρουσι τοῖς χαίρουσιν ἐπὶ σοί, συμπάσχουσι τοῖς πάσχουσιν ὑπέρ σοῦ». (αὐτόθι)

3 Περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ὅρα πλατύτερον εἰς τόν γ΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης εἰς τὴν Περιτομήν.

4 Καὶ μή νομίσης, ἀγαπητέ, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔπαθε καὶ ἀπέθανε μόνον κοινῶς δι' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὅχι διὰ λόγου σου· ἐπειδή καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ, ἐστάθη τόσον μεγάλη καὶ ὑπερβολική, ὅπου ἦτο καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ πάθῃ καὶ νὰ ἀποθάνῃ καὶ διὰ τὸν καθ' ἕνα ἄνθρωπον χωριστά· καὶ τοῦτο δηλοῖ ὁ μὲν Ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, λέγων· «δ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπέρ ἑμοῦ». (Γαλ. β'. 20.) Βλέπεις τί λέγει; Πῶς ὁ Χριστὸς παρέδωκεν εἰς θάνατον τὸν ἑαυτὸν Του, ὅχι μόνον ὑπὲρ πάντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ Αὐτοῦ; Δηλοῖ δὲ τοῦτο καὶ ὁ θεῖος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ἐν τῇ πρὸς Δημόφιλον ἐπιστολῇ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρων διὰ τὸν ἅγιον Κάρπον, προσθέτει ὅτι ὁ Χριστός φανερωθεὶς ἐν ὁπτασίᾳ εἰς αὐτόν, καὶ ἔχων ἀπλωμένην τὴν δεξιάν Του χεῖρα πρὸς αὐτόν, τοῦ εἶπε ταῦτα τὰ λόγια. «Παῖε κατ᾿ ἐμοῦ λοιπόν· ἔτοιμος γάρ εἰμι καὶ αὔθις ὑπέρ ἀνθρώπων ἀνασωζομένων παθεῖν, καὶ προσφιλές μοι τοῦτο, μὴ ἄλλων ἀμαρτανόντων ἀνθρώπων». Ὅθεν ὅσον χρέος ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, διότι ὑπέρ αὑτῶν ἀπέθανε, τόσον χρέος πρέπει νὰ ἔχης καὶ σὺ ἀδελφὲ εἰς Αὐτόν, διότι τόσην ἀγάπην ἔδειξεν εἰς σε, ὠσὰν νὰ ἤσουν μόνος ἐσὺ εἰς τὸν κόσμον.

5 Ὅρα εἰς τὴν ὑποσημείωσιν τῆς πρώτης Ἑξετάσεως διὰ ποίας αἰτίας εἶναι δύσκολος ή σωτηρία.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ. ΤΗΝ ΠΑΡΕΔΩΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟ. ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ ΤΙ ΝΑ ΣΩΣΟΥΝ. ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΘΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ ΔΡΑΣΗ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΤΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ  Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ!
"έχουμε χάσει την ικανότητα να μεταφράζουμε. Ναι, η σύγχρονη τέχνη, ο κινηματογράφος πρώτα και κύρια, το θέατρο, αλλά και οι άλλες παραστατικές και ίσως αφηγηματικές τέχνες, δεν ξέρουν πλέον πώς να μεταφράσουν την αληθινή ποιητική και λυρική, θρησκευτική και μοιραία ουσία των μεγάλων αριστουργημάτων του παρελθόντος και δεν ξέρουν πλέον πώς να διαβάσουν, να κατανοήσουν και να διεισδύσουν σε αυτόν τον κόσμο και το νόημά του. Ανακτούν το σώμα και τη μάχη σώμα με σώμα, όχι την ψυχή."

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 9 Του George Prestige

Συνέχεια από Σάββατο 28. Φεβρουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 9

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

3 Ωριγένης: ή, Οι αξιώσεις της θρησκευτικής νοημοσύνης (συνέχεια)

Ο σκοπός που είχε θέσει εξαρχής ο Ωριγένης ενώπιόν του ήταν η επίτευξη της αγαθής ζωής, της ζωής σύμφωνα με τον λόγο, της γνήσιας φιλοσοφίας που χαρίζει στους αφοσιωμένους της ανταμοιβές πολύ μεγαλύτερες από όσες προσφέρει ο πλούτος ή η επιτυχία σε άλλα επαγγέλματα, όπως ο στρατός ή η νομική. Ήταν στοργικός και, λέει ο Γρηγόριος, γοητευτικός. Άναβε στις καρδιές των μαθητών του μια φλογερή αγάπη «στραμμένη συγχρόνως προς τον θείο Λόγο, το πιο αξιαγάπητο από όλα τα αντικείμενα, ο οποίος έλκει όλους ακαταμάχητα προς τον εαυτό του με την ανέκφραστη ομορφιά του, και επίσης προς τον ίδιο, τον φίλο και συνήγορο» του Χριστού.

Η ψυχή του Γρηγορίου συνδέθηκε με εκείνη του Ωριγένη όπως η ψυχή του Ιωνάθαν με εκείνη του Δαυίδ, ενώ ο δάσκαλος εργαζόταν για να πείσει τον μαθητή ότι ο Χριστός είναι πράγματι το Α και το Ω, ο πρώτος Λόγος στην κοσμική επιστήμη και ο τελευταίος Λόγος στην λογική προσωπικότητα. Ο Ωριγένης, όπως διηγείται, ασχολήθηκε μαζί του σαν γεωργός που εργάζεται σε ένα ακαλλιέργητο και παραμελημένο χωράφι. Παρατηρούσε, έσκαβε, ξερίζωνε. Καθάριζε το έδαφος με σωκρατικές έρευνες, καταρρίπτοντας προκαταλήψεις, έως ότου με μια διαδικασία «πείσεως και εξαναγκασμού» έφερε τους μαθητές του σε κατάσταση διανοητικής παθητικότητας. Η διεισδυτική του κριτική τους έκανε να αναθεωρήσουν όλες τις προηγούμενες πεποιθήσεις τους και να αποδεχθούν μια νέα εκτίμηση όλων των ασυνείδητων συμβάσεών τους.

Κατόπιν τους μιλούσε για το μέγεθος, το θαύμα και την τάξη του φυσικού κόσμου, καθώς και για τους νόμους με τους οποίους ο Θεός ρυθμίζει και κυβερνά τη λειτουργία του· μέχρι που, με τη βοήθεια της γεωμετρίας και της αστρονομίας, τους οδηγούσε να θεωρήσουν τα υψηλότερα μυστήρια του δημιουργημένου σύμπαντος, στη σωστή τους σχέση τόσο προς τον Θεό που το δημιούργησε όσο και προς τον άνθρωπο που το μελετά. «Ώστε ο νους μας», λέει ο Γρηγόριος, «να γεμίζει με λογικό και όχι με άλογο θαυμασμό για τη θεία τάξη του κόσμου».

Το επόμενο στάδιο ήταν η ηθική φιλοσοφία, η οποία αντιμετωπιζόταν όχι μόνο ως αφηρημένη επιστήμη αλλά και ως μέσο διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Ο Ωριγένης τους μιλούσε με σοφία, ενθαρρυντικά και πειστικά. Αλλά τα πιο πειστικά στοιχεία της διδασκαλίας του ήταν το παράδειγμα που τους έδινε — «παρακινώντας μας περισσότερο με τις πράξεις που έκανε παρά με τις θεωρίες που δίδασκε» — και ο τρόπος με τον οποίο τους έκανε να εξετάζουν τις πηγές της ίδιας τους της συμπεριφοράς· να παρατηρούν τις ορμές και τα συναισθήματα, με την ανάπτυξη των οποίων ο νους τους μπορούσε να εξέλθει από τη σύγχυση και τη δυσαρμονία και να φθάσει σε κατάσταση ορθής κρίσεως και ηθικής τάξεως· να φυλάσσονται από τα πρώτα σπέρματα του κακού και να καλλιεργούν την ανάπτυξη του αγαθού — πράγμα που για τον Ωριγένη ήταν το ίδιο με άλλο όνομα του λόγου.

Τους δίδαξε φρόνηση, σωφροσύνη, δικαιοσύνη και ανδρεία, τις τέσσερις πλατωνικές κύριες αρετές, με όλη τη διορατικότητα ενός πρακτικού ψυχολόγου, και τους εξέπληξε δείχνοντάς τους ότι αυτές δεν είναι ιδιότητες μόνο για να συζητούνται και να αναλύονται αλλά για να χρησιμοποιούνται και να ασκούνται. Κανένας άλλος φιλόσοφος που είχαν γνωρίσει δεν είχε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο για αυτούς, και ο Γρηγόριος δηλώνει απλά ότι ο λόγος της επιτυχίας του Ωριγένη ήταν η συνειδητοποίηση των μαθητών του ότι ο ίδιος αποτελούσε το πρότυπο της ευγενούς ζωής ενός πραγματικά σοφού ανθρώπου.

Όλο αυτό το διάστημα η βάση της διδασκαλίας ήταν η ελληνική φιλοσοφία· δεν είχαν ακόμη φθάσει μέχρι τη χριστιανική θεολογία. Ο εκκλησιαστικός άνδρας συνέλεγε όλο το μέλι του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Τους έκανε να αγαπήσουν την αρετή για την οποία οι άλλοι δάσκαλοί τους απλώς μιλούσαν, έως ότου έφθασαν να κατανοήσουν ότι ολόκληρος ο σκοπός της επιδίωξης της αρετής είναι να πλησιάσει κανείς τον Θεό, καθιστώντας τον εαυτό του όμοιο με Αυτόν, και έτσι να αναπαυθεί σε Αυτόν.

Δεν υπήρχαν περιορισμοί στις αναγνώσεις τους, εκτός από το ότι τους προειδοποιούσε να μη σπαταλούν τον χρόνο τους σε συγγραφείς που αρνούνταν την ύπαρξη οποιουδήποτε Θεού ή οποιασδήποτε θείας πρόνοιας. Εκτός από αυτούς τους άκαρπους συγγραφείς, έπρεπε να μελετούν όλους τους ποιητές και τους ηθικούς συγγραφείς που μπορούσαν να βρουν, τόσο Έλληνες όσο και ξένους, όχι με σκοπό να ασκήσουν την ακόμη ανώριμη κριτική τους δύναμη, αλλά απλώς για να εξετάσουν τι είχαν να πουν όλες οι αναγνωρισμένες αυθεντίες.
Αυτό που είχε κατά νου ο Ωριγένης, όπως πληροφορούμαστε, ήταν να προφυλάξει τους μαθητές από τον κίνδυνο πρόωρων συμπερασμάτων. Οι συνηθισμένοι φιλόσοφοι προσκολλούνταν σε συγκεκριμένες σχολές σκέψης και, μόλις καθιέρωναν τις δικές τους πνευματικές αφοσιώσεις, δεν μπορούσαν πλέον να πεισθούν να δώσουν προσοχή στην καθοδήγηση οποιασδήποτε αντίπαλης σχολής. Ο Ωριγένης ήθελε ο νους των μαθητών του να διατηρεί ένα κατάλληλο μέτρο ευκαμψίας και ανεξαρτησίας — ένα πολύ σημαντικό σημείο στην εκπαίδευση νέων κληρικών ή μελλοντικών μελών οποιουδήποτε άλλου επαγγέλματος, εφόσον η διαδικασία οδηγεί τελικά στην απόκτηση ικανότητας κρίσεως και αποφάσεως.

Και αυτό φρόντιζε να το εξασφαλίζει με επιδέξια προσωπική κριτική των βιβλίων που έβαζε τους μαθητές του να διαβάζουν. Τους δίδαξε να μελετούν όλους τους κοσμικούς δασκάλους αλλά να μην ορκίζονται σε κανέναν· και έτσι τους οδήγησε στον Θεό και στους προφήτες, προς τους οποίους τελικά τους επέτρεψε να προσκολληθούν.

Εκεί, στις Γραφές, συναντούσαν μερικές φορές πράγματα σκοτεινά και αινιγματικά. Αλλά ο Ωριγένης εξηγούσε και φώτιζε όλα τους τα προβλήματα, «καθώς ο ίδιος ήταν επιδέξιος και εξαιρετικά διακριτικός ακροατής του Θεού». Ήταν — παρατηρεί ο Γρηγόριος — από όλους τους συγχρόνους που είχε συναντήσει ή για τους οποίους είχε ποτέ ακούσει, ο μόνος άνθρωπος που είχε μελετήσει τόσο βαθιά τα φωτεινά λόγια του Θεού, ώστε να μπορεί όχι μόνο να απορροφά το νόημά τους στον δικό του νου αλλά και να το μεταδίδει στους άλλους. Ήταν αληθινός ερμηνευτής· διότι το Άγιο Πνεύμα, ο Οδηγός της ανθρωπότητας, που είχε αρχικά εμπνεύσει τους προφήτες, τον τίμησε όπως θα τιμούσε έναν φίλο και του έδωσε τη δύναμη να τους ερμηνεύει.
Έτσι ολοκληρωνόταν η εκπαίδευσή τους. Καμία έρευνα δεν ήταν κλειστή για αυτούς, καμία γνώση δεν τους αποκρυπτόταν. Είχαν τη δυνατότητα να μελετήσουν κάθε κλάδο μάθησης, ελληνικό ή ξένο, πνευματικό ή κοινωνικό, ανθρώπινο ή θείο. «Μας επιτρεπόταν με πλήρη ελευθερία να διατρέχουμε ολόκληρο τον κύκλο της γνώσης και να τον εξετάζουμε, να ικανοποιούμαστε με κάθε μορφή διδασκαλίας και να απολαμβάνουμε τις γλυκύτητες της διανοίας». Το να βρίσκεται κανείς υπό την πνευματική καθοδήγηση του Ωριγένη, λέει ο Γρηγόριος, ήταν σαν να ζει σε έναν κήπο όπου οι καρποί του νου φύτρωναν χωρίς κόπο για να τους απολαμβάνουν με χαρά οι ευτυχείς κάτοικοι· «πράγματι ήταν για εμάς ένας παράδεισος, κατά το πρότυπο του παραδείσου του Θεού». Το να τον εγκαταλείψει κανείς ισοδυναμούσε με την επανάληψη της εμπειρίας του Αδάμ μετά την Πτώση. Λίγοι δάσκαλοι έχουν λάβει ποτέ τόσο αξιοσημείωτη μαρτυρία από τους μαθητές τους.


Ο Δίδυμος ο Τυφλός, τον οποίο ο Αθανάσιος τοποθέτησε επικεφαλής της κατηχητικής σχολής της Αλεξανδρείας στο δεύτερο μισό του τετάρτου αιώνα, περιέγραψε τον Ωριγένη ως τον μεγαλύτερο διδάσκαλο της Εκκλησίας μετά τους αποστόλους· και ο Ιερώνυμος, πριν οι ορθόδοξοι φόβοι για τη δική του φήμη περιορίσουν την κρίση του, παρέθεσε αυτή την περιγραφή με επιδοκιμασία. Σε τι, λοιπόν, συνίστατο το μοναδικό μεγαλείο των επιτευγμάτων του;

Πρώτα απ’ όλα, στο εύρος και τη σημασία του έργου του πάνω στην Αγία Γραφή. Πραγματοποίησε ανεκτίμητες πρωτοποριακές έρευνες για το κείμενό της. Δημοσίευσε υπομνήματα ή ομιλίες σχεδόν σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καλύπτοντας μεγάλα μέρη του περιεχομένου τους με περισσότερες από μία σειρές ερμηνειών. Και διατύπωσε σαφείς αρχές ερμηνείας, οι οποίες, αν και μπορούσαν να καταχραστούν και χρειάζονταν σημαντική συμπλήρωση, παρείχαν μια πρακτική λύση στο τεράστιο πρόβλημα των φαινομενικών αντιφάσεων, των σκοτεινών σημείων και ακόμη και των φαινομενικών ανηθικοτήτων της Γραφής, ανοίγοντας έτσι τις Γραφές στη λογική κατανόηση. Πράγματι, οι ερμηνευτικές μέθοδοι που εφάρμοσε στην Αγία Γραφή συνέχισαν να γονιμοποιούν —και μερικές φορές να παρεμποδίζουν— τη σκέψη της δυτικής χριστιανοσύνης για χίλια χρόνια.

Όσον αφορά το κείμενο και το περιεχόμενο της Γραφής, το έργο του Ωριγένη ήταν μόνο στοιχειώδες σύμφωνα με κάθε σύγχρονο μέτρο, και πολλά από τα συγκεκριμένα συμπεράσματα που διατύπωσε ήταν συχνά λανθασμένα. Ωστόσο, αυτός ο περιορισμός δεν είχε μεγάλη σημασία για τον ίδιο, διότι συχνά έδινε εναλλακτικές ερμηνείες του κειμένου, βασισμένες στις διαφορετικές αναγνώσεις που έβρισκε στα διάφορα χειρόγραφά του. Η σημασία του για την κριτική του βιβλικού κειμένου έγκειται στο γεγονός ότι είχε συνείδηση της ύπαρξης αυτού του είδους των προβλημάτων και κατέγραψε τόσα πολλά παραδείγματα κειμενικών παραλλαγών. Η προκαταρκτική εργασία που πραγματοποίησε, ή της οποίας επισήμανε την ανάγκη, αποτέλεσε ανεκτίμητο θεμέλιο για τις περισσότερο ή λιγότερο κριτικές εκδόσεις που επρόκειτο να ακολουθήσουν έναν αιώνα αργότερα.

Ωστόσο, ο ίδιος δεν υπήρξε αυστηρός κριτικός με τη σύγχρονη έννοια. Χρησιμοποιούσε κάθε στοιχείο που μπορούσε να εξυπηρετήσει τον σκοπό του για να φωτίσει ή να ενισχύσει το επιχείρημά του, παραθέτοντας όχι μόνο από τον σημερινό κανόνα της Γραφής αλλά και από βιβλία όπως ο «Ποιμήν» του Ερμά, τα οποία τελικά αποκλείστηκαν από αυτόν. Τελικά, όπως θα φανεί σε σχέση με τις αρχές ερμηνείας του, η αυθεντία του δεν ήταν το γραπτό κείμενο, παρά την έμφαση που έδινε σε αυτό, αλλά ο ζωντανός λόγος του Θεού που το ενσάρκωνε.

Ήταν πλήρως ενήμερος ότι η γνησιότητα ορισμένων βιβλίων αμφισβητούνταν. Γνώριζε ότι η Προς Εβραίους, η Επιστολή του Ιακώβου, η Επιστολή του Ιούδα και η Β΄ Πέτρου δεν γίνονταν δεκτές από όλους. Παρ’ όλα αυτά, τις συμπεριλαμβάνει όλες ανάμεσα στις πνευματικές σάλπιγγες που θα καταρρίψουν τα τείχη της Ιεριχούς. Αν είχε ενδιαφερθεί πρωτίστως για κριτικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε να δείξει τέτοια ασυνέπεια στη στάση του απέναντί τους. Στην πραγματικότητα ήταν αποφασισμένος να αφιερωθεί στην ερμηνεία του θείου μηνύματος που περιέχεται στη Γραφή και, πεπεισμένος ότι το μήνυμα υπήρχε και ότι μπορούσε να το αποκαλύψει, ήταν απολύτως ικανοποιημένος να αφήσει σε άλλους το έργο —που εκ πρώτης όψεως φαίνεται τόσο απαραίτητο— να καθορίσουν οριστικά τι ακριβώς είχαν πει οι συγγραφείς της Γραφής.

Σε ένα πεδίο, ωστόσο, παρήγαγε ένα πραγματικά εποχικό έργο έρευνας. Ίσως παρακινημένος από τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων που είχαν οδηγήσει τον Μαρκίωνα και άλλους να απορρίψουν εντελώς την Παλαιά Διαθήκη, καθώς και από τη γνώση των γνωστών αποκλίσεων μεταξύ της μετάφρασης των Εβδομήκοντα —του κειμένου που τότε χρησιμοποιούνταν κανονικά— και του εβραϊκού πρωτοτύπου, ετοίμασε μια πραγματικά κολοσσιαία έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης. Άρχισε να την καταρτίζει στα πρώτα του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, πριν αρχίσει να δημοσιεύει πραγματείες και υπομνήματα, και τη συνέχισε με σταδιακή επεξεργασία για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, τόσο στην Αλεξάνδρεια όσο και στην Καισάρεια, έως ότου έφθασε να καταλαμβάνει όχι λιγότερους από πενήντα τόμους.
Ήταν διατεταγμένη σε έξι στήλες, από όπου πήρε και το όνομα «Εξαπλά». Η πρώτη περιείχε το εβραϊκό κείμενο χωρίς φωνήεντα, η δεύτερη μια φωνηεντισμένη μεταγραφή με ελληνικούς χαρακτήρες, και οι υπόλοιπες παρουσίαζαν τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις που κυκλοφορούσαν: του Ακύλα, που ήταν εξαιρετικά κυριολεκτική· του Συμμάχου, που ήταν πιο ιδιωματική· των Εβδομήκοντα· και του Θεοδοτίωνος, που ήταν αναθεώρηση της μετάφρασης των Εβδομήκοντα. Για ορισμένα τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης ο Ωριγένης πρόσθεσε ακόμη και άλλες μεταφράσεις, άγνωστης προέλευσης, τις οποίες είχε ανακαλύψει ο ίδιος· έτσι, στους Ψαλμούς υπήρχαν εννέα παράλληλες στήλες.
Ένα τόσο εκτεταμένο και σύνθετο έργο δεν μπορούσε εύκολα να αντιγραφεί παρά μόνο με τη μορφή αποσπασματικών αντιγράφων. Το πρωτότυπο χειρόγραφο το χρησιμοποίησε ο Ιερώνυμος στη βιβλιοθήκη της Καισαρείας προς το τέλος του τέταρτου αιώνα· δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι το περιεχόμενό του δεν διασώθηκε, παρά μόνο σε αποσπασματικές παραθέσεις. Ωστόσο έχουν διατηρηθεί ορισμένες περαιτέρω λεπτομέρειες της μεθόδου του. Τα διάφορα κείμενα χωρίζονταν σε επιμέρους φράσεις και διατάσσονταν έτσι ώστε να φαίνεται όσο το δυνατόν ευκολότερα πώς κάθε διαφορετική μετάφραση απέδιδε την ίδια εβραϊκή φράση. Το κείμενο των Εβδομήκοντα σημειωνόταν με οβελούς και αστερίσκους, που επισήμαιναν προσθήκες οι οποίες δεν εμφανίζονταν στο εβραϊκό κείμενο ή παραλείψεις για τις οποίες οι μεταφραστές των Εβδομήκοντα δεν έδιναν εξήγηση.


Ο Ωριγένης ίσως να μην είχε πολύ βαθιά αίσθηση της σχετικής αξίας των διαφορετικών κειμενικών πηγών του· πράγματι, ο σκοπός της ίδιας της Εξαπλής ήταν συγκριτικός μάλλον παρά αυστηρά κριτικός. Στόχος του φαίνεται ότι ήταν η αξιόπιστη ερμηνεία του νοήματος που είχαν αρχικά γράψει οι εβραίοι συγγραφείς. Αλλά το έργο αυτό υπήρξε ένα μάθημα όχι μόνο τεράστιας φιλοπονίας αλλά και ουσιαστικά ορθής μεθόδου· και ήταν μια εντελώς νέα επιχείρηση. Τίποτε παρόμοιο δεν είχε επιχειρηθεί προηγουμένως για την Αγία Γραφή, και καμία μεταγενέστερη μελέτη του κειμένου δεν θα μπορούσε να μη ωφεληθεί τόσο από το παράδειγμά του όσο και από το ίδιο το έργο του.
Αν και το αρχαιότερο υπόμνημα του Ωριγένη, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, ασχολείται εν μέρει με την κριτική της προηγούμενης εργασίας πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία είχε γραφεί από τον βαλεστινιανό ηγέτη Ηρακλέωνα, τον αρχαιότερο γνωστό συγγραφέα σχολίων στη Γραφή, οι εργασίες του Ωριγένη ως ερμηνευτή δεν άρχισαν παρά μετά την επίσκεψή του στη Ρώμη. Έχει υποτεθεί ότι ο Αμβρόσιος ήταν σύντροφός του σε αυτό το ταξίδι και ότι η ώθηση που οδήγησε τον «εργοδότη» του —όπως ο ίδιος ο Ωριγένης αποκαλεί τον Αμβρόσιο— να τον ενθαρρύνει να συνθέσει υπομνήματα προήλθε από την κοινή τους παρατήρηση του ερμηνευτικού ζήλου του Ιππολύτου.
Ο Ιππόλυτος υπήρξε μάλλον επιμελής παρά εμπνευσμένος συγγραφέας. Έγραψε αρκετά σύντομα βιβλία για τμήματα της Αγίας Γραφής και μερικά εκτενέστερα υπομνήματα· η μέθοδός του ερμηνείας έμοιαζε αρκετά με εκείνη που υιοθέτησε ο Ωριγένης, ώστε να είναι πιθανό ότι το έργο του αποτέλεσε το πρότυπο που ο Ωριγένης αποφάσισε να ακολουθήσει. Ο Ωριγένης, όμως, τον ξεπέρασε κατά πολύ τόσο στη λαμπρότητα και τη γονιμότητα της εκτέλεσης όσο και στο εύρος των προσπαθειών του. Σχεδόν κανένα βιβλίο της Αγίας Γραφής, εκτός από τα Απόκρυφα, δεν έμεινε έξω από τις ερμηνευτικές του πραγματεύσεις, είτε με τη μορφή απλούστερων ομιλιών είτε με τη βαθύτερη επεξεργασία ενός υπομνήματος —ή και με τα δύο.
Η εντύπωση που προκάλεσε στον σύγχρονό του Γρηγόριο η ερμηνευτική του δύναμη έχει ήδη αναφερθεί. Σε αυτή τη μαρτυρία μπορεί να προστεθεί και η κρίση ενός μεγάλου νεότερου κριτικού για τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευσε το τέταρτο Ευαγγέλιο. Παρά τα μεγάλα ελαττώματα —τη φλυαρία, την επανάληψη, τη δυσαναλογία, τη σκοτεινότητα και την πλήρη έλλειψη ιστορικής διορατικότητας—, λέει ο Westcott, «αφθονεί σε ευγενείς σκέψεις και λεπτές κριτικές, αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και αναπτύσσει μεγάλες ιδέες». Πάνω απ’ όλα, παρά τις φανταστικές εικασίες στις οποίες μερικές φορές επιδίδεται, «διατηρεί σταθερή προσκόλληση στην ανθρώπινη ζωή του Κυρίου».


Χάρη στον Ωριγένη, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο δάσκαλο, ένας από τους εκτενέστερους κλάδους της χριστιανικής γραμματείας —η βιβλική ερμηνεία— και μία από τις κύριες περιοχές της χριστιανικής σκέψης —η βιβλική θεολογία— εγκαθιδρύθηκαν οριστικά στο κέντρο της δραστηριότητας της Εκκλησίας.

Όταν ερχόμαστε να εξετάσουμε τις μεθόδους ερμηνείας του Ωριγένη, πρέπει να έχουμε κατά νου ορισμένες προκαταρκτικές προϋποθέσεις που εκείνος δεχόταν. Η Αγία Γραφή, πίστευε, αποτελεί τον θησαυροφυλάκιο μιας θείας αποκάλυψης· πρέπει επομένως να θεωρείται ως σύνολο. Αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν αντιφάσεις στις διατυπώσεις της, τότε πρέπει να υπάρχει κάποια λύση της φαινομενικής αυτής αντίφασης· το μόνο πρόβλημα για τον χριστιανό αναγνώστη είναι να ανακαλύψει πού βρίσκεται.

Από αυτό προκύπτει και μια άλλη συνέπεια. Η Γραφή δεν περιέχει απλώς μια αποκάλυψη, αλλά μια αποκάλυψη που προέρχεται από τον Θεό. Αν λοιπόν η προφανής και άμεση σημασία της προκαλεί σύγκρουση με τις σαφείς αποφάνσεις της λογικής ή με τις αναγκαίες πεποιθήσεις της ηθικής, το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ότι η επιφανειακή της έννοια δεν είναι εκείνη που έχει πραγματική σημασία· διότι ο Θεός είναι λογικός και ο Θεός είναι δίκαιος. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιο βαθύτερο μάθημα κάτω από την επιφάνεια —το μάθημα που πραγματικά προορίζεται να διδάξει. Έτσι, ένα χωρίο πρέπει να συγκρίνεται με ένα άλλο χωρίο, και το σύνολο να εξετάζεται σύμφωνα με το γενικό περιεχόμενο του Ευαγγελίου, το οποίο ολόκληρη η Γραφή υπάρχει για να φωτίζει.

Εδώ ο Ωριγένης υπερέχει σημαντικά έναντι των αιρετικών των οποίων τις ερμηνείες κατακρίνει. Η συνηθισμένη τάση ενός σχισματικού ή αιρετικού πνεύματος, σε όλες τις εποχές, αρχαίες και νεότερες, είναι να προσκολλάται σε μερικά εντυπωσιακά χωρία, από τα οποία συνάγεται μια άκαμπτη ερμηνεία και στο σχήμα της οποίας εξαναγκάζονται να προσαρμοστούν όλες οι άλλες ενδείξεις. Ο Ωριγένης, αντίθετα, επέμενε στην υιοθέτηση μιας υγιέστερης μεθόδου. Δεν επέτρεπε να περιορίζεται η προοπτική· απαιτούσε να διευρύνεται.
Φυσικά, η εφαρμογή αυτών των αρχών από τον ίδιο δεν θα ικανοποιούσε έναν κριτικό του εικοστού αιώνα. Δεν είχε καμία ιδέα για τη σχεδόν αποκαλυπτική διανοητική διαύγεια που προκύπτει από την αναγνώριση της ιστορικής διαδικασίας —από την κατανόηση ότι η Αγία Γραφή καταγράφει τόσο γήινα γεγονότα όσο και πνευματικές αλήθειες από τη περιορισμένη και μεταβαλλόμενη οπτική μιας σειράς παρατηρητών, των οποίων οι δηλώσεις καθορίζονταν εν μέρει από τις εξωτερικές τους περιστάσεις όσο και από τις μεταβαλλόμενες ικανότητές τους για διορατικότητα. Δεν έκανε παρά να αγγίξει τις παρυφές της μεγάλης και διαφωτιστικής έννοιας της προοδευτικής αποκάλυψης.
Αλλά η εφαρμογή των αρχών του είναι σχετικά δευτερεύουσα. Η ζωτική συμβολή που πρόσφερε στην επιστήμη της βιβλικής ερμηνείας ήταν ότι είδε τόσο καθαρά τόσο τα πραγματικά προβλήματα όσο και τις ορθές αρχές για τη λύση τους.

Ολόκληρη η Αγία Γραφή πρέπει να αφεθεί να μιλήσει από μόνη της, ό,τι κι αν φαίνεται να λέει ένα μεμονωμένο χωρίο· και πρέπει να της επιτραπεί να μιλήσει όχι μόνο για λογαριασμό της, αλλά στο όνομα του Θεού που την εμπνέει.


Γι’ αυτό και ασχολείται τόσο λίγο με απλά προβλήματα του κειμένου. Αν ο Θεός πράγματι μιλά μέσω των Γραφών, μπορεί να καταστήσει το νόημά Του σαφές εξίσου εύκολα μέσω της μετάφρασης των Εβδομήκοντα, ή μέσω οποιασδήποτε συγκεκριμένης αναγνώσεως μέσα στους Εβδομήκοντα, όπως και μέσω της αρχικά αυθεντικής διατύπωσης της αμετάφραστης και αμόλυντης εβραϊκής προφητείας.
Η θέση του Ωριγένη, στην πραγματικότητα, μοιάζει κάπως με εκείνη ενός απλού βικτωριανού πιστού στις οικογενειακές του προσευχές, ο οποίος πίστευε ακλόνητα στη θεία έμπνευση της Authorised Version της Βίβλου, αν και για διαφορετικό λόγο. Ο ευσεβής βρετανός πατέρας οικογένειας γνώριζε απλώς ότι η Βίβλος ερχόταν σε αυτόν με ζωντανή δύναμη μέσα από ένα αγγλικό κείμενο· δεν τον απασχολούσε καθόλου η συνείδηση των αρχικών πηγών. Ο Ωριγένης, αντίθετα, ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την ύπαρξη αρχέτυπων κειμένων και με τις μεταβολές και τις περιπέτειες της μεταδόσεως του κειμένου. Ωστόσο δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα γι’ αυτά· διότι, αν ο Θεός είχε εμπνεύσει το αρχικό κείμενο, ήταν απολύτως ικανός να εμπνεύσει και μια αναγνωρισμένη μετάφραση, με όλες τις παραλλαγές της. Και αν το κείμενο, στη μορφή που είχε τελικά λάβει, παρουσίαζε πρόσθετες δυσκολίες, ο Ωριγένης ήταν απολύτως έτοιμος να τις αντιμετωπίσει όπως θα αντιμετώπιζε και τις ήδη υπάρχουσες.
Δεν φοβόταν τις δυσκολίες· λίγες περισσότερες ή λιγότερες δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Διάβαζε τη Βίβλο για να ακούσει τη ζωντανή φωνή του Θεού. Κάθε λέξη της Βίβλου σημαίνει κάτι· διαφορετικά δεν θα είχε γραφεί. Το μόνο πραγματικό ερώτημα είναι τι σημαίνει πράγματι κάθε λέξη.
Επειδή η εποχή της γεννήσεώς του δεν του επέτρεπε να αντλήσει από τον ήδη διαμορφωμένο πλούτο της ανεπτυγμένης ιστορικοκριτικής μεθόδου, ο Ωριγένης κατέφυγε στα «γραμματόσημα» της αλληγορίας, τα οποία αποτελούσαν την ανώτερη κριτική μέθοδο της δικής του εποχής. Διαπίστωσε ότι χρησιμοποιούνταν από τον Απόστολο Παύλο, και επικαλείται τον απόστολο ως δικαιολογία του. Αλλά τη βρήκε επίσης να αποτελεί καθιερωμένη πρακτική σε ολόκληρη την ελληνιστική φιλοσοφία, από τους πρώτους Στωικούς και εξής· «εφαρμόζεται στον Όμηρο, στις θρησκευτικές παραδόσεις, στα αρχαία τελετουργικά, σε ολόκληρο τον κόσμο» (Murray, Five Stages of Greek Religion, κεφ. 4).

Οι προφήτες και οι ιερείς του παγανισμού είχαν περιβάλει το νόημα του μηνύματός τους με αλληγορικές μορφές. Όταν οι διάδοχοί τους άρχισαν να αντιμετωπίζουν την τρομακτική αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο όπως τον παρουσίαζαν τα ιδεώδη τους —ένα σύστημα πλήρους ευδαιμονίας και αρμονικής τελειότητας— και την πραγματική εμπειρία του κόσμου όπως καταγραφόταν στη λογοτεχνία ή βιωνόταν στις σύγχρονες συνθήκες τους, οδηγήθηκαν στην αλληγορία «σχεδόν από ανάγκη». Τα γεγονότα δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά όπως παρουσιάζονταν. Έπρεπε να εξηγηθούν ως σημαίνοντα κάτι ουσιαστικά διαφορετικό.
Ο Ωριγένης, με τη γαλήνια βεβαιότητά του για τον Θεό και με την ακατανίκητη πίστη του στις αιώνιες αλήθειες, των οποίων τα καλύτερα πράγματα αυτού του κόσμου είναι μόνο αντίγραφα και σκιές, δεν βρήκε την παραμικρή δυσκολία στο να εφαρμόσει την καθιερωμένη αλληγορική μέθοδο στις εξωτερικές μορφές της βιβλικής αποκάλυψης. Η Βίβλος, ήταν βέβαιος, μπορεί να έχει μόνο ένα νόημα· και αυτό είναι ό,τι ο Θεός, μέσα στη μυστηριώδη πρόνοιά Του, θέλησε να σημαίνει.


Συνεχίζεται

ΜΕ ΤΟΝ ΩΡΙΓΕΝΗ ΕΠΙΣΗΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΕΧΘΡΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΠΩΣ ΔΙΕΓΡΑΦΗ ΚΑΘΑΡΑ ΣΤΟΝ ΔΙΩΓΜΟ ΤΟΥ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ. ΜΙΑ ΑΣΒΕΣΤΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΡΑΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ, ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΣΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΑ ΘΕΣΗ ΤΗΣ, ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΑ ΜΕΙΩΘΕΙ ΣΕ ΝΟΜΙΚΗ ΦΑΡΙΣΑΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ. ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΑΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Ο Γέροντας Διονύσιος της Σκιάθου, Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†)

Ο Γέροντας Διονύσιος της Σκιάθου
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†)


Πέρασαν περισσότερα από εκατό έτη από την κοίμηση του μακαρίου ιερομονάχου Διονυσίου († 1887), του φημισμένου Γέροντα της Σκιάθου, για τον οποίο ο Αλ. Παπαδιαμάντης είπε: «Εάν εγεννάτο προ του Δ’ αιώνος, θα ήτο μάρτυς, εάν μετά τον Δ’, όσιος».

Ο λόγιος και ενάρετος κληρικός Διονύσιος Επιφανιάδης, διδάσκαλος του Γένους και καθοδηγητής των διηγηματογράφων Αλ. Παπαδιαμάντη και Αλ. Μωραϊτίδη, γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1802, ημέρα Κυριακή του Πάσχα. Στη βάπτισή του έλαβε το όνομα Δημήτριος. Ήταν γιος του Επιφάνιου Δημητριάδη και της Ουρανίας Θωμά Κουμπή. Ο πατέρας του Επιφάνιος (1760 – 1827) – που ήταν τότε βοεβόδας του νησιού – ήταν γιος του προεστώτος Δημητράκη Οικονόμου, που εκοιμήθη στη μονή του Ευαγγελισμού της Σκιάθου, με το μοναχικό όνομα Δαβίδ. Ηγούμενος της μονής ήταν ο πρώτος γιός του Αλύπιος, που είχε έλθει από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, όπου επί πολλά έτη μόναζε.

Από νωρίς ο Επιφάνιος αγάπησε τα γράμματα. Την αγάπη αυτή του την είχε εμπνεύσει ο καλός πατέρας του, που το 1809 του δώρησε την ιδιόκτητη μονή του Τιμίου Προδρόμου του Κρυφού, για την ίδρυση σχολείου στο νησί. Ο Επιφάνιος υπήρξε μαθητής του Στέφανου Δαπόντε, πατέρα του διάσημου Ξηροποταμηνού μοναχού Καισάριου, και του ιεροδιακόνου Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη, οπαδού του Κολλυβαδικού κινήματος, όταν ήταν στη Ρουμανία και είχε φύγει από καθηγητής που ήταν στην Αθωνιάδα Σχολή. Περί το 1795 συνδέθηκε με θερμή φιλία με τον εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίο, που είχε διατελέσει μαθητής της Αθωνιάδος Σχολής.

Ο Επιφάνιος μ’ ενθουσιασμό άσκησε το διδασκαλικό έργο τροφοδοτώντας την πίστη, την ελληνομάθεια και τη φιλοπατρία των υποδούλων Ελληνοπαίδων. Διακρίθηκε ως αγωνιστής στους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδος και ως συγγραφέας ιστορικών, φιλοσοφικών, ποιητικών και υμνογραφικών έργων. Έργα του εξέδωσαν και οι Α. Μωραϊτίδης και Α. Παπαδιαμάντης. Ο Επιφάνιος Δημητριάδης θεωρείται ένας από τους εξαίρετους διδασκάλους του Γένους.

Ο Γέροντας Διονύσιος διατήρησε το προσωνύμιο του πατέρα του «Λογιώτατος», τον οποίο προσπάθησε να ξεπεράσει στην αγάπη των Ελληνικών γραμμάτων, καθώς και τους ρασοφόρους Δαβίδ και Αλύπιο, τον παππού και τον θείο του, από τους οποίους παρέλαβε και αύξησε τον ζήλο για τη μοναχική ζωή και τη θυσιαστική λατρεία για τη μητέρα Εκκλησία, στην οποία αφιέρωσε τα τάλαντα και τις δυνάμεις του. Μορφώθηκε στα σχολεία της Κωνσταντινουπόλεως και της Πάρου, έχοντας για δασκάλους λόγιους κληρικούς και λαϊκούς. Στην Πάρο διετέλεσε μαθητής του ιεροδιδασκάλου Ηλία και του περιώνυμου ασκητή Κυριλλάκη του Κολυβά, ο οποίος τον έκειρε μικρόσχημο μοναχό και του έδωσε τ’ όνομα Δανιήλ.

Επιστρέφοντας στη Σκιάθο ο θείος του ηγούμενος Αλύπιος τον κατασταίνει δάσκαλο του νησιού. Η πρώτη αίθουσα διδασκαλίας του υπήρξε στο χώρο της σεβάσμιας μονής του Ευαγγελισμού. Αρκετοί αξιόλογοι μαθητές απήλαυσαν τη διδασκαλία του, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας τού Α. Μωραϊτίδη, που ήταν ο πρώτος εξάδελφός του. Η αδελφή του Γέροντα Διονυσίου, η Αρετίτσα, ήταν μάμμη των Αλ. Μωραϊτίδη και Αλ. Παπαδιαμάντη.

Στην Πάρο όπου ξαναπηγαίνει συσταίνει σχολείο, στο μετόχι του Αγίου Αθανασίου της μονής Λογγοβάρδας, με την ευλογία του εναρέτου ηγουμένου Φιλοθέου, που προερχόταν από το Άγιον Όρος. Με ιερό ενθουσιασμό δίδασκε τους οικοτρόφους μαθητές του, τους οποίους ασκούσε και στην προσευχή, νηστεία και αγρυπνία. Διηγούμενος τον αγώνα του στο να διαπαιδαγωγήσει και μορφώσει τους μαθητές του, στον ανεψιό του Αλ. Μωραϊτίδη, λίγες μέρες προ της κοιμήσεώς του, έλεγε: «Ακόμα τα γόνατά μου έχουν ρόζους, από τας γονυκλισίας οπού έκαμνα ενώπιον των μαθητών μου προς οδηγίαν των». Ω να είχαμε σήμερα παρόμοιους δασκάλους!…

Από την Πάρο ο Γέροντας Διονύσιος έρχεται το 1833 στο Άγιον Όρος, το οποίο θα γίνει σημαντικός σταθμός της ζωής του. Κοινοβιάζει στην αυστηρή μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Σύντομα κείρεται μεγαλόσχημος και παρά τις εκ της ταπεινώσεώς του αντιρρήσεις του χειροτονείται ιερεύς. Διακονεί με προθυμία τη μονή του και η φήμη του δεν αργεί να ξαπλωθεί και πέραν της ιερής αθωνικής χερσονήσου.

Το 1836 καλείται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και διατελεί σύμβουλος δύο πατριαρχών, του Γρηγορίου ΣΤ’ και του Ανθίμου Δ’. Οι αντιεκκλησιαστικές πράξεις των Βαυαρών τον αναγκάζουν να επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Σκιάθο. Η λύπη των πολλών πνευματικών του τέκνων στην Πόλη για την αναχώρησή του ήταν μεγάλη. Η παιδεία του και η αρετή του τον είχαν κάνει πολύ σεβαστό και αγαπητό σε όλους. Κάθε Σάββατο έκαμε αγρυπνία και κήρυττε τον θείο λόγο στις πολλές εκκλησίες της Βασιλεύουσας.

Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 20 (1995), σελ. 37 (απόσπασμα).

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

"Ό,τι γνήσιο ορθοδόξο έχουμε σήμερα το οφείλουμε στους Κολλυβάδες". Τότε γιατί δεν το προστατεύουμε μιμούμενοι τον αγώνα και τους διωγμούς τους;

Άγιος Μακάριος Νοταράς: Ο πρωτεργάτης του Κολλυβαδικού Κινήματος.


                            

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου

Το Κολλυβαδικό Κίνημα είναι η συνέχεια του Ησυχαστικού Κινήματος και αποτελεί μια από τις πλέον γνήσιες εκφάνσεις της ορθοδόξου πνευματικότητας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια ισχυρή πνευματική αναγέννηση, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την Εκκλησία μας, κατά την οποία απειλούνταν το εκκλησιαστικό πλήρωμα από τους εξισλαμισμούς και η σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας μας από την άλωση της κακόδοξης δυτικής παράδοσης. Ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος υπήρξε και ο άγιος Μακάριος Νοταράς, μια μεγάλη πνευματική και εκκλησιαστική μορφή του 18ου αιώνα.


Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΗΜΑ ΑΓΑΠΗΤΕ κ. ΣΚΟΝΤΖΟ. ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΥΠΗΡΞΑΝ ΚΙΝΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΚΥΡΙΕΥΣΕΙ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ. ΑΥΤΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ. Ο,ΤΙ ΓΝΗΣΙΟ ΕΧΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ. Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΠΩΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ, ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΜΙΜΗΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ ΟΥΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕ ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ  ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΗΔΑΛΙΟΥΧΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ.
Ο ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ ΤΟΥΣ. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ο ΠΑΠΠΟΣ.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ . Τροφή για σκέψη για τους Καθολικους

 Μέρος πρώτο


Γενική υπόθεση

Τι ν
α είναι αυτός ο μοντερνισμός; Ο ανυποψίαστος αναγνώστης που ακούει για πρώτη φορά αυτό το θέμα μπορεί να αναρωτηθεί.

Απευθυνόμενοι ιδανικά σε αυτήν την κατηγορία αναγνωστών, που δεν γνωρίζουν έστω και τα παραμικρά βασικά στοιχεία για το θέμα, θα προσπαθήσουμε να παρέχουμε μερικά χρήσιμα στοιχεία για να δώσουμε μια ολοκληρωμένη απάντηση σε αυτό το οδυνηρό ερώτημα.

Ο θρησκευτικός μοντερνισμός, που ξεκίνησε και αναπτύχθηκε μέσα στην Καθολική Εκκλησία, είναι ένα κίνημα ιδεών (που γεννά μια ολόκληρη σειρά εκκλησιαστικών ενεργειών και συμπεριφορών) που βρίσκει τις ρίζες του στον Διαφωτισμό, με τη σειρά του γιος του σύγχρονου Τεκτονισμού (αυτό, για να είναι σαφές , που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1717) και αναπτύχθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση με τον επιστημονικό θετικισμό και την επιβεβαίωση του επαναστατικού τριωνύμου " Libertè, Egalitè, Fraternité ": η ελευθερία να απελευθερωθεί κανείς βίαια από τους εχθρούς του ( κυρίως την Καθολική Εκκλησία), η ισότητα μόνο οι φωτισμένες ελίτ (στις οποίες όλοι οι άλλοι οφείλουν τυφλή και απόλυτη υπακοή), η μασονική αδελφότητα (αποτελούμενη από σκευωρίες και κλοπές) για να νικήσει ολόκληρα έθνη.

Αλλά είναι με τον μύθο της επιστήμης του δέκατου ένατου αιώνα και με την εξέγερση ενάντια στην καθιερωμένη εξουσία και την υγιή παράδοση (το Ancièn Régime ) από τον αστικό φιλελευθερισμό (η αστική επανάσταση του Louis Philippe, στη Γαλλία, το 1830) πού αυτό το ρεύμα σκέψης επικρατεί ολο και περισσότερο, με αποτέλεσμα μια ανοιχτή εξέγερση εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας και του Πάπα.Καθώς
ο μύθος της ελευθερίας από τη χρονική εξουσία που ασκείται από το θεϊκό δικαίωμα και την παντοδυναμία της επιστήμης μεγαλώνει, η πίστη μειώνεται και η ανησυχία αυξάνεται.

Οι ταραχές του 1848 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού. Περνάμε από τη λατρεία των Ιακωβίνων για τον υποτιθέμενο φιλελεύθερο Πάπα (Πίο Θ΄) στο σπλαχνικό μίσος για το status quo και για την Εκκλησία που θεωρείται εγγυητής του.
Μια εξέγερση ενάντια στον Πάπα, ενάντια στην Αγία Ρωμαϊκή Εκκλησία και ενάντια στην αποκαλυφθείσα αλήθεια. Ένα κίνημα εξέγερσης παρόμοιο με αυτό του '89 στη Γαλλία, που εκτείνεται από την κοινωνία των πολιτών στη θρησκευτική.

Μέσα στο κίνημα σκέψης που ακούει στο όνομα μοντερνισμός και το οποίο, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλάζει το όνομά του σε νεομοντερνισμό ή προοδευτισμό (καθώς η περίοδος από τον θάνατο του Πάπα Σάρτο έως την εκλογή του Πάπα Ρονκάλι είναι μια μεταβατική περίοδος , πλοκών, ίντριγκες, συνωμοσίες, λίγο σαν την περίφημη «δεκαετία προετοιμασίας» του ιταλικού Risorgimento) μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τέσσερα « μοτίβα ψέματος », τέσσερις πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται ολόκληρη η σκαλωσιά της νέας μοντερνιστικής Εκκλησίας. Αξίζει λοιπόν να τα εξετάσουμε χωριστά, αν και με ευρείς όρους.

1) Προτεσταντισμός. Είναι χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του μοντερνισμού (αυτή του μακαριστού Πίου Θ' και του Αγίου Πίου ήταν υπεραλπικά (γαλλικά, αυστριακά, γερμανικά, αγγλικά). Επιπλέον, η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση χαρακτηρίστηκε, στην εποχή της, ως ανοιχτή εξέγερση ενάντια στην καθιερωμένη εξουσία της Εκκλησίας, ενάντια στον Παπισμό, και επομένως ήταν μια χαρά ως υποστηρικτής αυτής της άλλης εξέγερσης (βλ. την περίπτωση του Enrico Buonaiuti).

2) Προκομμουνισμός. Αναπτύχθηκε μετά τη Ρωσική Οκτωβριανή Επανάσταση, επίσης ως προσπάθεια του Στάλιν να διεισδύσει κομμουνιστικούς πράκτορες στα σεμινάρια και, στη συνέχεια, στις επισκοπές, προκειμένου να δώσει ώθηση εκ των έσω στην Αγία Ρωμαϊκή Εκκλησία (αυτό που συμβαίνει σήμερα εκθετικά).
Οι σημαντικότεροι Ιταλοί εκφραστές, από αυτή την άποψη, ήταν οι Angelo Roncalli και Giovan Battista Montini.
Ο πρώτος, την περίοδο μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, ήταν Αποστολικός Νούντσιος στη Βουλγαρία και είχε συμπάθειες για τον κομμουνισμό και τους Ορθόδοξους, ενώ υπήρξε μαθητής και φίλος του μοντερνιστή Buonaiuti στα νιάτα του.
Ο δεύτερος προερχόταν από κομμουνιστική οικογένεια, προσωπικός φίλος του Palmiro Togliatti, συμπαθών των κομμουνιστών παρτιζάνων, σε κρυφά επαφή με το Κρεμλίνο την εποχή που ήταν προσηλωμένος στη Γραμματεία του Κράτους (προδίδοντας έτσι την εμπιστοσύνη που του έδινε ο Πάπας Pacelli), δημιουργός του περίφημου Ostpolitik σε σύγκριση με την ΕΣΣΔ και τις δορυφορικές χώρες.

3) Φανατικός και ιδεολογικός οικουμενισμός. Αναπτύχθηκε επίσης μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, χάρη σε ανθρώπους όπως ο Angelo Roncalli, και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στην Καθολική Εκκλησία στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, μαζί με τον σχετικισμό και τον συγκρητισμό. Είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος αποσταθεροποιητικός παράγοντας του Καθολικισμού, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική αυτοκτονία της Εκκλησίας (καθολικής και χριστιανικής), αφού αρνείται δύο χιλιετίες Χριστιανισμού και ιεραποστολικής προπαγάνδας (το περίφημο « Propaganda Fide »). απορρίπτει το σύνθημα « extra Ecclesiae nulla salus » και την εκπλήρωση του καθήκοντος που εμπιστεύτηκε ο Χριστός στους μαθητές Του (και μετά από αυτούς, σε όλους τους βαπτισμένους, λαϊκούς ή θρησκευόμενους) την ώρα της Ανάληψής Του στους Ουρανούς, δηλαδή να φέρει το Ευαγγέλιο ως τα πέρατα της γης, βαφτίζοντας όλους τους ανθρώπους στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος , έργο που προφανώς προϋποθέτει την αποδοχή των λόγων του Ιησού « Εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και το ΖΩΗ " .

4) Τεκτονισμός.Αυτή η μυστική αίρεση στέκεται ταυτόχρονα στην αρχή και στο τέλος της μοντερνιστικής παραβολής. Στην αρχή, επειδή ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση, ο Ιακωβινισμός, ο φιλελευθερισμός και, στη συνέχεια, ο κομμουνισμός (μια ακραία μορφή φιλελευθερισμού) προέρχονται από τον σύγχρονο Τεκτονισμό (γεννημένος στο Λονδίνο το 1717). και στο τέλος αφού η απόπειρα εξαφάνισης του Χριστιανισμού από προσώπου γης φαίνεται να τελειώνει χάρη στο μασονικό σχέδιο να ενώσει τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες σε μια ενιαία παγκόσμια θρησκεία, αποκλειστικά προσανατολισμένη προς το κοινωνικό, προς την εμμένεια, προς τον κοσμικό ουμανισμό και χωρίς τα αναγνωριστικά σημάδια των θρησκευτικών πίστεων που θα έπρεπε να εισρέουν σε αυτόν.
Με τον Τεκτονισμό, η υπέρβαση αντικαθίσταται από την εμμένεια και η θρησκεία εξηγείται ως μια ουσιαστικά ανθρώπινη εμπειρία, η έκφραση μιας έμφυτης ανάγκης της ανθρώπινης ψυχής, και όχι πλέον ως κάτι που προέρχεται από ψηλά, μια Αποκάλυψη του Θεού του Δημιουργού. Από αυτό προκύπτει η άρνηση της θεότητας του Ιησού Χριστού, του έργου της Λύτρωσης που επιτελέστηκε από Αυτόν, των θαυμάτων Του, της Ανάστασης και της Ανάληψής Του (όλα τα πράγματα υποβιβάζονται στο πεδίο των μύθων) καθώς και, προφανώς, όλα τά Μαριανικά δόγματα.

Ο κύριος στόχος του Τεκτονισμού είναι να επιτύχει την καταστροφή του Χριστιανισμού (ιδίως του Καθολικισμού και του Παπισμού). Δεδομένης της αδυναμίας να επιτύχουν γρήγορα τον στόχο τους μέσω μιας μετωπικής σύγκρουσης, οι Ελευθεροτέκτονες αποφάσισαν να υποχωρήσουν στο σύστημα του «Δούρειου ίππου», επιλέγοντας υψηλούς ιεράρχες στον Τεκτονισμό που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το έργο κατεδάφισης της Εκκλησίας μέσα από την Εκκλησία τήν ίδια. Ειδικότερα, αυτό φαίνεται εφικτό σήμερα φέρνοντας σε επαφή τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες σε μια ενιαία παγκόσμια θρησκεία, ένα είδος μη κερδοσκοπικού οργανισμού, μια πράσινη και ιμανεντιστική μελάσα, γεμάτη με αθεϊστικό ουμανισμό και προσανατολισμένη αποκλειστικά στο κοινωνικό. θεραπεύστε τις πληγές» των ανθρώπων σε ένα είδος «νοσοκομείου πεδίου» (μια μεταφορά τόσο αγαπητή στον Πάπα Μπεργκόλιο).
Προφανώς όλα αυτά προϋποθέτουν την εξαφάνιση των εννοιών του ευαγγελισμού, της μεταστροφής, του προσηλυτισμού, των εντολών, των επιταγών, των απαγορεύσεων. Αυτό δεν κηρύττει καθημερινά ο Πάπας Μπεργκόλιο; Πηγαίνοντας να συναντήσουμε τα αδέρφια μας, αλλά χωρίς να τους φέρουμε την Αλήθεια, χωρίς να τους επιβάλλουμε κανένα βάρος, κανέναν περιορισμό στον τρόπο ζωής τους.
Δύο ανησυχητικά σημάδια προς αυτή την κατεύθυνση προήλθαν πριν από μερικά χρόνια: η πρόταση του Simon Perez στον Πάπα Bergoglio να τεθεί επικεφαλής ενός είδους του ΟΗΕ των θρησκειών και η έναρξη της κατασκευής, στο Βερολίνο, του ναού του One, στον οποίο θα πρέπει να γιορτάζεται η λατρεία των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ).

Τέσσερις πυλώνες, τέσσερις βάσεις πάνω στις οποίες στέκεται ολόκληρο το μοντερνιστικό κτίριο. Όμως η ιστορία μας διδάσκει ότι όλοι οι «ισμοί» αργά ή γρήγορα καταρρέουν, θρυμματίζονται και εξαφανίζονται από τον γήινο ορίζοντα. αυτό σίγουρα θα συμβεί και για τον μοντερνισμό.
Η Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου μας, εξολοθρεύτρια κάθε αίρεσης, φρούριο απόρθητο, Βασίλισσα των νικών, θα φροντίσει να τον νικήσει. Ο θρίαμβος της Αμόλυντης Καρδιάς Της, μάλιστα, πλησιάζει όλο και περισσότερο (όπως η ίδια μας έχει αποκαλύψει αρκετές φορές στις πρόσφατες εμφανίσεις Της), εν μέσω της αδιαφορίας και της εχθρότητας Προτεσταντών, Κομμουνιστών, Εβραίων, Μουσουλμάνων και Τεκτονών.

Αυτή η ανάλυση του μοντερνισμού στοχεύει επίσης να είναι μια απάντηση στις αμφιβολίες και τις αμηχανίες που αναδύονται όλο και περισσότερο σχετικά με τη νέα ποιμαντική (και σιωπηρά δογματική) γραμμή που ο Πάπας Φραγκίσκος φαίνεται να θέλει να εντυπώσει στην Καθολική Εκκλησία. Στην πραγματικότητα δεν αυτοαποκαλούσε τον εαυτό του Πάπα, αλλά μόνο «Επίσκοπο Ρώμης», θεωρώντας τον τίτλο του Βικάριο του Χριστού ξεπερασμένο και άχρηστο, και κατέστησε σαφές ότι η Εκκλησία δεν είναι «Καθολική», όπως δεν είναι ο Κύριός μας (εμείς τά 
φτωχά, τι χάος!).

Στην πραγματικότητα, αυτή η νέα ποιμαντική-δογματική κατεύθυνση δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής του απόφασης, όπως ο ίδιος ήθελε να επισημάνει από τη στιγμή της εμφάνισής του στο μπαλκόνι του αποστολικού παλατιού, όταν ξαφνιάζοντας τους πάντες με εκείνη την περίφημη «καλησπέρα» αντί για το παραδοσιακό «δόξα στον Ιησού Χριστό», είπε ότι είχε τη φιλοδοξία να εφαρμόσει πλήρως τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού. Αυτή η νέα κατεύθυνση, λέγαμε, είναι η γραμμή που επέλεξε να υιοθετήσει η Εκκλησία από την εποχή της Συνόδου (όταν οι μοντερνιστές προφέρουν αυτή τη λέξη, αναφέρονται πάντα και μόνο στη Β' Σύνοδο του Βατικανού, αφού τίς άλλες τίς έχουν ξεχάσει ή δέν τίς θεωρούν πιά πειστικές, δηλ. δεσμευτικές για την Εκκλησία), που ήθελε ο Πάπας Ιωάννης XXIII και ο Καρδ. Agostino Bea.

Οι ρίζες αυτού του νέου τρόπου σκέψης μέσα στην Εκκλησία, από τους ηγέτες της μέχρι τη βάση, πρέπει ωστόσο να αναζητηθούν τον 19ο αιώνα, δεδομένου ότι το κίνημα που πήρε το όνομα «μοντερνισμός» εκδηλώθηκε ανοιχτά την εποχή του Πάπα Μαστάι Φερέτι, τού Πίου IX, (ο οποίος προσπάθησε να τον καταπολεμήσει διαδίδοντας τα περίφημα παπικά έγγραφα « Il Sillabo » και « Quanta cura »), και στη συνέχεια ενισχύθηκε στο γύρισμα του νέου αιώνα.
Ήταν ο πρώτος Πάπας του 20ου αιώνα που πρότεινε συστηματική και αποφασιστική αντίσταση σε αυτή τη δογματική μετατόπιση ενός μέρους του καθολικού κλήρου (οπωσδήποτε μειοψηφίας εκείνη την εποχή). Αναφερόμαστε προφανώς στον Πάπα Τζουζέπε Σάρτο , τον Άγιο Πίο antistitum », που περιέχει τον « αντιμοντερνιστικό όρκο » και την επιστολή « Notre charge apostolique », που απευθύνεται στον Γάλλο κλήρο.

Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι η σημερινή μοντερνιστική ιεραρχία στην εξουσία στην Εκκλησία για περισσότερα από 50 χρόνια, με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τον θάνατο του Πάπα Σάρτο το 2014, θέλησε να τον γιορτάσει παρουσιάζοντας τον Πίο Χ του Συνεδρίου, που δείχνει πώς αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία , και όσοι την ασκούν χωρίς ενδοιασμούς ή ντροπή, μπορούν να παραποιήσουν την πραγματικότητα για να την προσαρμόσουν στη δική τους ιδεολογία (όπως έκαναν οι κομμουνιστές και η αριστερά, και κάνει τώρα η μοντερνιστική Εκκλησία).
Θέλοντας να εμβαθύνουμε στην αναζήτηση των ριζών του καθολικού μοντερνισμού, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την προέλευση αυτής της εξέγερσης κατά της καθολικής εξουσίας και παράδοσης στο πνεύμα των Ιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης, θεωρώντας το ως την ιστορική έχθρα της «μεγάλης άρνησης» που αντιτίθεται. από τον Sun King, Louis. Αυτό στην πραγματικότητα ανέφερε η αδελφή Λουκία της Φατίμα, μιλώντας για ένα μήνυμα που της εμπιστεύτηκε ο Ιησούς για τους Πάπες, οι οποίοι επέμεναν να μην θέλουν να εκπληρώσουν τα αιτήματα που παρέδωσε η Παναγία στα πιστά παιδιά τής Φατίμα (αγιασμός της Ρωσίας στην Αμόλυντη Καρδιά Της, εισαγωγή ευσεβούς προσήλωσης των 5 πρώτων Σαββάτων του μήνα παράλληλα με των 9 πρώτων Παρασκευών του μήνα, καθημερινή απαγγελία του Ιερού Ροζαρίου με συγκεκριμένη παράκληση).

Τούτου λεχθέντος, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι το όραμα που είχε ο Πάπας Λέων ΙΓ' στις 13 Οκτωβρίου 1884 (ο Σατανάς ζητούσε από τον Ιησού εκατό χρόνια για να προσπαθήσει να καταστρέψει την Καθολική Εκκλησία, η άδεια που του δόθηκε από τον Κύριό μας) είναι ένα σαφές προειδοποιητικό σημάδι μια επιτάχυνση της μάχης του διαβόλου εναντίον της Εκκλησίας (η τελευταία μάχη του διαβόλου, σύμφωνα με τον αιδεσιμότατο Paul Kramer, συγγραφέα του βιβλίου « Η τελική μάχη του διαβόλου » ), που προσφέρεται για να εξηγήσει το φαινόμενο της ανόδου του μοντερνισμού μέχρι την κατάκτηση της γέφυρας διοίκησης του πλοίου του Πέτρου (κατάκτηση που συνέβη με το Συμβούλιο, μάλιστα). Όπως θα θυμηθούμε, ο Λέων XIII, εντυπωσιασμένος από αυτό το όραμα, διατύπωσε αμέσως μια ειδική προσευχή στον Άγιο Μιχαήλ τον Αρχάγγελο για να υπερασπιστεί την Εκκλησία από την επίθεση των κολασμένων δυνάμεων και κανόνισε να συμπεριληφθεί στον κανόνα της Θείας Λειτουργίας (από που αργότερα αφαιρέθηκε με εντολή του Παύλου VI). Τέλος, σημειώστε τη σύμπτωση της ημερομηνίας του οράματος του Πάπα Πέτσι με την ημερομηνία του θαύματος του ήλιου στη Φατίμα, το 1917, με αφορμή την τελευταία εμφάνιση της Παναγίας.

Όσον αφορά την Παναγία της Φατίμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε τη μακροχρόνια διαμάχη για το περιεχόμενο του Τρίτου Μυστικού, το οποίο σύμφωνα με καλά αναγνωρισμένες φωνές (των ιερέων που θα είχαν πρόσβαση στην ανάγνωση του κειμένου) θα προφήτευε την αποστασία. του μοντερνιστικού κλήρου, ξεκινώντας από τη σύνοδο του (άλλωστε, η Μαρία η Παναγία δεν είχε ήδη προβλέψει, στο La Salette το 1846, ότι η Ρώμη θα έχανε την πίστη και θα γινόταν η έδρα του Αντίχριστου; Μια προφητεία, η τελευταία, πλήρως συμφωνία με το καλυμμένο μέρος του Τρίτου Μυστικού).

Εφόσον φαίνεται, κατά τη γνώμη μας, ότι η τελική μάχη του διαβόλου κατά της Καθολικής Εκκλησίας υφίσταται ένα κύμα, μια αποφασιστική επιτάχυνση (πραγματική « motus in fine velocior »), θεωρούμε απαραίτητο και επείγον να ενημερώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους για τήν τεράστια κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη εντός της Καθολικής Εκκλησίας και τόν σοβαρό κίνδυνο για τη σωτηρία των ψυχών που διατρέχει ακολουθώντας τις τρέχουσες διδασκαλίες (περισσότερο ή λιγότερο σαφείς, περισσότερο ή λιγότερο καλυμμένες) αυτής τής μετασυνοδικής, τής ΔευτεροΒατικάνειας και τής νεομοντέρνας Εκκλησίας.

                                     

                                      Η ζημιά που έχει προκαλέσει μέχρι τώρα ο μοντερνισμός
στην Καθολική Εκκλησία είναι τεράστια. αυτά που θα μπορούσε να παράγει στο μέλλον είναι ακόμη μεγαλύτερα .

                                
                            Η Παναγία εμφανίζεται στη Φατίμα - 13 Μαΐου 1917


Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΛΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΣΟΝΙΚΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ, ΕΠΙΣΗΜΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ, ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΣΦΡΑΓΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ  ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.
 ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΚΑΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΣΦΡΑΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΤΕΘΗΚΕ ΠΡΩΤΑ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ. ΔΙΟΤΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟ. 
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ. ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ, ΔΗΛ. ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ.  

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

Στρατηγόπουλος: Δὲν μποροῦμε νὰ συνεργαζόμαστε μὲ τοὺς νεκροθάφτες τῆς ἡσυχαστικῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πατρὸς Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Καὶ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπα γιὰ μία ἀκόμη φορᾶ. Ὅσο διατηρήθηκε ἀκραιφνῶς ἡ θεραπευτικὴ ἡσυχαστικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς τουρκοκρατίας καὶ δὲν χάθηκε τίποτα, χάθηκε σὲ λίγες δεκαετίες τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους. Αὐτὸ εἶναι μία πικρὴ ἐμπειρία. Καὶ ἀκόμη συνεχίζουν οἱ νεκροθάφτες του πάνω σ΄ αὐτὸ νὰ δουλεύουν, καὶ ΄μεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συνεργαζόμαστε μὲ τοὺς νεκροθάφτες αὐτούς, εἶναι ἀδύνατο. Ἐκεῖ.. ἀκριβῶς χτυπήθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ θέλουν μία Ἐκκλησία ποὺ δὲν θεραπεύει. Ποὺ εἶναι φιλάνθρωπη, ποὺ κάνει καλὲς πράξεις,κάνει καλὲς διαφημίσεις, καλὲς ἀνακοινώσεις, δείχνει καὶ ἕνα καλὸ πρόσωπο, ἕνα καλὸ image. Δὲν θέλουν μία Ἐκκλησία ποὺ θεραπεύει καὶ ἐμεῖς αὐτὸ δὲν τὸ μποροῦμε! Ἀγαπώντας τοὺς πάντες, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀφήσουμε αὐτὸ στὰ χέρια κανενὸς ἄλλου.


ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ. ΛΕΕΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΤΟΝ ΠΙΟ ΑΝΕΞΟΔΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΑΣ!

"Ὅσο διατηρήθηκε ἀκραιφνῶς ἡ θεραπευτικὴ ἡσυχαστικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς τουρκοκρατίας καὶ δὲν χάθηκε τίποτα, χάθηκε σὲ λίγες δεκαετίες τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους" 
ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΟΜΩΣ ΤΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΚΑΙ ΤΙ ΕΝΤΟΛΗ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ.

ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΑΥΤΗ Η ΗΤΤΑ; ΔΙΟΤΙ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟΛΥΤΩΣ. ΔΙΟΤΙ ΟΛΟΙ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΔΑΣΚΑΝ ΤΗΝ ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ. ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 2η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΔΙΑΛΥΕΙ ΠΛΕΟΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΑΚΥΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ. 
ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΑΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΜΑΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΖΗΛΩΤΕΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΕ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΓΝΟΟΥΝ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟ ΝΟΗΤΟΝ. ΚΑΙ ΧΑΣΑΜΕ ΤΟ ΠΑΧΝΙΔΙ ΜΑΛΛΟΝ ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ του μακαριστού π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ

    Το Άγιον Όρος αναδείχνεται η κονίστρα τριών μεγάλων πνευματικών κινημάτων: του ησυχασμού, των κολλυβάδων, των ονοματολατρών. Τα δύο πρώτα που αδικήθηκαν από πολλούς, τώρα αρχίζουν να βρίσκουν τη δικαίωσή τους, το τρίτο που στην αρχή υπερτιμήθηκε, τώρα τοποθετείται στις σωστές του διαστάσεις.

ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ

   Μεγάλο αναμορφωτικό θεολογικό κίνημα του ΙΔ’ αι., που αποτελεί τον κύριο εκφραστή της Ορθοδοξίας, όχι μόνο στην ασκητική, αλλά και την πνευματική και θεολογική περιοχή. Ησυχασμός είναι ο τρόπος ζωής του Ορθόδοξου μοναχού από τον Δ’ αι.· γίνεται δε ευρύτερα γνωστός με τον πόλεμο που ανοίγουν εναντίον του οι αντίδικοί του: Βαρλαάμ ο Καλαβρός και εμμέσως Νικηφόρος Γρηγοράς, Γρηγόριος Ακίνδυνος, Ιωάννης Κυπαρισσιώτης κ.α. Υπερασπιστές του ησυχασμού αναδείχνονται: ο γίγας της θεολογίας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ιωσήφ Καλόθετος, Γρηγόριος ο Βυζάντιος, καθώς και μια σειρά Οικουμενικών Πατριαρχών: Ισίδωρος Α’ (1347-49), Κάλλιστος Α’ (1350-54 και 1355-63), Φιλόθεος (1354-55 και 1364-76) και Νείλος (1379-88).

Ο μοναχός που αναστρέφεται κατά το ησυχαστικό πρότυπο, χρησιμοποιεί στο πρώτο στάδιο της πορείας του πρακτική ψυχοσωματικής μεθόδου, η οποία συνίσταται στο βυθισμό του νου στο κέντρο της καρδιάς και στην «μονολόγιστον καρδιακήν, καθαράν και αρρέμβαστον επίκλησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Ξανθόπουλοι· η μέθοδος αυτή παρατίθεται με κάθε λεπτομέρεια στα συγγράματα των αγίων Πατέρων, Γρηγορίου του Σιναΐτη, Νικηφόρου του Ιταλού, Θεολήπτου Φιλαδελφείας, Ξανθοπούλων, Καλλίστων). Στο δεύτερο στάδιο ο μοναχός γίνεται θεωρός του ακτίστου φωτός και μεταλαμβάνει θείων ενεργειών. Τώρα κατέχοντας τον αρραβώνα της μελλούσης ζωής, γίνεται κοινωνός των μυστηρίων του Πνεύματος και μύστης της μυστικής θεολογίας. Παράλληλα η προσευχή του, στην αρχή ενεργεί «ως πυρ ευφροσύνης από καρδίας αναδιδόμενον», και στο τέλος «ως φως ευωδιάζον ενεργούμενον» (Γρηγ. Σιναΐτης). Εκείνο που βρήκε να κατηγορήσει ο Βαρλαάμ ο Λατινέλλην και οι λοιποί, ήταν η μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο μοναχός με την κάμψη της κεφαλής προς το στήθος: «Κύπτων εμπόνως και τα στέρνα, ώμους τε και τον τράχηλον σφοδρώς περιαλγών» (Γρηγ. Σιναΐτης). Κατηγόρησε λοιπόν τους ησυχαστές ως «αμφαλόψυχους», παρόλο που οι Πατέρες διευκρινίζουν ότι «το λογιστικόν παντός ανθρώπου εν τω στήθει εστίν» (Νικηφόρος) και ότι η προσοχή όλη του ησυχαστή δίνεται στην καρδιά, η οποία αποτελεί «όργανον οργάνων εν σώματι» (Γρηγ. Νύσσης, Γρηγ. Παλαμάς)…

Αλλά η διαμάχη αναπόφευκτα οδηγείται στη θεολογία, και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο ενέργειες Θεού, όπου ο Βαρλαάμ με τη σχολαστική υποδομή του, θα δείξει πόσο αιρετικός είναι και σε τί κραυγαλέα λογικά λάθη πέφτει.

Η Αγία Γραφή αποκαλύπτει και οι Πατέρες ερμηνεύουν ότι, όπως η ουσία του Τριαδικού Θεού είναι άκτιστη, το ίδιο είναι άκτιστες και οι ενέργειές Του. Αλλά ενώ η ουσία του Θεού παραμένει τελείως απρόσιτος και αμέθεκτος σε όλα τα όντα, οι ενέργειές Του «προς ημάς καταβαίνουσι» (Μ. Βασίλειος, Γρ. Παλαμάς) και γίνονται μεθεκταί. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ η ουσία του Θεού είναι ανώνυμη, οι ενέργειές Του είναι επώνυμες (πρόνοια, αγαθότης και άπειρες άλλες).

Μετά το ξεκαθάρισμα αυτό, ο Παλαμάς, ο οποίος και κονιορτοποιεί την αίρεση του Βαρλαάμ με πλήθος συγγραφές, με ατράνταχτα επιχειρήματα και πλούσιες βιβλικές και πατερικές αναφορές, θέτει καίρια το επιχείρημα: αν οι φυσικές ενέργειες του Θεού είναι κτιστές, τότε «πόθεν εν δυσίν ενεργείαις και φύσεσιν έγνωμεν Χριστόν;»· «μιας άρα ενεργείας ην και ταύτης ού θείας».

Ο Βαρλαάμ που απορρίπτει τις ενέργειες του Θεού, αναγκάζεται κάτω από την πίεση ισχυρών παλαμικών επιχειρημάτων, να εισάγει, σαν μια διαφυγή, τον όρο «σύμβολο». Έτσι στο δίλημμα, αν το φως της Μεταμορφώσεως του Κυρίου ήταν κτιστό ή άκτιστο, ο Βαρλαάμ θα διακηρύξει ότι ήταν μεν θεότης, αλλά ως «σύμβολον θεότητος»! Αργότερα, αναγκασμένος να μιλήσει χωρίς διφορούμενα, θα πει με ανεπίτρεπτη απλούστευση: οι άκτιστες ενέργειες του Θεού θα πρέπει να γίνουν κτιστές, για να γίνουν καταληπτές, «…ουδείς εώρακεν αυτάς ειμή κτισταί γεγόνασι»! Αλλά τότε, αντιτείνει ο θεηγόρος Παλαμάς, «της ουσίας του Θεού τα κτίσματα μεθέξουσιν, ο παντός μάλλον ατοπόν έστι»· αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές, τότε δεν υπάρχει τρόπος να κοινωνήσει ο άνθρωπος με το Θεό. Αλλά και το φως, που θεωρεί ο προσευχόμενος και λούζεται μέσα σ’ αυτό, είναι εκείνο της μεταμορφώσεως, «το θεουργούν τους θεωμένους»· αν το φως αυτό είναι κτιστό, δεν έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει τη θέωση.

Οι θέσεις του θείου Γρηγορίου επιρρωνύονται περισσότερο, όταν αυτός ανατρέχει, κατά την κλασσική Πατερική απολογητική μέθοδο, στον άνθρωπο και το νου του. Ο άνθρωπος είναι «εικών Θεού» και έχει αναλογίες θείες. Παντού σ΄αυτόν διακρίνουμε ουσία και ενέργεια· τα μάτια είναι η ουσία, η όραση είναι η ενέργεια. Τα μάτια όταν βλέπουν δεν βγαίνουν από τις κόγχες τους. Παράλληλα και στο νου του· κι εδώ υπάρχει ουσία και ενέργεια. «Άλλο μεν ουσία νου άλλο ενέργεια». Η ουσία του νου βρίσκεται στον άνθρωπο «αμετάβατος», ενώ η ενέργειά του είναι «μεταβατική».

Οι παραπάνω θέσεις που μας είναι αυτονόητες, δεν μπορούν, μέχρι σήμερα, να γίνουν αποδεκτές από την παπική Εκκλησία.

Τολμήθηκαν παραλληλισμοί της ησυχαστικής μεθόδου με εκείνη του γιόγκα. Το μόνο όμως κοινό σημείο βρίσκεται στην πρακτική, αφού, κάθε άνθρωπος, «επί πάσης εναγωνίου σκέψεως», θα κρατήσει την αναπνοή του, πράγμα «επόμενον αυτομάτως τη προσοχή του νου» (Γρηγ. Παλαμάς). Είναι όμως εντελώς διαφορετικά και ο σκοπός και τα αποτελέσματα μεταξύ του ησυχασμού και του γιόγκα. Το γιόγκα μετέρχεται ο Βαρλαάμ που ισχυρίζεται ότι, προσευχόμενος βλέπει με τα αισθητήριά του το φως και ότι, η ουσία του νου του, εκείνη την ώρα, διαχέεται έξω από το σώμα.

Ο ησυχασμός δικαιώνεται από τρείς συνόδους στην Κωνσταντινούπολη (το 1341, το 1347, το 1351) και αποτελεί σημαντικό δόγμα της Εκκλησίας μας.


ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ

   Ενδοαγιορειτικό φιλοπαραδοσιακό κίνημα με ευεργετικά αποτελέσματα, όχι μόνο για τον ελλαδκό χώρο αλλά και το βαλκανικό, καθώς και για την περιοχή της κάτω Ρωσίας. Η αφορμή του κινήματος δόθηκε το 1754, στη σκήτη της Αγίας Άννης και είχε σαν αιτία την μετάθεση των κολλύβων των κεκοιμημένων, μαζί και των ονομάτων τους, από το Σάββατο στην Κυριακή. Ο αριθμός των ονομάτων που θα έπρεπε να μνημονεύσουν οι Αγιαννανίτες στο Κυριακό έφτανε τις 12.000· έτσι είχαν πρακτικούς λόγους να επιβάλουν τη μετάθεση εκείνη.

Όμως αυτό συνιστά μια παρέκκλιση από την εκκλησιαστική και παναγιορειτική παράδοση και καταπάτηση ι. κανόνος, όπως επισημαίνουν με συγγραφές οι πολέμιοι αυτής της παρέκκλισης, οι «κολλυβάδες», όνομα που τους δόθηκε με σκωπτική διάθεση. Στους κολλυβάδες ανήκουν οι επιφανέστεροι Αγιορείτες: Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Άγ. Μακάριος ο Νοταράς, Όσιος Νικόδημος, Αθανάσιος ο Πάριος, Αγάπιος ο Κύπριος, Χριστόφορος ο Προδρομίτης. Όλοι αυτοί δεν ζητούν μόνο την επαναφορά των κολλύβων, αλλά και την τήρηση των τυπικών, που σε πολλά σημεία είχαν ατονήσει· κυρίως ζητούσαν συχνή μετάληψη των πιστών, σε εποχή θρησκευτικού αποχρωματισμού.

Εκείνος που θα οπλίσει με ισχυρά θεολογικά επιχειρήματα το κίνημα θα είναι ο Όσιος Νικόδημος. Ο Όσιος με έρευνα που έκανε στα Τυπικά των μονών, καθώς και σε άλλες πηγές, αποδείχνει ότι την Κυριακή, ημέρα αναστάσιμη, δεν πρέπει να γίνονται μνημόσυνα· αλλά η μνεία των ονομάτων των κεκοιμημένων επιβάλλεται να γίνεται κάθε μέρα.

Όμως οι πολέμιοι έχουν ισχύ. Έτσι συγκαλούν το 1774 Σύνοδο στη Μονή Κουτλουμουσίου, στην οποία προΐσταται ο πρώην Κων/πόλεως Κύριλλος Ε’ (1748-51 και 1752-57) και συμμετέχουν ο πρώην Αλεξανδρείας Ματθαίος (1746-65), δέκα μητροπολίτες και περισσότεροι από 200 μοναχοί. Η Σύνοδος, προεξοφλώντας την καταδίκη των κολλυβάδων, θ’ αρχίσει τις εργασίες της με την επιδεικτική πραγματοποίηση μνημοσύνου, ημέρα Κυριακή. Δύο χρόνια αργότερα θα εκδοθεί από τη Σύνοδο του Οικ. Πατριαρχείου κι άλλη καταδίκη του κινήματος, η οποία θα ανανεωθεί το 1808 από τον Πατρ. Καλλίνικο. Παράλληλα μετριοπαθείς Πατριάρχες, όπως ο Θεοδόσιος Β’ (1772 και 1773), ο Σαμουήλ Χαντζερής (1773) και Γρηγόριος Ε’ (1819) θα εκδόσουν αποφάσεις, στις οποίες θα υπάρχει συμπάθεια προς το κίνημα.

Η έριδα θα διαρκέσει ανανεούμενη μισόν αιώνα και δε θα βρίσκει διέξοδο, λόγω της ορθής τοποθέτησης του ζητήματος. Τελικά οι κολλυβάδες θα βρουν τη δικαίωσή τους στη Σύναξη των Αντιπροσώπων στις Καρυές της 19 Μαΐου 1807. Η Σύναξη όχι μόνο θα αποκαταστήσει τους κολλυβάδες, αλλά και θα καταδικάσει τους κατηγόρους του.

Στα κατωπινά χρόνια σπασμωδικές ενέργειες των αντικολλυβάδων δεν θα επηρεάσουν καθόλου. Το κίνημα θα επαναφέρει την ξεχασμένη μυστηριακή ζωή στην Εκκλησία και θα δημιουργήσει τη φιλοκαλική αναγέννηση, από την οποία τόσο θα ωφεληθεί ο ιεραπόστολος της Κάτω Ρωσίας Παΐσιος Βελιτσκόφσκι. Θα επηρεάσει ευεργετικά και τους άγιους των ελληνικών γραμμάτων Αλέξ. Παπαδιαμάντη και Αλέξ. Μωραϊτίδη.

Η άγνοια ή η περιφρόνηση της κολλυβαδικής αναγέννησης δημιουργεί τον ευσεβιστικό τύπο του χριστιανού.

ΟΝΟΜΑΤΟΛΑΤΡΑΙ

(ρωμ. Imjabozniki), ονοματοθεΐται, (ονοματο)θεϊσταί, ονοματούχοι, ονοματίται, Ιησουανοί (οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται ονοματόδοξοι – ρωσ. Imjaslavcy -, (αγνοώντας πώς κάθε προσδιορισμός πλάι στο «Ορθόδοξος» δεν μπορεί να αναδείξει περισσότερο ορθόδοξο τον φορέα του)· ετεροδιδασκαλία (άλλοι τη χαρακτήρισαν βαρύτερα αίρεση· η Ιερά Κοινότης τη χαρακτήρισε, με περισσότερη ακρίβεια, κακοδοξία), η οποία εμφανίστηκε και διατηρήθηκε ανάμεσα σε Ρώσους μοναχούς.

Συνοπτικά η ιστορία είναι αυτή: ο Ρώσος μοναχός Ιλαρίων, απεσταλμένος στο μετόχι της Μονής Αγίου Παντελεήμονος «Σίμων ο Κανανίτης» στον Καύκασο, εκδίδει το 1907 το βιβλίο «Επί των ορέων του Καυκάσου» (ρωσ. Na garah Kaukaza). Στο βιβλίο εκείνο ο Ιλαρίων διαπραγματευόταν περί της ευχής, κατά τρόπο όμως ανορθόδοξο. Το 1913 εκδίδονται ταυτόχρονα δύο βιβλία (ένα στη Μόσχα, ρωσικά κι ένα στη Θεσσαλονίκη, ελληνικά) πολύ πιο συστηματικά από το πρώτο. Συγγραφέας τους ο ιερομόναχος της Σκήτης του Αγίου Ανδρέου Αντώνιος Μπουλαντόβιτς, η πιο ηγετική μορφή ανάμεσα στους ονοματολάτρες. Οι δύο συγγραφείς (ο Ιλαρίων και ο Αντώνιος) χρησιμοποιώντας σωρίτες του κατηγορικού συλλογισμού, διακηρύττουν ότι το όνομα του Θεού είναι αυτός ο Θεός ενυπόστατος· δηλαδή ο Θεός περιέχεται στο όνομά Του ολοκληρωτικά. Ο Αντώνιος οδηγείται σε αυθαίρετα συμπεράσματα, όπως δείχνουν οι παρακάτω προτάσεις: «Πας λόγος του Κυρίου είναι Αυτός Ούτος ο Θεός…» Άρα, «εάν οι λόγοι του Κυρίου εισί Πνεύμα και Ζωή κατά τί έλασσον εισίν οι λόγοι ούτοι του Κυρίου; Εάν το όνομα του Θεού και πας λόγος του Θεού είναι Πνεύμα και Ζωή, τί άλλο σημαίνει ή ότι τούτο είναι Αυτός Ούτος ο Θεός;… διότι τί άραγε υπό τον ουρανόν υπάρχει, όπερ να είναι Πνεύμα και Ζωή, και να μην είναι Θεός;». Ακόμα: «Εάν οι λόγοι του Θεού έχουσι την αποθεούσαν (=θεοποιούσαν) δύναμιν, τί άλλο άρα είναι αν ουχί Αυτός Ούτος ο Θεός;». Η τελευταία αυτή πρόταση οδηγεί τον Αντώνιο σε απαράδεκτες γενικεύσεις. Γράφει: «πας δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος εμπνευσμένος λόγος των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας αποτελεί λογικήν ενέργεια της Θεότητος, είναι τουτέστιν αυτός Ούτος ο Θεός»! Ο ίδιος παρόλο ότι αναθεματίζει τον Βαρλαάμ, τον αντίπαλο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, πέφτει στις ίδιες πλάνες, όταν π.χ. ισχυρίζεται ότι «η εν Θαβωρίω όψις του φωτός υπό των Αποστόλων», και οι λοιπές θεοφάνειες, «μόλις μυχίως εν τη καρδία εισίν αισθηταί, ενίοτε όμως καθίστανται τοιαύται και εις τα όργανα των αισθήσεων», οπότε και συμπεραίνει: «Πάσαι αύται αι αισθηταί ενέργειαι του Θεού είναι Αυτός Ούτος ο Θεός»!!

Εδώ ο Αντώνιος ξεπερνά και τον Βαρλαάμ στην αίρεση και ταυτίζεται με τους πανθεϊστές. Η απόρριψη της αποφατικής θεολογίας από τον Αντώνιο και τους λοιπούς ονοματολάτρες γίνεται η αιτία να οδηγηθούν αυτοί, μέσω του άκρατου μυστικισμού, στον πανθεϊσμό.

Ο Αντώνιος με την ελληνική έκδοση του βιβλίου του, «Η δόξα του Θεού είναι ο Ιησούς» (Θεσσαλονίκη 1913), προσπαθεί να μεταδώσει την κακοδοξία του από το ρωσικό στον ελληνικό μοναχισμό, χωρίς όμως την παραμικρή επιτυχία.

Οι ονομολάτρες θα θεωρηθούν από του σύγχρονούς τους προοδευτικοί και αδικημένοι, γι’ αυτό και θα βρεθούν πολλοί που θα τους υποστηρίξουν. Ανάμεσα στους υποστηρικτές τους συγκαταλέγονται και μεγάλα ονόματα: οι καθηγητές της θεολογίας Μ. Μουρέτοφ και Π. Φλορένσκι, ο Σ. Μπουλγκάκοφ, ο Ν. Μπερντιάεφ και ο πρίγκιπας Ευ. Τρουμπέτσκοϊ.

Από την άλλη, οι αντίπαλοι των ονοματολατρών, δηλαδή η πλειονότητα του αθωνικού ρωσικού στοιχείου, μαζί και συγγραφείς (όπως οι αρχιεπίσκοποι Αντώνιος Χραποβίτσκι και Νίκων Ροζντεστβένσκι, οι ιερομόναχοι Χρύσανθος και Παντελεήμων, οι μοναχοί Παχώμιος και Κλήμης· κυρίως όμως ο θεολόγος καθηγητής Σ. Τρόϊτσκι με το βιβλίο του, «Περί των ονομάτων του Θεού και των ονοματολατρών», (Πετρούπολη 1914), οδηγούνται συχνά στο άλλο άκρο: το νομιναλισμό. Το όνομα του Θεού, λένε, είναι μόνο όνομα· δεν εκφράζει ούτε την ουσία του, ούτε τις ιδιότητές του. Υπήρξε και μερίδα μοναχών, η οποία, προς αντίδραση στους ονοματολάτρες, αρνιόταν να προσκυνήσει το πανσέβαστο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Την κακόδοξη διδασκαλία των ονοματολατρών, που η άγνοιά τους περί το ορθόδοξο δόγμα και βίωμα τους έκανε φανατικούς και τυφλούς, καταδίκασαν το Οικ. Πατριαρχείο και η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας (η οποία χαρακτηρίζει τους ονοματολάτρες αιρετικούς) και η Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους.

 Η Ορθόδοξη διδασκαλία για τα ονόματα του Θεού είναι αυτή: Κάθε όνομα του Θεού δηλώνει σχέση Αυτού προς την κτίση και είτε είναι της αποφατικής θεολογίας (π.χ. άπειρος, άϋλος, αναφής) είτε της καταφατικής (π.χ. άγιος, αγαθός, δίκαιος). Τα ονόματα όλα του Θεού «ού την φύσιν (του Θεού) αλλά τα περί την φύσιν (Αυτού) δηλοί» (Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας). Ο Αντώνιος, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι «έκαστον όνομα του Θεού, Αυτός Ούτος ο Θεός εστίν». Λοιπόν κάθε όνομα του Θεού αποδίδεται σε μια ενέργειά Του, η οποία αποκαλύπτεται στην κτίση. Όμως η ουσία του Θεού, ως υπερώνυμος, είναι αιωνίως ανώνυμος και ακατάληπτος σε όλα τα όντα. Συναφώς και το όνομα «Θεός», που και τούτο ετυμολογείται βάσει των θείων ενεργειών («θέϊν», «θεάσθαι», «αίσθειν»), είναι απλώς γενικότερο και περιεκτικό των άλλων ονομάτων, όμως είναι όνομα ενεργείας ουχί ουσίας· «το γαρ Θεός όνομα ενεργείας εστίν όνομα» (Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Εξάλλου το ίδιο αυτό όνομα δεν έχει απόλυτη μοναδικότητα, αφού χρησιμοποιείται για να ορίσει και τον θεωμένο άνθρωπο («εγώ είπα θεοί εστέ») και τα είδωλα («θυμιάν» ή «λατρεύειν θεοίς ετέροις») και το δαίμονα («ο θεός του αιώνος τούτου») και υλικά («θεός η κοιλία»).
Στις ονοματολατρικές δραστηριότητες δόθηκε τέλος τον Ιούλιο του 1913 με τη μεταγωγή 833 ρώσων αθωιτών ονοματολατρών μοναχών στην Οδυσσό.

ΑΠΌ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ: ΑΘΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ του μακαριστού π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, τεύχος 75, σελ.13-16, 1980.

Πηγή: https://www.entaksis.gr/